Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγελάδα
- η, Ακ. Σπαν. (Legr.) 3069, 44495, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 222, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ́́ 397, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β́́ 1140, 1141.
Το μτγν. ουσ. αγελάς (L‑S Κων/νίδη). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Αγελάδα (όπως και σήμ.): Αίγα καημένη, αφήνω σε, γιατ’ ηύρηκ’ αγελάδα Πανώρ. Γ́́ 397. — Πβ. αγελιά.
αγριοθεώρητος,- επίθ., Ακ. Σπαν. (Legr.) 2819· αγριοθεώρετος, Ακ. Σπαν. (Legr.) 35231.
Από τα επίθ. άγριος και θεωρητός. Πβ. και το σημερ. αγροθώρετος στον Πόντο (ΙΛ λ. αγριοθώρητος).
Που έχει άγρια όψη (πβ. ΙΛ λ. αγριοθώρητος): πιθάριν ομοιάζει το στόμα σου και βλέμμαν έχεις του δαίμονος, ω κακαμούσουρε και αγριοθεώρητε Ακ. Σπαν. (Legr.) 2819· — Πβ. αγριόθωρος.
αγριολείχιν- το, Ακ. Σπαν. (Legr.) 36255.
Για την προέλευση πβ. το ουσ. αγριολειχήν στον Ησύχ. λ. αγριοψωρία και το σημερ. αγριολειχήνα (ΙΛ).
Είδος βρύου: και μάζωξε άντζαλα, μάνταλα, … αγριοπίσιν, αγριολείχιν και θες τα εις τα γένια σου, σπανέ, και θέλεις ποιήσει ωραίαν … γενειάδαν Ακ. Σπαν. (Legr.) 36255.
αγριομούστακος,- επίθ., Ακ. Σπαν. (Legr.) 285, 39342, 355.
Από το επίθ. άγριος και το ουσ. μουστάκι. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Που έχει άγρια, απεριποίητα μουστάκια: ω ξυλογούργουρε και αγριομούστακε, … άγωμε στ’ ανάθεμα πάλιν, παντέρημε Ακ. Σπαν. (Legr.) 285.
?αγριοπίσιν- το, Ακ. Σπαν. (Legr.) 36254. αγριπίσιν, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 927· αγροπίσιν, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 1038.
Πιθ. από το επίθ. άγριος και το ουσ. πίσον.
?Αγριομπίζελο: και μάζωξε άντζαλα, μάνταλα, σάνταλα, κλάνταλα, μικρού παιδιού τσιλίματα, αγριοπίσιν, αγριολείχιν και θες τα εις τα γένια σου, σπανέ, και θέλεις ποιήσει ωραίαν … γενειάδαν Ακ. Σπαν. (Legr.) 36254.
αγριόσπανος,- επίθ., Ακ. Σπαν. (Legr.) 36257.
Από τα επίθ. άγριος και σπανός.
Ο υπερβολικά σπανός (για την υπερθ. σημασ. του άγριος βλ. Κοραή, Άτ. Β́́ 12 και Δειν., Αθ. 41, 1929, 69): Και ιδών ταύτα ο αγριόσπανος ενεγαλλιάσθην η καρδία του και ευφράνθην η όψις του η χρυσοσημειωμένη Ακ. Σπαν. (Legr.) 36257.
αγριότραγος- ο, Ακ. Σπαν. (Legr.) 2934, 39, 3190, 32126, 127, 33147, 155, 34178, 35234, 237, 37296, 38313, 39332, 334.
Από το επίθ. άγριος και το αρχ. ουσ. τράγος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Τράγος άγριος (προκ. για ονειδισμό ανθρώπων ή του διαβόλου· πβ. Heisenb., BZ 14, 1905, 662): τρεις τρίχες μόνον επέμειναν, κακέ σπανέ, στο πηγούνι σου, ω αγριότραγε Ακ. Σπαν. (Legr.) 33155· Συ γαρ, αγριότραγε σπανούριε, έτυχες, εύρες και έλαβες τον θείον σου τον αγριότραγον και έδωκεν γένειον εσέν Ακ. Σπαν. (Legr.) 32127· όταν έλειπες εσύ εις τον εξάδελφόν σου τον αγριότραγον μη να σε χαρίση γένειον Ακ. Σπαν. (Legr.) 38313.
άγωμε(ν),- Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 633 (έκδ. άγομαι· Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 555 σημ. 1 διόρθ.: άγωμε), Προδρ. (Hess.-Pern.) III 263 (χφ H) (κριτ. υπ.), Καλλίμ. (Κριαρ.) 1626, Διγ. (Καλ.) Esc. 525, 1352, Ακ. Σπαν. (Legr.) 286, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 101, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3787, 4127, 7700, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1387, 6547, 8209, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 768 (έκδ. άγομαι· Ξανθ., B-NJ 5, 1927, 366-367 διόρθ.: άγωμε), Gesprächb. (Vasm.) 561089, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 304, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1532, Δελλ. (Μανούσ.) Γ΄ 618, Αχιλλ. (Hess.) L 783, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1436, Μαχ. (Dawk.) 15834, 50216, Καραβ. (Del.) 49521, Κάτης (Băn.) 49, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 29, Βίος γέρ. (Schick) V 130, 518, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ά́ 351, Β́́ 295, Δ́́ 395, Πανώρ. (Κριαρ.) Ά́ 399, Γ́ 395, Ερωφ. (Ξανθ.) Ά́ 555, Β́́ 425, Έ́ 378, Πιστ. βοσκ. (Joann.) II 2, 278, III 2, 102, IV 7, 44, Θυσ. (Μέγ.)2 397, 442, 526, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ́́ 184, 223, 269, 519, 675, Δ́́ 517, Ε΄ 230, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 27028· αγώμεν, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 115· άμε, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 635, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 123, Διγ. (Καλ.) Esc. 1280, Βέλθ. (Κριαρ.) 1193, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 305, Ερμον. (Legr.) I 105, II 267, Σ 217, Βίος γέρ. (Schick) V 154, 542, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8209, Απολλών. (Wagn.) 145, 697, Λίβ. (Wagn.) N 1378, 2658, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 420, 1080, 1199, 2024, 2454, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 389, Μαχ. (Dawk.) 24227, 26615, 41012, 45613, Ch. pop. (Pern.) 53, Βουστρ. (Σάθ.) 535, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 307, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 8639, 15319, Συναξ. γυν. (Krumb.) 592, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙΙ 1, ΧΧVII 9, XXXVII 14, Έξ. ΙΙ 9, ΙΙΙ 16, ΧΙΧ 24, Αρ. Χ 29, ΧΧΙΙΙ 13, Δευτ. Χ 27, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 629· [έκδ. κι άμε· γράφε κάμε βλ. Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 673], Αλφ. (Κακ.) 1087, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ά 330, Β́ 227, 288, Γ́ 404, Δ́ 297, Έ 38, 48, Πανώρ. (Κριαρ.) Αφ. 45, Ά́́ 402, Γ́́ 338, 354, Δ́́ 383, Έ́ 176, Ερωφ. (Ξανθ.) Ά́ 337, Πιστ. βοσκ. (Joann.) IV 8, 173, Φαλλίδ. (Ξανθ.) 56, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 281, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 91, 1274, 1340, Γ́́ 624, 1583, 1638, Δ́́ 437, Έ́ 245, 629, 1133, Θυσ. (Μέγ.)2 104, 398, 399, 495, 532, 975, 1037, 1132, Ευγέν. (Vitti) 1364, Στάθ. (Μανούσ.) Γ́́ 353, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Β́́ 109, Δ́́ 49, 137, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ́́ 119, 520, Δ́́ 238, Ζήν. (Σάθ.) Ά́ 301, Δ́́ 352, Έ́ 114, Διγ. (Lambr.) O 789, 857, 1636, 2128· άμες, Στάθ. (Σάθ.) Ά́ 49· άμετε, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5310, Αρμούρ. (Κυριακ.) 22, Αλφ. (Κακ.) 1530, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 41, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 342, Πεντ. (Hess.) Γέν. XXIX 7, XLI 55, XLV 17, Έξ. V 4, VIII 21, Πανώρ. (Κριαρ.) Δ́́ 407, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 189· αγώμετε, Αχιλλ. (Hess.) L 1045, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 293 (διορθώσ. από αγωμέτε)· αμέτε, Ερμον. (Legr.) Ρ 326, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3799, 4245, Φλώρ. (Κριαρ.) 923, Αχιλλ. (Hess.) L 177, 825, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 504, 558, Μαχ. (Dawk.) 2821, 52810, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) II 33, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 570, 645, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 765, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 401, Πανώρ. (Κριαρ.) Δ́́ 97, 401, 407, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 1, 1, 5, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 554, Θυσ. (Μέγ.)2 549, Ευγέν. (Vitti) 294, 533, 955, 1475, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Ά́ 208, Ζήν. (Σάθ.) Πρόλ. 143, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 19327 δις, 19626, 22424, 53821, 56117, Διακρούσ. (Ξηρ.) 10411· αμέστε(ν), Διγ. (Lambr.) O 185, 1422.
Ο τ. άγωμε(ν) υποτ. του άγω. Ο τ. αγώμεν από μετρ. αν. Ο τ. άμε από το άγωμε κατά συγκ. (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 111). Ο τ. άμες κατά το δες, πες. Ο τ. άμετε από το άμε κατά το λέγε-λέγετε (Hatzid., BZ 4, 1895, 419). Ο τ. αμέτε από επίδραση προστ. που τονίζονται στην παραλήγουσα και όχι από το αγωμέτε κατά Χατζιδ., ΜΝΕ Β́́ 98. Ο τ. αμέστε από το αμέτε κατά το πέστε. Οι τ. άγωμε, έμε, άμετε, αγωμέτε, αμέτε, αμέστεν και σήμ. (ΙΛ λ. άγω).
Α´ Προστ. β΄εν. προσ. 1) μετάφερε (κάτι) (πβ. ΙΛ λ. άγω 1): Πέζευσε σύντομα, γοργόν να επάρεις το δερμάτιν| και τους οδόντας του …| και απέκει άγωμέ τα τον Διγενήν Ακρίτην Διγ. (Hess.) Esc. 525· και συ άμε ’ς τση μαστόρισσας τα ρούχα Φορτουν. Γ́́ 119. 2) α) Πήγαινε (πβ. ΙΛ λ. άγω 2): Άγωμε, ατός σου, φέρε εδώ τη ντάμα Μαργαρίτα (παραλ. 1 στ.). Κι ο λογοθέτης παρευτύς απήλθεν κι έφερέν την Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7700· λέγει μου, αγώμε εις το χωριόν να κάμεις τες δουλειές σου Σαχλ., Αφήγ. 115· Άμε κι εσύ, ψυχούλα μου, όπου ’ν’ του ποθητού σου Βέλθ. 1193· άμε καλώς, η κόρη Απολλών. (Wagn.) 697· Μ’ ἀμες την προξενήτρα μου να βρεις για να γροικήσεις| το πράγμα αν εκατήστεσε Στάθ. Ά́ 49. σε φρ. για να δηλωθεί ευχή, προτροπή ή κατάρα : αγώμετε καλώς Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 293· άμε καλώς Απολλών. (Wagn.) 697, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 1199, Πανώρ. Ά́ 402, Πιστ. βοσκ. IV 8, 173· άγωμε στο καλό Κατζ. Δ́ 395, Πανώρ. Ά́ 399, Φορτουν. Δ́́ 517· άμε στο καλό Κατζ. Δ́́ 297· αμέτε στο καλό Τζάνε, Κρ. πόλ. 19327· άγωμε στη δουλειά σου Κατζ. Β́́ 295· άγωμε στην ευκή μου Θυσ.2 526· αμέτε στην κατάρα μου Πανώρ. Δ́́ 97· άμε στον κακό χρόνο Φορτουν. Δ́́ 238· άμε στ’ ανάθεμα Ch. pop. 53· άγωμε στ’ ανάθεμα Ακ. Σπαν. 286. άγωμε στα κομμάτια Φορτουν. Γ́́ 184· πβ. ύπα καλώς Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 190 κ.α. β) σε δήλωση αποχαιρετισμού (πβ. χαίρε): κι ά στερευτώ τό δείσ σου,| εννοιάζομαι στο σκότος να πεσώσω·| Άμε, ζωή Κυπρ. ερωτ. 8639· γ) έλα: άμε εδά μετ’ εμέν προς τόπον άλλον Πεντ. Αρ. ΧΧΙΙΙ 13. Β´ Προστ. β΄ πληθ. προσ. 1) α) Οδηγήσετε (κάποιον) (πβ. ΙΛ λ. άγω 1): Άρχοντες, άμετέ μας εκείσε| όπου ένι γαρ ο πρίγκιπας Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5310· β) μεταφέρετε (κάτι): Αμέτε τον στο σπήλαιον οπὄναι στο χαράκι| και μέσα αυτόνον θάψετε, τ’ άγιον παλληκαράκι Χούμνου, Π.Δ. ΙΙ 33. 2) Πηγαίνετε (πβ. ΙΛ λ. άγω 2): Αγώμετε, αδέλφια μου, εις τους γονείς σας Αχιλλ. L 1045· Άμετε στο πυρ, κατηραμένοι Αλφ. 1530· Αμέτε εις τον πρίγκιπα κι ειπέτε του … Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3799· Όμως αν θέλετε να πάτε, αμέτε εις το καλόν Μαχ. 52810· αμέστεν εις τα σπίτια σας Διγ. O 1422. Γ´ Παρακελευσματικά: άγωμε, καλέ πατέρα, καλοϊδές τήν την γυναίκα Βίος γέρ. V 518· Άμε να πας Μαχ. 41012· Φορτώσετε τ’ αγγά σας και άμετε, ελάτε εις την ηγή του Κεναάν Πεντ. Γέν. XLV 17· Αμέτε εσείς απού ’χετε σφαλίσει| το φοβερό θεριό …| δώσετε το σημάδι| … του κυνηγιού Πιστ. βοσκ. Ι 1, 1.
αθερίνα- η, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 160 (χφφ gSA) (κριτ. υπ.), Ακ. Σπαν. (Legr.) 3065-66, Πουλολ. (Ζώρ.) Z 250, Πουλολ. (Krawcz.) 344, Οψαρ. (Krumb.) 36120, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 630 (η αιτιατ. πληθ. αθερινάς από μετρ. αν.).
Το αρχ. ουσ. αθερίνη. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Είδος μικρού ψαριού, αθερίνα: Ακ. Σπαν. (Legr.) 3065-66, Πουλολ. (Krawcz.) 344.
αθώρετος,- επίθ., Ακ. Σπαν. (Legr.) 34177.
Από το στερ. α‑ και το θωρώ. Η λ. και στο Βλάχ. και σήμ. στον Πόντο (ΙΛ λ. αθώρητος).
Άσχημος (Η σημασ. και σήμ., πβ. ΙΛ λ. αθώρητος ΙΙ): ω σπανέ, … αθώρετε, ακτένιστε, ανείκαστε και ακοίμητε, άφαγε, άπιε Ακ. Σπαν. (Legr.) 34177.
αίγα (I)- η, Ακ. Σπαν. (Legr.) 2811, Πανώρ. (Κριαρ.) Β́́ 5, 82, 99, Γ́́ 266, 271, 354, Δ́́ 52.
Το αρχ. ουσ. αιξ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Κατσίκα: Πανώρ. (Κριαρ.) Β́́ 5.
ακοίμητος,- επίθ., Ακ. Σπαν. (Legr.) 34178, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 148, 151, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1738, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 52, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 430, 450, 655, 813.
Το αρχ. επίθ. ακοίμητος. Η λ. και σήμ. και σε ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ).
1) α) Που δεν κοιμάται (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): η αυγή τον έχει έξυπνον και ακοίμητον η νύκτα Λίβ. Esc. 1738· ω σπανέ ... ακτένιστε, ανείκαστε και ακοίμητε, άφαγε, άπιε Ακ. Σπαν. 34178· β) που δε σταματά ποτέ, που δεν ησυχάζει ποτέ (πβ. Steph., Θησ. και Bauer, Wört.): μήπως και μετά θάνατον καταδικάσουσί σε| εις σκώληκα ακοίμητον, εις τάρταρον, εις σκότος Προδρ. IV 148. 2) Που δε σβήνει ποτέ (πβ. L‑S, Steph., Θησ.· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): Κρέμανται τρεις ακοίμητοι πανέμορφοι κανδήλαι Παϊσ., Ιστ. Σινά 813.
ακρίδα (Ι)- η, Ακ. Σπαν. (Legr.) 37291, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 4122, Πουλολ. (Krawcz.) 383, Παρασπ., Βάρν. (Mor.) C 165, Μαχ. (Dawk.) 402, 6028, 727, 6824, Πεντ. (Hess.) Έξ. Χ 12, 13, 14, Λευιτ. ΧΙ 22, Δευτ. XXVIII 38, Ανων., Ιστ. σημ. (Σάθ.) ρμα΄, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1274, Θρ. Κων/π. (Ζώρ.) Βαρβ. 16, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 39012.
Το αρχ. ουσ. ακρίς.
1) Ακρίδα (συχνά όπως και σήμ., σε περιληπτική χρήση, που απαντά ήδη στον 3. π.Χ. αι., (L‑S και L‑S Suppl.): Τον αυτόν καιρόν εφύσησεν πολλή ακρίδα Μαχ. 6824· σπόρο πολύ να βγάλεις εις το χωράφι και ολίγο να μαζώξεις, ότι να το καταλύσει η ακρίδα Πεντ. Δευτ. XXVIII 38. 2) Επιδρομή ακρίδων: εις τους 1351 άρχεψεν η ευλογημένη ακρίδα και ήρτεν εις την Κύπρον Μαχ. 6028· όταν γινίσκεται θανατικόν ή ακρίδα ή αβροχία, ... να εβγάλουν τον φανερωμένον σταυρόν και να τον λιτανεύσουν τριγύρου της εκκλησίας Μαχ. 727· έπεσεν ’ς τούτα τα νησιά αφανισμός κι ακρίδα Τζάνε, Κρ. πόλ. 39012.
άλας- το, Προδρ. (Hess.-Pern.) II HG 39, Ασσίζ. (Σάθ.) 49410δις, Ιερακοσ. (Hercher) 39317, 19, 22, 46416, 18, Διγ. (Καλ.) A 3203, Ακ. Σπαν. (Legr.) 35207, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4481, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 256, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 21, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 1478, Πεντ. (Hess.) Γέν. XIV 3, (γεν. αλάτου), ΧΙΧ 26, Λευιτ. ΙΙ 13τρις, Αρ. XXXIV 3 (γεν. αλάτου), Δευτ. ΙΙΙ 17 (γεν. αλάτου), ΧΧΙΧ 22, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 58.
Η λ. ήδη στον Αριστοτέλη (L‑S), σε παπυρ. (Preisigke-Kiessling) και σήμ. κοιν. και με διάφορους τ. στα ιδιώμ. (ΙΛ). Για τη γεν. αλάτου βλ. Μενάρδ., Αθ. 8, 1869, 439.
Αλάτι: Άμποτες, αδελφέ, να μη είχα φάγει ψωμί και άλας με την αγιοσύνη σου Συναδ., Χρον. 58. — Πβ. και αλάτι.
άλειμμα(ν)- το, Ασσίζ. (Σάθ.) 19814, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 779, Ακ. Σπαν. (Legr.) 35209, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) λε΄, Gesprächb. (Vasm.) 979, Πεντ. (Hess.) Έξ. XXV 6, XXIX 7, XXX 25, XXXI 11, Λευιτ. VII 35, VIII 30, XXI 10, 12, Αρ. IV 16· έλειγμα(ν), Σπανός (Eideneier) Α 525· ήλειγμα.
Το αρχ. ουσ. άλειμμα. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Βλ. και Ψάλτ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 62.
1) Αλοιφή (για θεραπευτικούς σκοπούς) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Άλειμμα της αυτής οδύνης, εις την ανάγκην αυτήν Ιατροσ. κώδ. λε΄· δόκιμον εν τῃ πληγῄ άλειμμα επιθείσα Διγ. Gr. VI 779. Βλ. και τραυματάλειμμα. Πβ. αλοιφή 1· Ήλειγμα εις φλεγματικόν Ιατροσ. κώδ. ρμβ΄. 2) Ουσία αλειμμένη: εις κανέναν κυβέρτιν οπού ήτον τελείως εύκαιρον και έχουν απέσω κανέναν άλειμμαν διά να εμπούν τα μελίσσια Ασσίζ. 19814. 3) Λίπος, πάχος, ξίγγι (Για την εξέλιξη των σημασ. βλ. Ψάλτ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 62· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): εκατόν καντάρια γραίας ψείρας άλειμμα Ακ. Σπαν. 35209· άλειψέ τα εις τον οφαλόν σου, να τρέχει η πίσσα απέ τον κώλον σου, και έλειγμαν από τον κώλον σου Σπανός (Eideneier) Α 524. 4) Χρίσμα, τελετουργική εκδήλωση των Ισραηλιτών: Και να πάρεις το λάδι του άλειμμα και να χώσεις ιπί το κεφάλι του και να αλείψεις αυτόν Πεντ. Έξ. ΧΧΙΧ 7· Και επήρεν ο Μοσέ από το λάδι του άλειμμα και από το αίμα ος ιπί το θεσιαστήρι Πεντ. Λευιτ. VIII 30.
αλείφω,- Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 15, 10, 9252, 10287, 13360, 21104, Ιερακοσ. (Hercher) 49729, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher), 53610, 20, Ακ. Σπαν. (Legr.) 32142, 47588, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) ρξε΄, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 123, 131, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΧΧΙ 13, Έξ. XXVIII 41, XXIX 2, XXX 32, XL 10, Λευιτ. IV 3, 5, 16, VI 13, 15, XVI 32, Αρ. ΙΙΙ 3, VI 15, VII 10, 88, XXXV 25, Δευτ. XXVIII 40, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 275, 278, 292, Ευγέν. (Vitti) 204, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 236· ’λείφω, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 107.
Το αρχ. αλείφω. Η λ. και σήμ. κοιν. και με διάφορους τ. στα ιδιώμ. (ΙΛ).
1) Χρίω (στην ιουδ. τελετουργία) (Η σημασ. ήδη μτγν., Lampe, Lex.): και να αλείψεις αυτουνούς και να γεμώσεις το χέρι τους και να αγιάσεις αυτουνούς και να δουλεύουν εμέν. Πεντ. Έξ. XXVIII 41· ετούτα ονόματα παιδιά του Ααρών ιεριάδες οι αλειμμένοι ος εγέμισεν το χέρι τους να ιεριεύγουν Πεντ. Αρ. ΙΙΙ 3. Πβ. άλειμμα(ν) 4. 2) Αλείφω με θεραπευτικό σκοπό (Η σημασ. ήδη μτγν., Lampe, Lex.): και ενώσας αυτά ποίησον έμπλαστρον και άλειφε τας πληγάς αυτού Ορνεοσ. αγρ. 53620· το ελάδιν ας το αλείψει τα νεφρά της και τους μηρούς της Σταφ., Ιατροσ. 21104· αξούγγιν αίγειον άλειφε τα χείλη Σταφ., Ιατροσ. 110· πβ. άλειμμα 1. 3) Αλείφω (με μύρα) (Η σημασ. και στον Ξενοφ., την ΚΔ και τους Βυζαντινούς, Κουκ., ΕΕΒΣ 19, 1949, 81): Και του Χριστού το τίμιον άλειψες το κεφάλιν Σκλέντζα, Ποιήμ. 123. 4) Αλείφω μέλη του σώματός μου για καλλωπισμό, βάζω ψιμύθιο, φτιασίδι (Η σημασ., ήδη αρχ., και σήμ., ΙΛ στη λ. Μέσ. 1): Τούτο το γέρο πα να βρω, καλά να τον πλερώσω| για να μου δώσει ν’ αλειφτώ να ξανακαινουργιώσω Πανώρ. Α΄ 278· θα πάγω ν’ αλειφτώ καμπόσο ροδολάδι Φορτουν. Γ΄ 236. 5) Ρυπαίνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): κατουρώ και αλείφω τον Ακ. Σπαν. 47588· σκρόφας (= γουρούνας) πορδήν τα ήλειψαν Ακ. Σπαν. 32142.
αλήθεια- η, Σπαν. (Hanna) A 579, 642, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 214, Προδρ. (Hess.-Pern.) I 119, II G 24, III 327, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 174, Διγ. (Καλ.) A 629, 1088, Διάτ. Κυπρ. (Σάθ.) 50822, Βέλθ. (Κριαρ.) 272, 556, 1268, Ακ. Σπαν. (Legr.) 39352, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2199, 4121, 4312, 8939, 8948, Συναξ. γαδ. (Wagn.) 144, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 190, Λίβ. (Μαυρ.) P 350, Λίβ. (Lamb.) Sc. 974, 1887, 2272, 2813, Λίβ. (Lamb.) Esc. 599, 3046, 4001, Λίβ. (Lamb.) N 490, 2721, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1234, Χρησμ. (Trapp) X35, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 3510, Παρασπ., Βάρν. (Mor.) C 188, Μαχ. (Dawk.) 37815, 4783, 59633, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. [82], Γ΄ [133], Ch. pop. (Pern.) 786, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 31, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15236, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 305, 7531, Έκθ. χρον. (Lambr.) 7531, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 163, 183, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 510, Πεντ. (Hess.) Γέν. XVIII 13, XX 12, XXVIII 16, XLII 16, Έξ. ΙΧ 16, Αρ. XXVII 7, XXXVI 5, Δευτ. ΧΙΙΙ 15, Αχέλ. (Pern.) 2345, 2381, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 206, 281, Ε΄ 229, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 301, Β΄ 587, Γ΄ 173, 233, 293, 521, Δ΄ 114, Ε΄ 293, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 1, 84· 4, 205, Σταυριν. (Legr.) 1218, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3733, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 1651, Στάθ. (Σάθ.) Β΄ 242, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 82, 96, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) [1563], Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 9, Δ΄ 450, Διακρούσ. (Ξηρ.) 7924· αληθεία, Βουστρ. (Σάθ.) 524, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 244α 16· αληθειά, Πεντ. (Hess.) Έξ. XVIII 21· αλήθειο(ν) το, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1849, 5294, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ΄ 292, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) (χφ) Β΄ 1651, Στάθ. (Μανούσ.) Γ΄ 349.
Το αρχ. ουσ. αλήθεια. Για τον τονισμό του τ. αληθεία βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 104. Για τον τ. αλήθειο(ν) βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 65 κε. και Γεωργακ., Glotta 31, 1951, 204, αλλά και Λαμπρινός, Ελλην. 33, 1981, 255. Πβ. και Χρον. Μορ. P 2681, 4258, λ. συμπάθειον (την) και Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2681, 4258, λ. συμπάθειον (την). Η λ. και σήμ. κοιν. και με διάφορους τ. σε ιδιώμ. (ΙΛ).
1) Η αλήθεια από δογματική άποψη, η ορθόδοξη θρησκευτική άποψη: μη σφάλεις εις την πίστιν σου κι έβγεις εκ την αλήθειαν Σπαν. A 642· την πίστιν την αληθινήν οι χριστιανοί γαρ έχουν| και ει τις θέλει έρχεσθαι εις τον δρόμον της αληθείας ... Διγ. A 1088· ευχαριστώ σοι, βασιλεύ αόρατε, ότι εφανέρωσας εις εμένα το έλεός σου και την αλήθειάν σου Διήγ. Αγ. Σοφ. 15236· τους Τούρκους αγαπήσετε, παντοτινούς εχθρούς σας,| αμή κι εσείς σαν αυτουνούς είστε μαγαρισμένοι·| αλήθειαν δεν έχετε, ούδ’ είστε βαπτισμένοι Σταυριν. 1218. 2) Αυτό που αντικειμενικά υπάρχει, η πραγματικότητα: άρχισε να λέγει τους την αλήθειαν όλην Διήγ. Ιωσήφ 261. 3) Επίκληση της αλήθειας σε δήλωση πραγματικού ή οιονεί όρκου (Για τους όρκους και την επίκληση της αλήθειας και άλλων συναφών βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 346 κε., και μάλιστα 364): μα την αλήθειαν ζω καλά, αυθεντικά στον κόσμον Συναξ. γαδ. 144· διότι, μα την αλήθειαν και μα το συνειδός μου| και μα την κακοπάθειαν μου, τήν έπαθα εις τον κόσμον Λίβ. Sc. 2272· μα την αλήθειαν, απορώ και ο πόνος της ψυχής μου| πετά με εις Άδην σύψυχον Λίβ. Sc. 2813· μα την αλήθεια, έν’ την εδώ! το πρόσωπό τση κλίνει Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 82. 4) Εκφρ. α) εις αλήθεια(ν) ή σ’ αλήθεια(ν): κι εκείνος λογιζόμενος σ’ αλήθειαν τού το λέγει Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2199· Επεί εγώ λέγω διά εμέν και κράτει το εις αλήθειαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8948· μην έχεις τρόμο, ογιάντα σ’ αμνόγω εις αληθεία Π. Ν. Διαθ. φ 244α 16· β) με αλήθεια(ν): λαλείτε το να πιστέψει ο ρήγας πως το λαλείτε με αλήθειαν Μαχ. 4783· εγώ εξεύρω εις πληροφορίαν, με αλήθειον σε το λέγω Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1849· ότι έν’ καλλίων σου άνθρωπος και χριστιανός με αλήθειαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4121. 5) (Επιρρ.) πραγματικά, αληθινά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2· βλ. και Ανδρ., Ελλην. 15, 1957, 19 και Κοραή, Λεξιλ. σημ. 7. Για την ανάλογη χρήση του η πβ. Αριστοφ., Νεφ. 483, Ανδρ., Σημασ. εξ. 89): τα γράμματα τιμήν έχουν, αλήθεια, μεγάλην Γλυκά, Στ. 214· ου γαρ ισχύει το λοιπόν αλήθεια τοσούτον Προδρ. ΙΙΙ 327· αλήθεια απέθανεν ο υιός Ροδοφίλου; Βέλθ. 1268· αλήθεια και ο Λιμότ και ο Περότ ήσαν αιχμάλωτοι εις την Γένουβαν Μαχ. 59633· αλήθεια οι άλλοι άρχοντες όλοι εντάμα ως φαίνεται ουδέν αρκούνται Βησσ., Επιστ. 3510· αλήθεια μοίραν απ’ αυτές έδειξαν να χηρέψουν Απόκοπ. 183· μ’ αλήθεια σου δεν ήχασα κι εγώ το διάφορό μου Στάθ. Β΄ 242· μ’ αλήθεια αναρίθμητοι επήγαν εις τον Άδη Διακρούσ. 7924· οι Τούρκοι επληροφόρησαν τον πρίγκιπα αλήθειον| το πώς εμάθασιν αυτοί εις την μαντείαν που εξεύραν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5294· και πρέπει αλήθειο τ’ όνειρο να’ ναι με δικαιοσύνη Στάθ. Γ΄ 349· κι ηύρισκε χίλιες αφορμές, μ’ αλήθειο δεν του ξάζου Ερωτόκρ. (χφ) Β΄ 1651. —Συνών.: αληθινά 1, απαληθινά, απαρθινά.
αλικούκνιον- το, Ακ. Σπαν. (Legr.) 44507.
Άγν. ετυμ. Βλ. Eideneier [Σπανός, σελ. 280].
Άγνωστη λ.: παλαιόν αλικούκνιον Ακ. Σπαν. (Legr.) 44507.
αλίμονον (I),- επιφ., Διγ. (Καλ.) A 2005, Βέλθ. (Κριαρ.) 1104, Ακ. Σπαν. (Legr.) 2947, 3196, 33161, 39333, 336, Πουλολ. (Krawcz.) 205, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 489, Λίβ. (Lamb.) Sc. 384, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 1503, Δελλ. (Μανούσ.) Γ΄ 280, 409, Αχιλλ. (Hess.) N 1560, Ch. pop. (Pern.) 39, 412, 805, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 1049, 12539, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) A 30, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 513, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 414, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 183, 1327, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 595, 2359 [= Γέν. Ρωμ. (Λάμπρ.) 1], 2373 [= Γέν. Ρωμ. (Λάμπρ.) 15], 2411 [= Γέν. Ρωμ. (Λάμπρ.) 51], 2419, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 35724, 40412, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ε΄ 1079, Διγ. (Lambr.) O 1869, Διακρούσ. (Ξηρ.) 1137· αϊλίμονον, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 125, Δελλ. (Μανούσ.) Γ΄ 319, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 38· αλέμονον, Απαρν. (Πολ. Λ.) 1.
Η ετυμ. αβέβαιη. Πιθ. από το αρχ. αλλ’ οίμοι (βλ. Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 485, Ανδρ., Λεξ. και Eideneier, JÖBG 17, 1968, 221-9)· πβ. όμως και Πολ. Ν., BZ 7, 1898, 158 και Πολ. Ν., Παροιμ. Α΄ 503, που παράγει από το ηλί ηλί με πρόταξη του επιφ. α. Βλ. επίσης, Μαυρ., Εκλ. Α′ σ. 443 και Φιλ., Γλωσσογν. Α΄ 24. Ο τ. αϊλίμονο(ν) και σήμ. στην Κρήτη· ο τ. αλέμονον, παραλλαγμένος λίγο, στην Ήπειρο. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αλλοίμονο).
Αλίμονο (όπως και σήμ.) α) (Χωρίς να συνδέεται με αντων. ή με ουσ. που να δηλώνει πράγμα): αν ίδῃς εις το πέλαγος καράβιν κινδυνεύον (παραλ. 1 στ.), εσύ λέγεις αϊλίμονον κι εκεί θεωρούν αγγέλους Γλυκά, Στ. 125· Αλέμονον η τάλαινα πώς άρξομαι του λόγου Απαρν. 1· και φευ! και πάλι αλίμονον! ουαί! τι τους συνέβη! Βέλθ. 1104· Δεν με λυπάσαι, αλίμονον, δεν με ψυχοπονάσαι ...; Ch. pop. 805· Αλίμονον, καλή κυρά, λυπήσου με κι εμένα Ερωτοπ. 489· αλίμονον, αλίμονον, Θεέ των πάντων κράζει Παλαμήδ., Βοηβ. 1327· β) (με αιτ. προσ. ή πράγματος): Αλίμον’ (ενν. εκείνον) όποιος γελαστεί να ’χει ’ς γυναίκα ολπίδα Ερωτόκρ. Ε΄ 1079· Αϊλίμονον την ελεεινήν, αϊλίμονον την ξένην Δελλ. (Μανούσ.) Γ΄ 319· αλίμονον τον άνθρωπον! τις ένι ουκ εγνωρίζω Λίβ. Sc. 384· γ) (με την πρόθ. εις): αλίμονον στη χώρα μας, αφής την εξεσκίσαν| οι Τούρκοι και εσέβησαν μέσα κι εκαταντήσαν Θρ. Κύπρ. M 414· Η κόρη μου εχάθηκεν, αλίμονον εις εμένα Διγ. A 2005· αϊλίμονον εις την συμφοράν! Χίκα, Μονωδ. 38.
αλίμονος,- επίθ., Ακ. Σπαν. (Legr.) 34177.
Από το επιφ. αλίμονο(ν). Ως επίθ. απαντά σε ιδιώμ. (ΙΛ, λ. αλλοίμονος).
Αλιτήριος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): ο Θεός να σε καταργήσει, ω σπανέ, αλίμονε, αθώρητε, ακτένιστε, ανείκαστε και ακοίμητε Ακ. Σπαν. (Legr.) 34177.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Ακ. Σπαν. (Legr.) 3069, 44495, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 222, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ́́ 397, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β́́ 1140, 1141.