Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγιασμός
- ο, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1238, Αχέλ. (Pern.) 1811, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1408, 1652, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1768, 1769, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 69.
Το μτγν. ουσ. αγιασμός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Ευλογία (ως αποτέλεσμα θρησκευτικής τελετής): Είτα ο αγιώτατος Πρόεδρος οικουμένης ελθέτω προς αγιασμόν ναού και ισταμένοις Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1238· β) καθαγιασμός, καθιέρωση, αναγνώριση: και καβαλάροι θαυμαστοί και άρχοντες προκομμένοι,| οπού ’λθαν τις για την τιμήν, τις αγιασμό αναμένει Αχέλ. 1811. 2) Η θρησκευτική τελετή του καθαγιασμού του νερού (πβ. Sophocl. στη λ. 4, Lampe, Lex. στη λ. D 3 και ΙΛ στη λ. 1α): Εφέπονται και μοναχοί φέροντες και λεκάνι| διά μικρόν αγιασμόν, κηρία και λιβάνι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1408.
αδιαλείπτως,- επίρρ., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1380.
Το μτγν. επίρρ. αδιαλείπτως.
Χωρίς διακοπή, συνεχώς (Η σημασ. και μτγν. L‑S): Η ευλογία δε αυτού και πάντων των αγίων| αδιαλείπτως μεθ’ αυτών έσται και των ιδίων Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1380 (πβ. αδιάλειπα, αδιάλειπτα).
αδίστακτος,- επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 1092, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 497.
Το μτγν. επίθ. αδίστακτος.
Που δεν έχει δισταγμό (πβ. L‑S στη λ. ΙΙ): και τον Θεόν εσέβοντο καρδίαις αδιστάκτοις Μανασσ., Χρον. 1092.
αιχμαλωσία- η, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) ΙΙ 64, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 354, Hist. imp. (Mor.) 18, Διγ. (Mavr.) Gr. I 197, III 76, Διγ. (Hess.) Esc. 568, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 668, 3076, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 691, 1627, Βίος Αλ. (Reichm.) 4082, Πανάρ. (Λαμψ.) 7222, Καναν. (PG 156) 68A, 73B, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) Πρόλ., Μαχ. (Dawk.) 29235, Δούκ. (Grecu) 9116, 10121, 10720, 33710, 35117, 3774, 3856, 39328, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 5814, 9812, 10413, 13435, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 378, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 6514, Έκθ. χρον. (Lambr.) 512, Ιστ. Ηπείρ. (Cirac Estop.) XXVII2, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 679, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 49 δις, 51, 61, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 12517, Μ. Χρονογρ. (Τωμ.) 3315, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 10, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2547 [ = Γέν. Ρωμ. (Λάμπρ.) 137], Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 32028, 33419, 33831, 40514, Διγ. (Lambr.) O 1161, Διακρούσ. (Ξηρ.) 673, 7090, 11014, 11720· αιχμαλωσιά, Διήγ. Βελ. (Cant.) 162, Αχιλλ. (Hess.) N 589, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 410, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 589· αμαλωσιά, Πεντ. (Hess.) Αρ. XXXI 12, Δευτ. ΧΧΙ 10, ΧΧVIII 41, XXXII 42· ηχμαλωσία, Χρον. Τόκκων 3837.
Το μτγν. ουσ. αιχμαλωσία. Για τον τ. αμαλωσιά πβ. το σημερ. τ. αμαλουσία (ΙΛ στη λ. αιχμαλωσία). Ο τ. από επίδραση της αύξησης του αορ. ηχμαλώτισα ή από κώφωση του φθόγγου e κατά τα βόρεια ιδιώμ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Σύλληψη αιχμαλώτων (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 1): Παρεδόθην η πόλις εις διαγουμάν και αιχμαλωσίαν Καναν. 68Α· Και ήλθεν εις τους τόπους του αφέντη μου και εποίκεν πολλήν αιχμαλωσίαν εις την Αλεξάνδραν και εις άλλους πολλούς τόπους Μαχ. 29235· Διήγησις διά στίχων του δεινού πολέμου …, η οποία περιέχει την σκληρότητα και αιχμαλωσίαν των αθέων Αγαρηνών και πώς εκυρίευσαν όχι μόνον τα Χανιά Διακρούσ. 673 . Πβ. αιχμαλωτισμός. 2) Κατάσταση του αιχμαλώτου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Ουκ εις δουλείαν ουν ημείς ή προς αιχμαλωσίαν υπάρχομεν, αι πρότερον προστεταπεινωμέναι Βίος Αλ. 4082· Αλούς ουν εγώ και πάντα τα δυσχερή και κακά της αιχμαλωσίας υπενεγκών ο άθλιος Σφρ., Χρον. μ. 9812. 3) Σύνολο αιχμαλώτων (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. ΙΙ): Και ωσάν έλαβε τον λαόν της Αιγίνης, ... υπήγε και αιχμαλώτισε και άλλα νησία πολλά του Αρτζιπελάγου. Και εγέμισεν όλην την αρμάδα αιχμαλωσία Κώδ. Χρονογρ. 49· Και έφεραν προς τον Μωσέ και προς τον Ελεάζαρ τον ιεριά και προς τη συναγωγή παιδιά του Ισραέλ την αμαλωσιά και το έπαρμα και το κρούσος Πεντ. Αρ. ΧΧΧΙ 12· να χορτάσω τις σαγίτες μου από αίμα και το σπαθί μου να φάει κρεάς· από αίμα σκοτωμένου και αμαλωσιά από αρχή αποβγάλματα του οχτρού Πεντ. Δευτ. ΧΧΧΙ 42. 4) Λάφυρα: Εισήλθεν εις την Ματζούκαν ο Χατζημίρης, ο υιός του Παϊράμη, μετά φοσάτου πολλού και εκούρσευσεν αιχμαλωσίαν πολλήν Πανάρ. 7222.
ακαινοτόμητος,- επίθ., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 150.
Από το στερ. α‑ και το καινοτομώ. Η λ. ήδη σε γλωσσάρ. και στις Νεαρές του Ιουστινιανού (L‑S).
Που η αρχική του κατάσταση δεν έχει αλλάξει, άθικτος: η ανεξάντλητος υπάρχει του χρυσίου| φλέβα κι ακαινοτόμητος, πράγματος θαυμασίου Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 150.
ακαταμάχητος,- επίθ., Διγ. (Mavr.) Gr. I 18, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 343, 620, 1381, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 48.
Το μτγν. επίθ. ακαταμάχητος.
Ακατανίκητος, απόρθητος (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): στόλον ακαταμάχητον Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 343· τοίχον ακαταμάχητον κύκλῳ Γολέττας κτίσαι Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 620. —Συνών.: ακατάμαχος.
ακολουθία- η, Ταμυρλ. (Wagn.) 81, Δούκ. (Grecu) 3120, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 1192, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 280, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1244, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 2260, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 42, 48, 52, 69, 71, Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) I 174, 176, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 137 ρκζ΄, ρκη΄· ακουλουθία, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 2986.
Το αρχ. ουσ. ακολουθία.
1) α) Διαδοχή, εναλλαγή: κατά τας των χρόνων ακολουθίας συμψηφίσαντες εύρωμεν από του Αδάμ έως του Χριστού έτη εϞ΄ Δούκ. 3120· β) ειρμός: και τι γαρ λέγω τα πολλά και τι παραπλατύνω| της συγγραφής μου τον κορμόν και την ακολουθίαν; Ταμυρλ. 81. 2) Τελετή της Εκκλησίας με ορισμένο τυπικό (Για το πράγμα βλ. Θρησκ. και ηθ. εγκυκλοπ. στη λ.· βλ. και ΙΛ στη λ. 2): Εκεί συμψάλλουν άπαντες εις μίαν εκκλησίαν| της τε ημέρας και νυκτός πάσαν ακολουθίαν Παϊσ., Ιστ. Σινά 2260· Έπειτα ήρχονταν πάλιν εις την επίκλησιν και ετελείωναν την ακολουθίαν Συναδ., Χρον. 69· Αν πέσεις εις υποταγήν πνευματικού πατέρα,| στην ακ(ο)λουθία πρόθυμος ας είσαι πάσα ημέρα (έκδ. ημέραν) Δεφ., Λόγ. 280.
αλλόφυλος,- επίθ., Διγ. (Hess.) Esc. 114, Διγ. (Καλ.) A 468, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 640, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 105, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 105, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 3729, 13524, Διακρούσ. (Ξηρ.) 9115.
Το αρχ. επίθ. αλλόφυλος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Που ανήκει σε άλλο είδος ζώων (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): Εθάρριε (ενν. η πέρδικα) γι’ αλλόφυλος εκείνα τα παθαίνει Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 105. 2) (Προκ. και για διάκριση των θρησκειών· η χρήση μετά τους χριστιανικούς χρόνους, πβ. Lampe, Lex. στη λ. 2 και Δημητράκ. στη λ. 3· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1) που ανήκει σε άλλη φυλή και θρησκεία: διά να δώσουν πόλεμον μ’ αυτούς τους αλλοφύλους Διακρούσ. 9115· έπρεπε να πολεμάς αλλόφυλους και όχι τους Τούρκους του Προφήτη μας Χρον. σουλτ. 3729. —Συνών.: αλλόπιστος.
αμαρτία- η, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 14404, Ασσίζ. (Σάθ.) 336, 465, 9828, 41418, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 1849, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 151, 156, 1257, 1853, 2109, 2738, 3780, 3977, 4165, 4173, 5532, 5534, 5571, 5750, 7203, 7213, 7233, 7632, 7656, 8580, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 5414, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 257, Απολλών. (Wagn.) 504, Απολλών. (Janssen) 499, Χρον. Τόκκων (Schirò) 3452, Μαχ. (Dawk.) 9810, 25212, 46420, 22, 23, Δούκ. (Grecu) 5318, 18733, Θησ. (Schmitt) 343 ΙΙ 19a, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 30, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 49, Έκθ. χρον. (Lambr.) 94, 1325, 445, Συναξ. γυν. (Krumb.) 23, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 70, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 124, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 676, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1306, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 68, 14113, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 437, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 8024, 13223, Μ. Χρονογρ. (Τωμ.) 3416, 357, 14, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 559, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 422, 635, 1711, 2086, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 37326, Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) ΙΙ 74, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 55, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 139 ιθ΄, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 4796, Διακρούσ. (Ξηρ.) 11526 κ.π.α.· αμαρτιά, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 663, 735, Θησ. (Foll.) Ι 30, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 122, 1220, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 204 (έκδ. Wagn. αρτιές· Wagn. προτ. αμαρτιές), Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 340, 856, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 401, Πένθ. θαν. (Knös) S 332, 425, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 221, Βεντράμ., Γυν. (Knös) 51, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 262, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 257, 723, Πεντ. (Hess.) Έξ. XXII 8, Λευιτ. IV 3, V 6, 7,VII 1, 2, 5, XIX 21, Αρ. VI 12, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ε΄ 263, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ΄ [518], κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. αμαρτία. Η λ., καθώς και ο τ. αμαρτιά, και σήμ. (ΙΛ). Απαντά και επίθ. αμαρτώδης (ΝΕ 5, 1908, 277 σημ. 4).
1) α) Παράβαση του θείου νόμου, των εντολών της θρησκείας (Πβ. L‑S στη λ. 2· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): οι αμαρτίες του λαού άναψαν τον θυμόν του Θεού Μ. Χρονογρ. 357· Χαριτωμένη, ... μεσίτευγε τον Κύριον μη ιδεί τες αμαρτίες μας Σκλέντζα, Ποιήμ.1220· Τούτα ούλα επήραν τα διά τας αμαρτίας μας οι Τούρκοι Μαχ. 9810· Εδώ ’ναι η μετάνοια τες αμαρτιές να λύσουν| και να ’βρουσιν συγχώρησιν αν μόνον το θελήσουν Πένθ. θαν. N 401· δόξες να έχει ο Θεός οπὄκαμε το θάμα| κι εβγήκα από την αμαρτιά οπού ’θελα να ποίσω Κατζ. Ε΄ 263. Πβ. αμαρτεμός, αμάρτημα 1· β) (σε περιληπτική χρήση) αμαρτήματα: δεν ακαρτερούσανε βοήθειαν ... από κανέναν τόπον, μόνε από τον Θεό. Αμή η αμαρτία του λαού δεν άφηνε Χρον. σουλτ. 8024· γ) η ευθύνη για το αμάρτημα, το κρίμα: ο Θεός να ποίσει κρίσην και η αμαρτία είναι απάνω σας και απάνω των παιδίων σας Μαχ. 25212· η αμαρτί’ αυτή ας είναι στην ψυχήν σας Παλαμήδ., Βοηβ. 559· αφότου ευρίσκετον στην φυλακήν δι’ εμέναν (παραλ. 1 στ.), πάλε η αμαρτία, το μέμψιμον έρχετον εις εμέναν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7656· δ) προπατορικό αμάρτημα (Η σημασ. ήδη μτγν., Lampe, Lex. στη λ. ΙΙ Β1β): σ’ εβάπτισε, σ’ εξέπλυνεν από την αμαρτίαν,| υιόν φωτός σε έκαμεν Ιστ. Βλαχ. 1711. 2) (Μετωνυμικά) εξιλασμός, εξιλαστήριο θύμα (πβ. κριάρι αμαρτιάς Πεντ. Λευιτ. XIX 21 = «κριόν πλημμελείας» ΠΔ [Tisch.] Λευιτ. XIX 21, της αμαρτιάς Πεντ. Λευιτ.VII 1 = «του κριού του περί της πλημμελείας» ΠΔ [Tisch.] Λευιτ. VI 31, την αμαρτιά Πεντ. Λευιτ. VII 2 = «τον κριόν της πλημμελείας» ΠΔ [Tisch.] Λευιτ. VI 32, καθώς και αμαρτιά Πεντ. Λευιτ. V 6, 7, για αμαρτιά Πεντ. Αρ. VI 12· πβ. και Bauer, Wört. στη λ. 4): Εις τόπο ος να σφάξουν το ολοκαύτωμα να σφάξουν την αμαρτιά και το αίμα του να ραντίσει ιπί το θεσιαστήρι τριγύρου Πεντ. Λευιτ. VII 2· να φέρει πρόβατο νιον του χρόνου του για αμαρτιά Πεντ. Αρ. VI 12. 3) α) Αθέμιτη συμπεριφορά (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 2): αφόν μας ήφερε η αμαρτία εδώ εις τους εχτρούς μας,| εξεύρετε ότι μακρέα απέχομεν του Μορέως Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3977· β) αδικία: Ομοίως οι δύο κακόγεροι που εκρίναν την Σωσάνναν| και το δικόν τους πταίσιμον απάνω της τό βάναν.| Και είπεν ο Θεός: «Τόση αμαρτιά να γίνει μην αφήσω» Φαλιέρ., Λόγ. 221· Έναν κεφάλαιο εγράψασιν στο προβελέντζι εκείνο,| εν ῳ ήτον τρόπος αμαρτίας και άδικον μεγάλον Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8580· γ) κακή σύμπτωση, κακοτυχία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): τι είναι η αμαρτία που γένεται εις εμένα| να μη πιαστεί εκ τους άρχοντες, απέ τους κεφαλάδες| ένας ή δύο να αλλαχτεί αφέντης ο αδελφός μου; Χρον. Μορ. P 5414· ως ήλθε από αμαρτίας κι ουκ είχεν κληρονόμον (παραλ. 3 στ.), τον τόπον του εμερίσασιν κι εποίκαν δύο μερίδια Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7233· Έτυχεν της αμαρτίας και ηυρέθην εις την Άρταν| και ένι ο τόπος βαρικός και στυπτικό το κάστρο Χρον. Τόκκων 3452. 4) Παρανομία, αδίκημα: αν γένηται ότι κανείς άνθρωπος πιαστεί εις καμμίαν άσχημην αμαρτία, καθάπερ εν μοιχείᾳ Ασσίζ. 41418· ιπί παν υπόθεση αμαρτιάς, ιπί βόδι, ιπί γαδούρι, ιπί πρόβατο, ... ιπί παν χάσιμο ος να πει ότι αυτό ’ναι ετούτο ως τους κριτάδες να έρτει υπόθεση των δυών τους Πεντ. Έξ. XXII 8· διά τα πράγματα τα ριζικάρικα ουδέν ένι τίποτες κρατημένος εις την αυτήν αμαρτίαν εάν ου μη γίνεται φανερή Ασσίζ. 465. Πβ. αμάρτημα 3. 5) α) Σαρκικό αμάρτημα (Για τη σημασ. στον Αριστοτέλη, Πολιτικά βλ. Glotta 19, 1931, 219· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Θέλομε πει πως σ’ εύραμε και ας είσαι συ αιτία| με ξένον άνθρωπον ’δεπά κι εκάμνες αμαρτία Δεφ., Σωσ. 124· Τες έσυρναν δεμένες από του φόρου και έκαμναν με ταύτες στανικώς την αμαρτίαν Μ. Χρονογρ. 3416· τ’ ανδρός της κάμνει κέρατα μεγάλα σαν λαμπάδα.| Με κείνον τον Νεκταναβόν που ’τονε οκ την ’Γυπτίαν,| μ’ αυτείνον καταπιάστηκε, κάμνει την αμαρτίαν Δεφ., Λόγ. 676· β) ερωτική επιθυμία: Εις τας δέκα (ενν. του μηνός) παύει (ενν. η φλεβοτομία) την αμαρτίαν Σταφ., Ιατροσ. 14404· γ) ερωτικές σχέσεις: Απ’ όντες ήμουν κοπελιά οκτώ χρονών ή δέκα| την αμαρτιάν ηγάπησα, τους καύχους επεθύμουν Σαχλ., Αφήγ. 856. 6) Μειονέκτημα, ψεγάδι: Ριφίος ο εμορφότατος χωρίς καμιά ’μαρτία Θησ. (Schmitt) 343 ΙΙ 19α. Έκφρ. από αμαρτίας του τόπου = (πιθ.) από άσχημες συνθήκες του τόπου: Ενταύτα εσυνέβηκεν από αμαρτίας του τόπου (παραλ. 1 στ.), ο αφέντης της Καρύταινας, ο εξάκουστος εκείνος| έπεσε εις ζάλην φοβερήν, σ’ αστένειον βαρυτάτην Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7213.
άμβων- ο, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 14917, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1256 (γεν. από μετρ. αν. αμβώνος), Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 374.
Το αρχ. ουσ. άμβων. Η λ. και στο Du Cange και σήμ. (ΙΛ, λ. άμβωνας).
Το υψηλό βήμα της εκκλησίας από όπου διαβάζεται το ευαγγέλιο και γίνεται το κήρυγμα (Η σημασ. ήδη στο Σωκράτη Σχολαστικό, Migne, PG 67, 373 B· βλ. Νικήτ. Χων. (Βόνν.) Γλωσσ., καθώς και Bréhier, Le Monde byzantin Γ΄ 237 και Τσοπ., ΕΕΦΣΠΘ 8, 1960, 12): Ο πατριάρχης στάθηκεν εις άμβωνα τον μέγαν (παραλ. 1 στ.) με δώδεκα σκαλίδια εύμορφα ενδυμένα Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 374.
αμέριστος,- επίθ., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1234.
Το αρχ. επίθ. αμέριστος.
Αδιαίρετος (Η σημασ. αρχ., L‑S· για τη χρήση πβ. τα αμέριστος θεία ουσία και αμέριστος λόγος, Lampe, Lex. στη λ. Β1 και Β2): Και ταύτα δ’ εισιέναι σε (ενν. τον Κάρολον Ε΄) επί της θεοκτίστου,| λαμπράς, αγίας του Θεού Σοφίας, αμερίστου Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1234.
αμετατρέπτως,- επίρρ., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 419.
Η λ. ήδη σε Σχόλ. (L‑S).
Απαρασαλεύτως, αδιαφιλονείκητα, αναντίρρητα: δεόμενος τον καίσαραν ποιήσαι συμφωνίαν| μεθ’ εαυτού και οι αυτού δότωσαν αιωνίαν| υποταγήν και μυριάς τάλαντ’ αμετατρέπτως| και έως ου σκανδαλισθεί, αλλά πληροί κατ’ έτος Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 419.
αμιράς (I)- ο, Διγ. (Mavr.) Gr. Ι 30, 100, IV 21, Διγ. (Καλ.) Esc. 129. 205, 719, 723, 1613, 1639, Διγ. (Hess.) Esc. 7, 126, 132, 196, 340, 348, 485, 494, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 122, 173, 272, 287, 321, 465, 467, 531, 705, 716, Διγ. (Καλ.) A 53, 281, 283, 301, 314, 514, 615, 1131, 1139, 1448, 2468, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 796, 921, 1066, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 494, 879, Φλώρ. (Κριαρ.) 1088, 1311, 1584, 1593, 1602, 1610, 1682, 1816, Πανάρ. (Λαμψ.) 7022, 7611, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 1241, 1307, 1316, 1319, 1321, 1322, 1327, 1339, 1348, Ιμπ. (Κριαρ.) 649, Καναν. (PG 156) 64 C, Επιστ. Μωάμ. (Λάμπρ.) 611, Ανακάλ. (Κριαρ.) 44, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 660, 827, Μαχ. (Dawk.) 10821, 17631, 1785, 30, 18223, 18420, 18831, 2181, 28819, 29021, 6221, 6427, Ορισμ. Μαμελ. (Βόνν.) 9622, Δούκ. (Grecu) 20914, 41715, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 404, 14, 4410, 9611, 33, 9820, 1027, 11630, 12022, 15218, Θησ. (Βεν.) Z΄ [1052], Θησ. (Schmitt) 337 VII 99, Αρμούρ. (Κυριακ.) 104, Κάτης (Băn.) 79, Βουστρ. (Σάθ.) 442, Πικατ. (Κριαρ.) 284, Ιμπ. (Legr.) 722, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1222, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 8315, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31316, 31811, 33, 3295, 36613, 3687, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́ 2045, Φορτουν. (Ξανθ.) Ά́ 266, Διγ. (Lambr.) O 52, 2121· αμεράς, Διγ. (Hess.) Esc. 530.
Από το αραβ. amir ή emir (Triand., Lehnw. 148 = Τριαντ., Άπ. Ά́ 451, Χατζ., Ξέν. στοιχ., 59, Mor., Byzantinot. B́ 66· βλ. και Nissen, BZ 38, 1938, 372). Ηλ. ήδη σε παπυρ. του 7. αι. (Preisigke-Kiessling, λ. αμίρ), στο Du Cange, λ. αμέρ., και σήμ. (ΙΛ).
α) Άρχοντας, στρατηγός, διοικητής (τίτλος στρατιωτικός και πολιτικός) (βλ. BZ 38, 1938, 372 και Έρ. Βρανούση, Τα αγιολογ. κείμ. οσ. Χριστοδούλου 160 σημ. 3· πβ. και ΙΛ): Ην αμιράς των ευγενών πλουσιότατος σφόδρα Διγ. Gr. I 30· αμήν και το δερμάτι μου έχουν το οι σουλτάνοι,| οι άρχοντες, οι ευγενείς, μεγάλοι αμιράδες Διήγ. παιδ. 879· ο δε στρατάρχης ο μέγας και πάντων εκείνων αμιράς και δεσπότης έφθασεν Καναν. 64 C β) (ως θωπευτική προσφών.· πβ. αμίρισσα) = άρχοντά μου, αφέντη μου: Να ζήσεις, αμιρά μου Φορτουν. Ά́ 266. Απαντά και βυζ. επών. Αμιράς (BZ 11, 406)· πβ. και το βυζ. επών. Αμιρούτσης. Το Αμιράς (και το Αμίρισσα) και ως βαπτιστ. σήμ. (Μπούτουρα, Τα νεοελληνικά κύρια ονόματα 108-9). — Πβ. αγάς, πασάς.
αμιρικός,- επίθ., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1230.
Από το ουσ. αμιράς και την κατάλ. ‑ικός.
Που ανήκει στον αμιρά: εις την αμιρικήν αυλήν Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1230.
ανάδοχος- ο, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5475, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 709, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 33815, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 33.
Το μτγν. ουσ. ανάδοχος. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (ΙΛ).
1) Νουνός (Η σημασ. ήδη μτγν., Sophocl. στη λ. 2 και σήμ., ΙΛ. Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 53-7, 61-7): και εγώ να γενώ ανάδοχός σου εις το άγιον βάπτισμα Διγ. Άνδρ. 33815. 2) Εκείνος που υποδέχεται (Για τη σημασ. πβ. αναδέχομαι): γλυκύς, πραΰς ανάδοχος (έκδ. πραΰς, ανάδοχος· εκδ. εσφαλμ. ερμηνεύει, σ. 372, «γλυκύς, καταδεκτικός»· διορθώσ.), εις πάντας τέτοιος ήτον Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5475.
αναθυμούμαι,- Ασσίζ. (Σάθ.) 3825, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 14, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3974, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 365, 713, 1037, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [653, 694], Δ΄ [253], Θ΄ [238], Θησ. (Schmitt) 334 III 69, Ch. pop. (Pern.) 822, Σαχλ. (Vitti) N 81, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 307, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 406, 522, 555, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 219, Πεντ. (Hess.) Αρ. X 9, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 218, 1200, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 357, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Γ΄ 1387, 1392, 1731, Στάθ. (Σάθ.) Β΄ 156, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [435].
Από την πρόθ. ανά και το θυμούμαι. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ, λ. αναθυμίζω).
1) Θυμούμαι, ξαναφέρνω στο νου μου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αναθυμίζω. Βλ. και Κουκ., Αθ. 43, 1931, 75, 76, 81): να το απολησμονήσετε, να μη το αναθυμάσθε Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 1037· αναθυμώντας τον καιρόν οπού ’τον δοξασμένος Θησ. Δ΄ [253]· και διάβαζέ τα, θώριε τα κι αναθυμού κι εμένα Ερωτόκρ. Γ΄ 1387· όλοι αναθυμηθήκαμε κι εφέραμε στο νου μας| την ώρα ... Ερωφ. Á́ 357. —Συνών.: αναθιβάλλω Α2, αναπολώ, ανιστορίζω, ανιστορώ, ενθυμούμαι. 2) α) Βάζω στο νου μου (Η σημασ. και στον Πηγά, Χρυσοπ. 71): Ο πελελός στα σκοτεινά άδηλα αναθυμάται Σαχλ. N 81· και στέμματος βασιλικού βαλείν αναθυμήθη Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 218· Πβ. αθιβάλλω β· β) νοιάζομαι, ενδιαφέρομαι (για κάποιον): εμέν τον νιον, τόν τυραγνάς, δεν τον αναθυμάσαι; Ch. pop. 822. —Συνών.: φροντίζω.
ανακαινίζω,- Φυσιολ. (Legr.) 94, 96, 106, Φυσιολ. (Pitra) 35915, Φυσιολ. (Punt.) B 416, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3442, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 686, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 29, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 118, 2733, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 28, 41, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 164 μϛ΄.
Το αρχ. ανακαινίζω. Η λ. και σήμ. ως λόγ. και στον Πόντο (ΙΛ).
Ά́ Ενεργ. 1) Ανοικοδομώ (πόλη, εκκλησία, κλπ.) (Πβ. L‑S· πβ. και τας πόλεις ανακαινίσας Χρον. Μον. T 66): συγκαταβάσει του ρηγός βωμούς ανακαινίσαι Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 686. —Συνών.: ανασταίνω 2β. 2) Ιδρύω, εγκαινιάζω (εκκλησία) (Βλ. και Χατζιδ., Αθ. 21, 1909, 448): τες θείες εκκλησίες,| τες ποίες ανεκαίνισαν εν τῳ ονόματί σου Βίος αγ. Νικ. 29. 3) α1) Κάνω να αναβιώσει κάτι: Θεέ, ταύτην αφάνισον και μη την καρτερέσεις,| ότι αυτή τον Άρειον είχεν ανακαινίσει,| εχθρόν τον Μακεδόνιον τόν είχεν εξυπνήσει Ιστ. Βλαχ. 2733· α2) (προκ. για φωνή ζώων): επαναλαμβάνω: εκείνος τρεις φωνάς άλλας ανακαινίζει Φυσιολ. 94, 96, 106· β) ανανεώνω, ενισχύω (αίσθημα): Καλά εσυμβουλεύτηκε να δώσουν, να χαρίσουν| και την αγάπην προς αυτόν να την ανακαινίσουν Ιστ. Βλαχ. 118· γ) ανανεώνω (κάποιον ψυχικώς) (Βλ. και Lampe, Lex. στη λ. A· πβ. να ανακαινισθεί το ελεεινόν γένος Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 93): Ανακαίνιζε σεαυτόν λοιπόν διά της μετανοίας Φυσιολ. 35915. B΄ Μέσ. α) Ξανανιώνω, αναζωογονούμαι: αετός παρά το «αεί έτος» διά το πολλάκις ανακαινίζεσθαι Μάρκ., Βουλκ. 3442· πβ. και ανακαινώνω Β· β) ανανεώνομαι (πνευματικά) (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. Βe): ανακαινίσου ’κ των γραφών, νέκρωσον αμαρτίας Φυσιολ. 106.
ανακινώ,- Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5944, Λίβ. (Lamb.) N 372, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 597· ανακουνώ, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ́ [1387].
Το αρχ. ανακινώ. Η λ. και ο τ. της και σήμ. (ΙΛ).
Ά́ Ενεργ. (μτβ.) 1) Κινώ, μετακινώ (προκ. για κίνηση από κάτω προς επάνω) (Πβ. την αρχ. και την ήδη μεσν. σημασ., Steph., Θησ., και τη σημερ., ΙΛ, λ. ανακινώ 1): μια δέμπλα να ξεσκίσω| θέλ’ από τούτο το δεντρόν, για να μπορώ να βγάλω| ετούτο το παλλά βαρύ χαράκι το μεγάλο·| ετούτη είν’ πολλά καλή για να τ’ ανακουνήσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1387]. 2) Παρακινώ (Η σημασ. ήδη μτγν., Steph., Θησ.): Και γαρ ανακινήσασα (ενν. η Τύχη) προς την αποστασίαν| Βάρδαν Μανασσ., Χρον. 5944. B΄ Μέσ. 1) Κινούμαι (προκ. για έμψυχα, σε αντίθεση με τα άψυχα): έμψυχος ήτον, έλεγες, ζει και ανακινείται Λίβ. N 372. 2) (Προκ. για διήγηση) μεταφέρομαι από ένα θέμα σε άλλο: Ου δύναμαι καταλεπτώς ως άπειρος γραμμάτων| δημηγορείν τε και λαλείν βασιλικών πραγμάτων· και διά τούτο τα πολλά παύω κι ανακινούμαι| εις την ου Πώγωνος φυγήν· ως οίδα (έκδ. είδα· διορθώσ.) διηγούμαι Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 597.
αναλύω,- Σπαν. (Hanna) A 26, Σπαν. (Μαυρ.) P 12, Ιερακοσ. (Hercher) 33937, 40512, 48417, 49720, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 53929, 56418 ,24, Κυνοσ. (Hercher) 59617, Διγ. (Mavr.) Gr. I 333, Rechenb. 23, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15617, Πεντ. (Hess.) Δευτ. Ι 28, XX 8· αναλυώ, Βοσκοπ. (Γιάνναρη-Τωμ., Κρητικά Ι) 363· αναλώ, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Εξήγ., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 424.
Το αρχ. αναλύω· οι τ. αναλυώ και αναλώ και σήμ. (ΙΛ).
Α´ Μτβ. 1) Λειώνω, ρευστοποιώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A1α): χρυσάφι, ασήμιν ... τά έβαλαν εις το πυρ και τα εχώνευσαν ... Και ωσάν ανάλυσαν καλά τα επήραν οι τεχνίτες και τα έχυσαν εις καλούπιν Διήγ. Αγ. Σοφ. 15617· αλός αμμωνιακού μετά πυέλου αναλυθέντος εξ αυτού τον οφθαλμόν επίχριε Ιερακοσ. 40512. Πβ. αναλιγώνω Α1, αναλώνω 5. 2) Διαλύω, καταστρέφω (Πβ. ΙΛ στη λ. A1ε και αναλύω (κάποιον) = διαλύω τον «κατάδεσμο» που τον δεσμεύει, Κουκ., ΒΒΠ ϛ΄ 229): πυρ και φλογίζει κι αναλεί τα τείχη Γολετταίων Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 424. B’ Αμτβ. 1) Διαλύομαι, ρευστοποιούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. B1· η σημασ. «πεθαίνω» συχνή σε αγιολογικά κείμενα, Σπυριδ., ΕΕΒΣ 20, 1950, 101 και Beševl., Spätlat. Inschr. 2244, 2265‑6· πβ. και ΙΛ στη λ. B2): Σαν το κερί ανάλυε όνταν άφτει Βοσκοπ. 363. —Συνών.: αναλιγώνω Β1. 2) (Μεταφ.) λειώνω, εξουθενώνω (Πβ. ΙΛ στη λ. AϚ): Ανέλυσέ μ’ η φλόγωσις των πολυστεναγμάτων| και ’γάλιν ’γάλιν χύνομαι, λύομαι, υπαγαίνω Σπαν. (Hanna) A 26. Φρ. αναλύω την καρδιά (κάποιου) (πβ. ίνα μη δειλιάνει την καρδιάν του αδελφού ΠΔ,Tisch., Δευτ. XX 8) = αποθαρρύνω κάποιον, τον κάνω να δειλιάσει: τις ο ανήρ οπού φουβάται και αχαμνός καρδιάς; ας πάει και ας στραφεί εις το σπίτι του και να μην αναλύσει την καρδιά των αδελφιών του σαν την καρδιά του Πεντ. Δευτ. XX 8.
ανάλωσις ‑ση- η, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 50, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 14, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 432, 700, 816, 1091, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 48, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 9412.
Το αρχ. ουσ. άλωσις με επίδρ. του αναλώνω.
1) Άλωση: η ανάλωσις της ελεεινής Πόλης Χρον. σουλτ. 9412· ήκουσαν την ανάλωσιν της Αθήνας και έπεσαν εις λογισμόν μέγαν Διήγ. Αλ. V 50· μετά την ανάλωσιν ως πρέπει να τριομφάρεις Κορων., Μπούας 14. 2) Αναταραχή, ανακατωσούρα: Αλλ’ ο καθόλου στεναγμός ανάλωσης παντοίας| και φλόγα και περίστασις άπειρα της καρδίας Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1091· ην γαρ τοσαύτη ταραχή και θόρυβος και ζάλη| και τρικυμία και φθορά και ανάλωσις μεγάλη| ότ’ ο λαός ...| μέχρι της ακροπόλεως ενέδραμον την θύραν Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 432. — Πβ. αναβουβάριασμα, ανακατωσιά, ανακάτωσις -ση 2, αναλοχή, αναμιγή.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- ο, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1238, Αχέλ. (Pern.) 1811, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1408, 1652, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1768, 1769, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 69.