Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- οργίζω,
- Σπαν. A 385, Καλλίμ. 2072, Ιων. IV1, Ασσίζ. 7416‑17, Διγ. Z 2354, Πόλ. Τρωάδ. 241, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 157, Απολλών. 76, Λίβ. P 1189, Λίβ. Sc. 974, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1077, Χρον. Τόκκων 1194, Μαχ. 5020, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 67, Θησ. Γ΄ [438], Ch. pop. 78, Χούμνου, Κοσμογ. 1082, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 818, Byz. Kleinchron. A΄ 9524, Αλεξ. 2750, Έκθ. χρον. 317, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1357], Σκλάβ. 198, Τριβ., Ταγιαπ. 158, Πεντ. Γέν. XXXI 35, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 177v, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 457, Πανώρ. Β΄ 395, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 245, Πιστ. βοσκ. I 3, 26, Σταυριν. 32, Διγ. Άνδρ. 36415, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 948, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ΄ 243, Μαρκάδ. 446, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4579, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ε΄ 22· αόρ. εργίστην, Ιων. IV 9, Διγ. O 815.
Το αρχ. οργίζω. Τ. ορκίζομαι και σήμ. στην Κύπρο (Βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ 703). Το μέσ. οργίζομαι και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Προκαλώ το θυμό κάπ., εξοργίζω κάπ.: Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [180]. 2) Εκδηλώνω την οργή μου εναντίον κάπ., τιμωρώ: ο δε οργιζόμενος υπό του κυρίου αυτού θεωρεί (ενν. κατ’ όναρ) φυλακάς και μάστιγας Μάρκ., Βουλκ. 35025· τινά (ενν. σώματα) πολλάκις οργιζόμενα παρά αυθεντών Μάρκ., Βουλκ. 35018. IΙ. Μέσ. Α´ Μτβ. 1) Θυμώνω, οργίζομαι εναντίον κάπ.: Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 79· (με γεν. ή αιτιατ. προσ.): όταν ο Θεός οργισθεί ενός λαού διά τες αμαρτίες τους, τότε και εκείνα χάνουν την χάριν οπού είχαν Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 24· παρακαλώ σε, μηδέν μου οργισθείς εις κανέναν λόγον απού να πω άπρεπον Μαχ. 2548· επειδή ούτω επαρέβη την εντολήν του Θεού, ο Θεός πολλά τούς οργίσθη και θάνατον εις αυτούς έδωσεν Βησσαρ., Διαθ. 236127· Άδικον έχουσι πολύ να με καταφρονούσι,| μα εγώ δεν τους οργίζομαι ό,τι κι α θενα πούσι Στάθ. (Martini) Πρόλ. 10· (εδώ και με σύστ. αντικ.): οργίσθην του (ενν. ο Κύριος) όργηταν πολλήν διά την ’δωλολατρίαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2135. 2) Εκδηλώνω την οργή μου εναντίον κάπ., τιμωρώ: διά τούτο εχόλιασεν ο Θεός κι η υπεραγία Θεοτόκος| κι έδωκε νίκος των Φραγκών και των Ρωμαίων οργίστη Χρον. Μορ. H 4802· ώσπερ αυτός οργίζεται τους χριστιανούς καθ’ εκάστην έτσι και ο Χριστός θέλει οργισθεί αυτόν αιωνίως Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 369v. 3) Αποστρέφομαι, αποφεύγω κάπ. ή κ.: εμαύρισεν η γιόψη μου, τα μάτια μου ετσιμπλιάσα| κι οι κορασές μ’ οργίζουνται και δε μπορά με δούσι| και τσ’ ασκημιές μου τσι πολλές φεύγουσι και μισούσι Πανώρ. Δ΄ 15· την νύκταν οπού περπατεί ως διά κακόν γυρίζει| πάσα καλός τού οργίζεται κι εις μιαν αποχωρίζει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 59· οργίσου των των αζαριών από τον νουν σου ας έβγουν,| ότι οπού τα αγαπούν αυτά τες ατυχιές δουλεύγουν Σαχλ. N 110. 4) Mισώ, απεχθάνομαι: να ’ργίζεσαι και ν’ αγαπάς, να δίδεις και να παίρνεις Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 83· οργίζουνταί τον (ενν. τον πλούσιον) πάντες| και φανερά δεν έχουσι φίλον καλόν οι πλούσιοι Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 147. 5) Καταριέμαι: Τοτ’ ο Θεός σαν τ’ άκουσε, εκαταράστηκέ την (ενν. την αχελώνα),| πολλά το εβαρέθηκεν, ευθύς οργίστηκέ την| και είπε την να το κρατεί το σπίτι της μαζί της Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 10414· μας οργίστη (ενν. ο Θεός) διά να καταφρονεθούμεν από τους κατωτέρους μας, ως έγινε κιόλας Σουμμ., Ρεμπελ. 1667. Β´ Αμτβ. 1) α) Καταλαμβάνομαι από οργή, θυμό: Βίος Αλ. 937, Ιστ. πατρ. 1383, Θρ. Κων/π. B 95, Χούμνου, Κοσμογ. 867· (με τις προθ. εις, επί, απάνου και αιτ.): Κόντος πολλά χολομανεί, οργίζεται εις αύτους Χρον. Τόκκων 659· οργίστην ο Μωσέ ιπί τους αναγραμμένους του φουσσάτου Πεντ. Αρ. XXXI 14· οργίστην ο Κύριος απάνου σας να ξαλείψει εσάς Πεντ. Δευτ. IX 19· β) (ως απρόσ. με γεν. προσ.): οργίστην τον Κάιν πολλά και έπεσαν τα πρόσωπά του Πεντ. Γέν. IV 5· οργίστην του Μωσέ πολλά Πεντ. Αρ. XVI 15. Φρ. οργίζεται ο θυμός μου = εξάπτεται ο θυμός μου, οργίζομαι: θυμός του Κύριου οργίστην εις το λαό και έδειρεν ο Κύριος εις το λαό δαρμό πολύ πολλά Πεντ. Αρ. XI 33· οργίστην ο θυμός του Ιαακώβ εις τη Ραχέλ Πεντ. Γέν. XXX 2. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = 1) Κακομοίρης, δύστυχος, ταλαίπωρος: επήδα (ενν. ο γάδαρος) και εχόρευε ’κ τον πόνον ο καημένος,| το τι να κάμει δεν είχε ποσώς ο οργισμένος Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1146· απ’ αύτους όλοι έρχονταν εκείνοι οργισμένοι,| οπού τους επιάσασι στον πόλεμον για σκλάβους Θησ. Β΄ [913]. 2) Καταραμένος: «Απέχετ’, οργισμένοι| από την χάριν του θεού, εσείς καταραμένοι» Ρίμ. θαν. 101· Τέτοια ’ντροπήν επάθασιν οι Τούρκ’ οι οργισμένοι Σταυριν. 413· ως ειδε ο Χαμ τον κύρην του κι ήτονε μεθυσμένος (παραλ. 2 στ.), ενέπαιζεν κι εγέλα τον, το τέκνον τ’ οργισμένον Χούμνου, Κοσμογ. 544· Στες χώρες τούτες άλθομεν και τόπον, οργισμένον| σ’ αυτόν τον πονηρόν λαόν και τον κριματισμένον Χούμνου, Κοσμογ. 1115· (υβριστ.): στην φυλακήν επέσωσεν η κούρβα η οργισμένη| εμπήκεν και εκάθησε σιμά μου σαν ’γουμένη Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 663.
ορδινιάζω,- Ασσίζ. 9412, Συναξ. γαδ. (Pochert) 305, Αχιλλ. L 222, Μαχ. 2623, 9220, 10637, Θησ. Ζ΄ [1014], IB΄ [803], Χούμνου, Κοσμογ. 685, 1236, Βουστρ. 418, 427, Αλεξ. 461, Κορων., Μπούας 27, 141, Πεντ. Γέν. XIV 8, Λευιτ. I 7, Αχέλ. 49, 119, Κατζ. Β΄ 131, Ε΄ 250 Βοσκοπ.2 195, Σταυριν. 705, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2282, Δ΄ 1943, Θυσ.2 515, 764, Ευγέν. 1474, Στάθ. (Martini) Α΄ 51, Γ΄ 86, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 51, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1167], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 535, 776, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 119, Ε΄ 33, 61, Λεηλ. Παροικ. 161, Διγ. O 213, 949, Τζάνε, Κρ. πόλ. 21523, 23723, 53416, κ.π.α.· αρδινιάζω, Φαλιέρ., Ιστ.2 132 κριτ. υπ., Χούμνου, Κοσμογ. 2311, Αλεξ. 16, 1703, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1205], Κορων., Μπούας 87, Ευγέν. 1032, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 120, Ε΄ 209, Διγ. O 478, 785, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19019, 45321, 4774, κ.α.· αρδουνιάζω, Χούμνου, Κοσμογ. 461 κριτ, υπ., 1295 κριτ. υπ., 1777 κριτ. υπ., 2311 κριτ. υπ.· ορδενιάζω, Byz. Kleinchron. A΄ 21110· ορδουνιάζω, Χούμνου, Κοσμογ. 685 κριτ. υπ., 738 κριτ. υπ., 795 κριτ. υπ., 948 κριτ. υπ., 1224 κριτ. υπ., 1236 κριτ. υπ., 1244 κριτ. υπ., 2447 κριτ. υπ.· οροδινιάζω, Άλ. Κύπρ. 390· παρατ. ερδίνιαζα, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 435· αόρ. ερδίνιασα / ερδινιάστηκα, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399, 401, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 4620, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 390.
Από το ουσ. όρδινος (<λατ. ordo, ‑inis) και την κατάλ. ‑ιάζω· βλ. όμως και Triand., Lehnw. 123. Ο τ. ορδενιάζω σε έγγρ. του 17. αι. (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 64). Τ. (ε)ρdινιάζω σήμ. στη Ρόδο και τη Χάλκη (Τσοπ., Ροδιακά 149), όπου και τ. ορτινιάζω (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 455). Τ. ορντινιάζω σε ελληνο-εβραϊκά τραγούδια των Ιωαννίνων (Schwartz-Athanassakis, MGSY 3, 1987, 198). Η λ. στο Meursius (λ. —ειν), σε έγγρ. του 16.-17. αι. (Manouss., Θησαυρ. 13, 1976, 37, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 252, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 445, κ.α.) και σήμ. ιδιωμ. (Γιαννουλέλλης, Ιδιωμ. λ. δάν. 82, Κουκ., Ευστ. Γραμμ. 79, Meyer, NS III 50, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 183, λ. ‑ομαι).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Τοποθετώ στη σειρά, στοιχίζω, αραδιάζω: Στάρια πολλά περμάζωξεν, αλώνευτα ορδινιάζει| και μαγατζάδες έκτισε, σ’ αυτούνους τα σοδιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 1777· έχτισεν εκεί ο Αβραάμ το θεσιαστήρι και ορδίνιασεν τα ξύλα Πεντ. Γέν. XXII 9· β) φέρνω στο ίδιο επίπεδο, εξισώνω: αδειάζουν τάβλες και βουτσά κι όλη τη γη εσιάσαν| και με τα παραχάντακα τρίγυρα τ’ αρδινιάσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 30314. 2) α) Τακτοποιώ, συγυρίζω, ευτρεπίζω: ορδινιάζει το οσπίτιν της και το κραβάτι στρώνει Σπαν. (Ζώρ.) V 594· να βάλω ν’ αρδινιάσουσι εκείνο το παλάτι Σταυριν. 1072· επίασε τότε να τα σιάζει,| τους τόπους, τα μελίσσια να τα ορδινιάζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 856· β) διαμορφώνω, διευθετώ (ένα χώρο): έναν όμορφο περβόλι ν’ ορδινιάσω Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 52· τάφον ορδίνιασ’ έμορφον, μέσα να μ’ αναπάψεις Αλεξ. 1388· γ) στολίζω, διακοσμώ: όλη η αυλή να είναι στολισμένη και ορδινιασμένη με μεταξωτά και χρυσά ρούχα Μπερτόλδος 30· ήτον η γη με το ψηφίν εύμορφ’ ορδινιασμένη Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 443. 3) Κάνω (κάπ. ή κ.) έτοιμο (για κ.), ετοιμάζω, προετοιμάζω: Ορδίνιασέ το γλήγορα, ντύσε το να κινήσει Θυσ.2 405· τα ξύλα τσ’ ολοκάρπωσης, την ’στίαν ορδινιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 1244· ο μάστορας οπού ’ξερε τη μίνα ν’ αρδινιάσει| και να τρυπήσει το τειχιό κι όλο να το χαλάσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 48825. 4) α) Εφοδιάζω, εξοπλίζω· οργανώνω: Πριν να μισεύσει ορδίνιασε τόσα πολλά σπιτάλια| να κυβερνούν τους ασθενείς σαν πρέπ’ αγάλι’ αγάλια Άλ. Κύπρ. 1568· οι Τούρκοι απού τα Χανιά βγαίνουσι κι ορδινιάζουν| ένα φορτί αντίπερα και σέρνου κι ανεβάζου| λουμπάρδες και του βάνουσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 4899· δεν ημπόρεσεν να τους νικήσει, διότι ήτον το ταμπόρι τους υπέρκαλα ορδινιασμένο Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 23r· β) συγκροτώ (στρατιωτικό σώμα): ήλθα στην αυθεντία σου φουσσάτο ν’ αρδινιάσω,| χιλιάδες δέκα στρατηγούς, να πα να τονε πιάσω Αλεξ. 983. 5) Ετοιμάζω, παρασκευάζω· παραθέτω (γεύμα): Κάνομεν μην να την ορδινιάσουν (ενν. την γιατρείαν) τώρα τώρα Μπερτόλδος 65· ο δείπνος απού ερδίνιασα, πότε θα τονε φάμε; Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 390· τράπεζα ορδίνιασεν βασιλική Διγ. O 2163· (με σύστ. αντικ.): να φέρεις το τραπέζι και να ορδινιάσεις το ορδίνιασμά του Πεντ. Έξ. XL 4. 6) α) Κατασκευάζω, φτιάχνω: τον αλιφιέρη τού Μαντζά γή εκείνο του Γιλντάσου| θα βρω, δυο φελλοπάπουτσα να πα να μ’ ορδινιάσου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 46· τα ρούχα τση να πιάσει,| να πάτε στση μαστόρισσας, να δει να τα ορδινιάσει| καθώς τα ζάρου και φορού τη σήμερον ημέρα Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 500· β) επινοώ, εφευρίσκω: ορδίνιαζε (ενν. ο βασιλεύς) καινούργιους μόδους να τους βασανίζει και να τους θανατώνει (ενν. τους χριστιανούς) Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3224. 7) α) Τακτοποιώ, διευθετώ (υποθέσεις): εζήτησεν γράσαν τάρμε οκτώ μέρες διά να πάγει έσσω του να ορδινιάσει τα καμώματά του Άνθ. χαρ. 29630· Παρεκαλώ σε, Χάρο, κάμε μου μία χάρη: έλα να πάμε εις το σπίτι μου, να σταθείς ν’ αρδινιάσω τα παιδιά μου, το σπίτι μου, καταπώς έναι η τάξη, κι απεκεί με έπαρε Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 30· Εισέ καιρόν μιας βδομαδός όλα τα ορδινιάσαν| και παλληκάρια δυνατά ’κοσπέντε ετοιμάσαν Μαρκάδ. 275· β) (με διαθήκη): όπως διά της τούτου γραφής διαθήσομαι και ορδινιάσω είτι άρα έχω και εξουσιάζω Διαθ. Πασχαλίγ. 78· τυχαίνει καθαένας να το λογιάζει διά να ορδινιάζει την ψυχήν και το πράμαν του διά αποθάνοντός του καθώς είναι η γιόρεξίν του Διαθ. 17. αι. 15. 8) Κανονίζω, ρυθμίζω: Ο λέων τον γαΐδαρον είπε να τους μοιράσει,| του καθενού το μερτικόν εκείνος ν’ αρδινιάσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 378· τα πράγματα δεν γίνονται καθώς ημείς θέλομεν, αλλά καθώς τα ορδινιάζει η πρόνοια Χίκα, Μονωδ. 174. 9) α) Σχεδιάζω, οργανώνω, κανονίζω: να βρει μόδο κιανένα| να ’χε ξηλώσει τη δουλειά ετούτη π’ ορδινιάζου Κατζ. Β΄ 413· ό,τι κι αν μου είπες, παρευθύς όλα εκουρμάσθηκά τα| κι ας πα να τα ορδινιάσομεν, να βάλομεν σε στράτα,| να παν να την σκοτώσουνε οι δούλοι οι εδικοί μου Ευγέν. 376· γύρω τση χώρας τα τειχιά τσι φύλαξες κοιτάζει| και τέχνες περισσότερες αρχίζει κι ορδινιάζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 47024· β) (προκ. για τελετή, γιορτή) διοργανώνω: τους γάμους ορδινιάζουν,| μικροί, μεγάλοι άρχοντες εις την χαράν κοπιάζουν Διγ. O 543· εσύ Άρτεμη άθλια … (παραλ. 1 στ.), μη τράπεζαν να καρτερείς, μηδέ φωτιά εξ εμένα (παραλ. 1 στ.), ουδέ παιγνίδια τίποτες διά σένα μη ορδινιάσω| να γίνονται διά την τιμήν της υψηλότητάς σου Θησ. (Foll.) I 61. 10) Φροντίζω, ενεργώ (ώστε να γίνει κ.): Πάλι και λάχει και έρθει μου θάνατος εις την Στίαν θέλω και ο έγγονάς μου … να ορδινιάσει να με βάλει εισέ ντεπόζιτο εις την εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου Διαθ. 17. αι. 355· πηγαίνω εις το ναό να κάμω ν’ αρδινιάσου| ’ς τόπο ψηλό και ξανοιχτό αυτόνο ν’ ανεβάσου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 143. 11) Εκτελώ, πραγματοποιώ: τ’ άλλα τά ορδίνιασε και τις να τα θυμάται| και τα καλά τά έκαμε και τις να τα ξηγάται; Γεωργηλ., Θαν. 320· Φαίνεται ο Μύρτζας άνδρας μου να είχε καμωμένα| στον κόσμον αμαρτήματα, κακά ορδινιασμένα,| να ’καμε φόνους περισσούς, πολλές παρανομίες Αιτωλ., Βοηβ. 267. 12) α) Δίνω εντολή, προστάζω (κάπ. να κάνει κ.): Ο κύρης εκατέβηκεν στο στάβλος· ορδινιάζει| τρία άλογα να στρώσουσιν Βεντράμ., Φιλ. 287· έναν της δούλον έκραξε για να τον ορδινιάσει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1214]· Ο γενεράλες κάτεργα ορδίνιασε να βγούσι| γεμάτα ανθρώπους, μπόλμπερες κι εις τα Χανιά να μπούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1597· β) ορίζω, παραγγέλλω: θέλω να σου δώσω μίαν ιατρείαν, την οποίαν ορδίνιασεν ο ιατρός να σου δώσω Μπερτολδίνος 149· γ) (σε διαθήκη) αφήνω εντολή, παραγγελία, ορίζω: να ’ναι κρατημένοι οι κομεσάριοί μου … οι οποίοι θέλω να έχου εξά να κάνου και να τελειώσου ό,τι εδώ θέλω ορδινιάσει Διαθ. 17. αι. 140· δ) συμβουλεύω, καθοδηγώ: τότε, όταν εγνώρισε ’τι έναι ώρα να σκολάσει,| αρχίνησε η ερωτική για να τον ορδινιάσει.| Και λέγει του: «Με την γνώση σου σέβα στο περιβόλι,| ’πιδέξια και φρόνιμα γιατί κοιμούνται όλοι» Τριβ., Ρε 264· τούτο ορδινιάζω σας, όλοι, μικροί μεγάλοι,| οποίος ακούσει φυλακήν, κανείς μηδέν γελάσει Σαχλ., Αφήγ. 428· ε) αποφασίζω: Θεωρώντα οι καβαλάρηδες τον θάνατον του ρε Πιερ, ορδινιάσα να βάλουν ρήγα τον σινεσκάρδον Μαχ. 5942. 13) α) Έχω (κάπ.) στις διαταγές μου· διευθύνω, ηγούμαι: τους φαμέγιους του σπιτιού εσύ τους ορδινιάζε| κι αν έναι φταίσιμον σ’ αυτούς συγκεραστά τους σάζε Δεφ., Λόγ. 321· αξαπολύθησαν και δεν είχαν καπετάνον να τους ορδινιάζει Μαχ. 19025· είπε του ο Φίλιππος: «Στρατιά καλά την σιάζεις| και όλον το φουσσάτο μου εσύ να τ’ ορδινιάζεις» Αλεξ. 252· β) διοικώ, κυβερνώ: το βασίλειο ορδίνιασε (ενν. ο Θησέας), ως επρεπε με τάξη Θησ. Β΄ [87]· του Κορνάρο έδωκε την εξουσίαν δικήν του,| για ν’ αρδινιάζει το λαό, να ’ναι στη δούλευσίν του Τζάνε, Κρ. πόλ. 49224· ελπίδαν έχω στον Θεόν, τα πάντα που κοιτάζει| και με την θείαν πρόνοιαν τον κόσμον ορδινιάζει Παλαμήδ., Βοηβ. 94· (εδώ προκ. για συναισθήματα) ελέγχω: Έχεις τον κόσμον το λοιπόν καθάρια να ’ξεικάζεις| και μετ’ αυτά τα πάθη σου με γνώση ν’ αρδινιάζεις Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 122· γ) επιβλέπω· φροντίζω, περιποιούμαι: το οποίον αμπέλι θέλει απού την σήμερον και ομπρός να το κρατεί ο ευλαβέστατος αφέντης πατέρας ο Χαλκιόπουλος … και να τ’ ορδινιάζει κάθα χρόνο, να το γοβερνάρει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1086· δεν έδιδε των ομματίων του ύπνον … διά να ορδινιάζει τόπους του Κυρίου και κατοικήσεις του Θεού Χίκα, Μονωδ. 71. 14) α) Διορίζω: διά τούτον εφάνην μας όλους αντάμα και ορδινιάσαμεν κουβερνούρην τον αδελφόν του ρηγός Μαχ. 4814· την αυτήν ημέραν ορδινιάσαν τον Νικολό τε Μοραπίτον διά βισκούντην Βουστρ. 484· β) χειροτονώ: ήρτεν ο βαχλιώτης του πάπα και έφερεν το σκιάδιν τού γαρδενάλλη και τες βούλλες διά να ορδινιάσουν τον πρωτονοτάρην γαρδενάλλην Μαχ. 67424. Β´ Αμτβ. 1) Δίνω, αφήνω εντολή: Ο αυτός ρε Πιερ ορδινίασεν και έδωκεν τα ’φίκκια του ρηγάτου τα χηράτα Μαχ. 8824· θέλει ο άνωθεν κυρ Φίμις να ορδινιάσει πρώτον διά το πράμαν του και δεύτερον διά την ψυχήν του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 608. 2) Ορίζω, καθορίζω: εμέν επαρακάλεσεν ίνα επιγράψω και να τελειώσω την παρούσαν τση και ύστερον διαθήκην, καθώς αυτείνη ορδινιάζει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 156· οπόταν πιστοί άνδρες θέλουσι καταστένεσθαι εις την κυβέρνησιν, καθώς ο άγιος Παύλος εις την προς Τιμόθεον επιστολήν ορδίνιασε Χριστ. διδασκ. 133. 3) Διοικώ, κυβερνώ: εκάθισε ο Ρωτόκριτος εις το θρονί και ορίζει.| Με φρόνεψη πορεύγεται, με γνώσην ορδινιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1505· όλοι γοι αφέντες ήτον ’κεί στον τόπο πασαένας| κι εκείνοι κι ορδινιάζανε, δεν ήλειπε κανένας Τζάνε, Κρ. πόλ. 4816. 4) Ενεργώ: καταπώς τον όρισεν, αυτούνος ορδινιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 795. IΙ. Μέσ. 1) α) Ετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι (για κ.): ν’ αρδινιαστεί η γυναίκα του κι οι υιοί του κι οι νυφάδες,| να μπούσιν εις την κιβωτόν Χούμνου, Κοσμογ. 461· τους ελάφους έβλεπα απέσω εις το άλσος| και ορδινιαζόμουν να εμπώ ίνα τα πολεμήσω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1370· ας πάμε τώρα, άρχοντες, όλοι ν’ αρδινιαστούμεν| κι εις το κυνήγι την αυγή όλοι μας να βρεθούμεν Ευγέν. 277· Έλα, Μπερτολδίνο, ορδινιάσου, διατί εσύ κάνει χρεία να ’λθεις μαζί μας Μπερτολδίνος 101· β) (προκ. για στρατιωτικό σώμα) ετοιμάζομαι για μάχη, συντάσσομαι, παρατάσσομαι: έκαμεν και ορδινιάστησαν ως εξακόσοι τότε,| οπού ’σαν όλοι διαλεκτοί και άξοι στρατιώται Αχέλ. 583· ο γενεράλες … όρισε να εμπούσι| στα κάτεργα τα τσούρματα κι όλοι ν’ αρδινιαστούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 33712· Ορδινιαστείτε το λοιπόν να πάμε στους εχθρούς μας,| για να τους καταλάβομεν Αλεξ. 465· γ) Παίρνω, μέτρα, μεριμνώ, φροντίζω: Πώς η βασίλισσα Ιππόλυτα γροικώντας πως έρχεται ο Θησεύς απάνου της, ορδινιάσθη διά τον αποκλεισμόν Θησ. (Foll.) I πριν στ. 86· πάσα γνωστικός άνθρωπος δε κατέχοντας πότες έχει να του έλθει αυτός ο θάνατος, πρέπει και τυχαίνει να ορδινιαστεί πρώτον διά την ψυχήν του και δεύτερον διά το πράμαν του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 146· δ) Φροντίζω, ενεργώ (ώστε να γίνει κ.): Τριάντα αργύρια σού δίδομεν και να τα και ορδινιάσου| γοργόν με δίχως κόμπωσιν τον Ιησούν να πιάσου Μυστ. παθ. 13· ωσάν αποθάνω η άνωθέ μου θυγατέρα και κομμισσάρια να ορδινιαστεί να με θάψουσι στο μοναστήρι Διαθ. 17. αι. 536. 2) (Απρόσ.) δίνεται εντολή: τότε ορδινιάστηκεν όλοι τους να μισεύσουν Διακρούσ. 722. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = προετοιμασμένος, έτοιμος: σαν άνδρα πεινασμένον,| οπού να τρώγει μ’ όρεξιν φαγίν ορδινιασμένον Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 644· τ’ άλογά τους πήρασιν ως ήσαν στολισμένα,| με σέλες και με άρματα για στράτ’ ορδινιασμένα Μαρκάδ. 552.
ορέγομαι,- Βέλθ. 967, Χρον. Μορ. H 6012, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 22, Φλώρ. 1419, Σαχλ., Αφήγ. 25, Περί ξεν. A 209, Λίβ. P 1234, Λίβ. Esc. 3271, Λίβ. (Lamb.) N 558, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 945, Αχιλλ. (Smith) O 114, Ιμπ. 592, Χρον. Τόκκων 2549, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 270, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1246, Θησ. (Schmitt) 337 VII, 12, Χούμνου, Κοσμογ. 2323, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 495, Αλεξ. 1495, Απόκοπ.2 20, Πεντ. Δευτ. XIV 26, Αχέλ. 48, Πηγά, Χρυσοπ. 232 (5), Κυπρ. ερωτ. 14115, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 457, Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 8, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [80], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 128, Διγ. O 478, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 62, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 182, κ.π.α.· αόρ. ορέκτην —ηκα, Λίβ. Sc. 16, 1703, 1726, Αχιλλ. N 607, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 266 χφ L κριτ. υπ., Θησ. Ζ΄ [833], Χούμνου, Κοσμογ. 765· ορέγουμαι, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 554, 1850, Β΄ 634, Γ΄ 206, Πηγά, Χρυσοπ. 173 (3)· ορεύγομαι, Σαχλ. N 326· ’ρέγομαι, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 280, Φαλιέρ., Ιστ.2 671, Θησ. Γ΄ [293], Θησ. (Foll.) I 1, Χούμνου, Κοσμογ. 1315, Ιμπ. (Legr.) 318, Τριβ., Ρε 20, Δεφ., Λόγ. 524, Πανώρ. Γ΄ 152, Πιστ. βοσκ. I 1, 136, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 655, Β΄ 161, Γ΄ 466, Δ΄ 922, Ε΄ 115, Στάθ. (Martini) Β΄ 164, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. 16, Α΄ 654, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 730, Πρόλ. άγν. κωμ. 42, Διγ. O 89, 674, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23027 κ.α.· αόρ. ’ρέκτην, Αλφ. (Mor.) IV 29· ’ρέγουμαι, Φαλιέρ., Ιστ.2 11, Πανώρ. Α΄ 315, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1114, 1301, 2040, Θυσ.2 422, Στάθ. (Martini) Α΄ 242· ’ρεύγομαι, Φαλιέρ., Ενύπν.2 23 χφ Ν κριτ. υπ.
Το αρχ. ορέγομαι (L‑S, λ. ορέγω). Για το σχηματ. του τ. ’ρέγομαι βλ. Apostolopoulos, Καλλίμ. 9. Ο τ. ορεύγομαι στο Somav. (στη λ.) και στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 1043. Ο τ. ’ρέγομαι στο Somav., (στη λ.), και σήμ. Ο τ. ’ρέγουμαι στο Somav., (στη λ.), όπου και τ. ’ρεύγουμαι. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 769, λ. ρέομαι, Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ορέχκομαι, Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. ορεγόμνε, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., λ. ερέγομαι και Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., λ. ερέομαι). Η λ. και σήμ.
Α´ Μτβ. 1) α) θέλω, επιθυμώ: Λίβ. Sc. 2210, 2247, Γαδ. διήγ. (Pochert) 26d· β) επιθυμώ έντονα, ποθώ, λαχταρώ: γράφε, μη οκνήσεις τας γραφάς, η κόρη ορέγεταί τας Λίβ. Esc. 1364· ορέγεται να την ιδεί, γοργόν την πείτε νά ’λθει Φλώρ. 966· ακόμη χθες ορέγετον να ποντισθεί η ψυχή μου Λίβ. Sc. 970· γ) επιθυμώ, ποθώ (ερωτικά) κάπ.: σιάξ’ το το τζαμπουρλί μου,| για να με δει να με ’ρεχτεί τούτ’ η αγαφτική μου Κατζ. Α΄ 248· Κόρη πολλά σε ορέγομαι, να σε καταχορτάσω Αχιλλ. (Smith) O 521· αγάπησες κι ορέχτηκες ένα μικρότερό σου; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 154· (με την πρόθ. εις = αιτιατ.): να διεις εις την αμαλωσιά γεναίκα ομορφόθωρη και να ορεχτείς εις αυτήν και να πάρεις εσέν για γεναίκα Πεντ. Δευτ. XXI 11· ο Σεκέμ ο υιός μου ορέχτην η ψυχή του εις τη θεγατέρα σας· δώσε εδά αυτήν αυτουνού για γεναίκα Πεντ. Γέν. XXXIV 8· δ) ενδιαφέρομαι ζωηρά για κ.: όποιος χριστιανός είναι οπού επιθυμεί και ορέγεται περί Θεού να μάθει και να καταλάβει όσον είναι δυνατόν εις το Ευαγγέλιον το ευρίσκει Κύριλλ. Κων/π. 371· ε) εποφθαλμιώ: Διά την αχορταήλα του (ενν. του Κύρου) θέλω ν’ αναθιβάλω,| που ορέκτη της Σαμίραμης το βίος το μεγάλο Βεντράμ., Φιλ. 90· μη ορεχτείς το σπίτι του σύντροφού σου, μη ορεχτείς την γεναίκα του σύντροφού σου και τον σκλάβο του και την σκλάβα του και το βόδι του και το γαδούρι του και όλο ος του σύντροφού σου Πεντ. Έξ. XX 17· στ) επιθυμώ έντονα να φάω κ., λιγουρεύομαι: είχε το μέλι σύγκερον, πολύν και συνθεμένον.| Ευθύς τ’ ανέβην όρμησα και την τροφήν ορέχθην Απόκοπ.2 35· σίτου κουκκί να ορεχθεί (ενν. ένα πουλί) εις την παγίδα πιάστη Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 542. 2) α) Μου αρέσει, με ευχαριστεί κ.: αρέσασί του (ενν. τα τραγούδια) κι εκεινού κι έχει τα επά γραμμένα| κι ωσάν τα ’ρέχτηκες κι εσύ, τα ’ρέχτηκε κι ετούτος Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1471· τα ρόδα και τριαντάφυλλα τους κάπους να μυρίζουν (παραλ. 1 στ.) … στην θωριά τα ορέγουνται, γιατί μοσκοβολούσι Τζάνε, Κατάν. Αφ. 4· Ορέγομουν να περπατώ με τους τραγουδιστάδες,| με τους παιγνιώτας τους καλούς, τους παραδιαβαστάδες Σαχλ., Αφήγ. 57· θυμώντας πως οκάποτες, εις τον καιρόν εκείνον,| αγάπας και ορέγουσιν …| ν’ ακούς ιστόριες ’ξάκουστες, και να τες αναγνώθεις Θησ. Πρόλ. [92]· β) απολαμβάνω: επαρεπήδησα το πύργωμαν του κάστρου| και κατά μέρος ’ρέγομαι τας καλλονάς εκείνου Καλλίμ. 2533· γ) (με την πρόθ. εις + αιτιατ.) αισθάνομαι ερωτική ευχαρίστηση: να είναι αν δεν ορεχτείς εις αυτήν (ενν. τη γεναίκα) και να την απεστείλεις του θελήματού της και πουλημό μη την πουλήσεις Πεντ. Δευτ. XXI 14· δ) αγαπώ· (εδώ μεταφ. προκ. για φυτό): Η καστανέα ορέγεται τον ψυχρόν τόπον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα), 157. 3) Καμαρώνω, θαυμάζω κάπ. ή κ.: Ξένοι, δικοί το ’ρέγονται το τέκνο όσοι το δούσι,| γιατί περίσσα γνωστικό παρ’ άλλο το κρατούσι Θυσ.2 685· Τα κάλλη μην τα ’ρέγεστε, αδέλφια, τση ελικιάς σας,| το χώμα και ο σκούληκας τελεύγει τα κορμιά σας Π. Ν. Διαθ. (Λαμπάκης) φ. 253v, στ. 13· ορέγεται (ενν. ο ρήγας) τσι χάρες σου και τα όμορφά σου κάλλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 697. 4) Εκτιμώ ιδιαίτερα κ. σε κάπ.: Ειπέ, Παρθένε, ειπέ, Παναγία, τι σου εσυντήρηξεν ο Θεός, τι σου ορέκτηκεν ο Κύριος Πηγά, Χρυσοπ. 90 (17)· παρθενεύετε (ενν. γυναίκες), να γενείτε μητέρες Χριστού, να ορεκτεί και εσάς το μέσα κάλλος ο βασιλεύς, να συντηρήξει την ταπείνωσιν την εδικήν σας ο Θεός Πηγά, Χρυσοπ. 91 (18). 5) Προτιμώ, διαλέγω: Δυο στράτες έχει ο άνθρωπος να ζει στον κόσμον τούτον (παραλ. 3 στ.). Δεν ξεύρω ποιαν να ’ρέγεσαι και βούλεσαι να πιάσεις Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 149· εκείνο τό ορέγονταιν άλλοι να το αγοράσουν (παραλ. 2 στ.) κείνο ιδές και αγόρασε Σπαν. (Ζώρ.) V 331· (με την πρόθ. εις + αιτιατ.): όχι από τη πληθότητά σας από όλα τα έθνη ορέχτην ο Κύριος εις εσάς και εδιάλεξεν εις εσάς Πεντ. Δευτ. VII 7· Μόνε εις τους γονεούς σου ορέχτην ο Κύριος ν’ αγαπάει αυτουνούς Πεντ. Δευτ. X 15. 6) α) Δέχομαι, συμφωνώ: του αφηγήθησαν τες συμφωνίες εκείνες,| όπου έποικεν ο υιός αυτού μετά τον πάπα Ρώμης·| αν αγαπά κι ορέγεται να τες έχει στερεώσει Χρον. Μορ. H 573· β) (προκ. για συμβουλή) αποδέχομαι: Ο πρίγκιπας, ως το ήκουσεν, μεγάλως το ορέχτη Χρον. Μορ. P 2640. 7) Αποφασίζω: αν είν’ κι ορέγετον κανείς να γράψει τα κακά της (ενν. της φυλακής),| ποτέ να μη εσχόλαζεν, αν έζη χίλιους χρόνους Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 221· ο Βαλτουβής ο βασιλεύς ορέχτηκεν να απέλθει| εκεί εις την Αδριανόπολιν Χρον. Μορ. H 1083. Β´ Αμτβ. 1) Επιθυμώ, θέλω: Τριβ., Ταγιαπ. 275, Διγ. O 681. 2) Αισθάνομαι ευχαρίστηση, ευφραίνομαι: όντε μιλεί, να σου φανεί ότι πουλίτσιν έναι,| να κιλαδεί, να ορέγεσαι πολλά στην ομιλιάν της Ντελλαπ., Ερωτήμ. 292· να έλθω να δω τον θαυμαστόν τον πύργον … (παραλ. 3 στ.) … να δουν τα μάτια μου, να ορεκτεί η ψυχή μου Φλώρ. 1421.
ορθά,- επίρρ., Σπαν. A 309, Σπαν. (Μαυρ.) P 153, Χρον. Μορ. H 6981, Χρον. Μορ. P 225, 529, 2257, 3334, 4586, 4863, 6892, 9036, Φλώρ. 1290, Ιμπ. (Lambr.) 837, Χρον. Τόκκων 2481, 3853, Διήγ. Αλ. G 2661, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1019, 22516, Χριστ. διδασκ. 298, Πηγά, Χρυσοπ. 257 (18), Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ζ΄ 35.
Από το επίθ. ορθός. Τ. οθρά και ορτά σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ., Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ. και Σακ., Κυπρ. Β΄ 705, λ. ορτός). Η λ. στο Βλάχ., σε επιστ. του 16. (Παπαδ. Στ., Απελευθ. αγώνες κείμ. Α′ 43) και του 17. αι. (Κυρίλλ., Επιστ. 14112) και σήμ.
1) Σε όρθια στάση: η ρήγαινα σηκώνεται ορθά, τετιμημένα,| διότι μεγάλην, θαυμαστήν, ευγενικήν την είχεν (ενν. τη Μαργαρώνα) Ιμπ. 789. 2) α) Ίσια, κατευθείαν: με κάτεργον επέρασεν (ενν. ο Καμπανέσης), υπάει της Βενετίας| και εδιέβηκεν ορθά εκεί εις την Τσαμπάνιαν Χρον. Μορ. P 1901· Εκίνησαν, εδιάβηκαν ορθά εις την Γλαρέντζαν Χρον. Τόκκων 552· εάν θέλει να πολεμήσομεν … ας έλθει ορθά καταπάνω μου Βίος Αλ.2 105· β) (προκ. για ποταμό) κατά μήκος της όχθης: σηκώνουν (ενν. οι Τούρκοι) τες κατούνες τους, εβάλθησαν στον δρόμον| ορθά στο παραπόταμον του ποταμού τ’ Αλφέως Χρον. Μορ. P 5203· γ) ίσια, σε ευθεία γραμμή· (εδώ μεταφ.) δίκαια, χωρίς πονηριά: το φίδι πάντα δίδασκε να ’χει (ενν. ο κάβουρας) δικαιοσύνη| και να περιπατεί ορθά χωρίς ατυχοσύνη Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 694· δ) (προκ. για βλέμμα) ίσια, κατάματα: Ο Νεκτέναβος ιδόντας την Ολυμπιάδα, την ωραιότητάν της … και τα καλά της κάλλη, ετήρα την εις τους οφθαλμούς ορθά και εδιέβην ο νους του και εξέστην Διήγ. Αλ. V25· (μεταφ.) άφοβα: Ιδού το τέλος ήγγικεν, άνθρωπε· τι να ποιήσεις; (παραλ. 4 στ.) τα στάμενά σου τοις πτωχοίς μετά χαράς να δώσεις| και πλουτισμόν και θησαυρόν εσύ για να κερδίσεις| και τον κριτήν τον φοβερόν ορθά να εντρανίσεις Αλφ. (Μπουμπ.) I 40. 3) Χωρίς καθυστέρηση, αμέσως: Ο Αλέξανδρος από του ύπνου ανέστη και είπεν των αρχόντων το όραμα οπού είδεν και ορθά εκίνησεν εις την Ιερουσαλήμ Διήγ. Αλ. V 66· αυτός (ενν. ο Μιχαήλ) απείς εξεκουράστην (παραλ. 1 στ.), εκίνησεν ευθύς ορθά κι έρχεται εις την Βιέννα Παλαμήδ., Βοηβ. 1093. 4) Μεταφ. α) σωστά, όπως πρέπει: Ει δε και νομίζει κανείς ότι εκείνος οπού δεν έχει καλήν φύσιν και ευφυΐαν, αν ήθελεν έχει καλόν διδάσκαλον και ορθά ωσάν πρέπει να κοπιάζει εις την προκοπήν, ουδέν ήθελε διορθώσει το ελάττωμα της φύσεως, … πολλά σφάλλει Σοφιαν., Παιδαγ. 265· οι καλοί και χρήσιμοι διδάσκαλοι παραδίδουσι των παιδίων καλάς παραινέσεις και συμβουλάς, διά να αυξάνουν τα ήθη των νέων ορθά και καλά Σοφιαν., Παιδαγ. 269· Διά να γνωρίσει ορθά και καθάρια τον αυτόν Θεόν και πλάστην του Χριστ. διδασκ. 179· β) δίκαια: αγάπα …,| τους επαινούντας το καλόν ως πρέπει και αρμόζει,| το δε κακόν ελέγοντας ορθά κι ακολακεύτως Σπαν. B 305· οποίος Αδάμ δεν εδοκιμάσθη από ανθρώπους οπού πολλές φορές κάνουν την κρίσιν τους ψεύτικην, αλλά από του Θεού οπού κάνει όλην την γνώσιν και την κρίσιν ορθά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 66v· έκρενε (ενν. ο Σολομών) τον λαόν πολλά καλά και ορθά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 206r. Φρ. 1) Λέγω ορθά = μιλώ ειλικρινά, απερίφραστα: Φεύγε τους κολακεύοντας μετά κακοτεχνίας.| Αγάπα δε τους λέγοντας ορθά και ακολακεύτως Σπαν. (Λάμπρ.) Va 329. 2) Μιλώ ορθά, βλ. ομιλώ Φρ. 9.
ορίζω,- Σπαν. (Ζώρ.) V 45, Λόγ. παρηγ. O 718, Προδρ. (Eideneier) IV 125, Ασσίζ. 736, 3116, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1422, Βέλθ. 543, Ερμον. Θ 262, Χρον. Μορ. H 468, 4210, Χρον. Μορ. P 686, 2062, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 214, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 83, Οψαρ. 36240, Φλώρ. 1222, Σαχλ., Αφήγ. 322, Απολλών. 84, Λίβ. N 2862, Αχιλλ. L 96, Αχιλλ. N 153, Αχιλλ. (Smith) O 345, Ιμπ. 10, 688, Χρον. Τόκκων 888, Φαλιέρ., Ενύπν.2 102, Μαχ. 430, 4444, Σφρ., Χρον. (Maisano) 649, Διήγ. Βελ. N2 150, Διήγ. Βελ. χ 15, Θησ. Β΄ [474], Χούμνου, Κοσμογ. 50, Βουστρ. 437, Αλεξ. 160, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 183, Απόκοπ.2 284, Συναξ. γυν. 372, Διήγ. Αλ. G 289, Χρον. σουλτ. 8528, Ιστ. πολιτ. 3613, Ιστ. πατρ. 14121, Αλφ. 104, Πτωχολ. (Κεχ.) P 203, Κυπρ. ερωτ. 1014, Πανώρ. Ε΄ 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 44, Γ΄ 305, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β΄ 51, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 204, Διγ. Άνδρ. 39335 δις, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 223, Γ΄ 370, Θυσ.2 80, 406, Στάθ. (Martini) Β΄ 69, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 67v, Πτωχολ. A 146, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [580], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 127, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 164, Διακρούσ. 8613, Τζάνε, Κρ. πόλ. 31010, 53213, κ.π.α.· μτχ. παθητ. ενεστ. οριζάμενος, Αλφ. 108· παρατ. ήριζα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1839· όρεζα, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3118· οριστ. αορ. ήρισα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 97, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 38· προστ. αορ. όρσε, Στάθ. (Martini) Β΄ 171· ’ρίζω, Ανακάλ. 50, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 460, Γεωργηλ., Θαν. 490, Αλεξ. 2828, Κορων., Μπούας 94, Ρίμ. θαν. 112, Αχέλ. 1175, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 570, Θρ. Κύπρ. M 526, Δαρκές, Προσκυν. 116, Κυπρ. ερωτ. 1214, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 579, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 137, Πιστ. βοσκ. I 4, 30, Παλαμήδ., Βοηβ. 345, Σταυριν. 408 Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1402, Θυσ.2 1000, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 246, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22222, κ.α.· παρατ. έριζα, Μαχ. 54633· αόρ. έρισα, Ασσίζ. 943, Μαχ. 1423, 502, 541, 886, 11031, 16015, 18227 (ερίσεν), 43023, 43429, 49615, 55633, 62224, Βουστρ. 416, 417, 438, 451 κριτ. υπ., 453, 455 (ερίσεν), Αλεξ. 1502.
Το αρχ. ορίζω. Η προστ. αορ. όρσε στο Somav. (λ. ορίζω) και σήμ. υβριστ. Ο τ. ’ρίζω και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 770, λ. ρίζω, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 248, λ. ρίζω, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. λ. ρίζω και Pern., Ét. linguist. I 217 σημ. 1). Ο παρατ. έριζα και ο αόρ. έρισα στο Somav. (λ. ορίζω) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 770, λ. ρίζω). Η λ. και σήμ.
(Μτβ. και αμτβ.) 1) α) Διατάζω: Χρον. Μορ. H 1129, Μαχ. 147, Χρον. Μορ. P 5825, Μαχ. 1440· (με την πρόθ. εις + αιτιατ. προσ.): Αυθέντη μου πανένδοξε και ρήγα και τοπάρχα,| είτι ορίσεις εις εμέν ας γένει θέλημά σου Ιμπ. 307· ήλθεν ο σουλτάν Μουράτης από το Ρεβάνι εις την Πόλην … και όρισεν εις τον κόσμον του και έκαμαν δεύτερον ντουνανμάν ωσάν το πρώτο Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 46v· (με σύστ. αντικ.): αν έμελλε (ενν. ο πανιέρης) να ορίσει άλλον ορισμόν, έβγαινεν το μεσομέριν και δεν τους εγύριζεν ως τη νύκταν Μαχ. 65419· Τον ορισμόν, τόν όρισεν, θέλω να τον πληρώσω Χρον. Μορ. P 4473· (αμτβ.) όρισε και εκράξασιν μισίρ Ντζεφρέ τον μπάιλον Χρον. Μορ. H 2321· ωσάν ορίζεις, πατέρα, ούτως να ποιήσομεν Διήγ. Αλ. G 2675· (μέσ. αμτβ.): Λοιπόν ευθύς ορίσατο κι έγινε το γεφύρι,| την δε τέχνην κι εφεύρεσιν ο κάθεεις ετήρει Κορων., Μπούας 61· β) παραγγέλλω: ούτως σε ορίζω, θυγατέρα μου, μεγάλες τιμές να κάμνεις του Αλεξάνδρου και, αφού σεβαίνεις εις τα χέρια του, να τον έχεις αφέντην και βασιλέαν με όλην σου την καρδίαν Διήγ. Αλ. G 28132· όξω απο κείνο, μ’ όριζε ό,τι σου φανεί άλλο.| Και ανίσως κι έρθει σου αρρωστιά κιαμιά φορά, σου τάσσω| τορνέσι απού το χέρι σου ποτέ μου να μην πιάσω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 324· (προκ. για το Θεό, τους προφήτες ή την εκκλησία): να είμεστεν αληθινοί, λέγει και μας ορίζει (ενν. ο Θεός) Ιστ. Βλαχ. 1458· έτσι ορίζει ο Δαβίδ ο προφήτης: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. 128r· Η αγία του Θεού εκκλησία ορίζει μετά επιτιμίων μεγάλων άπαντας τους ορθοδόξους, ίνα μη δέχονται εις τους καιρούς των θανατικών τούς βουλκολάκους Μάρκ., Βουλκ. 3394· γ) (νομ., προκ. για διαθέτη) βάζω όρο: Εάν άνθρωπος αφήσει μου εν διαθήκῃ κέρδος, ορίσει δε με ότι μετά θανάτου αυτού να ελευθερώσω την δούλην του και να την επάρω εις γαμετήν, ανάγκη μου ότι την ελευθερίαν να την ποιήσω, το δε να την επάρω γαμετήν ουκ αναγκάζομαι Ασσίζ. 53914. 2) α) Κυβερνώ, εξουσιάζω έναν τόπο, κυριαρχώ: τη χώρα την εξακουστή, την όμορφη Γορτύνη,| όριζε κι αποφέντευγεν αυτός, την ώρα κείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 590· Αυθέντης ένι δυνατός ο Τούρκος, ξεύρετέ το,| Δύσιν τε και Ανατολήν ορίζει, πιστωθείτε Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 638· Τσ’ αφέντες οπού ορίζουσιν οι δούλοι προσκυνούσι| κι όχι με κτύπους και φωνές να πα να τους ξυπνούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 563· Στους περαζόμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα| κι οπού δεν είχε η πίστη τους θεμέλιο μηδέ ρίζα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 19· (προκ. για το Θεό): κατέχει το ουρανός κι εκείνος απ’ ορίζει| τον κόσμο, κι όλα τα κουρφά πάσα καρδιάς γνωρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 55· Ω βασιλεύ των ουρανών, οπού τα πάντα ορίζεις Θυσ.2 965· β) έχω κάπ. υπό τις διαταγές μου, διοικώ: να ορίζει το φουσσάτον του ωσάν και το δικό του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1618· Φραντζέσκου του ηγαπητού, οπού ’τονε απάνω| και όριζεν ένα κάτεργον, εχθρός του Οτωμάνο Τζάνε, Κρ. πόλ. 39912· Γίνωσκε ο πλανήτης μου να στέκω σ’ αμελείαν| ουδόλως δεν μου έδωκε, μα να ’ρίζω στρατείαν Κορων., Μπούας 40· (με εμπρόθ. προσδιορ.): απάνω στα φουσσάτα του να ’ρίζω επόθεκέ με Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 46· γ) διαχειρίζομαι, διευθύνω, έχω στη δικαιοδοσία μου: Λόγιασε πως, σα σμίξετε, σε θέλει κανακίζει| κι όλα του τα ’ποστατικά μόνια πως θες ορίζει Πανώρ. Γ΄ 220· τώρα ’μαι θλιμμένη| που βλέπω την Αγιάν Σοφιάν …| οπού ’τον το πατριαρχείον κι είχε πολλήν αξία·| και τώρα την ορίζουσιν άλλοι και την κρατούσι,| τα τέκνα της ’μποδίζουσιν εκεί να μην εμπούσιν Θρ. πατρ. 43· όσα σταυροπήγια έγιναν ύστερα και είχαν κτισθεί εις τους καιρούς οπού τα όριζαν οι μητροπολίται και επίσκοποι, ποίον μνημονεύουν, ποίον υποτάσσονται Βακτ. αρχιερ. 179· δ) καταλαμβάνω, κυριεύω: Ως δε το τέλος είδασιν, ότι για να νικήσουν,| το κάστρο με αρτιλαριάν ουδέν πορούν να ’ρίσουν Κορων., Μπούας 95· ε) εξουσιάζω, κυβερνώ κάπ.: ανισώς κι ορίζουσιν άλλοι την εμαυτή μου,| τη βασιλειά σκλαβιά κρατώ, την αφεντιά φλακή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 59· Κρατούν την πρίκαν τως χωστή, κιανείς δεν τους γνωρίζει,| γιατί εφοβούντανε πολλά το ρήγα οπού τσ’ ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1184· εχάσαμε την δόξαν μας, σκήπτρα και βασιλείαν,| και μας ορίζουν οι εχθροί, το γένος των βαρβάρων Ιστ. Βλαχ. 2321· Περί δούλου αγορασμένου, ότι τον ορίζει ο αφέντης του Βακτ. αρχιερ. 147· επροσδέκτην τον Μπουτζεγκάτ πολλά καλά, και έπεψέν του τον φρονιμότερον άνθρωπον τόν είδεν ποτέ του και εχάρισέν τον βαρύτιμα κανισκία· και εποίκαν αγάπην με τους Γενουβίους, ότι ο Πουτζεκάτ έριζεν απάνω τους Μαχ. 6204· (μεταφ.) εξουσιάζω, έχω κάπ. υπό την επιρροή μου: το ριζικό δεν το ψηφώ· η Μοίρα δε μ’ ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1022· δε θε να δείξει (ενν. η Αρετή) κι εύκολα ο πόθος την ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2159· το νου και την ψυχή και την καρδιά μου ορίζεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 162· είντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μια καρδιά π’ ορίζει·| σαν τη νικήσει, ουδέ καλό ουδέ πρεπό γνωρίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1037· (μεταφ. με την πρόθ. εις + αιτιατ.): Εις τα καρτσά πρέπει να ορίζουσιν αμμέ όχι να τους υποτάσσουνται Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 105· ϛ) (με αντικ. τις λ. εαυτός, εξά και τη γεν. του λόγου μου) εξουσιάζω, ορίζω, ελέγχω τον εαυτό μου: Ποιος είναι οπού τη γνώμη σου κι αυτό το λογισμό σου| τονε κρατεί και δεν μπορείς να ορίζεις τον εαυτό σου; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 54· Πάσκω, βοηθούμαι όσο μπορώ, το σφάλμα μου γνωρίζω,| μα την εξά μού επήρανε και πλιο δεν την ορίζω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 960· Είπεν (ενν. ο γάδαρος): «εγώ ας χαίρομαι και ας την μακαρίζω| την εδικήν μου την ζωήν, του λόγου μου π’ ορίζω» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 11010. 3) Έχω κ. υπό την κατοχή μου, είμαι κύριος, ιδιοκτήτης κάπ. πράγματος, ζώου ή τόπου: Δουκάτα είχεν πάμπολλα, οσά ’ριζεν ατός του,| άλλος ουδέν ευρίσκετον στο πλούτος όμοιός του Ιμπ. (Legr.) 19· αν έναι και έχει τινάς ένα πράγμα και το ορίζει εκατόν χρόνους, πλέον δεν ημπορεί τινάς να το επάρει από το χέρι του Ιστ. πατρ. 17014· Τότες εβάλασι φωτιά σ’ όλα τα σπίτια ’κείνα,| κι εκείνοι οπού τ’ όριζαν πύρινα δάκρυα ’χυνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 18814· Η χήρα που την όριζεν (ενν. την όρνιθα) έβαλεν εις τον νουν της,| ωσάν το δώσει περισσόν κριθάρι του ορνιθιού της,| θέλει γεννήσει περισσά … Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 233· Βοσκός ωσάν το Γύπαρη στην Ίδα δε γυρίζει| πλειότερα πρόβατα κανείς και τόπους πλια να ορίζει.| Ετούτοι όλοι οπού θωρείς οι τόποι είναι εδικοί του Πανώρ. Γ΄ 30· Παράδεισον τον πάντερπνον και ωραίον του χαρίζει (ενν. ο Θεός του Αδάμ),| δένδρη, καρπούς με τους ανθούς, εκεί να τα ορίζει Χούμνου, Κοσμογ. 50· (ειρων.): Μέσα έμπα γλήγορα κι εσύ να στέκεις μετά τούτη,| και δίδω σας να ορίζετε τση φυλακής τα πλούτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 566. 4) α) (Προκ. για νόμους) καθορίζω, θεσπίζω· επιβάλλω: ειδέ εποίησεν εκείνην την κακοπραξίαν ή εκείνην την ανομίαν, διά τό του ετάχθηκα να του δώσω, ορίζει το δίκαιον ότι ουδέν είμαι κρατημένος να του δώσω τίποτες Ασσίζ. 15620· Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος εχωρίστην την γυναίκαν του … και έχουν τέκνα, και το δίκαιον ορίζει ότι, εάν τα παιδία ένι παρακάτω των δ΄ χρονών, εντέχεται να τα θρέβει η μητέρα τους έως όπου να γενούν ζ΄ ετών Ασσίζ. 12411· εποίκεν εκείνον τό όριζεν η ασσίζα να ποίσει και το εγνώρισεν η αυλή να ποίσει Ασσίζ. 21720· ούτως ένι ορισμένον κατά τον νόμον Ασσίζ. 5814· β) (προκ. για το Χριστό, τους εκκλησιαστικούς κανόνες ή τα ιερά βιβλία) καθορίζω, θεσπίζω· διδάσκω: έτσι ορίζει το αψευδές στόμα του Χριστού, ότι: «Ο ελεήμων άνθρωπος εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν την αιώνιον κληρονομήσει» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 103v· ποτέ του δεν ήθελε να ειπεί ή να παρέβει έξω από εκείνο οπού όριζαν οι θείοι νόμοι Ιστ. πατρ. 9821· Ο δε καλός Βασίλειος ευλογήθη την κόρην, καθώς ορίζει ο νόμος των ευσεβών χριστιανών Διγ. Άνδρ. 3622· Ιδέ τό ορίζουν οι γραφές και τα βιβλία όπου έχουν (ενν. οι Έλληνες) Χρον. Μορ. H 805· γ) (προκ. για το Θεό) καθορίζω κ. αμετάκλητα: τις μπορεί ν’ αντισταθεί εις ό,τι κι αν ορίσει (ενν. ο Κύριος)| και να ειπεί τα μέλλοντα και να το ερευνήσει; Διακρούσ. 10123· κόποι δε μπορούσι| μηδέ βουλές μηδ’ άρματα ποτέ ν’ αντισταθούσι| στό ’ρίσασιν οι ουρανοί Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ΄ 93· —Βάρος εις τούτο δεν έχεις, Χάροντα, ’μολογώ το,| εκείνος οπού σ’ έστειλε τιμώ και προσκυνώ το.| —Βάρος εσύ μηδέν πάρεις και να με καταγνώσεις,| γιατ’ έτσι ’ν’ οριζάμενο το χριος σου να πλερώσεις Αλφ. 108. 5) (Με αντικ. τις λ. ημέρα και ώρα) προσδιορίζω, καθορίζω (χρονική στιγμή): αμμέ ουδέν πρέπει να στερεώσου την ορμασίαν, τουτέστιν να ορμαστού παρά τας ημέρας τας ορισμένας Ασσίζ. 37829· ως το έκαμαν άρτζι εις τον σουλτάνον ότι δίδουν φλωρία πεντακόσια να εβγάλουν τον πατριάρχην, να έλθει πάλιν εις τον θρόνον ο πρώτος πατριάρχης, κύρις Ιωακείμ, όρισε της ώρας και έβγαλαν τον αυτόν κύριν Ιωακείμ Ιστ. πατρ. 1407. 6) Διορίζω, αναγορεύω: Την γαρ αυτοκρατόρισσαν, τήν όρισες κυράν μας (παραλ. 10 στ.) εκείνη δε μηχάνημαν εσκεύασε και δόλον Καλλίμ. 2258. 7) α) Επιθυμώ, θέλω: Εμέν αρέσει με καλά και συμβουλεύω σε το,| και ποίησέ το απόκοτα, με προθυμίαν μεγάλην (παραλ. 3 στ.). Εν τούτῳ λέγω, αδελφέ, ορίζω κι αγαπώ το·| άνοιξον το λογάρι μου κι έπαρον όσον θέλεις Χρον. Μορ. H 286· κατά την στίμα οπού κάνουνε, ας πάρουνε την στίμα και εις την Αυθεντία μας και ας κάμει ό,τι ορίσει Σεβήρ., Διαθ. 19182· Ετούτο είναι το σύγγραμμα του Αγκύλα … και, αν ορίζετε, ακούσετε τι έπαθεν εκείνος εις το ύστερον Διγ. Άνδρ. 38010· όντεν ορίζεις κι όπε θες, ας πάμε σ’ ένα τόπο| μακρά, γιατί βαριούμαι το το πλήθος των ανθρώπω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 907· β) διαλέγω: βρει θέλει (ενν. ο Πανάρετος) τρόπον όμορφο να δει να τση (ενν. της Ερωφίλης) μιλήσει,| τον ένα απού τσι δυο τωνε να πάρει, όποιον ορίσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 20. 8) Αποδεικνύω, τεκμηριώνω κ. με παράδειγμα: Ο μύθος λέγ’: η παίδευσις η πρώτη ’ναι π’ αξίζει,| καθώς το είπ’ ο Αίσωπος κι εις το χαρτί τ’ ορίζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 4728. 9) Μπορώ: Αντάμ με πόθον δυο καρδιές ποθούνται (παραλ. 1 στ.) την ζήλαν ’δέ το φτόνος, δεν φοβούνται| ’δέ μισιτιά μεσόν τους να ’ρτει ορίζει Κυπρ. ερωτ. 434. 10) α) Λέω, μιλώ: όσα με είπες και λαλείς, όρισές τα με δίκαιον,| επεί ατός μου εγροικώ το φταίσιμον, τό έχω Χρον. Μορ. P 5833· «Σίμωσε και άκουσέ το·| τοσούτον θέλω ειπείν, Σιμών, και καλοδιάκρινέ το».| «Δάσκαλε», τ’ αποκρίθηκεν, «όρισε και αφουκρούμαι·| τό μ’ ερωτήσεις να σου πω …» Σκλέντζα, Ποιήμ. 143· (με είδος σύστ. αντικ.): «Ω φίλοι μου, υπαγαίνω έμπροσθεν διά να εύρω συγχαρίκια από την ποθητήν μου, διά να μην με προλάβει άλλος τινάς και πάρει το, και εγώ θέλω φανείς εις εκείνην ράθυμος πολλά». Απεκρίθησαν οι άνθρωποί του και είπαν: «Άξια ορίζεις και ποίησον ως θέλεις το γληγορότερον» Διγ. Άνδρ. 3398· β) (προκ. για γραπτό κείμ.): Ακούω από την Θείαν Γραφήν οπού ορίζει διά τον Ιώβ και διά τον άγιον Ευστάθιον το πως έπαθαν πολλά κακά Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 64v· γ) διαβεβαιώνω: ο βασιλεύς κυρ Ιωάννης όριζέ μας, αλλά και άλλοι οι ιδόντες και ομιλήσαντες αυτόν, ότι φρονιμότερον άνθρωπον εις την Ιταλίαν ουκ είδον Σφρ., Χρον. (Maisano) 13620. 11) Ζητώ να μάθω· ρωτώ: Τώρ’ αν ορίζεις ποια ’ν’ η αφορμή μου| λοιπόν κι έγραψα προς την αφεντιά σου,| έξευρε κι ένι πρώτα η ομορφιά σου Κυπρ. ερωτ. 9121. 12) Αποφασίζω: Αφού δε τότε η αυθεντία τούς λόγους του νοήσαν,| μεθ’ όλον το συμβούλιον μετά χαράς ορίσαν| αρχηγός να γένει σ’ άλογα εκ τον Μόριά ’ξακόσια Κορων., Μπούας 113. 13) α) Προσκαλώ: Όρνεα και πουλία μου, μικρά τε και μεγάλα,| ουδέν σας ήφερα εδώ διά να γενολογάστε·| διά τιμήν σάς όρισα, ήλθετε εις την χαράν μου,| να φάγετε, να πίετε και να χαρείτε άμα Πουλολ. (Τσαβαρή)2 656· β) (Νομ.) καλώ κάπ. στο δικαστήριο, κλητεύω: όσοι εις το οφίτσιο τούτο γράφονται διά να δουλεύουσι είναι ωσάν να είναι οι ’φαντάδες, ήγουν οφιτσιάλοι αφεντικοί και αγκαλά και δεν πιάνουνε ανθρώπους, κάνουν έτερες υπηρεσίες του λαού της χώρας, ωσάν να ορίζουνε τους ανθρώπους να έρχουνται εις την κρίσην, ομοίως και να αμαχεύουν Σουμμ., Ρεμπελ. 171. 14) (Νομ.) καταγγέλλω, μηνύω: να τον έχει ορισμένο το λεγόμενο κυρ Νικολό οδιά ένα κτήμα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 234· η κερά Ζαμπέτα … να όρισεν το μισέρ Τζουάνε, το κύρην της, πρετεντέροντας να τση δώσει αλιμέντα, εις το οποίον δεν ασεντίριζεν ο λεγόμενό τση κύρης Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6372. 15) (Μεταφ.) αφήνω, εναποθέτω: εκείνος που μου τα ’κοψεν (ενν. τα χέρια), εγώ δεν τον γνωρίζω.| Μα εις την κρίσην του Θεού, ας ξέρει, τον ορίζω Ευγέν. 812. 16) (Με την πρόθ. διά + αιτιατ.) φροντίζω, ενδιαφέρομαι για κ.: να μη λυπάται ορφανόν, να μην πονεί την χήρα,| αμμή να ορίζει πάντοτε διά εδικήν του μοίρα Σαχλ., Αφήγ. 334. 17) Εξετάζω ως παράδειγμα, «κοιτάζω»: Ίδετε τον φαρισαίον, καταμάθετε και τον τελώνην τον άδικον … Όρισε, αν ορίσεις, και τον μοιχόν και τον κλέπτην και πάντα άνθρωπον κακόν Πηγά, Χρυσοπ. 283 (19). 18) Επιφυλάσσω κ. σε κάπ.: Χριστιανούς δε συντηρώ, γυναίκες και παιδάκια,| μόνο τσ’ εχθρούς που μου ’ριζαν μουράγια και χαντάκια Τζάνε, Κρ. πόλ. 56516. 19) Αφήνω, επιτρέπω: Ω Κύριε, μην τ’ ορίσεις,| τον λόγον σου μετάστρεψε, μηδέν μας θανατώσεις Ρίμ. θαν. 103· φρ. μη(δέν)/να μην τ’ ορίσει/ —ουν o/οι Θεός/—οί/η Τύχη (προκ. να δηλωθεί απευχή, κατηγορηματική άρνηση ή έντονη αποποίηση μιας κατηγορίας· πβ. τη φρ. Θεός φυλάξοι!): Μηδέν τ’ ορίσει γείς θεός ποτέ, χρουσοκερά μου,| τόσο κακό να δούσινε τ’ αμμάτια τα δικά μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 163· ανέν και τούτο γροικηθεί, που η Τύχη μην τ’ ορίσει,| λόγιασε, βάλε το στο νου, τά θε να κάμει η κρίση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 241· Κύρη, δεν είναι μπορετό οπίσω να σ’ αφήσω| και μην τ’ ορίσουν οι Θεοί δίχως σου να κινήσω Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 180· λέγει έμπροστεν της αυλής: «μη τ’ ορίσει ο Θεός ότι έδωκά του το αυτόν να το πουλήσει τούτον το πράγμαν!» Ασσίζ. 1972· εφειδήν ουδέν ομολόγησαν εκείνον το κακόν έργον, αμμέ λέγουν «μη το ορίσει ο Θεός!», εντέχεται όλοι να ένι εις την φυλακήν ένα χρόνον και μίαν ημέραν Ασσίζ. 45923· Να μην τ’ ορίσει ο Θεός ότ’ είν’ αυτός χαΐμης,| αμ’ είν’ πιστός και δουλευτής του βασιλέως όλος Στ. Βοεβ. 14. 20) Έρχομαι· η σημασ. πιθ. όπως στη φρ. «καλώς να ορίσουν»: εάν τα μελίσσια μου λείπουν έξω εις έναν δένδρον άγριον οπού ουδέν έχει αυθέντην … και τα μελίσσια ποιούν μέλιν απάνω του, το δίκαιον ορίζει και κρινίσκει ότι πάσα άνθρωπος ημπορεί να πάρει απ’ εκείνον το μέλιν με το κείμενον, χωρίς παράπτωμαν οπού πολεμά τινος, διότι ένι τόπος κοινός (έκδ. καινός· διορθώσ.) και λαλεί να ορίσουν Ασσίζ. 19911. 21) (Η προστ. αορ. όρσε ως δεικτ. μόρ. όταν δίνουμε κ. σε κάπ.) ορίστε, να: ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: ρεάλι ένα δανεικό μού δώσε, από ’χω χρεία (παραλ. 1 στ.). ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Si non expendo, durum est; modo obtinere intentum,| darem, si mihi peteres, non solum hoc, sed centum).| Όρσε Πετρούτσο. ΠEΤΡΟΥΤΣΟΣ: Αφέντη μου, καλώς την αφεντιά σου,| πε μου είντα θέλεις, ογιατί γροικώ τη την καρδιά σου Στάθ. (Martini) Β΄ 171. Φρ. Ορίζω συμπάθειον εις + αιτιατ. = έχω, δείχνω κατανόηση για κ.: δέομαι του κάλλους σου και του χρυσού σου τρόπου| ίνα ορίσεις συμπάθειον εις τους πολλούς μου πόνους Στίχ. ερωτ. 24. Το θηλ. και το ουδ. της μτχ. παθητ. παρκ. ως ουσ. = καθορισμένη ώρα: μη βραδύνω το σύνολον κατά την ορισμένην| κι ονειδισθώ εις υποστροφήν και ζην με ου συμφέρει Διγ. (Trapp) Gr. 633· να μην αργήσω σήμερον κατά το ορισμένον,| ονειδισθώ εις το γένος μου, δεν θέλω ζην εις κόσμον Διγ. Z 877.
όσον,- επίρρ., Σπαν. A 625, Γλυκά, Στ. 40, Λόγ. παρηγ. O 217, Προδρ. (Eideneier) III 183-5 χφ C κριτ. υπ., IV 150 χφ Η κριτ. υπ., Καλλίμ. 390, Ασσίζ. 2731, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 486, 1198, Σπανός (Eideneier) Α 491, Χρον. Μορ. P 221, 1055, 3710, Χρον. Μορ. H 3544, 8199, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 7, Συναξ. γαδ. (Pochert) 299, Αχιλλ. N 592, Φαλιέρ., Ιστ.2 325 κριτ. υπ., Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 38, 160, Μαχ. 14219, 35825, 6609, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 202r, Βουστρ. 413, 419, 462, 503, Διήγ. Αλ. V 14, Πένθ. θαν.2 531, Κυπρ. ερωτ. 7610, 10451, 10522, Πανώρ. Α΄ 201, Ε΄ 42, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 158, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 118, Σταυριν. 664, Διγ. Άνδρ. 39832, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 500, 635, 812, Β΄ 306, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [506], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 7, 36, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1352, Μπερτολδίνος 146, κ.α.· όσο, Προδρ. (Eideneier) III 183-5 χφ Α κριτ. υπ., Χρον. Μορ. P 2337, Χρον. Μορ. H 4217, Φαλιέρ., Ιστ.2 610 κριτ. υπ., Τριβ., Ταγιαπ. τίτλ., Χρον. σουλτ. 3619, Πανώρ. Β΄ 371, 399, Γ΄ 404, 444, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 118, Α΄ 90, 420, Β΄ 131, Δ΄ 398, Ε΄ 427, 665, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 149, Β΄ 139, Γ΄ 46, Δ΄ 82, Ιστ. Βλαχ. 783, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 105, 208, 487, 1955, Β΄ 257, 947, Γ΄ 157, κ.α.
Το αρχ. επίρρ. όσον. Ο τ. και σήμ. Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ.).
Α´ Αναφορ. επίρρ. 1) (Εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. πρόταση) με ποσοτική σημασ. α) (με ή χωρίς επόμ. συγκριτ.) αναφέρεται στο δεικτ. επίρρ. τόσο(ν), τόσα, τοσούτον (με ή χωρίς συγκριτ.) που προηγείται ή έπεται (Πβ. L‑S, λ. όσος V 2): Το κυπαρίσσι όσο γερά τόσον αδυνατεύγει Πανώρ. Γ΄ 323· Όσο φοβάσαι εσύ πολλά εμέ πληθαίνει τόσο| η πεθυμιά του φόβου σου την αφορμή να γνώσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 133· αφέντης όσο πλια αγαπά το δούλο, ανέν και σφάλει,| ’ς τόσο περίσσαν όργητα γυρίζει και μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 229· όσο τση λέσι λύπηση να ’χει στην παιδωμή μου| τόσο γυρεύγει πλιότερα να βλάψει το κορμί μου Πανώρ. Δ΄ 233· όλες οι καλομοιριές του κόσμου και τα πλούτη| μια μόνο ασκιά ’ναι στη ζωή, …| … μια λάβρα που τελειώνει| τόσα γοργό όσο πλια ψηλά τσι λόχες τση σηκώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 674· Ου γαρ ισχύσει το λοιπόν αλήθεια τοσούτον| όσον το ψεύδος δύναται προς εκβολήν της πόρτας Προδρ. (Eideneier) IV 432 χφ V κριτ. υπ.· όσον απταίστως έπαθες, όσον αδίκως πάσχεις| τοσούτον πολλαπλάσιος απόκειται μισθός σοι Γλυκά, Στ. Β΄ 439· (το επίρρ. τόσο(ν) ενν.): άνθρωπος όσον πλια γερά, χάνεται η δύναμή του Πανώρ. Γ΄ 325· όσο πλια σκεπάζει τη (ενν. κανείς του πόθου τη φωτιά), πλια τηνε φανερώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 224· όσο γυρεύει (ενν. τ’ αλάφι) ανάπαψη, πλιότερα τυραννάται Πανώρ. Β΄ 154· (με επόμ. το και αν επιτ.): ο γάδαρος … κρου τον (ενν. τον λύκον)| με όλην του την δύναμιν, όσον και αν εδυνήθην Συναξ. γαδ. (Pochert) 311· (εδώ αναφέρεται σε προηγ. αντων. τοσούτος): εις την αντρείαν τοσούτος,| όσο νομίζω ο καιρός να σε το αναδιδάξει Λίβ. Esc. 84· β) (παρενθετικά) όσο, στο βαθμό που (Βλ. L‑S, λ. όσος IV 1): Φαλιέρ., Ιστ.2 504. 2) (Αναφέρεται σε επίθ. ή επίρρ. και εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. συμπερασμ. πρόταση) ώστε: το τειχίον είναι παχύ, όσον έχει μέσα δρόμον πλατύν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 162· ολίγον εκοκκίνιζε (ενν. η κόρη), όσον να πορφυρίζει Διγ. Z 131. 3) (Εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. παραβολική πρόταση· πβ. Steph., Θησ., λ. όσος) μ’ όποιο τρόπο, όπως: Γοργόν ορίζω να μου ειπείς τίνες σ’ εσυμβουλέψαν| να ποίσεις όσον έποικες, την τόσην απιστίαν; Χρον. Μορ. P 669· να φύγουν (ενν. οι άρχοντες) όσον ημπορούν, όπως μη κιντυνέψουν Χρον. Μορ. P 3853. 4) (Με ή χωρίς προσδιοριζόμενο επίρρ., συν. με επόμ. το θε να, (κι αν) θέλει να εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. ενδοτική ή παραχωρητική πρόταση· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 217-8, ΠΣΤ΄ 2 σημ. β΄): όσο θε να χώνεσαι, κάτεχε κι εξανοίκτης Φαλιέρ., Ιστ.2 576· όσο θέλει φταίσιμο να ’ναι πολλά περίσσο,| το σπλάχνος κι η αγάπη σου μπορά το συμπαθήσου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 390· παρακαλώ σε ως φίλος σου κι ως δουλευτής πιστός σου,| όσο κι α θέλει να ’ν’ πολύ, πε μου το φταίσιμό σου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 112· ο μύθος λέγει: τους δειλούς όσον τους παραινούσι,| ποτέ τους δεν ανδρίζονται, αν ξαναγεννηθούσι Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 5513. 5) (Με επόμ. τις προθ. εις, προς) όσο αφορά, σε σχέση με, ως προς: είπα την: «όσον εις αυτό τίποτε μη λυπείσαι» Λίβ. P 2401· Όσον προς το βλεπόμενον εμοί ου μη με λάθει Βέλθ. 544· (η πρόθ. εις προηγείται): έκαμε (ενν. ο ράφτης) την αναφοράν εις τον βασιλέα εις όσον του εσυνέβη Μπερτολδίνος 111. 6) (Με ουσ. προκ. για μέγεθος, διαστάσεις· πβ. L‑S, λ. όσος IV 3) ίσαμε, περίπου όσο: εμαζώξανε τα κόκκαλά τους και τα εκάμανε όσο έναν πύργο Χρον. σουλτ. 6128· έναι γαρ (ενν. το πουλίτσι) όσον καρυδίου μικρόν Σταφ., Ιατροσ. 247· εκφρ. όσον τάχος = όσο το δυνατόν πιο γρήγορα: από του κινδύνου τούτου να με λύσεις όσον τάχος Βίος γέρ. V 157· όσον η δύναμις = όσο μπορεί κανείς: την παρθενίαν φύλαττε όσον η δύναμίς σου Ιστ. Βλαχ. 1947· Ο βασιλεύς … εδειλίασεν και οι μετ’ αυτόν· πλην, όσον η δύναμις, αντεμάχοντο Δούκ. 35724. 7) (Με επόμ. το επίρρ. μόνον για να δηλωθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερος περιορισμός· για τη χρ. πβ. L‑S, λ. όσος IV 2): έδειξε (ενν. ο Χακέμ) μεγάλην ταπείνωσιν και άσκησιν, πλην όμως όλα πλαστά και ψεύτικα και όσον μόνον διά να πλανά τους πολλούς τα έκανε Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 189· (στο σχήμα όσο μόνε + ειδική πρόταση): βλ. μόνον Α΄ 1β. 8) (Με την άρν. ου· βλ. L‑S, λ. όσος, IV 5) μόνο που δεν, πλην όμως: Πόλ. Τρωάδ. 709. Β´ Ως σύνδ. (Βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 217-8, ΠΣΤ΄ 1, 2) 1) (Χρονικός) α) (δηλώνει διάρκεια) εφόσον, όσο χρόνο, όσο: όσον έζηεν, ηγάπησάν τον πάντες Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 5340 (Δωδώνη 8, 1979, 410)· όσον έχουν την πυρά κι αυτείν’ οι δυο του πόθου| ανοίξετε τα μάτια σας Πανώρ. Δ΄ 69· (εδώ με επόμ. το (ο)πού): να με έχει ευλογητικήν του γυναίκα όσον οπού να ζει και να είναι εις τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 36915· εις την Αίγυπτον είναι υπό την γην κρυμμένος μέγας θησαυρός, όσον οπού κρατεί τριών ημερών δρόμον εις μάκρος Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 298· Ο σκύλλος αγαπά το κόκκαλον όσο που ευρίσκει να τρώγει και η μέλισσα αγαπά τον αθθόν όσο που να ’ναι όμορφος Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 108· β) όταν: όσον επήγεν εις την Ιερουσαλήμ, όρισεν τους άρχοντες … να κτίσουν πύργους Μαχ. 429· (εδώ με επόμ. το να): εκείνη εκατάστησεν, όσον να σηκώσουν το μαντήλιν, είχεν δηγημένον το ’μάτιν του ρηγός … μέσα εις την σανίαν Μαχ. 54835, γ) (δηλώνει χρονική στιγμή) (αμέσως) μόλις, ευθύς ως: όσον το ξίφος έκρουσεν (ενν. ο επιτραπέζης), έπεσεν παραυτίκα Φλώρ. 686· όσον ήρτεν (ενν. η αρμάδα) εις την Αμμόχουστον, μοναύτα η ρήγαινα έπεψεν ούλους τους καβαλλάρηδες Βουστρ. 481· (με επόμ. το να): Όσον να δείξω το ’μάτιν, εσείς ας είστε άτοιμοι να τον σκοτώσετε Μαχ. 5501· δ) (δηλώνει το προτερόχρονο) αφού: όσον επαράλαβεν της αφεντίας την δόξαν,| άρχισεν να περιπατεί ως φρόνιμος στρατιώτης Χρον. Μορ. P 2468· όσον εχάρησαν καλά (ενν. οι στρατιώται), εκίνησαν εκείθεν Χρον. Μορ. P 3370· ε) ώσπου, εωσότου: εστέκετον αρματωμένη η Μαξιμώ και επάντεχέ με όσον να περάσω Διγ. Άνδρ. 39033· πολύ κακόν τους έκαμαν όσον να ξημερώσει Σταυριν. 179· (με επόμ. το (ό)που): διά να μάθει (ενν. ο Σελίμης) το αίτιον της συναθροίσεώς τως, έστειλε κρυφά ανθρώπους με μεγάλες πληρωμές, όσον όπου έμαθε πως δεν συναθροίζονται διά λόγου του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 372· αίμα πολύ εχύθηκεν εκείνην την ημέρα| εκ του Μιχάλη το σπαθί, όσον που ’γίν’ εσπέρα Σταυριν. 656· (με επόμ. το ώσπου πλεοναστικά): μόναυτα επήγεν και εστάθην δυνατός, όσ’ ώσπου να διαβεί το πράμαν Βουστρ. 416· άφης με ώδε, όσ’ ώσπου να ξημερώσει Βουστρ. 523. 2) (Αιτιολογικός) επειδή, καθώς: «Πίε νερόν, αυθέντη μου, ότι πολλά εκουράσθης».| Και εγώ πάλιν την λέγω:| «Καλή, όσον ηύρηκα τινάν ότι να με παραπονέσει (παραλ. 1 στ.), πώς ήθελα να κουρασθώ δίχως καμίας ανάγκης;» Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. Δ΄ 1191 κριτ. υπ. 3) (Συμπλεκτικός, στο σχήμα τόσο … όσο και επιδοτικός): θέλω σκοτώσει όλα τα πρωτογεννηθέντα τόσον από ανθρώπους όσον και από τα ζώα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 166r· (εδώ σε αρνητ. πρόταση) ούτε … ούτε: να μην τον χειροτονούν τόσον ιερέα όσον και αρχιερέα Βακτ. αρχιερ. 184.
όσος,- αντων., Προδρ. (Eideneier) II 66 χφ Η κριτ. υπ., IV 150 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Ασσίζ. 7424, 4269, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 1713 (Δωδώνη 8, 1979, 364), Χρον. Μορ. P 3503, 4195, 5549, 6850, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 91, Σαχλ. N 3, Απολλών. (Wagn.) 151, Αχιλλ. (Smith) O 90, 133, Φυσιολ. (Legr.) 199, Φαλιέρ., Ιστ.2 346, 664, Μαχ. 5484, Δούκ. 2435, Σφρ., Χρον. (Maisano) 18017, Γεωργηλ., Θαν. 34, Βουστρ. 488, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 914, Κώδ. Χρονογρ. 54, Πτωχολ. α 576, 667, Κυπρ. ερωτ. 15415, Πανώρ. Πρόλ. 11, Α΄ 30, 223, 455, Γ΄ 117, Δ΄ 106, Ε΄ 178, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 37, Α΄ 212, 265, Β΄ 192, 262, Γ΄ 63, Δ΄ 53, Ε΄ 86, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 65. Β΄ 107, Γ΄ 109, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 34, 415, 853, Λεηλ. Παροικ. 479, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27030, Μπερτόλδος 66, κ.α.
Η αρχ. αντων. όσος. Η λ. και σήμ.
Αναφορ. αντων. 1) (Εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. πρόταση) με ποσοτική σημασ. α) (Με ή χωρίς προσδιοριζόμενο ουσ.) αναφέρεται α1) στην αντίστοιχή της δεικτ. αντων. τόσος που υπάρχει ή ενν. (πβ. L‑S 1 και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 167): Πανώρ. Αφ. 27, Δ΄ 395, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 197, Ε΄ 23, Ασσίζ. 1565, Μαχ. 58824· α2) στις δεικτ. αντων. εκείνος, τούτος, τοιούτος, επεσαύτος, ετεσαύτος: εκείνα γράφω και λαλώ όσα κινούν προς οίκτον,| όσα κινούν προς έλεον και προς φιλανθρωπίαν Προδρ. (Eideneier) II 11, 12· όσοι ουδέν σε κολακεύουν (παραλ. 3 στ.) τούτους έχε πάντως φίλους Πτωχολ. α 381· εγένετο τοιαύτη θνήσις όση ουκ έστι δυνατόν φράσαι Έκθ. χρον. 7414· εκείνους οπού έχει το πράγμαν χαμένον εντέχεται να έχει επεσαύτα δίκαιον, ότι ημπορεί να αναλάβει το πράγμαν του διά επεσαύτα όσα ημπορεί να δείξει … ότι εγόρασέν το απέ την Σαρακηνίαν Ασσίζ. 4265· είς άνθρωπος ένι λαβωμένος απού πολλές πληγές, καλά ορίζει το δίκαιον ότι ημπορεί να αγκαλέσει ετεσαύτους ανθρώπους κατά όσους (έκδ. όσως· διορθώσ.) κόρπους έχει Ασσίζ. 4598· (το ουδ. έναρθρ.): αποφασισμένος … να κάμω εκείνο το όσον μου είπες Μπερτόλδος 63· να ακολουθήσω εκείνο το όσον με προστάξεις Μπερτόλδος 81· α3) στα επίθ. πας, άπας (πβ. L‑S 1): Πουλολ. (Τσαβαρή)2 120, Έκθ. χρον. 7510, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 12· α4) στο επίθ. όλος (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 167) όσος, αυτός που: όσοι κατοικούσινε εις τα περίγυρα, ούλοι| σκλάβοι είναι του αφεντάκη σου κι εσέ, κερά μου, δούλοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 683· τσ’ αγάπης στρατηγοί και μπιστεμένοι δούλοι| του πόθου, όσοι έρθουσιν εδώ, πάραυτας γράφουντ’ ούλοι Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β΄ 38· τας γυναίκας όλας,| όσας είδας εν τῃ γῃ σου Πτωχολ. α 595· (το επίθ. όλος ενν.): να πλερώσουν όσα αφήκεν ο κύρης του … και όσους εχρώστεν ο αυτός ρε Χαρήν Μαχ. 544· η λάμψη του ηλιού όντ’ είναι στα ψηλά της| θαμπώνει όσοι τον ιδού Φαλιέρ., Ιστ.2 257· α5) σε ουσ. της προσδιοριζόμενης πρότασης: Λίβ. Esc. 4265, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 4296 (Δωδώνη 8, 1979, 398)· β) (ως επιθ. προσδιορ. ουσ.· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 167) όσος, πολύς: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 834, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 689, Κυπρ. ερωτ. 6918· έκφρ. όση δύναμις, βλ. δύναμις 3α, έκφρ. 2) Με αόρ. σημασ. α) (Με ή χωρίς προσδιοριζόμενο ουσ. με επόμ. τα αν, και (αν), καν, θέλω να φανερώνει επίδοση ή παραχώρηση· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 168-9) οσοσδήποτε: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 431, Πτωχολ. α 651· ελάτε τρεις και τέσσερις, όσοι κι αν είστε, ελάτε·| πολλούς και λίγους το σπαθίν ετούτο δε φοβάται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 963· Πόσο με παρακάλεσε (ενν. η Ερωφίλη) να μην την ξεχωρίσω| μιαν ώρα απού το πλάγι μου, όσο καιρό κι α ζήσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 12· έλαβε (ενν. ο σουλτάν Σελίμης) … και χρήματα … όσα και εύρεν ως ίδια Έκθ. χρον. 515· Διά την ψυχήν σου, Πρόδρομε, καθίζου σιγηρός σου,| όσα καν λέγει (ενν. η γυναίκα) βάσταζε και φέρε τα γενναίως Προδρ. (Eideneier) I 159· Γιατί όσες θέλου ταραχές κι ανέμοι να ’γερθούσι| … στο βράχος δε μπορούσι| ποτέ τως να με ρίξουσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 61· β) (το ουδ. αοριστολογικά) ό,τι, οτιδήποτε: του πρίγκιπα τον έδωκαν να ποιήσει όσον κελεύει Χρον. Μορ. H 8850· εσύ θεωρείς κι εβλέπεις το, το πως είμαι αφέντης| και πρίγκιπας εις τον Μορέαν, να ποιήσω όσον θέλω Χρον. Μορ. H 8735. 3) (Εισάγει δευτερεύουσα. αναφορ. συμπερασμ. πρόταση) ώστε (εδώ με έναρθρ. απαρέμφ.· πβ. και L‑S 8): λέγει ευθύς διά γοργόν «εβγάλετε τον σίτον»| και δίδει τον καθέκαστον όσον του χορτασθήναι Απολλών. 127. 4) (Εισάγει δευτερεύουσα πλάγια ερωτ. πρόταση· πβ. L‑S 1) πόσος: Διγ. (Trapp) Gr. 3476. 5) Επιφωνηματικά (πβ. Steph., Θησ.): Μιχ. ιερομ. II 29.
οσπίτιον- το, Λίβ. P 2721, Notizb. 15067, Rechenb. 61 Βησσ., Επιστ. 285, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3820, Byz. Kleinchron. A΄ 829, 2066, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15416, Ιστ. πατρ. 8212, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Διγ. Άνδρ. 33914, 4028, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7232, Hagia Sophia ω 51214, 5146, κ.α.· εσπίτιν, Ασσίζ. 1010, 10829, 23329, 2435, Μαχ. 38611, 61014, κ.α.· ισπίτι, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1640, 2280· ισπίτιν, Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401 κριτ. υπ., Λίβ. Esc. 224, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1647, 3135, Απαρν. 14· οσπίτι, Χρον. Μορ. H 1419, 2060, 6039, Χρον. Μορ. P 2922, 5663, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 11913, Ιστ. πατρ. 13713, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 124, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v, 82v, κ.α.· οσπίτι(ν), Αχιλλ. N 657, Χρον. Τόκκων 302 (γεν. εν. οσπίτι), μετά στ. 640, 642, 2797, 2801, Επιστ. Μωάμ. 674, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 177, Δωρ. Μον. XXIX, Βακτ. αρχιερ. 162· οσπίτιν, Σπαν. (Ζώρ.) V 337, 505, Προδρ. (Eideneier) I 28, 75,152, II 42 χφ Η κριτ. υπ., Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401, 404, Ελλην. νόμ. 52914, Ασσίζ. 39416, 47322, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 127, Πτωχολ. α 550, κ.α.· οσπίτι(ο)ν, Σπανός (Eideneier) Α 183, D 1752, Πανάρ. 6924, Χειλά, Χρον. 351, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1584, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 339r, Κώδ. Χρονογρ. 617, Χρον. σουλτ. 9224, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5416, Lettres 1453 876, κ.α.· σπίτι, Βησσ., Επιστ. 262, Διγ. Z 3422, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 220, Απαρν. 16, Θησ. Β΄ [875], Χούμνου, Κοσμογ. 608, Αλεξ. 2268, Συναξ. γυν. 632, Κορων., Μπούας 48, Βεντράμ., Γυν. 142, Πεντ. Γέν. VIΙ 1, Έξ. I 21, Αρ. III 24, Δευτ. XIX 1, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 195v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1049, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7121, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 55, Μεταξά, Επιστ. 4733, 35, Στάθ. (Martini) Β΄ 97, Ιντ. α΄ 39, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 100, Βακτ. αρχιερ. 140, Λίμπον. 486, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 382, Διακρούσ. 7812, 11615, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16315, 17914, 40822, Hagia Sophia v 54310, f 5858, κ.π.α.· σπίτι (ν), Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2602, Αχιλλ. L 1036, Χρον. Τόκκων 1310, Byz. Kleinchron. A΄ 21017, 5084, Βεντράμ., Φιλ. 341, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Σεβήρ., Διαθ. 192, κ.α.· σπίτιν, Προδρ. (Eideneier) III 273-72 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Ασσίζ. 64, 7320, 23221, 48129 (έκδ. ‑ις), Ιατροσ. 23162, 165, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 601, Σπανός (Eideneier) Α 28, Χρον. Μορ. P 5094, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 215, 217, Σαχλ., Αφήγ. 230, Απολλών. 483, Χρον. Τόκκων 1174, Μαχ. 18411, 36214, Θησ. Ζ΄ [353], Άσμα σεισμ. 24, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 251, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 348 (πληθ. σπίδια), Πηγά, Χρυσοπ. 233 (6), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 448, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 14v, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 563, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 696, κ.π.α.· σπίτι(ο)ν, Σπαν. O 101, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 400, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 945, Εκλογής χειρόγρ. 24710, Αιτωλ., Βοηβ. 122, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄, Σουμμ., Ρεμπελ. 16923, Βακτ. αρχιερ. 26· σπίτιον, Αρσ., Κόπ. διατρ. [747], Διγ. Άνδρ. 34722, 35716, 36014, Διαθ. Νίκωνος 226, Βακτ. αρχιερ. 159, 167, 170, Μπερτόλδος 8, 15.
Από το λατ. hospitium. Ο τ. εσπίτιν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. ισπίτι σε βυζ. παροιμ. (Πολ. Ν., Επετ. Παρνασσ. 2, 1898, 118) και σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 35) και ισπίτιν σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 53, Μανούσ., Μεσ. Ν. Ελλ. Δ΄, 1992, 19). Ο τ. οσπίτι σε έγγρ. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 372) και σε γράμμα (Κυρίλλ., Επιστ. 1413) του 17. αι. Ο τ. οσπίτιν σε παπυρ. του 6.-7. αι. (Kaps., Vorunters. 98 και Ανδρ., ΕΕΒΣ 14, 1938, 533) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν). Ο τ. οσπίτι(ο)ν στο Lampe, Lex., λ. οσπίτι(ον), οσπήτιον. Ο πληθ. σπίδια σε κυπρ. ποιήμ. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 36, 1972, 10866, 41, 1977, 20553) όπου και άλλοι τ. της λ. Ο τ. σπίτι από τον 5. αι. (Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1), τον 8.-9. αι. (Lampe, Lex., λ. σπίτι) και σήμ. Ο τ. σπίτι(ν) και σήμ. στη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. σπίτι(ν)). Ο τ. σπίτιν στο Meursius (λ. σπήτιον) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. σπίτιον στο Meursius, λ. σπήτιον. Πληθ. χωσπίτια σε επιστ. του 17. αι. (Μαυροειδής, Δωδώνη 7, 1978, 15079) και σπίθια σε ποιήμ. (Τραγ. Αληδ. 112, 217, 299, 364, 368, Κρ. δημ. τραγ. XVI). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Ανδρ., Ελλην. 29, 1976, 232). Η λ. σε παπυρ. του 4.-5. αι., σε Σχόλ. και στη Σούδα (L‑S Suppl.)· βλ. και Lampe, Lex., λ. σπίτι και Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1.
1) α) Σπίτι, κατοικία κάθε είδους: τους βγάνουν απ’ τα σπίτια τους (ενν. οι Τούρκοι τους χριστιανούς) κι εκείνοι κατοικούσιν Διακρούσ. 10921· το τέτοιον και παράξενον του Έρωτος το σπίτιν Λίβ. Esc. 285· Πρεπό ’τονε να στρέψομε σπίτι συντροφιασμένες,| καθώς κι αποδεκεί ’μεστα κι οι δυο μας μισεμένες Πανώρ. Β΄ 423· (στον πληθ. αντί εν.): αν γεννήσει (ενν. η γυναίκα μου) παιδίν αρσενικόν και ζήσει και πανδρευθεί, αφήνω τα οσπίτια μου του υιού μου, εις το οποίον σπίτιν εγώ κατοικώ Διαθ. Ακοτ. 146· Ήξευρε, πατέρα, ότι ήμαθα και ήλεγες να εβγάλεις την νύφην σου από τα σπίτια της, α μου έρθει τίβοτας Γράμμα κρ. διαλ. 7· εκφρ. (1) έξω σπίτια, βλ. έξω 4β· (2) σπίτι ανοιχτό, βλ. ανοιχτός 1α1 εκφρ.· β) (συνεκδ.) πρόχειρο κατάλυμα, (εδώ) στρατιωτικό κατάλυμα: πριν τότε δε αυγερινού ’κ το σπίτι του εξέβη Κορων., Μπούας 60· εγώ ήλθα εις την ντέντα μου, εκείνη (ενν. η Μαξιμώ) δε πάλιν υπήγεν εις το οσπήτιόν της Διγ. Άνδρ. 3948. 2) (Στον εν. και τον πληθ.) παλάτι, αρχοντικό: μετ’ αυτόν επέζεψαν εις του ρηγός το σπίτι Χρον. Μορ. H 6434· τες νύκτες εβλέπαν τες πόρτες του σπιτίου τού κοντοστάβλη Μαχ. 37421· ο ρήγας επήγε ν’ αλλάξει τα φορήματά του εις τα σπίτια του σιρ Τεμένζ Πετρέ, πουρζέζης της Αμοχούστου Μαχ. 31213· έκφρ. οσπίτια της αφεντίας = παλάτι: όρισεν (ενν. ο μισίρ Ντζεφρές, ο μπάιλος του Μορέως) κι αππλικέψαν τον στης αφεντίας τα οσπίτια Χρον. Μορ. H 2317. 3) Κατάλυμα ζώου, φωλιά: εις ένα σπίτιν όμορφον να πα να κοιμηθούμε (ενν. ο λύκος και η αλουπού) Γαδ. διήγ. (Pochert) 15e· στρέφουνται (ενν. πάσα πτηνόν) ποιον στο σπίτιν ποιον στο δάσος Κυπρ. ερωτ. 1065. 4) Τμήμα σπιτιού α) δωμάτιο (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 92]): εφέραν μίαν μεγάλην σανία … γεμάτην μαργαριτάριν χοντρόν και πέτρες ατίμητες … και εχένωσεν εις την γωνίαν του σπιτίου Μαχ. 8218· β) υπνοδωμάτιο: το οσπίτιον δε τούτο, όπερ ανεπαύοντο οι βασιλείς, κείται κατά την αριστεράν πλευράν του ναού Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 224· γ) κεντρική αίθουσα θρόνου σε παλάτι: Ο Δάρειος εκάθισεν εις ένα θρονίν υψηλόν … Ήσαν στύλοι εις τες τέσσερεις κόχες του σπιτίου Διήγ. Αλ. G 2762· δ) βασιλικά διαμερίσματα: συνηθείας και τάξεως ούσης εις τα των βασιλέων οσπίτια ότι του πατρός οι κελιώται να χωρώσι και εις τα κελία των υιών αυτού Σφρ., Χρον. (Maisano) 348· ε) πάτωμα σπιτιού: γράψον τούς … ψαλμούς με το αίμαν του μαύρου πετεινού και χώσε το εις το σπίτιν να περιπατούν απάνω Σταφ., Ιατροσ. 23. 5) Οικογένεια, φαμελιά: είναι (ενν. οι πραγματευτάδες) άνθρωποι ξένοι … και τρέφουσι τα σπίτια τους με μόχθους και με κόπους Ιστ. Βλαχ. 2156· ο Ιωάννης να δίδει κάθα χρόνον … υπέρπυρα δώδεκα εις έξι οσπίτια καλών ανθρώπων Διαθ. Ακοτ. 147· Εξ εμού του γράψαντος Αλεξάνδρου του υιού σου,| να σ’ εύρει η γραφή καλά με όλους του σπιτιού σου Αλεξ. 2680· έκφρ. (άνθρωπος) του σπιτιού = αυτός που ανήκει στην υπηρεσία κάπ.: Ακόμη εδώσανε άλλα εκατό ρεάλια ενού ανθρώπου του σπιτιού τού άνωθεν πρεβεδούρου Σουμμ., Ρεμπελ. 16728· Γυναίκα είχε κάποιος κακόγνωμην στους τρόπους,| κι εμίσα του σπιτίου της τους άλλους τους ανθρώπους Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 932· είπεν ο Αβραάμ προς το σκλάβο του, πρωτόγερος του σπιτιού του οπού ’ξουσιάζει εις όλο ος αυτουνού Πεντ. Γέν. XXIV 2· εκφρ. (1) γέννημα του σπιτιού, βλ. γέννημα(ν) 1β· (2) σπίτι γονεού ή γονεών, σπίτι … πατρικόν = η οικογένεια στην οποία γεννιέται κάπ., η πατρική οικογένεια: σηκώσετε το λογαριασμό όλης της συναγωγής παιδιά του Ισραέλ από υιόν είκοσι χρόνος και απάνου εις σπίτι των γονεών τους Πεντ. Αρ. XXVI 2· μεγαλωσιάνος σπίτι γονεού τού Γερσονι Ελιασερ υιός τού Λαέλ Πεντ. Αρ. III 24· βουτάς … και τρώγεις την (ενν. την αθερίνα) ολώμην| ως έμαθες στο σπίτιν σου, πτωχή, εις το πατρικόν σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 349· (3) υιός του σπιτιού = οικογενής, αυτός που γεννήθηκε από γονείς στην υπηρεσία κάπ.: ιδού εμέν δεν έδωσες σπορά, και ιδού ο υιός του σπιτιού μου κλερονομάει εμέν Πεντ. Γέν. XV 3· (4) ψυχές του σπιτιού = υπηρέτες: επήρεν ο Εσαύ τις γεναίκες του και τους υιούς του και τις θεγατέρες του και όλες τις ψυχές του σπιτιού του και το ζωντόβολό του Πεντ. Γέν. XXXVI 6. 6) Το αφεντικό, ο κύριος του σπιτιού: τοιούτον άνθρωπον ακόμη| άλλο οσπίτι μη τον έχει Πτωχολ. α 281· ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Η ομορφιά με σκλάβωσε η τόση της κεράς σου| κι ήθελα να την ήκαμες …| δυο λόγια να μ’ αφουκραστεί, … (παραλ. 13 στ.) ΦΟΛΑΣ: Πού τό ’βρηκες το τόλαρο; ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Λόγο να πω στο σπίτι| μου το ’δωσε ο Δάσκαλος, κι επιάσε με μεσίτη Στάθ. (Martini) Β΄ 193· έκφρ. κυρά του οσπιτίου, βλ. κυρά 6 έκφρ· 7) (Με τα επίθ. καλός, μεγάλος) επιφανής οικογένεια ή καταγωγή: ήτον (ενν. ο σερ Τζονάν Αρόνιος) απού καλόν σπίτιν, Κατελάνος, και ο ρήγας εποίκεν του πολλά καλά Βουστρ. 479· άλλοι είναι από τα Χανιά, από μεγάλο σπίτι·| και αρχόντισσες ευγενικές εις διακονιάν γυρίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2336. 8) α) Βασιλικός «οίκος», δυναστεία: Ο δε μακαρίτης και αυθέντης μου ο βασιλεύς τι ουκ έπραξε κρυφίως και φανερώς προς βοήθειαν του οσπιτίου αυτού και των Χριστιανών ή της ζωής αυτού; Σφρ., Χρον. (Maisano) 14021· β) βασιλική «αυλή»: εν Κερκύρᾳ μετά της βασιλίσσης μείνω, άρχων του οσπιτίου αυτής Ψευδο-Σφρ. 5507· εγώ από τε του ελέους τού … Θεού, από τε της λύπης …, από τε της αταξίας πάντων των του οσπιτίου αυτού ανήκοος εγενόμην Σφρ., Χρον. (Maisano) 16824· γ) βασίλειο: επλήγωσεν ο Κύριος το Φαρώ πληγές μεγάλες και το σπίτι του ιπί αφορμή της Σαραί, γεναίκα του Αβράμ Πεντ. Γέν. XII 17· από της λύπης ήθελεν γενείν και ασθενέστερος και ολιγοχρονιότερος (ενν. ο αμιράς)· και μέσον τούτου ήθελεν αναρρωσθήναι και το οσπίτιον εκείνο Σφρ., Χρον. (Maisano) 1084. 9) α) Έθνος, φυλή: τα πρόβατα τα χαμένα του σπιτίου του Ισραήλ Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ι΄ 6· ανήρ από το σπίτι του Ισραέλ Πεντ. Λευιτ. XVII 8· (εδώ προκ. για μια από τις 12 φυλές του Ισραήλ): εδιάβην ανήρ από το σπίτι του Λεβί και επήρεν τη θυγατέρα του Λεβί Πεντ. Έξ. II 1· β) (συνεκδ.) ο λαός, οι πολίτες ενός έθνους: έκραξαν το σπίτι του Ισραέλ το όνομά του Μαν Πεντ. Έξ. XVII 31· έκφρ. τα σπίτια τούς λας, βλ. λαός 3γ έκφρ. γ. 10) Πατρίδα: εστράφην εις το σπίτιν του, στων Αθηνών την χώρα Βεντράμ., Φιλ. 26· επίστρεψαν όλοι οι Ιουδαίοι εις τα σπίτια τους εις την Ιερουσαλήμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 212r. 11) Σπιτικό, νοικοκυριό: Ταύτα δε πάντα (αναφ. σε φαγητά) χρήζουσι κατ’ έτος εις το οσπίτιν| και πλούσιοι και πένητες … Προδρ. (Eideneier) II 73· Εγώ κρατώ το οσπίτιν σου και την υποταγήν σου Προδρ. (Eideneier) I 90. 12) Περιουσία: Ορίζει ο νόμος και η ασσίζα ότι ο αυθέντης ένι κρατημένος να πλερώσει όλα, και ας βλέπεται ο καθές καλά ποταπού ανθρώπου δίδει το εσπίτιν του Ασσίζ. 1601· ας βλέπεται καλά πάσα άνθρωπος ποταπού ανθρώπου παραδίδει την εμπαλίαν του εσπιτιού του Ασσίζ. 41117. 13) Κτήριο, οικοδόμημα, οίκημα: έλεγε (ενν. η γυναίκα που ταυτίζεται με την πατρίδα): «να βουλίζανε κι εις τ’ άκταφα να πάσι| τα σπίτια και το πέλαγος εμένα να σκεπάσει …» Τζάνε, Κρ. πόλ. 17811· την χώραν την αφάνισεν που κάτω που τον πάτο,| τα σπίτια και τα τείχη της έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 198· έβαλε (ενν. ο ρε Λέουν) να πλερώννουν δέκατον το ρέντον τούς καβαλλάρηδες και παροίκους και ελευθέρους, και όλα τα σπίτια της Λευκωσίας, φούρνους, μύλους, λουτρά Μαχ. 60633. 14) α) Μοναστήρι: ημείς, αυθέντα, οι καλόγηροι, oπ’ ευρισκόμεσθεν εις αυτό το μοναστήριον, ήλθομεν να σε προσκυνήσομεν … να γλυτώσεις με την ευσπλαγχνίαν σου τούτο το σπίτι, όπου λέγεται και είναι οίκος Θεού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 194· πάντες (ενν. οι μοναχοί) εσηκώθησαν, εφύγασιν αυτίκα,| ελπίζοντες ότι χαλά το σπίτιν να τους πνίξει Προδρ. (Eideneier) III 253 χφ Ρ κριτ. υπ.· β) οίκημα στη δικαιοδοσία μοναστηριού: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος κανονισμένος οπού ένι αρχηγός ή οικονόμος ή οριστής και διδοί, ήγουν νοικιάζει σπίτια ή εις έφυτα και έρχεται και αγκαλεί εις την αυλήν Ασσίζ. 9322‑3· ο μέγας μάστορος να ορδινιάσει τοιούτον αδελφόν εμπαλήν επάνω εις τα σπίτια Ασσίζ. 9413· Εάν γίνεται οτι είς άνθρωπος οπού ένι της ευσεβείας, οπού ένι μαΐστορος ού κουμεντούρης ενού εσπιτίου Ασσίζ. 34317· γ) έκφρ. σπίτι ασκητικό = ασκητήριο, σκήτη: Έδωκε και τους κληρικούς κελλία τριγύρου από την εκκλησίαν κατά την τάξιν τους. Έδωκε και τες ψάλτριες σπίτια ασκητικά Hagia Sophia f 59728. 15) α) Λατρευτικός χώρος, οικοδόμημα αφιερωμένο στη λατρεία του Θεού: λεγόντων ημών των χριστιανών προς υμάς: «Πόθεν απέρχεσθε και προσκυνείτε;» Λέγετε δε υμείς ότι «Εις του Θεού το οσπίτι» Διάλ. Ευθυμ. 131α399, 403· (εδώ προκ. για το ναό της Αγ. Σοφίας): να σε δοξάζουν (ενν. Θεέ) ασεβείς στο άγιόν σου σπίτιν,| απέσω στην Αγιάν Σοφιάν, στα άγια των αγίων; Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 154· (εδώ προκ. για το όρος Χωρήβ, στη χερσόνησο του Σινά): Ο δε των πάντων Βασιλεύς Θεός … εδιάλεξε τούτο το αγιότατον όρος· το οποίον έκαμε σπίτι και παλάτιόν του με το να φανεί εις αυτό και να δώσει … τον Νόμον, λέγω, των δέκα εντολών Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 48· β) (προκ. για εβραϊκή συναγωγή): μη φέρεις δώσμα κούρβας και τιμή σκυλιού σπίτι του Κυρίου του Θεού σου εις παν τάγμα Πεντ. Δευτ. XXIII 19· γ) (προκ. για τον τάφο του Μωάμεθ στη Μέκκα): ει μεν επαναπαύεται ο Θεός εν τῳ οσπιτίῳ εκείνῳ και μόνῳ, εξ ανάγκης ην και φοβερόν μυστήριον εν τῳ τόπῳ Διάλ. Ευθυμ. 131407. 16) α) Ξενοδοχείο: FILOCRATE: Πού στέκει ο Δημόφιλος ο μέγας ξενοδόχος; (παραλ. 32 στ.) CALONIDE: (παραλ. 1 στ.) … μ’ ερωτάς διά τον πενθερόν μου.| Ημείς έναι καιρός πολύς όπου κανένα ξένον| εδέχθημαν στο σπίτιν μας Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 50· Έχω και φόβον ου μικρόν να πάγω εις άλλο σπίτιν,| ότι βαστώ πολύτιμα λιθάρια και χρυσάφιν Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 71· β) ξενώνας φιλοξενίας (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 135): ευθύς επρόσταξε (ενν. ο αυθέντης του Μπουκουρέστι) σπίτια να ετοιμάσουν| σ’ αυτά να τους πεζεύσουσι και να τους αναπαύσουν Μαρκάδ. 695· γ) ξενώνας φιλανθρωπικός (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 130 κε.): σπίτιν και απαντοχή να καλυβιστούν, να πέσουν| ξένοι τινές αιχμάλωτοι … Γεωργηλ., Θαν. 610. 17) (Εδώ) η κιβωτός του Νώε (Για τη σημασ. βλ. Τσαβαρή [Πουλολ.2 σ. 405]): Ηξεύρεις, όταν ήμεθεν εις ένα σπίτι οι δύο| έναν αυθέντην είχαμεν (ενν. το Νώε) Πουλολ. (Τσαβαρή)2 535. 18) Αποθήκη: έχεις (ενν. ασβέστην) ένα σπίτιον γεμάτο Διαθ. Νίκων. 22623· έκφρ. του σιταριού το σπίτι = αποθήκη σιταριού: Ήσωσεν ο Ρωτόκριτος στου σιταριού το σπίτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 573. 19) Μαγαζί, (εδώ) φούρνος, αρτοποιείο: Ως γαρ εδιέβαινα προχθές πλησίον μαγκιπείου,| και βλέπω την μαγκίπισσαν έσωθεν ισταμένην (παραλ. 2 στ.). Εσέβηκα στο σπίτιν της και προσεκύνησά την Προδρ. (Eideneier) III 171 χφ Ρ κριτ. υπ. 20) Κακόφημο σπίτι, πορνείο: έβαλε (ενν. ο Χέοψ) την θυγατέρα του εις ένα σπίτιον, όποιος θέλει να παγαίνει εις ταύτην με μισθόν αισχρού έργου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 239· εάν θέλει (ενν. κανείς άνθρωπος) να λάβει εκείνο τό έδωκεν της γυναίκας της αμαρτωλής, εντέχεται να ποιήσουν να έλθει είς Σαρακηνός εις ένα σπίτιν να πέσει μετά του με α΄ παλούκιν ξυλένον Ασσίζ. 4154. 21) Τόπος, επικράτεια: εγώ ήρτα εις τα χέρια σας ως γοιον απελπισμένος εις το σπίτιν σας, και εμόσετέ μου να με συντροφιάσετε ως την Βενετίαν εις τον έξοδόν μου Μαχ. 53222· ουδέν ουν εφάνη πρέπον εχθρούς … ημών να τους φήσομεν να επάρωσι τοιούτον κάστρον εις την μέσην του τόπου μας … Και εξετάσαντες το πράγμα εστήσαμεν να μηδέν γένηται και … ήλθομεν εις το οσπίτιον ημών Σφρ., Χρον. (Maisano) 5813. 22) Διοικητική έδρα (Για τη σημασ. βλ. Βρανούσης, ΕΜΑ 12, 1962, 61, 72): ήτον (ενν. ο Σπάτας) αυθέντης μέγας και εξουσιαστής εις το Δέλβινον, Φοινίκι και όλην την Αλβανίαν … υποκείμενος τῳ των Ρωμαίων βασιλεί, και το οσπίτιόν του ήτον εις το Φοινίκι Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 1728‑29. 23) Πόλη, (εδώ) η Κωνσταντινούπολη: αυτό το σπίτιν το άπειρον, η Κωνσταντίνου πόλις Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 644· τον αγριόπιστον να εβγάλετ’ εκ το σπίτι,| εκ την Κωνσταντινούπολιν, τη νέα Ρώμη λέγω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 610· Εχάσασιν (ενν. οι Ρωμαίοι) το σπίτιν τους την Πόλιν την αγία Ανακάλ. 3. Εκφρ. 1) Σπίτι σκλαβιών ή σκλάβων = τόπος, γη δουλείας: σε έβγαλεν από την ηγή την Αίγυφτο από σπίτι σκλαβιών Πεντ. Δευτ. XIII 11· είπεν ο Μοσέ προς τον λαό: «Θυμού την ημέρα ετούτη ος εβγήκετε από την Αίγυφτο, από σπίτι σκλάβων …» Πεντ. Έξ. XIII 3. 2) Του Πλούτωνος σπίτια = Άδης: εις σκοτεινά του Πλούτωνος σπίτια ουδέν εσέβη Κορων., Μπούας 62. 3) Σπίτι της φυλακής ή της φύλαξης = φυλακή: επήρεν ο αφέντης του Ιοσέφ αυτόν και έδωσέ τον προς σπίτι της φυλακής, τόπος ος οι φυλακωμένοι του βασιλεά Πεντ. Γέν. XXXIX 20· αδερφός σας ένας να φυλακωθεί εις σπίτι της φύλαξής σας Πεντ. Γέν. XLII 19. Η λ. και σε τοπων.: Πορτολ. A 2464, 6, 7· έκφρ. σπίτι του Πεόρ = (πιθ.) το βουνό Φογώρ (Για τη σημασ. βλ. ΠΔ, Δευτ. 34, 6): Πεντ. Δευτ. XXXIV 6.
όταν,- σύνδ., Χρον. Μορ. P 3456, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 222, 378, 437, Περί ξεν. A 187, Περί ξεν. V 30, Αχιλλ. L 515, Διήγ. Αλ. G 26724, 26821, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 135, Λίμπον. 19, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 16, 316· άνδα, Εβρ. ελεγ. 172· άντα, Ασσίζ. 162, Χρον. Τόκκων 2688, Μαχ. 2433, 9438, 3526, 3547, 43228, 51227, Κανον. διατ. 394· αντά, Ασσίζ. 11028, Κυπρ. ερωτ. 431, 612, 7544, 814, 9537, κ.α.· άνταν, Μαχ. 1023, 1032, 2615, 4426, 10014, 1907, 2629, 40014, 6068, Βουστρ. 426, 449, 461, 471, 509, 537, 542, Κανον. διατ. 380, κ.α.· αντάν, Μαχ. 2144, 5506, Κυπρ. ερωτ. 2414, 495, 506, 528, 10515, κ.α.· ’νταν, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 2657 όνδες, Εβρ. ελεγ. 160· όντα, Ασσίζ. 4029, 5210, 3054, 33322, 45321, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 676, Σαχλ. N 308, Σαχλ., Αφήγ. 121, 844, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2271, Φαλιέρ., Λόγ. 294, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 321, Μαχ. 45815, 58632, 65436, Θησ. (Foll.) I 34, 68, Γαδ. διήγ. (Pochert) 30e, 294f, Διήγ. Αλ. V 56, Απόκοπ.2 386, Αγν., Ποιήμ. Γ΄ 15, Ριμ. Απολλων. 22, Σκλάβ. 251, Πένθ. θαν.2 535, Βεντράμ., Γυν. 56, 174, Δεφ., Λόγ. 452, Πεντ. Δευτ. VI 7, Κυπρ. ερωτ. 51, 795, 1074, Πανώρ. Α΄ 157, 362, Γ΄ 415, 594, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 447, Β΄ 300, Γ΄ 113, Δ΄ 751, Ε΄ 169, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 101, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 56, Πιστ. βοσκ. V 6, 57, Βοσκοπ.2 326, Θυσ.2 134, 340, Στάθ. (Martini) Α΄ 2, 97, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 626, Διήγ. ωραιότ. 956, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 362, κ.α.· οντά, Αλεξ. 2682, Συναξ. γυν. 971, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 578, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27516· όνταν, Κομν., Διδασκ. Δ 56, Προδρ. (Eideneier) III 60 χφ Ρ κριτ. υπ., 70 χφ Ρ κριτ. υπ., Ασσίζ. 2207, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 484, Χρον. Μορ. P 348, Σαχλ., Αφήγ. 704, Φαλιέρ., Ιστ.2 15, Μαχ. 1433, 20418, 42016, 59225, Ch. pop. 229, Βουστρ. 534, Γαδ. διήγ. (Pochert) 90Β, Πεντ. Λευιτ. XXVI 44, Δευτ. IV 46, Κυπρ. ερωτ. 10524, Πανώρ. Β΄ 357, Γ΄ 99, Θυσ.2 388, κ.α.· οντάν, Προδρ. (Eideneier) III 60 χφ Ρ κριτ. υπ., 70 χφ Ρ κριτ. υπ.· όντας, Θρ. Κύπρ. M 625, Πανώρ. Β΄ 12, 32, Δ΄ 382, Φαλλίδ. 35, 52, Θυσ.2 346, 826, 829, Στάθ. (Martini) Α΄ 121, Β΄ 80, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 302, Ε΄ 53, 334, κ.α.· όντε, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1711, Σαχλ., Αφήγ. 448, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1601, Φαλιέρ., Ιστ.2 633, Καραβ. 4965, Απόκοπ.2 104, Πανώρ. Α΄ 376, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 240, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 118, 153, Β΄ 648, Γ΄ 1389, Δ΄ 962, Ε΄ 381, Θυσ.2 828, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 393, Β΄ 59, Ε΄ 605, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 535, Τζάνε, Κρ. πόλ. 57215, κ.α.· οντέ, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ' 664· όντεν, Σαχλ. N 396, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 823, Φαλιέρ., Ιστ.2 245, Ch. pop. 118, Ριμ. κόρ. 584, Πεντ. Γέν. XXV 6, Δευτ. XXXI 27, Πανώρ. Α΄ 163, Δ΄ 1, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 340, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 857, Δ΄ 1013, Λεηλ. Παροικ. 621, κ.α.· οντέν, Τσιρίγ., Επιστ. 1694, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6612, 769, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 707· όνυενε, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ μετά στ. 78· όντες, Πανώρ. Γ· 181, Δ΄ 311, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1810, Β΄ 332, Στάθ. (Martini) Α΄ 240, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 280· ότα, Σπαν. (Ζώρ.) V 90, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2620· ότεν, Βουστρ. 469.
Ο αρχ. σύνδ. όταν. Ο τ. άντα σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 442) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Pern., Ét. littér. gr. II 383, Σακ., Κυπρ. Β΄ 454)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. αντά σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. άνταν και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 454, Pern., Ét. littér. gr. II 383)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. αντάν και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 47). Ο τ. όντα στο Κατσαΐτ., Θυ. Δ΄ 98 και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. όνταν στο Somav. (στη λ.), σε έγγρ. του 17. αι. (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 7831) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 454, Λουκά, Γλωσσάρ. 47, Pern., Ét. littér. gr. II 383)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505, Psich., Qu. tr. ΙΑ΄, 115. Ο τ. οντάν στο Meursius και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. όντας στο Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 31, Β΄ 559, Γ΄ 470, Κλ. Α΄ 551 και σήμ. ιδιωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ. 347, λ. όνταν, Παπαδ. Α., Λεξ., Pern., Ét. littér. gr. II 383, Πασπ., Γλωσσ. 265, Κουκ., Αθ. 49, 1939, 103)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505. Ο τ. όντε και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 176, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. όντες και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 176, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαδ. Α., Λεξ., Λουκά, Γλωσσάρ. 47)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505. Ο τ. ότα και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., όπου και άλλοι τ. της λ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
Α´ (Με υποτ.) 1) (Με υποτ. αορ. προκ. για πράξη προσδοκώμενη) α) όταν: υμείς δε, όταν έλθει ο Ατάπακας …, μη ομολογήσετέ με Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 8· ν’ αργήσει να ’ρτει ο χάρος εις αυτόν σου| κι αντά γεράσεις να ’σαι δίχα βάρη Κυπρ. ερωτ. 10448· β) μόλις, τη στιγμή που: Μοναύτα ο ρήγας όρισεν όλους τους καβαλλάρηδες να είναι δηγημένοι, αντάν τους τάξου, να μπου εις τα κάτεργα να παν διά τους εχθρούς τους Μαχ. 10220· επήρεν (ενν. ο Αποστολές) και τους δύο Τζιτζιλιάνους και επαρήγγειλέν τους πως, άντα να τους ορίσειν, να τον σκοτώσου τον τζαμπερλάνο Βουστρ. 416. 2) α) (Με υποτ. ενεστ. ή αορ. προκ. για πράξη αορίστως επαναλαμβανόμενη) κάθε φορά που, όσο χρόνο: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 341· Κακά γνωρίζει την καρδιάν κανένας,| αντάν το πρόσωπον τινός βιγλίζει Κυπρ. ερωτ. 492· Όνταν την ευγιένειά σου να βιγλίσω| χάννεται ο λογισμός μου Κυπρ. ερωτ. 9115· β) (εδώ με προηγ. την αντων. πάσα ή το σύνδ. κάθα· βλ. και κάθε 3): Κάτεχε, Αλεξάντρα μου, και πάσα όντας λογιάσω| την ευτηνιά τω γυναικώ, μὄρχεται να κτικιάσω Στάθ. (Martini) Α΄ 69· κάθα όντας με δούσι (ενν. οι φίλοι), φεύγου Φαλλίδ. (Παναγ.) 114. 3) Για εισαγωγή παρομοίωσης με προηγ. τα γιον, σαν (Πβ. και L‑S, λ. όταν II 1): Πάθος δεν έν’ σ’ εκείνους που ποθούσιν,| γιον αντάν δουν και λείψει τους το θάρρος| κι αντάν την πεθυμιάν τους πιντωθούσιν Κυπρ. ερωτ. 532· ως άγνωστη εκομπώθηκα κι επιάστηκα στο βρόχι,| σαν όντε στένει ο κυνηγός και την ελπίδα τὄχει| να ’βρει πουλίν ακάτεχο κι άγνωστο να γελάσει,| κι όντε πετά και κιλαδεί, με πλάνος να το πιάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 952. 4) (Σε ιδιάζ. χρ.) τότε, στην περίπτωση που: οι ανθρώποι οπού παν της θαλάσσου, εάν γίνεται ότι έχουν καμιά δυσκεψίαν με τους ναύτες τους … το δίκαιον ορίζει ότι άντα να κριθούν με την αυλήν της θαλάσσου Ασσίζ. 29418. Β´ (Με οριστ.) 1) (Με οριστ., για να εκφραστεί ένα πραγματικό γεγονός προτερόχρονο, σύγχρονο ή υστερόχρονο με εκείνο της προσδιοριζόμενης πρότασης) όταν: να φερθούν οι λοστοί σου εις τα κρικέλλια, και να είναι οι λοστοί ιπί τα δύο πλάγια του θεσιαστηριού όνταν σηκώνουν αυτό Πεντ. Έξ. XXVII 7· Ω! καλορίζικοι καιροί αλλότες που ’σαν κείνοι,| όντα προυκιό τση κορασάς ήταν η προκοσύνη Πανώρ. Ε΄ 246· όντας απέθανε ο πατέρας του, ό,τι του ηύρε, το έπαιξε στα χαρτία Σουμμ., Ρεμπελ. 171· ταχυτέρου, όντε ξημερώνει, άμε ομπροστάς του βασιλέως Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 425· όλ’ η αρμάτα ν’ ακλουθά, όντα θα πολεμήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4178. 2) (Με το σχήμα ήθελα + απαρέμφ. ή υποτ. για να εκφραστεί κάτι το δυνατό ή ενδεχόμενο στο παρελθόν): Όντε γυρέψειν ήθελα να πάρω την τιμή σου| η γης ας ήθελε σκιστεί ζιμιό να με ρουφήξει Πανώρ. Β΄ 325· λιγοθυμνιές μού δίδουσι και πόνοι του θανάτου,| οντά ’θελα συλλογισθεί το τέλος του πραγμάτου.| Τι ’γίνης, το παιδάκι μου, η φρόνιμή μου κόρη Μαρκάδ. 380· εγνώριζε πάσα χριστιανός το πατριαρχείον, όταν ήθελεν ιδεί τον σταυρόν Ιστ. πατρ. 17815. 3) α) (Για να δηλωθεί επανάληψη) κάθε φορά που, όσες φορές: Ώχου, τ’ αδέρφια όνδες μαζώνονδαι, Θε μου, χαρά οπού ’ναι Εβρ. ελεγ. 162· πρίκα δεν είναι πάλι,| σαν όντε δυο χωρίζουνται πὄχου φιλιά μεγάλη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 258· (εδώ με οριστ. αορ. και το να πλεοναστικά): όντα νἄππεσεν ο ρήγας να κοιμηθεί, αγγάλιζεν το αυτόν αποκάμισον και εκοιμάτον Μαχ. 11419· άντα νάρταν τα ξύλα της Βενετίας, της Γενούβας, της Φλουρέντζας, της Πίζας, της Καταλωνίας, και ούλης της Δύσης, εύρισκαν τας σπετζίας Μαχ. 8026· άντα να χωρίστησαν ο υιός ή κόρη να αρμαστείν, επλέρωννεν πασαείς το μερτικόν του Μαχ. 836· β) (εδώ με προηγ. την αντων. πάσα ή το σύνδ. κάθα· βλ. και κάθε 3): Πάσα όντας είναι αρχιμενιά, τέσσερις λίτρες παίρνεις| και φαίνεταί μου αληθινά και το πετσί μου γδέρνεις Στάθ. (Martini) Α΄ 179· άλλα πολλά εκάνασι (ενν. οι Ρωμιοί) κάθα όταν είχαν έβγει Τζάνε, Κρ. πόλ. 5323· όποιος τιμά την αγία Κυριακή, τον Κύριον τιμά, ωσάν και τση Παναγίας Θεοτόκου να τιμά, κάθα όντεν είναι και σκολάξει την εορτήν της, τιμά την Θεοτόκον Αποκ. Θεοτ. II 146. 4) (Σε διηγήσεις για να δηλωθεί κ. το αιφνίδιο και απροσδόκητο) και τότε, τότε όμως (Βλ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 282, ΙΙΖ΄): δεν ξεύρει πού να δώσει (ενν. η Αρετούσα)| και κλαίγοντας παρακαλεί, κοιμώντας, να γλυτώσει,| όντες θωρεί πως ήλαψε στου ποταμού την πλάτη| μια λαμπυρότατη φωτιά κι άθρωπος την εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 65· θέλου να μπούνε σ’ ορδινιά (ενν. οι αφεντόπουλοι), γιατί άλλοι δεν ελείπα,| όντε γροικούν από μακρά σα βούκινο κι εκτύπα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 582. ΄Εκφρ. Απάνω όταν, όνταν, όντε, όντεν, βλ. επάνω (I) Β΄.
ουδέποτε,- επίρρ., Σπαν. P 152, Προδρ. (Eideneier) IV 228, Φαλιέρ., Ιστ.2 720, 721, Θησ. Πρόλ. [87], Κυπρ. ερωτ. 184, Πανώρ. Α΄ 309, 310· ’δέποτε, Κυπρ. ερωτ. 9718· ουδεποτέ, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1084, 1146· ουδέποτες, Συναξ. γυν. 304· ουδεποττέ, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 114.
Το αρχ. επίρρ. ουδέποτε. Τ. ουδίπουτι σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex. στη λ.). Η λ. και σήμ.
α) Ποτέ, καμιά φορά: έχουσιν τώρα τα χτηνά παντού να φαν| και ο καιρός να ’πνάζουσιν δωρούμενος| κι εγώ δεν βρίσκω ’δέποτε την θαραπάν Κυπρ. ερωτ. 9718· ο Υιός και Λόγος του Θεού και Πατρός … ουδέποτε δεν έλειπεν από τα άνω μέρη του ουρανού Μετάφρ. Ακαθ. Ύμν. 13834· β) ποτέ δεν, καμιά φορά δεν: Διγ. (Trapp) Gr. 3003, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 818· (με γεν. προσωπικής αντων.): ’δόντα τον καμόν μου —πώς κοπιάζω| κι ουδέποτέ μου ’πνάζω— λυπηθείτε Κυπρ. ερωτ. 10317· ουδέποτέ του εθέλησε από την ώρα κείνη| άρματα να βαστάξει πλιο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 881· εγράφτη (ενν. η αγάπη) μέσα στην καρδιά κι ουδέποτέ τση ελειώθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 22· γ) κι ούτε ποτέ, και ποτέ: έχουν την ίδια γνώμη,| εκείνην οπού ’χαν παλαιά, και δεν την εσαλεύσαν,| ουδέποτε των αλλωνών τες γνώμες επιστεύσαν Λίμπον. Επίλ. 46. — Πβ. μηδέποτε.
ουδετίποτε,- αντων., Διδ. Σολ. Ρ 148, Σπαν. P 263, Gesprächb. 1717, Λίβ. P 1182, Λίβ. Sc. 1499, Σφρ., Χρον. μ. 9827, Νεκρ. βασιλ. 78, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 31, Μαξίμου, Συναξ. αγ. Νικολ. 144· ’δετίποτα, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 242 χφ L κριτ. υπ.· ’δετίποτες, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 242· ουδετίβετας, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402· ουδετίβοτας, Ροδολ. (Αποσκ.) Β 57· ουδετίποτα, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 242 χφ Ν κριτ. υπ.· ουδετίποτας, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 421, Μορεζίν., Λόγ. 469, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Παπατρ.) 70· ουδετίποτες, Rechenb. 73, Μαχ. 5724, 64432, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 22r, φ. 54r, φ. 158r, φ. 190v, Πορτολ. A 3205, Διγ. Άνδρ. 37120, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 98, Χριστ. διδασκ. 199, 360, 451, Ροδινός (Βαλ.) 102, 114, 210, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 142 κ.α.
Από το σύνδ. ουδέ και την αντων. τίποτε. Οι τ. ουδετίποτα, ουδετίποτε, ουδετίποτες, καθώς και τ. ουδετίποτις στο Somav., στη λ. Ο τ. ουδετίποτες και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 705). Η λ. στο Βλάχ.
Τίποτε απολύτως: τι ήκουσες;| ουδέν ήκουσα ουδετίποτε Gesprächb. 28408· μηδέ φιλονικείς διά ουδετίποτε, ίνα μη εμπέσεις εις όχλησιν και ταραχήν Ιακ., Παραιν. 813· Όμως ομπρός εις την γνώσιν ούλα είναι ουδετίποτε Μαχ. 5722· (σε επιθετ. χρ.): ασήμαντος, μηδαμινός (Βλ. και Δημητράκ.): εβοήθαν τως (ενν. η παρθένος Μαρία) και με ολίγην δύναμιν και με ουδετίβετας φουσσάτον Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402· έτσι από τον σκάνθαρον να πειραχθεί αδίκως| οπού ’ναι ουδετίποτες μικρόν ζώον στο μήκος Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 241. Η λ. ως ουσ. (προκ. να δηλωθεί κ. το εντελώς ανάξιο λόγου) = απολύτως τίποτε, μηδέν: έκαμεν (ενν. ο Θεός) από το ουδετίποτες τον ουρανόν και την γην Χριστ. διδασκ. 39· θέλω να ειπώ, αυτά τα ταξίματα και τα όμορφα και πολλά λόγια, να καταντούν εις τον πηλόν, ήγουν εις το ουδετίποτες Ροδινός (Βαλ.) 66· (σε ειδική χρ.): αυτοί με καταζήλεψαν με διχώς Θεό, εκάκωσάν με με τα ουδετίποτέ τους Πεντ. Δευτ. XXXII 21. — Βλ. και ά. μηδετίποτε.
όφελος- το, Διγ. A 2640, Χρον. Μορ. H 5312 (έκδ. όφελες), Αχέλ. 1984, 2156, Πανώρ. Β΄ 566 κριτ. υπ., Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 96, Χορ. γ΄ 438, Δ΄ 652, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ΄ 74, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 478, Γ΄ 382, 506, Θυσ.2 392, Σοφιαν., Γραμμ. 214, κ.α.· αιτιατ. εν. όφελον, Σπαν. A 50, 678, Σπαν. B 118, Σαχλ., Αφήγ. 273, Χειλά, Χρον. 353, Θησ. (Foll.) I 90, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 661· έφελος, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2231, Πανώρ. Β΄ 566, 573, Γ΄ 232, Ε΄ 144, 174, 282, Πιστ. βοσκ. I 2, 223, 251, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 383· οφέλος, Ευγέν. 154· ’φέλος, Φαλιέρ., Ιστ.2 430.
Το αρχ. ουσ. όφελος. Για την αιτιατ. εν. όφελον βλ. Χατζιδ., Βυζαντίς 2, 1911-12, 513. Ο τ. έφελος σε επιστ. του 17. αι. (Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 175) και σήμ. στην Κρήτη (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 228) και στην Κάρπαθο (Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ.)· για το σχηματ. του βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 327 και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 228 και Β΄ 40, Ο τ. οφέλος από μετρ. αν. Τ. έφελο σε έγγρ. του 16. αι. (Έγγρ. Σύρου 187), όφελε σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων.), όφελο στο Κατσαΐτ., Ιφ. Β΄ 493, 642 και πληθ. όφελα σε έγγρ. του 17. αι. (Τωμ., Κρητολ. 9, 1979, 13). Η λ. και σήμ.
1) α) Ωφέλεια, κέρδος: Διγ. Z 1104· πάντα εγώ μαθαίνω σε και πάντα παραγγέλλω,| μη τα εξαφήκεις … και μη τα αλησμονήσεις,| να είναι πάντα εις όφελον και εις καλόν σου μέγα Σπαν. (Ζώρ.) V 422· αν ήξευρα κι ο θάνατος εις έφελός σου να ’το,| να σκοτωθείς, κακότυχε, κι εγώ αποφάσιζά το Πανώρ. Β΄ 571· (προκ. για πνευματική ωφέλεια): Μην βαρεθείτε το ζιμιό ώστε να ιδείτε τέλος,| και ύστερα με τον λόγον σας πέτε αν έχει οφέλος (ενν. η κωμεδιά) Ευγέν. 154· β) συμφέρον: Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 24· ως το έχουν οι διάταξες κι όλα τα δικαστήρια| και λέγουσιν ο καθεείς τό ξεύρει εις όφελόν του Χρον. Μορ. P 7565. 2) α) Βοήθεια· ασφάλεια: επροσέρχοντο γαρ λύκοι| εις τε τας σκηνάς Ελλήνων,| ήρπαζον εκ μέσου πάντων| τους ανθρώπους τε και κτήνη.| Θέλων δε Δυσσεύς ερίζειν| τον σοφόν τον Παλαμήδην| τα προς όφελον Ελλήνων,| περισσούς λαβών τοξότας| προς εκείνους γαρ εχώρει,| ίνα προς φθοράν τοξεύουν| την γενέαν γουν των λύκων Ερμον. Ζ 141· εδιόρθωναν είτι αν έκαμνεν χρεία| διά όφελον του κάστρου τους και του λαού της όλου Θησ. (Foll.) I 91· β) (προκ. για ασθένεια) ίαση: Ένας πτωχός ασθένησε ασθένειαν μεγάλη| και τον θεόν εδέετον …| να τον γλυτώσει, κι εκατόν βόδια ευθύς να σφάξει (παραλ. 1 στ.). Λέγει τον η γυναίκα του: «… (παραλ. 1 στ.) Εσύ αυτά που έταξες ποσώς και δεν τα έχεις,| και πλέον από τον θεόν τι όφελος παντέχεις;» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 158. 3) Ευεργεσία: ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ: Μεγάλη χάρη τη θεά είδα να σασε κάμει,| να ’ρθει στη γης για λόγου σας …· (παραλ. 43 στ.) ΓΥΠΑΡΗΣ: Αλέξη, ας πάμ’ ογλήγορα τσι λυγερές να βρούμε| και το έφελος απ’ έκαμε τούτ’ η θεά να δούμε Πανώρ. Δ΄ 442. 4) Χαρά, ευτυχία: Χίλια καλώς επιάσασι η χέρα μου την χέρα (παραλ. 4 στ.). Μα μ’ όλα αυτά χαιράμενος δεν ημπορώ να στέκω| έχοντα ν’ ακριβεύγεσαι πλια δοξασμένο μέλος| οπού σ’ εμείς κι εις εσέν ήθελε δώσει ’φέλος Φαλιέρ., Ιστ.2 430. Φρ. 1) Βρίσκω όφελος = ωφελούμαι: ν’ αφηκρασθείς τους λόγους μου, ν’ ακούσεις την βουλήν μου,| διά να εύρεις όφελος από την συμβουλήν μου Ιστ. Βλαχ. 1354. 2) Δίδεται όφελος, βλ. δίδω I Α΄ 15α φρ. 3) Κάνω όφελος, βλ. κάμνω Φρ. 4) Πιάνω όφελος = φέρνω αποτέλεσμα: εκάναν (ενν. πασάδες και ραΐσηδες) ό,τι δύνουνταν σαν σκύλοι λυσσασμένοι·| καλά και εις τον κόπον τους όφελος δεν επιάναν … Αχέλ. 1992. 5) Ποιώ όφελον … = ωφελώ, φέρνω θετικό αποτέλεσμα, βοηθώ: Αφέντη, μέγα πρίγκιπα, ολπίζω η δούλεψή μου| όφελον σε εποίησεν και διάφορον ομοίως Χρον. Μορ. P 5721.
οφίδιον (I)- το, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 1914, Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 98, 100, 119, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 61 δις, 256, Μπερτόλδος 55· αφίδι, Gesprächb. 5022· οφίδι, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 1915, Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 100, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 130, 153, 195, 260· οφίδιν, Περί ξεν. A 259, Λίβ. P 151, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1915, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 1158, Πορτολ. A 193, 706· οφίδι(ο)ν, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 10560 (Δωδώνη 15, 1986, 137), Πουλολ. (Τσαβαρή)2 382, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 347, 439, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 332, Αλεξ. 2038, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2318, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 3713, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 2308· Διήγ. Αλ. F (Konst.) 3615, 1148, 19025· φίδι, Θησ. Γ΄ [331], Ζ΄ [1267], Θ΄ [52], Αλεξ. 2658, 2677, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 55r, φ. 157r, φ. 164r, Πεντ. Γέν. III 1, 2, 4, 14, XLIX 17, Έξ. IV 3, VII 12, Αρ. XXI 6, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 69 τίτλ. 691, 3, 992, 116 τίτλ., κ.α.· φίδι (ν), Εβρ. ελεγ. 166, Θρ. Κων/π. H 103, Θρ. Κων/π. διάλ. 108· φίδιν, Λίβ. N 386, Φυσιολ. 274, Δαρκές, Προσκυν. 98· φίδι(ο)ν, Ιατροσ. κώδ. φη΄, χλ΄, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 25614.
Το αρχ. ουσ. οφίδιον. Ο τ. οφίδι και σήμ. στην Κρήτη (Πλατάκης, Κρητολ. 10-11, 1980, 92). Οι τ. οφίδιν και φίδιν και σήμ. στον Πόντο (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οφίδιν). Ο τ. φίδι στο Meursius (λ. φίδη. φίδιον) και σήμ. Ο τ. φίδι(ν) και σήμ. στη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Ο τ. φίδιον στο Meursius (λ. φίδη. φίδιον). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 842, λ. ’φίιν, Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οφίδιν και Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.).
1) Φίδι: Έτσι ωσάν εστέκουντον οχία, φίδ’ ευρέθη·| στα χόρτα εκοιμούντονε και παρευθύς εγέρθη| και δάγκωσε τον κυνηγόν Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 315· ευθύς κρυφά οπίσω εγύρισαν (ενν. οι βάρβαροι) συρόμενοι εις την γην ωσάν τα φίδια Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 130· (συνεκδ. το ένα αντί για τα πολλά): απέστειλεν ο Κύριος εις τον λαό τα φίδια τις σπίθες και εδάγκασαν το λαό …· ψάλλε προς τον Κύριο και να βγάλει αποπάνου μας το φίδι Πεντ. Αρ. XXI 7· (σε μεταφ.): η μήτηρ σαν μ’ εβάσταξεν απέσω στην κοιλιάν της| φίδιν να ήθελα γενεί, τα σπλάχνα της να φάγω Περί ξεν. V 260· στα στήθη μου να πέσουν (ενν. τα δάκρυα),| φίδια μαύρα να γενούν, να φάσιν την καρδιά μου Περί ξεν. A 277. 2) Τερατώδες ερπετό: έναν οφίδιν φοβερόν, οπού ποτέ ου κοιμάται,| πάντα αγρυπνά, πάντα έξυπνα στήκει, διαφυλάττει (ενν. την τρίχαν την χρυσήν του κρίου) Πόλ. Τρωάδ. 42· εκείνος ο παράνομος ως δράκος εμορφώθη (παραλ. 1 στ.), έδειξεν πέντε κεφαλές ως των φιδιών το γένος Θρ. Κων/π. διάλ. 86. 3) Το φίδι του παραδείσου ως όργανο του διαβόλου: είπεν ο Κύριος ο Θεός της γεναίκας: «Τι ετούτο έκαμες;» Και είπεν η γεναίκα: «Το φίδι εξεπάτησέ με και έφαγα» Πεντ. Γέν. III 13· Στην μέσην έχουν (ενν. ο Αδάμ και η Εύα) το δενδρόν, το φίδι έναι ζωσμένον Βεν. 63. 4) Ο διάβολος: Κάποιος άνθρωπος … με φθόνον του νοητού οφιδίου, ήγουν διαβόλου, εδέχθησαν … εις τα άντερά του μέσα οφίδιον αισθητόν, το οποίον εκατάτρωγε … τα σωθικά του Διαθ. Νίκωνος 259. 5) (Μεταφ. προκ. για άνθρωπο κακό, μοχθηρό): κανείς εράθυμος του φιδίου υπερβαίνει,| μόνον της άνομης γυνής, οπού τον υπερβαίνει Συναξ. γυν. 253. ΄Εκφρ. Του οφιδίου τα (ομ)μάτια = (πιθ.) ημιπολύτιμος λίθος: Εξέβαλάν του (ενν. του Αλεξάνδρου) το απανωφόριν του Ξέρξη, του βασιλέως της Περσίας, οπού το είχε εγκοσμημένον με του οφιδίου τα ομμάτια, με πολύτιμα λιθάρια θαυμαστά Διήγ. Αλ. E (Lolos) 25713· Εξέβγαλάν του το απανωφόρι του Έρξου, του βασιλέως της Περσίας, οπού ήτον εκοσμημένο όλο με του οφιδίου τα μάτια Διήγ. Αλ. G 27220.
οφιδόπουλο(ν)- το· φιδόπουλο, Αλεξ. 211· φιδόπουλον, Αλεξ. 216.
Από το ουσ. οφίδιον και την υποκορ. κατάλ. ‑πουλο(ν). Τ. (ο)φιδόπ’λον σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οφίδιν).
Το νεογνό του φιδιού: την είδε χελιδών (ενν. την όρνιθα) πως έκαμνε λωλία| και τα φιδόπουλά ’θρεφε σαν να ’τανε πουλλία Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1166.
όχι,- μόρ., Λίβ. P 1476, 2776, Μαχ. 44611, Πεντ. Γέν. III 4, Δευτ. XI 2, Κυπρ. ερωτ. 7548, Πανώρ. Α΄ 287, Γ΄ 195, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ΄ 110, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 271, Δ΄ 367, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 424, 444, Θυσ.2 436, Τζάνε, Κρ. πόλ. 47515, κ.α.· όσι, Αλφ. (Mor.) III 50.
Από το αρχ. αρνητ. μόρ. ουχί (Για διαφορετική ετυμ. βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 492). Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 705). Τ. όι σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 700, λ. όι) και στην Κρήτη (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ. λ. όιδα). Τ. οχί ήδη μτγν. Τ. οχία και οχιά σήμ. στο τσακων. ιδίωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ.). Τ. όχιν σε έγγρ. του 17. αι. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39/40, 1972/73, 223). Η λ. στο Meursius, σε επιστ. του 18.-19. αι. (Σιγάλας, Ελλην. 2, 1929, 28, 75) και σήμ.
1) Ως μονολεκτική αρνητ. απάντηση σε ερώτηση, προτροπή, παράκληση· συχνά επαναλαμβάνεται για να εκφράσει πιο ισχυρή άρν.: Λέγει ο Σαμουήλ: «Όλα σου τα παιδία είναι ετούτα;» Λέγει ο Ιεσσαί: «Όχι …» Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 189r· ΜΑΡΚΟΛΦΑ: Άκουσε, περιβολάρη, μην στέκεσαι χωρίς άλλον να δώσεις το εγκάλεσμα, ότι εγώ σε ευχαριστώ. Σταμάτησε ειρηνικός, και άφησε να κάμω εγώ. ΠΕΡΙΒΟΛΑΡΗΣ: Όχι όχι, εγώ θέλω ότι ο βασιλεύς να μάθει το κάθε πράγμα Μπερτολδίνος 160· ΒΑΣΙΛΕΥΣ: … Όρσου, επάρτε τον ολίγον εις την Βασίλισσαν. ΜΠΕΡΤΟΛΔΙΝΟΣ: Φέρτε εκείνην σε εμένανε εδώ. ΒΑΣΙΛΕΥΣ: Όχι όχι, άμε μόνο με τουτουνούς Μπερτολδίνος 152· φρ. λέγω όχι σε κάπ., βλ. λέγω Φρ. 21. 2) Χρησιμοποιείται μαζί με αρνητ. πρόταση για ενίσχυση της αρνητ. έννοιάς της (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 223): ΜΠΕΡΤΟΛΔΙΝΟΣ: … εμείς σου δανείζομεν τον εδικόν μας (ενν. πετεινόν) αν θέλεις … ΒΑΣΙΛΕΥΣ: Δεν χρειάζομαι πετεινόν, όχι, εγώ σε ευχαριστώ Μπερτολδίνος 153. 3) Πριν από μέλος πρότασης ως άρν. της έννοιάς του και κυρίως σε αντιθέσεις (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 223-4): ήξερεν ο Ονάν ότι όχι αυτουνού να είναι η σπορά Πεντ. Γέν. XXXVIII 9· μια χαρά ήθελες έχει μόνο| κι εκείνη όχι πολλά σωστή για του παιδιού τον πόνο Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 298· ομπρός απ’ όλους ήρχουνταν πεζοί, όχι καβαλάροι,| οκτώ νέοι ξαρμάτωτοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 375· Δύο τινές τσικούριον ένα στη στράτα βρήκαν| και μάλωμα στην μέσην τους ανάμεσα εποίκαν·| ο ένας, που το εύρηκεν, έλεγεν απατός του| το ηύρεν, όχ’ οι δύο τους, να έχει μοναχός του Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 834. 4) Μόνο του, ως σύντομη επανάληψη μιας προηγ. πρότασης στην αρνητ. μορφή της (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 224): είπαν: «… γνώρισε εδά αν το πικάμισο του υιού σου αυτό αν όχι» Πεντ. Γέν. XXXVII 32· Τι λέγεις εσύ, Μπερτολδίνε, θέλεις να υπάγεις ή όχι; Μπερτολδίνος 102· να ηθέλα θέλειν οι θεοί, πρίχου να σε γνωρίσω (ενν. υγιέ), πρίχου σε πιάσω, αγάπη μου, πρίχου σε κανακίσω,| να ’χ’ αποθάνει, …| τόσες μου λύπες κι άμετροι πόνοι να λείπου ομάδι.| Αμ’ όχι, κι έλειωσε το φως κι ο ήλιος είχε σβήσει| κι απόμεινα εις παντοτινή σκοτεινιασμένη δύση Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 407. 5) Σε αντιθετική σύνδεση α) εννοιών (το όχι ως άρν. πριν από μέλος πρότασης) (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄, 37-8) α1) με προηγ. κατάφαση και με τους συνδ. αμή, μα: ο πόθος, ποθητέ, μπορεί καμπόσα,| αμμ’ όχι γιον μιαν άγγρη μηδέ τόσα Κυπρ. ερωτ. 678· Ετούτα μιαν αργατινήν ελέγανε όλη νύκτα·| τα σφάλματα του Ρώκριτου, μα όχι εκεινής τα ρίκτα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 42· α2) με επόμ. κατάφαση στο σχ. όχι … αμή, με, παρά: στείλε με το κτένι το γονικοπατρικόν μου, όχι το πυκνόν, αμή το αρύν Σπανός (Eideneier) Α 234· το πράμα κείνο| απού θελήσαν οι θεοί κι εκάμασι στανιό τση (ενν. της αφεντιάς σου)| κι όχι για πλια χειρότερο, μα για καλύτερό τση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 452· εις την θάλασσαν, μα όχι εις άλλην, παρά εις την Ερυθράν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 429· β) προτάσεων (το όχι ως άρν. σε πρόταση κρίσεως ή επιθυμίας) (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 225) β1) με προηγ. καταφ. πρόταση και με το σύνδ. αμή: Μαγάρι ας εύρομεν για ’δά τίποτις λίγο μίσο,| αμ’ όχι δίχως τίποτις να στρέψομεν οπίσω Φαλιέρ., Ιστ.2 390· β2) με επόμ. καταφ. πρόταση στο σχ. όχι (για) να … μα (για) να ή όχι γιατί … μα για + ουσ.: Όχι για να τη λυπηθώ, μα για να δω πώς κλαίγει,| να δροσιστώ, θε να σταθώ ν’ αφουκραστώ τά λέγει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 241· άλλα πολλά τά δε μπορώ, γλυκότατό μου ταίρι,| όχι να πει η γλώσσα μου, μα ο νους μου ν’ αναφέρει Φαλιέρ., Ιστ.2 524 κριτ. υπ.· Στα δάση το λιοντάρι| τ’ αγριότατο μουγκρίζει| και όχι γιατί μανίζει| μα γιαν τον πόθο έτσι αναστενάζει Πιστ. βοσκ. I 1, 267. 6) Σε αποφατική σύνδεση α) εννοιών (το όχι ως άρν. πριν από μέλος πρότασης και συχνά με προηγ. το και) (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 29-31): κρατούσιν άλλοι,| βλέποντας τον Πανάρετο ’ς τόση τιμή μεγάλη,| πως μοίρα τονε ψήλωσε κι όχι οι καλές του διάξες Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 59· Μεγάλες έγνοιες και σκλαβιά τσ’ αγάπης, πρικαμένο| κι όχι άλλο πράμα έτσι πουρνό μ’ έχουν εδώ φερμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 66· άφης με τα πόδια σου να σκύψω να φιλήσω,| για ν’ αποθάνω σήμερα σα σκλάβα αγοραστή σου,| στη χάρη σου, άξε βασιλιέ, κι όχι καθώς παιδί σου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 408· (εδώ σε διαδοχικές αρν.): από ’δετίποτες σ’ έκαμεν ο Θεός σου| και όχι δεντρόν ουδέ κλαδί, κτήμαν, ουδέ λιθάρι,| αλλ’ άνθρωπον Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 243· β) προτάσεων (το όχι ως άρν. σε πρόταση κρίσεως ή επιθυμίας και συχνά με προηγ. το και) (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 223): αλύπητη δε σου τυχαίνει να ’σαι,| μα κείνον απού καίγεται για σένα να λυπάσαι| και μ ένα σκιας ανάβλεμμα γλυκύ να τ’ αντιμεύγεις| τον πόνον του τον άμετρο κι όχι να τον παιδεύγεις Πανώρ. Β΄ 306· Τούτο το πράμα οπού θωρείς σήμερο πως σ’ αρέσει| θε να σε βλάψει με καιρόν, όχι να σε φελέσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 128· Δε δύνομαι να σε θωρώ, φτωχέ, καλά το λέγεις,| γιατί σ’ οργίζομαι πολλά κι όχι γιατί μου κλαίγεις Πανώρ. Β΄ 394. 7) Σε επιδοτική σύνδεση α) εννοιών (το όχι ως άρν. πριν από μέλος πρότασης) στο σχ. όχι (μόνον) … αμή και (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 43-5): Όχι το τέκνο μοναχά (ενν. να θυσιάσεις), αμή και το κορμί σου,| το σπίτι σου, το πράμα σου, τα πλούτη κι η γυνή σου Θυσ.2 227· β) προτάσεων (το όχι ως άρν. σε πρόταση κρίσεως ή επιθυμίας) στο σχ. όχι μόνον … αμή (και)/μα και (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 43-5 και 225): Με όλον ετούτο εσύ όχι μόνον κάνεις να θαυμάζομεν, αμή κάνεις να ’ξαλλοπροσωπίσομεν Μπερτολδίνος 116· όχι μόνον έφυγε (ενν. ο γάδαρος), μα κι εκοπάνισέ μας Γαδ. διήγ. 529. 8) Το όχι εισάγει πρόταση που εκφράζει διάψευση του ισχυρισμού κάπ. άλλου ή αποδοκιμασία μιας πράξης (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 225-6): δεν έχουν λύπην περισσήν αυτές (ενν. οι μοιρολογίστριες), …| αμή για τ’ άσπρα κλαίουσι, να πάρουν τον μισθόν τους,| όχι λυπούνται και θρηνούν ως πόνον εδικόν τους Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 12112· Κλάψε και μετανόησε να ’ναι διά την ψυχή σου,| και όχι κλαις υπάρχοντα, λυπάσαι την ζωήν σου Αλφ. (Mor.) IV 39· Μακάρι να ’χες πάει εσύ να καρτέριες, ρηγίνα,| όχι που με έστειλες εμέν και λες τούτα και κείνα Τριβ., Ρε 318. 9) (Προκ. για κ. δυσανάλογο) πόσο μάλλον, πολύ περισσότερο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 226): Ο πόθος όταν σκληρευτεί, του κόσμου όλην την κτίσιν| να την ταράξει δύνεται και να τηνε κουνήσει| κι όχι μια πέτρα μοναχή σαν το χαράκι τούτο Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [51]. 10) (Εδώ με προηγ. το και και με σημασ. περιορισμού) παρά μόνο: εγώ ήξερα ότι μη να δώσει εσάς ο βασιλεάς της Αίγυφτος να παγαίνετε και όχι με χέρι δυνατή Πεντ. Έξ. III 19. 11) Έναρθρ. ως ουσ. = άρνηση, αρνητική απάντηση: Το πράμα απού ’καμες λοιπό στανιώς μου, συχωρώ σου,| κι άντρας ας εί ο Πανάρετος, σαν τονε θες, δικός σου| κι ας είναι τ’ όχι θέλημα κι όρεξη το στανιό μου,| προξενητής ο πόθος σας, βουηθός το ριζικό μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 363· ώρες με «ναι» δροσίζει με (ενν. ο Έρως) κι ώρες με τ’ «όχι» πάλι| τση πικραμένης μου καρδιάς δίδει φωτιά μεγάλη Πανώρ. Γ΄ 435· έκφρ. (μέσα) στο ναι κι εις τ’ όχι (προκ. για έκφραση δισταγμού κι αμφιταλάντευσης ανάμεσα στην κατάφαση και την άρνηση): ευρίσκετο ο Ρωτόκριτος μέσα στο ναι κι εις τ’ όχι· ώρες σ’ αέρα δροσερό κι ώρες ’ς φωτιά μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2173· Το ανάβλεμμα της Αρετής είναι στο ναι κι εις τ’ όχι·| με φρόνεψη το κάρβουνον εις την αθάλη το ’χει·| δε θε να δείξει κι εύκολα ο πόθος την ορίζει·| μέσα είχε βράση και καημό, κι απόξω δεν καπνίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2157· φρ. λέω το όχι = αρνούμαι (ερωτική συν.) πρόταση: ήκαμες κείνο που ’θελα κι ήγιανες την πληγή μου,| που αν είχες πει τ’ όχι κι εδά, άθρωπος πλιο δεν ήμου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1420· τ’ όχι τα χείλη δεν τορμούν να σου το πούσιν| και να σου πούσιν τώρα «νναι», στράτα δεν ένι Κυπρ. ερωτ. 743. Εκφρ. 1) Όχι άλλο = καλά, εντάξει (τυπική έκφρ. στο τέλος επιστολών· για τη σημασ. βλ. Τραχίλης, Αθ. 45, 1933, 226): να μας εβγάλεις ένα ματάτο να πορούμε να βγάζομε από πα σίτερο και τάβλες. Όχι άλλο και Κύριος ο Θεός να πολυχρονά (έκδ. πον‑· διορθώσ.) τη πανιερότη σου Μανολ., Επιστ. 17325. 2) Όχι διά (ο)τόσον = όμως (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 259]): δεν μου φαίνεται να του το δώσεις το κάστρον· όχι διά οτόσον, η αφεντιά σου είσαι φρόνιμος και ποίσε τό να βάλει ο Θεός εις την καρδιάν σου Μαχ. 56228. 3) Όχι ποτέ = όχι, σε καμιά περίπτωση, ποτέ· καθόλου: ΜΟΝΤΑΝΟΣ: Δεν είπες και από σένα εγεννήθη;| ΚΑΛΟΓΟΝΟΣ: Είπα πως είν’ παιδί μου| και όχι ποτέ από μένα γεννημένον Πιστ. βοσκ. V 5, 65· τούτο να σου δώσει| χαρά ’πρεπε κι όχι ποτέ καημό και πρίκα τόση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 30· Θέλου μερκοί γεις βασιλιός πάντα με καλοσύνη| κι όχι ποτέ με μάνητα πάσα δουλειά να κρίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 239.
οχιά- η, Πανώρ. Γ΄ 99 κριτ. υπ.· οχία, Βεντράμ., Γυν. 70, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 59v (τρις).
Από το μτγν. ουσ. έχις η (αρχ. έχις ο) με επίδρ. του ουσ. όφις (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 233, Ανδρ., Λεξ.) ή όφιος. Ο τ. και σήμ. στο τσακων. ιδίωμα, όπου και άλλοι τ. (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Η λ. στο Κατσαΐτ., Κλ. Γ΄ 261, στο Somav. και σήμ.
Οχιά, έχιδνα: Έτσι ωσάν εστέκουντον (ενν. ένας κυνηγός), οχία, φίδ’ ευρέθη·| στα χόρτα εκοιμούντονε και παρευθύς εγέρθη| και δάγκωσε τον κυνηγόν, ότ’ είχε την πατήσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 315.
οψαράς- ο· ψαράς, Κορων., Μπούας 115, Πορτολ. B 4419‑20, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 131, 1231, 1291.
Από το ουσ. οψάριον και την κατάλ. ‑άς. Ο τ. σε έγγρ. του 13. αι. ως επών. (PLP 21203-8), στο Meursius και σήμ. Η λ. στον Κεδρ. (Sophocl.), σε έγγρ. του 13. και 14. αι. ως επών. (PLP 21202-7) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ψαράς).
Ψαράς: Ψαράδες εβουλήθησαν να πάγουν να ψαρέψουν,| καθώς είναι η τέχνη τους, να πάγουν ν’ αλιέψουν Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 171· έβαναν τα δίχτυα εις την θάλασσαν, διά να πιάσουν ψάρια, διότι ήσαν ψαράδες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 253r.
οψαρεύω·- ψαρεύγω, Μαχ. 27021· ψαρεύω, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 171, Προσκυν. Κουτλ. 390, 14611, Προσκυν. Αγ. Αθ. 6 1827, Προσκυν. α′ 1234, 9.
Από το ουσ. οψάριον και την κατάλ. ‑εύω. Ο τ. ψαρεύγω στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Δ΄ 356, Σακ., Κυπρ. Β΄ 869, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. ψάρι(ν)). Ο τ. ψαρεύω στο Meursius (λ. ψαρεύειν) και σήμ. Τ. ψαρεύκω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 869). Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ίδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
Α´ (Αμτβ. και μτβ.) ψαρεύω: Μέσα σ’ αυτήν (ενν. τη βάρκα) εμπήκασιν (ενν. ο γάδαρος, ο λύκος και η αλουπού), όχι για να ψαρέψουν,| μα πέρα στην Ανατολήν να παν να ταξιδέψουν Γαδ. διήγ. (Pochert) 94α· εκράτουν εις το χέρι μου καλάμι με τ’ αγκίστρι| και ψάρευα του ποταμού τα ψάρια Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [978]. Β´ (Μτβ.) (Μεταφ.) παρασύρω κάπ. με δόλιο τρόπο σε σφάλμα: να τον παγιδέψουν (ενν. τον Ιησού) εις κανένα λόγον ή ψαρέψουν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ιβ΄ 13 σχόλ. Φρ. 1) Ψαρεύγω εις τα βουνιά/στα δάσητα = κοπιάζω μάταια, ματαιοπονώ: οπού τα δάκρυα τους ψηφά, τα λόγια τους πιστεύγει,| τ’ αγρίμια ’ς λίμνην κυνηγά κι εις τα βουνιά ψαρεύγει Απόκοπ.2 264· ποτέ κιανένα| δε θέλω γι’ άντρα μου ποσώς κι όποιος κι α με γυρεύγει| για τέτοιο πράμ’ απού μου λες στα δάσητα ψαρεύγει Πανώρ. Γ΄ 526. 2) Ψαρεύω εις πληθότητα = πληθαίνω όπως τα ψάρια, υπέρμετρα: ο άγγελος οπού ξαγοράζει εμέν από πάσα κακό να βλογήσει τα παιδιά και να κραχτεί εις αυτουνούς το όνομά μου και το όνομα των γονεών μου Αβραάμ και Ιτσχάκ και να ψαρέψουν εις πληθότητα μεσοθιό την ηγή Πεντ. Γέν. XLVIII 16.
οψάριον- το, Σταφ., Ιατροσ. 8221, Προσκυν. Κουτλ. 156 8315, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 190· οψάρι, Gesprächb. 982251· οψάριν, Σταφ., Ιατροσ. 494, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 133· οψάρι(ο)ν, Προδρ. (Eideneier) III 204, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 2857 (Δωδώνη 8, 1979, 377), Πουλολ. (Τσαβαρή)2 44, Λίβ. P 1045, Λίβ. Sc. 1345, Λίβ. N 2182, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 136, Προσκυν. Κουτλ. 390 1463, Διήγ. εκρ. Θήρ. 1103, Μπερτολδίνος 126, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 222· ψάρι, Ασσίζ. 4921, Ερωτοπ. 525, Χρον. Τόκκων 2897, Πεντ. Γέν. I 21, IX 2, Πανώρ. Γ΄ 59, Δ΄ 287, Βοσκοπ. 100, 293, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 604, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 418, Δ΄ 491, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 52, Διγ. O 1894, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19516, κ.α.· ψάρι(ν), Λίβ. P 1047, Λίβ. Esc. 2487, Ιμπ. 612, Ιμπ. (Lambr.) 574, Κυπρ. ερωτ. 1375, κ.α.· ψάριν, Ασσίζ. 23823, Βουστρ. 441 κριτ. υπ., Ιμπ. (Legr.) 95, Συναξ. γυν. 910, Πηγά, Χρυσοπ. 169 (58), Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. α΄ 613· ψάριον, Μπερτολδίνος 126, 144, 145, 153.
Το αρχ. ουσ. οψάριον. Ο τ. οψάριν τον 7. αι. (Sophocl., λ. οψάριον) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., όπου και τ. οψάρ’ (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. ψάρι στο Meursius (λ. ψάρη) και σήμ. Ο τ. ψάριν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 869) και στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) α) Ψάρι: τα καράβια ρίκτουσιν δίκτυα εν θαλάσσῃ| να πιάσουσιν οψάρια να φάγουσιν οι ναύτες Ιμπ. 607· τῃ πέμπτῃ ημέρᾳ έκαμεν ο Θεός τα ψάρια εις την θάλασσαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 54r· Εις δε τας επισήμους δεσποτικάς εορτάς και μνήμας αγίων καταλύουσιν εις οψάρια ξηρά Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 172· φακήν μη τρώγει … και παν οψάριον χλωρόν Σταφ., Ιατροσ. 499· Το δικαίωμαν του ψαρίου του αρμυρού το εβγάνουν έξω της χώρας Ασσίζ. 24029· β) (συνεκδ. το ένα αντί για τα πολλά): πλήθος οψάριν έπιασαν, μικρά τε και μεγάλα Ιμπ. 608· το ψάρι ος εις τον ποταμόν εψόφησεν Πεντ. Εξ. VII 21· γ) (σε παρομοίωση): Έχεις με χιλιομπέρδευτο σαν ψάριν εις το δίκτυ Ch. pop. 202· Ο Ρώκριτος είν’ όμορφος, άξος και παλληκάρι| κι οι νιούτσικες οι άγνωστες πιάνουνται σαν το ψάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 24· εθρήνειν ο λαός τον μέγαν Βελισάριν| και πάντες εμαράνθησαν ώσπερ εις γην το ψάριν Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 596· δ) (σε σχ. υπερβολής): Δε φαίνουνται στον ουρανό τη νύκτα την καθάρια| τόσα άστρα, μηδέ στο γιαλό τόσα δεν είναι ψάρια (παραλ. 2 στ.) όσά ’χε η δόλια μου καρδιά …| … βάσανα πάντα ομάδι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 262· Μηδέ τα ψάρια στο γιαλό να στέκου δε μπορούσι| παρά κι εκείν’ αλλήλως τως αγάπην αγροικούσι Πανώρ. Γ΄ 103· ε) (σε σχ. αδυνάτου): Όντεν ιδείς εις το βουνί να περπατεί το ψάρι (παραλ. 7 στ.) τότες εμέν και σεν, κυρά, θέλουσι ευλογήσει Ch. pop. 587· ν’ αρχίσω ο κακόμοιρος να γράψω τά παθαίνω (παραλ. 4 στ.) τα δέντρη να ξερριζωθούν και ποταμοί να φρύξουν,| η θάλασσα να ξηρανθεί, τα ψάρια να ψοφήσουν Περί ξεν. A 284· στ) (σε παροιμ.): βλέπω απού τη κεφαλή εβρόμεψεν το ψάρι Τζάνε, Κρ. πόλ. 44126. Φρ. τρέμω σαν το ψάρι (η φρ. και σήμ.) = φοβάμαι πολύ: η κόρη αφ’ το φόβο της ήτρεμεν σαν το ψάρι Διγ. O 98· οι Τούρκοι σαν τους είδασι, ετρέμαν σαν το ψάρι Σταυριν. 106. 2) (Μεταφ.) μυς του χεριού: Κακά ήτον λαβωμένος·| στο χέριν είχεν κονταριά απάνω εις το οψάριν Χρον. Τόκκων 1115.
παγίδα (I)- η, Φυσιολ. (Legr.) 443, Ζήνου, Βατραχ. 207, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 285, 451, 542, 11512, Αρσ., Κόπ. διατρ. [638], [1181], Ιστ. Βλαχ. 212, Γέν. Ρωμ. 152.
Από την αιτιατ. του ουσ. παγίς. Τ. παΐδα σήμ. ιδιωμ. (Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ., Παπαϊωάννου, Γλωσσάρ. Γρεβ., Κοντοσόπ., Γλωσσογεωγρ. κρητ. 56-7 και Λουκά, Γλωσσάρ.). Η λ. στο Meursius και σήμ.
1) Κατασκευή για σύλληψη πουλιών ή ζώων, παγίδα: Μι’ αλεπού επιάστηκε κάπου εις την παγίδα Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 71· η παγίδα τ’ αλαφιού κι η κόλλα των πουλιώνε Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1116]· εις λίμνην λασπερήν υπήγε κι έχωσέν τον (ενν. τον Σάκελ Μωυσή)| και μέσα τον απόκλεισεν ωσάν εις την παγίδα Ιστ. Βλαχ. 173. 2) (Μεταφ.) δόλιο τέχνασμα, πλεκτάνη: είναι άγκιστρον (ενν. η μέθη), του Σατανά παγίδα Ιστ. Βλαχ. 2049· δεν έπεσεν εις τον δεσμόν εχθρού του βροτοκτόνου,| εκείνου που εξέπεσεν εκ του υψίστου θρόνου·| παγίδες και τα ένεδρα εκαταπάτησέν τα Ιστ. Βλαχ. 1369· Η διδαχή πάλιν οπού σας κάμνουν, εκείνη είναι η παγίδα οπού σας πιάνουν Λούκαρ., Διάλογ. 22812. 3) Αιχμαλωσία, σκλαβιά: να πάρεις αποπάνω μας του Τούρκου την παγίδα (παραλ. 7 στ.) και μέσ’ από τας χείρας του κάμε λευθέρωσέ μας Ιστ. Βλαχ. 2562.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Σπαν. A 385, Καλλίμ. 2072, Ιων. IV1, Ασσίζ. 7416‑17, Διγ. Z 2354, Πόλ. Τρωάδ. 241, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 157, Απολλών. 76, Λίβ. P 1189, Λίβ. Sc. 974, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1077, Χρον. Τόκκων 1194, Μαχ. 5020, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 67, Θησ. Γ΄ [438], Ch. pop. 78, Χούμνου, Κοσμογ. 1082, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 818, Byz. Kleinchron. A΄ 9524, Αλεξ. 2750, Έκθ. χρον. 317, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1357], Σκλάβ. 198, Τριβ., Ταγιαπ. 158, Πεντ. Γέν. XXXI 35, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 177v, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 457, Πανώρ. Β΄ 395, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 245, Πιστ. βοσκ. I 3, 26, Σταυριν. 32, Διγ. Άνδρ. 36415, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 948, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ΄ 243, Μαρκάδ. 446, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4579, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ε΄ 22· αόρ. εργίστην, Ιων. IV 9, Διγ. O 815.