Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 25 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Απόκοπ. (Παναγ.)

  • αύριο(ν), 
    επίρρ., Σπαν. O 93, Προδρ., Κατομυομ. 178, Προδρ. III 216 ee (χφ. g) (κριτ. υπ.), Διγ. Z 2020, Βέλθ. 525, Ερμον. Α 44 (της αυρίου), 165 (της αυρίου), Μ 159 (της αυρίου), 175 (της αυρίου), Τ 162 (της αυρίου), Χρον. Μορ. H 1479 (της αυρίου), 1711 (της αυρίου), 4669 (της αυρίου), 4863, 5469, 6436 (της αυρίου), 8896 (της αυρίου), Σφρ., Χρον. μ. 8031, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 194, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15412, Κυπρ. ερωτ. 9261, Έκθ. χρον. 1413, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 213, Ψευδο-Σφρ. 40819, Δεφ., Λόγ. 101, Πεντ. Γέν. XIX 34 (της αυρίου), Έξ. IX 6 (της αύριο), Αρ. XI 32 (της αύριον), XXXIII 3 (της αύριου), Ιστ. πατρ. 1162, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 401, 456, Ιστ. Βλαχ. 1187· αύρι, Μαχ. 25220, 2563, 56622, Βουστρ. 435, 472, 533, Σαχλ. N 262, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 345, Σαχλ., Αφήγ. 735. Απόκοπ. (Παναγ.) 520.
    Το αρχ. επίρρ. αύριον. Για τον τ. αύρι βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 249. Για το συγγ. τ. εφαύριν βλ. Καψ., ΛΔ 1, 1939, 60. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Την επομένη ημέρα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): είτι μου μείνει κρύβω το αύριο πάλι να ’χω Γαδ. διήγ. (Wagn.) 194· τον ένα να ’χει σήμερον, τον άλλον να ’χει αύρι Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 345. Εκφρ. (1) επί την αύριον, επί της αυρίου, επί της αύριον, από της αύριον, από της αύριο = την επαύριο (Πβ. L‑S στη λ. III): επί την αύριον υπάν ορθά εις το Βλιζίρι Χρον. Μορ. H 4863· εκεί στον παραπόταμο εμείναν την εσπέραν,| επί της αυρίου εκίνησαν κι ήλθαν στην Λιοδώραν Χρον. Μορ. H 4669· από της αύριου του Πάσχα εβγήκαν παιδιά του Ισραέλ Πεντ. Αρ. ΧΧΧΙΙΙ 3· (2) με τ’ αύριον, με το σήμερον ή με σήμερον, με αύριον = με τον καιρό, στο μεταξύ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): με τ’ αύριον, με το σήμερον τίβοτες να κερδίσει Δεφ., Λόγ. 101· με σήμερον, με αύριον ως να περάσ’ η ώρα Ιστ. Βλαχ. 1187. Bλ. και μέσος. 2) Προσεχώς, σύντομα (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I2 και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Λευτέρωσέ με μέναν| και χάρου τον καιρό σου,| γιατί αύριον γερανίσκεις Κυπρ. ερωτ. 9261. Bλ. και γοργά, ταχιά.
       
  • γιαδαύτος,  
    επίρρ., Πανώρ. Α΄ 439, Δ΄ 20· γιαδαύτο, Δεφ., Σωσ. 192, Τριβ., Ρε 347· γιαταύτος, Ιμπ. (Legr.) 396, 402, Απόκοπ. (Παναγ.) 529, Στάθ. (Θέατρο) Πρόλ. 35, Α΄ 53, Πανώρ. Δ΄ 150, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 149, Γ΄ 433, 648, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1471, 2238, 4639· γιαταύτου, Κυπρ. ερωτ. 244, 795, 9433, 9615· διαταυτόν, Σπαν. A 573· διαταύτος, Λίμπον. 234.
    Από την πρόθ. για και το ουδ. δαύτο της αντων. δαύτος. Το ς αναλογ. με άλλα επιρρ.
    Γι’ αυτό το λόγο: διαταύτος όλοι οι προεστοί και οι γέροντες ακόμη| πρώτον τον εψηφίσασι Λίμπον. 234· γιαταύτος ήρθα και θωρώ πως θενα μασε πέψει Στάθ. (Θέατρο) Α΄ 53.
       
  • δίδω, 
    Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 812, Hist. imp. Β́ 94, Ασσίζ. 877, 26223, Διγ. (Trapp) Gr. 859, Διγ. Esc. 703, Βέλθ. 1032, Χρον. Μορ. H 1772, 3028, Χρον. Μορ. P 3198, Βίος Αλ. 4149, Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 1414, Διήγ. Βελ. 397, Ιμπ. 485, 536, 788, Φυσιολ. (Legr.) 1061, Βεν. 81, Παρασπ., Βάρν. C 457, Δούκ. 2134, Ch. pop. 844, Χούμνου, Κοσμογ. 606, Γεωργηλ., Θαν. 601, Γεωργηλ., Βελ. 152, 227, Ριμ. Απολλων. (Αλεξ. Στ., Κρ. Ανθολ. 57), Κορων., Μπούας 61, 84, Πεντ. Δευτ. XI 26, Αχέλ. 1578, Χρον. σουλτ. 12019, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 460, Πανώρ. Ά́ 207, 321, Γ́ 184, Ερωφ. Β́ 376, Κώδ. Χρονογρ. 49, Χίκα, Μονωδ. 69, Σουμμ., Ρεμπελ. 166, 168, Ερωτόκρ. Ά́ 121, 532, Β́ 48, 761, 1397, 1496, 2415, Γ́ 240, 1315, Δ́ 243, 353, Έ́ 1513, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 287, Έ́ 189, Ζήν. Γ́ 321, Έ́ 31, Καλούδ., Προσκυν. πϛ́, Μαρκάδ. 119, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2815, 2863, 34017, 4582, Αγαπ., Γεωπον. 158, κ.π.α.· διδώ, Προδρ. III 338, Ασσίζ. 4927, 1579, 19710, 3375, 4653, Ελλην. νόμ. 5215, 5344, Μαχ. 8623, 11019, 18435, 24230, 2587, 27616, 32420, 32839, 43622, 56213, 6084, 6461, Αλφ. 1093, Κυπρ. ερωτ. 119, 141, 547, 6910, 826, 10538, 12725· δίνω, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15628, Πεντ. Λευιτ. XXIII 10, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 42, Πανώρ. Β́ 492, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. ά́ [25], Β́ [1031], Δ́ [1434], Έ́ [291, 863, 1662], Χορ. έ́ [18], Ζήν. Έ́ 89, Διγ. O 957, Διακρούσ. 8324, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14210, 22619, 2688· διώ(;) Μαχ. 7816 (παρατ. εδούσαν)· δούδω, Πανώρ. Ά́ 160, 458, Ζήν. Β́ 28· εδίδω; Σπαν. (Λάμπρ.) Va 536, Κορων., Μπούας 16· αόρ. (ε)δόθην και (ε)δόθηκα, Ασσίζ. 11520, 38414, Διγ. Z 1977, Χρον. Μορ. H 1444, Χρον. Τόκκων 3901, Μαχ. 67220, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 170, Πεντ. Γέν. XXXVIII 14, Λευιτ. X 14, Θρ. Κύπρ. M 140, Αλφ. 1090, Πανώρ. Β́́ 307, Γ́ 115, 127, Ερωφ. Ιντ. β́ 7, Παλαμήδ., Βοηβ. 138, 259, 449, Ερωτόκρ. Ά́ 199, 518, Γ́ 709, Βακτ. αρχιερ. 174, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [486], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 313, Τζάνε, Κρ. πόλ. 30120, 46916, 57711, κ.α.· αόρ. (έ)δωκα και (ή)δωκα, Τρωικά 5243, Λόγ. παρηγ. L 557, Λόγ. παρηγ. O 723, Ασσίζ. 926, 44815, Διγ. (Trapp) Gr. 279, Διγ. Z 83, 88, 525, Διγ. (Trapp) Esc. 1138, Πόλ. Τρωάδ. (Πολ. Λ.) 80, Χρον. Μορ. H 2419, Χρον. Μορ. P 99, 1708, Ερωτοπ. 67, Απολλών. (Wagn.) 642, Αχιλλ. L 186, 975, Αχιλλ. O 306, Ιμπ. 416, Χρον. Τόκκων 1532, Μαχ. 142, 8824, 9437, 17217, 22621, 42432, 42817, 52216, 6386, 11, Δούκ. 35321, Αρμούρ. 28, Βουστρ. 434, Κορων., Μπούας 5, 49, 86, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 221, Βεντράμ., Γυν. 162, Δεφ., Λόγ. 5 (υποτ. αορ. δώκω), Πεντ. Δευτ. XXVI 6, Αχέλ. 2080, Ιστ. πατρ. 9514, Αλφ. (Μπουμπ.) II 31 (υποτ. αορ. δώκω), Π. Ν. Διαθ. φ. 335β, 26, Δωρ. Μον. XXXVII, Κυπρ. ερωτ. 712, Πανώρ. Γ́ 208, 468, Ψευδο-Δωρ., Διον. Β′ 152, Ιστ. Βλαχ. 208, Διγ. Άνδρ. 3368 (υποτ. αορ. δώκω), 35815, 35911, Ερωτόκρ. Ά́982, 1547, Β́́ 2013, Γ́ 1361, Δ́ 292, Έ́ 1427, Διγ. O 483, 1261 και 2531 (υποτ. αορ. δώκω), Τζάνε, Κρ. πόλ. 1744, 1768, 2384, 2774, 30421, 33917, 42425, 52115, 56026, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 441· αόρ. έδωσα και ήδωσα, Σπαν. O 132, Προδρ. III 141, 168, Ασσίζ. 2628, 1051, 49128, Ελλην. νόμ. 5568, 5636, Διγ. (Trapp) Gr. 1671, Διγ. A 1000, Χρον. Μορ. H 5226, 7005, Λίβ. P 2188, Λίβ. Esc. 2926, Αχιλλ. L 203, 1141, Αχιλλ. N 1194, Rechenb. 74, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 17, Αργυρ., Βάρν. K 440, Μαχ. 25416, 36214, 4902, 6544, Χούμνου, Κοσμογ. 604, Νεκρ. βασιλ. 93, Γεωργηλ., Βελ. 734, Ριμ. Βελ. 518, Γαδ. διήγ. 458, Σκλάβ. 249, Κορων., Μπούας 121, 141, Πεντ. Γέν. XXXVIII 28, Έξ. XXI 22, Λευιτ. XVII 10, XX 15, XXIV 19, XXVI 19, 30, Δευτ. XIV 25, XV 10, 17, XVII 15, XXVIII 1, 13, 67, ΧΧΧΙΙ 3, Αχέλ. 39, 60, 845, Αιτωλ., Μύθ. 182, Θρ. Κύπρ. M 534, 775, Ιστ. πατρ. 9518, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 444, Κυπρ. ερωτ. 917, Πανώρ. Ά́ 384, Γ́ 186, 420, 645, Έ 113, 402, Ερωφ. Β́ 493, Δ́ 344, Έ́ 164, Ιστ. Βλαχ. 1231, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, 165, 172, 175, 180, Διγ. Άνδρ. 35417, Ερωτόκρ. Β́ 820, 1385, 1632, 2382, Γ́ 258, 806, 1068, 1316, 1453, Δ́ 129, 598, 978, Θυσ.2 272, 807, Στάθ. Β́ 207, 232, Ιντ. β́ 131, Ροδολ. Ά́ [491], Διήγ. ωραιότ. 392, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [554], Έ́ [1178], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 121, 180, 470, Έ́ 411, Ζήν. Ά́ 46, 249, Β́ 8, 87, 199, Λεηλ. Παροικ. 213, Διγ. O 32, Διακρούσ. 763, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13529, 14928, 20519, 21618, 24514, 28228, 31616, 3582, 39212, 42125, 47518, 56126· μτχ. δομένος, Ασσίζ. 4531, 2945, Μαχ. 53437, Κυπρ. ερωτ. 256, 9327, 10019, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 779, Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών λδ́· μτχ. δοσμένος, Ριμ. κόρ. 627, Κορων., Μπούας 41, Δεφ., Λόγ. 354, Περί γέρ. 157, Αχέλ. 1271, Θρ. Κύπρ. K 712, Πανώρ. Δ́ 9, Έ́ 260, Ερωφ. Έ́ 44, Παλαμήδ., Βοηβ. 240, 1156, Ιστ. Βλαχ. 639, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 1, Ιντ. ά́ 3, Διακρούσ. 10818.
    Το αρχ. δίδωμι (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 309). Για τη λ. βλ. και Sophocl. Για τους τ. διδώ, δίνω, δούδω βλ. αντιστοίχως Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 287, 308 και Αθ. 24, 1912, 22. Η λ. και σήμ. στον τ. δίνω. Το δίδω και σήμ. στην Κρήτη και Κύπρο (Andr., Lex.). Ο τ. δούδω και σήμ. στην Κρήτη (Κοντοσόπ., Γλωσσογεωγρ. κρητ. 75, 79, 80).—Για τον τ. δάται (γ́ πρόσ. ενεστ. μέσ.;) βλ. Pitsillidès [Κυπρ. ερωτ. σ. 129 σημ.].
    I. (Ενεργ.) Α´ (Μτβ.) 1) (Με αντικ. που δηλώνει πρόσ. ή πράγμα) δίνω στο χέρι, δίνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δίνω 1. Βλ. και L‑S, λ. δίδωμι Ι4): Εβγάνει το εγκόλπιον και δίδει το την κόρην Ιμπ. 536· τση καρδιάς τση τα κλειδιά να δώσει Ερωφ. Β́ 493· εδώκαν τας γραφάς του πάπα εις τας χείρας του ρε Πιέρ Μαχ. 9437· (με σύστ. αντικ.): δοσμό να δώσεις Πεντ. Δευτ. XV 10· φρ. δίδω χέρι = απλώνω το χέρι μου: ήτον όνταν εγέννησεν και έδωσεν χέρι Πεντ. Γέν. XXXVIII 28· φρ. δίνω και παίρνω = πολεμώ (Βλ. Πρωίας Λεξ.): Πολλάκις με παρότρυνε ο λογισμός να ποιήσω,| να έμπω εις την μέσην και να εβγώ, να δώσω και να επάρω Προδρ. III 168· ήρχοντα εις τον πόλεμον κι εδίδασι κι επαίρναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2863. 2) α) Παρέχω, χαρίζω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δίδω 1· βλ. και L‑S, λ. δίδωμι I1): Ποτέ ’δειξεν στον κόσμον τόσον κάλλος,| όσον έδωκεν στην κυράμ μου η φύση Κυπρ. ερωτ. 712· εγώ απ’ τη σήμερο κι ομπρός το έχει μου του δίδω Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 189· ο Θεός να του δώσει ζωήν Μαχ. 4902· Ευχαριστώ του ριζικού, που σου ’δωκ’ έτοια γνώμη Ερωτόκρ. Έ́ 1427· Για τούτο είδεν ο Θεός τον περισσό τους πόνον| και ήδωσεν στην ρήγισσα και πάλιν άλλον γόνον Διγ. O 32· Ο ρήγας επήγεν και επροσκύνησεν εις τα μοναστήρια και έδωκεν εις πασαέναν διά την ψυχήν του Μαχ. 22621· φρ. δίδω χάρισμαν = χαρίζω: «Εγώ να δώσω χάρισμαν εδώ να με θυμούνται» Αχιλλ. N 1194· β) παρέχω (ως προίκα) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δίνω 6): Περί προικός αδότου, οπού δεν έφθασε να δοθεί και απέθανεν ο ανήρ Βακτ. αρχιερ. 174· γ) προσφέρω στο Θεό (Βλ. και L‑S, λ. δίδωμι I3): Να σφάξει βόδια εκατόν και τον Θεόν να δώσει Αιτωλ., Μύθ. 182· δ) αφιερώνω (στίχους ή συγγραφή): με πολλήν ταπείνωσιν τους στίχους μου σου δίνω Τζάνε, Κρ. πόλ. 14210. 3) Κληροδοτώ (Βλ. και Preisigke-Kiessling, λ. δίδωμι 9): Περί εκείνου οπού δίδει εις την διαθήκην του κανέναν πράμαν απέ τα αγαθά της γεναίκας του Ασσίζ. 26223. 4) α) Πληρώνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δίνω 3): δω μας τα άσπρα οπού μας χρεωστάς Σουμμ., Ρεμπελ. 175· επροσκύνησαν να δίδουν χαράτσιον Κώδ. Χρονογρ. 49· τά εβγάνου έξω της χώρας να δώσουν δικαίωμαν το δ́ τό αξάζουν Ασσίζ. 49128· β) τιμωρώ: ότι να δικαστούν αθρώποι και να σπρώξουν γεναίκα γκαστρωμένη και να έβγουν τα παιδιά της και να μη είναι κίντυνος, ζημιωμό να ζημιωθεί καθώς να βάλει απάνου του ο νοικοκύρης της γεναικός και να δώσει με τους κριτάδες Πεντ. Έξ. XXI 22· φρ. δίδω το κοινόν χρέος = πεθαίνω: όμως ως άνθρωπος και αυτός έδωκε το κοινόν χρέος, τον θάνατον Ιστ. πατρ. 9514. 5) α) Παραχωρώ (πρόσ. για μια υπηρεσία) (Βλ. και Lampe, Lex., λ. δίδωμι 7): Τρεις βάιες την εδώκασιν να είναι μετ’ εκείνην Διγ. Z 83· πρόβοδον μ’ εδώκασιν την στράταν να με ορτώσει Λόγ. παρηγ. O 723· β) παραχωρώ (από εύνοια): «Ευχαριστώ τους έρωτας, καλόν άνδρα μ’ εδώκαν …» Διγ. (Trapp) Esc. 1138· Απού τη φύση εδόθηκε να σμίγωμεν ομάδι Πανώρ. Γ́ 127· Πούρι τ’ αθρώπου δόθηκε κι είναι το φυσικό ντου Ερωτόκρ. Ά́ 199· Τούτο εδόθη σ’ όλους μας: ό,τι κι αν πεθυμούμε,| μ’ όλον οπού ’ναι δύσκολο, εύκολο το κρατούμε Ερωτόκρ. Γ́ 709· γ) παραχωρώ (περιοχή): αυθέντην τον εκάμασι, την Άρταν του εδώκαν Κορων., Μπούας 5· δ) παραχωρώ (άντρες, στρατεύματα, πλοία, κλπ., για ένα έργο) (Πβ. Δημητράκ., λ. δίδω 4): Τριακοσίους Σαρακηνούς, γέροντας ατζουπάδας| έδωκεν να φυλάττωσιν τριγύροθεν τες πόρτες Διγ. Z 88· εδώκασίν του κάτεργα, να πάγει να τους πιάσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 2384. 6) α) Παραδίδω (πρόσ. ή την ψυχή μου στη διάκριση προσ. ή φαινομένου): Για να με δώσεις τση φωτιάς μ’ ενέθρεφες γονή μου …; Θυσ.2 807· εδώκαν τες αγίες τους ψυχές εις τας χείρας του Θεού του ζώντος Μαχ. 63811· φρ. δίδω την ψυχήν = πεθαίνω: προτού να δώσω την ψυχήν να βγω από τα βάρη Θρ. Κύπρ. M 534· β) παραδίδω (κατά τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων): έδωκαν την περίφημη Κρήτην κι αγάπη εγίνη Τζάνε, Κρ. πόλ. 56026· το κάστρον εζητήσασιν κι εκείνοι ουδέν το δίδουν Χρον. Μορ. H 1772. 7) α) (Με αντικ. συν. αφηρημένο ουσ.) παρέχω (Βλ. και L‑S, λ. δίδωμι I2): Τα νέφελα τσ’ εδίδασι σκιανιό και δροσεράδα Πανώρ. Ά́ 321· «Κειν’ η φωτιά που μου ’φεγγε, μπλιό λάψη δε μου δίδει …» Ερωτόκρ. Β́ 761· Άκων και μη βουλόμενος έδωκ’ ελευθερίαν| του ευγενούς Μερκούριου Κορων., Μπούας 86· για αφεντάδες ακριβούς όλους σασε κρατούμε,| για την καλήν ακρόαση οπού ’χετε μας δώσει| σε τούτη μας την κωμωδιά Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 411· ουκ έδωκεν ανάπαυσιν τοις Ρωμαίοις τῃ νυκτί εκείνῃ Δούκ. 35321· να μας δώσεις καθαρά της σωτηρίας τον δρόμον Σκλάβ. 249· απολογιά της ήδωκε με χείλη πικραμένα Ερωτόκρ. Ά́ 982· βουλήν επήραν ενομού κι απόκρισιν του δίδουν Χρον. Μορ. P 3198· δώσε μου παρηγοριά να βλέπω το φεγγάρι Τζάνε, Κρ. πόλ. 56126· ούτε φίλημα μ’ έδωκεν, ούτε τινά λαλίαν Διγ. (Trapp) Gr. 279· β) (μαθημ.) δίνω ως εξαγόμενο: τότε διά της μεθόδου των τριών να λέγεις ότι, εάν τα αβ́ δίδουν γή, τα βέ τι θέλουν δώσει; Rechenb. 74· φρ. δίδω αναπνιά, βλ. αναπνιά Α φρ.· φρ. δίδω απάνου μου = βάζω απάνω μου κάπ., υποτάσσομαι σε κάπ.: να μη μπορέσεις να δώσεις απάνου σου ανήρ ξένος Πεντ. Δευτ. XVII 15· φρ. (προκ. για ιερέα) δίδω απόλυση = τελειώνω τη θεία λειτουργία: Εμείναμεν στις εκκλησίες ήως να ξημερώσει| και τον παπά ενεμέναμεν απόλυση να δώσει Διήγ. ωραιότ. 392· φρ. δίδω (απο)χαιρετισμόν = (απο)χαιρετώ: Τότες αποχαιρετισμόν ο αμιράς τως δίνει Διγ. O 957· απήτις τον χαιρετισμόν έδωκε πληρωμένο Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 221· φρ. δίδω τ’ αφτιά (μου) σε κ. = προσέχω κ., προσέχω τα λόγια κάπ.: να δώσεις εις τους στίχους μου τους ταπεινούς τ’ αφτιά σου Αχέλ. 60· φρ. δίδω βουλήν = (1) συμβουλεύω: όλοι βουλή μ’ εδώκασιν να σε απολησμονήσω Ερωτοπ. 67· (2) συσκέπτομαι, συζητώ: εδίδασιν βουλήν τί πράξει το φουσάτον Διήγ. Βελ. 397· τότε δίδουν την βουλήν το πού να παν να κλέψουν Βεν. 81· (3) αποφασίζω: Δίδου βουλή να κράξουσι ζιμιό την Αρετούσα Ερωτόκρ. Δ́ 243· Εν τούτῳ εδόθη η βουλή στην Κόρινθον να απέλθουν Χρον. Μορ. H 1444· φρ. δίδω γνώσιν (σε κάπ. για κ.) = συνιστώ: θέλουν με νοήσει και θέλω τους δώσει γνώσιν να φυλαχθούσιν Διγ. Άνδρ. 35417· φρ. δίδω δακτυλίδι = αρραβωνιάζομαι: Κερά μου, ν’ αρραβωνιαστείς, να δώσεις δαχτυλίδι Ερωτόκρ. Γ́ 1316· φρ. δίδω διαλαλημόν = διακηρύσσω: στη στράτα τον διαλαλημόν έγραψε για να δώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 39212· φρ. δίδω δύναμιν = ενδυναμώνω, ενθαρρύνω: ο αποκρισιάρης έδιδε τον Βούλγαρην δύναμιν και έτασσέ τον να τον δώσει πολλά πράγματα Hist. imp. B́ 94· φρ. δίδω έξω = εκδίδω, δημοσιεύω (Η σημασ. στο Somav.): στας δέκα του Μαγιού ’δωσεν έξω τα ’δώ γραμμένα Αχέλ. 39· φρ. δίδομαι έξωθεν = δημοσιεύομαι: Εις χίλια πεντακόσια και θήτα εξετυπώθη (ενν. η ρίμα)| εις μήνα τον Δεκέμβριον και έξωθεν εδόθη Απόκοπ. (Παναγ.) 566· φρ. δίδω έπαινος (σε κάπ.) = επαινώ: είντα έπαινος του δώκασι όλοι μικροί μεγάλοι Ερωτόκρ. Δ́ 292· φρ. δίδω έργον = συμβάλλω, ενισχύω για κ.: Τον Ιωάννην έστειλεν Καρδόνας με κατέργων| τεσσάρων την συντροφιά, διά να δώσει έργον Αχέλ. 845· φρ. δίδω ερμηνείαν = καθοδηγώ: ως είδεν ο δημιουργός την τόσην προθυμίαν,| άγγελον έπεμψε σ’ αυτόν, δίδει του ορμηνείαν Χούμνου, Κοσμογ. 606· φρ. δίδω ζωήν στο θάνατο = θυσιάζω τη ζωή μου: την ζωήν οπ’ είχασι στον θάνατον να δώσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 28228· φρ. δίδω ζωήν = σώζω: εσύ, μητέρα μας γλυκειά (ενν. η Παναγία), ευρέθης ο γιατρός μας και τη ζωή μας έδωκες κι ευρέθης ο σωσμός μας Π. Ν. Διαθ. φ. 335β, 26· φρ. δίδω ζωήν (σε κάπ.) = προβλέπω παράταση ζωής: ουδετινάς δεν του έδιδε ζωήν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 460· φρ. δίδω θέλημα, θέληση = συγκατανεύω: ωσάν του ’δωκα θέλημα, στην πρύμη ανεβαίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 30421· φρ. δίδω καρδίαν = εγκαρδιώνω, ενθαρρύνω: Αληθινά εμπλάσαμεν την Πέφτην του Σφόρτζα, ο ποιος εκαυχίστην και επίασεν καμπόσους Σαρακηνούς διά να δώσει καρδίαν του λαού Μαχ. 6544· φρ. δίδω σε λάμψη = δίνω στο φως, δημοσιεύω: Ουδέ ποτέ δεν έπρεπεν σε λάμψην να το δώσω,| μα να το χώσω χαμηλά, να μην το φανερώσω Τζάνε, Κρ. πόλ. 13529· φρ. δίδω λόγον = (1) απολογούμαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2 ): Πες μου, στον φοβερόν κριτήν τι λόγο θέλεις δώκεις Αλφ. (Μπουμπ.) II 31· (2) ανακοινώνω: να δώσουν λόγον της μητρός πως ήλθεν ο υιός της Διγ. A 1000· (3) υπόσχομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δίνω 9): δώσετε λόγο πως κανείς δε θέλω να τους βλάψει Στάθ. Ιντ. β́ 131· φρ. δίδω λαλιάν, λόγον, μιλιά, συντυχίαν, φωνήν = μιλώ: οι άρχοντες εσίγησαν, κανείς λόγον ου δίδει Γεωργηλ., Βελ. 152· ούτε μιλιά δεν έδωκε, μα εβγήκε η ψυχή του Τζάνε, Κρ. πόλ. 2774· ο δε φωνήν ουκ έδωκεν, ακρόασις ουκ ήτον Απολλών. (Wagn.) 642· φρ. δίδω λόγον καλόν ή δυο λόγια μερωμένα = μιλώ με ευγένεια: Μηδ’ αποκρούσεις τον πτωχόν, δώσ’ τον καλόν τον λόγον Σπαν. O 132· εσύ ποτέ δεν του ’δωκες δυο λόγια μερωμένα Πανώρ. Γ́ 208· φρ. δίδω λόγον φοβερόν = δίδω αυστηρή διαταγή: λόγος εδόθη φοβερός ταχέως να πηγαίνουν Διγ. Z 1977· φρ. δίδω όρκον = ορκίζομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2. Βλ. και L‑S, λ. δίδωμι I5): ευτύς όρκον τους έδωκαν, ο πόλεμος επαύτη Χρον. Μορ. P 1708· φρ. δίδω μακάριον = μακαρίζω: δίδω μακάριον τους παλαιούς που ζήσαν μ’ άλλην τάξιν Γεωργηλ., Θαν. 601· φρ. δίδω το μικρόν μήνυμα = ανακοινώνω (ως αρχιεπίσκοπος) στον υποψήφιο την εκλογή του ως επισκόπου μετά τη σχετική συνεδρία: δώσαντες αυτού το μικρόν μήνυμα και το μέγα, εχειροτόνησεν αυτόν ο Ηρακλείας Ιστ. πατρ. 9518· φρ. δίδω το μέγα μήνυμα = επιβεβαιώνω (ως εκλέκτορας) κατά τη διάρκεια ειδικής ακολουθίας την εκλογή επισκόπου: δώσαντες αυτού το μικρόν μήνυμα και το μέγα, εχειροτόνησεν αυτόν ο Ηρακλείας Ιστ. πατρ. 9518· φρ. δίδω νίκην = νικώ: Να δώσει νίκην ως πιστός δούλος της αυθεντίας Κορων., Μπούας 121· φρ. δίδω τη νιότη μου = θυσιάζω, σπαταλώ τη νιότη μου· (από άποψη ευρωστίας) καταρρέω: Τη νιότη ντου ’διδε ζιμιό κι επλήθαιν’ ο καημός του·| τό ξέτρεχε για γιατρικό, ήτον αντίδικός του Ερωτόκρ. Ά́ 121· φρ. δίδω νώτα σε κάπ. = τρέπομαι σε φυγή μπροστά σε κάπ.: πάνυ φοβηθέντες νώτα δεδώκασιν ημίν φυγόντες παραυτίκα Βίος Αλ. 4149· φρ. δίδω πάθη = τιμωρώ: Πολλές φορές ερώτηξεν ο κύρης μου να μάθει| ο κλέφτης πού να βρίσκεται, για να του δώσει πάθη Ερωτόκρ. Β́ 820· φρ. δίδω μαρτύριον (σε κάπ.) = βασανίζω κάπ.: έτσι τον πιάνει και δίδει του μαρτύριον διά να ομολογήσει τις τον έβαλεν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 319v· φρ. δίδω πίστιν = εμπιστεύομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): ωσάν θεόν αληθινόν, σ’ αυτόν να δώσει πίστιν Χούμνου, Κοσμογ. 604· φρ. δίδω το πλάγιασμα = συνευρίσκομαι: ανήρ ος να δώσει το πλάγιασμά του εις χτήνο θανατωμό να θανατωθεί και το χτήνο να σκοτώσετε Πεντ. Λευιτ. XX 15· φρ. δίδω πλέρωμα σε κ. = ανταμείβω για κ.: πάγω να τελειώσω| τα πάθη μου και πλέρωμα ’ς τσι κόπους μου να δώσω Πανώρ. Έ́ 402· φρ. δίδω πλερωμή = τιμωρώ: της απονιάς του εις τ’ άκταφα την πλερωμή να δώσει Ζήν. Ά́ 46· φρ. δίδω πνοή = ζωογονώ: τ’ αμμάτια που του δίδουσι πνοή και τονε ζούσι Ερωτόκρ. Β́ 48· φρ. δίδω το πρόσωπό μου = (1) στρέφω το πρόσωπό μου, κατευθύνω το βλέμμα μου: να δώσω τα πρόσωπά μου εις την ψυχή οπού τρώει το αίμα Πεντ. Λευιτ. XVII 10· (2) παρουσιάζομαι και δηλώνω τ’ όνομά μου: έδωκαν τα πρόσωπά τους και είπασιν την ατιμίαν Τρωικά 5243· φρ. δίδω πρόσωπο = αντιμετωπίζω (προκ. για εχθρό): διότι εις καιρόν οπού ήθελαν έλθει οι εχθροί να είμεσθε έτοιμοι να τους δώσομε πρόσωπο και να τους πολεμήσομε, ως πρέπει Σουμμ., Ρεμπελ. 158· φρ. δίδω στράτα σε κάπ. ή σε κ. = οδηγώ κάπ. ή κ., κατευθύνω: να ορίσεις να μας δώσουσιν στράταν διά να υπάμεν Χρον. Μορ. H 5226· τούτη τη στράταν έδωκε σήμερο των ποδιώ σου Πανώρ. Γ́ 468· φρ. δίδω συμβούλιο = συγκροτώ, κάνω συμβούλιο: τες γραφές σαν είδασι, συμβούλιον εδόθη Τζάνε, Κρ. πόλ. 46916· φρ. δίδω τόπον = (1) παραχωρώ θέση (Βλ. Conomis Ν., Glotta 47, 1969, 214): όλοι της προσεγέρθησαν και δίδουσίν της τόπον Ριμ. Απολλων. (Αλεξ. Στ., Κρ. Ανθολ. 57)· (2) παραμερίζω: Μα βλέπω πως ο βασιλιάς έρχεται και ας δώσω| τόπο Ζήν. Ά́ 249· (3) υποχωρώ (Η σημασ. και στο Βλάχ., λ. δίδω τόπον και σήμ., Δημητράκ., λ. δίνω 9): διά τούτον φαίνεταί μου να δώσεις τόπον τους κακούς Μαχ. 25416· (4) εξαφανίζομαι: ώστε όπου η χλώρη στην πυρά χαθεί και τόπο δώσει Στάθ. Β́ 207· φρ. δίδω τόπον της οργής = συγκρατώ την οργή μου (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δίνω 9): Δώσ’ τόπο, αύγουστε, τσ’ οργής κι άφησε τά λογιάζεις Ζήν. Β́ 199· φρ. δίδω υποταγήν = υποτάσσομαι: Ο πρεβεδούρος βλέποντας την άπρεπην τάξιν του λαού ετούτου και την ολίγην υποταγήν οπού έδιδε εις αυθεντικές ορδινίες Σουμμ., Ρεμπελ. 166· φρ. δίδω χάρη = ευνοώ: Ας δώσου χάρη οι γιοὐρανοί κι οι γνωστικές βουλές σου Ροδολ. Ά́ [491]· φρ. δίδω χέρι = βοηθώ (Πβ. Tabachovitz, Études sur le grec 77 και Κριαρ., Ελλην. 15, 1957, 196-7· η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δίνω 9): Μια μέρα λοιπόν ’π’ τες πολλές καιρός τούς δίδει χέρι Μαρκάδ. 119· φρ. δίδω το χέρι = (1) συμφιλιώνομαι (Η σημασ. και σήμ.): θελώ ’ρθει με το Χρύσιππο, να δώσετε το χέρι Στάθ. Β́ 232· (2) επικυρώνω με χειραψία τη συμφωνία: τα χέρια τους εδώκασιν όλοι τους εις εκείνον Αχιλλ. L 186· όρκους εκάμασιν λοιπόν και ’δώκασιν τα χέρια Διγ. O 483· φρ. δίδω ψέγος σε κάπ. = κατηγορώ κάπ.: ανήρ ότι να δώσει ψέγος εις τον σύντροφό του χαθώς έκαμεν έτσι να γενεί αυτουνού Πεντ. Λευιτ. XXIV 19. 8) Απονέμω (αξίωμα, τιμή, προτίμηση, κ.λ.π.) (Βλ. Δημητράκ., λ. δίδωμι 7): τιμήν εγώ δεν δύναμαι αξίαν της ανδρειάς σου | για να σε δώσω, Άριστε, σαν πεθυμά η καρδιά σου Κορων., Μπούας 141· λέγει του: «Αποτουνύν δίδω σου την αξίαν …» Γεωργηλ., Βελ. 227· δώσω σοι και προτίμησιν των λοιπών μου παιδίων Διγ. (Trapp) Gr. 1671· ο αυτός ρε Πιέρ ορδινίασεν και έδωκεν τα ’φίκια Μαχ. 8824· φρ. δίδω άδικον = δεν αναγνωρίζω ότι έχει κάπ. δίκιο (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δίνω 7): μηδ’ άδικον μου δώσεις Κυπρ. ερωτ. 917· τους έδιδε άδικο και το πως το πταίσιμο είναι από αιτία εδική τους Σουμμ., Ρεμπελ. 168· φρ. δίδω δίκαιον = απονέμω δικαιοσύνη (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., στη λ. 7): όταν η κρίσις να γένει, εντέχεται ο βισκούντης να δώσει το δίκαιον, ήγουν την απόφασιν Ασσίζ. 2628· φρ. δίδω καταδίκη = κατηγορώ: Γνωρίζω την πεισματερή γνώμη των κορασίδω και καταδίκη μέσα μου περίσσα δε σου δίδω Πανώρ. Γ́ 184. 9) Δίνω (ως σύζυγο) (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. δίδωμι II2 και σήμ., Δημητράκ., λ. δίνω 7): δίδουσίν με την ρήγαιναν γυναίκα να την έχω Ιμπ. 788· να έλθει εις την χώραν την εμήν και άνδρα να με τον δώσει Λίβ. P 2188· του Ρήγα του Βυζαντίου νύφη να τηνε δώσει Ερωτόκρ. Γ́ 1068· αυτή δεν εδόθην αυτουνού για γεναίκα Πεντ. Γέν. XXXVIII 14. 10) Αποδίδω ευθύνη σε κάπ. ή σε κ.: στη νιότη δώσ’ το φταίσιμο κι εις τη δική μου μοίρα Ερωφ. Δ́ 344· ήθελε πάγει να τους γράψει όξω από την χώρα διά να μην τους δώσει αιτία να τους κακοφανεί Σουμμ., Ρεμπελ. 165. 11) α) (Με υποκ. λ. όπως καιρός, ώρα, φύση, κ.λ.π.) επιτρέπω, παρέχω το δικαίωμα, τη δυνατότητα, την ευκαιρία (Βλ. και Lampe, Lex., λ. δίδωμι 6 και Sophocl., λ. δίδωμι 4): Πειν ήθελα και πλιότερα, μα η ώρα δεν το δίδει Ch. pop. 844· πλιά ρίζωσα κι εγέρασα παρά που δίδ’ η φύση Ερωτόκρ. Έ́ 1513· τέσσερεις μέρες μοναχά μου ’δωκε ν’ ανιμένω Ερωτόκρ. Γ́́ 1361· «μη το ορίσει ο Θεός ότι εγώ του έδωκα αυτού να το πουλήσει αυτόν τον βίον» Ασσίζ. 44815· έδωκέν μας να φύγομεν απού πάσα αμαρτίαν Μαχ. 142· τούτη (= η αγάπη) τση γλώσσας λεύτερη δίδει λαλιά και χάρη Πανώρ. Ά́ 207· β) συγκατανεύω (Βλ. και Sophocl., λ. δίδωμι 4): Ει δε η κόρη διαβεί τους κέ χρόνους και δώσει ανθρώπου μιγήναι μετ’ αυτής, ου δοκεί βία γενέσθαι εις αυτήν Ελλην. νόμ. 5568· γ) (με υποκ. ο Θεός, κ.λ.π.) ευδοκώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δίδω 9· βλ. L‑S, λ. δίδωμι III1 και Lampe, Lex., λ. δίδωμι 3b): να του δώσει ο Θεός μετά τον θάνατόν| του να εύρει τον παράδεισον Θρ. Κύπρ. M 775· μόνε να δώσει ο Θεός να ζήσεις, να γεράσεις Ιστ. Βλαχ. 1231· φρ. δίδω πράξιν = δίνω ευκαιρία δραστηριότητας: εχειροτόνησεν αυτόν ο πατριάρχης και έτσι του έδωκε πράξιν Ψευδο-Δωρ., Διον. Β′ 152· φρ. δίδω το σάλβο κουντούτον = επιτρέπω την αναχώρηση: άνταν εστράφην ο σιρ … Βερνής εις την Κερυνίαν εις τον κοντοσταύλην και έδωκέν του το σάλβο κουντούτον Μαχ. 52216· φρ. δίδω ύπνον των ομματιών μου = αφήνω να με πάρει ο ύπνος: εκείνος ήτον οπού δεν έδιδε των ομματίων του ύπνον Χίκα, Μονωδ. 69. 12) α) Γνωστοποιώ: να σας δώσω μηχανήν και μέθοδον και τρόπον Λίβ. Esc. 2926· β) αρθρώνω, προφέρω: μα λείποντας η γλώσσα τ’ όνομα μόνο το γλυκύ δίχως λαλιάν εδώσα (ενν. τα χείλη) Ερωφ. Έ 164· φρ. δίδω απόφαση = (1) διατυπώνω γνώμη, κρίση: Μα εκείνην την απόφασιν οπού ’δωκεν ο Πάρης Γύπ. Δ́ 261· (2) αποφασίζω: διδοί ο κριτής ημέραν να δώσει την απόφασιν Ελλην. νόμ. 5636· ’δώκαν την απόφασιν για να παραδοθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1744· (3) απολογούμαι: Όταν με πάν εις τον Κριτήν τι απόφασιν να δώσω Νεκρ. βασιλ. 93· φρ. δίδω κρίση, κρίσιμον = (1) εκφράζω γνώμη: αμέ εις την ρηγικήν αυλήν ουδέ εντέχεται, ουδέ πρέπει να δώσουν οι άνθρωποι κρίσιν επάνω κανενού κριτού Ασσίζ. 1051· Παύλος γαρ ταύτην δέδωκε την κρίσιν αποτόμως Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 812· (2) αποφασίζω: χαρτί να του ποιήσουσιν, να το έχουσιν βουλλώσει| το πώς εκρίναν κι είπασιν την κρίσιν οπού εδώκαν Χρον. Μορ. H 2419· (3) βασανίζω: ποιος είναι που την τυραννά κι οπού τση δίδει κρίση Ερωτόκρ. Ά́ 532· φρ. δίδω μαρτυρίαν = επιβεβαιώνω, ομολογώ: να δώσουν μαρτυριάν ψευδήν περί Βελισσαρίου Γεωργηλ., Βελ. 734· Νένα, γροίκησε και μαρτυριά να δώσεις Ερωτόκρ. Γ́ 1453· φρ. δίδω νόβα = ειδοποιώ: Μα τον μισέρ Γιαννούτσο ομπρός τη νόβα θε να δώσω Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 121· φρ. δίδω όρδινο, ορδινιά, ορισμόν = εκδίδω διαταγή, διατάσσω: εδώκαν όρδινον να κουρουνιαστεί η ρήγαινα Βουστρ. 434· Από την χώραν ορδινιά έδωκεν να μην βγούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 52115· ο ρήγας έδωκεν ορισμόν να έλθουν εις την Αμμόχουστον Μαχ. 17217. 13) α) Δείχνω (Η σημασ. στο Somav.): ως άρχισε να του μιλεί, σημάδι δίδει ετότες Ζήν. Γ́ 321· τιμής σημάδι κι ευγενειάς πάντα του θέλω δώσει Ερωτόκρ. Γ́ 258· β) προβάλλω: Θα δώσω και παράδειγμα στον κόσμον να θυμούνται Τζάνε, Κρ. πόλ. 21618· … δώσει ξόμπλι μετά σε πολλ’ άσκημο στη χώρα Ερωτόκρ. Γ́ 806· εγώ γαρ λέγω, μαρτυρώ, ομολογιά το δίδω Παρασπ., Βάρν. C 457· για να μπορεί καλύτερα το πράγμα να πιστεύσει,| στον κόσμον και γι’ αληθινόν και βέβιο να το δώσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [551]· γ) παρουσιάζω κ. σαν κ. άλλο: να τσακίσω την παρουσιά της δύναμής σας και να δώσω τους ουρανούς σαν το σίδερο και την ηγή σας σαν το χάρκωμα Πεντ. Λευιτ. XXVI 19· να σε δώσει ο Κύριος για κεφάλι και όχι για ουρά Πεντ. Δευτ. XXVIII 13· φρ. δίδω εις το φως = φέρνω στον κόσμο, γεννώ: Εις τον δέκατον έκτον χρόνον της αυτού βασιλείας έδωκεν εις το φως η Ολυμπιάς η γυνή του τον μέγαν θαυμαστόν Αλέξανδρον Φυλλ. Αλ. 73. 14) (Προκ. για αισθήματα, πόνο, κλπ.) εκδηλώνω, εκφράζω, φανερώνω (Βλ. και Lampe, Lex., λ. δίδωμι 5α): του παντοδύναμου Θεού έδωκ’ ευχαριστίαν Ιστ. Βλαχ. 208· καρδιοαναστενάγματα και κοπετούς να δώσουν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 17· του προλαβείν με εαυτόν και συγχαρίκια δούναι Διγ. (Trapp) Gr. 859· ακόμη αναθεματισμούς απάνω σας να δώσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 31616· εγώ δίδω όμπροστέ σας σήμερα ευλογιά και κατάρα Πεντ. Δευτ. XI 26· φρ. δίδω έξω = φανερώνω: έξω να δώσει την χαράν οπὄναι σφαλισμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1179]· φρ. δίδω δόξαν, δοξολογίαν, μεγαλότητα στον Θεό = δοξάζω, ευχαριστώ, υμνολογώ το Θεό: ’δώκαν δόξαν στον Θεόν όλοι πώς εγλυτώσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1768· επείν γαρ απεσώσασιν εις τον Χριστού τον τάφον| δόξαν και ύμνον έδωκαν τον ποιητήν και πλάστην Χρον. Μορ. P 99· δώσε μεγαλότητα του Θεού μας Πεντ. Δευτ. XXXII 3· φρ. δίδω προσκύνημα = προσκυνώ, είμαι υποτελής: προσκύνημα να δίδουσιν, δουλείαν των αρμάτων Χρον. Μορ. H 3028. 15) α) Προκαλώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δίνω 8): ο θάνατος ο ζωντανός μεγάλο πόνο δίδει Ερωτόκρ. Δ́ 353· ο πόθος δίδει μέρεμνας, έννοιάς τε και φροντίδας Διγ. (Trapp) Esc. 604· αντίδικα εις τον εχθρόν φόνον πολύν να δώσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 24514· οι Τούρκοι δίδουσι φωτιάν στο τείχος και το ρίκτου Τζάνε, Κρ. πόλ. 2815· και μες στα μάτια τσ’ ήδωκε φωτιά κι αστροπελέκι Ερωτόκρ. Ά́ 1547· ήκανε πως στη Σίφουνο οδεύγει| οδιά να δώσει απόγνωση Λεηλ. Παροικ. 213· να δώσει τέλος γλήγορα στα παραδάρματά μου Πανώρ. Ά́ 384· να συβαστεί ξετέλεψη να δώσωμε του γάμου Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 470· να δώσου ζάλη του οχθρού να φεύγει απάνω κάτω Ερωτόκρ. Δ́ 978· εδώκανε λαβωματιές του ’νού του ιερέως Τζάνε, Κρ. πόλ. 42425· τότες η σάλπιγγα ζιμιό πολλή βαβούρα δίδει Ερωτόκρ. Β́ 2415· φρ. (απρόσ.) δίδεται όφελος = προκαλείται, παρουσιάζεται ωφέλεια: αμ’ ήσφαλέν του ο λογισμός για τότες κι εκομπώθη| κι ουδένα ’ς κείνα που ’ρχισεν όφελος δεν εδόθη Ερωτόκρ. Ά 518· φρ. δίδω αρχή = κάνω αρχή, αρχίζω: άρχισαν να μαζώνουν ξύλα περισσά σωριάζοντάς τα διά να κάψουν τα σπίτια των αρχόντων και έτσι επήγαν να δώσουν αρχή εις το σπίτι του Σ. Δε Σύλλα Σιγούρου Σουμμ., Ρεμπελ. 180· φρ. δίδω (τη) γνώρα = δίνω γνωριμία, γνωρίζομαι (με κάπ.): αγαφτικού δεν ήθελα ποτέ να δώσω γνώρα Πανώρ. Γ́ 186· β) δίδω κ. σε κ. = μεταβάλλω, μετατρέπω: τη χαρά οπού ’χανε σε θλίψη να τη δώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 42125· να δώσεις εις το ασήμι και να δέσεις το ασήμι εις το χέρι σου Πεντ. Δευτ. XIV 25· φρ. δίδω (τον) γύρον = περικυκλώνω: τον γύρον να τους δώσωμεν όλοι με προθυμίαν Χρον. Μορ. H 7005· φρ. δίδω θάνατον = πεθαίνω (Η σημασ. και στο Somav.): οι δύο εδώκαν θάνατον διά τον γλυκύν Ιησούν Μαχ. 6386· έδωσε θάνατον κακό Σουμμ., Ρεμπελ. 172· φρ. δίδω θάνατον (του κορμιού μου), δίδω θάνατον (μοναχός μου), δίδω τον εδικόν μου θάνατον = αυτοκτονώ: όποιος εκείνος θάνατον ήδωκε του κορμιού του Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 441· κατά την επεθυμίαν του θέλει δώσει μοναχός του θάνατον Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 444· εις τάφο μέσα ζωντανός, θαμμένος θέλει δώσει| θάνατο κακορίζικο, μ’ αυτόνο να τελειώσει Ζήν. Β́ 87· τον εδικόν σου θάνατον προ οφθαλμών να δώσεις Ριμ. Βελ. 518· φρ. δίδω το τέλος της ζωής = αυτοκτονώ: ώστε να δώσω της ζωής το τέλος το κριμένο Πανώρ. Γ́ 645· φρ. δίδω το σώμα μου εις θάνατον = ακινητώ το σώμα μου, «κάνω τον ψόφιο»: όλον το σώμα γαρ αυτού εις θάνατον το δίδει, το δε κεφάλιν εαυτού πάντα τηρεί και βλέπει Φυσιολ. (Legr.) 1061· φρ. δίδω θρουν, φωνήν = διαδίδω (είδηση) (Βλ. και Lampe, Lex., λ. δίδωμι 9): προ του περάσαι τους εχθρούς τον πορθμόν καν τε Λαμψάκου καν τε Σκουταρίου καν δούναι θρουν εν ταις επαρχίαις … Δούκ. 2134· Στον τόπον εδόθη η φωνή, ηκούστη εις την Ανδρούσαν Χρον. Τόκκων 3901· φρ. δίδω ’λασία (=ελασία) = αρχίζω πορεία, παίρνω δρόμο: ευθύς εσηκωθήκασιν, τότες ’λασία δώσαν,| κάτεργα και καράβια την θάλασσαν γεμώσαν Διακρούσ. 763· φρ. δίδω πόλεμον = πολεμώ: εδίδανε πόλεμον φριχτόν με τουφέκια και με λουμπάρδες με μουρτίρια Χρον. σουλτ. 12019· φρ. κάπ. δίδει βράδι = κάποιος φέρνει τη νύχτα: τις να δώσει βράδι; Πεντ. Δευτ. XXVIII 67. 16) Καθιστώ (Βλ. και Sophocl., λ. δίδωμι 6): των εχθρών δώκε γνωστόν το πώς εσυμβιβάσθη Κορων., Μπούας 49· να σε δώσει ο Κύριος ο Θεός σου υψηλόν ιπί όλα τα έθνη Πεντ. Δευτ. XXVIII 1. 17) α) Καθορίζω (πρόσ. ή πράγμα ή και χρόνο για εκτέλεση έργου) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δίδω 8): έδωκεν εγγυτήν να έλθει εις την ημέραν να τελειώσει Ασσίζ. 926· δίκαιον εστί να αγνωρίζετε διά ποίαν αφορμήν δίδει η αυλή ημέραν τους αγκαλεμένους Ασσίζ. 877· ότι τύπος σου και τύπος των παιδιών σου εδόθηκαν από θεσιά ερηνικών παιδιών του Ισραέλ Πεντ. Λευιτ. X 14· έτσι επειδή εκ τον Ουρανόν εδόθητων οι δυο σας (ενν. οι καβαλιέροι),| μακρά εκ τον τόπο να ’ρθετε τόσα τον εδικό σας Ερωφ. Ιντ. β́ 7. Το ουδ. της παθητ. μτχ. δο(σ)μένο(ν) = καθορισμένο (από το Θεό ή τη φύση), επιτρεπτό, καθιερωμένο: είχα πολλές αγαφτικές, σαν είν’ τω νιω δοσμένο Πανώρ. Δ́ 9· δοσμένον είναι εκ Θεού όσοι επιβουλεύουν| δούλοι τους αφεντάδες τους ύστερα κινδυνεύουν Ιστ. Βλαχ. 639· Δομένον ήτον πάντα| απού την ώραν κείνην,| απού το σώμαν εις την γην επλάστην| να ’ναι … Κυπρ. ερωτ. 9327· β) επιβάλλω: Ήλθασιν εις τα στέφανα, καθώς το δίδ’ η τάξις Βέλθ. 1032· έδωκαν απάνου μας δουλειά σκληρή Πεντ. Δευτ. XXVI 6. 18) α) (Με αντικ. πρόσ. ή πράγμα) χτυπώ, πληγώνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δίνω 8· βλ. και Lampe, Lex., λ. δίδωμι 8 και Sophocl., λ. δίδωμι 3): ο Αλαμάνος έδωκεν τον Ιμπέριον εις το στήθος Ιμπ. 416· εύχου να μη σε δώσουσιν σαγίτες των ερώτων Αχιλλ. L 203· έδωκε τον μαύρον του με το πτερνιστήριον και ήλθεν επάνω του Διγ. Άνδρ. 35815· Διανυκτού τον έδωκεν πόνος εις τα νεφρά ντου Χρον. Τόκκων 1532· β) κάνω να ηχήσει κρουστό ή πνευστό όργανο, κρούω, παίζω (Βλ. και Sophocl., λ. δίδωμι 7): εδώκαν κιθάραν έμορφην κοντά εις το καστέλιν Αχιλλ. L 975· εδώκασιν τας σάλπιγγας, υπέστρεψαν ευθέως Διγ. Z 525· φρ. δίδω ήχον = με τη βοήθεια οργάνου ηχώ: τον ήχον γαρ έδωσεν μετά κραυγής μεγάλης| και τα φουσάτα εμάζωξεν εις το κατουνοτόπιν Αργυρ., Βάρν. K 440· γ) (με αντικ. λ. όπως κονταρέα, σπαθέα, λουμπαρδιά, κλπ.) δίνω, ρίχνω (Πβ. Πρωίας Λεξ.· βλ. και Du Cange, λ. διδόναι): έδωκέν του σπαθέα και έσχισέν τον εις την μέσην Διγ. Άνδρ. 35911· να σμίξουσιν, να δώσουσιν αντάμα κονταρέας Αχιλλ. L 1141· λουμπαρδιές ενούς τ’ αλλού εδίδα Τζάνε, Κρ. πόλ. 34017· κόλπον καλόν τον έδωκεν, πίστομα εξαπλώθη Πόλ. Τρωάδ. (Πολ. Λ.) 80· δ) ρίχνω: να αφανιάσω τα ψηλώματά σας και να γλοθρέψω τους ήλιους σας και να δώσω τα κορμιά σας ιπί τα κορμιά των ειδώλων σας Πεντ. Λευιτ. XXVI 30· φρ. δίδω μια ή καμπόσες = χτυπώ ή χτυπώ επανειλημμένα: μια να μου δώσεις στην κοιλιά και τ’ άντερά μου χύσεις Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 180· Γυρεύει και την αλουπού, τρέχει να τηνε σώσει| και με το μπουσδουγένι του καμπόσες να της δώσει Γαδ. διήγ. 458. Β´ Αμτβ. 1) (Με υποκ. λ. όπως βουλή, γνώμη, καρδία, νους, φρονιμάδα, ψυχή, κλπ.) συμβουλεύω, παρακινώ: δίδει τον πάλι η βουλή να υπά προς τους γονείς του Ιμπ. 485· Κατά εχθρών ορμήθηκεν, ως το ’διδεν η καρδιά του Κορων., Μπούας 84· με είντα μόδο βούλεσαι κι ο νους σου πώς το δίδει Ερωτόκρ. Γ́ 1315· καθώς η φρονιμάδα σου σου δίδει Ζήν. Δ́ 43. 2) Ανταμείβω: ως πρέπει δεν μοι δίδουσι κατά τα έργατά μου Κορων., Μπούας 61. 3) (Με εμπρόθ. προσδιορ.) χτυπώ, κάνω κ. να ηχήσει: τότε εις την πόρταν έδωκεν εκείνης της εισόδου Λόγ. παρηγ. L 557. 4) α) (Με υποκ. λ. όπως βούκινο, τρομπέττα, σημαντήρι, «οι ώρες», κλπ.) ηχώ (Βλ. και Sophocl., λ. δίδωμι 7): τότε έδωκαν οι τρουμπέττες και τα τύμπανα και άρχισαν να πολεμούν Δωρ. Μον. XXXVII· Εδώκασιν τα όργανα ένδον του καστελίου Αχιλλ. O 306· τινάς να μεν τορμήσει να βρεθεί έξω του σπιτιού τό να δώσουν οι τρεις ώρες Μαχ. 36214· φρ. δίδουν τα τρία = χτυπά τρεις φορές το «τραπεζικόν ξύλον» (= σήμαντρο) για να καλέσει σε γεύμα τους μοναχούς (κατά Θ. Στουδίτη τρίκρουσμα): Τα δ’ άλλα πώς διηγήσομαι καταλεπτόν και μέρος, τα της τραπέζης λέγω δη, του γεύματος την ώραν, όταν τα τρία δώσουσι και πάντες συναχθώσι Προδρ. III 141· β) (με υποκ. λ. όπως κονταρά, κλπ.) χτυπώ: η κονταρά του Κρητικού ήδωκε στη μασέλα Ερωτόκρ. Β́ 2013· από την χώρ’ αντίκρυτα είχασιν εξαμώσει| λουμπάρδα και το βόλι της να πα να τωνε δώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 14928. 5) α) Επιτίθεμαι, χτυπώ (Η σημασ. και σήμ.· βλ. και Sophocl., λ. δίδωμι 3): τουφεκιές και σαϊτιές ερίκτα να του (δηλ. του γκενεράλη) δώσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 20519· Νένα μου, τούτο τ’ όραμα πρι δώσει μου βαρίσκει Ερωτόκρ. Δ́ 129· β) γκρεμίζω: όσες κι α ρίξουν λουμπαρδές δεν ημπορά του (ενν. του τειχιού) δώσου Τζάνε, Κρ. πόλ. 47518· γ) (μεταφ. με υποκ. λ. όπως πόνος, λιγοθυμιά, κλπ.) «χτυπώ», προσβάλλω (Βλ. και Δημητράκ. λ. δίνω 8): τ’ άρρωστου η λιγοθυμιά συχνιά συχνιά μου δίδει Ερωτόκρ. Γ́ 240· εδά ’χει πόνο στην καρδιά, παράτρομος τση δίδει Ερωτόκρ. Β́ 1496· Εδά του δίδει το κακό, λογιάζω, και ταράσσει Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 287· το ριζικό μου| χίλιες φορές καθημερνό δίδει τω γερατειώ μου Ερωφ. Β́ 376. 6) (Με υποκ. λ. όπως ήλιος, άνεμος, ψύχρα, κλπ.) χτυπώ· πέφτω (Βλ. Ανδρ., ΕΕΦΣΠΘ 12, 1973, 518): Ο ήλιος δίδει στ’ άρματα και φέγγουσι και λάμπου Ερωτόκρ. Β́ 1397· ο ήλιος να μην τονε δει κι άνεμος μην του δώσει Ερωτόκρ. Β́ 2382· σε μέρη τόσα μοναχά κι έτσι σκοτεινιασμένα| απού ήλιου ακτίνες, μηδέ φως δεν έχουσι δοσμένα,| γείς άγριος τόπος βρίσκεται Ερωφ. Έ 44· κείνο το τέκνο που ’βλεπα ήλιος να μην του δώσει Θυσ.2 272· τ’ απόγι βλέπασι κι οι δυο (ενν. πατέρας - μάννα) αξάφνου μη μου δώσει Ερωτόκρ. Δ́ 598. 7) α) Κατευθύνομαι: Αθούσα, δώσ’μου εσύ βουλή, πε μου πού θες να δώσω Πανώρ. Έ́ 113· β) ορμώ: εδώκαν μέσα σα θεριά, να κόπτουσιν αρχίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 33917· Προς τους εχθρούς εδώκασιν με ανδρειάν μεγάλην Αχέλ. 2080· το φουσάτο πίσω του και γιανιτσάροι τόσοι| να δώσουσίνε απάνω τους, όλους να τους σκοτώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 3582· Ο πτωχός ο άντρας της γροικώντα την ταραχήν άνοιξεν έναν σεντούκιν και έδωκεν μέσα Μαχ. 42817· φρ. δίδω έξω = εγκαταλείπω την πόλη: πολλοί απουέξω δώκαν, εμπήκαν εις την χώραν Μαχ. 42432· γ) αφήνομαι, εμπιστεύομαι τον εαυτό μου: έδωκεν εις τους βραχίονές του και ευρέθη καβαλάρης Αρμούρ. 28· φρ. δίδω σε θάνατο = πεθαίνω: εισέ κακό θάνατο να μη δώσω Ζήν. Β́ 8· δ) (ενίοτε με το επίρρ. κάτω) πέφτω: εξάπλωσε τα χέρια ντου ογιά να δώσει κάτω Ερωτόκρ. Β́ 1632· δειλιώ και τρέμω σε γκρεμνό χειρότερο μη δώσω Πανώρ. Γ́ 420· όποιος ψηλά ψηλά πετά εύκολα δίδει κάτω Τζάνε, Κρ. πόλ. 45822· φρ. δίδω εις τα βύθη = κατακρημνίζομαι, καταστρέφομαι: αυτός ο δυνατός Σαμψών της Δαλιδάς συγκλίθη| σ’ αυτά τα λόγια τα γλυκιά κι έδωκε εις τα βύθη Βεντράμ., Γυν. 162· ε) (προκ. για θύελλα, κλπ.) ενσκήπτω: κατεβεί απ’ τα βουνιά ανεμική μεγάλη| και μ’ αστραπή μέσα στα δάση δώσει Ερωτόκρ. Β́ 1385· ϛ́́) (προκ. για υγρό) στάζω: ψήσε τον εις την σούβλαν και αποκάτω έχε ένα αγγείον να δίδει μέσα το παχύ οπού στραγγίζει Αγαπ., Γεωπον. 158. 8) (Προκ. για παράθυρο) «βλέπω»: έχει παράθυρον οπού δίδει εις την εκκλησίαν Καλούδ., Προσκυν. πϛ́. 9) Τρυπώ: να πάρεις το τρυπητήρι και να δώσεις εις το αφτί του Πεντ. Δευτ. XV 17. 10) (Με την πρόθ. προς) έχω θέα: η πεζούλα όπου δίδει προς ... το σύνορον Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 85333. II. Μέσ. 1) Παραδίδομαι (Βλ. και L‑S, λ. δίδωμι II4): στα χέρια τως θε να δοθώ ογιά να με μοιράσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 30120· εδόθην στην υποταγήν του βασιλέως πόλις Παλαμήδ., Βοηβ. 449· όλοι οι χωριάτες εδόθησαν εις την ’πόταξίν του Μαχ. 67220· μέλλει δώσω θάνατον και να δοθώ τον Χάρου Αλφ. 1090· αν ουδέν θελήσουν να δοθούν εις ρετιτζιούν, να γίνουνται μοναχοί ή συνάδελφοι, καθώς σύρνουν οι Λατίνοι Ασσίζ. 11520. 2) Παραδίδω τον εαυτό μου σε κ., αφιερώνομαι, αφοσιώνομαι (Η σημασ. και στο Βλάχ., λ. δίδομαι εις τρυφαίς και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 13· βλ. και L‑S, λ. δίδωμι III): αν ήτον γυναίκα και εδόθη εις καμμίαν τάξιν μοναχικήν Ασσίζ. 38414· Στ’ άρματα μόνο εδόθηκα Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 313· τρέχω σαν το μωρόν σ’ αυτήν δομένος Κυπρ. ερωτ. 256· εις τα κρασιά τα νόστιμα, εις χίλια παιγνιδάκια| δίδομαι Ζήν. Έ́ 31· στον πόθον ας δοθούσι| όποιοι περάσουσι απεδώ και τη φιλιά μας δούσι Πανώρ. Γ́ 115· Εδόθηκε με την καρδιάν και μ’ όλην την ψυχήν της Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [486]. 3) Ορμώ: θα πάγει το φουσάτο μου σε μάχη να δοθούσι| κι όσοι δεν προσκυνήσουσι όρισα να κοπούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 57711· πασένας για να χυμιστεί σαν άξιον παλληκάρι,| τους Τούρκους μέσα να δοθεί, μ’ αυτούς να πολεμήσει Παλαμήδ., Βοηβ. 259· Τον Δούναβιν επέρασεν και εις το φεύγα δόθην Παλαμήδ., Βοηβ. 138· τότε στο φύγι δίδεται και ρίκτει το γομάριν Αχέλ. 1578. 4) Φανερώνομαι, εκδηλώνομαι: σαν ηθέλησεν ο Θιός του πόθου, εταπεινώθη| και προς εσέν και προς εμέν καλόγνωμος εδόθη Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 170. Η μτχ. ενεστ. διδόμενοι ως ουσ. = προδότες (Για τη σημασ. βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 395]): Δούλος τον δεσπότην καταμηνύων, εις υπόδειγμα πάντων των διδομένων, αυστηροτάτῃ αποφάσει τιμωρείσθω Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 1414.
       
  • δώσια 
    τα, Ασσίζ. 862, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1040, 1056, 1070, 1089, Μαχ. 2233, Διήγ. Αλ. V 74, Σαχλ. N 240, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 255, Σαχλ., Αφήγ. 332, 336, Διήγ. Αλ. G 27612, Σουμμ., Ρεμπελ. 167, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1354], Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 362· δώσα, Πανώρ. Δ́ 62, Βίος αγ. Νικ. 172, Ερωτόκρ. Δ́ 896· δώσι, Απόκοπ. (Παναγ.) 536.
    Από το απαρέμφ. δώσει(ν) (Βλ. Κριαρ., Πανώρ. γλωσσάρ., λ. δώσα). Η λ. και σήμ· στην Κρήτη (Βλ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 542, λ. δόσα] και στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. δόσα).
    1) α) Προσφορές, δώρα (Η σημασ. και σήμ., βλ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 542, λ. δόσα] και Παπαδ. Α., Λεξ., λ. δόσα): πέμπει του εξένια περισσά, δώσια πανφουμισμένα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1089· Επήεν ο Ρωτόκριτος τη μάισσαν και βρίσκει| με δώσα και με πλέρωμα Ερωτόκρ. Δ́́ 896· β) δωροδοκία: όλους τους ψευδομάρτυρας, οπού ’χασι φιορκίσει| για δώσια ή για έχθρητα … | νάταν τυφλοί Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 362· γ) χρήματα: εάν είς άνθρωπος κορδιάζει στοίχημαν με έναν άνθρωπον ότι να σκοτώσει έτερον άνθρωπον ή μίαν γυναίκαν διά αγάπην ή διά δώσια ή διά άλλον τίποτες Ασσίζ. 862. 2) Φόρος (Για τη σημασ. βλ. Mitsakis [Διήγ. Αλ. V σ. 90]): προσκύνησέ με και δίδε μου δώσια και λιζάτο Διήγ. Αλ. V 74.
       
  • ζάρι(ν) 
    το, Χριστ. διδασκ. 366, Ασσίζ. 1227, Πουλολ. Αθ. 113, Φλώρ. 1444, Ιακ., Παραιν. 9, Γεωργηλ., Θαν. 312, Σαχλ. N 216, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 118, Έκθ. χρον. 284, Απόκοπ. 298, Κορων., Μπούας 8, Δεφ., Λόγ. 92, 455, Αιτωλ., Βοηβ. 41, Σοφιαν., Παιδαγ. 103, 119, Φαλλίδ. 32· αζάριν, Πουλολ. (Τσαβαρή) 121, Σαχλ. N 110, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 120, Απόκοπ. (Παναγ.) 298· αζάριον, Ιστ. πατρ. 1005.
    Από το αραβ. az-zahar (Για την ετυμ. βλ. και Ανδρ., Λεξ., Κουκ., ΒΒΠ Α΄ 193-4, Krawczynski [Πουλολ. σ. 57]· για τη λ. βλ. και Κ. Καραποτόσογλου (ΑΠ 37, 1982, 200-202). Η λ. και ο τ. αζάρι στο Du Cange. Ο τ. αζάριον στο Meursius. Η λ. και σήμ.
    Το ζάρι· παιχνίδι με ζάρια (Για τη σημασ. βλ. και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. 368 και Κουκ., ΒΒΠ Α΄ 200). Η σημασ. και σήμ.: το ταβλί εχαίροντο παίζοντες και το ζάρι Ριμ. Βελ. 118· Δεύτερον συμβουλεύω σε τα ζάρια να μην παίζεις Σαχλ. N 108· έπαιξες και τα ρούχα σου κι εχάσες τα στο ζάριν Πουλολ. 121· την τιμήν και δούλευσιν την του Βελισαρίου| σύντομα ταύτην έδωκε ως κτύπον αζαρίου Ριμ. Βελ. 532. Φρ. βάλλω την κεφαλήν (μου) στο ζάρι: βλ. ά. βάλλω 1ε φρ.
       
  • κατακαίω, 
    Καλλίμ. 635, Ιερακοσ. 43725, Πόλ. Τρωάδ. 37, Ερμον. Β 20, Βίος Αλ. 4904, Λίβ. N 1367, Δούκ. 3531, Σφρ., Χρον. μ. 7028, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1478, Πικατ. 294, Αχιλλ. L 1322, Αχέλ. 2039, 2117, Ιστ. πολιτ. 249, Απόκοπ. (Παναγ.) 564, Σταυριν. 470, Θυσ.2 642, Διακρούσ. 10324, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2102· μτχ. παρκ. κατακαημένος, Λίμπον. 210.
    Το αρχ. κατακαίω. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. 1) (Επιτ.) καίω εντελώς, αφανίζω, καταστρέφω: Πορεύσου και κατάκαυσε τον τόπον του εχθρού σου Κορων., Μπούας 53· Τα σπίτια κατακαύσασι και τσ’ εκκλησιές εγδύσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 20920· τον κεραυνόν σου όρισε να πα να κατακαύσει| εκείνον τον ωμότατον βορθάκων τον φονέα Ζήνου, Βατραχ. 434. εκεί εκατεκάψαν το (έκδ. εκατεκάψαντο· διορθώσ.) το αγαρηνόν το γένος Θρ. Κων/π. (Mich.) 113. 2) (Προκ. για έρωτα) «φλογίζω»· προκαλώ ερωτικό πάθος: ευχαριστώ τον έρωταν, οπού σε κατακαίει Αχιλλ. L 1094· του έρωτος η φλόγα| εις την καρδία μου σέβηκεν και πυρ κατέκαυσέ με| ως για την εμορφία Θησ. Δ΄ [826]. II. Παθητ. 1) Ζεματίζομαι: αυτών (ενν. των θηρίων) τα στόματα παρά των πυρουμένων| κατακαιόμενα σκευών ουκέτι προς ανθρώπους| κατίσχυον επιπηδάν Βίος Αλ. 4629. 2) α) Ταλαιπωρούμαι: Όταν ίδεις αυτόν μάλα πίνοντα και υπό της δίψης κατακαιόμενον, ... γίνωσκε Ορνεοσ. αγρ. 53229· β) βασανίζομαι: μέσον χαράς και θλίψεως εκείτετον ο νους μας.| Εγώ ανάσανα μικρόν ότι ηύρα τό εζήτουν| και πάλιν κατακαίγομαι, ότι ουδέν το βλέπω Φλώρ. 1530· εκατακάηκα εδώ στην ξενιτείαν Περί ξεν. V 428. Η μτχ. συνήθως στον τ. κατακα(η)μένος ως επίθ. = δυστυχισμένος, άτυχος, αξιολύπητος: Τα μήλα, τα δαμάσκηνα ...| ... την ηδονήν κερδίζουν| κι εγώ ... τίποτες ου κερδίζω| ειμή ματίτσια θλιβερά, καρδιά κατακαημένη Ch. pop. 223· κι εσείς κατακαημένα| πρόβατα, εκεί απού πορπατώ χόρτο μη φάτε ουδένα Πανώρ. Α΄ 9· Οκτώβρη, μήνα δολερέ, μήνα κατακαημένε,| μήνα οπού είσαι κυνηγός, πλην εις μικρά πουλία Ντελλαπ., Ερωτήμ. 112· να γροικήσω και την γραν αυτήν την κακομοίραν,| αυτήν την κακομάζαλην, κατακαημένην χήραν Γαδ. διήγ. 290.
       
  • κατασφαλμένος, 
    μτχ. επίθ.· κατεσφαλμένος.
    Από την πρόθ. κατά και τη μτχ. παρκ. του σφάλλω.
    1) Που έκαμε μεγάλο λάθος: Έτσι σ’ αγάπη σφαλτική είμαι κατασφαλμένη Θησ. Η΄ [1057]. 2) (Εδώ για τυπωμένο κείμενο) γεμάτος από σφάλματα (τυπογραφικά ή άλλα): ωσάν ευρίσκουνται τινές (ενν. ρίμες = αντίτυπα του Απόκοπου) πολλά κατεσφαλμένες,| οι οποίες το δίκαιον ήθελεν να ’σαν κατακαημένες Απόκοπ. (Παναγ.) 563.
       
  • κόπτω,  
    Σπαν. (Λάμπρ.) Va 542, Γλυκά, Στ. 112, Λόγ. παρηγ. L 209, Προδρ. I 57, III 101, Ορνεοσ. αγρ. 53630, Διγ. Z 4110, 4112, Διγ. (Trapp) Esc. 1347, Βέλθ. 717, 1142, Ερμον. Μ 80, Ιερακοσ. 37321, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1072, Φλώρ. 634, 1369, Περί ξεν. V 26, Ερωτοπ. 254, 579, Λίβ. P 2132, Λίβ. Sc. 630, Λίβ. Esc. 23, Αχιλλ. L 444, Αχιλλ. N 559, 1598, Χρησμ. IV 5, Ανακάλ. 23, Γαδ. διήγ. 285, Απόκοπ.2 127, 337, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 337, Συναξ. γυν. 713, Κορων., Μπούας 149, Πεντ. Δευτ. XXIX 10, 11, Αχέλ. 1563, Αλφ. (Μπουμπ.) II 16, Πτωχολ. (Κεχ.) P 77, Διγ. Άνδρ. 39134, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 17, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13824, 14126, 15725, 2496, 29319, Τριβ., Ρε 109, κ.π.α.· κόβγω, Ασσίζ. 1772, Μαχ. 2687, 41632, 42627, 48013, Καραβ. 49522, Γεωργηλ., Θαν. 227, Χρον. σουλτ. 7514, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 401, Κυπρ. ερωτ. 1494, Πανώρ. Ε΄ 79, Κατζ. Β΄ 19, Πιστ. βοσκ. V 4, 120, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 579, 1765, 1801, Ζήν. Δ΄ 33· κόβω, Λίβ. N 3743, Σαχλ., Αφήγ. 562, Αιτωλ., Βοηβ. 115, Πανώρ. Ε΄ 222, Ζήν. Β΄ 143· κόπτουμαι, Απόκοπ.2 103· κόφθω, Λίβ. Esc. 1739, Κορων., Μπούας 150, Βεντράμ., Γυν. 242· κόφτω, Ερωτοπ. 71, 278, 553, Αχιλλ. L 613, Φαλιέρ., Ιστ.2 201, Πένθ. θαν.2 467, Βεντράμ., Φιλ. 53, 184, Δεφ., Λόγ. 391, Τριβ., Ταγιαπ. 192, Πεντ. Έξ. XXXIV 10, Δευτ. XXIX 13, Χρον. σουλτ. 10613, Ερωφ. Ε΄ 169, Σταυριν. 305, 637, 726, 964, Ιστ. Βλαχ. 642, 1128, 1590, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1453], Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 158, Χριστ. διδασκ. 264, 370, Ζήν. Ε΄ 315, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1938, 2067, 21118, 2155, 24625.
    Το αρχ. κόπτω. Ο τ. κόβγω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 597). Οι τ. κόβω και κόφτω και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Χτυπώ: μέγαν καιρόν εκόπτοντο οι δυο καλοί στρατιώται Πόλ. Τρωάδ. 574. 2) α) Κόβω κ. (με οξύ όργανο): ραβδούχος με σκληρό σπαθί τού κόβγει το κεφάλι Ζήν. Γ΄ 324· Εκεί να δεις ... που ήσανε κομμένα| κεφάλια από τα κορμιά Διακρούσ. 8019· τ’ αφτιά τού κόφτουν εδεκεί κι όλη τη μύτη ομάδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 35612· έδωκέ μοι σπαθέαν εις το σκουτάριον και έκοψέν το και μόνον το κράτημα επέμενεν εις το χέρι μου Διγ. Άνδρ. 38120· τα φτερά ... (παραλ. 1 στ.) μου κόψα όνταν αρχίσασι και χαμηλοπετούσα Ερωφ. Αφ. 71· β) σπάζω, τσακίζω, τεμαχίζω: πιάνει μια βαριά και κόφτει τους περάτες Φαλιέρ., Ιστ.2 197· Ταύτα βάλε εν ιγδίῳ και κόπτε και κοπάνιζε και κοσκίνιζε Ιερακοσ. 38311· γ) λατομώ: έστειλεν εις την Προικόννησον ... και έκοψαν μάρμαρα Διήγ. Αγ. Σοφ. 15935. 3) α) Ευνουχίζω: έναι περιτετμημένος ... και τον έκοψαν όταν τον επήραν σκλάβον Ιστ. πατρ. 1091· β) διαμελίζω, ξεσκίζω: Ήκοβγε μέσες και μεριά, κορμιά από πάνω ώς κάτω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1057· τα κριάτα σου να κόφτουσι με δίστομα μαχαίρια Ch. pop. 737· ευρήκασι τα λείψανα κομμένα, σκοτωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 54323· γ) σφάζω, θανατώνω: επήρε ο ... σουλτάν Μπαγιαζίτης την Μεθώνην από σπαθίου και έκοψεν άνδρες χιλιάδες επτά Byz. Kleinchron. A΄ 30116· όσους αν κατέτυχον, έκοπτον ωσεί χόρτον Διγ. Z 3527· εις ημέρας σαράντα την έκοψεν η θεία σπάθη του Θεού από λυσιντερία και απέθανε κακώς Ιστ. πατρ. 1206· κόβγουσιν χώρες και λαόν, καθώς έν’ μαθημένοι Θρ. Κύπρ. K 833· α θεν να κόψουν τα νησά, ποτέ να μη τσ’ αφήσεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 33520. 4) Διαπερνώ, τρυπώ: Έκτωρ ... κρούσας ...| την του Αίαντος ασπίδαν (παραλ. 1 στ.) έκοψεν τας έξι βύρσας Ερμον. Μ 64. 5) (Προκ. για μαλλιά) α) κουρεύω: ήφεραν ψαλίδιον και έκοψε το γένειον του Τσίρου Οψαρ. 36241· β) μαδώ: η κόρη θρηνωδούσα| τα μαλλιά της έκοπτεν, έδερνε και το στήθος Διγ. A 2646. 6) Κάνω τομή, εγχειρίζω: φέρνω έναν ιατρόν ... κόβγει τον (ενν. τον σκλάβον) κακά οπού ουδέν έπρεπε να τον κόψει και έκοψέν τον και διά τούτο ετελεύτησεν Ασσίζ. 17710, 11. 7) Χαράζω, λαξεύω: Εντέχνως είχε λαξευτά γράμματα κεκομμένα Βέλθ. 382· Είδε κἀκεί τον Λέανδρον εκ λίθου κεκομμένου Βέλθ. 456. 8) Κατατρίβω, φθείρω: Κόφτεται η πέτρα με σκοινί, το σίδερο σηπιέται Τζάνε, Κρ. πόλ. 35421. 9) Καταβάλλω· αφανίζω: τους βασιλιάδες έκοψεν η τύχη η εδική του (ενν. του Αλέξανδρου) Τζάνε, Κρ. πόλ. 1347· θάνατος έκοψεν αυτού νεότητος το κάλλος Διγ. Z 4476. 10) (Προκ. για χρήματα) «χαλάω», ξοδεύω: το έκοψες (ενν. το υπέρπυρον) και έπιες και εχαροκοπήθης Πουλολ. (Τσαβαρή) 154. 11) Κάνω τάφρο (για να μπει το νερό της θάλασσας): εκόψαν την θάλασσαν και επερικυκλώσαν την (ενν. την Πάφον) Μαχ. 35814‑5. 12) Διασχίζω, διατρέχω (φεύγοντας από κ. ή κάπ.): Κόπτει ο λύκος το βουνίν, η αλωπού το δάσος Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1072. 13) Αποκόπτω από τον ανεφοδιασμό, πολιορκώ: Το Ρέθεμνος σαν έκοψε κι ήθελε το νικήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 23517. 14) Ανακόπτω τη ροή: το νερό ’χε κόψει| στην χώρα να μην έρχεται Τζάνε, Κρ. πόλ. 25322. 15) Διακόπτω: παραδράμω τα τα τότε λαληθέντα,| κόψω και τούτον τον ειρμόν, πλάτος ο λόγος έχει Λίβ. Sc. 3026. 16) α) Περικόπτω, καταργώ, αφαιρώ: ως ... πατριάρχης ... έκαμεν οικονομίας πολλάς και δωρήματα έδωκε και έκοψε τα χίλια φλωρία του πεσκεσίου· και έμεινεν αυτό δύο χιλιάδας Ιστ. πατρ. 17919· Τα αυτά άσπρα πολλ(α)πλασίασον με τα β΄ και ... κόφτε τα τρία έμπροσθεν ψηφιά Rechenb. 303· κόφτει (ενν. ο θάνατος) τες ημέρες του και φέρνει τον στον Άδη Ιστ. Βλαχ. 2844. β) απαλάσσω κάπ. από κ.: όρισε τον σιρ Μπαλιάντε Σασιου και πράκτορα Κύπρου και έκοψε τους καλογέρους της μονής ονόματα ιη΄ από στρατείαν και καπνικόν Νεκρολ. φ. 69r. 17) Συγκρατώ, εμποδίζω, ματαιώνω: έκοψεν τον σουλτάνον από την κακήν όρεξιν όπου είχεν εις τον μαντατοφόρον Μαχ. 1849· έκοψεν την κραταιάν και απρόσμαχον του Αχιλλέως ορμήν Τρωικά 52620· Είπε πολλά ο Φίλαρμος ως ίνα τον ελκύσει,| αλλά γε τούτου την βουλήν ουκ ηδυνήθην κόψαι Βέλθ. 66. 18) Καταργώ, παύω: την πόλιν των Χριστιανών ...| να πάρουν αφ’ τα χέρια των, να κόψουν έπαρσίν των Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 358· επέψαν ... πολλούς λας των αρμάτων να κόψουν το σκάνταλον και να βλεπίσουν και την χώραν Μαχ. 2304. 19) Λύνω, ακυρώνω: εκόψασι τες σύβασες και πλιο τως δεν μπορούνε| να ’χουσι την ελευθεριά Τζάνε, Κρ. πόλ. 41610· κόπτω τον όρκον οπού έποισα εγώ εις εσένα Λίβ. Esc. 3979· Θέλει να ’ναι (ενν. το τεσταμέντο) κομμένο και ανουλάδο, ωσάν ποτέ να μην είχε γενεί Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1415. 20) Ορίζω, καθορίζω: σύρε να κόψομε διαθήκη εγώ και εσύ και να είναι για μάρτυρας ανάμεσά μου και ανάμεσά σου Πεντ. Γέν. XXXI 44· να πάγει να δει και να τα στιμάρει, και ό,τι πρέζιον θέλει κόψει να είναι και ν’ απομένει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2118. 21) α) Ενοχλώ, στενοχωρώ, βάζω σε έγνοια: η γαϊδάρα όντας γλακά και κόβει τη το γάλα Στάθ. (Martini) Β΄ 80· οπού ’ξευρε (ενν. το καλογεράκι) κι εμάλωνε και τσ’ έκοπτε συχνάκι Τζάνε, Κρ. πόλ. 53018· λογισμοί έκοπτον αυτού πονηροί την καρδίαν Διγ. (Trapp) Gr. 1364· κόπτει την η φροντίδα Φλώρ. 1243· ουκ οίδα τι έναι τό πονείς και ουκ οίδα τι σε κόφτει Αχιλλ. L 613· β) βασανίζω, παιδεύω: οδι’ αγάπην τά ’θεκες κι εμένα κόφτει ο πόνος Ερωτοπ. 243· Οι έρωτες με σφάζουσιν και κόφτει με η αγάπη Ερωτοπ. 153. 22) Πραγματοποιώ: εξάμωνε πλατέα και έκοπτε στενά Χειλά, Χρον. 355. Β´ Αμτβ. 1) α) Είμαι οξύς, κοφτερός: το σπαθί τ’ Αγαρηνού πώς έκοφτε να δούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5206· αν το πιάσεις (ενν. το μαχαίρι)| αποδεκεί οπού κόβγει,| μπορεί να σε πληγώσει Πιστ. βοσκ. I 4, 11· β) έχω δυνατότητα να σφάζω· θανατώνω: που ’ρθασιν οι Αγαρηνοί μ’ όλη την αντρειά τως| και οι Ρωμιοί εσώσανε κι εκόπταν τ’ άρματά τως Τζάνε, Κρ. πόλ. 1722. 2) Τεμαχίζω (το ψωμί, το φαγητό) (Για τη σημασ. βλ. Πολ. Λ., Ελλην. 14, 1955, 524): ήφερέ με ομπρός σας| να κόπτω εις την τάβλα σας κατά τον ορισμό σας Τριβ., Ρε 206. 3) Δέρνομαι, θρηνώ: κλαί’ και κόπτει και θρηνεί άχρι της τελευτής του Φυσιολ. (Legr.) 734. 4) Βλάπτω: πράξις γαρ η ασύμβουλος ουκ ωφελεί, αλλά κόπτει Σπαν. A 335. II. Μέσ. 1) α) Χωρίζομαι σε μέρη: [εκείνη] η στράτα ...| εις εκατόν εκόπτετον μικρά μονοπατίτσια Λίβ. P 1114· β) σπάζω: την έκαμε κι εβγήκε (ενν. η σαΐτα),| μα μέσα πρώτα εκόπηκε Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1298]. 2) α) Φροντίζω, ενδιαφέρομαι: είδα πώς εκόπτονταν κι εβιάζονταν να μάθουν Απόκοπ.2 149· β) ανησυχώ, στενοχωρούμαι, υποφέρω: Ώφου και πώς το κόβγουσου, πώς το ’βανες στο νου σου,| πώς τ’ όνειρό σου το πρικύ σήμερον εφοβούσου! Ερωφ. Ε΄ 587· η κόρη κόπτεται δι’ εσάς και εσείς αμερεμνάτε; Λίβ. Esc. 2953· ταις εννοίαις κόπτεται, τοις λογισμοίς κλονείται Καλλίμ. 1766. 3) Δέρνομαι: έκλαιον πικρώς και εκόπτοντο θρηνούντες απαραμύθητα Ιστ. Βατοπ. 40· (με την αιτιατ. θρήνον, κοπετόν): θρήνον εκόπτετον δριμύν Φλώρ. 400· ταύτα ειπών εκόψατο κοπετόν μέγαν μετ’ οιμωγής και δακρύων Δούκ. 17117. 4) Διακόπτομαι, παύω: εχάθηκεν ο ύπνος της, εκόπη το φαητό τση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1319. Φρ. 1) Κόπτω μαύρα = μαυροφορώ (από πένθος): μανθάνοντα ο Αποστόλες πως επέθανεν η ρήγαινα επήρεν μεγάλην πλήξιν και εκόψεν μαύρα Βουστρ. 427. 2) Κόπτω την πνοή κάπ. = αφαιρώ τη ζωή κάπ., θανατώνω: τέλεια αρνήθημ με κι έκοψεν την πνοήν μου Κυπρ. ερωτ. 1134. 3) Κόβεται η λαλιά μου = σταματά η ομιλία μου: Τα χείλη κατεμαύρισαν κι εκόπην η λαλιά τως Απόκοπ. (Παναγ.) 513. 4) Κόπτω φωνή = βάζω φωνή, κραυγάζω: Ο κάτης ήκοψε φωνή άγρια, πολλά μεγάλη Κάτης 85. 5) Με κόβγει η έγνοια = ανησυχώ, νοιάζομαι: έγνοια δεν τους έκοβγε κι εκείνα να θωρούσι| ξοπίσω του θανάτου τως, απού ’χουσι να ’ρθούσι Ερωφ. Α΄ 527. 6) Με κόπτει ίδρος = ιδρώνω από ψυχική ένταση: λιγομάρα μ’ έπιασεν ...| και ίδρος μ’ έκοψε Ch. pop. 574. 7) Με κόφτει διά κ. = ανησυχώ, ενδιαφέρομαι, φροντίζω για κ.: μηδε διά εντροπήν σάς κόφτει, μήτε διά τιμήν Θεματογραφία 11· Γενοβέσοι ... οπού σας κόπτει πλέον| όπως να ξαναπάρετε σπίτια σας τα χαημένα Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 556. 8) Κόβεται η καρδιά μου = α) εξαντλούμαι, λιποθυμώ: Εχάθηκέ μου η δύναμη, εκόπηκε η καρδιά μου Θυσ.2 191· β) λιποψυχώ, δειλιάζω: Μη δεν αφήνεις, Δίδυμε, να κόβετ’ η καρδιά σου| στους φόβους τούς ανθρώπινους, μα θαρρεμένος στάσου Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1081]. 9) Κόβονται τα πόδια μου (ή τα μέλη μου) = «κόβεται» η δύναμή μου, αποκάμνω (εξαιτίας έντονου συναισθήματος): τα πόδια μου εκοπήκασι κι εθάμπωσε το φως μου Ερωφ. Δ΄ 214· Τα μέλη μου εκοπήκασι κι η ψη μου απολιγαίνει Πανώρ. Γ΄ 534. 10) Κόβονται τα σωθικά μου = εξαντλούμαι, αποκάμνω (από έντονο συναίσθημα): Μου φαίνεται κοπήκασι όλα τα σωθικά μου Ευγέν. 1010. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = 1) Κουρασμένος, άτονος: Νένα, τα πρικαμένα μου μέλη γροικώ κομμένα Ερωφ. Ε΄ 267. 2) Απόκρημνος: οδιά την ταραχήν απού κάνει η θάλασσα εις τα μεγάλα χαράκια απού είναι εκεί και ριζιμιά και κομμένα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 460. 3) Αποκομμένος, ερημικός: να σηκώσει το ρίφι απάνου του όλα τα κρίματά τους προς ηγή κομμένη και να απεστείλει το ρίφι εις την έρημο Πεντ. Λευιτ. XVI 22.
       
  • λινός, 
    επίθ., Ορνεοσ. αγρ. 5552, Πουλολ. (Τσαβαρή) 181, Αχιλλ. L 543, Αχιλλ. N 1250, Πεντ. Γέν. XLI 42, Έξ. XXV 4, Λευιτ. VI 4, Απόκοπ. (Παναγ.) 173.
    Από το αρχ. επίθ. λίνεος‑λινούς και αναλογ. με τα επίθ. σε ‑ος (Βλ. Ανδρ., Λεξ. και Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 567). Η λ. σε Διαθ. του 1487 (Σάθ., ΜΒ Ϛ΄65627). Το αρσ. ως ουσ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 636 και Λουκά, Γλωσσάρ. 281). Η λ. και σήμ.
    Που είναι κατασκευασμένος από λινάρι: έτερα έργατα … μεταξωτά καμωμένα και με νήμαν λινόν Ασσίζ. 24328· να φορέσει ο γιεριάς ’πικάμισο λινό Πεντ. Λευιτ. VI 3. Το ουδ. ως ουσ.: 1) Πολυτελές λεπτοΰφαντο λινό ρούχο (Για την υφή και χρ. των λινών ενδυμάτων βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2 22-3): ολόγυμνην την έκδυσεν (ενν. ο Αχιλλεύς την κόρην) μετά λινού και μόνου,| το δε λινόν … ήτον ως άχνη μόνον· και μετά πόθου του πολλού επλήρωσαν τον έρων Αχιλλ. N 1249· ηγάπαν (ενν. η κόρη) … φράγκικην φορεσιάν (παραλ. 1 στ.) …, τα λινά τά λέγουν ανεμίτσια Αχιλλ. N 805· τα χνότα σου μυρίζουσι και τα λινά σου λάμπουν (παραλ. 1 στ.), από τον κόσμον έρχεσαι, των ζωντανών την χώραν Απόκοπ.2 83. (Βλ. επίσης και ά. ανεμίτσι). 2) Κυνηγετικό δίχτυ (Για τη σημασ. βλ. Κριαρά [Πανώρ. σ. 263 (λ. ξέλινα)]· πβ. και Σούδα, όπου λίνος = δίκτυον): Τίβοτας εδοξέψασι, (ενν. η Πανώρια και η Αθούσα), γιαταύτος μια την άλλη| σέρνει λινά και ξέλινα Πανώρ. Δ΄ 21.
       
  • μαζώνω (I), 
    Χρον. Μορ. H 3550, Χρον. Μορ. P 1390, Διγ. Z 3208, 4441, Λίβ. Esc. 1056, Ιμπ. 846, Χρον. Τόκκων μετά στ. 961, 3859, Θησ. Ε΄ [316], Ϛ΄ [135], Διήγ. Αλ. V 86, Απόκοπ.2 203, 205, Ιμπ. (Legr.) 330, 690, Πεντ. Γέν. XLVII 14, Έξ. IV 29, Χρον. σουλτ. 6022, Πανώρ. Β΄ 93, Ε΄ 370, Ερωφ. Α΄ 543, 556, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 957, 2285, Δ΄ 860, 1869, Θυσ.2 195, Ζήν. Δ΄ 123, Διγ. O 2338, 2793, Διακρούσ. 10929, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1475, 44713, κ.π.α.· μαζώχνω, Πηγά, Χρυσοπ. 276 (3). αόρ. μάζωξα.
    Από το ουσ. μάζα και την κατάλ. ‑ώνω (Ανδρ., Λεξ.). Ο τ. κατά τα ρ. σε ‑χνω από επίδρ. του κοινού αορ. σε ‑ξα. Η λ. το 12. αι. (Βλ. Trapp, ΕΕΦΣΠΚ 5, 1989, 189), στο Meursius (λ. μαζόννειν) και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Συγκεντρώνω: Συνήθιν έν’ τω βασιλιώ πολέμους να σηκώνου,| … φουσσάτα να μαζώνου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ.δ΄ 2· είπεν ο Ιαακώβ των αδερφιών του: «Μαζώξετε πέτρες»· και επήραν πέτρες και έκαμαν σωρό Πεντ. Γέν. XXXI 46· (μεταφ.): εμάζωξε και λογισμούς πολλούς εις την καρδιάν του Διγ. Z 1827· β) (προκ. για καρπούς) συγκομίζω, σοδιάζω: αμπέλια να φυτέψεις και να δουλεύγεις και κρασί να μη πιεις και να μαζώξεις Πεντ. Δευτ. XXVI11 39· (με σύστ.αντικ.): μάζωμα του θέρους σου μη μαζώξεις Πεντ. Δευτ. XIX 9· εσκορπίστην ο λαός εις όλη την ηγή την Αίγυφτο να μαζώξουν μάζωμα για άχερο Πεντ. Έξ. V 12· γ) αποταμιεύω: μαζώνετε δηνέρια| να έχετε εις θάνατον και εις μνημόσυνά σας Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. III 41. 2) Περισυλλέγω: κονιορτός να γένουμουν, άνεμοι να μ’ επήραν| <και> να με εμαζώνασι [οι πολύθλιβοι] διά παρηγορίαν Περί ξεν. A 236. 3) Συγκαλώ, προσκαλώ: εμάζωξαν ο Μωσέ και ο Ααρών τη συναγωγή όμπροστε στη πέτρα Πεντ. Αρ. XX 10· πέμπει (ενν. η γυναίκα) και μαζώνει τους μεγιστάνους και τες αρχόντισσες να έλθουσι Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 415. 4) Παρασύρω, σαγηνεύω: όνταν υπάν οι χριστιανοί όλοι εις τες εκκλησίες,| εγώ (ενν. η πολιτική) γυρίζω μοναχή, μαζώνω τους κοπέλους Σαχλ., Αφήγ. 881. 5) Συμπτύσσω: Εμάζωνε (ενν. το φαρίν) τα ποδάρια του εις ένα τόπον και έπειτα άπλωνέν τα Διγ. Άνδρ. 31916· όταν το διώχνει τινάς, ταυρίζει τα ποδάρια του και τα μαζώνει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 60v· Τα χέρια τους δεν δύνουνται απάνω να σηκώσουν,| ουδέ να τα μαζώξουσιν, ουδέ να τα ξαπλώσουν Απόκοπ. (Παναγ.) 506. 6) Αρπάζω, κλέβω: Έρχεται μέσα στο χωριό (ενν. ο Χουσαΐνης) …| … εμάζωξε το πράγμα τους και τον λαόν σκλαβώνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 23714. 7) Απομακρύνω, εξαφανίζω: εθυμήθην ο θεός τη Ραχέλ … και εγγαστρώθην και εγέννησεν υιό και είπεν: «Εμάζωξεν ο Θεός την εντροπή μου» Πεντ. Γέν. XXX 23. Φρ. 1) Μαζώνω τη βουλή μου = παίρνω απόφαση: Απώρας βάλε την βουλήν με την καλήν την ώραν (παραλ. 1 στ.) και τη βουλή σου μάζωξε, σάλευσε ριζικόν σου Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 632. 2) Με μαζώνει ο Χάρος = πεθαίνω: Σώπα, μη κάμω σήμερο να σε μαζώξει ο Χάρος Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 258. Β´ Αμτβ. 1) Συγκεντρώνω, συγκομίζω: εορτή των καλυβιών να κάμεις εσέν εφτά μέρες όνταν μαζώξεις από το αλώνι σου και από το λίνο σου Πεντ. Δευτ. XVI 13. 2) Αποταμιεύω: διά τον εμαυτόν σου μάζωνε και καλόν θέλει σ’ έβγει Σαχλ., Αφήγ. 293. IΙ. Μέσ. 1) α) Συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι: Μου φαίνεται καλή βουλή όλοι να μαζωχτούμε(ν),| να δούμεν τα καπίτουλα και να συμβουλευθούμε(ν) Άλ. Κύπρ. 1178 οι βαρεμένοι σήμερο του πόθου ας μαζωκτούσι| τα βάσανά μου τ’ άμετρα και τσι καημούς να δούσι Πανώρ. Δ΄ 139· β) (εδώ με επιθετική έννοια) «πέφτω» πάνω σε κάπ.: ουχ εύρισκον τινάς ανδρειωμένους| να μαζωχθούν απάνω μου και δώσουσι ραβδέας Διγ. Z 2944· γ) (προκ. για στράτευμα) συμπτύσσομαι, πυκνώνω: έρχουνταν (ενν. οι Τούρκοι) μαζωμένοι| διχώς τάξιν πολεμικήν Παλαμήδ., Βοηβ. 283. 2) Συγκαλούμαι, συνέρχομαι: πόσους κανόνας εποίησε πάσα Σύνοδος και διά ποίαν αφορμήν εμαζώνονταν Βακτ. αρχιερ. 218· μέλλουσιν να έλθουσιν εις την σύνοδον ετούτην οπού μαζώνεται από κάθε επαρχίαν Χριστ. διδασκ. 479. 3) Συμμαζεύομαι, μπαίνω σε τάξη: πολλά καλά τους εκυβέρναν … και έτσι εμαζώχθην η χώρα και εγίνην μεγάλη και καλή Συναδ., Χρον. 50. 4) Περιορίζομαι: οπ’ όλη μου η ζωή ευρέθη μαζωμένη| σ’ ετούτον τον μικρότατον τόπον Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [223]. 5) Επανέρχομαι (συν. στο σπίτι): Ταχιά ταχιά σηκώνονται (ενν. οι ζευγάδες, βοσκοί, κλπ.) εις την δουλειάν να πάσιν (παραλ. 1 στ.) και όντε μαζωθούν αργά, έρχονται κουρασμένοι Σαχλ., Αφήγ. 180· ο λαός δεν εσυνεπήρεν ως να μαζωχτεί η Μιριάμ Πεντ. Αρ. XII 15. 6) Παίρνω επιφυλακτική στάση: Ως τ’ άκουσε (ενν. ο Ρωτόκριτος), εμαζώχτηκε κι ήδειξε να μανίσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 941. 7) (Προκ. για θάνατο) κατευθύνομαι για να προστεθώ κάπ.: είπεν (ενν. ο πατέρας) προς αυτουνούς· «Εγώ μαζώνομαι προς τον λαό μου· θάψετε εμέν προς τους γονεούς μου …» Πεντ. Γέν. XLIX 29· εδαπανεύθην και απέθανεν ο Αβραάμ με γεράτειο καλό, γέρος και χορτασμένος, και εμαζώχτην προς το λαό του Πεντ. Γέν. XXV 8.
       
  • μπαίνω,  
    Ερμον. Μ 115, Περί ξεν. A 244, Αχιλλ. L 992, Χρον. Τόκκων 58, Φαλιέρ., Ιστ.2 527 χφ Ν κριτ. υπ., Μαχ. 45432, 6526, Θησ. Β΄ [118], Κορων., Μπούας 62, 75, Αχέλ. 1079, 1767, 1940, Πανώρ. Πρόλ. 48, Α΄ 18, Β΄ 138, Γ΄ 35, Δ΄ 36, Ε΄ 56, Ερωφ. Α΄ 303, Β΄ 235, Γ΄ 184, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 182, Β΄ 581, 713, Γ΄ 359, Δ΄ 261, 656, Ευγέν. 636, Σουμμ., Παστ. φίδ. Πρόλ. [26], Γ΄ [88, 91], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 455, Ιντ. γ΄ 82, Διγ. O 2568, Διακρούσ. 9617, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1629, 1755, κ.π.α.· εμβαίνω, Σταφ., Ιατροσ. 9253, Προδρ. Ι 126, Ασσίζ. 43318, Διγ. Z 195, 759, Διήγ. Βελ. (Neap.) 310, Λίβ. P 1230, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 891, Μαχ. 1523, 2664, 52621, Σφρ., Χρον. μ. 2615, Βουστρ. 445, Σουμμ., Ρεμπελ. 178, κ.π.α.· εμπαίννω, Μαχ. 61814, Κυπρ. ερωτ. 1556· εμπαίνω, Λόγ. παρηγ. L 150, Προδρ. III 168, Ασσίζ. 52, 3225, Διγ. A 1750, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 667, 1512, Βέλθ. 742, Χρον. Μορ. H 8799, Διήγ. Βελ. 213, Λίβ. Sc. 75, Αχιλλ. L 216, Ιμπ. 64, Χρον. Τόκκων 292, Μαχ. 4816, 1306, Χούμνου, Κοσμογ. 151, Αλεξ. 669, Συναξ. γυν. 711, Αιτωλ., Μύθ. 126, Πανώρ. Β΄ 252, Ερωφ. Α΄ 274, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 758, Β΄ 683, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [753], Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 207, Ζήν. Α΄ 17, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17515, 23929· επαίνω, Ασσίζ. 343, Μαχ. 1527, Κορων., Μπούας 64· μπαίννω, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 491, Θρ. Κύπρ. M 211· αόρ. έμπηκα, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 318, Απολλών. (Wagn.) 773, Απολλών. 135, 767, Βεντράμ., Φιλ. 126, 216· ήμπα, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 416, Βέλθ. 951, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 385, Απολλών. (Wagn.) 96, Απολλών. 274, 378, Αχιλλ. L 59, 183, Διγ. O 2092· αόρ. έμπα, Απόκοπ. (Παναγ.) 438· μτχ. παθητ. παρκ. εμπασμένος, Π. Ν. Διαθ. (Λαμπάκης) φ. 256r, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 87· μπασμένος, Αχέλ. 2206, Πιστ. βοσκ. IV 5, 159, Ευγέν. Πρόλ. 126, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [719], Τζάνε, Κρ. πόλ. 5169.
    Το αρχ. εμβαίνω. Ο τ. εμπαίννω στο Meursius και σήμ. στην Κύπρο, όπου και ο τ. μπαίννω, καθώς και τ. ημπαίννω (Σακ., Κυπρ. Β΄ 540, 669, Λουκά, Γλωσσάρ. 145 και 323, λ. εμπαίννω, μπαίννω). Ο τ. εμπαίνω σε έγγρ. του 1618 (Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 64), στο Βλάχ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο αόρ. ήμπα, καθώς και ο τ. της μτχ. παθητ. παρκ. εμπασμένος στο Somav. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
    Α´ Αμτβ. 1) α) Εισέρχομαι, μπαίνω μέσα σε κάπ. χώρο: μπαίνει (ενν. η Αρετή) στο παλάτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1225· Έμπα στο σπήλιο, αγάπη μου, λοιπόν και μην αργήσεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [841]· τον είδασιν να εμπεί εις την οικίαν Ασσίζ. 985· β) (στην αγκαλιά κάπ.): Κόρη περίσσια ευγενική …| … ’ς τσ’ αγκάλες μου, σαν επεθύμου, μπαίνει Ερωφ. Α΄ 24· εις αγούρου αγκάλες να έμπω Αχιλλ. L 684· γ) (σε σημείο, μέρος του σώματος): ο άνεμος τον κορνιακτόν σηκώνει,| σκορπίζει τον και, αν ευρεθεί ομμάτιν ανοιγμένον,| εμπαίνει και θολώνει το Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2711· κλαίουν, χαίνουσι (ενν. τα πουλία) και μύγες και ακρίδες| υπάσιν και εμπαίνουσιν απέσω στην κοιλιάν τους Φυσιολ. (Legr.) 212· ως έβγουν από την καρδιά και μες στο στόμα μπούσι (ενν. οι αναστεναμοί),| με τον αέρα βγαίνουσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 327· (εδώ προκ. για υγρό) «μαζεύω»: εκείνος οπού εκαλλίκωνεν το άλογόν μου εκάρφωσέν το και απ’ εκείνον το κάρφωμαν ενέβην νερόν και το κτηνόν μου ελαβώθην Ασσίζ. 43318· δ) (προκ. για ερωτική πράξη): Μάννα μου, τις να το συχωρήσει| από εκεί οπού εβγήκα να εμπώ· ο Θεός να μη το ορίσει Συναξ. γυν. 372. 2) α) (Μεταφ.): αξίωσέ τες, Κύριε, ’ς παράδεισον να μπούσι Διήγ. ωραιότ. 129· αφήνεις στην καρδιά τη δυνατή σου μέσα| να εμπεί η γιαγάπη Στάθ. (Martini) Α΄ 136· επήρε τους ο δαίμονας, εμπαίνει εις τες κοιλιές των (ενν. των φυλακατόρων) Σαχλ., Αφήγ. 542· (εδώ για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 331)· β) (σε μεταφ.): εις την καρδιάν τους έμπαινεν όφης να τους δαγκάνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 27112· ενέβην ο διάβολος εις την καρδίαν τους Βουστρ. 490. 3) Εισάγομαι: έστεκε (ενν. ο Μοτσενίγος) ... (παραλ. 1 στ.) ν’ αποσφαλίξει τα νερά στην πόλη να μην μπαίνου| βρώσες Τζάνε, Κρ. πόλ. 36118. 4) α) Εισχωρώ: Από την ρίζαν το νερόν να εμπαίνει του αμπελίου| και εις ένα έκαστον κλαδίν να τρέχει ν’ αναβαίνει Λίβ. Sc. 1361· β) (μεταφ.) τρυπώνω: Χωρεί (ενν. ο φθόνος) και μπαίνει πανταχού, χωρεί και πιάνει πάντας Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 27. 5) α) Επιβιβάζομαι: σ’ άλλον καράβι μπήκασι κι ήλθασι στην Κερκύραν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2294· εμβάς εις έν των κορφιατικών καραβοπούλων ο δεσπότης κυρ Θωμάς ... διέβη εις τον Αγκώνα Σφρ., Χρον. μ. 12429· β) (σε μεταφ.): πολλών ανθρώπων οι ψυχές σήμερο θέλου εμπούσι| στη βάρκα του Αχέροντος Ζήν. Α΄ 25. 6) α) Ορμώ, επιτίθεμαι: ένα του καπετάνιον ... πρεζούνον μπήκε κι έπιασε μέσ’ από τα μαχαίρια Κορων., Μπούας 10· Οι Φράγκοι τών εσμίξανε και μπαίνου και τσι δένου Τζάνε, Κρ. πόλ. 44417, εις τα πρόβατα ο πεινασμένος λύκος| εμπαίνει απέ την πείνα του σα να ’τον λυσσασμένος Θησ. (Foll.) I 75· β) εισβάλλω: ο ρήγας Τζίτμανος ...| με όλα τα φουσσάτα του εμπήκεν στην Βλαχίαν Σταυριν. 312· θα μπούσιν οι εχθροί να σφάξουν τον λαόν σου Τζάνε, Κρ. πόλ. 20016· άγιοι Δέκα Μάρτυρες …| … τώρα βοηθήσετέ μου| μη μπούνε οι Αγαρηνοί να με καταπατήσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4993· γ) παραβιάζω: καταραμένος οπού εμπαίνει εις το σύνορο του σύντροφού του Πεντ. Δευτ. XXVII 17. 7) α) Έρχομαι, φτάνω: με την ώρα μπαίνει| ’ς τούτον τον τόπο η μάννα τση η πολυπικραμένη Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 173· εκεί σαν έμπεις (ενν. στην Κυδώνια), ρώτηξε, όποιος κι α σ’ απαντήξει,| τ’ αφέντη μας ... το σπίτι Πανώρ. Αφ. 15· β) προσέρχομαι, παρουσιάζομαι (σε κάπ. ανώτερο): ο Χοσαΐνης προσκυνά ...| κι εις του βιζίρη με χαρά έρχετ’ ομπρός και μπαίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 40326· προς την δέσποιναν εμβαίνουσιν ως δούλοι και προσκυνούσι δουλικώς Καλλίμ. 2140· γ) (προκ. για το θάνατο): δίχως να με κράζουσι συχνά ’ς τσι γάμους μπαίνω| κι αρπώ νυφάδες και γαμπρούς Ερωφ. Πρόλ. 82· όπου η αγάπη κατοικά για χαλασμόν τση μπαίνεις (ενν. θάνατε) Ερωφ. Ε΄ 216· δ) επιστρέφω: μην λυπάσαι ότι πως μισεύω και διαβαίνω,| γιατί, τάζω σου, γλήγορα ’ς τούτον τον τόπο μπαίνω Διγ. O 938· Στην Οβρακήν εδιάβηκε και όπου και αν είναι μπαίνει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 507· ε) (προκ. για πλοίο) μπαίνω στο λιμάνι, ελλιμενίζομαι: έρισεν ο σιρ Νικόλ Λαζές τον σιρ Τζουάν Γουνέμε να βιστιρίσει το έναν καράβιν ως γιον εμπαίννει Μαχ. 13031· φρ. μπαίνω εις τον λιμνιώνα,  βλ. ά. λιμνιών(ας) φρ. ς) (προκ. για ποτάμι ή τρεχούμενο νερό) χύνομαι: υπηγαίνει και εμπαίνει (ενν. ο ποταμός Βακρίνας) εις τον ποταμό Σάβα Χρον. σουλτ. 6425· χύνουν εκ του στόματος (ενν. τα ζωδία) και εκ των πτερουγίων| νερόν ...| με ταύτα δε εμπαίνουσιν εις πανωραίας φισκίνας Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1656. 8) α) Παίρνω μέρος, συμμετέχω: Οι γιανιτσάροι είναι λαβωμένοι ... και δεν ηθέλανε να εμπούσι στον πόλεμο Χρον. σουλτ. 9714· εις σύγχυσες και σκοτωμούς για λόγου της εμπήκα Ερωφ. Ιντ. α΄ 36· βοηθούμενη από τον Θεόν εμβήκεν εις τον αγώνα του μαρτυρίου Ροδινός (Βαλ.) 192· β) (μεταφ.): μπαίνει ζιμιό dum spectat me στου πόθου τα ντουέλλα Στάθ. (Martini) Β΄ 116· αφήν εμπήκα στο χορό, χρειά μὄναι να χορεύγω Ch. pop. 769 (η φρ. μπαίνω στο χορό και σήμ.)· γ) αναμετριέμαι, ανταγωνίζομαι (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 131 και Ε΄ 24): Ένας με δύο έμπαινε ... (παραλ. 1 στ.) κι επαίρνασίνε σαγιτιές στο στήθος, στα ποδάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. 28615· μοναχός μου εμπήκα| ’ς τόσους σου οχθρούς πολλές φορές και νικητής εβγήκα Ερωφ. Δ΄ 701· δ) αρχίζω, επιχειρώ κ.: Έτσ’ είναι κι εις τον άγουρο και κόρη, όντεν αρχίσου| φιλιά να κάμουν τσ’ ερωτιάς κι εμπούσι ν’ αγαπήσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2210· εμένα η ψη μου με βαστά να μπω να αργομεντάρω| κι ένα οζό αδιάκριτο πως είσαι να τρατάρω Στάθ. (Martini) Γ΄ 229· (σε μεταφ.): την πρώτη εστράφη απολιγού, τη δεύτερη πληθαίνει,| την τρίτη παίρν’ αποκοτιά, πλια παραμπρός εμπαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2114. 9) (Προκ. για έναρξη χρον. περιόδου): ήμπε και Δικέβριος και τους σεισμούς συχνιάζει Διήγ. ωραιότ. 143· στες κθ΄ του Απριλιού, μπαίνοντας του Μαΐου Τριβ., Ρε 371· Το καλοκαίρι ογλήγορα ... διαβαίνει| κι οπίσω του ... κρυγιός χειμώνας μπαίνει Πανώρ. Γ΄ 138· Οι τρεις χρόνοι περάσασι κι οι τέσσερις εμπαίνα| που η Αρετή ήτο στη φλακή Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 845· ωσάν αρχίσου ... τα γέρα| να μπαίνουσι, τα βάσανα δε λείπου πάσα μέρα Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 24· ΠΕΤΡ. ... γλήγορα περνά ο καιρός. ΜΠΟΖ. ... και μπαίνει στην τουρτούρα Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 502· άρχιζε να βραδιάζουνται κι έμπαινε το σκοτίδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 3384. 10) α) Ανεβαίνω (Για τη σημασ. πβ. και Καψ., Αθ. 73-74, 1973, 552): δόξου έναν όφην και ήρτεν τρεχάτον και ενέβην εις το δέντρον Μαχ. 64830· ενέβην εις έναν όρος Μαχ. 2722· ενέβην εις τους τοίχους της Κερυνίας και απουπάνω ελαβώσαν τον Μαχ. 48211· β) (μεταφ.): να ’χεις φτερά να πηαίνεις| στον ουρανό και παραμπρός κιόλας α θες να μπαίνεις Ζήν. Α΄ 82· γ) εγκαθίσταμαι, κατοικώ: και να χαλάσανε τα σπίτια τα δικά μας| θέλομε μπει στα σπήλια σου να ’ναι για κατοικιά μας Τζάνε, Κρ. πόλ. 22922· ήρτεν εις την Λευκωσίαν και έμπηκεν εις το σπιτάλλιν Μαχ. 8621· (προκ. για κάπ. που γίνεται μοναχός): ο άνδρας της ένι κρατημένος να δώσει επεσαύτα εις την μονήν οπού να εμπεί (ενν. η γυναίκα) όσον του έδωκεν εις την αρμασίαν Ασσίζ. 12331· δ) (μεταφ.): μια σάρκα να γενούμε| και δυο ψυχές πασίχαρες σ’ έναν κορμί να μπούμε Πανώρ. Β΄ 314· σ’ ανθρώπους χαμηλούς χάρες δεν κατοικούσι,| πάντα στους μεγαλύτερους γυρεύγουσι να μπούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 660· ε) (για προσωρινή διαμονή): οι νέοι προς τα Σόδομα και Γόμορρα παγαίνουν,| στο σπίτιν κι εις την κατοικιάν του Λωτ αυτοί εμπαίνουν Χούμνου, Κοσμογ. 1094. 11) Καταφεύγω, κρύβομαι: σα με νικήσουνε, όλοι σας θα κοπείτε,| απήτις κι εις τα μνήματα μπείτε να φυλακτείτε Τζάνε, Κρ. πόλ. 5358· στο πατριαρχείον μπήκασι και τότε εγλυτώσαν Στ. Βοεβ. 21. 12) α) Περνώ ανάμεσα, διέρχομαι: του Τούρκου τα πλεούμενα τρίγυρα να κρατούσι (ενν. τα Χανιά),| καράβι, βάρκα των Φραγκών να μην μπορού να μπούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 15612· Οι Νέμες είναι δύο νησία· και εμπαίνεις μέσα το έναν και το άλλον και ʼράσσεις εις οργίες ζ΄ Πορτολ. A 515· β) χωρώ, περνώ: Την πόρτα να χαλάσομεν ... ,| γιατ’ είναι το άλογο ψηλό, αλλιάς λοής δε μπαίνει Φορτουν. (Vinc.) Ιντ δ΄ 146. 13) α) Ανοίγομαι, πηγαίνω στα βαθιά: ωσάν αρχίνησαν ʼκ την γην να ξεμακραίνουν| κι εισέ νερά βαθύτατα της λίμνης να εμπαίνουν,| ερχόνταν μαύρα κύματα και τον εκουκουλώναν Ζήνου, Βατραχ. 126· β) διαπλέω: εις την θάλασσαν να μπεις, πάλιν να ναυαγήσεις Απολλών. 150· (σε μεταφ.): σ’ είντα πέλαγος βαθύ και θυμωμένο μπαίνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 156· γ) βουτώ, ρίχνομαι στο νερό: εκ τον φόβον του θεριού στον ποταμόν εμπήκα Πικατ. 35. 14) Καταλαμβάνω έκταση, εκτείνομαι, επεκτείνομαι: αν γίνεται ότι κανείς άνθρωπος ... εποίκεν ... κανέναν εξωπέταστον επάνω εις τον τοίχον του και εκείνον ... να εμπαίνει εις το στενόν το ρηγάτικον περίττου παρά το τρίτον του στενού ... εντέχεται να το χαλάσουν Ασσίζ. 20315· γέγονε ... μέγας εμπρησμός, εκ του μέρους του νοτιαίου αρξάμενος και εμβάς άχρι πολλού διαστήματος Ιστ. πολιτ. 756. 15) (Προκ. για πυρετό) προσβάλλω: απέ την φλογοτομίαν εμπήκεν του η πυρά εις την κεφαλήν του και εφτερνακίστην και επέθανεν Ασσίζ. 18284. 16) Καταχωρούμαι, καταγράφομαι: τείντα πράγματα μέλλει να κρίνουν ... και τείντα εντέχεται να λάβει απ’ εκείνους οπού έρχουνται της θαλάσσου ... Τούτα θέλουν εμπεί παραμπρός Ασσίζ. 1899. 17) Παρατάσσομαι· προτάσσομαι, μπαίνω μπροστά: τα χοντρά τα κάτεργα ομπρός εκεί να μπαίνουν| τα έξι κι εις έναν καιρόν λουμπάρδες αμολέρνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1901· που ʼσαι, Κορνήλιε Κατερίν, των πολεμάρχω η δόξα,| που ήμπαινες αντήρητα εις των Τουρκών τα τόξα Ζήν. Πρόλ. 38· Ηρματώθησαν κι οι Τρώες| και προ πάντων γαρ ο Έκτωρ (παραλ. 1 στ.) μέσον τους εμπαίνει πρώτος Ερμον. Ξ 281. 18) Πέφτω, ρίχνομαι: Σα να ʼθελ’ έμπει αστραπή και αρκό να τηνε κάψει Σκλάβ. 57. 19) α) Μπήγομαι, καρφώνομαι: πάλος χοντρός στον κώλο σου να μπει με τα τσαρδούνια Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 239· β) (σε μεταφ.): φλόγα η ρομφαία| οπού στ’ Αδάμου την καρδιάν εμπήκεν σαν καρφέα Χούμνου, Κοσμογ. 326· εξανακαινουργιώσασι πάραυτας οι καημοί μου| και λόχη μεγαλύτερη εμπήκε στο κορμί μου Πανώρ. Α΄ 334. 20) Συλλαμβάνομαι, πιάνομαι: το πουλί ’δραμεν εκεί κι εις την παγίδα μπαίνει Αιτωλ., Μύθ. 4510· βρίσκομαι ωσά λαγός στη μέση| δυο κυνηγώ κι όντα θωρώ τον ένα πως μακραίνω| για ν’ αποθάν’ ογλήγορα στ’ αλλού τα βρόχια μπαίνω Πανώρ. Γ΄ 416. 21) α) Αρχίζω ν’ ασχολούμαι με κ., επιδίδομαι σε κ.: Εις τύχην ... μη πιστεύσεις| και έμπεις τότε εις κλεψιάν και εις πορνειάν και εις φόνους Σπαν. (Ζώρ.) V 345· Δεν έχεις έγνοιαν, Κύριε μου, κι η αδελφή μ’ εφήκεν| κι εγώ δουλεύω μόνη μου κι εις άλλα εκείνη εμπήκεν Σκλέντζα, Ποιήμ. 114· όπου σπιρούνια και κουπιά, κατάρτια και τες πρύμες| και να τα γράψω δε μπορώ ούτε να μπω σε ρίμες Τζάνε, Κρ. πόλ. 31820· (προκ. για τις σκέψεις κάπ.): Το ράψιμο, τα γράμματα και το κοντύλι, νένα,| αγάπου κι εις ψιλότητες οι λογισμοί μου έμπαινα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 988· β) (μεταφ.) αφιερώνομαι σε κ.: πλια ξάψε στην αγάπη του, πλια στη φιλιά του εμπήκε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 15. 22) α) Περιέρχομαι σε μια κατάσταση: ένα παιδί ... οπού μικρόν εβγήκε| απού τσ’ αγκάλες του κυρού κι εισέ σκλαβιάν εμπήκε Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 138· το φως μου και τα μάτια εθαμπωθήκα| και σε καημόν αρίφνητον εμπήκα Βοσκοπ.2 28· ν’ αλλάξουσίνε τη χαρά απ’ έχουσι σε πρίκα| θωρώντας σ’ είντα παιδωμή για μια νεράιδα εμπήκα Πανώρ. Δ΄ 146· β) υποβάλλομαι σε κ.: τα μέλη εκομπωθήκασι κι εμπήκα σ’ έτοιο κόπο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 946· ποτέ μη μπεις εις κρίσιν,| α δεν εβλέπεις τον κριτήν φιλόθεος να υπάρχει Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1095· διά το διάφορον θέλω να κινδυνεύσω| να μπω στον φόβον τούτονε Ευγέν. 424. 23) Συνέρχομαι, συσκέπτομαι: Ο δε Σερμπάνος ήκουσεν, πολλά εσυλλογάτον,| με όλους του τους άρχοντας εμπήκεν στο εφφάτον Ιστ. Βλαχ. 116· οι άρχοντες τση Βενετιάς μπαίνουσι κι ορδινιάζουν κι απού τη Φράντσα το (έκδ. του) μουσού το Σαντ-Αντρέα κράζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 46917. 24) Εκλέγομαι, τοποθετούμαι: θέλουν πάσα δυο χρόνους να αλλάσσουν τον ηγούμενον και μέλλει να μπαίνουν και νέοι ηγουμένοι Επιστ. Ηγουμ. 17415. 25) Φτάνω σε κάπ. ηλικία (Βλ. και Ανδρ., Ελλην. 15, 1957, 24): για παντρειά είμαι δότομος, σαράντα πέντε εμπήκα Στάθ. (Martini) Β΄ 257. 26) Εισάγομαι, φοιτώ (Η σημασ. στο Βλάχ.): πού τα ’μαθες και ʼς ποιο σκολειόν εμπήκες; Ch. pop. 688· Ολίγα γράμματα έμαθα και τότε τα εξαφήκα| και εις το σκολειόν των πολιτικών εγύρεψα και εμπήκα Σαχλ., Αφήγ. 60. 27) Περιλαμβάνομαι, χρησιμοποιούμαι: Κάποιοι δε από τους άρχοντας εδοκίμασαν να μάσουσιν από τους λίθους διά εδικήν τους χρείαν και δεν ημπόρεσαν. Ηθέλησε δε ο Θεός και εμβήκασιν όλοι (ενν. οι λίθοι) μέσα εις τον ναόν Διαθ. Νίκων. 225. 28) α) Συγκρίνομαι: πολλοί ανάξιοι εμπαίνουν| με τους μεγαλιότερους άξιοι μην να γένουν Αιτωλ., Μύθ. 495· β) συγκαταλέγομαι: δύσκολη δουλειά και μπερδεμένη ετούτη| να θες να μπεις σε βασιλιούς, ’ς ρηγάτα και σε πλούτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 216. 29) (Προκ. για σκηνική διδασκαλία) αποσύρομαι από τη σκηνή: Τότες μπαίνει ο Πολίταρχος με τους στρατιώτες και η Νερίνα βγαίνει και λέγει Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ μετά στ. 12· Τότες πάλι γίνουνται βροχές και αστραπές και μπαίνει μέσα η θεά και σφαλίζουσίνε οι ουρανοί και η Έλενα λέγει Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ μετά στ. 114. 30) α) (Προκ. για ποσό) κυμαίνομαι, ανέρχομαι: διά να ένι η δόσις πλείον στερεωμένη, εάν εμπαίνει περίττου παρά φ΄ πέρπυρα χρυσά, εντέχεται να γίνεται με γράψιμον Ασσίζ. 15425· τα πράγματα του θνητού τα έλαβεν ουδέν αξιάζουν επεσαύτα όσον εμπαίνει το χρέος Ασσίζ. 1366· β) προκύπτω (σαν αποτέλεσμα αριθμητικών πράξεων): επτά ήμισυ φορές είκοσι κάμνουν εκατόν πενήντα· και απέκει ειπέ: δέκα φορές εκατόν πενήντα κάμνουν ̗αφ΄·  και μοίρασέ τα με έξι· και εκείνον οπού θέλει έμπει, τόσων βουτσίων θέλει είσταιν το λεγόμενον καράβιν Καραβ. 49211· γ) αντιστοιχώ, αναλογώ: Θέλεις να το κόψεις (ενν. τo άρμενον) εις τρίτον πανίον να πάρεις τες δύο πρώτες φέρσες του φίλου· το ποιον ουδέν εμπαίνουν εις πόντο κανένα και απεκεί να μοιράσεις το πανίν και τους πόντους δεκαέξι Καραβ. 49527· δ) προσδένομαι, προσαρμόζομαι: μάντους οπού εμπαίνουν εις το κατάρτιν Καραβ. 4987-8. 31) Επέρχομαι: όπως το ξίφος της φιλιάς τους νιους ν’ αφταίννει| κι ο θάνατο στους γέροντες δίκιον να μπαίννει Κυπρ. ερωτ. 15612. 32) Βασίζομαι· (μεταφ.): να μην εμπεί τινάς εις καστελλιού ελπίδα| και μετά τούτην να χαθεί του Βούργου η φροντίδα Αχέλ. 2146. Β´ Μτβ. 1) α) Περνώ, διαβαίνω (με αντικ. τη λ. πόρτα): ενέβην (ενν. ο ρήγας) την πόρταν του π(α)λατίου και εγροίκησεν του υιού του πως έκλαιγεν Μαχ. 24237· Αφήτε την απαντοχή όσοι την πόρτα μπείτε·| ολπίδα μπλιο μην έχετε εκ την κόλαση να βγείτε Π. Ν. Διαθ. φ. 246β· Όσους εκατεπίκρανεν η Δυστυχοτυχία| ελάτε, εμπείτε σήμερον της Ευτυχίας την πόρτα Λόγ. παρηγ. L 665· β) διαπλέω, διασχίζω: εμπαίνομε έσω την Μαύρη θάλασσα Μηλ., Οδοιπ. 636· έμπα κι εσύ την θάλασσαν, έρχου όπου με βλέπεις Λίβ. Sc. 1853. 2) α) Ορμώ, επιτίθεμαι: όλοι πεζοί ως ηυρίσκονταν τες γυναίκες εμπήκαν,| τον πόλεμον αρχίνισαν και την δειλιάν αφήκαν Θησ. (Foll.) I 72· β) εισβάλλω: ήλθαν οι Τούρκοι σα θεριά να μπούσινε την χώραν Τζάνε, Κρ. πόλ. 18517· γ) (μεταφ.) αντιμετωπίζω: Την δύναμήν μου πήρες τη, Χάρο, και παραδέρνω| και η καρδιά λιγοψυχά, μέγα βουνάρι μπαίνω Αλφ. 1074· δ) κτυπώ: κατεβαίννει ένας κόρπος από το τριπουτζέττιν και εμπαίνει της περδέσκας των κατέργων και παίρνει την και ρίβγει την εις την θάλασσαν Μαχ. 48621. 3) (Με κατηγ.) γίνομαι· ορίζομαι: Άφς τονε το Ρωτόκριτο ...| να μπεις κερά στις αφεντιές κι εις τα μεγάλα πλούτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1082· να πάγει εις τον βασιλέα Λουνυάδη να εμπεί μεσίτης ... και να κάμει και αγάπη Χρον. σουλτ. προσθ. 477· ο υιός ουδέν θέλει να εμπεί εγγυητής διά τον πατέραν του Ασσίζ. 18719. 4) Στο γ΄ πρόσ. και με γεν. προσωπική α) αρμόζω· αναλογώ, ανήκω: ποια τιμωρία του μπαίνει,| ποιος θάνατος λογιάσετε Ζήν. Δ΄ 220· Περί της γυναικός της τεθνεώτης πριν του ιδίου ανδρός και τίνος εμπαίνει το μερτικόν της Ασσίζ. 166· εκείνα τά εμπαίνουν της αγίας εκκλησίας να δοθούν εις την αγίαν εκκλησίαν Ασσίζ. 327· (εδώ με δοτ. προσωπική): τοις δε παισίν εμπαίνει πάσα πράγμα της μάννα αυτών Ελλην. νόμ. 57720 (Η χρ. και σήμ. στην Κύπρο, Σακ., Κυπρ. Β΄ 570)· β) ορίζω, διατάζω: Αυτού λέγει την υπόθεσιν του χριστιανού απού παίρνει πράγματα κωλυμένα εις την γην τους Σαρακηνούς και τι του εμπαίνει να ποίσει η κρίσις εκείνου του ανθρώπου Ασσίζ. 4911. Γ´ Το γ΄ εν. ενεργ. απρόσ. (με γεν. προσωπική) 1) Πρέπει, αρμόζει, μου επιτρέπεται (Η χρ. και σε συμβόλ. του 17. αι., Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 325): ουδέν μου εμπαίνει επάραι την εμήν προγονήν ή νύμφη Ελλην. νόμ. 56717· Περί εκείνου οπού κάμνει το αγκάλεμάν του με τους μάρτυράς του, τείντα εμπαίνει να πλερώσει Ασσίζ. 2307· εάν ο προπάτοράς μας πατήρ ο Αδάμ ανέζιεν και να εχήρεψεν, ουδέν να του έμπαινε να ορμαστεί καμμίαν, διατί όλοι και όλες είμεστεν υιοί και κόρες του Ασσίζ. 3643. 2) Εξηγείται, δικαιολογείται: πώς εμπαίνει να έχω θετήν θείαν; οίον ο πάππος μου από την μερέαν του πατρός μου έχων υιόν τον κύρην μου επήρεν κόρην θετήν Ελλην. νόμ. 5678. Φρ. 1) Μπαίνω εις την αγάπη, εις έρωτα, εις τον ζυγό του πόθου, στου πόθου τα μπερδέματα, εις πόθου οδύνη, εις (ή στον) πόθο κάπ. = ερωτεύομαι: εδοξευτήκα| τα σωθικά μου το ζιμιό κι εις την αγάπη εμπήκα Πανώρ. Ε΄ 98· όσα και αν είσαι εξαίρετος ...| και ουδέν εμπείς εις έρωτα να μάθεις, να πονέσεις (παραλ. 1 στ.) είσαι ως ουδετίβοτες Λίβ. Esc. 211· αν ουκ εμπείς εις τον ζυγόν του πόθου να πονέσεις (παραλ. 1 στ.) είσ’ ουδετίποτε Λίβ. N 256· Πάσα δουλειά αλησμόνησε ...|στου πόθου τα μπερδέματα την ώραν απού εμπήκε Πανώρ. Γ΄ 512· Η Νένα δεν ελόγιαζε πως να ’μπει (ενν. η Αρετούσα) εις πόθου οδύνη| και τούτη την καλή καρδιά να παίρνει την αφήνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 455· Εγώ ’μ’ εκείνος ο βοσκός απ’ απόστεν εμπήκα| στον πόθο σου, νεράιδα μου, πάσα δουλειά μου εφήκα Πανώρ. Γ΄ 553· εύξου ... να μην εμπεί η καρδία σου εις πόθον κορασίου Αχιλλ. N 285. 2) Μου μπαίνει η αγάπη, η βουλή, η γνώμη (στο νου) = σκέφτομαι· επιθυμώ: μια χριστιανή ... είχεν έναν υιόν ..., του ποίου ενέβην του μεγάλη αγάπη να πάγει εις τα Ιεροσόλυμα Μαχ. 6486· της μπαίνει η βουλή διά να επάρει άνδρα Σπαν. (Ζώρ.) V 565· μου μπήκεν εις το νου ... μια γνώμη,| ν’ αφήσω την πατρίδα μου Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 106. 3) Μπαίνω εις αγκάλεμαν = καλούμαι να δικαστώ: Εάν ... κανείς άνθρωπος εμπαίνει εις αγκάλεμαν διά να στρέψει το δουέριν της γυναίκας του και ... ουκ έχει πόθεν το στρέψει, ... ουδέν εντέχεται ... να εμπεί εις φυλακήν Ασσίζ. 12223. 4) Μπαίνω σε αθιβολές = ανοίγω συζήτηση, κουβεντιάζω: εις τση Μηλιάς την κατοικιά βρίσκουμου πάντα αράδι| και εμπαίνοντας σε αθιβολές, τση λέγω μιαν ημέρα| γιάντα την πλουμισμένη τση και όμορφη θυγατέρα| ... δεν έχει παντρεμένη Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 282. 5) Μπαίνω στο αίμα, στο κρίμα κάπ. = αμαρτάνω με το φόνο κάπ.: Εσυμβουλεύθησαν λοιπόν να μη τον θανατώσουν| κι εμπούσι εις το αίμα του, παρά να τον σκλαβώσουν Βίος Δημ. Μοσχ. 184· μηδέν θελήσατε να εμπείτε εις το κρίμα αυτεινού του δικαίου να χύσετε το αίμα του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 276v. 6) Μπαίνω άνω - κάτω = αναστατώνομαι: Εβγήκεν ο συγχαλασμός και κτύπος των αρμάτω| κι ευθύς εμπήκεν των Τουρκών ο κάμπος άνω - κάτω Αχέλ. 1471· είδασιν Τούρκον κι έφερεν προς τον πασά μαντάτο,| που μετ’ αυτόνο μπήκασιν όλοι τους άνω - κάτω Αχέλ. 2467. 7) Μπαίνω εις άρματα, βλ. άρμα 1 φρ. 8) Εμπαίνω την αρχήν = αρχίζω (πβ. αρχή Α 1γ φρ.): πώς απέδαρε την αρχήν να έμβω της αγάπης; Λίβ. P 1235. 9) Μπαίνω στον αφορισμόν κάπ. = αφορίζομαι, προκαλώ τον αφορισμό μου από κάπ.: διά γλυκόν μαγείρευμα κρατίζουσι το αίμα| και μπαίνουν στον αφορισμόν των θείων Αποστόλων Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 789. 10) Μπαίνει κ. στα αφτία μου, βλ. αφτίον 1 φρ. δ. 11) (Ε)μπαίνω (και) βγαίνω (ή εκβαίνω) = α) διαπερνώ τις τάξεις του εχθρού: ο Μερκούριος πώς έκβαινε κι εμπαίνε| κι εσκότωνε κι ελάβουνε Κορων., Μπούας 85· Τον Θεόν παρακάλεσε βοήθειαν να τον δώσει| να μπει, να βγει από τους εχθρούς κι εξ αύτους να σκοτώσει Κορων., Μπούας 50· β) βλ. βγαίνω 1α φρ. (δ΄)· γ) βλ. βγαίνω 1α φρ. (ε΄). 12) Μπαίνω στη βουλή, στη γνώμη κάπ. = συμμερίζομαι την άποψη κάπ., συγκατατίθεμαι (Πβ. ά. βουλή 1β φρ.): ακούτε λόγους μου και εμπείτε εις την βουλήν μου Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1340· Αν ήτονε ανύπαντρη και αν ήτον κορασίδα,| ήθελα εμπεί στη γνώμη σου ... ,| αμή αυτή είναι ύπαντρη Τριβ., Ρε 82. 13) Μπαίνω εις δοκιμήν, βλ. δοκιμή 5 φρ. 14) Μπαίνω εις δρόμον, εις την οδόν, εις μονοπατάκι, εις την στράταν = α) ακολουθώ μια κατεύθυνση· ξεκινώ (Πβ. ά. δρόμος φρ. 10, 12, 13): απήτις εσιμώσασιν (ενν. οι νέοι), εις άλλον δρόμον μπαίνου Χούμνου, Κοσμογ. 1017· είς άνθρωπος ένι ξημερωμένος ημέραν τακτήν και ... ενέβην εις την οδόν να έλθει εις την ημέραν του Ασσίζ. 8829· απήτις επομάκρυνε, μπαίν’ εις μονοπατάκι,| σ’ όρος Σιγώρ καλούμενον Χούμνου, Κοσμογ. 1127· εμπαίνει εις την στράταν διά να έλθει την ημέραν του και ευρίσκει τον χείμαρρον ούτως μέγαν ... τοιούτον ότι ουδέν εμπορεί να τον περάσει Ασσίζ. 33829· β) (μεταφ.): είτις εμπεί ’ς τέτοιαν οδόν κι εις τέτοια στράτα να ’ρθει,| γη αγάπη έναι ζάχαρη, μέλι και γλυκορίζι Ch. pop. 681. 15) Μπαίνει κ. σε δρόμον, βλ. δρόμος 23 φρ. 16) Μπαίνω σ’ έγνοια, σε λογισμό,  βλ. λογισμός φρ. 5. 17) Μου μπαίνει έγνοια, μέριμνα = σκοτίζομαι, προβληματίζομαι για κ.: Εις τα φουσσάτα και τα δυο έγνοια μεγάλη μπαίνει| ποιος να ’ναι αυτός που ... σα δράκος κατεβαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 947· εισμιόν μὀκίνησε γλυκιά μέριμνα να μου μπαίνει Φαλιέρ., Ιστ.2 207. 18) Μπαίνω εις εργασία = πραγματοποιούμαι, εφαρμόζομαι: με λόγια τον καιρόν χάνω, ʼπειδή είναι χρεία| τούτο το πράγμα παρευθύς να ’μπει εις εργασία Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1171]. 19) Μπαίνω σε έχθρητα, σε μάνητα = εξοργίζομαι, θυμώνω: τ’ όνομά σου ως τ’ άκουσε, ’ς τόση έχθρηταν εμπήκε,| φαρμάκι απ’ τα ρουθούνια της ... εβγήκε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1975· τούτοι εξαγριέψασι, ’ς πλια μάνηταν εμπαίνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2375. 20) Μπαίνω σε ζηλειά = ζηλεύω, κυριεύομαι από ζήλεια: ελόγιασεν η λυγερή πως ν’ αγαπά άλλη κόρη (παραλ. 2 στ.) κι εμπήκε σε πολλή ζηλειά Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 658. 21) Μπαίνω εις ηλικίαν, βλ. ηλικία φρ. α. 22) Μπαίνω εις (ή στον) θάνατον = α) με κυριεύει φόθος θανάτου (Για τη σημασ. βλ. Μέγας [Χούμνου, Κοσμογ. σ. 182]: εις έκσταση απομένει (ενν. ο Αβραάμ)| και από του φόβου ελόγιασεν κι εις θάνατον εμπαίνει Χούμνου, Κοσμογ. 974· β) αντιμετωπίζω το θάνατο: Όλες (ενν. οι κορασίδες) ... έμπαιναν στον θάνατο ανδρειωμένα,| αφού δεν ημπορέσασιν εμπόδιον να τους ποίσουν (ενν. τους Έλληνες) Θησ. (Foll.) I 72. 23) (Ε)μπαίνω στην καδένα, εις φυλακήν = φυλακίζομαι: θέλει τα χαράτσια οπού χρωστούσι,| αλλέως στην καδένα όλοι να μπούσι Λεηλ. Παροικ. 84· εκείνος ή εκείνη οπού εντέχεται να στρέψει εκείνον το δουέριν και ουκ έχει πόθεν πληρώσει, ουδέν εντέχεται δι’ αυτού να εμπεί εις φυλακήν Ασσίζ. 12223. 24) Εμπαίννω και κατεβαίννω = πηγαινοέρχομαι: γοι ιδ΄ επισκόποι και ηγούμενοι ... εμπαίνναν και εκατεβαίνναν εις την αυλήν τον ρηγός ιε΄ μέρες να μπορήσου να του(ς) σάσουν Μαχ. 5221· η Τουρκία κοντά μας είναι και γοι πραματευτάδες εμπαίννουν και κατεβαίννουν Μαχ. 2465. 25) (Ε)μπαίνω εις κίνδυνον, κίνδυνους = διακινδυνεύω (Η φρ. στο Somav.): ο ίδιος βοσκός, στην χρείαν που τυχαίνει,| εις κίνδυνον περσότερον για το κουράδι μπαίνει Αχέλ. 1601· εις κίνδυνον εμπαίνει| όποιος την γλώσσαν ψεύτικην έχει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [575]· εγώ ʼμαι μαθημένος| εισέ μεγάλους κίνδυνους να μπαίν’ αρματωμένος Κορων., Μπούας 96. 26) Μπαίνω στον κόπο κάπ. = απολαμβάνω τα αποτελέσματα της προσπάθειας άλλου: άλλοι εκοπιάσασι και εσείς ήλθετε και εμπήκετε εις τον κόπον τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. δ΄ 38. 27) Μπαίνω εις κρίμα = αμαρτάνω: τη γδίκιωσην αφήτε| κι εις τέτοιο κρίμα σήμερο μη θέλετε να μπείτε Ερωφ. Ε΄ 600· εις το κορμί κι εις την ψυχήν εις κρίματα εμπήκες Αιτωλ., Μύθ. 156. 28) Εμβαίνω εις λέπτην = αρχίζω να περιγράφω τις λεπτομέρειες: Αφίημι τα τρανότερα κι εμβαίνω εις την λέπτην Προδρ. II 49. 29) Μπαίνω σε (ή εις) λευτεριά = απελευθερώνομαι: εις λευθεριά να μπούσι| από τους άλλους χριστιανούς μονάχα καρτερούσι; Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 15· (σε μεταφ.): μπλιο μου οπού τα χέρια του (ενν. του Έρωτα) σε λευτεριά δε μπαίνω Πανώρ. Α΄ 116. 30) Μπαίνω σε λησμονιά, βλ. λησμονιά φρ. β. 31) Μπαίνω σε λόγια, βλ. λόγος 20α και 20β. 32) Μπαίνω σε μάχη = βρίσκομαι σε διαμάχη, σε αντίθεση: Θωρώ πως με τον κύρη μου ʼς μάχη μεγάλη εμπαίνω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 165· Το ʼνα μελλάμενο με τ’ άλλο ʼς μάχη μπαίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. α΄ [75 ]. 33) Μπαίνω στη(ν) μέση(ν), (στο) μέσον = α) αναλαμβάνω τον αγώνα, την αποστολή (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 128-9, 381): έχουσιν αναμέσον τους νύμφην και γαμπρόν και να εμβείς εις το μέσον να πάρεις την νεόνυμφην να την φέρεις Διγ. Άνδρ. 34826· β) βλ. μέση φρ. 9· γ) περικυκλώνομαι (Πβ. και μέση φρ. 3): στέκουνε ...| να βγου να μασε κόψουνε μος δούνε και προβάλει (ενν. η αρμάδα)| διά θαλάσσης και ξηράς να έμπομε στη μέση Τζάνε, Κρ. πόλ. 16423· δ) μεσολαβώ, συμφιλιώνω κάποιους: ο αφέντης τη(ς) Σπάρας και επήγεν εις τους αφέντες κι επαρακάλεσέν τους να καταδεκτού να εμπούσιν μέσον του ρηγός και εκείνου να τους ποίσουν αγάπην Μαχ. 1982· ε) (χρον.) μεσολαβώ: δίχως καιρός να μπει στη μέση,| δίχως περίσσιους κόπους, δίχως βάρη| ... από δροσιές κι ανάπαψες γεμάτο| πάντά ʼτονε του Πόθου το δοξάρι Ερωφ. Β΄ 499. 34) Μπαίνω μετάμελος = μετανοώ: αν σκοπήσεις άνθρωπον οπού έπαθεν δι’ εσένα (παραλ. 1 στ.), να μπεις πολλά μετάμελος εις τό ʼμοσες στον νου σου Λίβ. Sc. 615. 35) Μπαίνω σε μηχανιά, βλ. μηχανία φρ. 36) Μπαίνω σε μοναστήρι = γίνομαι μοναχός (Η φρ. στο Somav. ): εκείνος ο γάμος δύνεται πάλιν να λυθεί, εάν θελήσουσιν αμφότεροι να εμπούν εις μοναστήριον Ασσίζ. 53512. 37) Μπαίνω σε νια = αποκτώ την εύνοια, τη συμπάθεια μιας κοπέλας (Για τη σημασ. βλ. Κριαράς [Πανώρ. σ. 260]): λησμονούσι| τον πόθο μας κι εις άλλη νια γυρεύγουσι να μπούσι Πανώρ. Δ΄ 38· εξαφήκε| τον πόθο ντου κι εις άλλη νια καλύτερη (έκδ. εις άλλο νιο καλύτερο από παραδρομή) εμπήκε Πανώρ. Ε΄ 170. 38) Μπαίνω στην νίκη = πετυχαίνω το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: Ειδέ συνέβη τίποτες στην νίκην να μη εμπούμεν,| την σην πικράν υστέρησιν πώς να την υπομένω; Ιμπ. 141. 39) Μπαίνω σ’ ορδινιά = α) ετοιμάζομαι για κ.: α θέλεις, έμπα σ’ ορδινιά, σαν έχομε ʼπωμένα,| στον τόπο μου κρυφότατα να φύγεις μετά μένα Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 43· εβάλθηκε όσον ημπορει ʼκ τη χώρα να μακρύνει,| με σπούδα μπαίνει σ’ ορδινιά ζιμιό την ώρα κείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1282· β) παρατάσσομαι, παίρνω θέση μάχης: Με σπούδα μπαίνει σ’ ορδινιά να κονταροχτυπήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1181· Ως εκαλοξημέρωσεν εις ορδινιάν εμπαίνου,| με τα φουσσάτα τως κι οι δυο στον κάμπο κατεβαίνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1603. 40) Μπαίνω εις όρεξιν = επιθυμώ: διά τα μεγάλα θαυμάσια του ζωοποιού Σταυρού εμπήκεν εις όρεξιν να κτίσει ναόν τον Τιμίου Σταυρού διά την ψυχήν της Μαχ. 703. 41) Μπαίνω στην όρεξη κάπ. = γίνομαι αρεστός, αγαπητός: πάσκου και κοπιούσι| με δούλεψη και κλάηματα να μπου στην όρεξή ντως Πανώρ. Πρόλ. 69. 42) Μπαίνω εις παίδευσιν, σε τιμωρία = τιμωρούμαι: Να μείνει ατιμώρητος; μα εις παίδευσιν να μπαίνει,| γιατί αυτός ηθέλησε το χέρι του να βάλει| στους υπηρέτας του ναού Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [514]· εστράφη ο αυτός κουμέσσος οπίσω εις την Ζάκυνθον από την Βενετίαν δίχως να λάβει κανένα από τα όσα εζήτησε ... και αγροικώντας τα ο λαός εμπήκανε σε περίσσια τιμωρία Σουμμ., Ρεμπελ. 184. 43) Μπαίνει κ. σε ... στόματα = διαδίδεται, γίνεται γνωστό κ.: ό,τι κι α χώνω στα βαθιά, τόσες φορές και τόσες,| έμπει σε χίλια στόματα, έμπει σε χίλιες γλώσσες Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 262. 44) Μπαίνω εις σφάλμα = σφάλλω, απατώμαι: οπού τον έχει για κριτή (ενν. τον Έρωτα) εις είντα σφάλμα μπαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 572. 45) Μπαίνω εις τον τάφον = σκοτώνομαι, πεθαίνω: εκλείσθηκε (ενν. στο Σιμπίνι) και μερικοί μετ’ αύτον,| οι δε λοιποί δεν έσωσαν κι εμπήκαν εις τον τάφον Ιστ. Βλαχ. 340. 46) Μπαίνω εις την τζουίζαν, εις το δίκαιον = περνώ από δοκιμασία όρκου (Πβ. Ασσίζ. 34820): Περί εκείνου οπού φθείρει μίαν παρθένον και θέλει να εμπεί εις την τζουίζαν, διότι ουδέν το εποίκεν Ασσίζ. 1226· θέλει να εμπεί εις το δίκαιον, λεγόμενον φράγκικα τζουίζα, ότι ουδέν εποίκεν τούτην την αμαρτίαν της παίδενας Ασσίζ. 9829. 47) Μπαίνω σε τιμή, σε τιμές = τιμούμαι: ’ς τόση τιμή να μπαίνει| μουδένας διχωστάς θεός να ʼναι δεν του τυχαίνει Πανώρ. Δ΄ 219· να σπουδάζει όσο μπορεί πάντοτες να ψηλαίνει| κι εις δόξες μεγαλότατες και σε τιμές να μπαίνει Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 4. 48) Μπαίνω εις φαντασίαν = α) συνωμοτώ: ο ρήγας ήτον πολλά καλός, δεν επίστευσεν τα λογία τους, λαλώντα: «Δεν θέλουν τορμήσειν τ’ αδερφία μου ποττέ να μπουν εις τούτην την φαντασίαν» Μαχ. 442· β) παίρνω την απόφαση να συγγράψω λογοτεχνικό έργο: Εφάνη μου λοιπόν κι εμέν, κυρά μου, να σε γράψω| μίαν ιστόριαν παλαιά ... (παραλ. 1 στ.) ... διά στίχου απατός μου (παραλ. 9 στ.) ... εμπήκα| εις τούτηνε την φαντασίαν για να σ’ αναθυμήσω| το τι μ’ εμέναν έποικες εις τον καιρόν τον πίσω Θησ. Πρόλ. 118. 49) Μπαίνω στη φούρκα = απαγχονίζομαι: φοβούμαι| διά να μην λάχει στο στερνόν κι οι δυο στη φούρκα μπούμε Ευγέν. 466. 50) Μπαίνω στη φωτιά = α) (σε μεταφ.) πικραίνομαι: απ’ έλπιζα να βρω δροσά σε πλια φωτιάν εμπήκα,| κι αντίς χαρά π’ ανίμενα πολλήν επήρα πρίκα Πανώρ. Δ΄ 245· β) αντιμετωπίζω κινδύνους (σε μάχες), διακινδυνεύω: είναι δίκιο και πρεπό κι εκείνον απού μπήκε| ʼς τόση φωτιά για λόγου τως και νικητής εβγήκε (παραλ. 1 στ.) η αφεντιά σου …| … να συχωρέσει Ερωφ. Δ΄ 589. 51) Μπαίνω στη χάρη κάπ. = α) κερδίζω τη συμπάθεια, τη συγγνώμη κάπ.: Τούτα τα λόγια ας πάψομε και στράταν άλλη ας βρούμε,| πρίχου περάσ’ η σήμερο στη χάρη ντως να μπούμε Πανώρ. Ε΄ 140· β) προκαλώ το ενδιαφέρον κάπ., γίνομαι αρεστός: ο νιος εγύρεψε να μπει στης λυγερής την χάρη Ch. pop. 611· πόσοι ευγενικότατοι κι άξιοι παρακαλούσι| αγαφτικοί στη χάρη μου καθημερνώς να μπούσι Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 70. 52) Μπαίνω στα χέρια κάπ. = πέφτω στα χέρια κάπ., συλλαμβάνομαι: μέσα τους ελέγασιν: «Χαημένες είμεθε όλες| αν έμπομεν στα χέρια τους ετούτων των Ελλήνων» Θησ. (Foll.) I 78.
       
  • ομάδι,  
    επίρρ., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 778, Φλώρ. 1831, Πανώρ. Πρόλ. 45, Ά́ 308, Β́ 15, Γ́ 127, Έ́ 320, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 3, Ά́ 162, Β́ 114, Γ́ 2, Δ́ 420, Έ́ 156, Ερωφ. Ιντ. ά́ 7, Βοσκοπ.2 92, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 9, Β́ 224, Γ́ 414, Θυσ.2 260, Στάθ. (Martini) Ά́ 230, Ιντ. β́ 72, Γ́ 39, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 123, Β́ 104, Γ́ 49, Φορτουν. (Vinc.) Ά́  70, Β́ 131, Γ́ 616, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Á́ 1, Β́ 432, Διγ. O 839, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13827, κ.π.α.· αμάδι, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 425, 597, Χρον. Μορ. P 959, Απόκοπ. (Παναγ.) 368, Φαλιέρ., Θρ. 79, Σκλάβ. 76, Βεντράμ., Φιλ. 160, Αχέλ. 232, 1468, 1631, 1728, 1812, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 398, 411, Θυσ.2 498, Βελλερ., Επιστ. 77, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 686, Γ́ 70, Δ́ 476, Έ́ 33, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 6, Γ́ 235, 344, Ιντ. ά́ 86, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1587, 42411, κ.π.α.· αμάδιν, Απόκοπ. (Παναγ.) 421, 554· ’μάδι, Ιμπ. (Legr.) 571, Δεφ., Λόγ. 95, Αχέλ. 2336· ομάδια, Φαλιέρ., Ιστ.2 449α κριτ. υπ.· ομάδιν, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 170, Σαχλ., Αφήγ. 157, 184, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 135, 217, 568, Απόκοπ.2 279, 363, 421, Πικατ. 448, Κυπρ. ερωτ. 104, 13721, Ιστ. Βλαχ. 2082, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 293.
    Από το υποκορ. ομάδιον< ομάς ‑άδος (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 116, Georgac., Glotta 31, 1951, 224). Ο τ. αμάδι σε έγγρ. του 16. και 17. αι. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983/4, 108, 113, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 247, Κωνσταντουδάκη, Θησαυρ. 12, 1975, 116, Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 273) και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Έ́ 139). Τ. αμάδια σε έγγρ. του 1597 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 103). Τ. αμάδιν στο Du Cange και σήμ. στη Χίο (Andr., Lex. στη λ.). Ο τ. ομάδιν σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 701). Η λ. σε έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 295). Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.), κ.α.
    1) α) (Για δήλ. συνύπαρξης) μαζί: Οι θεοί παρά τον Δία| εγκαθήμενοι ομάδι| εις χρυσόν εύμορφον πάτον Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Δ [2]· Εξενοδόχησες εδώθεν κορασίδα (παραλ. 1 στ.) ομάδι να έναι άρχοντες, ξένοι πραγματευτάδες; Φλώρ. 1307· ας είστε πάντ’ αμάδι Θυσ.2 921· αναπαημένοι στέκουνται (ενν. οι αθρώποι) σ’ αγάπη πάντα ομ[ά]δι Πανώρ. Πρόλ. 61· β) (προκ. για πράγματα): ας τα τρίβεις αμάδι όλα εις έναν μουρτάριν και ας τα κάμεις αλοιφήν Σταφ., Ιατροσ. 13379· πολλοί τραντάφυλλα κι αθθούς θωρούσιν,| αμμέ τ’ αγκάθια που ’χουσιν ομάδιν| απού την προθυμιάν δεν τα βιγλούσιν Κυπρ. ερωτ. 423· γ) (προκ. για αφηρημένα): με τη χαράν η πρίκα| τα δυο εσυγκεραστήκασιν ομάδι κι εσμιχτήκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 756. 2) α) (Για δήλ. συνάντησης, προσέγγισης) μαζί: σμίγουν ομάδι οι δυο αδελφοί και είς τον άλλο εφίλει Χούμνου, Κοσμογ. 1510·· εμήνυσέ μου η κόρη μου …| … πεθυμιά πως έχει να βρεθούμε| ομάδι Φορτουν. (Vinc.) Β́ 273· πεθυμώ να σμίξομεν ομάδι| εις έσμιξη παντοτινή και ταίρι να σε κάμω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 472· (σε μεταφ.): Οι λογισμοί είναι σαϊτιές, καρδιά μου ειν’ το σημάδι| και μάχουνται και ποιος μπορεί να τα συβάσει ομάδι; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 270· β) (για δήλ. συμπλοκής, μάχης) μαζί, μεταξύ: άλλοι στο πάλεμα συμπολεμούν ομάδι Σουμμ., Παστ. φίδ. Πρόλ. [71]· Εγίνη πόλεμος πολύς, ωσάν ομάδι εσμίξαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 32013. Αρκομπουζές εδίνασι τα δύο μέρη ομάδι Διακρούσ. 8324. 3) (Για δήλ. κοινών ενεργειών) μαζί, από κοινού: Ομάδι συνοδεύγομε, ομάδι πορπατούμε Θυσ.2 569· βούηθα μου κι ας πολεμούμε ομάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 541· μας εδόθηκεν ομάδι να κρατούμεν Απόκοπ.2 369· το δαχτυλίδι μου ... ας είναι ογιά σημάδι| ... τση παντρειάς που μελετούμε αμάδι Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 482· οι Τούρκοι σαν τα πιάσανε, εχαίρουνταν ομάδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1499· (σε συνεκδ.): ωσάν οι τρεις σας βασιλειές αμάδι να σμιχτούσι,| απού τσ’ εχθρούς σας να μπορούν όλους να φυλαχτούσι Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 69. 4) Ομαδικά: είδαμε κακά θεριά οπὄρχονταν ομάδι Αλεξ. 1552· εχύθησαν ομάδι εις την πόλιν όλοι Τρώες Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΑ2 [307]. 5) α) (Χρον.) συγχρόνως, ταυτοχρόνως: Ήμουν εγώ είκοσι χρονών και αυτός λίγο πλεοτέριν| και ομάδι εστεφανώθημαν κι είχεν καθείς το ταίριν Απόκοπ.2 368· σύντροφος με το σύντροφο να ξεψυχούν αμάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1081· Γιαμιά τρεις επαρχίες χαλούν αμάδι Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελλ. 81· Ο Κρητικός κι άλλοι πολλοί να με μαλώσου ομάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1035· β) παράλληλα: όποιος ετουνού υποτάσσεται υποτάσσεται και της αυθεντίας και αμάδι υποτάσσεται και της αυθεντίας και της εκκλησίας, επειδή είναι και άρχων Βένετος και αρχιερεύς Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 469. 6) Συνολικά: Το πόβολον του Ισραήλ, δώδεκα σκήπτρα ομάδι,| εδιάβησαν την θάλασσαν Φαλιέρ., Λόγ. 27. 7) Εξολοκλήρου: ήλιε, ρίξε τες ακτίνες σου και μάζωξε όλην την ικμάδα της γης διά να ξηράνεις ομάδι την χλωρότητά της Χίκα, Μονωδ. 141. 8) (Προκ. για σύνολο) όλοι μαζί: να ’χ’ αποθάνει, ...| τόσες μου λύπες κι άμετροι πόνοι να λείπου ομάδι Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 406· χέρια, ποδάρια άρματα έρρικτε κάτω ’μάδι (ενν. ο Βαραγάμος) Αχέλ. 644· ο κόλπος ήτο αδυνατός πολλά κι εσήκωσέν τα| κι όξω την πόρτα τα ’βγαλε ομάδι κι έριξέν τα (ενν. τα σπαθιά) Στάθ. (Martini) Γ́ 48. 9) (Με το επίθ. όλος επιτ.· βλ. ά. όλος 1α, 3γ, 4δ). 10) (Με προηγ. ή επόμ. αριθμτ.): Πάτερ αγέννητε Θεέ ...| και συ Χριστέ μου γεννητέ συν πνεύμα το άγιον (παραλ. 2 στ.). Δόξαν λοιπόν να έχετε ομάδι και τα τρία Διήγ. ωραιότ. 37· Ο θείος του και ο πατήρ [του] οι δύο ομάδι υπάσιν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 778· Κι ήτον ανάγκη να ’ν’ κι οι τρεις ομάδι οκαί να σμίξου Φαλιέρ., Ιστ.2 217· Αυτείνοι το χαρήκασιν, ομάδι το ζευγάρι Ριμ. Απολλων. (Βεν.)  [1261]. 11) (Για σύνδεση όρων ή προτ.· συχνά με το συνδ. και) και μαζί, καθώς επίσης: Η φορεσά του κι η θωριά και το φαρίν ομάδι εδείχναν πως είν’ δαίμονας Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 359· επλακωθήκασιν πολλοί, πλούσοι, πτωχοί ομάδι| και το ταχύ τους έβγαλαν διχώς εγνωριμάδι Σκλάβ. 55· Ετότες θέλεις ζεις εσύ, για ξόμπλι, …| της πίστης σου της καθαράς κι αληθινής ομάδι Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [354]· Από την μοίραν την κακήν κι ομάδι από τον πόθο,| στα δάση πάντα κατοικώ Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [457]· Της μοίρας σου της αγαθής ποσώς δεν της ζηλεύω,| μα την δικήν μου την κακήν θρηνώ κι ομάδι κλαίω Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [430]· τάσσω γοργό για λόγου σου, στον πρικαμένον Άδη,| αν κάνει χρεία, να διαβώ και να περάσω αμάδι Φορτουν. (Vinc.) Β́ 168. 12) (Σε επανάληψη επιτ.): μας εξόρισες την τεχνικήν γνώσιν των γραμμάτων και ομάδι ομάδι ίσως και την φυσικήν Χίκα, Μονωδ. 91· Δεν ημπορά αρνηθείς το πως δεν είσαι| άτυχος και λωλός ομάδι ομάδι Πιστ. βοσκ. V 5, 71. 13) (Σε θέση πρόθ.· με γεν., με αιτιατ., με τις προθ. με, μετά, σε + αιτιατ.· πβ. ά. αντάμα, μαζί) με: αυτείνη χωρίς καμίαν οκνίαν πάγει αμάδι του εις το οσπίτιν του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 423· φάλαγγες αμάδι τως ας έρθου πεζολάτες Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 107· με τον Αβραάμ και Ισαάκ ομάδι να τον θάψει Χούμνου, Κοσμογ. 1986· να πολεμήσει με σπαθί, ...| ομάδι με τον Άριστο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1272· δίδω σας την ευκή μου| ομάδι με το πράμα μου Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 330· θωρώ το Γύπαρη με τον Αλέξη ομάδι Πανώρ. Δ́ 113· Μικρούλης επαντρεύτηκε κι εσυντροφιάστη ομάδι| με ταίρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 33· πιε καμπόσ’, αφέντη μου, ομάδι μετά μένα, δροσέρεψε τα χείλη σου Ερωφ. Ιντ. ά́ 176· ποτέ μου να μη κοιμηθώ αμάδι μετ’ εσένα Χρον. Μορ. P 6072· Ένα λυκόπουλ͵ έτρεφε ποιμένας στο κοπάδι,| αντάνα το ’χε στα σκυλιά, στα πρόβατα ομάδι Αιτωλ., Μύθ. 702. Εκφρ. 1) Με τον καιρόν ομάδι, βλ. ά. μετά 24δ. 2) Σ’ ένα καιρόν ομάδι = συγχρόνως: και σπούρδα και σημάδι| των άπονων σαΐτων θέλω είσθαι| σ’ ένα καιρόν ομάδι Πιστ. βοσκ. II 3, 72. 3) Σε (’ς) μια βουλήν αμάδι (ομάδι) = με σύμφωνη γνώμη: ας είχες είσται μετά με, και ’ς μια βουλήν ομάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1231. Μα σε μια σύβαση, α μου πεις, σε μια βουλήν αμάδι,| ’ς μιαν όρεξην, απού σ’ αυτούς να μη βρεθεί σκονάδι Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 437· 4) Εις ομάδιν = ως σύνολο: βούκολοι και χοιροβοσκοί και μετ’ εκείνοι ράπτες.| Ουδέν κατέχουν να σταθούν ποτέ των εις ομάδιν Σαχλ., Αφήγ. 174.
       
  • ουαί,  
    επιφ., Θησ. Γ΄ [178], [181], Αλεξ. 1395, Απόκοπ. (Παναγ.) 261, 404, Ιστ. Βλαχ. 1542, 2328, Διακρούσ. 8211, 10512, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 279v, 357v.
    Το μτγν. επιφ. ουαί. Τ. βουαί σήμ. στην Κάρπαθο (Andr., Lex., στη λ.). Η λ. και σήμ. στο τσακων. ιδίωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων.).
    Αλίμονο (από σωματικό πόνο, ανησυχία, φόβο, οδύνη, οίκτο, αποδοκιμασία· σε απειλή) (1) (με επόμ. αντων.): ουαί μοι τῳ αθλίῳ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 347r· Ουαί μας τους πτωχούς τους ξένους! Ο Θεός να μας βοηθήσει! Μαχ. 58818· ουαί τόν κατετόξευσεν το τόξον της αγάπης Λίβ. Sc. 405· θέλει σου στείλει (ενν. ο Θεός) ένα μεγάλο χαλάζι … και ουαί δε αυτούς όσους τους εύρει τούτο το χαλάζι Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 161v (η αντων. με την πρόθ. εις): ουαί εις εκείνον πὄμεινε ποτέ εις αυτό το θάρρος,| μ’ ελπίδα για να βοηθηθεί, αφού τον λάβει ο Χάρος Πένθ. θαν. K 33· «ουαί σ’ εμάς», ελέγασι, «τ’ ήτον που μας ευρήκε;» Ιστ. Βλαχ. 751· (σε επανάληψη επιτ.): Ουαί ουαί μοι το λοιπον! Τώρα ας χαρούν οι εχθροί μου! Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 490· Ουαί σου, Μέμφη, ουαί σου,| πώς πέφτουσιν οι δόξες κι οι τιμές σου Ροδολ. (Αποσκ.) Χορ. β΄ 1· (2) (με ουσ.): ούλη η ακολουθία να διαβάζεται μετά φόβου Θεού και προσοχής και, α δεν τα είπει (ενν. ο ιερέας), ουαί την ψυχήν του Κανον. διατ. (Χριστοδούλου) Α 1570· γ) (με πρόταση): Ουαί και πώς ηυρίσκομαι εις την πληγήν ετούτων,| του Ασκληπιού οι ιατρίες καλές, αν εφελούσαν Θησ. Γ΄ [251]. Το επιφ. ως ουσ. α) (έναρθρο): Θώριε| προς το παραθυρόπουλον που το ουαί ηκούστη| του Παλαμώνε πρωταρχής με ταπεινήν λαλίτσαν Θησ. Γ΄ [285]· έδερναν τα κεφάλια τους και το ουαί εκράζαν| και δυνατά θρηνούσασι με λύπησιν μεγάλη Διακρούσ. 10514· Ουδέν εμίσευσ’ απεκεί χωρίς μεγάλην έγνοια| εκ το ουαί που ήκουσε Θησ. Γ΄ [192]· β) (άναρθρο) Εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός, ουαί και θρήνος| και θυμηδίας ήλιος λάμψει κατά την έω Γλυκά, Στ. 316.
       
  • διαμιάς, 
    επίρρ.
    Από τη συνεκφ. της πρόθ. διά και του μιάς. Η λ. και σήμ.
    Αμέσως: Και εις ώραν ολιγούτσικον πέντε διαμιάς εσώσαν Απόκοπ. (Παναγ.) 439. — Βλ. και γιαμιά.
       
  • δωδεκάμηνος, 
    επίθ.
    Το αρχ. επίθ. δωδεκάμηνος.
    (Για το χρόνο) που έχει δώδεκα μήνες: χρόνος ο δωδεκάμηνος ωσάν τροχός γυρίζει Απόκοπ. (Παναγ.) 134.
       
  • εντύλιμα 
    το.
    Από το εντυλίσσω και την κατάλ. ‑μα.
    Εξέλιξη (στα γεγονότα του κόσμου), πορεία της ζωής: Και προς εμέν εστράφησαν πάλιν να μ’ ερωτήσουν,| του κόσμου τα εντυλίματα καταλεπτά ν’ ακούσουν Απόκοπ. (Παναγ.) 456.
       
  • καλοφορώ. 
    Από το επίθ. καλός και το φορώ.
    Φορώ τα καλά μου (ρούχα)· (εδώ για τη νύχτα) εμφανίζομαι σε ευχάριστη κατάσταση: Κι έδειξεν τότ’ εξαστεριά, ομοίως κι ευδιά μεγάλη,| η νύκτα εκαλοφόρεσεν, τό δεν εποίκεν η άλλη Απόκοπ. (Παναγ.) 342· (εδώ για πρόσωπα με την ίδια σημασία): Τα παλληκάρια ηγάλλουντα, όλοι εκαλοφορούσαν Απόκοπ. (Παναγ.) 343.
       
  • κουράρω. 
    ρ.
    Το ιταλ. curare.
    Φροντίζω, ενδιαφέρομαι (για μια αγαθή πράξη): Όποιος ελπίζει οπίσω του, για την διάταξίν του| να δώσουσιν τινές πτωχών κομπώνει την·ψυχήν του.| Διότι δεν κουράρουσιν, ουδέ ποσώς ψηφούσιν,| αμέ να τρων, να πίνουσιν, τον βιόν τως να κρατούσιν Απόκοπ. (Παναγ.) 547.
       
  • περιλαμβάνω, 
    Καλλίμ. 1443, 1731, Ασσίζ. 598, 15715, 16026, 20026, 2633, 2918, 3054, 32719, 38620, 40730, 42114, Διγ. (Trapp) Gr. 581, 2999, Διγ. Z 1211, 3595, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 287, 533, 1783, Βέλθ. 73, 862, 1311, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 323, 10846, Ερμον. Γ́ 150, Βίος Αλ.2 115, Φλώρ. 269, 1811, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 300, Ερωτοπ. 400, Λίβ. P 2405, Λίβ. Sc. 1093, 2551, Λίβ. Esc. 2171, 3716, Λίβ. N 1101, Αχιλλ. (Smith) N 170, 1158, Αχιλλ. (Smith) O 105, Ιμπ. 882, Χρον. Τόκκων 527, Μαχ. 1031, 5620, 16020‑21, 20610, 22616, 33820, 37032, 3729, 47432, 59621, 6066, Θησ. ΙΒ́ [697], Χούμνου, Κοσμογ. 1169, Βουστρ. (Κεχ.) 19412‑13, 1983‑4, Απόκοπ. (Παναγ.) 172, Ιμπ. (Legr.) 1036, Χρον. σουλτ. 7016, 9211‑12, 11323, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17514, κ.π.α.· περιλαμπαίνω, Σπαν. (Ζώρ.) V 372, 609· περιλαμπάνω, Βέλθ. 1014, Φλώρ. 1670, Σαχλ. N 245, 265, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 397, Σαχλ., Αφήγ. 620, Ερωτοπ. 352, 547, Λίβ. Esc. 4106, 4183, Λίβ. N 1911, 3163, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2050, Αχιλλ. L 173, 927, 1204, Αχιλλ. (Smith) O 616, 664, 703 (περιλαπάνω χφ και έκδ.· διόρθ. Κριαρ., Αθ. 50, 1940, 193, 195), Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 46, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 316, 389, Φαλιέρ., Ιστ.2 519, Χούμνου, Κοσμογ. 1449, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1656], Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1055, 1379, Δ́ 1510, Έ 1186, 1384, 1455, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 456, κ.α.· αόρ. επεριλαμπάθηκα, Αχιλλ. (Smith) O 529 (επεριλαπάθηκαν χφ και έκδ.· για τη διόρθ. βλ. Κριαρ., Αθ. 50, 1940, 192)· περιλαμπάσσω, Ερωτοπ. 134, 364· πιριλαμπάνω, Σαχλ., Αφήγ. 786· αόρ. επερλάμπασα, Πεντ. Γέν. XXIX 13, ΧΧΧΙΙΙ 4· υποτ. περιλαμπαστώ, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1125· περιλάμπω, Ch. pop. 491· προστ. περιλάμπασε, Ch. pop. 838.
    Το αρχ. περιλαμβάνω. Ο τ. περιλαμπάνω και σήμ. ιδιωμ. (Pern., Ét. linguist. III 502). Για τον αόρ. επερλάμπασα πβ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 501. Τ. περιλαβαίνω σε έγγρ. του 18. αι. (ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 380, Μπόμπου-Σταμάτη, Πρακτ. Ε′ Παν. Σ, 472) (πβ. και μτχ. περιλαβασμένος σε έγγρ. του 17. αι., Δικαιοπρ. έγγρ. (Σερ.) 135) και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν.), όπως και τ. περιλαβαίννω και περιλαμπάζω (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Καταλόγ., Λαογρ. 24, 1966, 33) και πιριλαβαίνου (Τάσιος, Γλωσσ. Πολυγ., Χαντζιάρας, Θεσσαλ. γλωσσάρ., κ.α.). Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Περικλείω· (συμ)περιλαμβάνω (εδώ με τη δοτ. τῳ λόγῳ· η σημασ. και χρ. ήδη αρχ.): Γλυκά, Στ. 460. 2) Κλείνω στην αγκαλιά μου, αγκαλιάζω: Βέλθ. 47· Κρατεί, περιλαμπάνει με, μυριοκαταφιλεί με Λίβ. N 2739· Οι νες, οπού εχηρέψασιν, αλλών χείλη φιλούσιν| άλλους περιλαμπάνουσιν κι εσάς καταλαλούσιν Απόκοπ.2 172· Περιλαμπάνει και φιλεί και δεν τονε χορταίνει| τον φίλο του τον ακριβό και δάκρυα τονε ραίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1455. 3) Σφίγγω κάπ. στην αγκαλιά μου, τον πιάνω, συμπλέκομαι μαζί του, παλεύω: έρχεται ένας άγγελος και περιλαμπάνει τον και παλαίει με τον Ιακώβ και ο Ιακώβ με τον άγγελον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 144v· (εδώ προκ. για ζώο κατά τη διάρκεια κυνηγιού): Ο ... Ακρίτης εγληγόρευσεν και περιλαμβάνει την (ενν. την θηλείαν άρκον) και έσφιξέν την εις το στήθος του και εβγήκαν τα έντερά της έξω Διγ. Άνδρ. 34422. 4) (Βλ. και παραλαμβάνω (Ι) Ά1)   α1) παίρνω, κάνω κ. δικό μου: εάν επερίλαβεν (ενν. ο ιατρός) τίποτες απέ τον απεθαμένον πρέπει να στραφούν εις τους συγγενείς του τεθνεώτος απέ τα αγαθά του ιατρού Ασσίζ. 17922· α2) (με αντικ. αφηρημένο ουσιαστικό) παίρνω, δέχομαι: Εκείνος οπού πολομά κακόν άλλου, εκείνος θέλει το περιλάβειν μοναχός του και δεν να το δει αππόθεν του έρχεται Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 119· Ποίσε τιμήν άλλου, ότι η τιμή ένι εκείνου απού την πολομά και όχι εκείνου απού την περιλαμβάνει Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 139· Οποιός (ενν. ο Θεός) σκορπίζοντα, διαμοιράζοντα και διδόντα τες χάριτές του περίτου χαίρεται και αγάλλεται παρά εκείνον οπού τες περιλαμβάνει διά μεγαλότατήν του σωτηρίαν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 446· β) παίρνω πίσω κ.: εκείνος οπού δανείζει το εδικόν του ουδέν ένι παντός κρατούμενος με δίκαιον, αν ουδέν θέλει να περιλάβει έτερον πράγμα παρά εκείνον τοιούτον ως γιον εδάνεισεν Ασσίζ. 30018· γ) γίνομαι νόμιμος κύριος περιουσιακών στοιχείων (μέσω κληρονομίας, δωρεάς, προίκας, κ.τ.ό.): ημπορούν να το περιλάβουν (ενν. το πράγμα) οι κληρονόμοι του τεθνεώτος Ασσίζ. 1236· Περί την δωράν τήν διδοί είς άνθρωπος ετέρου ανθρώπου, να το περιλάβει διά λόγου του και διατί του χρεωστεί Ασσίζ. 188· αν δε γράψει μόνον ότι υπεδέξατο προίκα και ουδέν επερίλαβεν, ουδέ απαιτείται προίκαν ως μη δεξάμενος Ασσίζ. 5287· δ) δέχομαι, παραλαμβάνω αλληλογραφία (συνήθ. με τα ουσ. γραφή/‑ές, χαρτίν/‑ία): διά τούτον μηνούμεν σου, όσον περιλάβεις την γραφήν μας, ... να εβγείς νά ’ρτεις ίτσου Μαχ. 37214· όσον επεριλάβαν οι αφέντες οι Kυπριώτες τα χαρτία, εμήνυσέν τους να ποίσουν εκείνον τό ποίκασιν Βουστρ. (Κεχ.) 18216. Φρ. περιλαμβάνω όρκον = ορκίζομαι: μετά ταύτα ένι κίτες, εφειδήν εκείνος επερίλαβεν τον όρκον εξαυτόν του εις την αυλήν Ασσίζ. 46914· περιλαμβάνω την βασιλείαν/της βασιλείας = καταλαμβάνω την εξουσία: οι άθεοι Τούρκοι επερίλαβαν την βασιλείαν από τας χείρας των Ρωμαίων Προσκυν. Κουτλ. 390 12726· Διήγησις βασιλέων των Ισμαηλιτών· εις πόσα έτη επεράσαν και επερίλαβαν βασιλείας της οικουμένης όλης Μικρ. χρον. Yale 69r· περιλαμβάνω την εξουσίαν κάπ. = γίνομαι κύριος κάπ.: Ο δε Ζηνάς, ως εξαίφνης επερίλαβε την εξουσίαν του Αισώπου, εχάρη κατaπολλά Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 436. 5) α) Παραλαμβάνω κάπ. (από κάποιο σημείο): το κάτεργο έστεκε εκεί αντίκρυτα του μοναστηρίου διά ναν τα περιλάβει (ενν. τα παιδία)  Σουμμ., Ρεμπελ. 179· β) υποδέχομαι, δεξιώνομαι: ο ρήγας θέλει σας περιλάβειν με μεγάλην χαράν, και θέλει σας μερετιάσειν πασανού κατά τό πρέπει Μαχ. 4565· ο Μπαγιαζίτης έστειλε ένα φλαμπουριάρη με πολλούς Τούρκους και επερίλαβε την αφεντία της Χρον. σουλτ. 326. 6) Δέχομαι, υφίσταμαι (τιμωρία, αδικία, κ.τ.ό.): Απ’ εκείνον ζήτα να ’χαμεν άγιταν, απέ τον ποιον ο άνθρωπος ένι άξιος να περιλάβει πέναν. Εγδέχου να περιλάβεις απού άλλον εκείνον τό να ποίσεις εσού άλλου Ξόμπλιν φ. 127v δις· Ειπέ, αδελφέ, το δίκαιόν σου, τίποτε μη φοβάσαι| να περιλάβεις άδικον εσύ ποτέ απ’ εμέναν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1023· φρ. περιλαμβάνω κρίμα = παίρνω το φταίξιμο, καθίσταμαι υπεύθυνος: αν πέσω ν’ αποθάνω,| επερίλαβες το κρίμα Ch. pop. 167. 7) Κυριεύω, καταλαμβάνω: να είπει ...| ... πώς την επερίλαβαν οι ασεβείς την Πόλιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 169· με τούτες τις δύναμες και βοήθεια επερίλαβε ο Μουσάς τις χώρες και τόπους της Ρούμελης Χρον. σουλτ. 4321· Ωσάν εδιάβ’ Αλέξανδρος στην χώρα Βακτηρίνη,| αυτήν την επερίλαβε μ’ αγάπη και με ’ρήνη Αλεξ. 1084· (εδώ μεταφ. προκ. για συναίσθημα): σκύψε και καταφίλησε τα μάτια μου, αυθέντη,| τά επερίλαβεν ο ερωτικός σου πόθος Αχιλλ. L 1269· επερίλαβεν άπαντας φόβος και τρόμος εις τόσον μέγα κακόν, οπού εγένηκε εις μίαν ώρα Διήγ. πανωφ. 60· ως ήκουσε ταύτα ο αυθέντης του, επερίλαβέν τον θυμός πολύς Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Δ́ 9520. 8) Αναλαμβάνω θέση ή αξίωμα: Αυτή (ενν. η Ιππόλυτα), καλά κι αν ήτονε γυναίκα από φύσης| (παραλ. 1 στ.)| την αυθεντιά επερίλαβε με άνδρειαν καρδίαν,| κι ολότελα έβγαλε απ’ αυτήν το δείλος το γυναίκειον Θησ. (Foll.) I 10· Τώρα με λείπει να σε ειπώ ως διά το αναβασίδι,| τό επιάσα, τό επερίλαβα, τό εκράτουν ως και τώρα,| είχα το εις ανακουφισμόν και εις παραδιαβασμόν μου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 529. 9) α) Αποδίδω σε κάπ. αξίωμα, ιδιότητα, αποδέχομαι κάπ. σε μία θέση: α θελήσουν οι Γενουβίσοι να τον αφήσουν μοναχόν, τότες να τον περιλάβομεν δι’ αφέντην μας Μαχ. 59610· β) (απο)δέχομαι κάπ. ως μοναχό/ή: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος λάβει παρθένον δυναστικού τρόπου ... εντέχεται να την ποίσει μοναχήν, και πάντα όσα ζητήσει η μονή διά να την περιλάβει και να την εντύσουν, πάντα όλα εντέχεται να τα πλερώσει Ασσίζ. 9712. 10) α) Αποδέχομαι κάπ. ως νόμιμο μάρτυρα ενώπιον του δικαστηρίου: Εάν γένηται ότι οκάτις άνθρωπος του κανόνος, λεγόμενος εντερελετζιούν, έλθῃ εις την αυλήν και θέλει να φέρει μαρτυρίαν, ουδέν ημπορεί να το ποίσει, ουδέ η αυλή εντέχεται να του γροικήσει, ουδέ να τους περιλάβει καταπρόσωπα παντός ανθρώπου κοσμικού, ουδέ ιερέαν, ουδέ αναγνώστην ομοίως Ασσίζ. 1084· Εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος θέλει να σύρει μαρτυρίαν διά ένα άλλον άνθρωπον, και έχει μέρος εις το αυτόν έγκλημαν οπού θέλει να σύρει την μαρτυρίαν, ού σύρνει μαρτυρίαν άπιστη ..., το δίκαιον ορίζει ότι οι κριτάδες ουδέν πρέπει να τους περιλάβουν διά μάρτυρας τοιούτους λας, με το κείμενον Ασσίζ. 3517· β) αποδέχομαι έγγραφο ως νόμιμη μαρτυρία: Εάν γίνεται ότι κανείς άνθρωπος, ού καμμία γυναίκα φέρνει εις την αυλή κανένα γράψιμον εις μαρτυρίαν, οι κριτάδες, ουδέ η αυλή εντέχουνται να το περιλάβουν, ουδέ να του ακούσου, ουδέ να του πιστεύσου, κατά το δίκαιον, εάν ουκ έστι προβελίτζιν εσφραγισμένον Ασσίζ. 35328. Β́ (Αμτβ.) αγκαλιάζομαι: όλες της ακλουθήσασιν και αλλήλως εμιλούσαν| σφικτά πιριλαμπάνασιν και τότες εφιλούσαν,| από την τόσην των χαράν όλες των εγελούσαν Σαχλ., Αφήγ. 786· κρατούν, περιλαμβάνουσι, σφικτά συμπεριπλέκουν,| καταφιλούν ενήδονα, και το φιλίν εκείνο| Έρωτος ήτον ηδονή και πράγμαν Αφροδίτης Λίβ. Sc. 2685. IΙ. Μέσ. Ά (Μτβ.) αγκαλιάζω: Γιε μου, ας σε περιλαμπαστώ κι ας σε γλυκοφιλήσω,| τ’ Αφέντη οπού σ’ εγλύτωσε ας πα να φκαριστήσω Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1125. Β́ (Αμτβ.) αγκαλιάζομαι: Σφικτά επεριλαμπάθηκαν, γλυκέα καταφιλούνται Αχιλλ. (Smith) O 529· Ένας τον άλλον να θωρεί, κλαίσι και συγχωρούνται| περιλαμπάνουνται γλυκία, και σπλαγχνικά φιλούνται Ριμ. Απολλων. (Βεν.) 298. — Βλ. και περιλαμπώνω.
       
  • περιπατώ, 
    Σπαν. O 7, Λόγ. παρηγ. L 251, Προδρ. (Eideneier) II 90 χφ H κριτ. υπ., Καλλίμ. 880, 977, 1214, 1467, 1755, Ασσίζ. 286, Διγ. (Trapp) Gr. 1785, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 297, 911, 1086, Βέλθ. 269, 318, 1135, Χρον. Μορ. P 2469, 3041, 6794, Λίβ. P 1091, 2069, 2547, 2600, Λίβ. Sc. 45, Λίβ. (Lamb.) N 508, Λίβ. Esc. 2728, Λίβ. N 2726, 3654, Αχιλλ. (Smith) N 414, Αχέλ. 1511, Διγ. Άνδρ. 32118, 36221, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 718, Ροδινός (Βαλ.) 122, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 3922, κ.π.α.· παρπατώ, Μαχ. 1922, 59034, 64812, Κυπρ. ερωτ. 9523, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 177, 194, 250, 365, 406, 698· περβατώ, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά μετά στ. 120 χφ Χ κριτ. υπ., Μπερτόλδος 46, Μπερτολδίνος 101, 105 (τετράκις), 141· περπατώ, Γλυκά, Στ. 155, Λόγ. παρηγ. L 625, Λόγ. παρηγ. O 485, Καλλίμ. 1471, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 821, Χρον. Μορ. H 1051, Χρον. Μορ. P 1051, 5816, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 304, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 175, Λίβ. P 20, 1723, 2592, Φλώρ. 1127, Σαχλ., Αφήγ. 97, Ερωτοπ. 663, Λίβ. Sc. 2354, Λίβ. Esc. 22, 790, Λίβ. (Lamb.) N 667, Λίβ. N 2827, Αχιλλ. L 283, Αχιλλ. (Smith) O 191, Ιμπ. 521, Χούμνου, Κοσμογ. 2531, Πικατ. 206, Κορων., Μπούας 90, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 163, Ιστ. πατρ. 1151, Ιστ. Βλαχ. 1990, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 30v, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [97], Διγ. O 2428, κ.π.α.· προστ. αορ. περπάτηξε, Πεντ. Γέν. XVII 1· πορπατώ, Ερωτοπ. 380, 384, 422, Ανακάλ. 27, Απόκοπ. (Παναγ.) 532, Πεντ. Γέν. XXX 14, Αχέλ. 895, Πανώρ. Ά 439, B́ 48, 151, Γ́ 644, Έ 57, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 632, Β́ 215, Δ́ 18, Έ 356, Κατζ. Β́ 213, Βοσκοπ.2 315, 454, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 184, 1738, 1916, Β́ 1414, 1915, Γ́ 938, Δ́ 769, Έ 97, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 740, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 97, Έ 172, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ́ [16], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 101, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 156, Γ́ 348, Διγ. O 930, 1164, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 25927, 57024· κ.π.α.· αόρ. επορπάτηξα, Πεντ. Γέν. XXXV 3, Δευτ. I 31, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1719, Δ́ 1099· μτχ. μέσ. ενεστ. (πληθ. ουδ.) πορπατούμενα, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5896· προβατώ, Σοφιαν., Παιδαγ. 109, Ερωτόκρ. Ά 1738 χφ Χ κριτ. υπ.· υποτ. αορ. (να) προβατήξω, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά μετά στ. 1574 χφ Χ κριτ. υπ.· προπατώ, Χρον. Τόκκων 1092, Rechenb. 7815, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 75, 78, Πιστ. βοσκ. I 5 236, III 6 257, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1512, 1547, 2142, Β́ 1977, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 605, Στάθ. (Martini) Β́ 144, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 132, Δ́ 570, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20422, 4978, Τζάνε, Κατάν. 110.
    Το αρχ. περιπατέω. Ο τ. παρπατώ (με συγκ. του ‑ι‑ και παρετυμ. επίδρ. της παρά (Hatzid., Einleit. 154) ή τροπή του ‑ε‑ σε ‑α‑ με αφομ. (Μενάρδ., Αθ. 6, 1894, 147, Dawkins [Μαχ. ΙΙ σ. 32]) (βλ. και Φαρμακ., Γλωσσάρ. 195, λ. παρπατητός)) στο Meursius (‑είν) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 719, Λουκά, Γλωσσάρ. 360, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ. Δ́ 258, λ. πορπατώ). Ο τ. περβατώ (με συγκ. του ‑ι‑ και πιθ. επίδρ. των ρ. βαίνω, βαδίζω (Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 219, Φιλ., Γλωσσογν. 2, 214· βλ. και Καψ., ΛΔ 3, 1941, 100, βλ. όμως και Hatzid., Einleit. 158)) και σήμ. λογοτ. (ΑΛΝΕ). Ο τ. περπατώ (με συγκ. του ‑ι‑ (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 257, Hatzid., Einleit.  154, Κοραή, Άτ. Ά 313, Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 219)) στο Du Cange (‑είν) και σήμ. Ο τ. πορπατώ (με επίδρ. του ρ. πορεύομαι (Ανδρ., Λεξ., Φιλ., Γλωσσογν. 2, 214) ή με (συγκ. του ‑ι‑ και) παρετυμ. επίδρ. της πρόθ. προ (Hatzid., Einleit.  154, 158, Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 674], Θαβώρ., Δωδώνη 9, 1980, 407) (βλ. και Hesseling [Πεντ. Εισαγ. σ. xxviii-xxx]) στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πορπαταριά, προπατώ, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., λ. περπατώ, Δράκου, Ιδίωμ. Κάλυμν.) καθώς και στο ΑΛΝΕ. Η μτχ. παρκ. πορπατούμενα (ως ουσ.) και σήμ. ιδιωμ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πορπαταριά· πβ. και Πλατάκης, Κρητολ. 9, 1976, 111). Ο τ. προβατώ (πιθ. με επίδρ. ρ. όπως (προ)βαίνω, βαδίζω (Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 219, Φιλ., Γλωσσογν. 2, 214· βλ. και Καψ., ΛΔ 3, 1941, 100 , βλ. όμως και Hatzid., Einleit., 158)) και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.) καθώς και λογοτ. (ΑΛΝΕ)· πβ. και προστ. προβάτα σήμ. ιδιωμ. (Δομένικος, [Ραντεβού] (Γλωσσ.) σ. 123). Ο τ. προπατώ (με παρετυμ. προς την προ (Hatzid., Einleit., 154, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 514, Χαραλαμπάκης (Προμηθεύς Πυρφόρος 25, 1981, 266)), Ξανθουδίδης, [Ερωτόκρ. σ. 674]) στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.), καθώς και λογοτ. (ΑΛΝΕ). Τ. πουρπατώ στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. περπατώ, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. πιρπατώ, Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ.). Τ. πιρβατάου, προυβατάου, πραουτώ, πρατώ κ.ά. τ. σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 300, Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., λ. πιρπατάου, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. πιρπατώ, Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ., πιρπατώ, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.). Η λ. και σήμ. λόγ.
    Ά Αμτβ. 1) α) Βαδίζω, προχωρώ, πορεύομαι, περπατώ· (πεζός): Αχιλλ. (Smith) N 653, το να δει ο αμιράλλης την φούσταν ..., εφοβήθην και απεζεύσαν τον εις την γην, και από τον φόβον του επαρπάτησεν τόσον ότι εποστάθην Μαχ. 2721· Δεν ημπορώ τα πόδια μου καλά να τα πατήσω| μ’ αγάλια αγάλια προπατώ και κάνω ό,τι θελήσω Ζήν. Πρόλ. 152· έτυχεν τα Σάββατα και επέρναν μέσα από τα σπαρτά, και άρχισαν οι μαθηταί του (ενν. του Ιησού) περιπατώντας εις την στράταν να μαδούσι στάχυα Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. β́ 23· (εδώ με το επίθ. πεζός για να δηλωθεί φτώχεια): βλέπεις τον δείνα, τέκνον μου, πεζός περιεπάτει,| και τώρα έν’ διπλοεντέλινος και παχυμουλαράτος Προδρ. (Eideneier) III 58· (με το εμπρόθ. στην στράτα): λιοντάρια άγρια να με κατασπαράσσουν,| στην στράτα οπού πορπατώ θεριά να με μοιράσουν Διγ. O 930· (με το επίρρ. κλιτά ως ένδειξη υποταγής, παράδοσης): Δυο Τούρκους πέμπουν τ’ αφεντός, κι οι Φράγκοι να τους δούσι| φλάμπουρο άσπρο να βαστού, κλιτά να πορπατούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38912· (σε παροιμ. φρ.): βλ. λ. παπούτσι· (έφιππος): ο καθείς ανέβηκαν στ’ άλογον το δικόν του (παραλ. 2 στ.). Εκείθεν δ’ εξέβηκαν κι ολονυκτί περπάτουν,| κι εις τα βουνά τα άβατα τ’ άλογά τους επάτουν Κορων., Μπούας 77· πηδούν, καβαλικεύουσιν ώσπερ γοργούς πετρίτες| ... οι θαυμαστοί αγούροι ... (παραλ. 3 στ.). Εκίνησαν, περιπατούν, εφθάσασιν συντόμως Αχιλλ. (Smith) O 515· όρισε ... (ενν. ο αυθέντης) και δέδωκαν ίππον εκ των εκλεκτών, και εκαθέσθη (ενν. ο δεσπότης Δημήτριος) περιπατών έμπροσθεν αυτού Έκθ. χρον. 256·   β1) αρχίζω την πορεία, ξεκινώ: Σκορπάται η ορδινιά απάνω κάτω| να αρχίσει να μαρκιάρει τo φουσσάτο (παραλ. 1 στ.) και όλοι να περπατούσι αρματωμένοι Λεηλ. Παροικ. 44· Προστάσσει τότ’ ο καππικής όλοι να ’ρδινιαστούσιν,| τ’ άλογα και τα ρούχα τους, γιατ’ έν’ να (για τη γρ. αυτή βλ. Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 240) παρπατούσιν Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 698· β2) συνεχίζω την πορεία: Εκεί γουν επεδιάβασαν την άπασαν ημέραν,| το καύμα γαρ ουκ ίσχυνεν διά να περπατούσιν Αχιλλ. (Smith) O 191· γ) (με τις προθ. εις, προς και αιτιατ.) πηγαίνω, κατευθύνομαι προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: Επαίρνουν οι πραγματευθαί τον Ιωσήφ ετότες| στην στράταν οπού εις Αίγυπτον εκείνοι επερπατούσαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 459· ο Μιχαήλ, πως είν’ θνητός διατί ήξευρε και εκράτιε,| στον ιατρόν του πνεύματος χαρούμενα επερπάτιε Λίμπον. 346· Μέραν και νύκτα πορπατεί προς της Εδέμ τον τόπον| και σώνει στην παράδεισον μετά μεγάλον κόπον Χούμνου, Κοσμογ. 313· (εδώ σε προστ. ως προτροπή) εμπρός πήγαινε: καν ας με εγεμίζασιν το εμποτόπουλόν μου,| αμή λαλώ, και λέγουν με «περιπάτει εις το πηγάδιν» Προδρ. (Eideneier) IV 301· δ) (με τις προθ. διά και αιτιατ. ή με τελική πρόταση) προχωρώ, πορεύομαι για κάπ. συγκεκριμένο σκοπό: Λέγει (ενν. η αρχόντισσα) «Δεν είναι εδώ στο σπίτι μέσα, αμ’ όξω περπατεί διά τα τορνέσα Λεηλ. Παροικ. 386· Ημέρας τρεις περιπατούν να εύρουν ξενοδοχείον Φλώρ. 1230· ε) φρ. (1) περπατώ/πορπατώ διά να πολεμώ = πηγαίνω στον πόλεμο, εκστρατεύω: να κάθονται (ενν. οι γυναίκες) στο σπίτι τους, να γνέθουν, να κεντούσι·| και οι άνδρες τους ας περπατούν διά να πολεμούσι Ιστ. Βλαχ. 708· Διότι δεν εδόθηκεν των γυναικών στρατεία,| ... ότ’ είναι αταξία| να διαγέρνουν πόλεμο ...|, αλλά ...| να κάθουνταιν στα σπίτια τους να κλώθουν, να κεντούσι| κι οι άνδρες των να πορπατούν διά να πολεμούσι Διγ. O 2910· (2) περιπατώ εις τον πόλεμον/εν πολέμοις = εκστρατεύω: Τούτος ήτον εις τον καιρόν Αλεξάνδρου του βασιλέως, με τον οποίον επεριπάτιεν εις τον πόλεμον, και ήτον από τους ονομαστούς του φίλους Ροδινός (Βαλ.) 170· εποίησαν βουλήν οι γενίτσαροι, όπως αιτήσονται τον σουλτάν Σελίμην αρχηγόν του στρατεύειν και περιπατείν εν πολέμοις, λέγοντες γαρ ότι ο αυθέντης εστί γέρων και ασθενής και ου δύναται στρατεύειν μεθ’ υμών Έκθ. χρον. 5219· στ) φεύγω (από κάπ. μέρος): απήτις μ’ έναι του φτωχού γραμμένο| να πορπατώ από δω, μακρά να πηαίνω,| παραγγελιά σ’ αφήνω να θυμάσαι·| και πάντα ο νους σου μετά μένα να ’σαι Βοσκοπ.2 298· ζ) (με το επιρρ. γλήγορα) επισπεύδω την πορεία μου: πόδια μου, δυναμώσετε, γλήγορα πορπατείτε Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1049 κριτ. υπ.· φρ. περιπατώ σπουδαίως = επισπεύδω, βιάζομαι: επήρεν το πιττάκιν κι εβάλθην εις τον δρόμον·| σπουδαίως επεριπάτησεν εις τον Δεσπότην ήλθεν Χρον. Μορ. P 3738· η) πατώ στη γη, περπατώ: από το ερωτοκίνημα και το χάδιον δεν εφαίνετον (ενν. η κόρη) ποτέ πως περπατεί, μόνον εφαίνετον ως ότι τάχατες πως παίζει και γελά Διγ. Άνδρ. 3155· κατακαημένα| πρόβατα, εκεί απού πορπατώ χόρτο μη φάτε ουδ’ ένα,| γιατί τα φαρμακεύγουσι τα δάκρυα τα δικά μου Πανώρ. Ά 10· (σε μεταφ.): ψυχή γαρ ερωτότρωτος, όσα αν ψυχοπονέσει,| χάνει τους πόνους αν γλυκύν μάθει του πόθου λόγον.| Έλεγα εις γην ου περιπατώ, τον ουρανόν διαβαίνω Λίβ. Esc. 2038· θ) βαδίζω, περπατώ πηδώντας και χορεύοντας: Βαρδαριώται έμπροσθεν αυτών περιπατούντες τραγῴδιον γελοίον ετραγῴδουν αρμόδιον προς την πομπήν αυτών Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 235· Εδόκουν γαρ, ως και η γη, εν ῃ περιεπάτουν,| και αυτή συνετέρπετο περιπατούντων πάντων,| και πας, όστις ετύγχανεν εις την χαράν εκείνην,| άλλος εξ άλλου γέγονεν από της θυμηδίας Διγ. (Trapp) Gr. 1786· ι) (συν. με τα επιρρ. αποπίσω, εξοπίσω κ.τ.ό.) ακολουθώ (κάπ.): το λαμπρό σου πρόσωπο μου δίδει την ημέρα (παραλ. 1 στ.). Για τούτον από λόγου του δεν ημπορά μακρύνω,| μα πορπατώ αποπίσω σου και βλέπω σε κλεφτάτα Πανώρ. Γ́ 565· Υιέ μου, βλέπε από πτωχόν δάνειον μηδέν επάρεις·| ότι αν ου το στρέψεις σύντομα, γοργόν να του το δώσεις,| και περπατεί εξοπίσω σου και τρέχει και φωνάζει Διδ. Σολ. Ρ 145· ια) (συν. με τα επιρρ. έμπροσθεν, εμπροστά, ομπρός) προπορεύομαι: διεχώρισεν χιλίους Αραβίτας| ολολουρίκους και καλούς, χρυσοκλιβανιασμένους,| ως διά να περιπατούσιν έμπροσθεν του αγούρου Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 580· επεριπάτιεν (ενν. ο Δαβίδ) ... εμπροστά της κιβωτού χαρούμενος Ροδινός (Βαλ.) 96· Εγώ παγαίνω· φίλοι μου, ομπρός μου πορπατείτε,| το βασιλιά οπού εκάμετε σήμερο να χαρείτε Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 207· ιβ) (με τα επιρρ. αντάμα, μαζί, ομάδι) συμπορεύομαι: Τότε οι δυο (ενν. ο λύκος με την αλουπού) συβάστησαν και συντροφίαν εκάμαν| και μέρα νύχτα ’μόσασι να περπατούν αντάμα Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 36· Σύντροφοι κάπου γίνησαν μαζί να περπατήσουν| μι’ αλεπού και γάδαρος, να παν να κυνηγήσουν Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1151· Ομάδι συνοδεύγομε, ομάδι πορπατούμε| και τα καλά και τα ’μορφα ομάδι πα να βρούμε Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 569· ιγ) (προκ. για ζώο) βαδίζω, περπατώ (με τον τρόπο που χαρακτηρίζει το κάθε ζώο): το λιοντάριν, τσακίζοντας τες πόρτες του θεάτρου, εβγήκεν έξω και επήγεν εις το όρος ωσάν να επερπάτιεν ένα πρόβατον Ροδινός (Βαλ.) 233· είχασι (ενν. οι καρκίνοι) και τα μάτια τους στα στήθη που θωρούσαν,| οκτώ ποδάρια έχανε, στραβά επερπατούσαν Ζήνου, Βατραχ. 452· η γαρίδα τότες επερβάτουνε εμπροσθινά, σαν κάνουν και τα άλλα ζα Μπερτόλδος 45· ιδ) (εδώ σε αντιδιαστολή με τα ρ. κάθομαι, κοιμάμαι, τρέχω): Αν πορπατεί γή αν κάθεται γή αν είναι κοιμισμένη| βρίσκεται με τον έρωτα πάντα συντροφιασμένη Πανώρ. Ά 453· Αν περπατεί, αν κάθηται και νύκτα όντα κοιμάται,| άλλο ουδέν συλλογίζεται, μόνον χρυσόν θυμάται Πένθ. θαν.2 541· Νύκτας ημέρας, άνθρωπε, αν περιπατείς και τρέχεις,| και καβαλάρης και απεζός τον κόσμον ανατρέχεις,| την καλλονήν την άμετρον του κόσμου και εάν την έχεις,| ώραν στιγμήν εχάσες την και τίποτε ουκ έχεις Αλφ. (Μπουμπ.) I 49· ιε) (εδώ προκ. να δηλωθεί κ. το ασυνήθιστο, αδιανόητο, αδύνατο): τις είδε και τις ήκουσε στην θάλασσαν γιοφύρι,| να περπατούν τα κάτεργα στου Γαλατά τους κάμπους| αγνάντια εις το Σκούταρι, στον Άγιον Κωνσταντίνον; Θρ. Κων/π. B 101· με την ανδρείαν την περισσήν, τήν ο Θεός μού εδώκεν,| στον ουρανόν και αν ανεβεί, εις τα νέφη κι αν δράμει,| στην θάλασσαν και αν περπατεί, η κόρη ουκ εξεγλεί μου Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1398· Όντεν ιδείς εις το βουνί να περπατεί το ψάρι (παραλ. 7 στ.), τότες εμέν και σεν, κυρά, θέλουσιν ευλογήσει Ριμ. κόρ. 587· ιστ) (συν. με προηγ. τα επιρρ. όθεν, όπου, οπού) πηγαίνω, βρίσκομαι: βάσανα να ’χει ωσάν κι εμέ στον κόσμο δεν εκράτου| άλλος κιανείς κι έτσι ήμνογα όθεν κι αν επορπάτου Πανώρ. Ά 42· Η Πίστις ήτον απ’ αυτήν και είχεν το σχήμαν τούτο,| το σχήμαν τό σύρνουν οι ευγενείς όπου και αν περιπατούσι Λίβ. (Αγαπητός) 23· θυμούμαι ... | ... την αγάπη και φιλιά που μετά μένα εκράτιε (ενν. ο φίλος)| με πίστη πάντ’ ατσάκιστη, όπου κι αν επορπάτιε Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 312· Εσάς πάλιν παρακαλώ, ώστε οπού να ζείτε,| κάμνετε διά τον Χριστόν αυτού οπού πορπατείτε Απόκοπ. Επίλ. Ι 532· ιζ) (μεταφ.): Παιδάκι μου, ας εγνώριζες πού πορπατείς και πηαίνεις| και σ’ είντα πέλαγος βαθύ και θυμωμένο μπαίνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 155· κερά μου, πορπατείς σε μπερδεμένη στράτα,| κι έχεις πολέμους κι όχθρητες τα λογικά γεμάτα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 181· (σε προσωποπ.): με τση τιμής περιντυμένη (ενν. η Περηφανειά)| τ’ όνομα, πορπατεί και βασανίζει| πλια από θανατικό την οικουμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 507· Με τι ρούχα περβατεί ενδυμένον τούτο το καλόν ριζικόν, διά να ημπορέσω εγώ να το γνωρίσω ...; Μπερτολδίνος 101· ιη) (προκ. για άρρωστο ή τραυματία) περπατώ ως ένδειξη του ότι είμαι πια υγιής: Ωσάν εκαλυτέρεψε κι εντύθη κι επορπάτει,| ο βασιλιός αγκαλιαστό με σπλάχνος τον εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 151· έδερεν ανήρ τον σύντροφό του ... και να μην απεθάνει και να πέσει εις πλάγιασμα. Αν σηκωθεί και να πορπατήξει όξω ιπί το ανακουμπιστήρι του και να καθεριστεί ο δάρτης Πεντ. Έξ. XXI 19· ιθ) σέρνομαι, έρπω: Αλήθεια τόσο στους εχθρούς, τόσο σιμά οπού ’σαν,| με την κοιλίαν χαμηλά πάντοτε περπατούσαν,| και διατί ’χαν μπούλμπερη, λουμπάρδες, βόλια, βρώσιν,| στην μάχην αντιστέκουνταν μόν’ να ’χουνε να τρώσιν Διακρούσ. 10726· (εδώ προκ. για τον όφη, το διάβολο): επικατάρατον εσέν τον όφην να λαλούσιν.| Στο στήθος σου να πορπατείς, να τρίβεις την κοιλιάν σου Πικατ. 516· κ) (προκ. για σχοινοβάτες) σχοινοβατώ: κάστρη άλλοι στένου ξύλινα κι άλλοι τα σγουραφίζου (παραλ. 1 στ.)· ψηλά ξαπλώνου άλλοι σκοινιά κι απάνω πορπατούσι,| σαν εις τη γη χορεύγουσι κι ωσάν αετοί πετούσι Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 303· κα) (προκ. για κάτεργο, αρμάδα) πλέω, αρμενίζω: Αλήθεια το δεύτερον (ενν. κάτεργον) ήθελεν πορπατεί ώρες ί και το τρίτον ήθελεν προπατεί ώρες ή Rechenb. 7815· Διεμηνύσατο δε άμα πρωί ο Χαϊρατίνης τον αυθέντην, ότι γνωστόν έστω σοι ως η αρμάδα των Βενετίκων η εις ημάς μη φαινομένη περιπατούσα νυκτός εγύρευε πού αν εύρει την του Τόρια αρμάδα Έκθ. χρον. 809· κβ) (προκ. για ουράνιο σώμα): ταύτην την στήλην άνεμοι πνεύσαντες λίβαι εξανέσπασαν ... και εις την γην έρριψαν του ηλίου τότε εν τῳ ζωδίῳ τῳ ταύρῳ περιπατούντος Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 197· να κοκκινίζει ο ουρανός και ο ήλιος να μαυρίζει,| στην στράταν του να προπατεί και να μηδέν φωτίζει Τζάνε, Κατάν. Ποίημα 110· κγ) συνεχίζω, «προχωρώ» τη διήγησή μου: Ας έρτομεν στον λογισμόν, εμείς να παρπατούμεν,| το πώς επήρεν θέλημαν και τούτον να το πούμεν Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 177· κδ) (προκ. για το Θεό) «κατοικώ» στον άνθρωπο, τον γεμίζω με τη θεία χάρη (πβ. ΚΔ, Παύλ. Κορ. Β́ 6, 16): Θέλω κατοικήσει μέσα εις αυτούς· και θέλω περιπατήσει μέσα εις αυτούς Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2, Παύλ. Κορ. Β́ Ϛ́ 16· κε) (με υποκ. το ανάβλεμμα) = διατρέχω: Στο πρόσωπό τως ολωνώ τ’ ανάβλεμμα επορπάτει| με τη ρηγατικήν εξά που ’τρεμε το παλάτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1311· κστ) (προκ. για τα δάκρυα) κυλώ, τρέχω: στα ρόδα, στα τριαντάφυλλα τα δάκρυα επορπατούσα,| στα στήθη εκατεβαίνασι, στα μάρμαρα εκτυπούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 649· κζ1) (προκ. για χρόνο, διάστημα χρόνου, ηλικία)· (1) διανύομαι, περνώ: Τρεις μήνες επεράσασι, τέσσερις πορπατούσι| οπού όσοι σ’ εγνωρίσασι, κλαίσι να σε θωρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 803· πληρουμένης της ενδίκτου| περπατούσης της ογδόης,| αρχομένης της ενάτης Λέοντ., Αίν. I 52· με τη φούστα το παιδί επήρα κι ήρθα απάνω-| δεκάξι χρόνοι σήμερο θα προπατού, α δε σφάνω Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 570· (2) διανύω: Είχεν τάχα μελετημένα ο πατήρ γάμους και χαρές της θυγατρός επειδή δώδεκα χρονών επερπάτει το κορίτσι Πηγά, Χρυσοπ. 233 (7)· φρ. πορπατεί/προπατεί ο καιρός/οι μέρες = περνάει ο χρόνος: Ζύγωσε τά βαραίνουσι, διώξε την τόση πρίκα| κι άφς τον καιρό να πορπατεί, σαν κι άλλες τον αφήκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1626· πούρι ο καιρός ας προπατεί, ας πηαίνει κι ας περάσει,| μήπως και ξελησμονηθεί ο πόθος, σα γεράσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1711· ας πορπατούνε οι μέρες σας κι ο κύκλος θέλει αλλάξει·| με τον καιρό όλα τα νικά η φρόνεψη κι η τάξη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1323· κζ2) (εδώ προκ. για την αιωνιότητα κατά τη μεταθανάτια ζωή): χρόνοι εδώ δεν περπατούν, μήνες ουδέν θυμούνται,| ουδέ στου Χάρου την αυλήν ώρες ουδέν μετρούνται Πικατ. 148· κη) (μεταφ.) προκ. για υποθέσεις, καταστάσεις· φρ. πορπατεί η δουλειά/το πράμα ή τα πράματα = οι καταστάσεις, τα πράγματα εξελίσσονται: να πορπατεί η δουλειά κουρφά, κιανείς να μη γροικήσει,| ώστε να πάνε στου ρηγός, να τωσε συμπαθήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 877· αν ...| προπατεί το πράμα ομπρός κι έτοιας λογής τ’ αφήσω,| τούτο ’χει να μαθητευτεί, ό,τι καιρός γυρίσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1706· με τον καιρόν τως πορπατού τα πράματα και πάσι,| του Έρωτα μόνο η δύναμη συχνιά τα μεταλλάσσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 331. 2) Διανύω μια απόσταση· (συν. με την προθ. εκ και γεν. ή αιτιατ. (που δηλώνει αφετηρία) και με επόμ. τα εις, σε και αιτιατ. (που δηλώνουν πρόσωπο ή τόπο τέρματος) μεταβαίνω από ένα τόπο ή πορεύομαι διαμέσου ενός τόπου και πηγαίνω σε κάπ. άλλο τόπο ή πρόσωπο: εκείνος (ενν. ο φαμιλίτης του δουκός) επερπάτησεν απέ την χώραν όλην| εις άρχοντες όπου ήξευρεν ο λόγος του να αξιάζει Χρον. Τόκκων 1355· ούτως εκαβαλίκευεν μετά την φαμελίαν του| και επερπάτει εκ τα χωρία του μέρου της Μονοβασίας| στο Έλεος κι εις τον Πασσαβάν κι εις τους εκείσε τόπους Χρον. Μορ. H 2982· όταν εκ τόπου εις έτερον θέλεις περιπατήσαι,| αγάπην άφηνε παντού, μη σε ακλουθήσει φθόνος Φλώρ. 1155. 3) Πηγαίνω από τόπο σε τόπο, τριγυρίζω, περιφέρομαι, περιπλανώμαι: εκυρίευσε και εδούλωσεν όλον τον τόπον του Μωρέως και τότε επερπάτει από τόπον εις τόπον ως αφέντης και πρίγκηπος οπού ήτον Δωρ. Μον. XXXI· εφοβήθην ο Ξάνθος τον Αίσωπον να μηδέν το ειπεί των ανθρώπων πορπατώντας εδώ και εκεί Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 8019· εις τα βουνά να περιπατεί, σαν λέοντας να φωνάζει,| και διά τα παιδία του κλαίγει και αναστενάζει Θρ. Κύπρ. M 529· απόσταν τση καρδιάς μου| εκάμασινε την πληγή τα μάτια τση κεράς μου,| μέρα και νύχτα πορπατώ σε κάμπους, σε λιβάδια,| σε δάσητα κι εισέ γκρεμνά, σε όρη, σε λαγκάδια Πανώρ. Β́ 157. 4) Ταξιδεύω, επισκέπτομαι διάφορους τόπους: πολλά μεν έμαθα από ανθρώπους πολυμαθείς ... εισέ διαφόρους χώρας και κάστρη όπου επεριπάτησα, και άλλα πάλιν από βιβλία Ιταλών και Ελλήνων φιλοσόφων Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 131. 5) Κάνω περίπατο, σεργιανίζω: Η δέσποινα περιπατεί περί τον κήπον μόνη| και περιτρέχει τα φυτά, παραβιβάζει τάχα Καλλίμ. 2037· Ο βασιλέας των μηνών ο Μας λογιάζω είναι (παραλ. 3 στ.), στολίζει δένδρα με ανθούς, κάμνει τα περιβόλια| να είναι ωριοστόλιστα, γυναίκες και κοπέλια| μέσα σ’ αυτά να πορπατούν και να περιδιαβάζουν Διγ. O 2401· αγάλι αγάλι επήγαινα, σιγά σιγά επερπάτουν| τον κόσμον εξενίζουμου, τ’ άνθη και τα καλά του Απόκοπ.2 17. 6) (Μεταφ.) α) ζω, υπάρχω: Άνθρωπος όταν περπατεί κόσμος μικρός υπάρχει Σπαν. O 141· φρ. (1) περπατώ/προπατώ στον κόσμον/στον δίσκον του κόσμου/εις γην = ζω στη γη: οπὄχει φρόνεσιν και περπατεί στον κόσμον| ας ενθυμείται θάνατον Περί ξεν. (Μαυρομ.) 473· φαίνεταί μου, δύσκολον και αδύνατον υπάρχει| οπού εις τον κόσμον περπατούν να φεύγουν τέτοια πάθη Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1537· Ας μάθει ο νιος οπ’ αγαπά σ’ εκείνο τό γυρεύει,| στον κόσμον όπου περπατεί, με τι τρόπο να οδεύει Φαλιέρ., Ενύπν.2 126· « ... όσοι στο δίσκον», έλεγε, «του κόσμου προπατούσι,| όλοι για μένα ας κλάψουσι κι όλοι ας με λυπηθούσι ...» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1793· (εδώ προκ. για τη διάρκεια της επίγειας ζωής του Χριστού): όταν ήτον ο Χριστός και εις γην περιπάτει Χρον. Μορ. H 809· (2) περβατώ ημέραν από ημέραν = ζω, περνώ τη ζωή μου: ημέραν από ημέραν περβατούν (ενν. οι κουρούνες) ακαρτερώντας να των δοθεί πάλιν η χάρις να μιλούν Μπερτολδίνος 113· β) (με το ρ. ζω για να τονιστεί η σημασ. του) είμαι ζωντανός και κινούμαι: ήδη ζω και περιπατώ και τον αέρα πνέω Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 114· Εμένα ο χρόνος είπε με ποτέ να μη ευτυχήσω| ως πότε ζω και περπατώ και κοσμοαναγυρεύω Λόγ. παρηγ. O 283· δι’ εκείνην (ενν. την Πλάτζια-Φλώρην) ζω και πορπατώ, άλλην χαράν ου θέλω Φλώρ. 785. 7) (Μεταφ.) α) ζω, διάγω, συμπεριφέρομαι: ο πατέρας ο καλός υπομονήν ουκ είχεν,| σκοπώντα πώς να πορπατεί στα ξένα το παιδί του,| μη μάθει στράτες άτακτες και τον Θεόν αφήσει Σπαν. V Suppl. 7· να χαίρω τούτον βλέπουσα εις έτη της ζωή μου,| να περπατεί αφρόντιστος, να χαίρει εις τον κόσμον Διγ. Z 1797· Ίδε, μεταμελήθησε και τήρησε την κρίσιν.| Φέρε τον νουν σου, πρόσεξε, πώς περπατείς, πώς πράττεις Αλφ. (Μπουμπ.) I 81· πρωτύτερα επεθύμει να χορτάσει ψωμί, και τώρα εντύθη εύμορφα και περιπατεί ωσάν ένας από τους πλουσίους Θαύμα αγ. Νικ. 264· Εξέπεσαν οι άνθρωποι, σαν ζώα περπατούσι,| γράμματα δεν ηξεύρουσι και πώς να φωτισθούσι; Ιστ. Βλαχ. 2225· φρ. (1) περπατώ άτυχα = ζω άσχημα, δυστυχώ: όποιος σμίγεται μ’ αυτές (ενν. τες πολιτικές) χρειά κάμνει να ψωριάσει,| κι αν έχει πράγμα τίποτες, όλον να το ξοδιάσει.| Και μερικοί ιατρεύουνται ...| και περπατούσιν άτυχα πάντα καθήν ημέραν Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 345· (2) προπατώ εις/σε οδόν = ζω με ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, κάνοντας συγκεκριμένες πράξεις: όλους τους ψευδομάρτυρας οπού ’χασι ’φιορκήσει| για δώσια ή για έχθρητα και ανθρώπους καταλύσει,| να ’ταν τυφλοί και ολόβουβοι τον κόσμον να μη δούσι,| παρά σ’ εκείνην την οδόν πάλιν να προπατούσι Τζάνε, Κατάν. 364· (3) περιπατώ εις την ασέβειαν = ζω μακριά από το Θεό: μεγάλα και θαυμάσια είναι των χριστιανών τα μυστήρια ότι δεν λέγουσι λόγια ανθρώπων αλλά τα του Θεού. Τα δε λοιπά έθνη πλανώνται και πλανώσιν ένα το άλλο περιπατούντες εις την ασέβειαν Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 1741· (4) περιπατώ εις ασελγείες = ζω ακόλαστα, διάγω έκλυτο βίο: φθάνει μας ο απερασμένος καιρός της ζωής να εκάμαμεν το θέλημα των εθνών περιπατώντες εις ασελγείες, επιθυμίες, μέθες ... Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρ. Καθ. Επ. ά Δ́ 3· (5) περιπατώ εις καλήν βουλήν = ακολουθώ την καλύτερη γνώμη, συμβουλή: απ’ όλους έπαιρνε βουλήν και την δικήν σου κράτει,| όποια σου φανεί καλή σ’ εκείνην περιπάτει Ιστ. Βλαχ. 1468· (6) περιπατώ/πορπατώ όμορφα/ορθά = διάγω, συμπεριφέρομαι σωστά, δίκαια: Ήφηκες τσ’ έγνοιες του σπιτιού και τα νοικοκεράτα,| πολλά επορπάτιες όμορφα, μα εδά άλλαξες τη στράτα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 806· το φίδι πάντα δίδασκε (ενν. ο κάβουρας) να ’χει δικαιοσύνη| και να περιπατεί ορθά, χωρίς ατυχοσύνη Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 694· (7) περιπατώ λοξά = ακολουθώ λάθος δρόμο ζωής: Επεί λοιπόν γνωρίζομεν λοξά περιπατούμεν,| πρέπει να την αφήσομεν την στράταν που κρατούμεν Πένθ. θαν.2 569· (8) πορπατώ ευγενικά = διάγω, συμπεριφέρομαι όπως ταιριάζει σε άρχοντα: Δίδει του στάμενα πολλά ... (παραλ. 2 στ.), να πορπατεί ευγενικά εκεί στην ξενιτεία Τριβ., Ρε 96· (προκ. για τη ζωή σύμφωνα με τις θεϊκές εντολές, τους θεϊκούς νόμους και κανόνες): εις τα περισσότερα να κάμνει ως θέλει, αν έχει την γνώμην του να περιπατήσει ως λέγουν οι θείοι νόμοι Zygomalas, Synopsis 298 Φ 1· να γνωρίσουν όλοι ότι εκείνα οπού άκουσαν διά λόγου σου δεν είναι τίποτες, αλλά περιπατείς και εσύ φυλάττοντας τον Νόμον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κά 24· Όσοι περιπατούσι με το πνεύμα του Θεού, ετούτοι είναι υιοί του Θεού, λέγει ο θείος Απόστολος Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 2910· φρ. (1) περιπατώ καλά/κατά δικαιοσύνην = ζω ενάρετα: εάν συ περιπατείς καλά, θέλεις είσθαιν εις τον λαόν σου πρόξενος σωτηρίας Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 114· τους δικαίους, τους κατά δικαιοσύνην περιπατήσοντας Φυσιολ. 36125· (2) πορπατώ με τον Θεόν = ζω σύμφωνα με το θέλημα του Θεού:  με τον Θεό επορπάτηξεν ο Νόαχ Πεντ. Γέν. VI 9· (3) πορπατώ ομπροστά (ενν. του Κυρίου) = γίνομαι ευάρεστος στο Θεό: ο Κύριος ος επορπάτηξα ομπροστά του ν’ απεστείλει τον αγγελό του μετ’ εσέν Πεντ. Γέν. XXIV 40· β) συναναστρέφομαι, κάνω παρέα με κάπ.: άλλος έλεγεν ότι « από την σήμερον εάν ιδούμεν ή εις την εκκλησίαν ή έξω στο Κάστρον να περιπατεί πάλιν με τους χριστιανούς τον σκοτώνομε ...» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 61V· με τους καλούς συνόδευε, με τους καλούς περπάτει Σπαν. V Suppl. 26· Ορέγομουν να περπατώ με τους τραγουδιστάδες,| με τους παιγνιώτας τους καλούς, τους παραδιαβαστάδες Σαχλ., Αφήγ. 57· εκρέμασαν οι Τούρκοι τον Αλεξανδρή τον Ταταρχάνη, δι’ αιτίαν τοιαύτη· με το είναι νεκπετής και ακαμάτης επήγεν με τον βοϊβόδα και επεριπάτεν με τους χασάσηδες, και έτσι επάτησαν ένα οσπίτι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v· γ) συμβαδίζω: κατά αλήθειαν δεν δύνεται να περιπατεί η κακία ομού με την αρετήν Βίος Ιωσήφ 269. B́ Μτβ. 1) βαδίζω, προχωρώ, πορεύομαι, περπατώ α) (συν. με αντικ. τις λ. δρόμον, οδόν, στράτα(ν)): φαίνεται εις την θείαν Γραφήν πως δεν επεριπάτησαν (ενν. οι Εβραίοι) ένα ίσον δρόμον μήτε γλήγορον, αλλά επάγαιναν εμπρός και πάλιν εγύριζαν οπίσω προς το Σίναιον όρος Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 52· εν τοις τοσούτοις λογισμοίς και τοις τοσούτοις λόγοις| περιπατούσι την οδόν, πληρούσι μόλις ταύτην Καλλίμ. 1378· τα χέρια ενούς τ’ αλλού μας εκρατούμα,| πασίχαροι τη στράτα επορπατούμα Βοσκοπ.2 136· το ταχύ εσηκώθηκεν και ευρίσκει μονοπάτιν.| Ώραν πολλήν περιπατεί την στράταν μοναχή της Ιμπ. 571· την προς δρακοντόκαστρον οδόν επεριπάτουν Καλλίμ. 2547· επεί εν ονείρῳ σου σε το είπεν ο προγνώστης,| την στράταν οπού εις Αίγυπτον υπάγει ας περιπατούμεν Λίβ. N 2367· (εδώ με σύστ. αντικ.): έρχεται ακόμη αντάμα του η μάνα του και είναι εδώ ογλήγορα, διατί αυτή περβατεί καλόν περβάτημα Μπερτολδίνος 104· φρ. (1) περπατώ μίαν στράταν = ακολουθώ τον ίδιο δρόμο, συμπορεύομαι: απήν ενταμωθήκαμεν μίαν στράταν περπατούμαν| και ένας τον άλλον μας θωρώ και όλοι μοιρολογούμεν Διήγ. ωραιότ. 455· (2) (μεταφ.) προπατώ ένα ζάλο = (προκ. για ερωτευμένους) αισθάνομαι το ίδιο ερωτικό συναίσθημα: το πράμα πλιο δεν είν’ κρυφό στον ένα κι εις τον άλλο,| γιατί εγνωρίσασι κι δυο πως προπατού ένα ζάλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 2142· β) (εδώ σε προτρεπτική υποτ.) αρχίζω, ξεκινώ την πορεία: λοιπόν απάρτι την οδόν σύρε ας περιπατούμεν| και α λάχει να επιτύχομεν κάστρον να ερμηνευθούμεν Λίβ. Esc. 2726· γ) βαδίζω, πατώ στη στεριά, στη γη: ως είδα ότι την θάλασσαν επ’ αληθείας εξέβην| και την στερέαν περιπατώ ...|, ίδ’  ούτως νεύω τον Λίβιστρον να έμπει να περάσει Λίβ. Sc. 1888· εκείνη δε ουκ εγνώθει τον (ενν. τον δάον) να περπατεί τον δρόμον Λίβ. N 2237· δ) (εδώ προκ. για κ. αδύνατο, ακατόρθωτο) ανεβαίνω: Δέντρο ροζάρικον στραβόν να ’σάζεις με τα λόγια| και δίχως σκάλες θέλω ’γώ να περβατώ τ’ ανώγια Δεφ., Λόγ. 118· ε) (μεταφ. με αντικ. το κάστρον, τον πύργον της καρδίας, της ψυχής κάπ.) ανταποκρίνομαι στον έρωτα κάπ.: Πότε το κάστρον να περπάτησες το της εμής καρδίας!| πότε τον πύργον της εμής ψυχής περιπατήσεις; Λίβ. P 1364, 1365· Πότε να επεριεπάτησες το κάστρον της ψυχής μου; Λίβ. Sc. 278. 2) α) Διανύω μια απόσταση, διαβαίνω, διατρέχω, περνώ: ωσάν επεριπάτησα πολύ διάστημα,| έφθασα εις ένα κάμπον λιβαδιαίον Διγ. Άνδρ. 36732· όρη επερπατήσαμεν, τά ενέγγιζαν εις νέφη Λίβ. P 1876· Καβαλικεύουσιν και οι δυο ...| Όλην την νύκταν περπατούν λιβάδια, ποταμίνες| και την ημέραν άπασαν λαγκάδια και βουνίτσια Ιμπ. 511·     β) περιτρέχω, διατρέχω, διανύω την περίμετρο κάπ. χώρου: Αν εξ’ οικείων των χειρών φυτεύσει τις αμπέλιν| και σκάψει και κλαδεύσει το, φράξει τον γύρον όλον (παραλ. 1 στ.) και την ημέραν στήκεται με την σφενδόνην πάσαν| να φοβερίζει τα πτηνά να μη το καταλούσιν,| την νύκταν πάλιν περπατεί τον γύρον και φυλάσσει ... Καλλίμ. 2462· Ο Αλέξανδρος επιστεύθην τους λόγους του και υπάγει προς το νησίν ... Και επερπάτησε το γύρον και μέσα ουδέν ετόλμησε να κοιτάξει Διήγ. Αλ. E (Konst.) 471·  γ) πηγαινοέρχομαι, βαδίζω πάνω κάτω: την τσάμπραν της περιπατεί, άνω και κάτω υπάγει·| συχνά ετήρει και έβλεπεν από μικρόν τρυπάριν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 463. 3) α) Περιέρχομαι, διατρέχω:  Εις τούτο επεριπάτησεν όλην την Αλαμάνιαν,| όλους επαρακάλεσεν τους αρχηγούς κι αφέντες (παραλ. 1 στ.) να τον βοηθήσουν να υπάν μετ’ αύτον εις την Πούλιαν Χρον. Μορ. P 6794· β) (με αντικ. τη λ. κόσμος) πηγαίνω από τόπο σε τόπο, περιπλανώμαι: γονείς του απεστράφηκεν διά την εμήν αγάπην.| Εξέβην απ’ την χώραν του και κόσμον επερπάτειν.| Δίχρονον επερπάτησεν, πικριάς πολλάς υπέστην Λίβ. P 2182· γ) τριγυρίζω, περιφέρομαι ψάχνοντας: Περιπατεί τον αιγιαλό μη νά ’βρει να περάσει·| μη νά ’βρει βάρκαν πούπετε εις το νησίν να υπάγει Ιμπ. 554· Τούτος ο δαίμων, λέγω σε, του ζήλου και του φθόνου| ακαταπαύστως περπατεί την οικουμένην όλην,| να ψηλαφά όσον δύνεται να ευρίσκει απολεσμένους Ντελλαπ., Ερωτήμ. 314· δ) πηγαίνω να συναντήσω κάπ.: πάλιν εκ την τέντα μου πρόσχαρος εσηκώθην,| εβγαίνω εις τους αγούρους μου, περιπατώ τους όλους Λίβ. Esc. 832· ε) περιφέρω κάπ. προς χλευασμό: τῃ δε άλλῃ ημέρᾳ επρόσταξε και τον εκάθησαν απάνω εις ένα μικρόν και πενιχρόν καμήλι με ένα παλαιόν και ξεσκισμένον φόρεμα ... και τον επεριπάτησαν από όλες τες ρούγες της χώρας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 425. 4) α) Ταξιδεύω, επισκέπτομαι κάπ. τόπο: οπού έναι φρόνιμος και βλέπει και επεικάζει| τον κόσμον ουδετίποτε και πλάνον ας τον κράζει,| διατί, αν επερπάτησεν Ανατολήν και Δύση,| ο Χάρων εξευρίσκει τον, όπου και αν κατοικήσει Νεκρ. βασιλ. 79· Ξεύρεις πολλά καλότατα πως εγώ πολλά κάστρη| και χώρες επερπάτησα σαν τ’ ουρανού τα άστρη| και γράμματα εδιάβασα πολλών λογιώ και γλώσσες Διγ. O 1044· β) ταξιδεύω, μετακινούμαι από τόπο (προκ. για τους πραματευτές): είναι (ενν. οι πραγματευτάδες) άνθρωποι ξένοι απ’ άλλους τόπους, (παραλ. 1 στ.), και περπατούν την Βενετιάν, την Πόλιν, την Λεχίαν Ιστ. Βλαχ. 2157. 5) Κάνω περίπατο: Τη στράτα επορπατούμα· ’ς περβολάκι| βρίσκω βαγιά και κόφτω ένα κλαδάκι Βοσκοπ.2 137· Είχεν γαρ (ενν. ο Κύρος) και συνήθειαν τες εορτές ημέρες| αμάξι να ευτρεπίζουσιν και να καθίζει απάνω| και να τον σύρνουν τα φαρία, να περπατεί τον δρόμον Ντελλαπ., Ερωτήμ. 572· 6) (Μεταφ.) ζω: Στου κόσμου τούτη τη ζωή οπού την πορπατούμε,| όπου θωρούμενε χαρές πλήσες και τραγουδούμε ... Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 33416· 7) (Μεταφ.) ζω, διάγω, συμπεριφέρομαι με ορισμένο τρόπο: Άκουσε ... να σου ειπώ το τι βουλήν κρατούσι (ενν. οι αβουγαδούροι)| και εις τι νουν, εις ποίον σκοπόν και στράταν περπατούσιν Σαχλ., Αφήγ. 351· πιάνει και γράφει (ενν. ο Ιωάσαφ) μίαν επιστολήν προς τον λαόν, γεμάτην φιλοσοφίαν και ανακηρύττουσαν πάσαν την ευσέβειαν ... και είντα ζωήν να περιπατούσι Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 14718· εκεινού οπού μέλλει να περιπατήσει καμίαν δύσκολην στράταν τού κάνει χρεία τινάς οπού να τον παρηγορά και να του δείχνει με έργον πως και άλλοι πολλοί την επεριπατήσασιν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 306, 8· πορπατείς δρόμο κακό και τον καλόν αφήκες; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 812· φρ. περιπατώ την ίσαν στράταν = (εδώ για τους κριτές) εφαρμόζω τους νόμους, κρίνω σύμφωνα με το δίκαιο: Τό εντέχεται να ποίσουν οι κριτάδες ..., και πώς δει περιπατείν την ίσην στράταν Ασσίζ. 49· (προκ. για τη ζωή σύμφωνα με τις θεϊκές εντολές, τη χριστιανική ζωή): πάντες οι άγιοι δεν λείπουν να μας δείχνουσι την απλανή ταύτην οδόν, αν ίσως και εισίν και ολίγοι εκείνοι οπού την περιπατούσι Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6922· αυτή είναι η στράτα της αληθείας, η οποία χειραγωγεί και φέρνει όσους την περιπατήσουν εις βασιλείαν αιώνιον Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 17232· δώσε του (ενν. του αμαρτωλού) κανόνα τον πρέποντα της μετανοίας ... να τον βαστά διά να ισάσει και να περπατήσει την ίσην στράταν της σωτηρίας Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 244113· την πίστην την αληθινήν, και αυτήν να την κρατείτε,| της σωτηρίας την οδόν καλά να περπατείτε Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 53· οι μεν (ενν. άγιοι) με πολλά μαρτύρια βασανισθέντες εχύσασι το αίμαν τως διά να αντισταθούσι της αμαρτίας, οι δε ηγωνίσαντο ασκητικώς περιπατούντες την στενήν και τεθλιμμένην οδόν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 2920 (πβ. ΚΔ, Ματθ. 7, 14). 8) (Μεταφ. με αντικ. που δηλώνει χρόνο, ηλικία) διανύω, διατρέχω: απεδά εξέβημαν τους παραπίσω χρόνους,| τούς επεριεπατήσαμεν μυριοκαταθλιμμένοι Λίβ. Esc. 4072· Σαράντα χρόνους πορπατώ, αμέ τα βασανά μου| ασπρίσανε παράκαιρα, σα βλέπεις, τα μαλλιά μου Πανώρ. Γ́ 303. Φρ. 1) Εις τούτον πορπατώ = θεωρώ κ. ως δεδομένο (βλ. και Vincent [Φορτουν. σ. 244]): πάντα μου σ’εκράτου| πως είσαι ντόπιος αποδώ, κι εις τούτον επορπάτου Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 288. 2) Πορπατώ τον κάβον = σέρνω το χορό· βλ. ά. κάβος (I) 2φρ. Ο σύντεκνος ο μποντικός τον κάβον επορπάτει| και εις κάθα λόγον ήλεγε: «Αλί χαημός τον κάτη! ...» Κάτης (Χόλτον) 81. Η μτχ. πορπατούμενα ως ουσ. = ζώα που πορεύονται μόνα τους (βλ. και Bakker-v. Gemert [Βαρούχ. σ. 842]): θέλει και αφήνει του κυρ-Κωσταντή, ..., ό,τι πράμα και αν έχει έτις στάμπελε ωσάν και μόμπελε, συρνούμενα πορπατούμενα, και τούτο διά να έναι οπλεγάδος να πλερώσει ό,τι χρέη θέλει φανεί και έκαμεν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5896.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης