Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 76 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Αλφ. (Mor.)

  • άγιος (Ι)
    ο, Διγ. (Hess.) Esc. 891, Rebâb-nâmè (Burg.-Mantran) 1, 5, 11, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 360 (αγιοί), Απολλών. (Wagn.) 794 (αγιούς), 796, Notizb. (Kug.) 7, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1454, Ανακάλ. (Κριαρ.) 67, 118, Μαχ. (Dawk.) 6407, Σφρ., Χρον. μ. (PG 156) 1072A, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 13817, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 209, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 417 (αγιούς), Δεφ., Σωσ. (Legr.) 355 (αγιούς), Αχέλ. (Pern.) 1017 (έκδ. Αγιέρμου· κατά Αλεξ. Στ., Κρ. Ανθολ. σ. 49: Αγι Έρμου), Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 417, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 980, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) 511 φ. 243 α, Φορτουν. (Ξανθ.) Αφ. 63 (αγιών), Αλφ. (Mor.) IV69 (αγιοί), Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 46226· αγία η, Ονόμ. πυλ. Κων/π. (Beneschew.) 408, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1627, 1636, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 67 δις, Κατζ. (Πολ. Λ.) Γ́́ 343.
    Το αρχ. επίθ. άγιος ως ουσ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. άγιος).
    Που τον τιμά η Εκκλησία με καθιερωμένη γιορτή (πβ. Lampe, Lex. λ. άγιος D και ΙΛ λ. άγιος 3): εκίνησες, αφέντη μου, και ο Θεός και οι αγιοί μετά σου Ερωτοπ. 360· το παρακκλήσι είσιθι μετ’ ευλαβείας πάσης (παραλ. 2 στ.) και τότε βλέπεις εμφανώς την άγιαν κειμένην| επί την πέτραν εκ Θεού ωσάν τετυπωμένην Παϊσ., Ιστ. Σινά 1627.
       
  • αλφάβητος
    ο, Ch. pop. (Pern.) 87, Αλφ. (Mor.) III 1· αλφάβητος η, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 65, Ερμον. (Legr.) 551.
    Η λ. ήδη σε σχόλ. (L‑S) και σήμ. (ΙΛ, λ. αλφάβητο).
    1) Τα εικοσιτέσσερα γράμματα του αλφαβήτου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αλφάβητο 1): συ δε ουδέ την αλφάβητον εξεύρεις συλλαβίσαι; Προδρ. ΙΙΙ 65. 2) α) Ποίημα γραμμένο με αλφαβητική ακροστιχίδα: Άρξομαι τον αλφάβητον, στιχοπλεκώ σε, κόρη,| τον πόθον και τον έρωτα τόν έχω διά τ’ εσένα Ch. pop. 87· β) αλφαβητική σειρά: Το προοίμιον Ομήρου συνταχθέν κατ’ αλφαβήτου Ερμον. 551.
       
  • αμέτρητος,
    επίθ., Διήγ. Αλ. E (Lolos) 28120, Ξόμπλιν φ. 132r, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 284r, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 6, 41, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 168· αναμέτρητος, Αλφ. (Mor.) ΙΙΙ 32
    Το αρχ. επίθ. αμέτρητος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Ανεξάντλητος (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): Έτσι κι εγώ ο καημένος (παραλ. 1 στ.) σε δυο πεθυμισμένες| βρύσες, οπού τως (έκδ. τις· διορθώσ.) δίδει| μια αμέτρητη καρδιά νερό ως κρουστάλλι Πιστ. βοσκ. III 6, 41. 2) Που δε μετρά, που δεν υπολογίζει, ασυλλόγιστος, ασύνετος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Βλέποντας το λοιπόν οι άρχοντες την γνώμην του πρεβεδούρου ετούτην την άπρεπην και αμέτρητην, οπού έπιασε και δεν ήθελε να συμπέσει ... Σουμμ., Ρεμπελ. 168. — Πβ. και άμετρος 2.
       
  • ανεβαίνω,
    Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 404, 455, 698, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 34, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 131, 261, ΙΙΙ 335 (χφ g) (κριτ. υπ.), 340c (χφ V) (κριτ. υπ.), 344α (χφ Η) (κριτ. υπ.), Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5803, 6562, Παράφρ. Μανασσ. (Praecht.) Β 300, Διγ. (Καλ.) Esc. 1397, Διγ. (Καλ.) A 104, 120, 2275, Βέλθ. (Κριαρ.) 491, 1139, 1144, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 168, Πανάρ. (Λαμψ.) 772, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 109, Απολλών. (Wagn.) 543, Απολλών. (Janssen) 663, Λίβ. (Μαυρ.) P 931, 1061, Λίβ. (Lamb.) Sc. 3167, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2044, 2132, 2780, 3044, Λίβ. (Lamb.) N 167, Λίβ. (Wagn.) N 1401, Αχιλλ. (Haag) L 270, Αχιλλ. (Hess.) L 250, Αχιλλ. (Hess.) N 1403, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 275, Χρον. Τόκκων (Schirò) 3004, 3119, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 1013, Θησ. (Βεν.) Β΄ [435], Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VII 31, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 739, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 237, Βουστρ. (Σάθ.) 502, 526, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 142, 438, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 63, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15111, 15625, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 385, Έκθ. χρον. (Lambr.) 4414, 19, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 35, 37, Πικατ. (Κριαρ.) 113, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 69, 77, 145, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 234, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΙΙ 6, ΧΙΙΙ 1, ΧΙΧ 15, ΧΧΧΙ 10, XLI 5, XLIV 34, Έξ. ΙΙ 23, XXXII 30, ΧΧΧΙΙΙ 5, Αρ. ΙΧ 17, 21, Χ 11, ΧXVII 12, Δευτ. Ι 4, ΙΧ 9, XVII 8, XXV 7, ΧΧΙΧ 22, Αχέλ. (Pern.) 692, 1766, 2111, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 83, 1014, 1027, 1223, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 466, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1138, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 247, Γ΄ 480, Ε΄ 25, 410, Πανώρ. (Κριαρ.) Δ΄ 351, Ερωφ. (Ξανθ.) Γ΄ 341, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙΙ 3, 179· IV 5, 102· 5, 106, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 178, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1964, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31426, 36127, 37925, 3874, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 2119, Β΄ 2304, Γ΄ 398, Ευγέν. (Vitti) 1374, Στάθ. (Σάθ.) Ιντ. β΄ 116, Γ 49, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Δ΄ 135, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 151, Λίμπον. (Legr.) 370, 511, Φορτουν. (Ξανθ.) Πρόλ. 49, 53, Ζήν. (Σάθ.) Δ΄ 136, 294, 361, Ε΄ 25, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 511, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 15513, 16624, 17020, 18316, 2007, 25520, 28111, 2923, 30421, 3164, 38613, 4207, 43016, 48919, 55519, 57918, Διακρούσ. (Ξηρ.) 944, 9625· ’νεβαίνω, Ανακάλ. (Κριαρ.) 28, Μαχ. (Dawk.) 811, 3610, 4636, 15227, 18620, 20422, 2066, 3243, 32629, 33833, 4106, 41426, 44417, 54827, 55027, 55411, 58211, 58415, Βουστρ. (Σάθ.) 418, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 899, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 17614· αναβαίνω, Σπαν. (Hanna) A 592, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 192, 358, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 424, Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙΙ 333, Ιατροσ. (Legr.) 1949, Ιερακοσ. (Hercher) 38132, Κυνοσ. (Hercher) 5974, Λίβ. (Lamb.) Sc. 439, Έκθ. χρον. (Lambr.) 7918, Πεντ. (Hess.) Δευτ. ΙΧ 23, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 137· ’ναβαίνω, Αλφ. (Mor.) IV 74· ανηβαίνω, Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙΙ 340 c (χφ g) (κριτ. υπ.), Διγ. (Hess.) Esc. 1077, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 5372, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2503, 3284, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 1004, Θησ. (Βεν.) Ζ΄ [1297], ΙΑ΄ [265’νηβαίνω, Διγ. (Lambr.) O 58, 1896, 2725.
    Το αρχ. αναβαίνω. Για τον τ. ανηβαίνω βλ. Hatzid., Einleit. 65, Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 33, 187 και Αθ. 20, 1908, 574, καθώς και Κουκ., Αθ. 43, 1931, 69. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Ανεβαίνω (κάπου) (Η σημασ. αρχ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): εσίμωσε του παλατιού, ανέβηκε τη σκάλα Ερωτόκρ. Α΄ 2119· και τότε αποσκαλώσαμεν και ανέβημαν το βράχος Λίβ. Esc. 2780· άρχισαν ν’ ανηβαίνουν το ανήβα του Μακρυπλαγίου Χρον. Μορ. P 5372· Ευθύς τ’ ανέβην, ώρμησα και την τροφήν ωρέχθην Απόκοπ. 35· Κατζούρμπο, ας έβγομε από δώ μάνητα πλιο μην πάρω| κι ανέβω απάνω σπίτι τση και πιάσω και τη γδάρω Κατζ. Γ΄ 480· δεν ανέβηκα εις άλογο Διγ. Άνδρ. 37915· την όρθωσιν, το δύσφορον ν’ ανάβω της οδύνης Λόγ. παρηγ. O 424· του πόνου το ανώφορον ήρξου, ψυχή, αναβαίνειν Γλυκά, Στ. 192. Πβ. ανατρέχω 2· —Συνών.: ανάγω 1β· φρ. (1) ανεβαίνω στη μπερλίνα = διακωμωδούμαι (πβ. και μπαίνω στη μπερλίνα Κατζ. Α΄ 362): θε να σε κάμω ν’ ανεβείς σήμερο στη μπερλίνα Κατζ. Ε΄ 410· (2) ανεβαίνω στον κόσμο (ενν. από τον Άδη): Έχεις ελπίδα, λέγε μου, στον κόσμον πλέον ν’ ανέβεις; Πικατ. 113· β) υψώνομαι: αν έχει ως όρος αναβήν, ως κέδρος ανυψώσαι,| χαλάσειν έχει οψέποτε, κατακλιθήν και πέσειν Γλυκά, Στ. 358· γ) ανεβαίνω (με κατεύθυνση προς το Θεό) (Πβ. Lampe, Lex., λ. αναβαίνω Β 6b): πιστεύω και το δίκιο μου εις το Θεό ν’ ανέβει Τζάνε, Κρ. πόλ. 55519· Εσείς εφταίξετε φταίσιμο μεγάλο και τώρα θα ανέβω προς τον Κύριο να τύχει να συμπαθήσω για το φταίσιμό σας Πεντ. Έξ. XXXII 30· δ) ανεβαίνω (με κατεύθυνση προς την καρδιά, το νου, κλπ.) (Η χρ. ήδη μτγν., L‑S, λ. αναβαίνω ΙΙΙ b και Lampe, Lex., λ. αναβαίνω ΙΙ Β): αναβαίνουσι καπνοί δριμύτατοι εις τον εγκέφαλον αυτών και υπό τούτου αλγούσιν Ιερακοσ. 38132· μέρεμνα γαρ ερωτική τον νουν μου ουκ ανέβη Λίβ. Esc. 2132· Τούτα ’πασιν οι επαοιδοί, λέγω οι αστρολόγοι,| κι εις του ρηγός την φρόνησιν ενήβαιναν οι λόγοι Διγ. O 58· ως όταν ετελείωνα μια λέξιν τε και άλλην| και άλλες ανηβαίνασιν εις τον εγκέφαλόν μου Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 1004· κι εμένα πλέο τρομάρα| μ’ ανέβαινε θωρώντας την και ήρχομου εις λιγωμάρα Φαλιέρ., Ιστ. V 234· εκείνη ανέβην εις θυμόν και λέγει Λόγ. παρηγ. L 698. Πβ. ανεβάζω 3α· ε) (υποκ. φωνή, κραυγή, κλπ.) ανεβαίνω: ένθα σημαντηρίου φωνή ουκ αναβαίνει Ιατροσ. 1949· ανέβην η κραυγή τους προς τον Θεό Πεντ. Έξ. ΙΙ 23· μέσον Ρωμαίων και Περσών άγριος θρους ανέβη Μανασσ., Χρον. 6562· ς) προέρχομαι (από χαμηλότερο χώρο): η πύρωσις ανέβαινε εκ των σωληναρίων Διγ. A 120· — Η μτχ. ανεβασμένος όπως και σήμ.: Απανωθιόν των ουρανών, δέσποιν’, ανεβασμένη Σκλέντζα, Ποιήμ. 739. —Συνών.: ανασπώ ΙΙ 3, ανατέλλω Α3. 2) (Με εμπρόθ. προσδιορ.) μπαίνω, εισχωρώ, εισβάλλω, επιτίθεμαι: Θωρώ οι Τούρκοι ’νέβησαν εις την αγίαν Πόλην| και τώρα αφανίζουσιν εμέν και τον λαόν μου Ανακάλ. 28· Τα τρις αλλάγια έδειραν και ανέβησαν ως άνδρας Αχιλλ. O 275· οι δώδεκα ανέβησαν θαρρώντες προς εκείνον Αχιλλ. N 1403· όσοι κι αν ανεβήκανε όλοι νεκροί απομείνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 3164· Έκαναν λάκκους τρίγυρα αν τύχει ν’ ανεβούσι (ενν. οι εχθροί) Τζάνε, Κρ. πόλ. 15513. 3) α) Πηγαίνω, έρχομαι: Πάτερ, πετσίν ουδέν έχω να ανάβω να αγοράσω Προδρ. III 333· πάγιλος και ο ποδεστάς ενέβησαν εις την Λευκωσίαν ζητώντα τους μαντατοφόρους Μαχ. 2066· εκείνος μεν εξελθών από του κατέργου ανέβη εις τένδας, ας αυτῴ προητοίμασαν Σφρ., Χρον. μ. 1013· ω κοινή του γένους ψυχή, που ανέβης και άφησες το σώμα ωσάν νενεκρωμένον και ανενέργητον; Χίκα, Μονωδ. 178· Μέσα σ’ ετούτ’ απόκρυφοι σ’ άλλη μερά ’νεβήκαν Αχέλ. 692· Αναβάτε και κλερονομήσετε την ηγή ός έδωκα εσάς Πεντ. Δευτ. IX 23· φρ. ανέβην (και) εκατέβηκα = επήγα και ήρθα, ενδιαφέρθηκα, προσπάθησα: εξέβηκα εκ την θάλασσαν, επάτησα την άμμον, ανέβην κι εκατέβηκα να ιδώ αν εκομπώθην Λίβ. Esc. 3044· ανέβην, εκατέβηκα να παίζω το σπαθίν μου Λίβ. P 931. Πβ. ανατρέχω 1α· β) παρουσιάζομαι (Πβ. L‑S, λ. αναβαίνω ΙΙ 3): όνταν ενέβην ομπρός του αμιράλλη είπεν του Μαχ. 4106· ανέβησαν έμπροσθεν του ρηγός και της βουλής του και ανάφεράν του την μαντατοφορίαν τους Μαχ. 32629· εκείνοι μόνον οι δώδεκα ανέβησαν θαρσουμένοι,| εγλήγορα τον εχαιρετίσασιν κι επροσκυνήσασίν τον Αχιλλ. L 250· Και ανέβην μέσον τους ο κούντης ντε Ρουχάς Βουστρ. 526. 4) Επιβιβάζομαι (σε πλοίο): ενέβην εις το κάτεργον και επήγεν εις την Κωνσταντινούπολιν Μαχ. 811· ενέβησαν απάνω και έποικαν άρμενα Βουστρ. 418· εις την κοιλίαν του καραβιού ανέβηκεν η κόρη Απολλών. 663· εις το καράβι τ’ αφεντός Καπέλλου ανεβαίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 17020. 5) Φυτρώνω (Πβ. L‑S Κων/νίδη, λ. αναβαίνω ΙΙΙ α): ιδού εφτά στάχα ανεβαίνουν εις καλάμι ένα, εύρωστα και καλά Πεντ. Γέν. XLI 5· να μη φυτρώσει και να μην ανέβη εις αυτήν παν χορτάρι Πεντ. Δευτ. ΧΧΙΧ 22· τούτο δε ποιήσεις επί δέκα ημέρας και αναβήσεται ο όνυξ Κυνοσ. 5974. Πβ. ανατέλλω Α2. 6) Ανατέλλω (Η σημασ. ήδη στο Θεοφ., Χρον. (De Boor) 47011 και σήμ.· βλ. και Θαβώρ., Προσδιορ. ημερον. 95, και ΙΛ στη λ. 1): ο αυγερινός ανέβην Πεντ. Γέν. ΧΙΧ 15. 7) Προάγομαι, τιμώμαι (Η σημασ. και σήμ.· πβ. και ΙΛ στη λ. 5): Περί απειθών κληρικών οπού δεν πείθονται να αναβούσιν εις μεγαλύτερον βαθμόν Βακτ. αρχιερ. 137 να επαινούνται πανταχού κι εις δόξες ν’ ανεβαίνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 57912· και τώρα το μειράκιον, το σιχαντό το έθνος,| ενέβηκεν, εψήλωσεν, εγίνη αυθέντης μέγας Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 490. Πβ. ανεβάζω 4. 8) α) (Προκ. για θάλασσα) φουσκώνω: Και είπαν πως ανέβηκε η θάλασσα παραπάνω Διήγ. ωραιότ. 151· β) (προκ. επίσης για θάλασσα) πλημμυρίζω: Ως ήβγαλε, ερχίνησε η θάλασσα κι ενέβη| απάνω στα χωράφια και πάλε εκατέβη Διήγ. ωραιότ. 899· γ) (προκ. για φωτιά) δυναμώνω: Όσ’ η φωτιά ανεβαίνει| και το νερό γυρεύγει| πάντα να κατεβαίνει Πιστ. βοσκ. III 3, 179. 9) α) (Προκ. για χρηματ. ποσό) αυξάνομαι, συμποσούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 7): η προίκα του ανέβαινε εξήντα μυριάδας Διγ. A 2275. Πβ. αναβιβάζω 5, ανεβάζωβ) (προκ. για μη υλικά πράγματα) αυξάνομαι (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S , λ. αναβαίνω ΙΙ 8): αναβαίνει ο έπαινος, πληθύνετ’ η τιμή σου Σπαν. A 592.
       
  • ανήλικος,
    επίθ., Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙ G 107, Ασσίζ. (Σάθ.) 3929, 1442, 24921, 2697, 28210, 28318, 28819, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 57723, 5786, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 3054, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 172, 538, Μαχ. (Dawk.) 16919, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 70, Διγ. (Lambr.) O 2642, Αλφ. (Mor.) IV 17· ανέλικος, Αρμούρ. (Κυριακ.) 8.
    Το μτγν. επίθ. ανήλικος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Που δεν έχει φτάσει την ανδρική, τη νόμιμη ηλικία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Έχω παιδιά ανήλικα Αλφ. IV 17· εάν έναι ανήλικα, χρεωστούν οι γονείς να τρέφουν τα παιδία Ελλην. νόμ. 57723. 2) Που δεν έχει πείρα, μη έμπειρος: Θωρώ σε ανήλικον φιλιάς και απείραστον του πόθου Ερωτοπ. 538. Πβ. και αδόκιμος β, ακάτεχος 1, αμάθητος, άμαθος.
       
  • ανήμπορος,
    επίθ., Μαχ. (Dawk.) 42036, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VI 57, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [26, 48, 449, 459], Αλφ. (Κακ.) 1066, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 259, Β΄ 178, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 58, Πρόλ. Χάρ. 12, 126, Α΄ 566, Β΄ 57, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 1, 280, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 320, 588, Β΄ 106, 906, 2048, 2103, Γ΄ 318, 925, 982, 1283, Θυσ. (Μέγ.)2 44, 765, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Δ΄ 85, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 398, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ [54], Φορτουν. (Ξανθ.) Πρόλ. 36, Β΄ 262, Ιντ. δ΄ 170, 181, Ζήν. (Σάθ.) Πρόλ. 149, Αλφ. (Mor.) III 46 (έκδ. ανηπόρους· διορθώσ.), ΙΙΙ 76 (έκδ. ανηπόρους· διορθώσ.), IV 66.
    Από το στερ. αν‑ και το (η)μπορώ (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 109). Η λ. και σήμ. κοιν. (ΙΛ).
    1)   α1) (Προκ. για πρόσωπα) αδύναμος, ασθενικός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): κάνει και τον ανήμπορο άντρα και παλληκάρι Ερωτόκρ. Α΄ 588· το γέρο τον ανήμπορο, τον πρικαμένο κύρη Ερωτόκρ. Γ΄ 982· κορασιές ανήμπορες θάνατο θα του δώσου Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 126· α2) (προκ. για όργανο του σώματος) που έχει χάσει την ικανότητά του: γιατί σβηστά κι ανήμπορα (ενν. «μάτια μου») τώρα σιμά της να ’στε; Πανώρ. Β΄ 178· β) (προκ. για πράγματα) ανίσχυρος, αδύνατος: εις τούτο οπού βάλθηκα το πέλαγος το πλήσιο| μ’ έτσι μικρό κι ανήμπορο καράβι ν’ αρμενίσω Ερωφ. Αφ. 58· μ’ ανήμπορο κοντάρι θε να δράμεις Ερωτόκρ. Β΄ 2103. 2) Φτωχός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): ... πλούσιους ρίχνει χαμηλά κι ανήμπορους σηκώνει Ερωφ. Α΄ 566. 3) Μη πραγματοποιήσιμος, αδύνατος: και να φυλάξω ανήμπορον είναι την παρθενιά μου Ροδολ. Δ΄ [26]· τα δυνατά απαλύνασι, τ’ ανήμπορα (= πράγματα, ανήμπορες γνώμες) μπορέσα Ερωτόκρ. Γ΄ 1283.
       
  • ανίσως,
    σύνδ., Ασσίζ. (Σάθ.) 3810, 15, 31, 3918, 416, 474, 491, 7218, 737, 30817, Διγ. (Καλ.) A 2727, Μαχ. (Dawk.) 33637, Βουστρ. (Σάθ.) 422, 450, 472, 475, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 179, 435, 541, 6917, 8711, 9135, 9358, 993, 1026, 22, 10455, 67, 77, 1117, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 742, Ποίημ. Αλ. Κύπρ. (Τζεδ.) 1194, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 195, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙΙ 4, 19, Ευγέν. (Vitti) 1364, 1391, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 59, Β΄ 51, 135, 150, Γ΄ 325, Ιντ. γ΄ 133, 161, Δ΄ 524, Ιντ. δ΄ 102, Αλφ. (Mor.) IV 67· ανισώς, Μαχ. (Dawk.) 164, 2021, 23, 13616, 35, 15812, 16811, 19016, 20818, 24611, 25620, 32213, 3383, 40421, 50226, 51619, 56222, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 263, 737, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [5], Δ΄ [25, 485], Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 225, 268, Δ΄ 39, Ε΄ 357, Ερωφ. (Ξανθ.) Β΄ 59, 457, Ιντ. γ΄ 2, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 1, 186, 1, 342· 5, 186, ΙΙ 3, 26, ΙΙΙ 5, 64, IV 1, 39· 3, 9, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 59, Β΄ 99, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ [340, 1272]. Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 425 (έκδ. ανίσως· διόρθ. Αλεξ. Στ., Κρ. Χρ. 8, 1954, 271), Ιντ. γ΄ 122, Δ΄ 112· ανοσώς, Μαχ. (Dawk.) 2764· ανισωστάς, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Δ΄ 689, Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) ΙΙ 44, 55, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 130, 241, 292.
    Από τον υποθ. σύνδ. αν και το επίρρ. ίσως. Ο τ. ανισωστάς κατά παρέκταση από αναλογία προς άλλα επιρρ. όπως διχωστάς, μαλλιοστάς κ.τ.ό. (Βλ. Χατζιδ., ΕΕΠ 7, 1910 /11, 80 και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 496). Για τη λ. και τους τ. βλ. Ψάλτη, ΛΑ 5, 1918 /20, 41 κε. Για τον τ. ανισώς πβ. δίχως - διχώς. Η λ. ήδη στη Διαθ. Νίκων. (Λάμπρ.) 228 και σήμ. (ΙΛ).
    1) (Υποθ. με επόμ. συνήθως το σύνδ. και ή ενίοτε τον ότι, αν [ή τον ότι να, και να με υποτακτ.]) αν τυχόν, αν συμβεί να ..., αν (Η σημασ. ήδη στη Διαθ. Νίκων. (Λάμπρ.) 228 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): ανίσως και είσαι αληθώς εκείνος ο Ακρίτης,| λάλησόν με, αυθέντα μου, διά τον ποθητόν μου Διγ. A 2727· ανίσως ότι κάτεργα αρματωμένα γενουβήσικα να έλθουν εις την Κύπρον και να μηδέν έχουν πραματείες, να μηδέν είναι κρατούμενοι να εμπούν εις την Αμόχουστον Μαχ. 13635· ανίσως ότι εκείνος ού εκείνη οπού αγκαλέ τον αρεστιασμένον ουδέν έχουν εξουσίαν εις εκείνον Ασσίζ. 30817· ανίσως ο κύρης ή η κυρά αν τον δέρνουν Ασσίζ. 737· ανίσως και ποτέ να καταντήσεις| εκεί που να θαφτούν τα κόκκαλά μου, μηδέν είσαι τόσον σκλερός μιτά μου Κυπρ. ερωτ. 10477· θάνατος μόνο το λοιπό, τούτ’ ανισώς και λάχει,| να δώσει τέλος ’ς τση καρδιάς μπορεί μόνο τη μάχη Ερωφ. Β΄ 457· κι εσύ ανισώς και κάμωμα σαν τούτο είχες γροικήσει,| πιστεύγω πως ως μάννα μου γλυκειά είχες μ’ αμποδίσει Ροδολ. Δ΄ [485]· ανίσως κι είναι βασιλιός, το σφάλμα του ας παιδέψει Φορτουν. Ιντ. γ΄ 133· σου τάσσω ανισωστάς και βγούμενε με νίκη| οξώτου από ταχιά κι αργά θες τρώγει να χορταίνεις Φορτουν. Α΄ 130. Πβ. αν 1, ανέ(ν)έκφρ. ανίσως και ... ή = είτε ... είτε: Ανίσως κι είμαι ζωντανός ή αποθαμμένος Κυπρ. ερωτ. 6917. Πβ. αν, Εκφρ. 2) (Εναντιωμ., παραχωρητ. με επόμ. συνήθως το σύνδ. και) αν και, μολονότι, ενώ, ακόμη και αν: δεν είχα ζήλαν κείνους που γελούσαν,| ότι, ανισώς και χαίρουνται, ποθούσιν,| τίτοιες χαρές δεν μοιάζουν της χαράς μου Κυπρ. ερωτ. 263· ανίσως και καθ’ ώραν δεν βιγλούνται (ενν. οι καρδιές που ποθούνται),| η πεθυμιά διά κείνον δεν γυρίζει Κυπρ. ερωτ. 435· ανισώς να ’χαμεν λείπειν εθέλετ’ έχειν πρόφασην Μαχ. 32213· Ανισωστάς κι οι άγνωστοι χάνονται, δε ’φελούσι,| οι φρόνιμοι πολλές φορές τα δύσκολα νικούσι Ερωτόκρ. Δ΄ 689. Πβ. αν 2, ανέ(ν) 2. —Συνών.: αγκαλά. 3) (Αιτιολ. με επόμ. συνήθως το σύνδ. και) επειδή: Ανίσως, ω κυρά μου, κι όμορφ’ είσαι| τόσον ... (παραλ. 2 στ.) δεν έν’ θαύμα αν είσαι| αξ αύτου μου περίτου αγαπημένη Κυπρ. ερωτ. 8711· μην το ’χεις για μεγάλο| ’ς τούτο ανισώς τον πόλεμον ήρθα κι εγώ να βάλω (παραλ. 1 στ.) ... ’ς κίνδυνο το κορμί μου Ερωφ. Ιντ. γ΄ 2· παραπόνεση σ’ εμέ κιαμιά μην έχεις| ανίσως και τα πάθη μου ακόμη δεν κατέχεις Φορτουν. Β΄ 150. 4) (Απορημ. με επόμ. το σύνδ. και) μήπως και, εάν (εισάγοντας εξαρτημένη πρότ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): να δω ανισώς και θέλουσι να στρέψουσιν οπίσω| την Έλεναν Φορτουν. Ιντ. γ΄ 122· να του μηνύσεις ανισώς και ο όρκος εγίνην έμπροσθέν σου Μαχ. 51619· να πέψει μαντατοφόρους εις τον σουλτάνον ανισώς και θέλει να ποίσει την αγάπην Μαχ. 16811. Πβ. αν 4, ανέ(ν) 4. —Συνών.: αμή 5.
       
  • απαριάζω,
    Άλ. Κύπρ. 1557, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 22, 447, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2556 [= Γέν. Ρωμ. (Λάμπρ.) 146], Ευγέν. (Vitti) 1007, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [409, 632], Β΄ [956, 1028, 1119, 1268], Δ΄ [759], Πρόλ. κωμ. (Βεργ.) 13, Αλφ. (Mor.) IV 24.
    Τη λ. ετυμολογούν: Κοραή, Άτ. Β΄ 41 από το αναπαριάζω> αμπαριάζω, Χατζιδ. (Αθ. 1, 1889, 259, 261 και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 212) από το παρεάζω> παρjάζω> απαρjάζω, Κυριακ. (BZ 44, 1957, 359) από το ρόγα> ρογιάζω> απορογιάζω> αποργιάζω> απαργιάζω. Η λ. και σε σημείωμα του κώδ. 70 της μονής Κουτλουμουσίου (Λάμπρ., ΝΕ 12, 1915, 115), στον Κατσαΐτ., Κριαρ., πολλαχού και σήμ. (σε παροιμ. και δημ. τραγ., Πολ. Ν., Επετ. Παρνασσ., 2, 1898, 85 και Δημητράκ. Βλ. και ΝΕ 12, 1915, 116).
    1) α) Εγκαταλείπω, παρατώ (κάποιον ή κάτι) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1 και Άμ. ό.π.): Έτσι μ’ απάριασε γυμνήν, ξένην κι απελπισμένην Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [759]· βλ. και αμπαντονάρω, αναχωρίζω Α, απαρνούμαι, απαφήνωβ) αφήνω: την Βλαχιάν να ’ν’ ήσυχη ποσώς δεν απαριάζαν Παλαμήδ., Βοηβ. 22. 2) Κληροδοτώ: και μάρμαρο τσι δόξες του γραμμένες να τσ’ αφήνει| καθώς μας τις απάριασε κι ως τώρα έν’ γραμμένες Πρόλ. κωμ. 13. Βλ. και απαφήνω 4.
       
  • από (I),
    πρόθ., Φυσιολ. (Karn.) Μ 326, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 249, Σπαν. (Hanna) Α 18, 131,164, 524, 532, 551, Β 124, 347, Σπαν. (Ζώρ.) V 69, Σπαν. (Hanna) V 122, 126, 167, Σπαν. (Hanna) Ο 53, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 457, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 493, 626, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 120, Προδρ. (Hess.-Pern.) II G 18, III 45, Καλλίμ. (Κριαρ.) 193, 284, 2271, Έκφρ. ξυλοκ. (Λάμπρ.) 156, Ασσίζ. (Σάθ.) 611, 75 , 8921, 1443, 18711, 40030, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 53720, Ορνεοσ. άγρ. (Hercher) 51924, 53714, 5392, Διγ. (Mavr.) Gr. IΙΙ 266, IV 131, 926, VIII 43, 185, Διγ. (Hess.) Εsc. 136, 138, 1316, 1589, 1759, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2835, Διγ. (Καλ.) Α 1440, 2113, 3759, Βέλθ. (Κριαρ.) 71, 248, 249, 328, 405, 530, 538, 566, 700, 714, 914, 1213, 1277, Εβρ. έλεγ. (Παπαγ.) 174, Ερμον. (Legr.) Λ 70, Ν μετά στ. 392, Ξ 73, 105α, Ψ 317, Χρον. Μορ. (Καλ.) Η 439, 940, 1255, 1599, 1675, 1713, 2562, 2738, 2827, 2918, 3531, 4969, 5797, 6107, 6534, 6549, 7290, 7625, 8420, 8683, Χρον. Moρ. (Schmitt) Ρ 3865, Πουλολ. (Krawcz.) 213, Βίος Αλ. (Reichm.) 3661, Φλώρ. (Κριαρ.) 494, 1264, Σπαν. (Ζώρ.) V 41, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 275, 400, Περί ξεν. (Wagn.) V 31, 404, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 133, Λίβ. (Μαυρ.) P 61, 1867, Λίβ. (Lamb.) Sc. 933, 2213, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1077, 3262, 4019, Λίβ. (Lamb.) N 46, 155, Λίβ. (Wagn.) N 838, 1889, Αχιλλ. (Haag) L 284, Αχιλλ. (Hess.) N 39, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 106, 149, 266, 347, Ιμπ. (Κριαρ.) 178, 233, 434, Γράμμ. κρ. διαλ. (Μανούσ.) σ. 7, Χρησμ. (Trapp) I207, V3, VI28, VII14, IX11, Φυσιολ. (Zur.) I 2α5, Χειλά, Χρον. (Hopf) 356, Μαχ. (Dawk.) 803, 25410, 3204, 3729, 57822, 38626, 42010, 42214, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 628, 83, 10, 23, 1010, 34, 1212, 28, 31, 1418, 29, 32, 1082, 1149, 1244, 26, 1264, 12617, 12829, Θησ. (Foll.) I 125, Θησ. (Schmitt) 339 IV 5, Ch. pop. (Pern.) 20, 30, Καραβ. (Del.) 49226, 49316, 30, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 197, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 683, Βουστρ. (Σάθ.) 414, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 46, 53, Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 92, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 14715, 14811, Αγν., Ποιήμ. (Ζώρ.) 16, Σαχλ. (Vitti) N 93, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 535, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 395, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 771, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 3, 13, 31, 120, 197, 448, 479, 485, 487, Ριμ. Απολλων. (Morgan) 356, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 183, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 212, 343, 344, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 10, 360, Θρ. Θεοτ. (Μανούσ.) 119, Πεντ. (Hess.) Γέν. IΙΙ 1, VIII 8, XIV 20, XX 6, XXVII 30, Έξ. I 9, XIV 5, XXX 2, Αρ. XIII 25, XXII 16, 23, XXIV 11, XXXIII 8, Δευτ. IX 1, XX 1, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 511, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 7916, 12425, 1497, Μηλ., Οδοιπ. (Παπαγ. Σπ.) 636, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 282, 1307, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 78, Β΄ 98, 387, Γ΄ 378, Δ΄ 291, Ε΄ 188, 209, 453, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 397, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 195, 440, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 754, Γ΄ 696, 1501, Στάθ. (Σάθ.) Πρόλ. 19, Α΄ 239, 272, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 29, 55, 67, Ροδολ. Α΄ [68], Ε΄ [549], Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 76, 428, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ΄ [506], χορ. δ΄ [8 ], Λίμπον. (Legr.) Αφ. 38, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 44, 77, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 670, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 26017, Αλφ. (Mor.) ΙΙΙ 10· ’πό, Διγ. (Καλ.) A 1908, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 393 (μετά διόρθ. Ξανθ., Παναθήν. 18, 1909, 180· έκδ. παραλ.), Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 33, 1003, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 295, 468, 803, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 222, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 44525· αποτά, Φαλιέρ., Ιστ.2 740 χφ V· απού, Ασσίζ. (Σάθ.) 828, 129, 2125, 3114, 4131, 5531, 8327, 924, 934, 9710, 10618, 1092, 1272,1446, 2203, 3122, 34022, 3526, 38829, 40130, 4145, 4212, 4619, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1357, Μαχ. (Dawk.) 223, 226, 3826, 701, 19631, 25410, 3404, 36231, 36417, 4066, 45615, 47211, 52235, 6064, 60832, 62011, 16, 63038, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 137, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 28, 1513, 1613, 248, 578, 588, 766, 771, 805, 9131, 923, 9361, 9914, 22, 10823, 10930, 38, 11030, Αχέλ. (Pern.) 310, Πανώρ. (Κριαρ.) Β΄ 447, Γ΄ 180, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 42, Α΄ 488, Β΄ 254, 385, 410, Γ΄ 272, Δ΄ 120, Ιντ. δ΄ 109, Ε΄ 142, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 2, 208· III 6, 8· V 6, 329, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 85, Επιστ. Ηγουμ. 168, 175, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 217, 314, 507, 512, 565, 732, 919, 926, 1200, Β΄ 1283, Ε΄ 470, Θυσ. (Μέγ.)2 24, 31, 288, 814, 1079, Στάθ. (Σάθ.) Ίντ. α΄ 11, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [9, 66, 173], Δ΄ [119], Ε΄ [272], Ροδολ. Α΄ [344], Ε΄ [588], Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) II 12, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 144, Γ΄ 57, Δ΄ 407, Ζήν. (Σάθ.) Πρόλ. 59, Β΄ 196, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 634, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 28714, 3038, 5473, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8022, Αλφ. (Mor.) III 48· ’πού, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 211, 2, 325, 351, 592, 643, 9232, 9444, 965, 10624, 1073, 25, 11031, 34, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 197, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 32217, 3787· απέ, Ιων. (Hess.) 2168, Ασσίζ. (Σάθ.) 49, 1521, 1612, 1923, 2214, 3516, 27, 386, 391, 413, 12, 4514, 4710, 5114, 552, 6416, 653, 6915, 803, 6, 8, 11, 8230, 889, 8921, 9022, 9121, 9831, 1098, 11415, 1214, 12413, 12721, 14217, 15028, 15227, 15422,1593, 16322, 17622, 1784, 17922, 2286, 23711, 25413, 2618, 27121, 28227, 30226, 3049, 32329, 3414, 35318, 3591, 3624, 3777, 41024, 4137, 41524, 4166, 13, 4219, 17, 4234, 4799, 4813, 5217, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 52014, 55125, 57714, Βέλθ. (Κριαρ.) 574, 978, Ακ. Σπαν. (Legr.) 167, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 138, 153, 572, 641, 687, 794, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 570, 3175, 6519, 6864, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 4159, 4901, 6226, 6687, 6808, 8967, Πτωχολ. (Schick) P 144, Διήγ. Βελ. (Cant.) 23, Φλώρ. (Κριαρ.) 74, 108, 306, 547, 681, 730, 896, 916, 1020, 1064, 1082, 1454, 1549, 1617, 1797, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 317, Απολλών. (Janssen) 770, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4207, Λίβ. (Lamb.) N 155, Λίβ. (Wagn.) N 247, 1631,1948, 2167, 2405, Αχιλλ. (Hess.) L 271, 582, 713, Αχιλλ. (Hess.) N 278, 316, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 13, 477, Ιμπ. (Κριαρ.) 209, 343, 358, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1392, Ανακάλ. (Κριαρ.) 11, Θρ. Κων/π. διάλ. (Ζώρ.) 120, Παρασπ., Βάρν. (Mor.) C 191, 423, Μαχ. (Dawk.) 48, 22, 64, 1020,1823, 2013, 2622, 3812, 18631, 30626, 3641, 37032, 34, 37237, 41223, 43611, 4664, 46835, 48232, 53221, 55815, 59014, 67626, Θησ. (Foll.) I 5, 30, 58, 63, 64, 75, 96, 132, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. 127, 154, 192, Β΄ [96], [104], Βουστρ. (Σάθ.) 413, 417, 452, 456, 46828, 50223, 51921, 53411, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 704, Πικατ. (Κριαρ.) 417, Συναξ. γυν. (Krumb.) 99, 871, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 14, Πεντ. (Hess.) Γέν. II 6, 9, IV 13, XVI 2, XXVI 10, Αρ. X 12· ’πέ, Αχιλλ. (Hess.) L 1134, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 128· απ’ (μπροστά από φωνήεν), Σπαν. (Hanna) V 24, Προδρ. (Hess.-Pern.) I 82, Ασσίζ. (Σάθ.) 1818, Διγ. (Καλ.) A 242, Βέλθ. (Κριαρ.) 366, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 378, Απολλών. (Wagn.) 550, Λίβ. (Lamb.) Esc. 974, Λίβ. (Lamb.) N 836, 841, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 33, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 197 (έκδ. αποκάτω· διόρθ. Ειδική Χρήση: Ξανθ., Κρ. Λαός 1, 1909, 10, σε απ’ εκατόν), Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 418, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 50, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2071, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Δ΄ 62, Λίμπον. (Legr.) 68 κ.ά.· απ’ (μπροστά από τ), Χρον. Τόκκων (Schirò) 2009, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 50, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2071, Γ΄ 67· ’π’ (μπροστά από φωνήεν), Κορων., Μπούας (Σάθ.) 50, Λίμπον. (Legr.) 262, κ.ά. ’π’ (μπροστά από σύμφωνο), Αλφ. (Κακ.) 1158· αφ’ (μπροστά από τ), Βέλθ. (Κριαρ.) 442, 1154, 1279, 1312, Σωσ. (Legr.) 53, 73, Χρησμ. (Trapp) I 302, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 419, 428, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 32, 408, 459, 460, 493, 637, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 8636, Διγ. (Lambr.) O 722, 1705, 2414.
    Η αρχ. πρόθ. από. Για τη νεωτερ., ιδίως τη νεοελλην. χρ. της, βλ. Άμ., ΛΑ 5, 1918/20, 132 κέ. Για τους τ. της βλ. επίσης Άμ., ΛΑ 5, 1918/20, 132 κέ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 478, Χατζιδ., ΕΕΠ 7, 1910/11,83 και ΙΛ στη λ., ετυμολ. Για την παλαιότ. σύνταξη και χρ. της πρόθ. βλ. Hatzid., Einleit. 224 Jannaris, Hist. Gramm. 373, Raderm., Neutest. Gramm. 21925, 143, Treu (Aus der Byz. Arbeit der DDR 1, 1957, 17-23), Mihevc (Ziva antika 15, 1966, 355), Lampe, Lex. στη λ. VI και Sophocl. στη λ. 13. Για τη σημερ. σύνταξη της απόβλ. ΙΛ στη λ. (ετυμολ.) και για τη χρ. της με γεν. σε ορισμένες νεοελλ. εκφρ. βλ. Κριαρ., ΕΕΦΣΠΘ 8, 1960, 221. Για τον τ. απού μπροστά από τ βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 478 και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 388. Η άποψη του Ξανθ. ορθότερη.
    1) α) Απομάκρυνση από πρόσωπο, τόπο, πράγμα, ενέργεια, κλπ. (Η χρ. μτγν., Bauer, Wört. στη λ. IΙΙ, Lampe, Lex. στη λ. I Α2, Sophocl. στη λ. 5 και σήμ.,ΙΛ στη λ. Α14α [α]): έκλινεν το μουλάρι από τη στράτα Πεντ. Αρ. XXII 23· να τον διώξουν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 2286· σηκώνετ’ αφ’ την κλίνην του Διγ. O 1705· με το γλυκύν το δείσ σου δώσ’ μου θάρος| … και θέλει λείψειν απού μεν ο χάρος Κυπρ. ερωτ. 9922· οι Γενουβήσοι, διά να μηδέν δράξουν τον ρήγα απού τα χεργία τους οι Βενέτικοι εις το έλα του, αρματώσαν ϛ΄ κάτεργα Μαχ. 6064. τώρα είναι καιρός να μού βουθήσετε και να με αποβγάλετε απέ το πρόσωπον τους Γενουβήσους Μαχ. 53221· Σηκώσου απού τα πόδια μου, τίβοτας μη φοβάσαι Ερωφ. Ιντ. δ΄ 109· ώσπερ από πορνείαν φεύγε, (ώ) υιέ, ώσπερ από φαρμάκι Σπαν. O 53΄ και το καλό απού το κακό ποιόν είναι δε γνωρίζεις Ερωτόκρ. A΄ 1200· έβγαλε τέτοιο λογισμό απού την όρεξή σου Θυσ.2 814· από τα μάτια μου εχάθηκεν το ’λάφιν Απόκοπ. 13· και είπεν ή Σαρράι … εμπόδισε με ο Κύριος απέ του γεννήσει Πεντ. Γέν. XVI 2· απεστείλαμε (= ελευθερώσαμε, απαλλάξαμε) το Ισραέλ από να μας δουλέψουν Πεντ. Έξ. XIV 5· Αρ. XIII 25· φρ. (1) βγάνω από τον νουν μου, την όρεξη, κτλ. =λησμονώ: απολησμόνει το γουργόν, έβγαλ’ τ’ από τον νουν σου Σπαν. B 347· Θυσ.2 814· (2) βγαίνω από τον νουν μου = τα χάνω, σαστίζω, γίνομαι «αλλόφρων»: απέ τον νουν του έβγαινεν απέ τόν πόνον οπού είχεν Θησ. I 58· Ιμπ. 178· (3) βγαίνει (κάτι) από τον νουν μου = ξεπερνά το μυαλό μου, δεν το θυμούμαι: εις το με βιάζεις να σε πω τούτο πότες εγίνη | λανθάνομ’ από τον καιρόν και από τον νουν μου εβγαίνει Απόκοπ. 448· (4) βγαίνω από τα πρόσωπα του … και συνεπαίρνω από τα πρόσωπα = απομακρύνομαι, φεύγω από (κάποιον) Πεντ. Γέν. XXVII 30, Αρ. XXXIII 8· (με επιρρ. όπως έξω, μακρά, παρέξω, πέρα, κλπ.): είσ’ άπ’ την περηφάνεση μακρά του κόσμου …| τη σκοτεινή Ερωφ. Αφ. 50· σκλερόν είναι πολλά να παραδώσω| έξ’ άφ’ την δούλεψήσ σου Κυπρ. ερωτ. 8636· Αχιλλ. L 582· Διακρούσ. 8022· Ασσίζ. 828· ξεχωριστά από = εκτός από: Πόσες φτωχές εκακομοιριαστήκα| ξεχωριστά ’πού τσ’ άνδρες που πιαστήκα Λεηλ. Παροικ. 634· β) απόσταση (Η χρ. μτγν.· βλ. Κριαρ., Ελλην. 12, 1953, 378): απεξέβηκαν ως από μίλιν ένα Διγ. Esc. 1316. 2) Απαλλαγή (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. 110· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. I C1· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 13): εις είντα μόδον να γλυτώσουν απέ τούτην (την) ταραχήν Μαχ. 1020· Χάρε, … απού τα τόσα πάθη λύτρωσέ με Κυπρ. ερωτ. 578, σ’ έβγαλεν ο Θεός άφ’ τον ζυγόν τον ένα Γεωργηλ., Θαν. 408· Σπαν. A 532· Ασσίζ. 6915· Θρ. Θεοτ. 119· Ερωφ. Δ΄ 120· Διγ. O 2414. 3) Στέρηση (Η χρ. και παλαιότ., Sophocl. στη λ. 9): ακληρήθη η αρχόντισσα, η ντάμα Μαργαρίτα,| από το κάστρον κι αφεντίαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7625· οι Τούρκοι ωσάν είδασι κι ήτονε νικημένοι| κι απού τα τείχη έρημοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 28714· λείποντας ξύλ’ απού το καμίνι Ροδολ. Ε΄ [272]· Γεωργηλ., Θαν. 197· Ριμ. Βελ. 683, Πεντ. Αρ. XXIV 11. 4) Αλλαγή (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. 19 και Lampe, Lex. στη λ. I D2): δύνεσαι απού νεκρόν να μ’ αναστήσεις Κυπρ. ερωτ. 588. 5) α) Προέλευση από πρόσωπο ή τόπο (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 4 και III 1b, 5· πβ. και Bauer, Wört. στη λ. IV, Lampe, Lex. στη λ. ΙΙb και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): επήρεν ορισμόν η άγια δέσποινα Ελένη … απέ τον υιόν της Μαχ. 48· επερίλαβεν τίποτες απέ τον απεθαμένον Ασσίζ. 17922· το θάνατό μου επήρα (παραλ. 1 στ.) απού τον απονώτατο τον ίδιον αδερφό μου Ερωφ. Γ΄ 272· απέ γυναίκα τίποτε τόσον κακόν ούκ ήλθεν Πόλ. Τρωάδ. 794· ο κοντοσταύλης … εστράφην απού την Κερυνίαν Μαχ. 36417· ως αστραπή ’π’ Ανατολής τρέχει να πάει στην Δύσην Κορων., Μπούας 50· να φέροσι τον Μουσταφάν από τον Μυζήθρα Σφρ., Χρον. μ. 1212· τότες απού το χάλασμα βγαίνουν οι αντρειωμένοι Ερωτόκρ. Α΄ 565· βάλε και καβούρους από ποταμού και κρασί και ας βράσουν Σταφ., Ιατροσ. 249· να δω παιδία έμορφα ’πέ (έκδ. απέ· διορθώσ.) τα εδικά σας μέλη Αχιλλ. L 1134· Κυπρ. ερωτ. 766· Αχιλλ. O 33· εκφρ. (1) από λόγου μου = από δικό μου, εγώ ο ίδιος, από δική μου πρωτοβουλία: λάλησε και από λόγου σου· είπε τους πονεμένους Απόκοπ. 487· Όρα τί είπαν οι πρέσβεις τον Αχιλλέαν από λόγου τους χάριν διδασκαλίας Ερμον. Ν τίτλ.· (2) από δικού μου = εγώ μόνος μου (πβ. το αρχ. άφ’ εαυτού, L‑S στη λ. Α6): ας το λογιάσει κι ας το δει κι από δικού ντ’ ας κρίνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1501· (3) από ’ξαυτόν μου ή από ’ξαύτου μου = από εμένα, από κοντά μου: Γιατί κυρά μου φεύγει απού ’ξαυτόν μου,| ήλθα, πουλλιά, μ’ εσας να καταντήσω Κυπρ. ερωτ. 771· Κυπρ. ερωτ. 1513· (4) από μέρους μου, από το μέρος μου, από την μεριάν μου ή απέ την μερίαν = από μέρος μου, στη θέση μου (πβ. Lampe, Lex., λ. μέρος D7a): είπες του από το μέρος μου αν χρήζει πλέον φουσάτα,| ας έχω είδησην μικρήν κι ευθέως να του αποστείλω Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6549· (5) (και με το σύνδ. ως) ως από = σαν από: ως από λόγον μας γραφές αυτές βάστα μετ’ εσού Απόκοπ. 485· (6) οι από ξένης = οι ταξιδιώτες, οι οδοιπόροι Λίβ. Sc. 2213· (7) (με επιρρ. όπως απέσω, από πάνω, μέσα, πάνω) απέσω απέ = μέσα από: ως ήλιος εμπρόβαλεν απέσω απέ το νέφος Αχιλλ. L 271· (8) μέσα από = από: ας μπαίνει ο ένας έκ τ’ άλλου μέσα απού την αγκάλη Ροδολ. Γ΄ [66]· έλεγες ότι αστράπτουσιν από το χιόνι μέσα Λίβ. N 889· (9) απ’ όνομα· βλ. ά. όνομα Έκφρ. 2· (10) πάνω από = από: αρχίσανε οι λουμπαρδές ’πού τα καράβια πάνω Τζάνε, Κρ. πόλ. 3787· (11) αποπάνω από = από: αποπάνω από το παλούκι πολλά τους ονειδούσεν και έβριζεν Συναδ., Χρον. 29· β) εξουσιοδότηση, εντολή (Για την έκφρ. ως από προσώπου ή ως εκ προσώπου στην επιστολογραφία βλ. Τωμ., Βυζ. επιστολογραφία 3 Γ΄ 95-6 και Τωμ., Αθ. 64, 1960, 8-11): τιμητικά τόν χαιρετούν (ενν. τον βασιλέα) από τους κεφαλάδες Χρον. Μορ. (Καλ.) H 570· Αφέντη, εγώ λαλώ σου από τον ρήγαν ότι εσού ήσουν η αφορμή … Μαχ. 3201· παρακαλούν και λέγουν τον … απέ τον ρήγαν Ιμπ. (Wagn.) 371· ου λέγω εξ εμού άλλ’ από της κυρας μου, … Χρυσάντζας της ωραίας Βέλθ. 914· 6) Καταγωγή (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III Ια και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1β): αν ένι γνήσιες και από ενού πατρός και απέ μιας μητρός Ασσίζ. 42117· ψουμάτους καβαλάρηδες απού μεγάλην γενιάν Μαχ. 3404· Ημεις γάρ ευρισκόμεθα από γενεάς μεγάλης Διγ. Esc. 136· Γνωρίζω τη, και πούρι δα δεν είμαι απού τα όρη Φορτουν. Α΄ 144· Ασσίζ. 889· Διήγ. Αλ. V 53· Κατζ. Ε΄ 209. 7) α) Αφετηρία (ιδίως χρον.) ήδη από … (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. II, Lampe, Lex. στη λ. II A3, Sophocl. στη λ. 4· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14β [α]): απέ κείνην την ημέραν ευρίσκουνταν καβαλάρηδες εις την Κύπρον Μαχ. 55815· απού την πρώτ’ αργατινή πού ’παίξε το λαγούτο| ελόγιασά το κι είπα το: για μένα είναι τούτο Ερωτόκρ. A΄ 919· οι άνθρωποι του νόμου απού ιδ΄ ετών και η γεναίκα απέ ιβ΄ ετών ημπορούν καλά να ποίσουν διαθήκην Ασσίζ. 40130· απέ το τάρμενον τών ζ΄ ημερών Ασσίζ. 14217· εποίκαν … διαλαλημόν: «Πάσα άνθρωπος απού ιε΄ χρονών και απάνω να έλθουν να τους δώσουν όρδινον» Μαχ. 36231· απέ ένα μάρκον ασήμιν και άνων Ασσίζ. 4234· Κατζ. Β΄ 387· εκφρ. (1) από την πρώτη = ήδη από την αρχή: αρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον απού την πρώτη,| μα εδά ’χει τόση δύναμη κ’ έτσι μεγάλη εγίνη … Ερωτόκρ. Α΄ 314· (2) από καιρό(ν) = όπως και σήμ.: ερώτουνα (διορθ.) και από καιρό μου ’λεγες κ’ ήχασές το Στάθ. Α΄ 239· Κυπρ. ερωτ. 9131· σώζεται όμως και η σύνταξη με γεν.: από καιρού, Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 501· β) (αφετηρία με δήλωση και τέρματος)· από … έως (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. I 8, Sophocl. στη λ. 5β): τα κάγκελα εξηλώθησαν άπ’ άκρας έως άκραν Προδρ. I 82· απέ το Νίκλι έως την Λακιδαιμονίαν ένι δασώδης τόπος Χρον. Μορ. P 6687· επηγαίναν οι ανθρώποι απού τόπον εις τόπον με τα κτηνά τους να εύρουν νερόν Μαχ. 226· είδαμ’ από γης ως γή τον άθρωπο να πέσει Ερωτόκρ. Α΄ 754· ξεφάντωσ’ απού το ταχύ ως το βραδίν εκράτει Ερωτόκρ. Α΄ 512· έριξεν τες σαγίτες της απ’ ύστερην ως πρώτην Απόκοπ. 418· Βέλθ. 366· φρ. (1) (Προκ. για κτήριο και με ρ. όπως κατεδαφίζω, αφανίζω, κλπ.) από τα θεμέλια — συθέμελα, σύριζα· εντελώς, ολοκληρωτικά (πβ. το αρχ. και μτγν. εκ θεμελίων και το σημερ, από θεμελίου· για το τελευταίο βλ. Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 501): Κατηδάφισαν … και το του αγίου Δημητρίου μοναστήριον από τα θεμέλια Ηπειρ. 25116·. (2) (Με ρ. όπως ποιώ, κτίζω, κλπ.) απού γής = από τα θεμέλια: όρισεν και εποίκαν εκκλησίαν απού γης Μαχ. 3826· Μαχ. 701·. (3) Αποκάτω από τον πάτο = σύριζα· ολοκληρωτικά: την χώραν την αφάνισεν ’πουκάτω ’πού τον πάτο|· τα σπίτια και τα τείχη της έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 197. 8) Διαμέσου τόπου (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14α [β]): ας υπαγαίνωμεν … από της στερέας Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1599· τα έστελναν … εις την Κωνσταντινούπολη από θαλάσσης Διήγ. Αγ. Σοφ. 14811· έφυγαν και επεράσαν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 25413· από το πόρτο τσ’ Άγουσας εβγαίνει| τότε και από τη Μύκονο παγαίνει Λεηλ. Παροικ. 670· περάσαντος τον Παϊζίτη από το επάνω Στενόν εις την Δύσιν Σφρ., Χρον. μ. 1231. 9) Εξάρτηση (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): κρέμμασεν και κείνον απέ τα ποδία Βουστρ. 456· απέ το χέριν τόν κρατεί Φλώρ. 1454· ’πού τα μαλλιά τες σύρνουσιν Θρ. Κύπρ. M 765· βουηθάτε μου να σηκωθώ· κράτει μ’ απού το νώμο Θυσ.2 1079· τόν ανακρεμάσαντα τον ουρανόν από της γής Φυσιολ. M 326. 10) Ύστερα από, μετά (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II· και παλαιότ. βυζ., Lampe, Lex. στη λ. I Bl, Sophocl. στη λ. 6· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14 β [δ]: από θανάτου του ρέ Πιέρ … αρμάστην με τον υιόν του πρίντζη Μαχ. 57822· Ασσίζ. 40030· Η Σωφροσύνη απ’ αυτήν (= μετά τη Δικαιοσύνη) ανέβη εις γήν ολίγον Λίβ. Esc. 974· Λίβ. N 836, 841· έκφρ. απέ τούτον (ουδ.) = κατόπιν· έτσι: παρακαλεί σας να πιάσετε την εζήτησήν του, αν φανεί της αυλής. Και απέ τούτον εμπαίνει εις την αυλήν Μαχ. 30626. 11) Ποιητ. αίτ. (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 4· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. V 6, Lampe, Lex. στη λ. III Β και Sophocl. στη λ. 1· και σήμ., ΙΛ στη λ. A3): Κατεφρονέθης απ’ εμού, δέσποτα αυτοκράτορ Διγ. A 242· απέ τους αρχιερείς Λατίνων να χειροτονούνται διάκονοι Μαχ. 2622· αφ’ τον Θεόν και αφ’ τους αγιούς τέλεια ευλογημένος Γεωργηλ., Θαν. 493· απ’ ολωνών των βασιλιών του κόσμου ζηλεμένος Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 62· Πιστ. βοσκ. I 2, 208· Κυπρ. ερωτ. 1073. 12) Αναγκ. αίτ. (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 6· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. VI και 3, Lampe, Lex. στη λ. II Α2· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α4): Μιαν από κόπου νύσταξα να κοιμηθώ εθυμήθην Απόκοπ.μίαν σκλάβαν απού πέφτει απού κακήν αρρωστίαν Ασσίζ. 4131· από την αστένειαν σου πολλά το λυπούμεθαν Μαχ. 3729· απού την πείνα την πολλή συχνιά το νου μου χάνω Φορτουν. Γ΄ 57· από νερό διψούσαν Αιτωλ., Μύθ. 511· ήρξατο από πόνου του τα τέτοια να τον λέγει Λόγ. παρηγ. L 457· Πολλά ’μαι κουρασμένος ’πό τα όρη Βοσκοπ. 222. από άμετρου και πολλής πεσούσα αθυμίας| επί του νέου συμπαθώς εξέπνευσεν η κόρη Διγ. Gr. VIII 185· εξέβηκα από λύπης μου και κόσμον περιεπάτουν Λίβ. N 46· τρέμει αφ’ τον φόβον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 428· απέ τας πικρίας λιγνεύω Συναξ. γυν. 871· Αν είχεν είσταιν χιόνιν, ώ κυρά μου,| έλυεν απού τον πόθον κι αχ την βράστην Κυπρ. ερωτ. 10938· ο πλούτος, το λογάριν σου ως άνεμος παγαίνουν,| λαχαίνουσιν και χάνονται από φωτιά ή κούρσας Σπαν. V 41· περί των πραγμάτων τών να ρίξουν εις την θάλασσαν από κακού καιρού Ασσίζ. 75· απέ τον μέγαν πλούτον τόν είχαν εκαταφρονούσαν τους λας Μαχ. 4664· επίασε το Εξαμίλιον και έκτισεν αυτό, κακώς δε από της συντομίας Σφρ., Χρον. μ. 12829· απού το δείσ σου πάντα μαρτυρίζω, αλλ’ όμως ο φτωχός πάντα ποθώ το Κυπρ. ερωτ. 9914· είχα εις τον νουν μου| να οικοδομήσω εκκλησίαν, να ποιήσω μοναστηρι κι ουδέν το εκατευόδωσα από τες αμαρτίες μου Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2738· Δεν έχω παραπόνεσην ’πού σέναν,| άμμε ’πού το πικρόν το ριζικόν μου Κυπρ. ερωτ. 212· ποντίκιν κακορίζικον από την κακοτύχην Πουλολ. 208· Σπαν. (Hanna) V 122· Σπαν. A 18, 524· Προδρ. Η G 18· Ασσίζ. 1092, 1272· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2918, 8420· Λίβ. Esc. 4019· Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 419· Γεωργηλ., Θαν. 32· Κυπρ. ερωτ. 1613, 248· Σκλάβ. 183· Αχέλ. 310· Κατζ. Α΄ 78, Β΄ 98, Γ΄ 378, Δ΄ 291, Ε΄ 453, υμείς από κάπου εστέ και από οδού πολλής Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 13927· (με το σύνδ. ως) ως από ομαλότητος και του πολλού του κάλλους| ύδωρ εμφαίνειν πεπηγός και καθαρώτατόν τε Διγ. Τρ. 2835· Απόκοπ. 120· έκφρ. απέ τούτο = γι’ αυτό Ασσίζ. 8921. 13) Αφαίρεση από το όλον (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. 16· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. I A1, I D1, καθώς και Psich., Qu. tr. 862· και σήμ., ΙΛ στη λ. AΙΙ): αυτή δε ήτο ονομαστή από τους ανδρειωμένους Διγ. A 3759· πολύν φουσάτον σύντριψαν οι Τούρκοι απέ τους Ούγγρους Παρασπ., Βάρν. C 423· ο ρήγας μια απού τσί πολλές εθέλησε να μάθει … Ερωτόκρ. Α΄ 507· Εάν τύχει … και ρίψει απέ το γομάριν του … διά να αλαφρύνει το καράβιν Ασσίζ. 4710· δεν δίδει τίποτες απέ το εδικόν του … Ασσίζ. 28227· ο πουλητής οπού πουλεί σιτάριν δείχνει του (ενν. του αγοραστή) απέ το σιτάριν Ασσίζ. 4514· έλα στο θάνατό μου| να πιείς από το αίμα μου Πανώρ. Β΄ 447· ηύρασιν πολλά πράγματα απού τες πρα(μα)τείες τους Σαρακηνούς Μαχ. 63038· Ταύτα εγράψαμεν απά των καθ’ εαυτόν και τινων μερικών γεγονότων Σφρ., Χρον. μ. 22· να έχει ο εις ώσπερ τον άλλον απέ τά αγαθά εκείνης της οικίας … Ασσίζ. 4166· απέ τα δέκα ου μη εδυνήθη| να ’γράψε θρήνον, τον εποίκαν Πόλ. Τρωάδ. 687· ουδετίποτε θέλει να ποιήσει απού όσα να του ειπεί η αυλή Ασσίζ. 4619· Καλλίμ. 2271· Ασσίζ. 23711· κάνει (ενν. η αρετή) τον άνθρωπο κι άνθρωπον τόνε κράζου κι από τα ζώα τ’ άλογα λόγιον τον ονομάζου Πρόλ. κωμ. 34. 14) (Επιμερισμός) (Η χρ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. II Al, IV, Sophocl. στη λ. 8·βλ. και Δημητράκ. στη λ. 18) (προκ. για πολλούς ή σαν να πρόκειται για πολλούς) ο καθένας τους: εκείνος εγλυκάθηκε και απ’ εκατόν (πβ. ίσως και από δεκάξι 190) θα βάλει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 197 (πβ. φρ. από ολίγον-ολίγον = λίγο-λίγο, σιγά-σιγά: με θέλει καταπιεί από ολίγον-ολίγον Φυλλ. Αλ. (Πάλλης) 143)· Μοιράζουσιν και άλευρον από μισόν ποτήρι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1307· τους τριακόσιους αφήνω σας από ενός φαριού Διγ. Esc. 1759· οι εξής ας δίδουσιν απ’ ενός δηναρίου Απολλών. (Wagn.) 553. 15) Σύγκριση (Για τον υπερθετ. βλ. Κριαρ., Αθ. 45, 1933, 242-45 και Lampe, Lex. στη λ. V· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α9): σοφώτερη καμιά δεν βρίσκεται απ’ εκείνης Λίμπον. Αφιέρ. 68· τους Αλαμάνους είχασιν κάλλιον απέ τους Φράγκους Χρον. Μορ. P 6808· και θέλει τον καλύτερο απού τσι δυο να γνώσει Ερωφ. Β΄ 254· εναι γληγορώτερον, πονετικόν απ’ όλα (ενν. το τρυγόνι) Περί ξεν. A 378· το φίδι ήτον πονηρό από παν αγρίμι Πεντ. Γέν. IΙΙ 1· κορνέλα … μακρέα από την άλλην τόσον όσο … Καραβ. 49226. πλι’ άπονη απού τον άδην Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 6,8· ουδέ να ένι άνθρωπος ανήλικος παρακάτω από ιδ΄ χρονών Ασσίζ. 1443· τούτη ζωή ’ν’ θλιμμένη| πως δεν ’παντά περίτου ’πού μιάν ώραν Κυπρ. ερωτ. 9232· κείνα τόσον απού ’ξίζουν| κάλλιον παρά ’πού τούτα Κυπρ. ερωτ. 9444· Πεντ. Γέν. IV 13· Πιστ. βοσκ. V 6, 329. 16) α) Ύλη (συστατική) (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙΙ 2· βλ. και Sophocl. στη λ. Β· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 10): ημφιεσμένους περσικήν στολήν από βλαττιού Διγ. Gr. IV 926· Και εκ της φισκίνας το πλευρόν, εκ το δεξιόν της μέρος| ήτον αμπέλιν ριζωτόν απού υαλίου εκείνο Λίβ. Sc. 1357· Ητον το τρικλινόκτισμα από ζαφείρου λίθων Βέλθ. 328· έλαιον παλαιόν από καρύιον μετά βουτύρου συμμίξας τον ουρανίσκον του ιέρακος τρίβε Ορνεοσ. αγρ. 5392· Βέλθ. 248, 538, Πεντ. Έξ. XXX 2· β) περιεχόμενο (Πβ. ΙΛ στη λ. 10): το άλλον της (ενν. χέρι) εβάσταζεν χαρτίν από γραμμάτων Λίβ. N 838. 17) Όργανο, μέσο, τρόπος (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 3· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. V2, Lampe, Lex. στη λ. IΙΙ Α· Sophocl. στη λ. 10· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α7): να ζούσιν απού τα καλά της (=της εκκλησίας) Ασσίζ. 3114· Καλέ, παρά να με θανατώσεις απού την πείναν όρισε είντα να γενεί Μαχ. 4066· να θανατωθούν απού κακού θανάτου Ασσίζ. 2125. από βίας τον στρέφεται, θεωρεί με Λίβ. P 61· Προσέχω, ιχνεύω, κυνηγώ, πουλιά κρατώ από τέχνης Λίβ. N 933· Οφρύδια κατάμαυρα εφύσησεν η τέχνη,| γιοφύρια κατεσκεύασεν από πολλής σοφίας Βέλθ. 700· χαίρομαι και ζώ απέ την γραφήν σου Λίβ. N 1631· Τα μήλα της εφέγγασιν από ψιλής θεωρίας Βέλθ. 714· άνθη και φύλλα γέμων (ενν. ο «παράδεισος») από πνοής την ηδονήν υπέρ τον λόγον έχων Καλλίμ. 284· αφύρωσέν τα (δηλ. τα κάστρα) σφόδρα| από λαόν κι από τροφής να ζουν να τα φυλάττουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3531· Λόγ. παρηγ. O 626· Αχιλλ. O 149· Ιμπ. 233 Βέλθ. 249, 530, 700· εκφρ. (1) (με ρ. όπως αγαπώ, αναστενάζω, βρυχούμαι, θρηνώ, κλαί(γ)ω, κράζω, κράζω (μετά θρήνων), ’παινώ, προσεύχομαι, στενάζω, κλπ.) από καρδιάς = έντονα, επίμονα, «σφόδρα» (πβ. το αρχ. εκ της καρδίας φιλείν Αριστοφ., από καρδίας φιλέειν Θεόκρ.· εξ όλης της καρδίας, βλ. Lampe, Lex., λ. καρδία Α4· πβ. επίσης από καρδίας μέσης Βέλθ. 1277· η  χρ. και σήμ. ΙΛ, λ. από Α7): ν’ αναστενάζω από καρδιάς, πολλά και να θρηνήσω Περί ξεν. A 275· γιατ’ ήκουσά τον από καρδιάς πολλά να σέ ’παινέσει Ερωτόκρ. Γ΄ 696· Αλφ. III 10, Βίος Αλ. 3661, Ροδολ. Ε΄ [549], Διήγ. ωραιότ. 428, Περί ξεν. V 31, Ριμ. Απολλων. 356, Στάθ. Α΄ 272, Σπαν. V 126, κ.π.α. (2) από βάθους (ενν. καρδίας) = έντονα, επίμονα (πβ. βάθος καρδίας ανθρώπου ΠΔ Ιουδ. 8, 14· βλ. και Lampe, Lex., λ. βάθος 2· εκ βάθους αναστέναξεν ψυχής Διγ. (Καλ.) A 1589· βλ. και ΙΛ, λ. βάθος Ια: τσή καρδιάς τα βάθη): από βάθους στενάξασα Διγ. Gr. 43· (3) από ψυχής = με ζήλο, επίμονα, έντονα (πβ. το νεώτ. με την ψυχή μου): ψάλλε από ψυχής και φώναζε μεγάλως Προδρ. III 45· χαιρετισμόν από ψυχής πέμπω σου, καλή κόρη Ερωτοπ. 133· (με το αναστενάζω:) να αναστενάζει από ψυχής , να αναθυμάται εσένα Φλώρ. 1264· Βέλθ. 566 (πβ. και το από ψυχής καημένης Βέλθ. 1213)· (με το τάσσομαι = υπόσχομαι): Και από την χείρα τον κρατεί, καλά τον συμβουλεύει| και τάσσεταί του από ψυχής, πάντα να τον δουλεύει Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 395· (4) από προαιρέσεως = θεληματικά, αυτοβούλως (πβ. το εκ προαιρέσεως = Lampe, Lex., λ. προαίρεσις I G): ουδ’ από προαιρέσεως αφήνεις τα κακά σου Πένθ. θαν. N 344· (5) από ριζικού = κατά τύχην: Εάν γίνεται απού ριζικού ότι εις άνθρωπος ου μία γυναίκα έχει καμμία αστένειαν … Ασσίζ. 38829· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4969, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [503]· (6) περνώ (κάποιον) από σπαθί ή από σπαθίου (ή σπαθιού) = σφάζω (πβ. Από σπαθιού Μαλάλ., Βόνν., 49320): από σπαθιού επέρασεν όλους τους Σιλιστριώτες Παλαμήδ., Βοηβ. 195· (7) από σπουδής (πβ. L‑S, III 6) = γρήγορα, αμέσως: Εκείνος δε από σπουδής εξάπλωσε την ράβδον Διγ. A 1440· (8) από πτερού πετώντας: και από πτερού εκατέφυγεν εις τον κόλπον σου απέσω Λίβ. (Μαυρ.) P 1867· (9) από κακού = με δυσμενή προκατάληψη Επείρασί με από κακού Χειλά, Χρον. 356· (10) από κομματιού — κομματιαστά Χρησμ. (Trapp) VI28, VII14· (11) (καμιά φορά και με το σύνδ. ως) ως από βιας = σαν ύστερα από βία, πίεση, βιασύνη: ως από βίας ηκούμπησα του περιανασάνω Απόκοπ. 31· (12) (προκ. για εξόρμηση ίππων) από περιστηθίου = ακάθεκτα, ακατάσχετα πβ. το αρχ. από ρυτήρος): ως αστραπή εξεπήδησεν από περιστηθίου Διγ. Gr. IV 118· φρ. (1) διαβαίνω από σπαθί = σφάζομαι: έξω ο κόσμος να χαθεί| κι εγώ να διάβω από σπαθί Αγν., Ποιήμ. Α 16· (2) πιάνω ή παίρνω χώραν από σπαθίου = καταλαμβάνω, κυριεύω: Εν τούτω οι Φράγκοι πρόθυμα μετά σπουδής μεγάλης| πεζεύουν εκ τα κάτεργα, την χώραν πολεμούσιν| από σπαθίου την έπιασαν, της Βενετίας την δίδουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 439· Τούτος ο σουλτάνος επήρε την Μεθώνη από σπαθίου, οπού την όριζαν οι Βενέτικοι Ιστ. πατρ. 1497· 18) Συνοδεία (Για τη χρ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. ΙΕ και Sophocl. στη λ. 6· βλ. και το θεωρήσασα η σύμβιος αυτού από υποκαμίσου όντα, δηλ. ότι φορεί μόνο πουκάμισο Βίος αγ. Φιλαρέτου, Byz. 9, 1900, 17· απίθ. ότι πρόκειται για ξενισμό, όπως δέχεται ο Αλεξίου Στ., Κρ. Χρ. 6, 1952, 409 σημ. 25· βλ. και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 501, λ. από και σ. 426, καθώς και ΙΛ στη λ. 6β) με: Εκεί ’τον κι ο Ρωτόκριτος κι ο ρήγας άπ’ τ’ αμάξι| να δούσι το Χαρίδημο σήμερο πως θα διάξει Ερωτόκρ. Β΄ 2071· η Κατερίνα η μαστόρισσα από τ’ οξύ μαντίλι Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 535 (περιττή κάθε διόρθ., βλ. Λαογρ. 3, 1911, 616-7 )· Ερωτόκρ. Β΄ 1283, 2071, Γ΄ 67. 19) α) Το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος: Λοιπόν λέγω να ’ξηγηθώ απέ τους δυο Θηβαίους Θησ. Πρόλ. [154]· περί της αμαρτωλής γυναικός και απ’ εκείνον το της δίδουσιν αν ημπορεί πλείον να της το πάρουν Ασσίζ. 1818· επήγε να τον ιδεί και ερωτήσαν τον απέ τους δικούς του Μαχ. 46835· μ’ αυτόν εσύντυχαν από πολλών πραγμάτων Θησ. I 125· β) αναφορά (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. III 2· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. II Β1· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α8 και Δημητράκ. στη λ. 19): κανέναν αγκάλεμαν το να ποίσει η γυναίκα απέ τον άνδραν της ή ο άνδρας απέ την γυναίκαν του Ασσίζ. 12721· ένας … ο ποιός ήτον καβαλλιέρης και καλός απέ το κορμίν του Βουστρ. 534· ημπορεί να φέρουν μαρτυρίαν τοιούτοι άνθρωποι εις την αυλήν απού πάσα πράγμαν Ασσίζ. 10618· επούλησες την μούλαν διά πέρπυρα ρ΄ απέ τῳ ποιών σου ήμουν εγγυητής Ασσίζ. 6416· είναι έτοιμος να τον απολογηθεί απού πάσα ζήτημαν όπου να του ζητήσει Μαχ. 19631· Περί το δίκαιον το εμπαίνει του αυθέντη απέ όλην του την γην Ασσίζ. 2214· μαύρον φαρίν τον έστρωσαν το πολυαγαπημένον,| μέγαν από του σχήματος, φριχτόν από της θέας Αχιλλ. L 284· Εσύ ομνύεις εις τα άγια του Θεού Ευαγγέλια απέ το σε θέλομεν ερωτήσειν να ειπείς την αλήθειαν; Ελλην. νόμ. 5217· απέ το λαλείτε να σας ποίσωμεν όρκον είμεστεν έτοιμοι Βουστρ. 502· απέ το μηνά η αφεντιά, της δια τα άλογα έμεις άλλα δεν έχουμε να καβαλικεύσωμεν Βουστρ. 519· αν εθυμάται από γονιούς τίποτες ρώτηξέ τη Κατζ. Β΄ 188· Ασσίζ. 9029· 3624· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6864· Βέλθ. 405. 20) Με ουσ. = γενική ιδιότητας (Πβ. ΙΛ στη λ. Α 16): όλοι από μίαν γνώμην ήσαν Σοφιαν., Παιδαγ. 92· ήσαν όλοι απόκοτοι και από καλήν καρδίαν Πόλ. Τρωάδ. 518. — Βλ. και επίρρ. με α΄ συνθ. την από, όπως απαρχής, απεδώ, αποκάτω, απομέσα, κλπ.
       
  • απομένω,
    Σπαν. A 529, Σπαν. V 173, Σπαν. V Suppl. 83, Διδ. Σολ. Ρ 16, Προδρ. III 419η (χφφ G VCSA) (κριτ. υπ.), Καλλίμ. 680, 1611, 2572, Ασσίζ. 1726, 13317, 26425, 38318, 4024, 4611, Διγ. Gr. VI 710, Διγ. Esc. 409, 1250, Διγ. A 2017, Βέλθ. 955, Χρον. Μορ. H 607, Ρ 2732, 5093, Πουλολ. 561, Διήγ. Βελ. 180, Φλώρ. 1634, 1634, Σπαν. (Ζώρ.) V 51, Περί ξεν. A 92, 51, Ερωτοπ. 244, 689, Απολλών. 843, Λίβ. Sc. 1905, Λίβ. Esc. 3064, Αχιλλ. N 1288, Ιμπ. 568, 836, Χρον. Τόκκων 2137, Ανακάλ. 32, Θρ. Κων/π. H 159, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 161, Βησσ., Επιστ. 2314, Αργυρ., Βάρν. K 134, Σφρ., Χρον. μ. 831, 2419-20, Μαχ. 1807-8, Θησ. (Foll.) I 12, Χούμνου, Π.Δ. VIII 98, Διήγ. Αλ. V 24, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1605, Σαχλ., Αφήγ. 564, Κυπρ. ερωτ. 745, Έκθ. χρον. 104, 643, 7715-6, Ριμ. Απολλων. 38, Κορων., Μπούας 59, 66, 84, Φαλιέρ., Ρίμ. L 147, Διήγ. Αλ. G 27725, Σοφιαν., Παιδαγ. 100, Δεφ., Λόγ. 398, Πεντ. Γέν. VII 23, XXXII 9, XLIV 20, Εξ. VIII 5, Λευιτ. V 9, X 12, 16, XXVI 36, 39, Δευτ. IV 27, XXVIII 62, Αχέλ. 442, Αιτωλ., Μύθ. 1013, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 373, Αλφ. (Κακ.) 1014, 373, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420, 427, 439, Δωρ. Μον. XIX, Κατζ. Β΄ 42, Γ΄ 159, 553, Δ΄ 385, Πανώρ. Α΄ 122, 416, Β΄ 364, Ερωφ. Γ΄ 167, 285, Δ΄ 213, 742, Ιντ. δ΄ 3, Ε΄ 463, Πιστ. βοσκ. II 5, 185· 7,173· III 6,68, 335· IV3, 142· V 1, 76· 5, 12, 333, Φαλλίδ. 58, Ιστ. Βλαχ. 2270, Διγ. Άνδρ. 3377, Ερωτόκρ. Α΄ 784, 1859, 2028, Β΄ 1788, 2236, 2431, Γ΄ 229, 478, 612, 994, 1253, 1740, Δ΄ 540, 1238, Ε΄ 1068, Θυσ.2 190, Ευγέν. 338, 1142, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 140, Δ΄ 18, 50, Ροδολ. Ά [403], Β΄ [212], Ε΄ [322], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [137], Διήγ. εκρ. Θήρ. 11016, Διήγ. ωραιότ. 529, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [548], [917], Γ΄ [1298], Δ΄ [604], Λίμπον. Αφ. 54, Φορτουν. Αφ. 28, Β΄ 94, 237, 460, Δ΄ 540, Ε΄ 336, Ζήν. Β΄ 68, 253, Δ΄ 64, Ε΄ 107, Λεηλ. Παροικ. 448, Διγ. O 2623, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1349, 17126, 22211, 2835, 3164, 3416, 36911, 5081, 52420, 5302, 53817, 54810, Διακρούσ. 1011, Αλφ. (Mor.) IV 85· απεμένω, Καλλίμ. 680· ’πομένω, Διγ. A 985, 3146, Χρον. Μορ. H 5093 (υπόμεινεν κατά λάθος αντιγρ. ή από άτοπη επίδρ. του υπομένω), Αχιλλ. O 226, Κορων., Μπούας 64, Αλφ. (Κακ.) 1024, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 404, 413, 420, 430, 457, Ερωφ. Β΄ 155, Ερωτόκρ. Α΄ 440, 774, 775, 838, Β΄ 2367, Γ΄ 766, 1480, Δ΄ 178, Ε΄ 7, 616, 689, 699, 1036, Στάθ. Β΄ 216, Διήγ. ωραιότ. 634, Φορτουν. Πρόλ. 70, Γ΄ 693, Δ΄ 443, Λεηλ. Παροικ. 463, Διγ. O 426· μτχ. απομονάμενος, Θρ. Κων/π. B 20.
    Η λ. στον Αριστοτέλη. (L‑S Κων/νίδη). Επίδρ. του υπομένω για ορισμένες σημασ. Βλ. και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 504, καθώς και ΙΛ στη λ. (έτυμολ.) και Καψ., ΛΔ 3, 1941,96.
    1) α) (Προκ. για πράγμα) υπολείπομαι (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 1 και L‑S, λ. υπομένω I. Η σημασ. και σήμ. ΙΛ στη λ. 1): του σκουταριού το κράτημα επόμεινεν στο χέρι Διγ. A 3146· είντ’ άλλο μπλιό μου ’πόμεινε ωσάν έχασα εσένα; Ερωτόκρ. Ε΄ 1036· και το τειχιό χαλάσανε, τα χώματ’ απομείνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 171226· β) (προκ. για γεγονός η αίσθημα) μένω: Επόμεινέ τζ’ η πεθυμιά του τραγουδιού ν’ ακούσει Ερωτόκρ. Α΄ 775· απόμεινέ μου μοναχός η όρεξη κι η γλύκα Κατζ. Γ΄ 553· ουδεκιαμιά άλλη ολπίδα απόμεινέ μας Ερωφ. Δ΄ 742· Τι γαρ απέμεινε μόνον του πιάσαι τον αυθέντην ιδίαις χερσίν; Έκθ. χρον. 104· και πόση ακόμη στράτα μ’ απομένει Πιστ. βοσκ. V 1, 76· γ) (προκ. για πρόσ. η και πράγμα) μένω, παραμένω (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 1 και ΙΛ στη λ. 2α): Μισσεύγει κι αποχαιρετά κι η ’Αρετή ’πομένει Ερωτόκρ. Ε΄ 689· ας απομείνομεν εδώ στα ιγονικά μας Χρον. Μορ. H 607· ο Αχιλλεύς επόμεινεν και συβουλήν εποίκεν Αχιλλ. O 226· τα κάστρα ν’ απομείνουν στου πρίντσιπε την εξουσία Τζάνε, Κρ. πόλ. 53817. σα μποθρακός δε βγαίνεις | ποτέ σου μέσα οχ τα πηλά, μα μέσα ’κεί απομένεις! Κατζ. Β΄ 42 να βρ’ άλλα μέρη αδιάβατα κι εις κείνα ν’ απομείνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1740· και τα καράβια στην Αξιάμ εις το νησί απομένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 3416 (βλ. και αβαντζάρω, αναμένω 5, αναπαύω Β6)· φρ. απομένω να μην = παραλείπω να …: ούτε αυτείνοι επομείνασι να μην πάσινε εκεί Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 457. 2) α) Μένω σε μια κατάσταση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): θανατικόν … τόσον ότι οι άνθρωποι απόμειναν άταφοι Διήγ. Αγ. Σοφ. 1605· αδείπνητ’ απομένει Ερωτόκρ. Α΄ 784· να κάμεις την κερά Μηλιά κοντέντα ν’ απομείνει Φορτουν. Β΄ 460· ο ρήγας δεν αφήνει | αγδίκιωτος σ’ έτοια δουλειά μεγάλη ν’ απομείνει Ερωτόκρ. Α΄ 2028· ωσάν το λίθο ’πόμεινε κι ουδ’ αναπνιά γροικάται Ερωτόκρ. Ε΄ 7· Ω χώρα, χήρα απόμεινες και κλαίγε πρικαμένη Ροδολ. Ε΄ [322]· εις εντροπήν παντοτινήν η κόρη μ’ απομένει Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1298]· β) μένω ζωντανός (Πβ. L‑S, λ. υπομένω I): εφόνευσαν τους άρχοντας, τους βαρυγογεμένους | και τους απομονάμενους να πορπατούν ως ξένοι Θρ. Κων/π. B 20· ο αδερφός του απέθανεν και απόμεινεν αυτός μοναχός του της μάννας του Πεντ. Γέν. XLIV 20· Λευιτ. X 12, 16, XXVI 36, XXVI 39· για να ζυγιάσω τα ’καμες και πλιό να μεν ’πομείνεις Αλφ. 1024, Τζάνε, Κρ. πόλ. 54810 (βλ. και αισθάνομαι Β). 3) Διατηρούμαι (Πβ. και L‑S, λ. υπομένω II 3): στο νου τ’ ανθρώπου ό,τ’ ήλεγε με λύπηση ’πομένα Ερωτόκρ. Α΄ 440· Μόνε το όνομα καλόν εκείνο π’ απομένει Σπαν. V 173· Τα όνειρα εις το ύστερον πάλ’ όνειρα απομένουν Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [917]· και να στραφού (ενν. τα μάτια σου) να μη με δου κι ο τόπος ν’ απομείνει | που κείτομου, που κάθομου μ’ εσέ, μάννα Φροσύνη Ερωτόκρ. Γ΄ 1253· Πάντα σε θέλω καρτερεί ζώντας κι αποθαμένη, γιατί μια ’γάπη μπιστική στα κόκκαλα ’πομένει Ερωτόκρ. Γ΄ 1480 (βλ. και απαντώ 7β, αποκρατώ Β1). 4) α) (Αμτβ.) σταματώ (Πβ. ΙΛ στη λ. 2γ): Ήκούσας τούτο ο πρίγκιπας απόμεινεν εκείσε κι εστράφη εις το σπίτιν του Χρον. Μορ. P 5093 (βλ. και ανακόπτω 1, αναπαύω Β5, ανασαίνω Α5, αποβγάζω, αποκόπτω 5γ)· β) μένω ακίνητος (κάπου) (πβ. L‑S, λ. υπομένω ΙΙ3), καθυστερώ, κολλώ (στο έδαφος): Οι γαρ τόποι εκείνοι είσι βαλτώδεις και απέμειναν ίπποι και κάμηλοι και άμαξαι Έκθ. χρον. 7715‑6· ως είδε ότι απόμεινες, πολλά σ’ εκατηράσθη Πουλολ. 561. 5) Μένω κάπου προσωρινά, καταλύω (Πβ. ΙΛ στη λ. 4): και λέγω του τον Λίβιστρον: «Τι λέγεις απετώρα; που ν’ απομείνεις;» Λίβ. Esc. 3064· εισέ ψηλότατον γκρεμνόν να πάγεις ν’ απομείνεις (έκδ. απαμείνεις πιθ. κατά τυπογρ. λάθος διορθώσ.) Ευγέν. 1142. 6) Μένω ενεός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ 2β): Λόγιασε πώς απόμεινα πριχού το πω απατός μου Ερωφ. Δ΄ 213· έτοιας λογης απομεινε σ’ ό,τι τ’ αφτιά τζ’ ακούσα Ερωτόκρ. Ε΄ 1068. 7) α) Γίνομαι) (κ.): και δουλευτής παντοτινός τση χάρης σου απομένω Φορτουν. Άφ. 28· ο γιός σου | το σήμερον γαμπρός θέλει απομείνει Πιστ. βοσκ. IV 3, 142· αν του σιμώσεις, κάτεχε πως κάρβουν απομένεις Ερωτόκρ. Γ΄ 478· αθάνατον απόμεινε και στέκει τ όνομά του Τζάνε, Κρ. πόλ. 1349· και πάντησμ’ όντε το κακό γένει κι οι πονεμένοι | αργήσου να το μάθουσι, λιγότερο ’πομένει; Ερωτόκρ. Ε΄ 616· β) καταντώ (Πβ. ΙΛ στη λ. 3): μα δίχως γλώσσ’ απόμεινες και πώς να μου μιλήσεις Ερωφ. Ε΄ 463· ολόγυμνος απέμεινα διά την ονειδισίαν Προδρ. III 419η (χφφ gV) (κριτ. υπ.)· η πεθυμιά τ’ ανθρώπου σαν γεράσει | φύση ζιμιόν αλλάσσει | και παιδωμή και ψέγος απομένει Πιστ. βοσκ. III 6, 68· τα κάλλη τζ’ απομείνασιν ωσάν αποθαμένα Ερωτόκρ. Β΄ 2431· όσοι κι αν ανεβήκανε, όλοι νεκροί απομείνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 3164· Πεντ. Δευτ. XXVIII 62 (βλ. και αποδίδω 6γ, αποκαταντώγ) περιορίζομαι: Μια κάποια λίγη πεθυμιά θυμούμαι κι ήρχισέ μου (παραλ. 1 στ.) κι ελόγιαζα κι η πεθυμιά σε λίγο ν’ απομείνει, μα πλήθυνε με τον καιρό Ερωτόκρ. Γ΄ 229· Ετούτα λέγει μοναχάς για την φοράν εκείνη κι ογιά την πρώτην ως εκεί εβάλθη ν’ απομείνει Ερωτόκρ. Γ΄ 612· δ) αναδεικνύομαι: ακόμη δεν κατέχου | ποιος απομένει νικητής από τους δυο που τρέχου Ερωτόκρ. Β΄ 1788. 8) «Μένω στον τόπο», σκοτώνομαι, πεθαίνω: και τουφεκιάν του ’δώκασι κι εκεί ’χεν απομείνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 2855, έξω μπασάδες πέφτουνε, σπαχήδες απομείναν, | αγάδες και τσαούσηδες νεκροί στη γην εμείναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5081 (βλ. και αναπαύω Β9, ανθυποκρύπτομαι, απαφήνω 5 φρ. β, απεκβαίνω γ, απεκδύομαι, απέρχομαι 4, αποβγαίνω 3, αποθαινίσκω, αποθαίνω Α1α, αποθνήσκω, αποκάμνω ΙΑ2, απόλλομαι). 9) Εναπόκειμαι (Η σημασ. στον Πόντο, ΙΛ στη λ. 2ζ): αποτουνύν απέμεινε στο μέγα σου το κράτος Βέλθ. 955· αποτουνύν απέμεινεν τα περί τούτον πάντα | προς την καλήν προαίρεσιν και την καλήν την γνώμην | της αυτοκρατορίας σου Καλλίμ. 2572· ει δε πάλιν εκείνος αθετήσει τους όρκους τον, απέμεινεν εις τον Θεόν τον πολλά πλείον δυνάμενον εκείνου Σφρ., Χρον. μ. 831· Λίμπον. Αφιέρ. 54. 10) Περιμένω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 6· πβ. L‑S, λ. υπομένω): και ν’ απομένει τον καιρόν, να καρτερεί τον χρόνον Ερωτοπ. 689· τούτο γροικάς και δε μιλείς; σιωπάς … και τί απομένεις; Ζήν. Β΄ 253 (βλ. και αγαλώ, ακροκαρτερώ, αναμένω 1α, απαντεχαίνω α, απαντέχω 1, αποδέχομαι 5, αποκαρτερώ). 11) α) Ανέχομαι, υπομένω (κάπ. η κ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. υπομένω II 2): Περίσσια σ’ απομένω (έκδ. απομένει· διορθώσ.) και ογιά τούτο πλιότερα μας πειράζεις Πιστ. βοσκ. V 5, 12· Ωχ, οϊμέ, ζωή κριμένη, | τις μπορεί να σ’ απομένει! Φαλλίδ. 58· ο βασιλιάς μπορεί να τ’ απομείνει, | να δώσει τη γυναίκα ντου να θέσει εις άλλη κλίνη; Ροδολ. Α΄ 403· Θεέ μου, πώς απέμεινες την τόσην ανομίαν; Θρ. Κων/π. H 159· Αλλά εκείνος δύναμιν ουκ είχεν απομένειν, | ουδέ βαστάζειν στέρησιν της ποθουμένης κόρης Καλλίμ. 1611 (βλ. και αισθάνομαι Α2β, αναφέρω Α5, ανέχω Α2β, αντέχω, απαντέχω 6α, β, αποδέχομαι 4)· β) συγκατανεύω, κάνω παραχώρηση: Χριστέ μου, και ν’ απόμενες τρεις ώρες διά να ζήσω, | να φέρω τον ζαγορεντήν παπά να κοινωνήσω Αλφ. IV 85 (βλ. και ακολουθώ 5, αποκληρώνω 3)· γ) κάνω υπομονή: Για την τιμήμ μου απόμεινε μεν εν’ χαμένη Κυπρ. ερωτ. 745· ο καπετάνος εκουβερτίαζέν τους με γλυκεία λόγια ν’ απομείνουσιν και δεν ημπόρε να τους ταπείνωσει Μαχ. 1807-8 (βλ. και αισθάνομαι Α2β, αντέχω, απαντέχω 6α)· δ) παραδέχομαι, εγκρίνω (κ.): τα τέκνα ουδέν ημπορούν να χωρίσουν το μερτικόν τους απέ το μερτικόν τον πατρός τους, έως όπου ο πατήρ τους ζει, άνευ αν θελήσει ο πατήρ να το απομείνει με το ίδιόν του θέλημαν Ασσίζ. 38318· Περί εκείνου, οπού ένι ελεύτερος και απομένει να τον πουλήσουν με το θέλημάν του σκλάβος, τουτέστιν Σαρακηνός Ασσίζ. 4024 (βλ. και αναγνωρίζω 2, αναφέρω Α2, ανομολογώ, αποδέχομαι 1β).
       
  • αποφεύγω,
    Φυσιολ. M 1525, Σπαν. A 157, 301, Κομν., Διδασκ. Δ 199, Λόγ. παρηγ. L 101, 310, Καλλίμ. 2590, Ασσίζ. 8627, 2787, Ελλην. νόμ. 51625-6, Κυνοσ. 5987, Διγ. (Hess.) Esc. 1599, Διγ. A 85, 183, Διγ. Z 1411, Βέλθ. 14, 211, Ερμον. Ρ 189, Αρμεν., Εξάβ. Β΄ 74, Ϛ΄ 211, 81, Διήγ. παιδ. 451, Διήγ. Βελ. 149, Φλώρ. 1555, Ιστ. Ηπείρ. ΧΧΙ10, Απολλών. (Wagn.) 610, Λίβ. Sc. 1129, Φυσιολ. (Legr.) 566, 677, Φυσιολ. 34918, Θησ. Ϛ΄ [66], Μάρκ., Βουλκ. 34713, Αλφ. (Μπουμπ.) III 37, Πένθ. θαν.2 28, 221, Δεφ., Λόγ. 124, Ιστ. πολιτ. 4619, Διγ. Άνδρ. 3161, 37227, 39935, Αλφ. (Mor.) II37 κ.π.α. απεφεύγω (’πεφευγω?), Δεφ., Λόγ. 129.
    Το αρχ. αποφεύγω. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση και σε ιδιώμ. (ΙΛ).
    1) Κρατιέμαι μακριά (από κ. η κάπ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ. ΙΛ στη λ. 1): εκ το παιγνίδι απέφευγε,να έχεις την ευχήν μου Δεφ., Λόγ. 124· αποδιώκω την παράνομον σμίξιν μήπως και δυνηθώ να αποφύγω την αμαρτίαν Διγ. Άνδρ. 37227· απόφευγε τας ταραχάς, φεύγε και τους κινδύνους Σπαν. A 301 (βλ. και αποστρέφω Γ2). 2) Αρνούμαι να εκτελέσω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): ουκ αποφεύγω το όμοσα, θέλω να το πληρώσω Φλώρ. 1555 (βλ. και αποκρούω 2β). 3) Διαφεύγω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): δαίμων γαρ ούσα της φλογός συντόμως αποφύγει Καλλίμ. 2590· τίποτες δεν αποφεύγει εις την κρίσιν του Θεού Αλφ. (Mor.) ΙΙ37· της τύχης το κακόγνωμον ον θέλεις αποφύγειν Λόγ. παρηγ. L 101. 4) Απομακρύνομαι: εχάσε την ανδρείαν της | και πομπεμένη απόφευγεν από τον Μιλιμίτζην Διγ. (Hess.) Esc. 1599· απέφυγεν αυτής της γονικής του χώρας Βέλθ. 14· διάβολος ο όφις να αποφεύγει εξ ημών διά την αρετήν μας Φυσιολ. (Legr.) 677· οικειοθελώς εξωρίζοντο και απέφευγον Ιστ. Ηπείρ. XXI10· απ’ οσ’ ορίζει δεν μπορεί τινάς μας ν’ αποφύγει Πένθ. θαν.2 28 (βλ. και αποφοιτώ). 5) Δεν πετυχαίνω το στόχο, ξαστοχώ: ουδένα δε απέφυγεν το φλογερόν δοξάρι Διγ. A 183 (βλ. και αποτυγχάνω 1, αποτυχαίνω 1). 6) Καταφεύγω: εάν έστιν κριθείς (ενν. ο στάχυς), αποφεύγει εις τον σίτον Φυσιολ. M 1525 (βλ. και αποστρέφω Γ4α). 7) Φθείρομαι: τα ούλη αυτών και τα χείλη αποφεύγουσι και φαίνονται αι ρίζες των οδόντων Μάρκ., Βουλκ. 34713. Φρ. αποφεύγω προς τους πολεμίους = αυτομολώ: Τους εκ των Ρωμαίων προς τους πολεμίους αποφεύγοντας ως πολεμίους έξεστιν εκάστω ακινδύνως φονεύειν Αρμεν., Εξάβ. Ϛ΄ 81.
       
  • αρχάγγελος
    ο, Κρασοπ. 92, Ιατροσ. 1951, Διγ. Gr. I 19, Χρησμ. (Λάμπρ.) 1054, Φυσιολ. (Legr.) 974, Αλφ. (Mor.) III 67 (έκδ. αρχάκελος), 69 (έκδ. αρχάκελος), IV 57, Ch. pop. 36, 226, Χούμνου, Π.Δ. I 3, Σκλέντζα, Ποιήμ. 742, Αλφ. (Μπουμπ.) IV 6, 26, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1225, Αλφ. 1057, Ύμν. Παναγ. 13,30, Βίος αγ. Νικ. 42, Διήγ. ωραιότ. 57.
    Το μτγν. ουσ. αρχάγγελος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Αυτός που έχει εξουσία πάνω στους αγγέλους, ο αρχηγός των αγγέλων (Η σημασ. μτγν., L‑S, και ειδικά βλ. Lampe, Lex. στη λ. 1, 2 και 3· και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): των αγγέλων άμα και αρχαγγέλων Διγ. Gr. I 19· όλοι οι αρχάγγελοι ποιείτε ικεσίαν Διήγ. ωραιότ. 57· Μιχαήλ αρχάγγελε Αλφ. 1057. — Η λ. και ως τοπων, στο Σφρ., Χρον. μ. 2626, Διήγ. πανωφ. 59, Διήγ. ωραιότ. 489 (Πβ. και Lampe, Lex. στη λ. 5· η χρ. και σήμ., ΙΛ).
       
  • άρχος
    ο, Ασσίζ. 2716, 9714, 2753, 28528, Ερμον. Κ 253, Απολλών. (Wagn.) 575, Βεν. 15, Μαχ. 17227, 52031, Θησ. Ϛ΄ [653], Νεκρ. βασιλ. 81, Σαχλ. N 278, Σαχλ., Αφήγ. 170, Κυπρ. ερωτ. 15319, Σκλάβ. 67, 76, Συναξ. γυν. 389, Φαλιέρ., Λόγ. 319, Δεφ., Λόγ. 355, Πεντ. Έξ. II 14, III 1, XVIΙΙ 1, Αχέλ. 1884, 2396, Χρον. σουλτ. 8427, 937, 1167, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 371, 417, Φορτουν. Αφ. 34, Βίος Δημ. Μοσχ. 137, 402, 425, Σεβήρ., Διαθ. 190, Ιστ. Βλαχ. 719, 1246, 1553, Σουμμ., Ρεμπελ. 176, Ευγέν. πρόσωπα 39, Διγ. O 2325, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23414, 35321, 36812 (έκδ. άρχω· Ξανθ., BZ 18, 1909, 596, διόρθ. άρχο) 5881, 2064, Αλφ. (Mor.) IV65.
    Από το ουσ. άρχων (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 190 και Β΄ 9). Η λ. σε έγγρ. του 1571 (Δετοράκης, Θησαυρ. 19, 1982, 160) και σήμ. (ΙΛ λ. άρχοντας).
    Α´ 1) Ο επικεφαλής, αρχηγός: τον δε Παφλαγόνων άρχον,| τον Πυλαιμενέα, μέσον| εν τῃ ωμοκλείδι τρώσας Ερμον. Κ 253· τις σε έβαλε για ανήρ άρχο και κρίτη απάνου μας; Πεντ. Εξ. II 14· (σέ προσφών.): άφησ’, άρχο, αυτή τη ζάλη Ζήν. Β΄ 43. 2) α) Άρχοντας, «ευγενής» (Τίτλος ευγενούς φεουδάρχη ή άλλου προσώπου από την ανώτερη τάξη. Βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 318 και Κατσουρ., ΕΜΑ 5, 1955, 84. Πβ. ΙΛ, λ. άρχοντας Α1): Ο άρχος εντέχεται με την βουλήν τους καλούς ανθρώπους της χώρας του … να βάλει εμπαλή της χώρας του Ασσίζ. 2753· να δείξω τση εκλαμπρότης σου, αφέντη τιμημένε,| μέσα στους άλλους εκλεκτέ, άρχο χαριτωμένε Φορτουν. Αφ. 34· του άρχου του Κονταρίνη Δάλ Τζάφο Σεβήρ., Διαθ. 190· να συμμαζωκτούν όλοι εις τον Άμμον σιμά εις το σπίτι του άρχου Σουμμ., Ρεμπελ. 176· β) άρχοντας, ευγενής, πλούσιος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άρχοντας Α2): Λοιπόν εκείνῳ τῳ καιρῴ ήτον τις άρχος μέγας,| εχθρός δε και επίβουλος του Δημητρίου μέγας Βίος Δημ. Μοσχ. 137· Μεγάλος άρχος ή μικρός,| ευγενικός στρατιώτης Θησ. Ϛ΄ [653ο Χάρων δεν εντρέπεται ουδ’ άρχον ουδέ ρήγα Νεκρ. βασιλ. 81· ότι ο Θεός δεν ντρέπεται άρχον η βασιλέα Ιστ. Βλαχ. 1553. 3) Ιερέας: και ο Μοσέ έβοσκεν το ποίμινιο του Ιιθρό του πεθερού του, άρχος της Μιδιάν Πεντ. Έξ. IΙΙ 1. Βλ. και πρεσβύτης. 4) Σύζυγος (Η σημασία και σήμ., ΙΛ, λ. άρχοντας A3): Δος με κούπα νεράκι| διά την ψυχήν του άρχου σου … (παραλ. 4 στ.) … βούλεσαι να αποθάνεις| δι’ άνδραν όπου έχασες; Συναξ. γυν. 389. Β´ (Επιθετ.) πλούσιος: Καλόν είναι να ποίσεις αγάπην, ότι ο σουλτάνος είναι πολλά άρχος και απομεινίσκει ώστη ν’ αγανακτήσεις τον όξοδον και ν’ απολογιάσεις τους ξένους να πάσιν και να μείνεις μοναχός … και αππηδά σου αξάφνου Μαχ. 17227. — Βλ. και αρχός, άρχων.
       
  • άρχων
    ο, Προδρ. III 233, Μανασσ., Χρον. 990, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 344, Πωρικ. V 1997, Ασσίζ. 767, 3607, Διγ. Esc. 256, Βέλθ. 170, Ερμον. Γ 321, Βίος Αλ. 3944, Αρμεν., Εξάβ. A΄ 415, 23, 24, Β΄ 65, Λίβ. Esc. 2333, Θρ. πατρ. Ο 5, Σφρ., Χρον. μ. 768, 1402, 1443, Διήγ. Αλ. V 84, Έκθ. χρον. 2721, Απόκοπ. 314, Κορων., Μπούας 35, Αχέλ. 1270, Ιστ. πολιτ. 3420, 384, 651, Ιστ. Βλαχ. 495, Παρθεν., Γράμμ. 227, Συναδ., Χρον. 33, Λίμπον. 473· άρχων —άρχοντας, Διγ. Gr. V 74, Διγ. (Hess.) Esc. 746, Διγ. Τρ. 1672, Βέλθ. 167, Αχιλλ. N 81, Θησ. IB΄ [312], Διήγ. Αλ. V 23, 44, Έκθ. χρον. 921, Ιστ. πατρ. 1753, Ιστ. Βλαχ. 1356, Διακρούσ. 1129· άρχοντας, Κρασοπ. 1, Πόλ. Τρωάδ. 351, Χρον. Μορ. H 1435, 1833, Χρον. Μορ. P 2075, Διήγ. παιδ. 920, Διήγ. Βελ. (Cant.) 274, Απολλών. 774, 778, Αχιλλ. L 146, Βεν. 47, 83, Ανακάλ. 71, Θρ. Κων/π. διάλ. 111, Παρασπ., Βάρν. C 188, Μαχ. 1021, 1465, 47426, Νεκρ. βασιλ. 1, Ριμ. Βελ. 317, Διήγ. Αλ. V 85, Διήγ. Αγ. Σοφ. 14837, Απόκοπ. 469, Πικατ. 283, Κορων., Μπούας 86, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 201, Δεφ., Σωσ. 33, Αιτωλ., Μύθ. 1272, Χρον. σουλτ. 305, Αλφ. 11α, Κατζ. Ε΄ 516, Σουμμ., Ρεμπελ. 161, 169, 183, Διγ. Άνδρ. 3564, Βακτ. αρχιερ. 209, Λίμπον. Επίλ. 1, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 27, 88, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17517, 3426, 40716, 452l3, 54026, 58730, Αλφ. (Mor.) III 5.
    Το αρχ. ουσ. άρχων. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. άρχοντας).
    1) Ηγεμόνας, κυβερνήτης (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι· και σήμ., ΙΛ, λ. άρχοντας Α1): Ανεντρανίζω και θωρώ τους άρχοντες εκείνους,| τα φρόνιμα και φουμιστά, εξάκουστα κεφάλια Βεν. 83· Προδρ. ΙΙΙ 233. Βλ. και αυθέντης. 2) Αρχηγός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I): Περί δε το τέλος του έαρος εκστρατεύσας κατά του Ευρίπου ο των ευσεβών άρχων Σφρ., Χρον. μ. 1402. Έκφρ. ο άρχων του κακού = ο διάβολος: αλλά ο άρχων του κακού αναθεματισμένος (παραλ. 1 στ.) τώρα ’πεν οπού δύνομαι κάποιον κακόν να κάμω·| στους σταυρωμένους τους πιστούς τώρα γοργόν ας δράμω Αχέλ. 1270. Βλ. και αρχέκακος. 3) Δικαστής (Βλ. και L‑S στη λ. IΙ1): Μη προχείρως ο άρχων κεφαλικήν τιμωρίαν φερέτω Αρμεν., Εξάβ. A΄ 424. Βλ. και αβογαδόρος 1. 4) α) Ευγενής, προύχοντας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): και διά την αφορμήν ετούτην οχτρευτήκανε οι ποπολάροι με τους άρχοντας Σουμμ., Ρεμπελ. 169· β) σημαίνουσα προσωπικότητα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άρχοντας Α2): είδα γερόν κι ερρώστησεν κι είδ’ αστενή να γιάνει,| σκλάβον αφέντη και άρχοντα πολλές φορές τον δούλον Φαλιέρ., Ρίμ. AN 201. 5) α) Αξιωματούχος (Πβ. L‑S στη λ. II 1): τρισχίλιοι εκαβαλίκευσαν άρχοντες των κατέργων Διήγ. Βελ. (Cant.) 274· β) αξιωματούχος, ευγενής ακόλουθος: Ο Αλέξανδρος έγυρισε προς τους άρχοντές του και εις τους αυθεντάδες και έσεισεν το κεφάλιν του και είπεν … Διήγ. Αλ. V 85. Βλ. και αρχόντισσα 2γ. 6) Πλούσιος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άρχοντας Α2): έκαμεν ο πατέρας μου μεγάλην τράπεζαν και εφίλευσεν τον αρχιερέα και όλους τους ιερείς και κληρικούς και άρχοντας και πτωχούς Συναδ., Χρον. 33. 7) Ιδιοκτήτης, κύριος: και εάν ο άρχων του πραγμάτου ημπορεί να δείξει με β΄ μάρτυρας … ότι δι’ αφορμήν του καμηλάρη έπεσεν το καμήλι Ασσίζ. 767. βλ. και αυθέντης. 8) (Προσφών.): Σταθείτε, πάντες άρχοντες, να σας ειπώ το τι ’δα Νεκρ. βασιλ. 1. 9) (Με λέξεις που σημαίνουν αξίωμα) τιμητικός χαρακτηρισμός: Άρχον αποκρισιάρη, να σε είπωμεν καλά μαντάτα Σφρ., Χρον. μ. 768. Βλ. και άρχος.
       
  • ασήμι(ν)
    το, Τρωικά 5287, Ασσίζ. 402, 4616, 4717, Διγ. (Hess.) Esc. 1781, Διγ. Esc. 573, Gesprächb. 1233, Λίβ. P 497, Λίβ. N 634, Αχιλλ. N 1584, Rechenb. 68, Ανακάλ. 66, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 305, Μαχ. 245, 15229, 67826, Θησ. ΙΛ΄ [501], Διήγ. Αλ. V 79, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15620, Πεντ. Γέν. XVII 12, 23, XXIII 15, XLII 35 (έκδ. ασημιώτων· διάβ. ασημιώ των), Έξ. XII 44, XXVI 21, XXVII 10, 17, Λευιτ. XXII 11, XXV 51, Αρ. VII 85, XXIV 13, Δευτ. II 6, VII 25, XIV 25, XXIII 20, Κώδ. Χρονογρ. 52, Θρ. Κύπρ. K 864, Χρον. σουλτ. 7012, 7211, Ιστ. Βλαχ. 49, Λεηλ. Παροικ. 485, Διγ. O 2779, Τζάνε, Κρ. πόλ. 37521, 41522, Αλφ. (Mor.) III 31, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 4626, κ.π.α.· ασήμιον, Διήγ. παιδ. 926, Λίβ. P 501, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 707 κριτ. υπ.
    Το υποκορ. του μτγν. ουσ. άσημον το <αρχ. άσημος (χρυσός, άργυρος) (Βλ. Στεφανίδ., Αθ. 28, 1916, ΛΑ 77-84 και Georgac., Glotta 36, 1957, 116). Η λ. και ο τ. ήδη στον Πορφυρογέννητο (Sophocl.) και σήμ. (ΙΛ).
    1) Το μέταλλο άργυρος (Η χρήση ήδη στον Πορφυρογέννητο, Sophocl., και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): οι Τούρκοι ηθέλανε ότι η Βουλγαρία και οι μινέρες, οπού εβγαίνει το ασήμι, ότι να είναι εδικό τους Χρον. σουλτ. 7012· και εστόλισέν την ο βασιλεύς ολόγυρα (ενν. την αγίαν Τράπεζαν) χρυσάφιν και ασήμιν καθαρόν Διήγ. Αγ. Σοφ. 15620. Βλ. και αργύριον 2. (Μεταφ. προκ. για κόρη): Εκείτο τοίνυν το λαμπρόν άστρον της Αφροδίτης (παραλ. 2 στ. )· το ασήμιν, το λαγάρισμαν, το καθαρόν λιθάριν (παραλ. 3 στ.) εις την πικρήν αστένειαν Αχιλλ. N 1584. 2) (Περιληπτ.) ασημένια νομίσματα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): Φαγί να αγοράσετε από αυτουνούς με το ασήμι και να φάτε Πεντ. Δευτ. II 6· βλ. και ασημαδάς· Ιδ. έκφρ. δάγκωμα ασημιού = τόκος: μη δαγκώσεις τον αδερφό σου δάγκωμα ασημιού, δάγκωμα φαγιού, δάγκωμα παν πράμα ός να δαγκωθεί Πεντ. Δευτ. XXIII 20. 3) α) (Ο εν. περιληπτ.) αργυρά κοσμήματα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): οι Τούρκοι είναι στολισμένοι, αυτοί και τα άλογά τους, με ασήμια, με χρυσάφια και φαίνουνται πολλοί Χρον. σουλτ. 7211· πού το λογάρι το άμετρον και πού οι πραγματείες,| λιθομαργαριτάρια, ασήμιν και χρυσάφιν| και στολισιές και φορεσιές Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 305· βλ. και ασημαδάς· β) (πιθ. προκ. για ενδύματα) στολίδι, κέντημα ασημένιο: αν έχουν εις τα σεντούκια τους χρυσάφιν η ασήμιν Ασσίζ. 4717. Βλ. και ξόμπλι, στολή. 4) (Περιληπτ.) ασημένια σκεύη: Όλα τα πλούτη επήρανε, ασήμι και βαράκι Τζάνε, Κρ. πόλ. 37521· άνευ των βλαττίων και του ασημίου και χρυσαφίου και ετέρας ύλης, ων απήρεν από της περιουσίας αυτού Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 707, κριτ. υπ.. Βλ. και ασημομάργαρο. 5) (Γενικά προκ. για πλούτη): ηύραν έναν πύργον γεμάτον αξαζόμενα πράγματα και αρκοντίες και πολλές πραματείες και πολλύν πλούτον, ασήμιν και χρυσάφιν Μαχ. 15229.
       
  • βαστάζω,
    Μυστ. 62, Σπαν. A 399, Σπαν. (Ζώρ.) V 449, Γλυκά, Στ. 286, Λόγ. παρηγ. L 234, 569, Λόγ. παρηγ. O 588, Αιν. άσμ. 70, Προδρ. I 159, III 151, Μανασσ., Αρίστ. I β΄ 104, Καλλίμ. 562, 1288, 1602, 1612, Ασσίζ. 2713, 1324, 13327, 13820, 1518, 20819, 2094, 2255, 2268, 3852, 45617, 4608, 47515, 47612, Ελλην. νόμ. 53013, Ορνεοσ. αγρ. 5255, 53329, 56810, Διγ. (Trapp) Gr. 1061, Διγ. Z 900, 1384, 3597, Διγ. (Hess.) Esc. 734, Βέλθ. 76, 302, 416, Ακ. Σπαν. 32132, Ερμον. Ν 87, Φ 345, Χρον. Μορ. H 58, 231, 1932, 2517, 3337, 3405, 3411, 7605, 8166, Χρον. Μορ. P 976, 1042, 1471, 5062, 5413, 6263, Πουλολ. 538, Βίος Αλ. 2113, 4716, 5981, Αρμεν., Εξάβ. Γ΄ 827, Διήγ. παιδ. 345, 346, 732, Πτωχολ. N 649, Φλώρ. 241, 543, 892, Περί ξεν. V 62, 392, Λίβ. P 33, 179, 837, 1025, 2398, Λίβ. Sc. 10, 14, 710, 1685, Λίβ. Esc. 298, 389, 1010, 1024, 1081, 1810, 2688, Λίβ. N 39, 64, 383, 463, 520, 810, 855, 949, 976, 1198, 1484, 1759, 1761, 2379, 2618, Αχιλλ. L 619, Αχιλλ. N 412, Αχιλλ. O 218, 365, Ιμπ. 229, 834, Φυσιολ. (Legr.) 253, Φυσιολ. (Offerm.) M 993, Φυσιολ. (Zur.) XX 1b6, XXV 117, Φυσιολ. 37028, Ανακάλ. 87, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 709, Παρασπ., Βάρν. C 118, 158, Μαχ. 18014, 2128, 4486, 47419, 5707, 67232, Δούκ. 3611, Θησ. Γ΄ [53], Ε΄ [604], Ch. pop. 20, 23, 45, Χούμνου, Π.Δ. XI 20, Ριμ. Βελ. 655, Αλεξ. 1601, 2797, Άνθ. χαρ. 29315, 2979, Σαχλ., Αφήγ. 5, Κορων., Μπούας 88, 110, 125, 130, Συναξ. γυν. 437, 540, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 609, Διήγ. Αλ. V 26, Δεφ., Λόγ. 212, Εις Θεοτ. 11, Θρ. Θεοτ. 66, Πεντ. Γέν. XXVII 36, Έξ. XXXV 21, Αιτωλ., Μύθ. 4711, 733, Θρ. Κύπρ. M 144, Χρον. 307, Ιστ. πολιτ. 1810, Ιστ. πατρ. 17518, Μ. Χρονογρ. 34, Στ. Βοεβ. 53, Παϊσ., Ιστ. Σινά 259, Αλφ. 1015, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 400, 437, Ιστ. Βλαχ. 1783, 2522, Διγ. Άνδρ. 31712, 33237, 37234, Ερωτόκρ. Γ΄ 1727, Δ΄ 217, Θυσ.2 375, 451, 929, Διήγ. εκρ. Θήρ. 1112, Χρον. 71, Διήγ. ωραιότ. 801, Βακτ. αρχιερ. 216, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [864, 1249, 1496], Ε΄ [567, 1251], Πρόλ. κωμ. 21, Τζάνε, Κρ. πόλ. 47010, Αλφ. (Mor.) III 25· μτχ. παρκ. βασταγμένος, Πεντ. Δευτ. XXXII 36· βασταμένος, Συναξ. γυν. 449.
    Το αρχ. βαστάζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βαστώ).
    I. Μτβ. 1) α) Κρατώ κ. (με το χέρι) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II2 και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α1): εις το χέριν της εβάσταζεν τριαντάφυλλα η κόρη Λίβ. N 463· εις το άλλον της εβάσταζεν χέριν το δεκανίκιν Λόγ. παρηγ. L 234· όσοι παντιέρες βάσταζαν τότεσον τες ανοίγαν Κορων., Μπούας 130· τινές εβάσταζαν ημάς από τα ποδάρια Ιστ. πατρ. 17518· βλ. και βασταίνω Α1α, βαστώ (Ι) Ι1α· β) φρ. βαστάζω άρματα (προς κάπ., εις πόλεμον με κάπ.) = εξεγείρομαι (εναντίον κάπ.), επαναστατώ: όλοι παρακαλούν τον| να συμπαθήσει τό έποικεν ετότε ο Μέγας Κύρης,| διατί εβάσταξε άρματα εις πόλεμον μετ’ αύτον Χρον. Μορ. H 3337· μετά τούτο εβάσταξεν άρματα προς εκείνον Χρον. Μορ. H 3411· βλ. και άρμα (Ι) 1, αφηνιάζω· γ) μεταφέρω κρατώντας στα χέρια: τούτη απεθαίνει βέβαια ...| πιάστε να τη βαστάξομε ομάδι την καημένην Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [864]· βλ. και βασταίνω Α1γ· δ) μεταφέρω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α4): άλλος καμήλιν (ενν. να γένει) διά λόγου σου να σε βαστάζει εσένα Λίβ. Sc. 1685· Τότ’ όρισεν Αλέξανδρος την κλίνην να βαστάξουν Αλεξ. 2797· πουλάκιν, πόθεν έρχεσαι, τίνος χαρτί βαστάζεις; Περί ξεν. V 392. Βλ. και βασταίνω Α1δ, βαστώ (Ι) Ι1β. 2) (Προκ. για έγκυο γυναίκα) κυοφορώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α2α): Εννιά μήνες σ’ εβάσταξα, τέκνο μου, κανακάρη Θυσ.2 375. Βλ. και βασταίνω Α3, βαστώ (Ι) Ι3. 3) Φορώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α2α): εις το κεφάλιν του εβάσταζε στεφάνιν απέ δάφνην Λίβ. Esc. 298. Βλ. και αναζωννύομαι 1, βασταίνω Α4, βαστώ (Ι) Ι4. 4) (Προκ. για ψυχή, κάλλη, κ.λ.π) έχω, διαθέτω: από τα κάλλη τα πολλά, τά εβάσταζεν η κόρη Διγ. (Hess.) Esc. 734· δημίου ψυχήν να εβάσταξεν, θηρίου γνώμην να είχεν Λίβ. Sc. 710. Βλ. και βασταίνω Α5, βαστώ (Ι) Ι7. 5) (Προκ. για ιστορικό γεγονός) φρ. βαστάζω καρπόν = έχω σημασία, είμαι σημαντικός: εβιάστην κι ανθολόγησα και έγραψά το ούτως·| τες πράξεις οπού καρπόν βαστάζουν Χρον. Μορ. P 6263. Βλ. και βαστώ (Ι) Ι8. 6) Επιφυλάσσω: πάντως εβάσταξες εμέν ευλογιά Πεντ. Γέν. XXVII 36. 7) (Μεταφ.) αισθάνομαι: το λοιπό καταλλακτά βαστάζομεν τον πόθο Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 609· βουνίν ακατατήρητον βαστάζει τας οδύνας Λίβ. N 1484. Βλ. και βασταίνω Α6, βαστώ (Ι) Ι9. 8) Κατέχω (Πβ. ΙΛ, λ. βαστώ Α2γ και δ): τι πέραμαν εβάσταξεν και τι στενόν εκράτει ο σαθροφόρος βασιλεύς Παρασπ., Βάρν. C 158. Βλ. και βαστώ (Ι) Ι10. 9) Τηρώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α15α): Οι Φράγκοι, απήν ομόσασιν, τους όρκους εβαστάξαν Χρον. Μορ. H 58· ουδέν ηθέλησεν να βαστάξει δίκαιον Ασσίζ. 2268. Βλ. και βλέπω 12δ. 10) Υποστηρίζω κάπ. ηθικά (εδώ προκ. για το Θεό) (Πβ. ΙΛ, λ. βαστώ Α21β): Αλλ ο Θεός και Κύριος οικονομεί τα πάντα,| τον Ιωάννην βάσταξε ...| και εις την Πόλη βρέθηκεν Στ. Βοεβ. 53. Βλ. και βοηθώ Αβ. 11) α) Υπομένω, υποφέρω (Η σημασ. τον 4. αι., Lampe, Lex. στην λ. 4 και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α24α): ότι ου δύναται πλέον βαστάξαι την τοιούτην στέρησιν την ανδρικήν Ελλην. νόμ. 53013· πώς να βαστάζω τον καιρόν, πώς να τον υπομείνω; Ch. pop. 45· Μην το ’πομένεις, ουρανέ, και γη μην το βαστάξεις Ανακάλ. 87· κάμε να το δυναστείς, κάμε να το βαστάξεις Θυσ.2 929· βλ. και βασταίνω Α8α, βαστώ (Ι) Ι14α· β) ανέχομαι κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α24β): πολλά κακά εποίκασιν και ο Θεός δεν τα βάσταξεν Μαχ. 67232· τους δε εδέραν τους ομπρός σου και εβάσταξές το Μαχ. 2128. Βλ. και βασταίνω Α8β, βαστώ (Ι) Ι14β. 12) Περιμένω κάπ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α25): Βαστάξετέ με, φίλοι μου, μόνον και τρεις ημέρες Αχιλλ. O 218. Βλ. και βλέπω 10γ. 13) Φρ. βαστάζω τον λόγον κάπ. = μιλώ εκ μέρους κάπ.: Επείν γαρ εσυνάχτησαν οι πάντες του φουσσάτου (παραλ. 1 στ.), ο είς από τους δώδεκα, ο γνωστικότερός τους,| τον λόγον τους εβάσταξεν, εφάνισεν το πράγμα Χρον. Μορ. P 976. Βλ. και βαστώ (Ι) Ι15. 14) Συντηρώ: Να μου βαστάζεις τη ζωή, να δω την πεθυμιά μου Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1779). II. Αμτβ. Α´ Ενεργ. 1) α) Αντέχω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Β2α): τάχα μικρόν εβάσταξεν, είτα λιποθυμήσας Καλλίμ. 1602· Γλήγορα απεθάνασι, ποσώς δεν εβαστάξαν Αλεξ. 1601· βλ. και βασταίνω Β1, βαστώ ΙΙΑ1α· β) έχω ηθική αντοχή (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Β2γ): βάσταζε, πολύπονε καρδιά Φλώρ. 543. Βλ. και βαστάζω ΙΙΒ3, βαστώ (Ι) ΙΙΑ1β. 2) Διαρκώ (Βλ. Sophocl. στη λ. 2. Η σημασ. και σήμ, ΙΛ, λ. βαστώ Β7): έξε μήνες εβάσταξε, λέγω, εκείνη η μάχη Κορων., Μπούας 88· ένα χρόνο εκάμασιν η τρέβα να βαστάξει Κορων., Μπούας 110· δεν εβάσταξεν η βρόμα πολύ Διήγ. εκρ. Θήρ. 1112. Βλ. και βασταίνω Β2, βαστώ (Ι) ΙΙΑ2. 3) Περιμένω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Α25 αμτβ.): λοιπόν καμπόσο βάσταξε τ’ άρματα να φορέσω Θησ. Ε΄ [604λοιπόν βαστάξετε δαμίν ωσού να κατουρήσω Διήγ. παιδ. 732. 4) Δέχομαι, συγκατανεύω: ήθελαν της βάλει αφορμήν ότι εσκότωσέν τον, διότι άγκρισέν τον εις την αστένειάν του και διατί εβάσταξεν και έδωκεν απέ τα δικαιώματά της Ασσίζ. 3852. Βλ. και απομένω 11β, βαστώ (Ι) Ι13, θεληματεύω, συγκλίνω. Β´ Μέσ. 1) Συγκρατούμαι, στηρίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαστώ Β1α): ουδέ στο πονεμένον| πλευρόν μπορώ να βασταχθώ οπού ’ναι πληγωμένο Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1496]· Βαστάξου, θυγατέρα μου,ακούμπησε ωχ οϊμένα! Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1249]. Βλ. και ακουμπίζω 2α, ακουμπώ Α1, απακουμπώ 1. 2) Είμαι εγκρατής (Πβ. ΙΛ, λ. βαστώ Β2α): εις την όρεξιν της σαρκός πλέον έχει κρατημοσύνη η γυναίκα παρά τον άνδρα, διότι ποίος καλόγερος ή ποίος ερημίτης ήθελεν είσται εκείνος οπού να εβαστάχθη τόσον; Άνθ. χαρ. 2979. 3) Αντέχω (ψυχικά) (Πβ. ΙΛ, Άλ. ό.π. Β2γ): πώς εβαστάτο μου ψυχή και έγραφα τους λόγους Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 709.
       
  • βίος (Ι)
    ο, Σπαν. V 133, Σπαν. U 47, Λόγ. παρηγ. L 532, Μανασσ., Χρον. 2580, 2601, 2603, 2640, 3795, 4203, 4882, 5300, 5757, 6145, 6652, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 558, 592, 860, Ασσίζ. 1337, 22025, 2219, 2228, 22826, 2291, 2515, 26629, 28715, 30130, 40930, 4216, 42431, 46418, 47118, 48421, Διγ. (Trapp) Gr. 904, 2722, 2998, Διγ. Z 3264, 4104, 4112, Διγ. (Trapp) Esc. 815, Ακ. Σπαν. 44492, Χρον. Μορ. H 457, 3250, 3547, Χρον. Μορ. P 565, Chron. br. (Loen.) 78, Βίος Αλ. 524, Πτωχολ. P 15, Πτωχολ. N 34, Απολλών. (Wagn.) 829, Rechenb. 252, 422, 451, 853, Μαχ. 506, 43629, 67210, Σφρ., Χρον. μ. 1823, 2018, 10817, 13821, Αλφ. (Μπουμπ.) V 3, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15315, Έκθ. χρον. 3113, 4611, 6630, 8327, Κορων., Μπούας 8827, 14215, Βεντράμ., Γυν. 226, Ψευδο-Σφρ. 58240, Σοφιαν., Παιδαγ. 93, 99, 101, 103, 121, Αχέλ. 1043, 2394, Αιτωλ., Μύθ. 287, 482, 581, 8210, 9910, Αιτωλ., Βοηβ. 26, 319, 322, 369, Κώδ. Χρονογρ. 6922, Θρ. Κύπρ. K 567, Χρον. 315, Χρον. σουλτ. 9223, 1036, 1139, 1369, 1414, Ιστ. πατρ. 12921, 22, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 373, Παϊσ., Ιστ. Σινά 358, 1492, 2172, Δωρ. Μον. XXVI, XXXVIII, Μικρ. χρον. Yale 71r, Βίος Δημ. Μοσχ. 261, 664, Παλαμήδ., Βοηβ. 639, Σταυριν. 113, 481, 835, 863, Ιστ. Βλαχ. 62, 82, 1496, 2404 [= Γέν. Ρωμ. 46], Διγ. Άνδρ. 38614, 41133, Συναδ., Χρον. 55, 71, Βακτ. αρχιερ. 188, Ζήν. Β΄ 112, Ε΄ 289, Διγ. O 1165, 2009, 2093, Διακρούσ. 7081, 9423, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14613, 22823, 29412, 3116, 3432, 36013, 4161, 50911, 5211, 53316, 54520· βγίος, Ασσίζ. 4251· βίγιος, Αλφ. (Mor.) III 32· βιος, Ερμον. Ω 360, Χούμνου, Π.Δ. VI 59, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 169, Απόκοπ. 141, 186, 213, Απόκοπ. Επίλ. I 522, 548, Σαχλ. N 84, Ιμπ. (Legr.) 238, Πένθ. θαν.2 152, 273, Βεντράμ., Φιλ. 156, Δεφ., Σωσ. 198, Περί γέρ. 183, Ρίμ. θαν. 12, Αιτωλ., Μύθ. 188, Θρ. Κύπρ. K 325, Κυπρ. ερωτ. 1434, Βίος Δημ. Μοσχ. 670, Παλαμήδ., Βοηβ. 540, Σταυριν. 127, 1187, Ερωτόκρ. Δ΄ 282, Θυσ.2 1001, Ζήν. Α΄ 120, Β΄ 7, Ε΄ 172.
    Το αρχ. ουσ. βίος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Ανθρώπινη ζωή (ως κατάσταση, διάρκεια, τρόπος, στάση, πορεία) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1. Βλ. και Lampe, Lex. στη λ. Α1, 4· πβ, και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄ 6, 1955/56, 246· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α, 1α φρ., 4): ο γαρ της χώρας γεωργός έζη κοχλίου βίον Μανασσ., Χρον. 6652· βίον αεί τον πόλεμον και τέρψιν ηγουμένη Διγ. (Trapp) Gr. 2722· καλώς ήλθες, ελπίς εμή, αναψυχή του βίου Διγ. (Trapp) Gr. 904· τον βίον επαράδωσαν στου Διγενή τα χέρια Διγ. O 2093· Τις μοι την ρίζαν έκοψεν τούδε του βίου άρτι; Διγ. Z 4112· σε κλαθμούς το βιο μου να τελειώσω Ζήν. Β΄ 7· τέλος του βίου και αυτή είληφε μετ’ ολίγον Διγ. Z 4104· αν ήτον αναγνώστης ο τεθνηκώς, οπού να είχεν καμμίαν χειροτονίαν ή αν ήτον γυναίκα και εδόθη εις κοινόν βίον κανέναν Ασσίζ. 1337. 2) Γεγονότα, έργα (του ανθρώπου) (Βλ. Lampe, Lex. στη λ. 4. Η λ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): λεπτώς τού αφηγήθηκεν την πράξιν και τον βίον Χρον. Μορ. H 3547· πολλά μαρτύρια τον έκαμαν, διά να τους ομολογήσει τον βίον του Συναδ., Χρον. 55. 3) Τα αγαθά, τα υπάρχοντα, περιουσία (γενικώς) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II. Βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 3. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5· βλ. και Καλιτσ., BZ 44, 1951, 308, Ανδρ., Σημασ. εξ. 69 και Βαγιακ., Αθ. 65, 1961, 197-200): να πληθύνει τα καλά, τα πλούτη και το βιο σου Θυσ.2 1001· με άλλους τον βιον τους χαίρουνται και αυτών ελησμονήσαν Απόκοπ. 141· Βοσκός έβοσκε πρόβατα στην θάλασσα πλησίον·| στον νουν του λογαρίαζε πώς να κερδίσει βίον Αιτωλ., Μύθ. 482· Περί χρεώστου οπού έχει τον βίον του ίσα με το χρέος του Βακτ. αρχιερ. 188· ηύρα κυνήγιον καλλιότερον από βίον χρυσαφίου Διγ. Άνδρ. 38614· Είς άνθρωπος ευρίσκει τίποτες βίον αποκάτω της γης Ασσίζ. 47118· όρισεν και εβουλλώσαν το σύγκριτον και την βόταν, όπου ήτον ο βίος Μαχ. 506· παίρνει α΄ σπίτιν αμάχι διά βίον τόν έδωκεν Ασσίζ. 2515· αγκαλέ εις την αυλήν διά ένα άνθρωπον διά βίον οπού του χρεωστεί Ασσίζ. 30130· να του πουλήσει εκείνον τον βίον Ασσίζ. 48421· ο άνθρωπος οπού εγόρασεν τον βίον εκείνον Ασσίζ. 28715. Βλ. και βίος (το) 1, βιοτικός ουδ., βλησίδι 1. 4) Θησαυρός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 7α): εξέταξε να ιδεί τον βίον της βασιλείας, οπού ήτονε εις τον χαζανά, ήγουν το τρεζόρο Χρον. σουλτ. 1414· ήθελε να σκάψει εις κανέναν τόπον οπού ηξεύρει ότι έχει βίον Ασσίζ. 2228. 5) Πλούτος (ως κατάσταση): και να νυκτοκοπιάζουσι, ...| διά να μην ξεπέσουσιν από τον βιον απὄχουν Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 169. Βλ. και αγαθόν 2α, βιοτικός 2, έχει (τα), πλούτος, πράγμα.
       
  • βοήθεια
    η, Προδρ. IV 78 (χφ g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 3427, 27519, 27930, 28321, Πόλ. Τρωάδ. 431, Χρον. Μορ. H 1551, 3118, 8846, Βίος Αλ. 1641, 3359, Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 817, Χειλά, Χρον. 347, Μαχ. 225, 9830, 15437, 1604, 16225, 1667, 18, 17425, 26629, 28817, 5066, 65016, Δούκ. 20310, Σφρ., Χρον. μ. 6433, Έκθ. χρον. 525, 2523, 5022, 5314, 6019, Κορων., Μπούας 15, 23, 33 τρις, 35, 40, 42, 44, 67, 68, 69, 73, 74 τρις, 79, 82, 94, 96, 109, 126, 127, 128, 130 δις, 139, 143, Ρίμ. θαν. 8, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 852, Αχέλ. 1235, 1977, 2421, Αιτωλ., Μύθ. 12415, Θρ. Κύπρ. M 244, Χρον. σουλτ. 3313, 4832, 6318, 7418, 8917, Ιστ. πολιτ. 378, 699, Στ. Βοεβ. 43, Π. Ν. Διαθ. φ. 244α 8, φ. 336α 24, Κυπρ. ερωτ. 796, Πανώρ. Γ΄ 17, Δ΄ 211, Ε΄ 119, Παλαμήδ., Βοηβ. 601, Επιστ. Ηγουμ. 174, Ιστ. Βλαχ. 1720, Ερωτόκρ. Ε΄ 1351, Βελλερ., Επιστ. 7717, Στάθ. Γ΄ 118, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 8, Λίμπον. 364, 418, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 54, 97, Λεηλ. Παροικ. 130, Διγ. O 2118, 2384, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1536, 17018, 18810, 27118, 5857, Αλφ. (Mor.) III 10· βοηθεία, Αλφ. (Μπουμπ.) II 40, IV 9, Σοφιαν., Παιδαγ. 114, Δεφ., Λόγ. 164, Αχέλ. 472, 1253, 1321, Ύμν. Παναγ. 17, Παλαμήδ., Βοηβ. 1310, Σταυριν. 1157, Διακρούσ. 1178· βοηθειά, Διήγ. παιδ. 1037, Μαχ. 56032, Πεντ. Δευτ. XXXIII 7, Παλαμήδ., Βοηβ. 1054, Διήγ. ωραιότ. 52· βούθεια, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 381, Κυπρ. ερωτ. 566, 808, 837, 9134, 1045.
    Το αρχ. ουσ. βοήθεια. Ο τ. βοηθεία κατά τα ουσ. σε ‑ία (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 104). Η λ. και σήμ. κοιν. και οι τ. βοηθεία, βούθεια στα ιδιώμ. (ΙΛ).
    1) α) Υλική ή ηθική βοήθεια (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): δεν είχαν από πούποτες βοήθειαν ουδέ να ζήσουν Μαχ. 9830· εις Γενουβήσους πήγασι βοήθειαν να τους δώσουν Κορων., Μπούας 74· ήρθανε και άλλοι αφεντάδες από την Ανατολή και του εκάμανε βοήθεια και συντροφίαν Χρον. σουλτ. 4832· δίδει (δηλ. το ενθυμητικόν) και μεγάλην βοηθείαν εις τας πράξεις του βίου Σοφιαν., Παιδαγ. 114· ο έχων χρήσιν βοηθείας και συμβουλής ετέρου, τουτέστιν ο ανήλικος Ασσίζ. 28321· β) η αιτιατ. σε επίκληση (Βλ. L‑S στη λ. I1 και ΙΛ στη λ. 1α): ο ρήγας έβαλεν φωνές: «Βοήθειαν: ελεημοσύνην!» Μαχ. 26629· γ) συνδρομή, επικουρία, υποστήριξη: έβρεξεν εις την βούθειαμ μας Κυπρ. ερωτ. 808· ήρθε ο Μουράτης εις τα μέρη της Θήβας και έσμιξε με τον δούκα της Αθήνας και του ακολούθησε εις βοήθειαν Χρον. σουλτ. 7418· ίνα, όταν τελευτήσει, μετά βοηθείας του σουλτάν Μεεμέτη λάβῃ την ηγεμονίαν του πατρός αυτού Έκθ. χρον. 6019· ου γαρ ηγάπων αυτόν οι γενίτσαροι, ως ότι ουκ είδον εξ αυτού βοήθειαν, ότε επολέμησαν μετά του Σαχ Κουλή Έκθ. χρον. 5022· και ογδόου βαθμού συγγενής, καν μη υπεισέλθῃ την κληρονομίαν, έχει την εκ του νόμου βοήθειαν Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 817· δ) στήριγμα, προστασία (Η σημασ. αρχ., Δημητράκ. στη λ. 4 και σημερ., ΙΛ στη λ. 1γ· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 1): εγέννησε εξ αυτής υιούς τρεις, εξ ων και ήλπιζε βοήθειαν Ιστ. πολιτ. 378· ήτονε τέντα και σκέπος της πατρίδος και βοήθεια των χριστιανών Χρον. σουλτ. 8917· επεί αν έχει τον πρίγκιπα βοήθειαν κι αδελφόν του Χρον. Μορ. H 3118· βλ. και αΐδα, ανάκλησις 2, ανάπαυσις 5, αντίληψις 1, απαντοχή γ, απόσκεπον, βακτηρία, βάσις 1, βάσταγμα 3, θάρρος· ε) ανακούφιση: εις τόσον πάθος έφτασα ’χ τον πόθον| κι αργά ’ναι πάσα βούθεια στά διαβάζω Κυπρ. ερωτ. 9134. 2) α) Τα πρόσωπα ή πράγματα που αποτελούν τη βοήθεια (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 2): να του στείλει βοήθειαν ταχέως εγυρεύσε,| τετρακισχίλιους δε αυτός Τουδέσκους αποστείλε Κορων., Μπούας 127· εις το Τριβίζον έστειλε χίλι’ άλογα βοήθειαν Κορων., Μπούας 109· στο Μόνιγον απέστειλεν ευθύς πολλήν βοήθειαν Κορων., Μπούας 73· β) το υλικό μέρος της βοήθειας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): δέδωκαν δωρεάς πολλάς και ελεημοσύνας και βοήθειαν αρκούσαν Ιστ. πολιτ. 699. Βλ. και ανασωσμός, αποστροφή 1β, γλυτωμός, λυτρωμός.
       
  • βοηθός,
    επίθ., Λόγ. παρηγ. O 472, Διάτ. Κυπρ. 5076, 31, Φλώρ. 618, Περί ξεν. A 500, Σφρ., Χρον. μ. 1046, Κορων., Μπούας 23, 150, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 211, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 215, Αχέλ. 170, 1262, Αιτωλ., Μύθ. 84, Θρ. Κύπρ. M 187, Χρον. σουλτ. 521, Ιστ. πατρ. 11414, Πανώρ. Β΄ 529, Ερωφ. Α΄ 504, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Διγ. Άνδρ. 34332, 35232, 36220, 40810, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 46, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [22], Ζήν. Δ΄ 151, Διγ. O 888, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3662, 46226· βογηθός, Αλφ. (Mor.) III 8· βοθιός, Πεντ. Γέν. II 18· βουηθός, Ερωφ. Β΄ 451, 521, Δ΄ 581, Ε΄ 364· βουθός, Τζάνε, Κρ. πόλ. 37022.
    Το αρχ. επίθ. βοηθός. Ο τ. βοθιός πλάσμα από το βοηθός. Τ. βογθός απ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 159. Η λ. κοιν. και σήμ.· ο τ. βουηθός και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ).
    α) Που δίνει, που προσφέρει βοήθεια, αρωγός, συνεργάτης, υποστηρικτής (Η σημασ. αρχ., L‑S και σημερ., ΙΛ στη λ. 1): απιλογείται θάνατον κόρης της Πλάτζια-Φλώρης·| βοηθός εκείνης γίνεται, θέλει να πολεμήσει Φλώρ. 618· μα ’χα βοηθό τα χέρια μου, βοηθό το λογισμό μου Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 46· στον κίνδυνόν της βοηθόν βάτον επροσκαλείτον (ενν. η αλεπού) Αιτωλ., Μύθ. 84· ώρες τον φίλον ’πίβουλον, βοηθόν τον οργιστόν σου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 215· προξενητής ο πόθος σας, βουηθός το ριζικό μου Ερωφ. Ε΄ 364· διά να το έχω (δηλ. το φέγγος) βοηθόν εις την στράταν μου ετούτην Διγ. Άνδρ. 35232· Αποτώρα λέγω σοι ότι πλέον δεν με εβλέπεις, ουδέ βοηθόν θέλεις με έχει εις τας ανδραγαθίας και εις τας στενοχωρίας σου Διγ. Άνδρ. 40810· Λέγουσι πως αυτός ήτονε βοηθός του αδελφού του του Μουσά Χρον. σουλτ. 521· βλ. και άνθρωπος 5, βοηθητής· (ως ουσ.) (Βλ. την αρχ. χρ., L‑S· η χρ. και μτγν., Lampe, Lex. στη λ. 1 και σημερ., Δημητράκ. στη λ. 2): δεν καλό να είναι ο άθρωπος αμοναχός του, να κάμω αυτουνού βοθιό ανάγναντίς του Πεντ. Γέν. II 18· ο σπλαγχνικότατος βοηθός προς τον τσιγαρισμένο Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 211· β) προστάτης (Η σημασ. και σήμ., βλ. ΙΛ στη λ. 1 και Δημητράκ. στη λ. 1): Κύριος ο Θεός βοηθός Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171· τότες είχανε βοηθό άξιο, μεγάλο άγιο Τζάνε, Κρ. πόλ. 46226· πάγει να πάρει την ευχή, να είναι βοηθός του Διγ. O 888. Βλ. και αντιλήπτωρ.
       
  • βοηθώ,
    Σπαν. A 289, Προδρ. III 100, Ασσίζ. 428, 13531, Διγ. Z 1118, 4254, Διγ. (Trapp) Esc. 406, Πόλ. Τρωάδ. 424, Χρον. Μορ. H 460, 1552, 3084, 5821, 5921, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 1220, 41, 157 σχόλ., Γ΄ 371, 610, Δ΄ 1049, Λίβ. P 721, Λίβ. (Lamb.) N 870, Ανακάλ. 118, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 434, Χειλά, Χρον. 354, Μαχ. 15617, 20024, 4063, 51416, 55416, Αλεξ. 912, Σαχλ., Αφήγ. 282, Συναξ. γυν. 18, Κορων., Μπούας 43, 47, Πένθ. θαν.2 34, 78, Βεντράμ., Φιλ. 135, Πεντ. Δευτ. XXXII 38, Αχέλ. 2187, Αιτωλ., Μύθ. 3011, 1064, 1316, 1387, Χρον. σουλτ. 7114, 11312, Ιστ. πατρ. 11414, Π. Ν. Διαθ. φ. 335β 12, 16, Παλαμήδ., Βοηβ. 464, Ιστ. Βλαχ. 1442, Ευγέν. 1157, Στάθ. Ιντ. β΄ 121, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 71, Β΄ 86, Αποκ. Θεοτ. II 169, Διήγ. ωραιότ. 538, Βακτ. αρχιερ. 135, 172, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [406, 1254], Φορτουν. (Vinc.) B΄ 413, Γ΄ 22, Ζήν. Δ΄ 6, Ε΄ 134, Διακρούσ. 7118, 9113, 1015, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15722, 2651, 3947, 42016, 46511, 48112, 49124, 5253, κ.π.α.· αβοηθώ, Δαρκές, Προσκυν. 123, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1233], Χριστ. διδασκ. 107, 410· βοθώ, Σπαν. (Μαυρ.) P 370, Καλλίμ. 1346, Θησ. Δ΄ [601], Ζ΄ [331], ΙΑ΄ Υπόθ. [6], ΙΒ΄ [522], Γαδ. διήγ. 276, 485, Αλεξ. 442, 466, 878, 2234, Παλαμήδ., Βοηβ. 78, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4304, Αλφ. (Mor.) III 79· βουηθώ, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 225 (κριτ. υπ.), Χρον. σουλτ. 4716, Πανώρ. Β΄ 579, 598, Γ΄ 442, 535, Ε΄ 175, Ερωφ. Α΄ 429, Β΄ 81, 184, 186, Ιντ. β΄ 70, Γ΄ 58, Ιντ. γ΄ 102, Δ΄ 709, Ε΄ 524, Βοσκοπ. 64, 80, Ερωτόκρ. Α΄ 95, 267, 581, 999, 1226, 1236, 1480, Β΄ 1174, 2398, Γ΄ 353, 355, 1184, 1296, 1527, Δ΄ 55, 68, 77, 253, 663, 706, 875, 936, 1517, 1553, 1672, Ε΄ 5, 86, 761, 891, 1448, Θυσ.2 1079, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 162, Δ΄ 9, Ε΄ 249, 374, 375, κ.α.· βουθώ, Σπαν. (Μαυρ.) P 99, Προδρ. III 100 (χφ g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 33116, 35028, Απολλών. 460, Μαχ. 227, 19231, 51431, 52419, 53017, 61820, Γεωργηλ., Θαν. 297, Βουστρ. 488, Ρίμ. θαν. 10, Αχέλ. 1807, Αλφ. 1069, Κυπρ. ερωτ. 348, 10212, 10518, 1156, Θυσ.2 117, 614, Διγ. O 2762, Τζάνε, Κρ. πόλ. 28916, 39110, 42215, 46617, 56626, κ.α.
    Το αρχ. βοηθέω. Για του τ. βοθώ, βουθώ βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 215, Β΄ 281-2. Η λ. και σήμ. και οι τ. ιδιωμ. (ΙΛ).
    Α´ Ενεργ.   α1) Παρέχω υλική ή ηθική βοήθεια, βοηθώ (Βλ. L‑S, λ. βοηθέω 1· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): του πρίγκιπος του αφέντη σου εις μάχην να βοηθήσεις Χρον. Μορ. H 5821· από την γην και θάλασσαν εμάς να βοηθήσουν Διακρούσ. 9113· είμεστεν ορισμένοι να βουθούμεν τους πιστούς του Θεού και του μεγάλου προφήτη του Μαχομέτη, όχι τους απίστους Μαχ. 227· Ανέναι και βουθήσεις μου, ο Θιός σού τ’ αντιμεύγει Πανώρ. Β΄ 598· όλοι οι χριστιανοί οι αφεντάδες ήτανε έτοιμοι να βοηθήσουνε και να διώξουνε τον Τούρκο από την Ευρώπη Χρον. σουλτ. 7114· γιατί το αίμα στην καρδιά ήτρεξε να βουηθήσει Ερωτόκρ. Ε΄ 5· Εις την ανάγκην δίκαιον είναι να βοηθούμεν Αιτωλ., Μύθ. 3011· έλα κι εσύ στο μαγερειό να πάμε να βουηθήσεις Φορτουν. (Vinc.) E΄ 249· Γλήγορα, νένα, βούηθησε, εύρε νερό γή χιόνι Ερωτόκρ. Γ΄ 355· α2) (απόλυτα) βοηθώ (καταβάλλοντας προσπάθεια, πασχίζοντας): το τιμόνι μοναχάς, όχι άλλ’ ολπίδα να ’χει,| απάνω κάτω να βουηθά, σαν άντρας να μαλώνει (ενν. ο ναύτης) Ερωτόκρ. Δ΄ 663· β) συντρέχω, υποστηρίζω, προστατεύω: τώρα ν’ ακούσετε, να μάθετε το τέλος,| αν μου βοηθήσ’ ο λογισμός, η γνώσις και το μέλος Διακρούσ. 7118· το γαρ κακόν αν βοηθείς, εσύ κακός να δείξεις Σπαν. A 289· βοηθώντος του Θεού με πολλύν σκοτωμόν και λαβωμούς επήραν την και έφεράν την εις την Αμμόχουστον Μαχ. 20024· Ο λόγος λαλεί: άνθρωπος αντί βουλής, ο Θεός αντί δυνάμης και ο Θεός εθέλησεν να βοηθήσει του πτωχού του ρηγάτου της Κύπρου Μαχ. 55416· εβούθησεν ο Θεός ότι πολεμίζοντάς τους έπεφταν οι Σαρακηνοί από τα τειχόκαστρα από τον φόβον τους, άλλοι εφεύγαν και εγλυτώνναν Μαχ. 19231· έλπιζε πάντοτε εις Θεόν να βοηθήσαι υπ’ εκείνου Λίβ. P 721· μα βούηθησε το ριζικό, τ’ άστρη μ’ ελυπηθήκα Ερωτόκρ. Ε΄ 891· αν με βουθήσουν οι πλανήτες, τ’ άστρα Κυπρ. ερωτ. 10518· Είδε το πώς το ριζικό κι η τύχη εβοηθά τον Βεντράμ., Φιλ. 135· βλ. και βαστάζω I10, βλέπω 23β· γ) ευνοώ: κι απ’ όσους αγαπήσασιν παρά κανέναν| ο πόθος καθημερινόν εμέν βουθά μου Κυπρ. ερωτ. 10212· Ο τόπος όταν βοηθεί και ο καιρός αξίζει Αιτωλ., Μύθ. 1387· είδεν πως του βοηθά ο καιρός Παλαμήδ., Βοηβ. 464· δ) (προκ. για άρρωστο) βοηθώ ανακουφίζοντας, γιατρεύοντας (Η χρ. μτγν., Sophocl., λ. βοηθέω): Το λασμαρίν τους άρρωστους μυρίζοντα βουθά τους Κυπρ. ερωτ. 1155· ε) διευκολύνω: η νύκτα τους εβόθησε κι εφύγαν οι καημένοι Αλεξ. 878· βλ. και βολώς) ωφελώ: ανέ βουθάσαι μετά μας, θανάτωσέ μας κιόλα Θυσ.2 614. Βλ. και αξιάζω 4, 5, ωφελώ. Β´ (Μέσ.) βοηθώ τον εαυτό μου (υλικά ή ηθικά), βρίσκω λύση, διέξοδο (στην προσπάθειά μου): Για να ημπορώ να βοηθηθώ να ζήσω τα παιδιά μου Ευγέν. 1157· πάσκω, βουηθούμαι, όσο μπορώ, το σφάλμα μου γνωρίζω Ερωτόκρ. Α΄ 999· πώς μπορώ να βουηθηχτώ στου πόθου το κανίσκι ...; Ερωτόκρ. Γ΄ 353· μα στο τιμόνι στέκουσι κι εις τ’ άρμενα βουηθούνται (δηλ. οι ναύτες) Ερωτόκρ. Δ΄ 706· στον πόλεμο που βρίσκεσαι αντρειέψου, βουηθήσου Ερωτόκρ. Α΄ 1226· αντρειεύγετο να βουηθηχτεί Ερωτόκρ. Δ΄ 55· πρι μας πλακώσει πλειότερη ζάλη να βουηθηθούμε Ερωφ. Β΄ 184.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης