Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αδραγάντε
- το· δι’ αδραγάντε, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 9236· δραγάντε, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 268.
Το ιταλ. (a)dragante (132, 169 [Triand., Lehnw. = Τριαντ., Άπ. Ά́ 436, 469]), που από το μτγν. ελλην. τραγάκανθα (Το δι’ προήλθε από το di κατά παρετυμ. προς την πρόθ. διά).
Κόμμι του φυτού τραγάκανθα ή αστράγαλος ο κρητικός: Εις πόνον και εισέ βήχαν. Αψινθίαν, πήγανον, ξυλοκέρατα βράσον ομού μετά ύδατος και πότισον τρεις πρωίας και άς τρώγει και το ίγλιμα, [ό] παρά Λατίνων λέγεται λόκο, και το δι’ αδραγάντε Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 9236.
ανάσκελα,- επίρρ., Hist. imp. (Mor.) 104, Διγ. (Καλ.) Esc. 1273, 1547, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 551, Πουλολ. (Krawcz.) 67, Φυσιολ. (Legr.) 472, 522, Θησ. (Βεν.) Θ΄ [78], Θησ. (Schmitt) 339 ΙΧ 5, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 383, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 340, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 37014 Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2146, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 177, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 2732, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8926.
Από το επίρρ. άνω και το ουσ. σκέλος (Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Για τη λ. βλ. Κουκ., Αθ. 43, 1931, 79,Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 183, Παπαδ. Α., ΛΔ 2, 1940, 20 και Trapp, ΕΕΦΣΠΚ 5, 1989, 188. Υπάρχει και επίθ. ανάσκελος (ΙΛ).
Με τη ράχη να αγγίζει στη γη, στο κρεβάτι, κλπ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): τ’ άλογο ρίχν’ ανάσκελά μ’ όλο τον καβαλάρη Ερωτόκρ. Β’ 2146· ανάσκελα και πίκουπα ήτον απεθαμένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 2732· ομπρούμυτα κι ανάσκελα ήτανε ερριμένα Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 383. —Συνών.: ανάταυρα. — Πβ. εξανάσκελα.
κοκκί(ο)ν- το, Σταφ., Ιατροσ. 16441· κοκκίν, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XIII 95· κούκκι, Δεφ., Λόγ. 216· κουκκί, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 167, Σαχλ., Αφήγ. 148, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 299, Rechenb. 394, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 377, Γαδ. διήγ. 248, Πανώρ. Γ΄ 260, Κατά ζουράρη 60, Στάθ. (Martini) Α΄ 168, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 179, 198, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ιγ́ 19· κουκκίν, Γλυκά, Στ. 183, Προδρ. (Eideneier) IV 143 χφ Ρ κριτ. υπ., Ασσίζ. 23725, 2454, 10, 12, 22, 48723· κουκκί(ο)ν, Σταφ., Ιατροσ. 5116, Σοφιαν., Παιδαγ. 288, Rechenb. (Vog.) 13, 541, Μαλαξός, Νομοκ. 447, Πηγά, Χρυσοπ. 327 (4), 328 (5, 6), 337 (13), Δωρ. Μον. (Βαλ.) 45.
Το μτγν. ουσ. κοκκίον. Ο τ. κούκκι από μετρ. αν. Ο τ. κουκκί και σήμ. Ο τ. κουκκίν και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 238), όπου και τ. κουτσίν (Λουκά, Γλωσσάρ. και 253, Σακ., Κυπρ. Β΄ 608 και Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. 305). Η λ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) Σπόρος, σπυρί, κόκκος: Βάτου καρπόν, ήτοι τα κουκκία του Σταφ., Ιατροσ. 5118· εις τον σίτον έρχεται και [τα] κουκκιά συνάζει Φυσιολ. (Legr.) 1081· Έπαρον στρύχνον, ... κοπάνισον τούτον, θέλεις τα κουκκία του, θέλεις τα φύλλα του Σταφ., Ιατροσ. 14· Ένα πουλί πιάστηκε κι έκλαιγε ’τ’ εχαλάσθη,| σίτου κουκκί να ορεχθεί εις την παγίδα πιάστη Αιτωλ., Μύθ. 542. 2) Ο καρπός της κουκιάς, κουκί: ρύζι, ροβίθια και κουκκιά, φακήν τε και κριθάρι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1304· πολλά φασούλια εφέρασιν, πολλά κουκκιά καθόλου Σαχλ., Αφήγ. 220. 3) (Φαρμακευτικός) κόκκος: εξ αυτού τῳ ιέρακι δώσεις εκάστῃ ημέρᾳ οφάς τρεις, τουτέστι κοκκία γ΄ Ορνεοσ. αγρ. 5253. 4) Μονάδα βάρους (Βλ. Schilb., Byz. Metrol. 185-6) ή νομισματική μονάδα: το δ’ εξάγιον κουκκίων ην κα΄ Rechenb. (Vog.) 11· Απέ την στύψην κελεύει το δίκαιον να λάβουν εις τα ρ΄ πέρπυρα να λάβουν πέρπυρα ια΄, κουκκία ε΄ Ασσίζ. 48729· οίδας ότι τα ϛ΄ κουκ(κία) του ν(ομίσματος) δ΄΄ υπερπύρου εισί Rechenb. (Vog.) 5414· Τα λεφτοκάρυα εβγαλμένα έξω της χώρας, κελεύει το δίκαιον να λάβουν εις τον μόδην κουκία γ΄ Ασσίζ. 24415.
κουτάλα- η, Διγ. (Trapp) Esc. 16, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 16, 1546, Γεωργηλ., Θαν. 435, Κανον. διατ. Α 1382.
Από το ουσ. σκυτάλη ή από το λατ. scutum (Βλ. Ανδρ., Λεξ.) ή μεγεθ. του ουσ. κουτάλι <κώταλις (Βλ. Άμ., Γλωσσ. μελετ. 190-1). Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 615) και στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄). Η λ. με τη σημασ. μεγάλο κουτάλι στο Βλάχ. και σήμ.
1) α) Προκ. για άνθρωπο ωμοπλάτη: αν τύχει δεύτερον εις τον ζυγόν να πέσεις,| κάμε κουτάλες δυνατές να μην το παραθέσεις Δεφ., Λόγ. 556· β) (προκ. για ζώα) (στον πληθ.) καπούλια (Πβ. και Αλεξίου Στ. [Διγ. Esc. σ. 223]): Όταν γηράσεις (ενν. εσύ, ο ίππος) ..., βάνουν σε εις τον μύλον (παραλ. 1 στ.), γυρίζεις και ...| εγδέρνονται οι κουτάλες σου, όλος ο σφόνδυλός σου Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 787· εγώ ραβδέαν έδωσα την φάραν στας κουτάλας| κι ανάσκελα εξήπλωσεν η θαυμαστή η φάρα Διγ. (Trapp) Esc. 1550. 2) Μεγάλο κουτάλι: έβγαλέ τα με τρυπημένην κουτάλαν, ήγουν χουλιάρα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 251.
μεσιακός,- επίθ., Λίβ. P 1116, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 306, Ιστ. Βατοπ. 39, Πεντ. Έξ. XXVI 28, XXXVI 33, Ροδινός (Βαλ.) 183 (97), Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 155, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 191, 194. μεσακός, Πορτολ. B 2115, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 84132, 8536.
Από το ουσ. μέση και την κατάλ. -ιακός. Ο τ. στο Βλάχ. Η λ. στο Somav. (Πβ. και. Meursius, λ. μεχιακός) και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄, λ. μεσακός, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 80, καθώς και Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μεσακός· βλ. και Σακ., Κυπρ. Β΄ 658, λ. μεχιακός). Η λ. και σήμ.
α) Μεσαίος: το τειχιό το μεσιακό ερίξαν κι εχαλάσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2232· εμπαίνεις μέσα την Σκούρτζουλαν και τα νησιά και αρμετζάρεσαι εις το μεσιακόν νησίν Πορτολ. A 139· β) (μεταφ. προκ. για ηλικία κλπ.): Έτι το κρέας των νέων ζώων έως ενούς χρόνου είναι κακοχώνευτον και τροφήν πολλήν δεν δίδει. Ομοίως και το γεροντικόν, διατί είναι περισσά υγρά και βλάπτουσιν. Αλλά μόνον τα μεσιακά, ήγουν από δύο χρονών και έμπροσθεν, είναι άβλαβα πριν γεράσουν Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 191· περί δε της του οίνου ποιότητος ... το νέον κρασί πρήσκει και το παλαιόν ανεβαίνει εις την κεφαλήν ..., αμή το μεσιακόν είναι καλύτερον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 183.
μιζούριον- το· μιζούρι· μουζούρι, Chron. br. (Loen.) 17, Byz. Kleinchron. A΄ 18426, Rechenb. 311, 2, 363, 4, Διαθ. 17. αι. 157, 3205, 657, 117, κ.α.· μουζούρι(ν), Κάτης 58, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 509, 20, 6312, 6412, 7716, κ.α., Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 141· μουζούριν.
Από το ιταλ. ή βενετ. misura. Ο τ. μουζούρι(ν), για το σχηματ. του οποίου βλ. Τριαντ., Άπ. Α΄ 338, σε έγγρ., πολλ. και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ και Κουκ., Αθ. 49, 1939, 104, λ. μουντζούρι). Τ. μοτζούριον στο Du Cange (λ. μουσούρα) και μουζούρι(ο)ν σε έγγρ. του 14. αι. (Act. Lavr. 13810 και 15426)· βλ. και Steiner, Stud. byz. Lexik. 163.
1) α) Δοχείο ως μέτρο χωρητικότητας και βάρους καρπών συνήθως δημητριακών (Για τη σημασ. βλ. Μαυρομάτη Γ., Θησαυρ. 16,1979, 226 Ξανθ., Χρ. Κρ. 1,1912, 340, Πετρόπ., ΕΛΑ 7, 1952, 68 και Schilb., Byz. Metrol. 96 και 140-1): εχρώθηκεν από … του ζουράρη έξι μ(ουζούρια) στάρι και ήβαλέ ντου το π(έρπυρα) δώδεκα το μ(ουζούρι) Κατά ζουράρη 31· μη κάμετε άδικο εις την κρίση εις το μέτρο, εις το ζύγιασμα και εις το μουζούρι Πεντ. Λευιτ. XIX 35· σιτάρι εικοσιπέντε μουζούρια ρήγλο Διαθ. 17. αι. 5160· Εξήγησις … περ. των σταθμών … ειδέ εστίν ούτως: μῖ, μιζούριον (ενν. σημαίνει) Metrol.2 13811· Ένα μουζούριν (ενν. μάννα) πασαείς να παίρνουν την ημέραν Χούμνου, Κοσμογ. 2563· Μέγα μουζούρι θέλουσιν, οπόταν αγοράζουν,| αμ’ όταν το αναπωλούν, γυρεύουν βουλωμένον Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 384· β) (συνεκδ.) μικρή ποσότητα: Μα ξεύρε πως στην χώρα μας είναι ακρίβεια από στάρι,| μιζούρι δεν ευρίσκεται ουδετινάς να πάρει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [248]. 2) Μέτρο έκτασης (Για τη σημασ. βλ. Πιτυκάκη Μ., Αμάλθ. 9, 1978, 274 και σημ. 1): Επήρεν η αυτή θάλασσα χιλιάδων μουζουριών χωράφια Διήγ. πανωφ. 57. — Βλ. και ά. μισσούριον. Πβ. ά. μόδιον και μόδιος.
μοσχάριον- το, Γαδ. διήγ. 192, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 176v, Παϊσ., Ιστ. Σινά 45, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 51· μοσκάρι, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 8v, Πεντ. Έξ. XXXII 4, 19, Λευιτ. IX 2, 3, 8· μοσχάρι, Χούμνου, Κοσμογ. 1043, 1044, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 176v δις, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΓ [306], Αιτωλ., Μύθ. 1301, 5, 11, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Αποκάλ. Ιω. δ΄ 7· μοσχάριν, Χούμνου, Κοσμογ. 1027, 2746· μουσκάρι, Πεντ. Δευτ. IX 21, XXI 3, 4 δις, 6, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 193· μουσχάρι, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6033, 74116, 7968, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ιε΄ 23· μουσχάρι(ο)ν, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 559.
Το μτγν. ουσ. μοσχάριον. Για την τροπή ο>ου των τ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 281. Ο τ. μοσκάρι και σήμ. Ο τ. μοσχάρι στο Meursius (λ. μοσχάρη) και σήμ. Ο τ. μοσχάριν τον 9. αι. (Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 1292, 20). Ο τ. μουσκάρι στο Βλάχ. και σήμ. Τ. μουσκάριν σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 668) και στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μοσκάρι). Ο τ. μουσχάριον στο Du Cange.
1) α) Νεαρό βόδι, μοσχάρι: εδώσαν του (ενν. του Αβραάμ) πρόβατα και μοσχάρια και γαδάρους και κοπέλια και κοπέλες και μουλάρια και καμήλια Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 122v· λέγει (ενν. ο Αβραάμ) της γυναικός του της Σάρρας να σκοτώσει ένα μοσχάρι γλήγορα διά να τους φιλοξενήσει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 129v· β) (εδώ) ομοίωμα μοσχαριού: ο Ααρών έκαμε ένα μοσκάρι και εκείνο επροσκυνούσαν το πλήθος του Ισραήλ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 176r· εκάμετε εσάς μουσκάρι χυτό Πεντ. Δευτ. IX 16· τ’ άσημοχρούσαφα όλοι σ’ αυτούνον (ενν. τον Ααρών) φέρνουν,| πιάνουν και αναλιγώνονν τα, εις λάκκο αυτούνα γέρνουν.| Μουσχάριν εξεφύτρωσε με κέρατα μεγάλα Χούμνου, Κοσμογ. 2713. 2) (Συνεκδ.) μικρό ζώου: μοσχάριον ελάφης ελθόν ομού μετά των χριστιανών και όσο το έδιωχναν οι άνθρωποι εκείνο πλέον εστρίμωνε Κλήμ. λαϊκ. Β΄ 51.
ξηραίνω,- Σπαν. A 525, Κρασοπ. (Eideneier) V 37 (42), Ιερακοσ. 45929-30, Διγ. (Trapp) Gr. 2220, Ιατροσ. κώδ. χδ́, Θρ. Κων/π. διάλ. 7, Μαλαξός, Νομοκ. 181, Διγ. Άνδρ. 3716, Τζάνε, Κατάν. 104, Παλαμήδ., Ψαλμ. 427, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 187, 202, 219· ξεραίνω, Θρ. Κων/π. H 4, Θρ. Κων/π. B 4, Πανώρ. Γ́ 139, 143, Δ́ 120, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 504, Βοσκοπ.2 476, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 280, Ευγέν. 628, Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 50, Ζήν. Έ́ 233, Διακρούσ. 6964, Τζάνε, Κρ. πόλ. 55211· μτχ. παθητ. παρκ. ξεραμμένος· ξηραμμένος, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 485.
Το αρχ. ξηραίνω. Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ.
Í. Ενεργ. Ά́ Μτβ. 1) Κάνω κ. να χάσει την υγρασία που έχει, αφυδατώνω, ξεραίνω: Το αλατισμένον κρέας είναι βλαβερόν, διατί δίδει ολίγην τροφήν, ξηραίνει την σάρκα και γεννά χοντρόν αίμα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 191· (μεταφ.): Το φως σκοτίδι μου γεννά, το πλούτος με φτωχαίνει,| πρίκα μου προξενά η χαρά, το δρόσος με ξεραίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 216. 2) (Προκ. για φυτό ή μέρος φυτού) κάνω να χάσει τους χυμούς του, να ξεραθεί, να μαραθεί: Παλαμήδ., Ψαλμ. 427, Διδ. Σολ. Ρ 13· ’ς καιρό που σ’ ανακρέμασην ο ήλιος τον κόσμο κάψει,| ανθούς, χορτάρια, λούλονδα, δέντρη, κλαδιά ξεράνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1309· (σε μεταφ.): ήπασκεν (ενν. η νένα) όσο το μπορεί να τηνε δυσκολέψει (ενν. την Αρετούσα),| να τση ξεράνει το δεντρό πρίχου να το φυτέψει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 670. 3) α) (Προκ. για καρπούς, άνθη, φύλλα) αποξηραίνω: ξηραίνουσι (ενν. οι πατέρες) το καλοκαίρι από τους καρπούς των δένδρων, φοινίκων δηλαδή και ετέρων όσα διά φαγί είναι χρήσιμα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 114· Έπαρε άνθη χαμομήλης και φάκλας ..., ξέρανε και κάμε τα σκόνην λεπτήν Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 234· Κολοκυθόφυλλα ξεράνας και τρίψας Σταφ., Ιατροσ. 10290· β) (γενικότερα): ειδέ σικχανθῄ τας χλωροσαύρας, εις τον ήλιον αυτάς ξήρανον και τρίψας εις κρέας χοίρειον δος τῳ ιέρακι φαγείν Ορνεοσ. αγρ. 55928. 4) Ψήνω κ. ώσπου να ξεραθεί εντελώς: Ξήρανε εις τον φούρνον δενδρολίβανον και ρίζαν της ατσικνίδας, κάμε τα σκόνην Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 228· Βάλε εις ένα αγγείον λαγόν ζωντανόν να ξηρανθεί εις τον φούρνον, κάμε τον σκόνην και πίνε την Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 236. 5) (Προκ. για τους ανθρώπους στην κόλαση): Νυν ώδε αγωνίσθητι ...,| ότι ενταύθα ο αγών, εκεί η αντιμισθία.| Ξηραίνονται και τήκονται πάντες εκεί, ως έφυν,| οι μήπω εις μετάνοιαν ελθόντες απεντεύθεν Καλορείτ., Περί ματ. Βίου 27. 6) α) Αδρανοποιώ, «νεκρώνω»: αφανίζει (ενν. το μαρούλιον) το σκάνδαλον της σαρκός, διατί ξηραίνει το σπέρμα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 204· β) κάνω να ατονήσει ως προς τα συμπτώματα: ο περισσός ύπνος ψυχραίνει και ξηραίνει την θέρμην και αχαμνίζει την Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 176. 7) (Μεταφ., με αντικ. τη λ. αίμα): Συν τούτοις συν και ετέροις κολακευτικοίς λόγοις, εχούσας εν τῳ μέσῳ των κολακειών και τας καρδίαν στυφούσας και το αίμα ξηραίνουσας δακνώδεις μνήμας απέλυσεν (ενν. ο ηγεμών) Δούκ. 31320. 8) Εξαντλώ, ταλαιπωρώ σωματικά: έφευγαν (ενν. οι Τρώες) εκ του πεδίου| ξηρανθέντες εκ του κόπου,| εκ της κάνης και της δίψης Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΑ2 [199]. 9) Εξοντώνω: Η γυνή το θέλημά σου ου κάμνει,| αμή έμπροστεν εις τους εχθρούς βούλεται να σε μιάνει (παραλ. 1 στ.)· πάντα περιεργάζεται το πώς, να σε ξηράνει Συναξ. γυν. 308. Β́ Αμτβ. 1) (Προκ. για δέντρο) χάνω τους χυμούς μου, μαραίνομαι, ξεραίνομαι: εμείναν τα δεντρά γυμνά ως γιον τον χειμώναν, και κιτρομηλίες και ούλα, κι ελιές και κερατσιές και εξεράναν πολλά Μαχ. 6244. 2) (Με υποκ. τις λ. νερά, βρύσις) στερεύω: ούλα τα νερά των βρύσων εξεράναν και επηγαίνναν οι ανθρώποι απού τόπον εις τόπον ... να εύρουν νερόν Μαχ. 225· (σε μεταφ.): Αλλ’ όμως ουκ εκρύβηκεν η άδικος η κρίσις, το δίκαιον απέσβεσεν και εξήρανεν η βρύσις Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 590. IΙ. Μέσ. 1) Χάνω το νερό ή την υγρασία που έχω, στεγνώνω: εις το μήνα το δεύτερο, εις τις είκοσι εφτά μέρες του μηνού εξεράθην η γης Πεντ. Γέν. VIII 14. 2) (Με υποκ. λ. όπως βρύση, πηγάδι, λίμνη, θάλασσα) στερεύω, αποστραγγίζομαι, ξεραίνομαι: κι επήγαν (ενν. δύο βαθρακοί) εις πηγάδι (παραλ. 1 στ.). Ο ένας αποκρίθηκε ... (παραλ. 1 στ.) ... φοβούμαι ...| ότι σαν ξηρανθεί κι εδώ δεν έχω πώς να ξέβω Αιτωλ., Μύθ. 1910· Εις λίμνην άλλην πήγασι (ενν. δύο βαθρακοί) και πάλε εξηράνθη|, από την ζέστην την πολλή Αιτωλ., Μύθ. 193· (σε κατάρα): Αι βρύσες ας φυράξουσι κι όλες ας ξεραθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 22811· ποταμοί να φρύξουν,| η θάλασσα να ξηρανθεί, τα ψάρια να ψοφήσουν Περί ξεν. A 284· (σε μεταφ.): εις τας μεγάλας λύπας ξηραίνονται αι πηγαί των δακρύων Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 250. 3) Αφυδατώνομαι, εξαντλούμαι από τη δίψα και τη ζέστη: Τη βρύση στέκω και θωρώ, δε θε να με δροσίσει| κι αφήνει με να ξεραθώ, δεν κάνει δίκια κρίση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 214. 4) α) (Συνεκδ. για τη γλώσσα, το λάρυγγα) στεγνώνω: ήλθον εις αθυμίαν,| εστέγνωσαν τα χείλη μου, η γλώσσα μου ξηράνθη Κρασοπ. (Eideneier) ΑΟ 42· Ο θάνατος εσκέπασε τ’ αμμάτια τα δικά μου,| η γλώσσα μου εξεράθηκε, σβένετ’ η αναπνιά μου Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 260· αποκοτιά δεν έχω να μιλήσω,| μα η γλώσσα μου ξεραίνεται κι ο λόγος στρέφτει οπίσω Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 360· ο λάρυξ εξηράνθη μου από της ακρασίας Προδρ. III 419f χφ V κριτ. υπ.· (σε κατάρα): Αν εγώ, Ιερουσαλήμ, εσέ θέλω ξεχάσει (παραλ. 1 στ.), να ξηρανθεί η γλώσσα μου εκεί που σ’ αναβάλλω Παλαμήδ., Ψαλμ. 426· β) (ειδικά): τα μάτια μου εξηράνθησαν από της αγρυπνίας Προδρ. III 419v χφ g κριτ. υπ.· γ) (προκ. για την αναπνοή) «κόβομαι» (επειδή στεγνώνει η στοματική κοιλότητα): η γλώσσα μου η τρεμάμενη στο στόμα αποκρυγιαίνει| κι η αναπνιά ξεραίνεται κι ολόβουβο απομένει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 88. 5) α) (Προκ. για φυτό ή μέρος φυτού) χάνω τους χυμούς μου, ξεραίνομαι, μαραίνομαι: περισσές (ενν. ελαίαι) ξηραίνονται, διότι και τα νερά οπού τες ποτίζουσιν ολιγοστεύουσιν υπό της ανομβρίας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 171· Σαν ξεραθεί ο βασιλικός, Γιαννούλη, δε γυρίζει| στην πρώτη ντου ομορφιά ποτέ Πανώρ. Γ· 307· ένα δεντρόν ... μαραμένο (παραλ. 1 στ.) κι ήδειχνε πως ξεραίνονται οι κλώνοι και τα φύλλα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 210· (σε κατάρα): Σήμερο οι κάμποι ας ξεραθού και τα βουνά ’ς βουλήσου Πανώρ. Δ́ 117' (σε μεταφ.): Τα ρόδα του προσώπου σου κι οι κρίνοι ας ξεραθούσι Πανώρ. Β́ 407· β) (μεταφ. για πρόσωπο) χάνω τη ζωντάνια, την ομορφιά μου· μαραίνομαι (πβ. Bauer, Wört., στη λ. 2b): ωσάν ένα δένδρον νεοφύτευτον, οπού να ξηρανθεΊ πριν του καιρού του έτσι και εγώ πριν του καιρού μου εξηράνθη το κάλλος μου Διγ. Άνδρ. 3717· Οίμοι λοιπόν παντάλαινα και παναθλία τύχη (παραλ. 1 στ.) η το γλυκύ προ του τυχείν ολέσασα του κάλλους,| ως δένδρον νεοφύτευτον ακαίρως ξηρανθείσα Διγ. Z 2625. 6) α) (Προκ. για νερό, υγρά) στεγνώνω, εξατμίζομαι: επέστειλεν (ενν. ο Νόαχ) τον κόρακα και εβγήκεν· εβγαίνοντα και στρέφοντα ως να ξεραθούν τα νερά αποπάνου την ηγή Πεντ. Γέν. VIII 7· Καύσε αβγόφυλλα, βάλε τα εισέ ολίγον ξίδι δριμύ να κάμουν έως να ξηρανθεί το ξίδι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 241· β) (εδώ προκ. για το υγρό στοιχείο του ανθρώπινου οργανισμού): δεν έχουσιν (ενν. τα γερατειά) αποκοτιά ...| και, το βραστό τση ζήσης τως εσβήνει και κρυγιαίνει·| ξεραίνεται η ανάδοση, το δρόσος τση θροφής τως Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 829. 7) Γίνομαι στερεός, συμπαγής, δύσκαμπτος: βαλε το εισέ λεκάνες απλωτές ... όσον να γένει το χόντρος του μόνον ένα δάκτυλον διά να ημπορείς ύστερα να το κόπτεις, διατί ξηραίνεται ωσάν την πετσόκολλα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 226. 8) (Μεταφ. προκ. για τα μέλη ή ολόκληρο το σώμα) παραλύω, πιάνομαι: Αι γενεαί πάσαι, όλοι καθυβρίζουν σπανόν τον τραγογένην.| Αι χείρες σου και οι πόδες σου εξεράθησαν Σπανός (Eideneier) Α 387· τα μέλη ξηραίνονται και αχαμναίνει όλη η δύναμις Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 176· Εις του Μαχαιρά την εκκλησιάν ...| μια ρήγαινα ...| έσσω εδοκίμασεν να μπει κι ευρέθην ξεραμμένη| και κάμνόντας παράκλησες έβγην ιατρεμένη Θρ. Κύπρ. M 442. 9) Μένω αναίσθητος, λιποθυμώ: τον κάμει και ξεσχίζεται και αφρίζει ... και ξηραίνεται Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. θ́ 18. 10) Αποσβολώνομαι, μένω σύξυλος: οι Ρωμαίοι ακούσαντες την πικράν ταύτην αγγελίαν ...| υπερήλγησαν, εξηράνθησαν Δούκ. 2976.
ξηρός,- επίθ., Προδρ. (Eideneier) IV 108, Ασσίζ. 1784, Ιερακοσ. 38629, 42319·24, 42424-25, 48712, 49113, Ορνεοσ. αγρ. 54710, 56327, Σπανός (Eideneier) D 730, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 288, 373, Gesprächb. 781, Σαχλ., Αφήγ. 459, Κορων., Μπούας 36, Ευγέν. 628, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 15r, 18r, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 276, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ιβ́ 10, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 189, 192, 216, κ.α.· ξερός, Προδρ. (Eideneier) IV 608 χφ Ρ κριτ. υπ., Σπανός (Eideneier) D 736, Α 513, Gesprächb. 4714, 9323, Sprachlehre 173, Μαχ. 45 427, Αγν., Ποιήμ. Α 58, Κορων., Μπούας 151, Κυπρ. ερωτ. 15015, Πανώρ. Γ́ 309, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 310, Έ́ 275, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 57, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [667], Τζάνε, Κρ. πόλ. 6725.
Το αρχ. επίθ. ξηρός. Η λ. και ο τ., που απ. στο Steph., Θησ., και σήμ.
1) α) Που δεν έχει νερό ή υγρασία, στεγνός: Αιτωλ., Μύθ. 845· (σε παροιμ. φρ. για να δηλωθεί το αδύνατο): να μη φοβείσαι ποταμόν ξηρόν να κινδυνεύσεις Προδρ. (Eideneier) IV 608· β) (προκ. για τον καιρό) που δεν είναι βροχερός, που κατά τη διάρκειά του δε σημειώνονται βροχές: τα δέ ευεκτά (ενν. σώματα) ... γίνονται ενεκτότερα παρού υπήρχον τον ξηρότερον καιρόν Μάρκ., Βουλκ. 34824· γ) που χαρακτηρίζεται από ξηρότητα ή ξηρασία: η ιστία έναι ζεστή και ξερή Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 37'· η άνοιξις έναι ξερή και υγρά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 37r· δ) (προκ. για τόπο) άνυδρος, αυχμηρός· που έχει ελάχιστη ξερή βλάστηση: Χελώνην από ξηρών τόπων ληφθείσαν ... παράσχου τῳ ιέρακι Ιερακοσ. 36516· όντας λοιπόν ο τόπος εκείνος ξηρός, ωσάν καημένος και παντελώς να μην έχει υγρότητα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 25· ε) (προκ. για βήχα) που είναι χωρίς έκκριμα, χωρίς φλέμα: ο ασθενής εγύρισέν του βήχας ξηρός Ασσίζ. 1837· ς) (με το ουσ. κόρυζα) αρρώστια των πουλιών: Ξηρά κόρυζα λέγεται όταν του ιέρακος αποπταρόντος ουδέν εξέρχεται τοις μυκτήρσιν αυτού Ιερακοσ. 41117· ζ) (συνεκδ. προκ. για θεραπευτικά βότανα ή άλλα φαρμακευτικά επιθέματα) που προκαλεί ξηρότητα που δεν είναι μαλακτικός: έμελλεν να βάλει πράγματα μαλαχτά ... διά να σύρει εκείνον το κακόν έξω και εκείνος ο γιατρός βάνει πράγματα θερμά και ξερά και διά τούτο εκείνο το κακό ένοιξεν απέσω και επέθανε Ασσίζ. 43025· η) που κάνει να αφαιρεθούν τα υγρά (του σώματος): ο θυμός ... έναι ζεστός και ξερός, το φλέγμα ... έναι ψυχρόν και υγρόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 37r. 2) (Προκ. για σάρκες) άπαχος, ισχνός, «στεγνός»: Είχασι ... τας σάρκας ξηράς και στυγνάς από την πολλήν εγκράτειαν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 80. 3) α) Που έχει χάσει την υγρασία του, τους χυμούς του, που δεν είναι χλωρός: είναι τούτο που θωρείς (ενν. το στεφάνι) ...| με δίχως ομορφιά καμιά, ξερόν και μαραμένο Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [314]· ήτον ξερόν (ενν. το δεντρόν), παντέρημον, το φύλλον μαδισμένον Χούμνου, Κοσμογ. 346· σαν όταν κανείς στον άνεμον τραβήξει| λάβρα φωτιάς κι απάνου της ξερά κλαδάκια ρίξει,| τόσον κι αυτή τη λάβραν της αυξαίνει και πληθαίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [54]· κάλαμον ξηρόν ανασχίσας και τον ευρισκόμενον ένδοθεν καθ’ εκάστην κοτύλην υμένα λευκόν στρογγύλον λαβών ... εις το διάσχισμα του πτερού εκείνου Ιερακοσ. 47526· ώστε οπού ... κι εκείνη ετότες βρεί θροφή ξερή και δυναμώσει (ενν. η φωτιά) Στάθ. (Martini) Β́ 208· με το ουσ. δάσος = ξύλο (προκ. για φέρετρο· βλ. και Siapkaras - Pitsillides [Κυπρ. ερωτ. σ. 253 σημ. στο στ. 37 και σ. 356]): Εγώ κάτω στο χώμα ’ς ξερόν δάσος Κυπρ. ερωτ. 10637· β) (προκ. για οστά): η σιαγόνα η ξερή βρύση ωραία γενήθη Βεντράμ., Γυν. 134· γ) στεγνός, που δεν έχει υγρασία: Σταφίδος αγρίας εξάγια β́, πεπέρεως ουγγ. δ́ ... ταύτα λειώσας και σήσας λεπτῴ κοσκίνῳ έχε ξηρόν, παραφυλάττων αδιάπνευστον Ιερακοσ. 41620· Γήρας όφεως λαβών ξήρανον και κόψον αυτό, και σήσας έχε ξηρόν φυλάττων αυτό αδιάπνευστον Ιερακοσ. 39627· δ) (προκ. για χείλη): τον ’πε η νένα με ξερά χείλη και μαυρισμένα| πως το φαρμάκι εκ το χρουσό λαήνι έχει πιωμένα (ενν. η Αρετούσα) Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 219. 4) α) Αποξηραμένος, αφυδατωμένος, ξερός: Αιγειοζούλαπον να βράσει με ξερές αίγες και νωπές Ιατροσ. κώδ. σέ́· Λάσαρον είτε υγρόν είτε ξηρόν δίδου διά των ρινών Ιερακοσ. 41527· πεπέρεως μακρού κοκκία έ́, κόστου γραμμ. γ́ ... Ταύτα ξηρά κόψας και σήσας επίβαλε τούτοις του οπού βαλσάμου Ιερακοσ. 40732· (προκ. για καρπούς ή άλλα τρόφιμα): σταφύλια χλωρά και ξερά να μη φάει Πεντ. Αρ. VI 3· τα σύκα τα ξερά Ασσίζ. 496· φοινικιά ξηρά Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 115· με τον άρτον τον ξηρόν, το δόλιον το αγιοζούμιν| διαβάζω την ημέραν μου στενήν και τεθλιμμένην Προδρ. (Eideneier) IV 245· (υβριστ. με το ουσ. σκατά): λέρα πολλή στα μάτια σου και ξηρά σκατά στ’ αντζιά σου Σπανός (Eideneier) D 1764· β) παστωμένος ή (απλώς) στεγνός, αποξηραμένος: Εις δέ τας επισήμους δεσποτικάς εορτάς και μνήμας αγίων καταλύουσιν εις οψάρια ξηρά Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 172· μη θεωρείς τους βαθρακούς, τας ύσκας, τα ψησσία (παραλ. 1 στ.) μαθών ου μη τα γεύεσαι, ξηρά να τα διαβάσεις Προδρ. (Eideneier) IV 108. 5) (Μεταφ.) που είναι χωρίς νεανική φρεσκάδα, «μαραμένος»: βλέπει τον άνδραν της ωσάν ξερόν,| λέγει θέλω να ’βρω, να χαρώ| με άλλον νέον τρυφερόν Συναξ. γυν. 765. 6) (Προκ. για πρόσ.) λιπόσαρκος, ξερακιανός: οι ολιγόσαρκοι και ξηρότεροι άνδρες τοις τε όπλοις αεί εγκαρτερούσι δεινώς και πάσι τοις άλλοις δεινοίς γενναίως ανταγωνίζονται Θεολ., Τζίρ. 35527· Άνθρωπος πολλά ξηρός, κοντός, μωροσπανός και μουστακάτος Συναδ., Χρον.-Διδαχ. 37ν. 7) α) Σκληρός, τραχύς: Μ’ ας είναι ως θες εσύ ξηρός και ριζωμένος λίθος| ή μαλακόν και τρυφερόν του Σίλβιου μου το στήθος Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1411 ]· (σε μεταφ.): είχε (ενν. ο Χαντζάκης) διπλήν καρδίαν και ξερήν σαν πέτραν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 286· β) (συνεκδ.) που δεν είναι άνετος, άβολος· που γίνεται καταγής: εκειτόμην εν τῃ τοιαύτῃ φυλακῄ πικρώς διαβιβάζων από τε των λαβωμάτων και των σιδήρων και του ξηρού κοιτασμού και των άλλων οπού είχεν ... το οσπίτιον κακών Σφρ., Χρον. μ. 3211. 8) (Προκ. για υλικά που χρησιμοποιούνται σε φαρμακευτικό παρασκεύασμα και σε αντίθεση προς τα υγρά) στερεός: καρδαμώμου σπέρματος ουγγ. ά́ ... πίσσης, προπόλεως ... στέατος ταυρείου ... ανά ουγγ. ά́. Τα ξηρά κόψας και σήσας και τα τηκτά τήξας, επίπαττε τα ξηρά και αναμαλάξας χρω Ιερακοσ. 5006, 7· πέπεριν κ"μ́, κόστου κ"ιβ́ ... ζωμόν βαλσάμου τρία των κοχλιαρίων. Τα ξηρά τρίψας εν τῃ θυΐᾳ ένωσον αυτά τοις υγροίς Ιερακοσ. 42412. 9) (Προκ. για θαλάσσια περιοχή) που έχει ξέρες: από τον Τρούλον έως το νησίν της Κρήτης έναι ξερόν όλον Πορτολ. A 7411. 10) (Μεταφ.) άψυχος: Μα κι οι κολόνες του ναού και τα ξερά λιθάρια| οπού δεν έχουν αίσθησιν εβγάνασι καθάρια| δάκρυα πικρά και θλιβερά δείχνοντας ’τι επονούσαν Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [173]· των δενδρών οι ξεροί κορμοί θέλουν σ’ το πει καθάρια (ενν. πως σ’ αγαπώ) Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [325]. 11) (Μεταφ. προκ. για τα μέλη ή ολόκληρο το σώμα) παράλυτος, «πιασμένος»: άνθρωπος οπού είχε το χέρι του ξηρόν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ιβ́· (σε κατάρα· πβ. σημερ. να ξεραθείς!): τα πόδια σου| κομμάτια να γενούσι| και ξερά τα χέρια σου,| σπανέ παγκάκιστε Σπανός (Eideneier) D 314· Επεπόθησα του ιδείν σε ξηρόν και ο γέλως σου μελέτη μου εστίν.| Ο μέγας μακρυμύτης (παραλ. 1 στ.) σπανός ετελειώθη Σπανός (Eideneier) D 1480· (υβριστ.): το κεφάλι το ξηρόν και πανάσχημον να το κάψει φλόγα, λάβρα και αστραπή Σπανός (Eideneier) D 1202. Έκφρ. ξηρά γη = ήπειρος, ξηρά, στεριά: απήλθον εις την Κνίδον την περί την ξηράν γην της ανατολής διακειμένην Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 63· τα πλοία εις την ξηράν γην σύραντες διά το ίνα ταύτα μετά της ασφάλτου πλέον εξασφαλίσωσι Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 62. Φρ. μένω ξερός = α) χάνω τις αισθήσεις μου, λιποθυμώ: ’ντηρούμαι (παραλ. 2 στ.) μη μείνω από την πείνα μου ξερός Κατζ. Έ́ 123· β) καταπλήσσομαι, αποσβολώνομαι, μένω σύξυλος· γοητεύομαι, «μαγεύομαι»: γελώντας ολίγον διά να τον περιπαίξει, έκαμαν τον πτωχόν να μείνει ολότελα ξηρός, ο οποίος, μην ημπορώντας να μείνει την μεγάλην κάψαν οπού εγροίκουνε εις το στήθος του, ηθέλησεν να καρφωθεί απάνω από τα τειχία Μπερτολδίνος 164. Το ουδ. ως ουσ. = 1) Ξηρά, στεριά: Ψευδο-Σφρ. 24227. 2) Αποξηραμένη ποσότητα θεραπευτικής ύλης σε σκόνη προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως επίπασμα: εκ δέ του ξηρού αυτού έμβαλε και εις τους μυκτήρας αυτού (ενν. του ιέρακος) Ιερακοσ. 38316· (σε δοτ. ή αιτιατ. επιρρ.): Σταφίδος άγριας κόκκον ένα, πεπέρεως κόκκους επτά ..., ταύτα κόψας και σήσας χρω ξηρῴ διαχρίων την υπερώαν αυτού Ιερακοσ. 38515· μίξον συμφύτῳ και λιβάνῳ και αριστολόχῳ και ρητίνῃ και κόπρῳ περιστεράς αγρίας εκάστου το ίσον κόψας και σήσας λεπτῴ κοσκίνῳ επίπασσε ξηρόν Ιερακοσ. 4879. 3) Ως ένα από τα στοιχεία που αποτελούν το σύμπαν ή τον ανθρώπινο οργανισμό: Η σύστασις και διατήρησις της ανθρώπινης ουσίας γίνεται από τα τέσσερα ταύτα: υγρόν, θερμόν, ψυχρόν και ξηρόν Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 172· Ο κρόκος τον παρομοιάζουν της γης, το ασπράδι του αέρος και η τσίπα οπού έναι ανάμεσα το ασπράδι και την σκόρτσαν του αβγού την παρομοιάζουν εις το νερόν και διά το κόκκινο την ιστίαν και έτσι είναι αντάμα οπού εσμίχθησαν διά να είναι ομού ανακατωμένα τό κρύο με το ζεστό και το ξερόν μέ το υγρόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 70r· εγνώριζέ (ενν. ο ’Σκληπιός) την κρυότην και την θέρμην| και τo υγρόν και το ξηρόν Θησ. Ί́ [136] Το ούδ. στον πληθ. ως τοπων.: Ευγέν. 511.
ξηρότης ‑ητα,- η, Σφρ., Χρον. μ. 547.
Το αρχ. ουσ. ξηρότης. Τ. ξερότητα στο Somav. Η λ. ξηρότητα στο Βλάχ. και σήμ.
1) Έλλειψη υγρασίας, ξηρότητα: Ιερακοσ. 4092 Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 192. 2) Ξηρασία, ξεραΐλα: όσον αναβαίνει τινάς ... προς νότον ... και πλησιάζοντας αυτής της διακεκαυμένης ζώνης, ευρίσκει περισσότερην κάψην και ξηρότητα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 25. 3) Τραχύτητα, σκληρότητα: εμείναμεν εν εκείνῃ τῃ νυκτί εις τας έξωθεν της γέφυρας πέτρας, εν ῄ και πολλά εναντία επάθομεν από τε ψύχους και πείνας και από της ξηρότητος των πετρών Ψευδο-Σφρ. 30413.
ξίδι- το, Σταφ., Ιατροσ. 8217, 13358, Γαδ. διήγ. 367, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 284v δις, 291r, 295r, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κζ́ 34, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 241· ξίδιν, Προδρ. III 221 χφ g κριτ. υπ., Χριστ. διδασκ. 73· οξίδι, Ιατροσ. 7195· οξίδιν, Προδρ. II G 39, III 261 χφφ SA κριτ. υπ., 322 χφ Η κριτ. υπ., Σταφ., Ιατροσ. 237, 15427, Κυνοσ. 59919, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 4413, 8120, 837, 882· οξίδιον, Νομοκ. 38721.
Το μτγν. ουσ. οξίδιον (L-S). Ο τ. ξίδιν στο Meursius (λ. ξήδιν και ξίδιν). Γ. ξίιν σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 697).
1) α) Ξίδι: Έπαρε μαύρον κουκκούδιν ... και έσμιξέ το με το ξίδιν δριμύν Ιατροσόφ. (Oikonomu) 8219· Βάλε οξίδιν και κρασίν και δάφνης φύλλα ... και ας βράσουν Σταφ., Ιατροσ. 5120· εζεμάτισε (ενν. ο βασιλεύς) ξίδι και του έριξε στα μάτια και τον ετύφλωσε Χρον. σουλτ. 2514· Σκεύος ευρέθηκεν εκεί, είχε απόσω ξίδιν| συγκερασμένον με χολήν ...| Έδραμεν είς εκ τους Εβραίους, γεμίζει ένα σφουγγάριν| χολήν και ξίδιν ανταμώς, ως διά να τον ποτίσει (πβ. ΚΔ Ιω. ιθ́ 29, Ματθ. κζ́ 48) Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 410, 413· φορτώνουν σε (ενν. όνε) και το κρασίν, οξίδι και το λάδι Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 669· (σε παροιμιακές φρ.)· (μεταφ.· βλ. και Vincent [Φορτουν. σ. 164]): Πολλά κακά συβάζεται το ξίδι με το μέλι| και όμοιος τον όμοιον αγαπά και όμοιος τον όμοιο θέλει Φορτουν. (Vinc.) Β́ 379· (εδώ ως μέσο για να περάσει θυμός ή επιθυμία· βλ. και Δημητράκ., λ. ξίδι(ν) και Παπαδ. Α., ΛΔ 7, 1955, 100): αυτή αιτία ήτονε μάννες κι εξεκληρίσαν (παραλ. 1 στ.) και να ʼθελ’ ήτονε κακά, να ’θελε πίει ξίδι,| παρά την γνώμη π’ έβαλε να πάει στο ταξίδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 11521· β) (εδώ προκ. για ξίδι φτιαγμένο όχι από κρασί, αλλά από χουρμάδες ή μουδουβίνα): και από τούτους (ενν. τους κουρμάδες) κάνουσι και ρακί και ξίδι διά την τράπεζαν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 172· από κρασί και μουδουβίνα να χωρίσει ξίδι κρασιού και ξίδι μουδουβίνας να μη πιει Πεντ. Αρ. VI 3· γ) (εδώ σε μεταφ. για να δηλωθεί η αχαριστία· πβ. εκκλ. αντί του μάννα χολή, αντί του ύδατος όξος): διατί <ε>σάς ετάγισε στην έρημον το μάννα,| εσείς χολήν τού εδώκετε, ξίδια συγκερασμένα Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 58· δ) (προκ. να δηλωθεί ξινίλα του στομαχιού): Προς όταν ο άνθρωπος ερεύγεται ωσάν οξίδιν Σταφ., Ιατροσ. 16463. 2) Κρασί ξινισμένο, κακής ποιότητας: εκείνοι να κοτσώνουσιν το χιώτικον εις κόρον,| ο δ’ εδικός μου ο στόμαχος να πάσχει από το ξίδιν Προδρ. III 261 χφ g κριτ. υπ.· ουδέ συμφθάνει ο ταπεινός …| … το κρασοβόλιν του οξίδιν να πληρώσει Προδρ. III 221 χφ C κριτ. υπ.
ολημερίς,- επίρρ., Χρον. Μορ. P 3664, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 387 κριτ. υπ., Νεκρ. βασιλ. 10, Δεφ., Λόγ. 348, Τριβ., Ρε 61, Αχέλ. 2088, Αιτωλ., Μύθ. 774, Πιστ. βοσκ. II 4, 63, Ευγέν. 406, 887, Διήγ. ωραιότ. 694, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [1042], Μαρκάδ. 351, Διακρούσ. 7917· ολημερί, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2088· ολημερνίς, Γύπ. Πρόλ. Διός 64, Πανώρ. Β́ 162, Δ́ 26, 29, 36, 227, 431, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 296, Β́ 330, 350, Κατζ. Ά́ 256, Βοσκοπ.2 361, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 963, Γ́ 654, Δ́ 885, 1112, Έ́ 1492, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 64, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 84, 333, Πρόλ. άγν. κωμ. 5, Ζήν. Δ́ 8, Τζάνε, Κρ. πόλ. 21115, 30117, 43322, 4418, 51419, 52014, 53126, κ.π.α.· ολομερίς, Διήγ. πανωφ. 57.
Από το επίρρ. ολημέρα και την κατάλ. ‑ίς κοιτά το νωρίς (Ανδρ., Λεξ.). Ο τ. ολημερνίς από επίδρ. του επιρρ. ολημερ(ι)νώς, κ.τ.ό. (Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 225· βλ. και Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 641])· απ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Αφ. 120, Πρόλ. 75, στο Ρούσμ.-Σαβ. (Πρωτοπ. -Μπουμπ.) Κμ. Β́ 78, 82, Γ́ 218, 224, κ.α., στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 207 και Ϛ́ 178 στη λ., Κοντοσόπ., Γλωσσογεωγρ. κρητ. 74 και Πασπ., Γλωσσ. 264). Ο τ. ολομερίς και σήμ. στην Κύπρο (Φαρμακ., Γλωσσάρ. 330), όπου και τ. ουλημερίς (Σακ., Κυπρ. Β́ 706 και Παναρέτου, Κυπρ. Σπ. 8, 1944, 81). Τ. ουλημερνίς στα Poèm. hist. 272186, 288438 και σήμ. ιδιωμ. (Κοντοσόπ., Γλωσσογεωγρ. κρητ. 74 και Κοντοσόπ., ΛΔ 14, 1982, 112). Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 207, Πιτυκάκης, Αμάλθ. 10, τεύχ. 40, 1979, 240) και την Κύπρο (Παναρέτου, Κυπρ. Σπ. 8, 1944, 81, Rosenthal-Kamarinea, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ Γ́ 480).
α) Όλη τη μέρα: Ένας, παιδί μου, οπ’ αγαπά ολημερνίς συχνιάζει| και να θωρεί ταχιά κι αργά την κόρη δε σκολάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1481· άρχισεν να κάμει σεισμούς και κάνοντας ολημερίς εθαυμάζαμεν και πάλιν ξημερώνοντας η Κυριακή δεν έπαυαν Διήγ. πανωφ. 55· Ελπίδα κάνει τσι γεωργούς κι ολημερνίς δουλεύγου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 283· όσοι καθέζονται αργοί ολημερνίς είναι ασθενείς τον περισσότερον καιρόν και ζούσιν ολίγους χρόνους Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 175· β) (συνεκδ.) κάθε μέρα, όλο τον καιρό: Δεν ξεύρεις τα συγχύσματα τσ’ όχθρητες οπού ανάφτου| στη χώρα ετούτη ολημερνίς και ουδεποσώς δεν παύτου; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 116· Ω! κακομοίρα μου καρδιά, είντα φωτιά σ’ επιάσε| και δεν μπορείς να γιατρευτείς, μα ολημερνίς χαλάσαι με τόση μάνητα Τούρκων Τζάνε, Κρ. πόλ. 4334· πόσες συχνιές μαλιές συναφορμά σας| γροικούνται ολημερνίς στην οικουμένη! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 378· εκφρ. ολημερνίς κι οληνυκτίς ή οληνυκτίς κι ολημερνίς ή ολονυκτίς κι ολομερίς = συνέχεια: Την χώρα όλη έβλεπες ωσάν καμίνι ν’ άφτει| ολημερνίς και οληνυκτίς ποτέ να μηδέν παύτει Τζάνε, Κρ. πόλ. 15227· ολημερνίς κι οληνυκτίς αναπαημό δεν έχει| κι εκείνην οπού αγάπησε με προθυμιά ξετρέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 621· οληνυκτίς κι ολημερνίς οι άλλοι επολεμούσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4552· Ολονυκτίς κι ολομερίς εκείνος επολέμα Τζάνε, Κρ. πόλ. 19722.
ολιγαίνω,- Απόκοπ.2 58, Πορτολ. A 507, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 827, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 192· ’λιγαίνω, Φαλιέρ., Θρ. 92, 123, Πικατ. 220, Αχέλ. 2023, Πανώρ. Ά́ 218, 229, 232, Β́ 338, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 436, Β́ 14, Δ́ 152, 271, Έ́ 507, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 137, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 18, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 181, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. β́ [9], Τζάνε, Κρ. πόλ. 3677, 4525, 51123, 51714, 5419, 5424· ’λλιαίνω, Θρ. Κύπρ. M 741· ολλιγαίνω, Μαχ. 4266.
Από το επίθ. ολίγος και την κατάλ. ‑αίνω. Ο τ. ’λιγαίνω στο Ρούσμ.-Σαβ. (Πρωτοπ. -Μπουμπ.) Κμ. Έ́ 21, στο Δαβίδ 284, 357, στο Βλάχ. (λ. ληγαίνω και λιγαίνω) και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ́ 87 και Σπυριδ., Κρητικά 1, 1930, 193). Ο τ. ’λλιαίνω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 637, Λουκά, Γλωσσάρ. 283, όπου βλ. και για το σχηματ. του, λ. λλίος). Ο τ. ολλιγαίνω στο Du Cange (λ. ολλίγος). Λ. ολλιγάνειν στο Meursius. Η λ. στο Poèm. hist. 278256 και στο Βλάχ.
Ά́ Αμτβ. 1) Ελαττώνομαι, λιγοστεύω α) (προκ. για αριθμό ή ποσότητα): οι Τούρκοι επληθαίνασιν κι οι Φράγκοι ελιγαίναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4554· Χριστιανοί επέφτανε κάθ’ ώρα κι αποθαίναν| απού τα βόλια τα πολλά, κι οι τέχνες ελιγαίναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 15516· Ω πλήσια κακορίζικοι και γιάντα δε θωρούσι| τσι μέρες πως ’λιγαίνουσι, τσι χρόνους πως περνούσι! Ερωφ. Πρόλ. 74· επληθύνασιν οι πόνοι, ουδέ ’λιγάνα Φαλιέρ., Θρ. 108· (ειδικά): δεν ελίγανεν η χάρις της Παρθένου Μαρίας Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 397· β) (προκ. για το βάθος ή τη στάθμη της θάλασσας): έχεις φούντον οργίες ιζ́ ώστε να κοστάρεις το ακρωτηράκιν και τότε ολιγαίνει ο φούντος Πορτολ. A 507· βάρκες πολλές επνίγησαν μπαίνοντας στο Μαντράκι,| πληθαίνοντας το πέλαγος κι ελίγαινε δαμάκι Τζάνε, Κρ. πόλ. 33324· γ) (με υποκ. τις λ. φως, λαλιά): δεν έχουσιν (ενν. τα γερατειά) αποκοτιά, το φως τως ολιγαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 827· το πνεύμα μου εταράχτηκε, την αναπνιά μου εχάσα| κι αληθινά κι επίστεψα πως πέφτω αποθαμένη,| γιατί το φως μου ελίγανε γροικώντας του η καημένη Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 176· αναχασκίζω κι η λαλιά χάνεται και ’λιγαίνει| κι η γλώσσα μου βουβαίνεται Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 391. δ) (προκ. για ένταση αισθήματος) καταπραΰνομαι, απαλύνω: εφαίνουντό του (ενν. του Ρωτόκριτου) τα τειχιά ανάπαψη του δίδα (παραλ. 1 στ.) κι ο πόνος του κι η πείραξη του εφαίνετο ’λιγαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1071· απήτις από του γιαλού τον τράφο θέλει βγάλει (ενν. η ολπίδα του ναύτη)| το ροδοστολισμένο τση και το χρυσό κεφάλι,| τότες αρχίζει ο φόβος του κι η γέγνοια να ’λιγαίνει Στάθ. (Martini) Ά́ 9· σε μεγάλες δυσκολίες και πείραξες εμπήκε (ενν. ο νους μου)| κι η πεθυμιά μου επλήθυνεν, αμ’ όχι να ’λιγάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 513. 2) α) (Προκ. για μέγεθος) μικραίνω: Εκεί ηυρίσκονταν δενδρά, εις ώρας έξ αυξαίνουν·| σαν επατούσαν οι επτά, αρχίζαν να ’λιγαίνουν Αλεξ. 1606· από την χάριν του Θεού αυξάνου (ενν. τα βλασταράκια), ουδέ ’λιγαίνου Χούμνου, Κοσμογ. 401·· β) (προκ. για διάρκεια) συντομεύω: ’λιγαίνει και κοντεύγεται το μάκρος τση ζωής τως Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 830· γ) (προκ. για κερί) λειώνω: ήφτε ημέρα και νύκτα και ποτέ δεν έσβηνε και δεν ελίγαινε, ουδέ εχαλάτονε το κερί Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 446·· (σε μεταφ.): Ολημερνίς κι οληνυκτίς να κλαίγει (παραλ. 1 στ.), σαν το κερί ελίγαινε, όνταν άφτει Βοσκοπ.2 363· μα’γώ ’λιγαίνω σαν κερί καίγοντας κι όλη λειώνω| και δεν μπορώ τα βάσανα, τσι χαλασμούς οπού ’χω Τζάνε, Κρ. πόλ. 4604. 3) α) Εξασθενώ, χάνω τις δυνάμεις μου, λιγοθυμώ: οΐμένα, πώς ’λιγαίνω;| Εχάθηκε το αίμα μου κι όλος αποκρυγαίνω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 175· β) (με υποκ. τις λ. καρδιά, δύναμη, πνοή, κλπ.): Φοβούμαι δυνατά, πολλά τρομάσσω,| κι όλη γροικώ η καρδιά μου και ’λιγαίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. ά́ 641· τα σωθικά μου σφάζουνται, ’λιγαίνει η ψυχή μου Μαρκάδ. 377· Η εμιλιά του εχάθηκεν, ελίγανε η πνοή του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 939· μηδέ να το κουνήσω (ενν. το χαράκι)| μπορώ ... (παραλ. 1 στ.)· τάχατες μέσα εδώ ’ναι ο κόσμος όλος| ή μένα μου ’λιγάνα οι δύναμές μου; Πιστ. βοσκ. III 9, 64· ’λιγαίνει η ζέστη η φυσική και σβήνει τη ζωή του Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 28. 4) (Προκ. για την ημέρα) πλησιάζω προς το τέλος μου: η μέρα πάντ’ ολίγαινεν κι εσίμωνεν η νύκτα Απόκοπ.2 58. Β́ Μτβ. 1) Κάνω κ. να ελαττωθεί, να μειωθεί α) (προκ. για αριθμό προσώπων, κλπ.): για να’ναι αγάπη πάντοτες κι ο κόσμος να πληθαίνει| κι ο θάνατος να μη μπορεί τσ’ ανθρώπους να ’λιγαίνει Πανώρ. Έ́ 36· Πάθη ποτέ και κλάηματα, Αλέξη, δε μπορούσι| βάσανα να ’λιγάνουσι, μάλλιος αυτά γεννούσι| πλιότερα βάρη στην καρδιά Πανώρ. Ά́ 226· β) (εδώ σε συνεκδ.): οι Γενουβήσοι ... εθέλα ν’ αφεντέψουν τον τόπον και επλημελούσαν να ολλιγάνουν τον τόπον Μαχ. 4266·· γ) (προκ. για ποσότητα): πρέπει να κάμνεις οπτόν το παχύ κρέας, ότι το πυρ ολιγαίνει το πάχος του Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 192. 2) (Προκ. για ένταση συναισθήματος) απαλύνω κ. (δυσάρεστο), καταπραΰνω: Για να μπορέσεις μετ’ αυτά (ενν. τα φιλιά), μέρος να μου ’λιγάνεις| την πίκραν του θανάτου μου και να μου την γλυκάνεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [817]. 3) (Με αντικ. τις λ. καρδιά, δύναμη) κάνω να εξασθενήσει: Μιαν εμιλιά γροικώ τριγύρου-γύρου| μουρμουριστή και μπαίνει από τ’ αφτιά μου| και μέσα μου ’λιγαίνει την καρδιά μου Πιστ. βοσκ. I 2, 50· τα τόσα γερατειά την όρεξη μαργώνου,| τη δύναμη ’λιγαίνουσι, το φόβο δυναμώνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 824.
ολίγωσις- η, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 142· ’λίγωσις.
Από το μτγν. ολιγόω. Ο τ. στο Βλάχ. (λ. λήγωσις) και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 40, λ. ’λίγωσι και Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ. Ά́ 550, λ. λίγωση). Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex.).
1) Αδυναμία, εξασθένηση: Εις ολίγωσιν (ενν. ιέρακος). Μυελόν κριαρίου ξεστόν αυτῴ δώσεις φαγείν και ισχύσει Ορνεοσ. αγρ. 56716· Εις ολιγωσιν, ήτοι πτωχείαν. Ει ιέραξ σχει ολίγωσιν, ούτως αυτόν νοήσεις· όταν ίδεις αυτόν εκτινάσσοντα υπό ατονίας και βραδέως, γνώθι ότι από πείνης είη Ορνεοσ. αγρ. 5267,8. 2) Ελάττωση, μείωση, λιγόστεμα· (προκ. για τη σελήνη) χάση, η περίοδος της βαθμιαίας ελάττωσης: Εις την ’λίγωσιν της σελήνης έπαρον αβγόν νωπόν και βάλε το εις βλαττί πουκόπουλον Ιατροσ. 8211· όταν φυτεύεις δένδρον, κάμνει χρεία να είναι το φεγγάρι υποκάτω της γης και ... εάν το φυτεύσεις, όταν αυξάνει η σελήνη, ήγουν γέμωσιν, αυξαίνει ογλήγορα. Ειδέ και φυτεύσεις το ’λίγωσιν, γίνεται ευφορότερον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 150.
ομφάκιον- το.
Η λ. στον Ιπποκράτη. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex.).
Λάδι παρασκευασμένο από άγουρο καρπό ελιάς: Το αγγουρόλαδον είναι πλέον λεπτότερον και δεν βλάπτει τον λαιμόν και εις τες αλοιφές και έμπλαστρα χρησιμότερον. Τούτο το κράζουν ομφάκιον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 190.
όξινος,- επίθ., Σταφ., Ιατροσ. 4110, 16457, Προδρ. (Eideneier) IV 349, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 434· ξινός, Περί διαίτης 21, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 214.
Το μτγν. επίθ. όξινος (L-S, λ. όξινης). Ο τ. στο Du Cange (λ. ξυνός) και σήμ.· βλ. και Meursius, λ. ξυνόν. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex. στη λ.). Η λ. και σήμ.
1) Ξινός: Όξινον δίδε από του νυν κρασίν τον Ιλαριώνα Προδρ. (Eideneier) IV 506· ας τρώγει ... και κυδώνια άωρα ... και ροΐδια όξινα Σταφ., Ιατροσ. 5114. 2) (Μεταφ.) αυστηρός: παράγγελλε τούτο με γράμμα και με λόγον καμπόσον ξινόν και της συμβίου σου Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 6025 (Ελλην. 8, 1935, 146).
οπισινός,- επίθ.· πισινός, Μπερτόλδος 47.
Από το επίρρ. οπίσω και την κατάλ. ‑ινός. Ο τ. και σήμ. Η λ. στο Βλάχ.
1) Που βρίσκεται στο πίσω μέρος: τα έμπροσθεν τετάρτια (ενν. του μουνουχαρικού) κάμνε μαγερευτά και τα οπισινά οπτά Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 194. 2) Προηγούμενος: μη γυρίζεις οπίσω, και πάγαινε, μη ως ει είρηκεν «στέκε» να στρέφεσαι να θεωρείς τα οπισινά σου ζάλα (ως η γυνή του Λωτ), ότι έμπλεα αμαρτίας Lucar, Sermons 60. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = 1) α) το πίσω μέρος ενός πράγματος: κρέμασμα οπού περσεύγει εις τα βηλάρια της τέντας, το μισό βηλάρι οπού περσεύγει να κρεμάσεις ιπί οπισινά τού μίσκαν Πεντ. Εξ. XXVI 12· β) (προκ. για άνθρωπο) τα νώτα: να βγάλω την απαλάμη μου και να ιδείς τα πισινά μου, και τα πρόσωπά μου να μη φανούν Πεντ. Εξ. XXXIII 23. 2) (Έναρθρ., με επιρρ. σημασ.) προς τα πίσω: έως την ώραν φαίνεται πως η Γαρίδα περπατεί τα πισινά και η Καβουρία από την μεριάν Μπερτόλδος 47.
οππιλατζιόν- η.
Το ιταλ. oppilazione.
Δυσκοιλιότητα: Πρήσκει (ενν. ο μούστος) την σπλήναν, κάμνει πάθος εις το σηκώτι, όθεν όσοι έχουσιν οππιλατζιόν μη τον πίνουσι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 190.
οπτός,- επίθ., Προδρ. (Eideneier) III 129 χφφ ΜΚ κριτ. υπ., Διγ. Z 4048, Χούμνου, Κοσμογ. 2425, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 192· οφτός, Προδρ. (Eideneier) III 129 χφ Ρ κριτ. υπ., Στάθ. (Martini) Γ΄ 213, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 319, Δ΄ 400.
Το αρχ. επίθ. οπτός. Ο τ. στο Βλάχ. (όπου και τ. εφθός) και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ., Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 433, Σακ., Κυπρ. Β΄ 706, Λουκά, Γλωσσάρ. 352).
Ψητός: Μαχ. 5442· κρυόν αρνίν οφτό Βοσκοπ.2 194· Σ’ ένα περβόλι ευρίσκομου, ’ς μια τάβλα μαρμαρένια| με φαγητά πολλώ λογιών …·| οφτά ’χε και μαγερευτά Κατζ. Γ΄ 547. Το ουδ. ως ουσ. = το ψητό κρέας: οι μεν μάγειροι έφερναν καθημέραν τα οπτά και έφερνάν τα οι δομέστικοι εις την τράπεζαν Διγ. Άνδρ. 40228.
οπωρικός,- επίθ., Σταφ., Ιατροσ. 495, 113, Λίβ. N 3364, 3365, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1345, Περί γέρ. 35· ’πωρικός, Ασσίζ. 2411, Πωρικ. (Winterwerb) 139 τίτλος κριτ. υπ., Gesprächb. 5113, Λίβ. Esc. 3944, Περί διαίτης 4828, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XII 55, Θησ. ΙΑ΄ [768], Χούμνου, Κοσμογ. 2541, Αλεξ. 1567, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.) 238, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ μετά στ. 174, Πανώρ. Πρόλ. 28, Β΄ 472, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 41, Πιστ. βοσκ. 24, 52, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 179, Στάθ. (Martini) Α΄ 234, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 46, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [427], [881-89], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 52, Διγ. O 2422, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23528, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 133, κ.α.· ’πωρ’κός, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 403v· υπωρικός, Λίβ. Sc. 2791.
Το μτγν. επίθ. οπωρικός. Το ουδ. ’πωρικό(ν) (για το σχηματισμό του οποίου βλ. Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 220) στο Βλάχ. (λ. πωρικά) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οπωρικόν, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 212, λ. πωρικά, Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 58, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Το ουδ. υπωρικόν (για την προέλ. του οποίου βλ. Καψ., ΕΕΦΣΠΘ 7, 1957, 332) στο ποντιακό ιδίωμα (τ. ιπωρ’κό, ιπουρ’κό στο Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οπωρικόν). Η λ. στο ουδ. και σήμ. ως ουσ.
Που σχετίζεται με τα οπωρικά: Ο οπωρικός λόγος Πωρικ. (Winterwerb) 139 τίτλος κριτ. υπ. Το ουδ. ως ουσ. (η χρ. ήδη τον 5. αι., βλ. Lampe, Lex. στη λ.) = 1) α) Καρπός, φρούτο: έπεσε … χιόνι … και εκαγήκανε τα δεντρά, οπού δεν εύρισκεν τις ’πωρικό, ούτε λεμόνι ούτε νεράτζι ούτε άλλο τίποτας Byz. Kleinchron. A΄ 51242· εβαρέθη (ενν. ο Σελήμ) να τρέφεται από μόνα τα άγρια ’πωρικά των αγρίων δένδρων Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 356· πάσα δεντρό πληθαίνει και ξαπλώνει,| κι αθούς και ’πωρικά μασε χαρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. α΄ 610· (γενικά): τότες, όντεν η γης με δίχως κόπο (παραλ. 1 στ.) τα ’πωρικά τση εγέννα ’ς κάθα τόπο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. β΄ 472· β) (μεταφ.) ανθεί του πόθου το κλαδίν και το δενδρόν του πόνου,| τρυγώ εκ του πόνου τον καρπόν, οπωρικά καρδίας Λίβ. P 2511· Παιδί χαριτωμένο που μικράκι| τόσα, ’ς τσι χρόνους βρίσκεις τσ’ άγγουρούς σου| μεστό το ’πωρικό του ριζικού σου Πιστ. βοσκ. I 2, 132· ξεύρε και όποιος| παράκαιρα μαζώνει φρονιμάδα| πάντ’ έχει μεστωμένον| το ’πωρικό μαζί του της λωλάγρας Πιστ. βοσκ. IV 8, 105· (σε προσφών.): ω ’πωρικό μου αχόρταγο και της καρδιάς μου τ’ άθος Φαλιέρ., Ιστ.2 509. 2) (Ειδικά) είδος σταφυλιού (Για το πράγμα βλ. Κωστούλα [Αγαπ., Γεωπον. σ. 316], Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.): Το κορίχι, το ’πωρικόν και άλλα σταφύλια όμοια τούτων βασταγερά, οπού δεν σαπίζουν ογλήγορα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 162. 3) (Μεταφ.) αποτέλεσμα: Φίλος για φίλον είδαμε να πέσει ν’ αποθάνει| κι ετούτα ’ναι τα ’πωρικά οπού η αγάπη κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1264· Τούτα ’ν’ τσ’ αγάπης ’πωρικά, τούτα ’ν’ του πόθου οδύνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 717.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το· δι’ αδραγάντε, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 9236· δραγάντε, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 268.