Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 312 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Αχιλλ. (Smith) N

  • παράκειμαι,
    Λίβ. P 632, Λίβ. Sc. 32, Λίβ. (Lamb.) N 772, Δούκ. 24321· γ́ εν. παρακείται.
    Το αρχ. παράκειμαι. Το γ́ εν. και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα με διαφορ. σημασ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    Ά (Αμτβ.) βρίσκομαι, είμαι τοποθετημένος: λέγω αποτότε τους εμούς και ιστένουσί με τένταν| αντίκρυ οπού επαρέκειτον της κόρης το κουβούκλιν Λίβ. Sc. 34. Β́ (Μτβ.) είμαι αντίπαλος: όταν ευρώ τον βασιλέα οπού σας παρακείται,| να ευρούμεν το φουσσάτον του οπού σας πολεμίζει Αχιλλ. (Smith) N 451.
       
  • παραλαμβάνω (I),
    Προδρ. (Eideneier) I 221, Διγ. Z 657, 3292, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 151, 174, 700, 1796, Χρον. Μορ. H 144, 1237, 1709, 1876, 2468, 2943, Χρον. Μορ. P 62, 2875, Σαχλ., Αφήγ. 275, 289, Ιστ. Ηπείρ. IV6, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 3090, Αχιλλ. (Smith) N 1211, 1501, Αχιλλ. (Smith) O 676, Χρον. Τόκκων 211 μετά στ. 630, 1574, 1893, 2821, 3005, Δούκ. 14914, Διήγ. Βελ. N2 251, Χούμνου, Κοσμογ. 392, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 234, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 459, Μικρ. χρον. Yale 73r, Διγ. Άνδρ. 40613, 40813, κ.π.α.· παραλαμπαίνω· παραλαμπάνω, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1090, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3995.
    [Το αρχ. παραλαμβάνω. Ο τ. παραλαμπαίνω σε έγγρ. του 17. αι. (Αμάλθ. 10, 1979, 162). Ο τ. παραλαμπάνω σε έγγρ. του 16. αι. (Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16, 1961-2, τ. β́, 262, 270, 279, 301, Δετοράκης, Θησαυρ. 19, 1982, 159, 162) και σήμ. ιδιωμ. στη Ρόδο, όπου και λ. παραλαμπίζω (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Αόρ. επαράλαβα και μτχ. παρκ. παραλαμπωμένα σε έγγρ. του 16. αι. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983-4, 130, 134)· μτχ. παρκ. παραλα(μ)βασμένα σε έγγρ. του 16. αι. (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 292, 293). Η λ. και σήμ., όπως και τ. παραλαβαίνω.]
    Α´ Μτβ. 1) α) (Γενικ.) παίρνω: Λίβ. Sc. 1272, Λίβ. Esc. 497, Διγ. Z 4229, Ερμον. Ψ 251, Λίβ. Esc. 1248, Χούμνου, Κοσμογ. 275· β) παίρνω, αποκτώ: Αλφ. 1488· τα οποία χωράφια θέλουν και παραλαμπαίνουν (ενν. οι υιοί του Ιωάννη) απού την σήμερον και ομπρός μετά τούτη τη παρών σύμβαση Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1225· (προκ. για αξίωμα, κλπ.) αναλαμβάνω: Χρον. Μορ. H 7377, 1239. 2) Παίρνω εντολή, παραγγελία: και συ χριστιανός ορθόδοξος και επαρέλαβες υπό των αγίων αποστόλων μηδέ περιπατείν τῃ ημέρᾳ της αγίας Κυριακής, ειμή μόνον εις την εκκλησίαν εισελθείν Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 25. 3) Εκπορθώ, κυριεύω, καταλαμβάνω: κάστρα πολλά επαρέλαβεν (ενν. ο βασιλεύς) και η χώρα του επληθύνθη Αχιλλ. (Smith) N 73· (εδώ μεταφ.): πόσος επαρέλαβεν κλόνος τον λογισμόν μου Λίβ. Sc. 860· παρέλαβέ μας η χαρά και αφήκεν μας η θλίψις Λίβ. (Lamb.) N 643. Β́ (Αμτβ., προκ. για τη νύχτα) φτάνω, έρχομαι: η νύκτα επαράλαβεν, το μεσονύκτιον ήλθεν Βυζ. Ιλιάδ. 1011· η αγάπη την εφλόγιζεν, εβάριε της η ημέρα,| διατί γοργόν ουκ έκλεινε, να παραλάβει η νύκτα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 425· όταν γαρ επαράλαβεν το ήμισον της νύκτας,| ανοίγουσιν το άλογον οι βασιλείς εκείνοι Βυζ. Ιλιάδ. 1014. Φρ. 1) Παραλαμβάνω (την) αγάπην (κάπ.) = ερωτεύομαι, αγαπώ (κάπ.): πες ότι εκατεδέχθη τον και επέκυψεν εις πόθον,| αγάπην επαρέλαβεν ‒ και πώς να το εγνωρίσω; Λίβ. Esc. 1242· μάθε διά τον πόθον σου η κόρη αναστενάζει| και αγάπην σου επαρέλαβε και πάσχει εκ τό λυπείσαι Λίβ. N 1432. 2) Παραλαμβάνω τον θάνατον = πεθαίνω: γοργόν επαραλάμβανε τον θάνατον εκείνος Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 667. 3) Παραλαμβάνω τον πόθον (κάπ.) = ποθώ κάπ.: από του νυν παράλαβε τον πόθον του εις τον νουν σου Λίβ. P 1313. 4) Παραλαμβάνω ύπνον = πέφτω σε ύπνο, κοιμάμαι: ήλθεν το μεσονύκτιον, επαύσασιν οι κρότοι,| πάντες υπάν παραλαβείν ύπνον της αναπαύσης Βυζ. Ιλιάδ. 405. 5) Παραλαμβάνω φόβον = φοβούμαι: Μέσα ψυχή του εδείλιασε, φόβον παραλαμβάνει Χούμνου, Κοσμογ. 663.
       
  • παραλλάσσω,
    Διγ. (Trapp) Gr. 576, 2510, Διγ. Z 2958, Βίος Αλ. 3428, 3465, Αχιλλ. (Smith) N 783, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 725, Στίχ. ωραιότ. (Spadaro) 45· παραλλάσσω — ‑άζω, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1490, Φλώρ. 497 κριτ. υπ.· παραλλάττω.
    Το αρχ. παραλλάσσω. Ο τ. παραλλάζω και η λ. και σήμ.
    Α´ (Μτβ.) αλλάζω, τροποποιώ, μεταβάλλω κ. (συν. προς το χειρότερο): Παϊσ., Ιστ. Σινά 48, Σπαν. (Ζώρ.) V 97, Ασσίζ. 7523. Β́ (Αμτβ.) αλλάζω όψη, είμαι μεταβλητός: οι άγγελοι φυσικά είναι πνεύματα και είναι γιναμένοι από ουδετίποτες …, από την φύσιν τους είναι και παραλλάττουν και από την χάριν είναι παντοτεσινοί Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 26v. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Παράξενος, ασυνήθιστος, αγνώριστος: δάκρυα εκίνησεν (ενν. ο αμιράς) εκ βάθους της καρδίας| κι οι στεναγμοί ανέπεμπον ήχους παρηλλαγμένους Διγ. Z 857· θέλω σας αφηγήσασθαι λόγους ωραιοτάτους,| υπόθεσιν παράξενην, πολλά παρηλλαγμένην Βέλθ. 3. 2) Θαυμάσιος, εντυπωσιακός, πολύ όμορφος: η φορεσία της θαυμαστή ήτον, παραλλαγμένη: λουρίκιν αργυρόν φορεί, διά λίθων πολυτίμων| και το κασίδι χυμευτόν ήτον, παραλλαγμένον Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1492· ρούχα τίτοια τους δίδει, ενδύματα παράξενα, πολλά παρηλλαγμένα Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 356.
       
  • παραμυθία,
    η, Προδρ. (Eideneier) I 223, Διγ. Z 2091, 2501, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 120, Αχιλλ. (Smith) N 1758, Δούκ. 28724, Θρ. Θεοτ. 79, Χίκα, Μονωδ. 12-13· παραμυθιά, Απολλών. 19· παραμύθια, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 72.
    Το αρχ. ουσ. παραμυθία. Ο τ. παραμυθιά στο Βλάχ. Ο τ. παραμύθια από μετρ. αν. Η λ. και διάφ. τ. της λ. σε ιδιώμ. της Κάτω Ιταλίας (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.).
    1) Παρηγοριά: Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 120, Διγ. Άνδρ. 4045. 2) Αναψυχή: Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 148. 3) Ανακούφιση: αυτή (ενν. η Αναστασία) ευθύς οδύρετο —παραμυθιάν ουκ είχεν—| την συμφοράν οπού έπαθε και το κακόν οπού είδεν Απολλών. 19. 4) Έλεος, φιλευσπλαχνία: προς τους εν ταις φυλακαίς πάσαν παραμυθίαν| εδείξατε και πρόνοιαν, σπουδήν και προθυμίαν Πένθ. θαν.2 603. 5) ?Δικαιολογία: ο δείλαιος, ο δύστυχος ανθρώπων| —επεί γαρ ουκ ηβούλετο ταύτην να υπανδρέψει—| ως ’νίγματα και δείγματα και γαρ παραμυθίαν| αμφίβαλλεν την υπανδρειάν Απολλών. 40· Ταύτα πάντα, ω τέκνα μου, εισί παραμυθίαι,| περιγραφαί ατυχιών, ψυχών παρηγορίαι Διγ. (Trapp) Gr. 2666. 6) Αποζημίωση: Εάν έχεις παιδιά μικρά εις την αιχμαλωσίαν και ουδέν τα ενθυμηθείς εις την διαθήκην σου, δεν δύνονται, αν έλθωσιν, να χαλάσωσι την διαθήκην οπού ποιήσεις· μόνον παραμυθίαν κάμνουν εις εκείνα από τα πράγματά σου, καταπώς επήρε πασαείς, ότι να έχουσι και εκείνα Νομοκριτ. 107.
       
  • παράξενος,
    επίθ., Καλλίμ. 306, 356, 425, 832, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1214, Βέλθ. 3, 295, 1176, Χρον. Μορ. H 1357, 3857, Χρον. Μορ. P 453, 2986, 3129, Φλώρ. 770, 1717, 1804, Λίβ. P 561, 1219, 2354, 2485, 2657, Ιμπ. 81, 381, Ανακάλ. 92, Μαχ. 1285, Αχέλ. 2063, Πανώρ. Πρόλ. 1, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 223, Έ́ 1067, Στάθ. (Martini) Ά́ 311, B́ 329, κ.π.α.
    Το αρχ. επίθ. παράξενος. Η λ. και σήμ.
    1) α) Περίεργος, ασυνήθιστος, παράξενος: πολλά παράξενη τση ’φάνη η φορεσά σου| κι εγέλασε θωρώντας τα αυτά τ’ ανάστολά σου| ρούχα και τη μπερέτα σου Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 262· ημείς δε πάλιν τρώγομεν αυτό το πώς το λέγουν (παραλ. 5 στ.), έχει γαρ όνομα σαλόν παράξενον οκάτι| και τσιγαρίζεται κανείς ωσεί να το επιτύχει Προδρ. (Eideneier) IV 418· β) (προκ. για συναισθήματα): τον πόθο τον παράξενο τούτο μηδένας να ’χει,| φιλιάν απού την κόρην ντου σ’ ένα καιρό και μάχη Στάθ. (Martini) Ά́ 301· ποιος άκουσε ποτέ του| πάθος παραξενότερο (έκδ. ‑ξα‑· εσφαλμ. γρ.) τσ’ αγάπης| και πλια λωλό; Πιστ. βοσκ. I 3, 2· γ) που προκαλεί απορία: μη σου φανεί παράξενον α σε ρωτώ έτοιο πράμα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 647· Γροικά το κι ο Πολύδωρος, παράξενο του εφάνη| πως μ’ άλλον άντρα η Αρετή έσμιξη γάμου κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 1167. 2) Φοβερός, που προκαλεί δέος: όνειρον είδεν πολλά θλιμμένον·| παράξενον και φοβερόν, περίσσια λυπημένον·| και πάραυθα εξύπνησεν με ήθος τρομασμένον Παλαμήδ., Βοηβ. 1268· μέγας σεισμός αρχίζει,| την χώραν μ’ όλον τον λαόν ο Θεός καταποντίζει.| Και ως είδα το παράξενον θαύμασμαν οπού γίνη,| και ουδέν εγλύτωσ’ άνθρωπος ή βρέφος ν’ απομείνει,| μάλιστ’ η γη κατέπιεν τους κι εκαταποντιστήκα Χούμνου, Κοσμογ. 877. 3) (Για πράγματα) ασυνήθιστα ωραίος, εντυπωσιακός, θαυμάσιος: τόπον εύρον εύνοστον και κεχαριτωμένον,| λιβάδιν άλλης χάριτος, παράξενον οκάτι Καλλίμ. 150· Είχαν ωραίους τους καρπούς και δένδρη πλουμισμένα| κι άλλους ανθούς παράξενους και μήλα μυρισμένα Χούμνου, Κοσμογ. 770· η κόρη| γλυκύν τραγούδιν ήρξατο παράξενον, ωραίον Αχιλλ. (Smith) N 968· το παράξενον λουτρόν του χρυσοκάστρου,| το γέμοντα τας ηδονάς και χάριτας παντοίας Καλλίμ. 1720· αν φρονείς και δουλωθείς ... και πέσεις εις τα πράγματα της ερωτοκρατίας,| καιρόν γλυκύν επέτυχες και ημέρας ανωδύνας,| ζωήν πολλά παράξενον να ζήσεις απετώρα Λίβ. Esc. 314. 4) (Για πρόσωπα) α) (στο αρσ.) εξαίρετος, ωραίος, ανδρείος: Βέλθανδρος δε ο δεύτερος (ενν. ονομάζετο) ...| παράξενος και κυνηγός, πανευτυχής δεξιώτης,| εις κάλλος και εις σύνθεσιν μέγας τε και ανδρείος Βέλθ. 32· οκάποιος άλλος ευγενής άνθρωπος από χώρας,| τοπάρχης πλούσιος, φοβερός ...,| ... παράξενος εις πλάσιν,| νέος πολλά καλόκοπος, μέγας εις την ανδρείαν Λίβ. Sc. 1993· στρατιώτης παράξενος και ωραία κουρτέσα,| τούς ελύπησεν η αγάπη και έφλεξεν ο πόθος Λίβ. P 2533· (ως ουσ., σε προσφών.): είπα τον: «ναι, παράξενε, όνειρον εφαντάσθην ...» Λίβ. P 1853· β) (στο θηλ.) πολύ ωραία, εξαιρετικής ομορφιάς, που προκαλεί το θαυμασμό: είχεν πολλά παράξενον ο ρήγας θυγατέραν,| έμορφην, αιστανόμενην, εξαίρετην, ωραίαν Λίβ. Esc. 2621· γυνή πολλά παράξενος, εύμορφος, ωραιωμένη Λόγ. παρηγ. L 288· Μαργαριτάριν δίδομεν, χρυσάφιν και λιθάριν,| μόνον ας έν’ παράξενος η κόρη ως επαινέθην Φλώρ. 959· (σε θέση ουσ.): αφήκα την παράξενον εκείνην να θαυμάζω,| το κάλλος της το εξαίρετον, το αμύθητόν της ήθος Λίβ. Sc. 1080· είπα της την αγάπην μου τήν είχα εις εκείνην·| ήκουσεν η παράξενος και συνεπόνεσέ με Λίβ. Esc. 2635. Το ουδ. ως ουσ. = ομορφιά, χάρη: ήν το βηλόθυρον κρίνων και ρόδων άνθη.| Της τέχνης το παράξενον ου συνεχώρει βλέπειν Καλλίμ. 340· εις παράξενο εσέβην περιβόλιν,| εις μυριοδενδροφύτευτον, όλον εξανθισμένον,| τό εκόσμει Έρως βασιλεύς, τό ελάμπρυνεν ο Πόθος,| η Αγάπη κατεκάλλυνεν με τα παράξενά της Λίβ. P 369.
       
  • παρασκύπτω·
    παρασκύπτω ή παρασκύβω, Λίβ. Esc. 1394, Αχιλλ. (Smith) O 300, Ch. pop. 290, Χούμνου, Κοσμογ. 331 κριτ. υπ., 337 κριτ. υπ., Βυζ. Ιλιάδ. 909, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ιω. κ́ 11.
    Από το παρακύπτω (βλ. ά.). Ο τ. παρασκύβω και σήμ.
    Α´ Αμτβ. α) Σκύβω· (μεταφ.): Τα βότανα ελαλούδιζαν και τα βουνιά εψηλώναν·| και τα άστρη παρασκύπτουσιν εις την χαράν εκείνην Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1062· β) σκύβω λίγο προς τα έξω για να δω κ.: έβλεπα ότι επαρεσκύπτασιν απέσω απέ το κάστρον| άνδρες, γυναίκες, γέροντες, ομού τε και παιδία,| το να σκοπούν το πέσιμον και το κατούνεμά μας Λίβ. Sc. 44· Ορέκτηκεν ο Αχιλλεύς να σκέψεται το κάστρον (παραλ. 1 στ.) γυναίκες επαρέσκυψαν να ιδούσιν το φουσσάτον Αχιλλ. (Smith) N 654. Β́ (Μτβ.) αποφεύγω κ. σκύβοντας: Πρώτος δε αυτός Αινείας| έρριψ’ ένα μακρόν δόρυ| κατά του Ιδομενήος,| και ιδών εξεναντίας| επαρέσκυψε το δόρυ| και επέρασε αποπάνω Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΔ́ [204].
       
  • παραταγή
    η, Καλλίμ. 72, 129, Διγ. (Trapp) Gr. 1417, Διγ. Z 1876, 4346, Λίβ. Sc. 1150, Λίβ. N 1985, Τάξ. θυρ. 69, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 642, Αχιλλ. (Smith) N 31, 41, 181, 232, 274, 396, 449, 1212, Αχιλλ. (Smith) O 8, 144, 173, 219, Ιμπ. (Lambr.) 28, 30, Ιμπ. 29, 31, 97, 309, 351, Αλφ. ξεν. Αμ. (Μαυρομ.) 89, Αλφ. (Μπουμπ.) I 67, Παρασπ., Βάρν. C 119, 183, 288, 348, 352, Αργυρ., Βάρν. K 176, Δούκ. 3314, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 611, Ιμπ. (Legr.) 27, 29, Βυζ. Ιλιάδ. 488, 594, 1003, Διγ. Άνδρ. 40837-8, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Σ 1258, κ.α.
    Από την πρόθ. παρά και το ουσ. ταγή. Η λ. τον 9. αι. (TLG), στο Πορφυρογ., Έκθ. 183, σε έγγρ. και κείμ. του 11. αι. (Act. Lavr. I 4827, Βραν. Ε., Βυζ. έγγρ. Πάτμου Α′ 638, Mihăescu, RSBS 2, 1982, 319, 320) και σε επιγρ. (L‑S). Πβ. και μτγν. ουσ. παράταγμα (L‑S Κων/νίδη).
    α) Σχηματισμός στρατιωτών σε ευθύγραμμες σειρές: Των σκουταρίων φωταυγαί και των αρμάτων πάντων| τον ήλιον αντηύγαζον και αυτήν την Αφροδίτην,| των νέων τας παραταγάς και τας κραυγάς εκείνων| ποίαν ουκ ήγειραν ψυχήν επί την ευφροσύνην; Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 405· Να είδες γουν παραταγήν του κόσμου εξαιρημένην,| φουσσάτον πανεξαίρετον, λαμπρόν αρματωμένον,| φαρία και ιππάρια υπόσελα του δρόμου Αχιλλ. (Smith) N 396· β) το σύνολο παραταγμένης στρατιωτικής δύναμης: φουσσάτα και παραταγάς τις να τας αριθμήσει; Αχιλλ. (Smith) N 41· στου παλατίου την αυλήν εσέμπηκεν να βλέπει,| ηύρεν εκεί παραταγήν, ηύρεν εκεί παιγνίδιν (ενν. ο Πάρις) Βυζ. Ιλιάδ. 614· γ) (συνεκδ.) μάχη, πολεμική σύγκρουση: Έδε οπού μας έδωκαν οι θεοί στρατιώτην βασιλέα,| προς μάχας και παραταγάς τινά να μη φοβάται Αχιλλ. (Smith) N 274· Ίσασι γαρ οι πάντες των επιφανών την σην ορμητικήν ψυχήν και το προς τας παραταγάς των πολέμων το τολμηρόν και θρασύ και λεόντειον Δούκ. 21722. — Πβ. παράταξις ‑ξη.
       
  • πάραυτα,
    επίρρ., Προδρ. (Eideneier) IV 135 χφ C κριτ. υπ., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 464, 566, 1118, Βέλθ. 134, 696, 743, 959, 1194, Φλώρ. 804, Αχιλλ. (Smith) N 1592, Ιμπ. 432, Γεωργηλ., Θαν. 437, Απόκοπ.2 327, 356, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1607, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 560, 661, 796, κ.π.α.· πάραυθα, Κορων., Μπούας 111, Δαρκές, Προσκυν. [237], Παλαμήδ., Βοηβ. 83, 97, 105, 113, 126, 229, 300, 620, 759, 1061, Βίος αγ. Νικ. (Κακλ.) 50, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1204· παραύθα, Μαχ. 3823, Δαρκές, Προσκυν. [132]· πάραυθε, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 23215· πάραυθες, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 259, 266, 780· παραύτα, Αναγν., Στ. πολιτ. 9, Ασσίζ. 5911, Βέλθ. 947, Αχιλλ. (Smith) O 735, Μαχ. 1420, 448, 6212, 1029, 42022, 4221, 43010, 55435, 66631, Βουστρ. (Κεχ.) M 4514, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 101, 156, 213, 226, 626· παραυτά, Σοφιαν., Παιδαγ. 98, 99, 117· πάραυτας, Πανώρ. Ά́ 333, Έ́ 48 κριτ. υπ., Γύπ. Πρόλ. Διός 71, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 320, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ πριν στ. 27, 38, 97, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 11, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 12018, 12317, 13212, 1417, Βοσκοπ.2 376, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 335, Β́ 280, Γ́ 1285, Δ́ 997, Έ́ 1075, Στάθ. (Martini) Ά́ 17, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 282, Δ́ 220, Έ́ 315, Διήγ. πανωφ. 61, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 163, Δ́ 244, Έ́ 248, Ιντ. ά́ 164, β́ 163, γ́ 134, Πρόλ. άγν. κωμ. 10, Λεηλ. Παροικ. 13, 27, 78, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 29312, 30518, 3378, 3697, 44817, 54619, κ.α.· παραύτας, Πιστ. βοσκ. II 1, 328, V 5, 271· παραυτάς, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3496· πάραυτε, Κορων., Μπούας 79· πάραυτες, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 138, Άλ. Κύπρ. 1204, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 131, 1238· πάρευθα, Χρον. Τόκκων 2513· πάρευτα, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [484], Δ́ [245], Έ́ [1212]· πάρφτας, Κατά ζουράρη 144.
    Το αρχ. επίρρ. πάραυτα ή παραυτά. Ο τ. πάραυθα (με δάσυνση του τ· βλ. Meyer, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 112) στο Somav. (λ. παρευθύς) και σε κυπρ. δημ. τραγ. του 19. αι. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 36, 1972, 114). Ο τ. πάραυτας αναλογ. με επιρρ. σε ‑ας (Γεωργακ., B-NJ 14, 1938, 81). Ο τ. πάραυτες και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ.). Ο τ. πάρευθα (απ. στο Somav., λ. παρευθύς) και πάρευτα πιθ. με επίδρ. του επιρρ. παρευθύς. Η λ. και σήμ. λόγ. (ΛΚΝ).
    1) (Χρον. επίρρ.) αμέσως: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1262, Λίβ. Esc. 3792, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6726, 8224· Εγώ αν ήθελα αγαπήσει το βασίλειόν σας, εμένα ο αυθέντης μου ο Αλέξανδρος πάραυθα με το ήθελεν δώσει Διήγ. Αλ. E (Lolos) 23317· απέζευσεν παραύθα απ’ το αλογάρι Δαρκές, Προσκυν. [71]. 2) (Με επόμ. το σύνδ. οπού· πβ. όπου (Ι) Γ́1δ) μόλις: πάραυτα οπού εκείνος (ενν. ο Μπερτόλδος) είχεν έμπει εις την αυλήν, αυτοί (ενν. οι σκυλοφύλακες) να είχαν αφήσει τα σκυλία να υπάν καταπάνω του Μπερτόλδος 54· πάραυτα οπού τον είδεν (ενν. η βασίλισσα τον Μπερτολδίνο), γελώντας είπεν ... Μπερτολδίνος 152.
       
  • πάρδος
    ο, Σπαν. O 171, Διγ. (Trapp) Gr. 3395, Διγ. Z 1353, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1073, 1653, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 22, 858, 863, 870, 887, 1023, 1029, 1032, 1037, Αχιλλ. L 495, 996, Αχιλλ. (Smith) N 781, 1398, Αχιλλ. (Smith) O 435, 525, 560, Λέοντ., Αίν. I 262, Φυσιολ. (Legr.) 906, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 262, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 445, Νεκρ. βασιλ. 43, Αλεξ. 2182, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 1222, Δεφ., Λόγ. 514, Θρ. Μιχ. 546, Διγ. Άνδρ. 34316, 36118, Διγ. O 1268, 2085, κ.α.· πάρσος, Διήγ. Αλ. G 27212, 28831.
    Το μτγν. ουσ. πάρδος. Ο τ. με μεταβολή του ‑ρδ‑ σε ‑ρσ‑ (πβ. Psalt., Gramm. 97)· πβ. και ρωσ. bars. Η λ. και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., Andr., Lex.).
    Ονομασία που μπορεί να αποδίδεται σε διάφορα μεγαλόσωμα αιλουροειδή, όπως τον πάνθηρα, τη λεοπάρδαλη, το τσιτάχ ή ακόμη και το λύγκα (Για τη σημασ. και το πράγμα βλ. Nicholas-Baloglou, Quadr. 45-51· για το κυνήγι με πάρδους βλ. Κουκ., ΒΒΠ Έ́ 398, 413-4): λέοντες πεντακόσιους και πάρσους χίλιους τετρακόσιους Διήγ. Αλ. G 28235· Το δε παιδίον τας φωνάς ως ήκουσεν, ευθέως| ως λέων εβριμήσατο, ως πάρδος συνεσφίχθη Διγ. Z 1425· δέδωκε (ενν. ο στρατηγός) χαρίσματα τῳ θαυμαστῴ Ακρίτῃ (παραλ. 3 στ.) ιέρακας καν δώδεκα μουτάτους ...,| δώδεκα πάρδους διαλεκτούς, δοκιμασμένους πάνυ Διγ. Z 2221· Πάρδος και λεοντόπαρδος ήλθασιν εις το μέσον| και είς τον άλλον έλεγεν: «Εγώ είμαι ο καλλίων» Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 860· (μεταφ., προκ. για ανθρώπους, και ως προσηγορία τους· βλ. ονομάζω 3α): Αυθέντη Αλέξανδρε, εις την όρασιν του Δανιήλ του προφήτου είδαμεν και λέγει ότι ... της Δύσης τα βασίλεια ονομάζονται πάρδοι και του Νότου ονομάζονται λέοντες και της Ανατολής το κριάριν το δικέρατον Διήγ. Αλ. E (Lolos) 18720. — Πβ. και παρδίτσης.
       
  • παρεκβάλλω,
    Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 793, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. M 783, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Σ 795.
    [Το μτγν. παρεκβάλλω. Πβ. παρεγβάλλω και παρεβγάλλω σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).]
    1) Παρασύρω, παραπλανώ: πώς σε παρεξέβαλεν η χατζιροφαγούσα| και αρνήθης και την πίστιν σου και όλην σου την Συρίαν; Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 269. 2) Σταχυολογώ και συμπιλώ: αναγινώσκοντες αεί λόγου παιδείας χάριν,| παρεξεβάλομεν αυτήν διήγησιν του Αχιλλέως| και μετεβάλομεν αυτήν εις σαφεστέραν ρήσιν Αχιλλ. (Smith) N 1907. 3) Κατευοδώνω: πώς τον παρεξέβαλα και μετά πόσων δώρων,| πολλά είναι πολαφήγητα και ουκ ημπορώ του λέγειν Λίβ. N 1842. 4) Παραγκωνίζω, απομακρύνω: εις ό έχει προάστειον, μακρότερον των άλλων,| προς ολιγούτσικον καιρόν εκεί τον αποστέλλει,| μηχανικώς και τούτο γαρ να μως τον παρεκβάλλει Προδρ. (Eideneier) IV 536.
       
  • παρέξω,
    επίρρ., Καλλίμ. 1098, 2206, Βέλθ. 60, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 273, Λίβ. P 1014, 1209, 2642, Λίβ. Sc. 73, 1213, 1285, 1312, Λίβ. Esc. 233, Λίβ. (Lamb.) N 216, 278, Λίβ. N 1050, Αχιλλ. L 691, 999, Αχιλλ. (Smith) N 1402, Βυζ. Ιλιάδ. 904, Προσκυν. Κουτλ. 390 14734, Πτωχολ. A 196, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 154, Σοφιαν., Γραμμ. 81· παρόξω, Σουμμ., Ρεμπελ. 159.
    [Το μτγν. επίρρ. παρέξω. Τ. παραέξω σήμ. Η λ. και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.), όπου και τ. παρέξου και παρέξ.]
    α) Πιο έξω, πιο πέρα: Έβλεπα απεδώ τας Αρετάς, τους Μήνας απ’ εκείθεν,| εδώ τα Ερωτιδόπουλα, παρέξω εκεί τα ζώδια Λίβ. Esc. 1165· β) (με γεν., σε θέση πρόθ.) έξω από, πιο πέρα από: παρέξω του λουτρού έκειτο η φλισκίνα Βέλθ. 460· γ) (με πρoθ. από, εκ) πιο πέρα από: μίλι επεριεξέβημαν παρέξω από του κάστρου Λίβ. Esc. 3262· σύσσελλον τον απέταξα παρέξω εκ το φαρίν του Λίβ. Esc. 2318. Με άρθρο ως επίθ. = που βρίσκεται πιο έξω, πιο πέρα: ήμουν εις τούτο και εις αυτό και εις το άλλο το παρέξω Λίβ. (Lamb.) N 469.
       
  • παρέρχομαι,
    Διγ. (Trapp) Gr. 3370, Διγ. Z 3106, 4230, Λίβ. P 530, Λίβ. Sc. 3003, Λίβ. Esc. 591, Αχιλλ. L 1234, Αχιλλ. (Smith) N 1663, 1742, 1915, Φαλιέρ., Ιστ.2 318, Δούκ. 14913, Σφρ., Χρον. (Maisano) 9225, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 109r, 301v, Προσκυν. Ιβ. 845 1227, Αλφ. (Μπουμπ.) I 82, Παλαμήδ., Βοηβ. 628, Διγ. Άνδρ. 32915, 40322, 40614, Ψευδο-Σφρ. 15818, Κρασοπ. (Eideneier) S 33, 166, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. M 862, Χριστ. διδασκ. 46, κ.α.
    [Το αρχ. παρέρχομαι. Η λ. και σήμ.]
    Α´ (Αμτβ.) 1) α) Περιέρχομαι, περιοδεύω: παρερχόμενος γαρ ήλθε (ενν. ο Όμηρος)| και παρά την Αρκαδίαν Ερμον. Α 114· β) πηγαίνω, κατευθύνομαι: Πόλ. Τρωάδ. 676· γ) διέρχομαι: ‘Εθνος δ’ επ’ έθνος έτερον ου συγκαταπατήσει| ει μη κατ’ εμπορίαν τε και χρήσιν αναγκαίαν,| και ταύτα μέχρι είκοσιν ανδρών παρερχομένων Βίος Αλ. 3962. 2) Φθίνω, χάνομαι, εξαφανίζομαι: Διγ. Z 4085, Γλυκά, Στ. 355, Σπαν. P 74, Αχιλλ. (Smith) N 1922· φρ. παρέρχεται ο νους μου = (α) βλ. νους Φρ. 56· (β) χάνω το μυαλό μου, τα λογικά μου: η μέλισσα μ’ εδάγκωσεν, όμως ακροτρευλίζω| και κοντυλούν οι πόδες μου και ο νους μου επαρήλθεν Κρασοπ. (Eideneier) I 183· πώς ουκ έχασεν λογισμόν και να παρέλθ’ ο νους του| εις τα κακά τά έπαθε, τας συμφοράς τάς είδεν; Βυζ. Ιλιάδ. 432· γ) (προκ. για ασθένεια) περνώ, γιατρεύομαι: Ορνεοσ. αγρ. 5281· δ) πεθαίνω: Του Μαχουμέτ ουν παρελθόντος και Παγιαζήτ του μεσάζοντος και μεταπεσόντα τα πράγματα εν τῳ προρρηθέντι Μουσταφά Δούκ. 2311· ε) ξεπέφτω, φτωχαίνω: ορδινιάζω ... να δοθούν υπέρπυρα δεκαέξι ελεημοσύνην ... εις οκτώ σπίτια πτωχών καλών ανθρώπων οπού επαράρθασιν Διαθ. Ακοτ. 146· να έναι κρατημένος ο Ιωάννης να δίδει κάθα χρόνον οδιά την ψυχήν μου υπέρπυρα δώδεκα εις έξι οσπίτια καλών ανθρώπων οπού επαράρθαν Διαθ. Ακοτ. 147· στ) (από ηθική άποψη) παρακμάζω: αυτοί οι άνθρωποι θε να παράρθουσιν, και θέλουσιν έχειν πολλήν απανθρωπίαν και ακαταστασίαν περισσήν Πηγά, Χρυσοπ. 133 (25)· ζ) παρασύρομαι: Οπὄναι βίγλα δεν μπορεί γυναίκα να παράρθει| με μετροσύνη να φυλά, άδικα να μη χάθη Δεφ., Λόγ. 707· κάμνει χρεία να προσέχουνται, μήπως και καμίαν φοράν παράρθουσι και σφάλλουσιν από τες νομοθεσίες και ορθινίες του ενού μας διδασκάλου Χριστού Χριστ. διδασκ. 139. 3) Σταματώ: ανάπτουν και κανδήλια είκοσι καθημέραν,| ουδέποτε παρέρχονται ούτε και μίαν ώραν Προσκυν. Ιβ. 535 696. 4) α) (Προκ. για χρον. διάστημα) περνώ: Δούκ. 27511, Sprachlehre 162, Λίβ. P 1132· β) (προκ. για χρον. στιγμή ή ευκαιρία) έχω έρθει, έχω φτάσει: τώρα καιρός παρήλθεν Λίβ. (Lamb.) N 487. Β́ (Μτβ.) 1) α) Περνώ από δίπλα: ολίγον δε μου παρελθών (ενν. ο Ιωαννάκης) πέπτωκεν εκ του ίππου| και εις πέτραν ακούμπησεν εχόμενος του πόνου Διγ. (Trapp) Gr. 2586· β) διέρχομαι: Παρήλθεν (ενν. ο Καλλίμαχος) τόπους ικανούς αναζητών την κόρην Καλλίμ. 1473· Παρήλθον (ενν. τα παιδιά του βασιλιά) τόπους ικανούς, πολλούς και δυσβατώδεις Καλλίμ. 76. 2) Περνώ ένα χρονικό διάστημα: Ούτως μετά γλυκύτητος παρήλθεν (ενν. η δέσποινα) την ημέραν,| και πάλιν εφθασεν η νυξ, ήλθεν ερώτων χάρις Καλλίμ. 1932· Φέρε τον νουν σου από του νυν πώς ήσουν εις τον κόσμον,| πώς επαρήλθες τον καιρόν και τι ήσαν τά εθάρρεις Αλφ. 19103. 3) Παραβαίνω (πβ. και όρος ο 3β): Διγ. (Trapp) Gr. 1451.
       
  • παρέτοιμος,
    επίθ., Σπαν. A 396, Σπαν. B 380, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 423, Καλλίμ. 2445, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5433, Φλώρ. 780, Λίβ. P 872, 1208, 1707, 2462, Λίβ. Sc. 72, 2544, Λίβ. Esc. 67, 1200, 2021, 3875, Λίβ. N 1035, Χρον. Τόκκων 1487, Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 48, Περί γέρ. 172, Ιστ. Βλαχ. 776, Χριστ. διδασκ. 457· παράτοιμος, Λίβ. N 1049.
    [Από την πρόθ. παρά και το επίθ. έτοιμος. Η λ. στο κερκυραϊκό ιδίωμα (Andr., Lex.).]
    Εντελώς έτοιμος: πάντες εσυνάχθησαν έξωθεν της αυλής του (ενν. του βασιλέως)| παρέτοιμοι προς κίνημα και συμπλοκήν πολέμου Αχιλλ. (Smith) N 363· αν έν’ ο δάος παρέτοιμος, ως συ είπας, μετ’ εσέναν,| ’γείρεστε και ας υπαγαίνομε, μη αργούμεν τον καιρόν μας Λίβ. P 2458· είμαι απ’ εδά παρέτοιμος να τον ποιήσω φίλον (ενν. το ευνουχόπουλον)| και αυτός εις την υπόθεσιν της κόρης να υπουργήσει Λίβ. Sc. 58.
       
  • παρευθύς,
    επίρρ., Προδρ. (Eideneier) I 200, 254, Καλλίμ. 1211, 2484, Ασσίζ. 4712, 1986, 39212, Διγ. (Trapp) Gr. 470, 1057, 3129, Διγ. Z 319, 1721, 2650, Βέλθ. 720, Φλώρ. 920, Λίβ. P 2490, Λίβ. Sc. 941, Λίβ. Esc. 1491, Λίβ. N 2540, Αχιλλ. (Smith) N 1350, Αχιλλ. (Smith) O 576, Ιμπ. 96, 268, Χρον. Τόκκων 1168, 1489, 1923, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 49, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2341, Θυσ.2 1013, Στάθ. (Martini) Ά́ 158, Γ́ 82, Διγ. O 2449, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15121, 5743 κ.π.α.· παραευθύς, Λαυρ., Οπτασία Λ. 376· παραυθύς, Δαρκές, Προσκυν. [87], [111], Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1076· παραυτύς, Ασσίζ. 1842, Θυσ.2 454 κριτ. υπ., Κυπρ. ερωτ. 1344· παρευθύ, Βίος Αλ. 5279· πάρευθυς, Αχέλ. 1494, 1572, 2470· παρευτύς, Ασσίζ. 6327, 1527, 20918, 21622, 2999, 2302, 29521, 3094, 6, 36012-13, 38813, 38928, 39921, 44730, 44914, 45811, 46016, Χρον. Μορ. H 3919, Χρον. Μορ. P 251, 389, 3346, 5180, 5825, 5836, 6551, 7693, 7702, 8230, 8360 κ.π.α.
    [Το μτγν. επίρρ. παρευθύς. Ο τ. παρευθύ τον 5. αι. (Lampe, Lex.). Ο τ. παρευτύς και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 718). Η λ. και σήμ.]
    1) α) Αμέσως: ο δε (ενν. ο Διγενής) αρπάσας παρευθύς εκ στόματος τον άρκον| απεσφονδύλησεν αυτόν κι εξέψυξεν ο άρκος Διγ. Z 1418· ο Αλαμάνος το να ιδεί άνθρωπον καβαλάρην,| αγγελοσουσσουμίαστον, λαμπροαρματωμένον,| εγνώρισέν τον παρευθύς ότι έναι ανδρειωμένος Ιμπ. 407· β) (ως χρον. σύνδ. με επόμ. το ότι, βλ. ότι II, Ά1β) ευθύς ως, αμέσως μόλις: ο είς αδελφός ένι κρατημένος να μοιράσει με τον άλλον πάντα όσα έχουν εις το ήμισον, παρευθύς ότι να τον τάξουν Ασσίζ. 1697. 2) Πριν από λίγο: ηύραμεν τούτον τον άνθρωπον ... εις την στράταν νεκρόν και ήτον ακόμη ζεστός ώσπερ να τον είχαν σκοτώσει παρευτύς Ασσίζ. 22425.
       
  • παρίστημι,
    Ελλην. νόμ. 5161, Αχιλλ. (Smith) N 169· προστ. αορ. παράστα.
    [Το αρχ. παρίστημι. Η προστ. αορ. ήδη μτγν. (L‑S Suppl., στη λ.)· προστ. παρέστα σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Andr., Lex., στη λ.· βλ. και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 250, λ. παρέστα). Το μέσ. και σήμ. λόγ.]
    I. Ενεργ. 1) Στήνω, τοποθετώ κ. (κοντά, δίπλα): Δούκ. 30930. 2) Αποδίδω κ. λεκτικά· περιγράφω: Την παρθενίαν δ’ ο δεινός, την αγνείαν ο χοίρος| και βορβορώδης βάτραχος πώς δήλην παραστήσω; Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 167· Ά δε πανθάνει παρ’ αυτής εις τον καιρόν εκείνον| αισθανομένη δύναται καρδία ζωγραφήσαι·| φωνή γαρ λόγου και γραφή ου παραστήσει φύσιν Καλλίμ. 1829· πολλούς λόγους ειπών και παραστήσας πώς το φρούριον εκτίσθη εν ταις ημέραις του Ατήν διά αναλωμάτων της Ρόδου ... Δούκ. 1455. 3) Παρουσιάζω κάπ.· (εδώ δημόσια για επισημοποίηση της ιδιότητάς του): Όπου επάρει γυναίκα εις το οσπίτιν του παρκάτω παρού ουδέν έναι εκείνος, ας την παραστήσει εις την εκκλησίαν Ελλην. νόμ. 55523. 4) (Νομ.) παρουσιάζω κάπ. στο δικαστήριο, υποβάλλω κάπ. σε κρίση δικαστηρίου· (προκ. για τη μέλλουσα κρίση): Τι να ποιήσεις, ω ψυχή, όταν φωνιάξει η σάλπιγξ| εκείνον, ..., τον ηχόν τον φοβερόν ... (παραλ. 2 στ.) και πάντας εις το έντρομον και φοβερόν εκείνον,| ... δικαστήριον τους πάντας παραστήσει,| εκάστου επιφερόμενου ων έπραξεν εν βίῳ; Ντελλαπ., Υπομν. 23· Ει ... πάντα κερδήσωμεν, ψυχήν ζημιωθώμεν,| ... ουδέν το όφελος εν εκείνῃ τῃ ώρᾳ,| όταν Θεός εξ ουρανού έλθῃ κρίναι τον κόσμον| και παραστήσῃ άπαντας αποδώσοντας λόγον Διγ. (Trapp) Gr. 815· φρ. (1) παρίστημι μάρτυρα = παρουσιάζω, επικαλούμαι κάπ. ως μάρτυρα στο δικαστήριο: Έχεις μάρτυρας παραστήσαι εις ταύτα; Πωρικ. (Winterwerb) III 51· τούτο γαρ μη άπιστον εξ υμών λογισθείη,| μάρτυρα γαρ επαινετόν υμίν γε παραστήσω Διγ. Z 1272· (2) παρίστημι τον έλεγχον = διεξάγω έρευνα, ανάκριση: συ δε ως δίκαιος κριτής, ...| παράστησον τον έλεγχον άντικρυς του ετέρου,| όπως φανεί το δίκαιον του επιζητουμένου Ελλην. νόμ. 51426. ΙΙ. Μέσ. Α´ Μτβ. 1) Στέκομαι δίπλα, κοντά σε κάπ.· (μεταφ.) είμαι ισάξιος κάπ.: Η ευμορφία του σώματος ποιεί άνθρωπον άξιον να παρίσταται βασιλέα Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 121. 2) (Προκ. για τόπο) φθάνω: πρώτῃ φυλακῄ της νυκτός παρέστη τῃ Υψηλῄ Δούκ. 24320· Διαβάντες τοίνυν το στόμα του λιμένος και παραστάντες την τάφρον ... Δούκ. 1071. 3) Παρουσιάζομαι σε κάπ.: υπήρχον ... ευνουχόπουλοι, οί παρασταθέντες τῳ βασιλεί είπον ... Δούκ. 30520· ος Αλεξάνδρῳ παραστάς λέγει προς τούτον ούτος ... Βίος Αλ. 3130. 4) α) Κάνω κάπ. να αποκτήσει μια ιδιότητα, αποδίδω σε κάπ. μια συγκεκριμένη ιδιότητα: Ιδών δε ο αυτής ανήρ αυτής την ατεκνίαν| εκ βάθους της αυτού ψυχής Θεόν εξιλεούτο| και πρέσβυν παρεστήσατο μύστην του τηλικούτου| Ιάκωβον Φλώρ. 12· β) επικαλούμαι κάπ. ως: τάχατα ... έθελα εγώ τον βασιλέα| δολίως μετά μηχανής εκείνον φαρμακώσει,| άπερ κριτήν παρίσταμαι τον πάντων Βασιλέα·| ουκ οίδα γαρ το φάρμακον, τίποτε ου γινώσκω Φλώρ. 563. 5) α) Παραστέκομαι σε κάπ., στέκομαι κοντά σε κάπ. για να βοηθήσω: ύπαγε, λούσε σύντομα τον μέγαν οικονόμον,| λούσε και τον ηγούμενον, παράστα και τους δύο Προδρ. (Eideneier) IV 124· β) προσφέρω υπηρεσίες σε κάπ.: παρίσταται (ενν. ο μισθαργός) τους βασιλείς, ως δούλος παραμένει Καλλίμ. 2167. Β́ Αμτβ. 1) Στέκομαι (κοντά, δίπλα): Βίος Αλ. 3420. 2) Παρίσταμαι, παρευρίσκομαι: αυτών δε πάντων παρισταμένων παρέστη και η Στάφυλος Πωρικ. (Winterwerb) I 18· Ορίζει φέρνουν τον υιόν παρισταμένων πάντων Αχιλλ. (Smith) O 104· ρηξοί τε πάσης τάξεως κύκλῳ παρισταμένοι Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1236. 3) Παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι: παρευθύς παρέστησα τα Χερουβείμ Αποκ. Θεοτ. I 59. 4) (Προκ. για χρόνο) φθάνω: ου παρέστηκε καιρός της θηριομαχίας Διγ. (Trapp) Gr. 1034· αλλά κατέλαβε καιρός, αλλά παρέστη χρόνος Γλυκά, Στ. 26. 5) (Προκ. για καρπό) ωριμάζω: αναβαίνει (ενν. ο εχίνος) επί τον βότρυν της αμπέλου και καταβάλλει τας ρώγας χαμαί, όταν παρασταθεί ο βότρυς Φυσιολ. (Kaim.) 47a9. 6) (Νομ.) παρουσιάζομαι στο δικαστήριο: Παρίστανται οι πενθεροί, ήτοι οι γονείς των παίδων, καν μήτηρ, καν πατήρ, έμπροσθεν του κριτού Ελλην. νόμ. 5719· Έρχεται ο συνήγορος και παρίσταται έμπροσθεν του κριτού ή και του αρχιερέως Ελλην. νόμ. 51524· ω δέσποτα, ...| ... βλέπε την επίδειξιν του σου εγκαλουμένου,| ως γαρ αδικούμενος παρίσταται εγκαλών σε,| ωσαύτως και τας άντικρυς απολογίας πάσας| τας του ετέρου μέρους εκδικών μη παροράσεις Ελλην. νόμ. 51414· (εδώ προκ. για τη μέλλουσα κρίση): εκεί παραστησόμεθα και πλούσιος και πένης| και λόγους αποδώσομεν των πεπλημμελημένων Γλυκά, Στ. 401.
       
  • παρόμοιος,
    επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 330, Βίος Αλ. 1745, 4190, 5231, 5679, Φλώρ. 1435, 1663, Ερωτοπ. 236, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 16, Χρον. Τόκκων 1425, Φυσιολ. (Legr.) 401, 1022, Φυσιολ. 37313, Τριβ., Ρε 56.
    [Το αρχ. επίθ. παρόμοιος. Η λ. και σήμ.]
    1) α) Που μοιάζει με κάπ. ή κ., που έχει κοινά ή ανάλογα χαρακτηριστικά ή ιδιότητες με κάπ. ή κ., παρόμοιος, παραπλήσιος: Βίος Αλ. 566, 4194, Δούκ. 19318, Φυσιολ. (Legr.) 70, Παϊσ., Ιστ. Σινά 356, 1157· β) που είναι κατασκευασμένος από το ίδιο υλικό ή έχει την ίδια διακόσμηση, ταιριαστός: θώρακαν, περικεφαλιάν, σκουτάριν και κοντάριν (παραλ. 2 στ.), βραχιόνια ολάργυρα και σιδερά γονάτια,| χερόπτια, το έσω σίδερον, το έξωθεν χρυσάφιν,| ζώσμαν εζώσθην σιδηρόν, παρόμοιον των αρμάτων Φλώρ. 533· Είχεν γαρ η εξαίρετος και κράβατον πανώραιον,| ποικιλοεμορφοσύνθετον, χρυσόν, μαλαγματένιον,| ... διά λίθων και μαργάρων,| σελία χρυσά σουπέδια παρόμοια του κραβάτου Αχιλλ. (Smith) N 826. 2) Εντελώς όμοιος, ίδιος: Οφείλει δε γράφειν λιβέλλους τρεις, παρόμοιος ο είς του ετέρου Ελλην. νόμ. 53111. 3) Ισάξιος: όλοι λέγουν τα κάλλη του, μάλλον και την ανδρειά του·| παρόμοιον δεν ευρέσκουσι εις τα καμώματά του Τριβ., Ρε 86· Ουδείς γαρ τούτου (ενν. του Αλεξάνδρου) γέγονε παρόμοιος εν κόσμῳ Βίος Αλ. 22· Ιδού τας χρείας γάμου σου καλλίστως ευτρεπίζω,| ην ο νυμφίος έστι σοι παρόμοιος του κάλλους Διγ. Z 554. Το ουδ. ως επίρρ. = παρόμοια: της ζωής τον πλέον καιρόν περνούσιν με τα μαύρα (παραλ. 1 στ.). Και κάπου, αν ευρεθεί καιρός οπού να βάλομ’ άσπρα,| παρόμοιον γίνεται εις εμάς σαν του χειμώνος τ’ άστρα,| οπού καμπόσο φαίνονται και απέκει συννεφιάζει Πένθ. θαν.2 244.
       
  • παρρησία
    η, Σπαν. A 135, Κομν., Διδασκ. Δ 164, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 139, Γλυκά, Στ. 411, Χρον. Μορ. H 7662, 8596, 8608, Χρον. Μορ. P 1619, Αχιλλ. (Smith) O 199, Ιμπ. 32, 457, 635, Χρον. Τόκκων 1379, 1438, Διήγ. Βελ. χ 137, 275, 278, 446, Θρ. πατρ. M 61, Διήγ. Βελ. N2 24, 96, 322, Θησ. Β́ [205], [363], [698], Δ́ [152], Θ́ [757], Ί́ [937], Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 453, 803, Κορων., Μπούας 91, 144, Πένθ. θαν.2 614, Σοφιαν., Παιδαγ. 95, Κώδ. Χρονογρ. 5018, 5720, Χρον. σουλτ. 13316, Ιστ. πατρ. 1938, Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 52r, Παϊσ., Ιστ. Σινά 209, Βίος Δημ. Μοσχ. 346, Παλαμήδ., Βοηβ. 1377, Ιστ. Βλαχ. 852, Σουμμ., Ρεμπελ. 181, Διγ. Άνδρ. 40135, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3927, Πτωχολ. A 282, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1677], Διγ. O 2382, κ.π.α.· παρρησιά, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 65, Ιμπ. 636, 791, 820, 879, Θρ. Κων/π. διάλ. 139, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 313, Παρασπ., Βάρν. C 297, Διήγ. Βελ. N2 159, 282, Κορων., Μπούας 78, 90, 101, 117, 135, Βυζ. Ιλιάδ. 50, 488, 559, 1009, 1094.
    [Το αρχ. ουσ. παρρησία. Τ. παρρησίγια σήμ. ιδιωμ. στη Λήμνο (Κρεκούκιας, ΛΔ 14, 1982, 14) και παρ#03ά στη Λέσβο (Γιαννουλέλλης, Πλωμάρι 172-3). Η λ. και σήμ.]
    1) α) Θαρραλέα και ειλικρινής έκφραση γνώμης, παρρησία: Καλλίμ. 2399· Μετά μεγάλης παρρησιάς τότε και ευγλωττίας,| προς άπαντας (ενν. τους μπαρόνους) εσύντυχε (ενν. ο ρε Αλοΰζος), ως πρέπει της ’ξουσίας Κορων., Μπούας 29· β) θάρρος, τόλμη: Ευθύς λοιπόν ο μηνυτής εις το παλάτι σέβη,| κι εμπρός στον δούκα, ως έπρεπε, με παρρησιάν εδιέβη,| και προς αυτόν μετ’ ευγλωττίας τοιούτους λόγους είπεν Κορων., Μπούας 22· Απεχαιρέτησεν ο Αχιλλεύς και όλον το φουσσάτον| με παρρησίαν και ευτολμίαν και θράσος το τοσούτον Αχιλλ. (Smith) N 384. 2) Θάρρος, οικειότητα· εμπιστοσύνη (σε πρόσωπο που ασκεί εξουσία ή στο Θεό): επειδή είχε τόση πολλή παρρησίαν εις τον σουλτάνο, ότι έκαμε και εγίνη πρίντζιπος ο αδελφός του Χρον. σουλτ. 1101· αρχιερείς και ιερείς πρεπόντως τους τιμάεις,| και εις την αφεντίαν σου έχομεν παρρησίαν,| και ερχομέστε θαρρετά χωρίς την υποψίαν Ιστ. Βλαχ. 29· Ιδών δε ο αυτής ανήρ αυτής την ατεκνίαν| εκ βάθους της αυτού ψυχής Θεόν εξιλεούτο| και πρέσβυν παρεστήσατο μύστην του τηλικούτου| Ιάκωβον, τον ένδοξον απόστολον Κυρίου,| ωσάν νομίζων παρρησιάν έχειν προς τον Δεσπότην Φλώρ. 14· προς Θεόν ετούτος| είχεν μεγάλην παρρησίαν, ως ίδιον του πατέραν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 964· ώσπερ οπού συνομιλεί πατέραν του πολλάκις,| θαρρεί και λέγει προς αυτόν όσα και οία θέλει| ούτως ο προσευχόμενος και ψάλλων καταμόνας| λαμβάνει χάριν εκ Θεού κι ευρίσκει παρρησίαν Σπαν. P 65. 3) Άδεια· δικαίωμα: Περί του μη έχειν μοναχόν παρρησίαν προς μονάστριαν ιδίᾳ προσομιλείν Μαλαξός, Νομοκ. 231· παρρησίαν πλέον δεν έχει να λέγει δεν έχω, αλλά καταδικάζεται να πληρώσει το χρέος όλον ευθύς Zygomalas, Synopsis 188 E 74. 4) α) Μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα· πολυτέλεια: Ορίζει νά ’ρθουν οι άρχοντες όλοι εις το παλάτιν| τιμητικά, με παρρησιάν, έμορφα, λαμπρυσμένα| και στέφουν τον Ιμπέριον, παίρνει την Μαργαρώνα Ιμπ. 469· Με παρρησίαν ήλθασιν εις Κωνσταντίνου πόλιν,| σκήπτρα σηκώνουν θαυμαστά, χρυσά μετά μαργάρων,| και τέντες ολοτσάπωτες μετά χρυσά κουδούνια Διήγ. Βελ. N2 298· τι να γράψω και να ειπώ και πώς να το αφηγηθώ, |την παρρησίαν την θαυμαστήν εις το παλάτιν μέσα; Διήγ. Βελ. χ 496· β) γενναιοδωρία: εποίησεν τον γάμον| μέσα εις τα Γιάννινα, εις τα παλάτια απάνου,| με δόξαν και με παρρησιάν ατός του ο δεσπότης,| ώσπερ να ήτον αδελφοί γνήσιοι του δεσπότου Χρον. Τόκκων 2644· γ) τιμή: τον δέχονται Αργείοι (ενν. τον υιόν του Αχιλλέως)| μετά πλείστης παρρησίας,| ωσάν να ήτον ο πατήρ του,| αυτός Αχιλλεύς ο μέγας Λουκάνη, Άλ. Τροίας [446]· απέθανεν ο μισέρ Τζεντεφρές από ασθένειαν και έθαψαν αυτόν εντίμως μετά παρρησίας Δωρ. Μον. XXV· την παρρησίαν βλέπετε ήν έχει και το κλέος,| παρ’ όλους προκαθέζεται εγγύς του βασιλέως Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 65· ο Ιωσήφ ... εύρε παρρησίαν εις τον βασιλέα Φαραώ της Αιγύπτου διά την εξήγησιν των ονειράτων οπού του έκαμε, και τέλος κατεστήθη αυθέντης εις όλην την Αίγυπτον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ.δ) τιμή, αναγνώριση· νομιμότητα: Εκ μιας δεκαεννέα (ενν. τέκνα)| εκ γαστρός υπήρχεν ταύτα| έννομα με παρρησίαν·| τους δε άλλους εν τοις οίκοις| γυναικών αποτεκόμην Ερμον. Υ 302· ε) μεγαλείο, δόξα: Πού ’ναι ο πλούτος Αχιλλέως; και πού έναι η ανδρεία; (παραλ. 1 στ.) Πού έναι η δόξα, η τιμή; και πού έναι η παρρησία;| Πού είναι τα ανδραγαθήματα, τά εφαίνουντα στον κόσμον; Βυζ. Ιλιάδ. 1144· Πόλη μου, το βασίλειον του ουρανού ομοιάζεις (παραλ. 1 στ.)· πλην η τρυφή εδιάβηκεν, αυτή η παρρησία| παρήλθεν και απέρασεν, ωσάν καπνός και πάχνη,| τα πράγματά σου έμειναν εις των Τουρκών τα χέρια Θρ. Κων/π. B 57· Ω Ρωμαίοι ευγενικοί, πού είν’ η παρρησιά σας;| Πού είν’ το κράτος πάλιν δε; Πού είν’ η αυθεντιά σας,| η κοσμοκρατορία σας και η μεγάλη δόξα; Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 73· στ) περιουσία· πλούτος, αφθονία (αγαθών): Πού εφθάρησαν οι θησαυροί, τα πλούτη τα μεγάλα,| οι παρρησιές κι οι δόξες τους και τα λαμπρά τους τ’ άλλα; Πένθ. θαν.2 134· πού είναι τα στολίδια σας και πού είναι οι φορεσιές σας,| πού είναι τα κρεβάτια σας και πού είναι οι παρρησιές σας; Πένθ. θαν.2 76. 5) α) Αξίωμα, εξουσία: την παρρησίαν τετραπλούν ήν είχες τότε πρώην| και δόξαν τε και αυθεντίαν πάλιν σε καταστήσω| και καπετάνον ποίσω σε εφ’ όλην την αρμάδαν Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 194· το στέμμα, το διάδημαν παίρνει το ο Βελισάρης,| την δόξαν και την δύναμιν, την παρρησίαν, τα πλούτη Διήγ. Βελ. χ 43· β) ισχύς, δύναμη· κύρος: Δυνάστης έναι, βασιλεύ, με άπειρον φουσσάτον,| πολλήν έχει την δύναμιν, πολλήν την παρρησίαν Αχιλλ. (Smith) O 125· εις τον τόπον ετούτον εδείχνανε μεγάλην παρρησίαν ο κάθε καπετάνιος, διότι έσερνε περισσούς ανθρώπους ο καθένας εις την συντροφίαν Σουμμ., Ρεμπελ. 160· οι άρχοντες Ρωμαίοι, πρώτοι της Ρωμανίας,| εκεί εις την Ανατολήν, που είχαν την παρρησίαν,| εκλέξαν διά αφέντη τους και βασιλέαν εποίκαν| εκείνον τον κυρ Θεόδωρον Χρον. Μορ. P 1208· Κουρούνα εθυσίαζε την Αθηνά θυσία,| να έχει εις τα όρνεα και κείνη παρρησία Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 982· γ) (προκ. για ήχο) δύναμη, ένταση: Εδώκασιν τα βούκινα με παρρησία μεγάλην Αχιλλ. (Smith) N 666. 6) α) Έπαρση, αλαζονεία· επίδειξη: Ο δε βασιλεύς Μαξέντιος ήλθε μετά παρρησίας μεγάλης να πολεμήσει τον μέγαν Κωνσταντίνον, λέγοντα ότι θέλει νικήσει αυτόν ως και πρώτα Χρον. 308· Σιγά περπάτιε, ταπεινά, την δόξαν παραιτήσου, (παραλ. 1 στ.) μη θέλεις του να φαίνεσαι τίνος και πόθεν είσαι,| να θέλεις έπαρσες πολλές και παρρησίες μεγάλες Φλώρ. 1142· Υιέ, αν έχεις χρήματα, υιέ, αν είσαι πλούσιος,| μη διασπάσεις τας οφρύς, μηδέ κενοδοξήσεις, (παραλ. 2 στ.) και πέσεις εις την παρρησιάν του πλούτου και της δόξης Σπαν. (Μαυρ.) P 419· β) (γυναικεία) ματαιοδοξία: Αρχοντικά εβάδιζε κι όλη ετεχνευέτον| να τους αρέσει πλιότερο εκείθεν που την βλέπουν.| Ουκ ήφερέν την προς αυτό τίποτες η αγάπη| που να ’χει κόρη τίποτες, μόνον η παρρησία οπὄν’ απέσω στην καρδίαν σ’ όλες τες κορασίδες,| που ’ρέγονται να δείχνουσι την εμορφία τους όλες Θησ. Γ́ [302]. 7) α) Μεγαλοπρεπής τελετή· εορτασμός· πανηγυρισμός: συναγμένου παντός του λαού, ιερωμένων και κοσμικών, εχειροτόνησεν αυτόν ο Ηρακλείας πατριάρχην εις την Παμμακάριστον, γενομένης παρρησίας μεγάλης και ευταξίας Ιστ. πατρ. 1165· Κάμνουν χαρές και σκιρτισμούς και παρρησίες μεγάλες.| Ετέρους γάμους πολεμούν μετά τιμής και δόξης Ιμπ. 888· ο Τούρκος επερίλαβε Χανία εις την Κρήτη. (παραλ. 2 στ.). Τότε αρχίσαν την χαρά κι ερίχνασι λουμπάρδες,| να κρούουν και τα τύμπανα, βούκιν’ ανακαράδες. (παραλ. 2 στ.). Πώς να το γράψω και να πω κι εκείνο πώς και πότε,| την παρρησία την πολλή, που κάμασιν ετότε; Διακρούσ. 9623· β) διασκέδαση: όστις εκείνος αγαπά τον πλούτον και την δόξαν,| την παρρησίαν την πολλήν, γέλια και παιγνίδια,| άχρηστα μετεωρίσματα, δεινές αισχρολογίες, (παραλ. 3 στ.) εκείνοι θέλουν, αδελφοί, κλαύσειν τε και θρηνήσειν Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 97. 8) (Ψυχική) διάθεση: κρατεί (ενν. η γυναίκα) να είναι οι παρρησιές της| τόσες όσες τις κάνει| τσ’ αγάπης η λωλάγρα Πιστ. βοσκ. I 5, 172. 9) (Εκκλ.) βιβλίο λειτουργικής χρήσης στο οποίο καταγράφονταν ονόματα προς μνημόνευση στην Εκκλησία (Για το πράγμα βλ. Τωμ., ΕΕΒΣ 33, 1964, 226): έκαμα αργός ημέρες μθ́, έως ου με επήραν ͵ζχ́ και έγραψαν το όνομά μου κατά παρρησίαν εις την Μητρόπολιν να μνημονεύεται Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 54v. 10) (Η δοτ. επιρρ.) α) με θάρρος, ελεύθερα α1) (προκ. για θαρραλέα και ειλικρινή έκφραση γνώμης): Χρον. Τόκκων 1352, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 523· α2) (προκ. για πράξη): εις το μέσον έμπηκεν (ενν. η έλαφος),| εστάθη παρρησίᾳ,| άφοβος, ανεντήρητος, μη έχουσα δειλίαν Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 318· και όρισέν την (ενν. ο θεός την εντροπή) να φανεί, να πάγει παρρησίᾳ|, στον άνθρωπον να βρίσκεται, να έχει την αξία Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1035· β) δημόσια, φανερά: ΄Εκαναν οι χριστιaνοί δύο μεγάλας εορτάς παρρησίᾳ, με ιερείς φορεμένους με σταυρούς και φωταγωγίας ... τον οποίον Μέγαν Αγιασμόν εκατέβαιναν μετά παρρησίας και τον έκαναν εις τον Νείλον τον ποταμόν· όμως, αυτός φθονήσας, όρισε πλέον να μην γίνουνται αι τοιαύται εορταί παρρησίᾳ Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 191 δις· Εγώ παρρησίᾳ ελάλησα εις τον κόσμον και η βασιλεία μου δεν έναι από τούτον τον κόσμον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 271r· γ) (εκκλ., προκ. για μνημόνευση ονόματος σε ορισμένο σημείο της θείας λειτουργίας· για το πράγμα βλ. Τωμ., ΕΕΒΣ 33, 1964, 226) δημόσια: το μνημόσυνον, ήγουν να είναι γραμμένον το όνομα του Πάπα και να μνημονεύεται παρρησίᾳ, όταν λειτουργούν οι Πατριάρχες εορταστικώς Ροδινός (Βαλ.) 155· δ) ενώπιον κάπ., παρουσίᾳ κάπ.: αναγινώσκονται αι μαρτυρίαι όλαι παρρησίᾳ των δύο μερών Ελλην. νόμ. 57531. 11) (Η αιτιατ. επιρρ.) με θάρρος, ελεύθερα: Οι Γιαννινιώται άπαντες, μικροί τε και μεγάλοι,| άρχισαν να ευφημίζουσιν το όνομα του δούκα,| και παρρησίαν ελάλησαν αφέντην να τον φέρουν Χρον. Τόκκων 1431. Εκφρ. 1) Εν παρρησίᾳ = χωρίς δισταγμό, ανεπιφύλακτα: Ως ήκουσεν τα ρήματα ταύτα του βασιλέως,| ο Βελισάριος ευθύς σκύπτεται ταχυλέως,| εβγάζει το καπάσιν του, πίπτει εν παρρησίᾳ| και προσκυνεί, συντάσσεται συν πάσῃ προθυμίᾳ| τον ορισμόν του άνακτος πληρώσαι μετά έργου Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 41. 2) Κατά παρρησίαν = ενώπιον κάπ.: να είχαν υπάγει διά τον νοδάρον, οπού το είχεν κάμει (ενν. τη διαθήκη του Μπερτόλδου), διά να του το διαβάσει κατά παρρησίαν του (ενν. του βασιλέως) Μπερτόλδος 80. — Πβ. και παρουσία.
       
  • παρών,
    μτχ. επίθ., Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 90, Φλώρ. 422, Αχιλλ. (Smith) N 1746· άκλ. παρών, Χριστ. διδασκ. 393, 400, 461· αιτιατ. πληθ. αρσ. παρούς, Ολόκαλος 129.
    [Η μτχ. ενεστ. του αρχ. πάρειμι ως επίθ. Η λ. και σήμ.]
    1) α) (Για πρόσωπο) που παρευρίσκεται, που παρίσταται κάπου: θέλοντας να κάμω κοντιτσίλλο ήκραξα εσένα τον παρών νοτάριον Διαθ. 17. αι. 211· των οποίων (ενν. Διακόνων) θέλουσιν έχει την έγνοιαν οι Λειτουργοί ... και τυχαίνοντάς τους ανάγκην, θέλουσιν είστεν εις τες υπόθεσές τους παρών Χριστ. διδασκ. 478· Μοιρασιά του νερού των Δρυών ... και πρώτον, Κώστα Σάμιο ... και Κώστα Μαλαθρά Γέρο με τους παρούς των υιούς Ολόκαλος 129· φρ. γίνομαι παρών = (προκ. για δικαστήριο) συγκαλούμαι, συνεδριάζω: διατί, ’γκαλεί τον κύριόν του ού τα τέκνα τους και χρή γενέσται παρών την αυγή, και τούτο ένι κατά τον νόμον και κατά την ασσίζαν Ασσίζ. 2824· β) (το αρσ. άκλ. σε επιρρ. χρ. με τη γεν. προσωπ. αντων.) ενώπιον κάπ., παρουσία κάπ.: Ταύτα τα νικητήρια κατά την του εβδόμου μηνός εβδόμῃ τε κι επτά εγένετο, παρών μου Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 480. 2) (Για πράγμα) που υπάρχει, που βρίσκεται κάπου: τον έφεραν (ενν. τον ειρημένον Σκαρλατί) πέντε ιερείς Λατίνοι εις την παρούσαν μας εκκλησίαν, εις την οποίαν τον εθάψαμεν κατά την τάξιν των ορθοδόξων χριστιανών Σεβήρ., Ενθύμ. 2824. 3) Που ανήκει στο παρόν, τωρινός, σημερινός: Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1701, Χρον. Μορ. H 6949, Σπαν. P 70· (άκλ.): Ω βασιλεύ εις τους βασιλευούσι,| ξανάλα στους παρών καιρούς τι δίχως σένα| μακάριοι να γενούν δεν ημπορούσι Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ́ [71]. 4) Για τον οποίο γίνεται λόγος αυτή τη στιγμή, αυτός εδώ: Διατούτο ηθελήσαμεν και εβάλαμεν εγγράφως την παρούσαν υπόθεσιν εις την Μεριέγολαν της εκκλησίας, εις παντοτινήν μνήμην και ενθύμιον Σεβήρ., Ενθύμ. 2826· (σε θέση ουσ. με παράλ. του ουσ. Αφιέρωση): εθέλησα ...| νά ’ρθω με την παρούσa μου να πα να προσκυνήσω| αφιερώνοντας μαζί όλη τη δούλεψή μου| και την ανώφελη πολύ και λίγη δύναμή μου| στα χέρια τσ’ εξουσίας σου Λεηλ. Παροικ. Αφ. 16· (σε θέση ουσ. με παράλ. του ουσ. κείμενον ή δίκαιον): το δίκαιον κελεύει ... ότι ούτοι οι συγγενείς του τεθνεώτος ού της θνητής ένι κρατούμενοι να ομόσουν εις τα άγια ότι ουκ ηκούσασιν του τεθνεώτος να δώσει εκείνο τό ζητά εκείνος ού εκείνη, ουδέ εφήκεν τους το, και κατά το παρόν έχασεν εκείνος εκείνον τό εζήταν, με το κείμενον, εφειδήν εκείνος ουδέν έχει άλλη αναφορά απ’ αυτό τό ζητά Ασσίζ. 3917. Το ουδ. ως ουσ. = α) Το χρονικό διάστημα που τώρα διανύεται, το παρόν· εκφρ. (1) εις το παρόν = τώρα· αυτόν ή εκείνον τον καιρό (για τη σημασ. πβ. Somav., λ. παρόν): εις το παρόν είναι δεκτή και φυλάγεται (ενν. η Κατήχησις) Χριστ. διδασκ. 491· ο κατής δεν τους έδωσεν θέλημα διά τα σπίτια να τα χαλάσουν, έσοντας οπού δεν ήταν ο Μεχμέτ Γιαζατζής εις το παρόν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 25v· (2) προς το παρόν = τώρα, αυτή τη στιγμή: Απέ την δόξαν και τιμήν προς το παρόν οπὂχω| δεν χαίρονται, ως χαίρονται οι άλλοι στην χαρά μου Θησ. Β́ [265β) (στον πληθ.) η τωρινή κατάσταση των πραγμάτων, αυτό που συμβαίνει τώρα: Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 354v.
       
  • πας (I),
    αντων., Σπαν. O 258, Προδρ. (Eideneier) I 221, IV 166, 483, Καλλίμ. 1039, 1042, Πωρικ. (Winterwerb) I 176 κριτ. υπ., II 79, Ασσίζ. 5619, 2628, Διγ. (Trapp) Gr. 1569, Διγ. Z 178, 3832, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 379, 1230, Βέλθ. 545, 972, Χρον. Μορ. H 1871, 2159, Χρον. Μορ. P 2159, 3621, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 145, 209, 246, 314, 387, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 107, 547, Λίβ. (Lamb.) N 3, Αχιλλ. (Smith) N 50, 169, 228, 235, 332, 412, 447, 607, 789, 1131, 1736, Αχιλλ. (Smith) O 8, 153, 246, 417, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 76, Μαχ. 54421, Κορων., Μπούας 32, 53, Πένθ. θαν.2 629, Πτωχολ. α 104, 155, 232, 604, 896, Σεβήρ., Διαθ. 1893, Hagia Sophia ω 51917 κριτ. υπ., Σουμμ., Ρεμπελ. 168, Μπερτόλδος τίτλ. 3, 19, Πτωχολ. B 360 κ.π.α.· γεν. πληθ. αρσ. παντών, Ασσίζ. 18730, Ιμπ. κριτ. υπ. μετά στ. 211· πασών, Βέλθ. 1168, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 16410· ονομ. πληθ. θηλ. πάντες· αιτιατ. πληθ. θηλ. πάντας, Ασσίζ. 8328· πάσεις· γεν. πληθ. ουδ. πασών, Ερμον. Ω 96.
    [Η αρχ. αντων. πας. Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ.). Η λ. και σήμ. λόγ. (ΛΚΝ).]
    I. Ως επίθ. Α´ Χωρίς άρθρο, ως κατηγορηματικός προσδ. 1) (Προσδιορίζει ουσ. χωρίς άρθρο) α) όλος: Προδρ. (Eideneier) III 221, Ασσίζ. 15625, Βίος Αλ. 1234, Ολόκαλος 17341· (μετά από τις προθ. εκ, εν): Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1263, Προδρ. (Eideneier) III 290· έκφρ. από καρδίας πάσης = με όλη την καρδιά, από τα βάθη της καρδιάς: την ευχήν του έδωκεν (ενν. ο πατήρ του Αχιλλέως) από καρδίας πάσης Αχιλλ. (Smith) O 136· β) (δηλώνει το μεγαλύτερο δυνατό βαθμό) ο μεγαλύτερος· συνολικός, όλος: Αχιλλ. (Smith) N 1632, Πτωχολ. α 166· (με τις προθ. εν, μετά): Αχιλλ. (Smith) N 184, 714, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 272, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 462· γ) (στον εν.) κάθε: Ασσίζ. 463, Λίβ. (Lamb.) N 6, Αχιλλ. (Smith) N 1874· (σε κλητ. προσφών. με περιληπτ. ουσ.): ζήσε του χρόνου το καλόν πας άνθρωπος ευγνώμων,| μη παραδράμεις τα καλά, χάρησε, σκίρτησέ τα Λίβ. P 747· (με τις προθ. εις, με): Πτωχολ. α 386· αθρωπινή μας νιότη ... (παραλ. 1 στ.) που ’σαι με πάσα έραν εσμιμένη Κυπρ. ερωτ. 1036· Πένθ. θαν.2 282· δ) κάθε είδους· (με τις προθ. από, εν, μετά, συν): Πωρικ. (Winterwerb) I 37 κριτ υπ., Πτωχολ. α 34, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 522, Προδρ. (Eideneier) IV 575. 2) (Προσδιορίζει έναρθρ. ουσ., που προηγείται ή έπεται) όλος, ολόκληρος, συνολικός: Προδρ. (Eideneier) I 81, IV 276, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1067, Αχιλλ. (Smith) N 296, 1537, Αχιλλ. (Smith) O 637, Πτωχολ. α 216, Μ. Χρονογρ. 3414· (με ουσιαστικοπ. επίθ.): Περί ξεν. (Μαυρομ.) 63, 486· (με ουσιαστικοπ. μτχ.): Ασχολουμένων … των γυναικών και πάντων| των συνελθόντων επ’ αυτῴ, ως φθάσας είπον άνω … Προδρ. (Eideneier) I 213· ο πενθερός του εγέλασεν και πάντες οι θεωρούντες Αχιλλ. (Smith) N 1540· (με ουσιαστικοπ. εμπρόθ. προσδ.): Τότε αναστάντες πάντες οι περί τον βασιλέα ... Πωρικ. (Winterwerb) II 92· ερπετά, τετράποδα, θηρία και πάντα τα εν τῃ γῃ ελάτε Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 66v· (με τις προθ. από, διά, εις, εκ, εν, με, μετά, συν): Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1830, Ερμον. Β 237, Ω 201, Πτωχολ. α 81· Ήρχετον τότε κι ο πασάς με πάντα τον λαόν του Αχέλ. 2486· Περί ξεν. (Μαυρομ.) 496, Πτωχολ. α 198, 607· (με την πρόθ. παρά, σε β́ όρο σύγκρισης· βλ. και παρά Β́I1γ1, 3): το κάλλος ...| όπερ είχεν το κοράσιον| και παρά την φύσιν πάσαν Πτωχολ. α 527· ευμορφότατη υπήρχεν (παραλ. 1 στ.) παρά τας γυναίκας πάσας Πτωχολ. α 510· (σε μεταφ.): ο πόνος τους ενίκησεν μόνος της ξενιτείας,| και στρατηγόν τον έχετε πάντες οι πόνοι τούτον Αλφ. ξεν. Αμ. (Μαυρομ.) 97· (σε μετων.): να έναι παν το μοναστήρι ομπλεγαδόν Ολόκαλος 7925. Β́ (Με άρθρο) όλος (από ένα σύνολο), ολόκληρος: Αχιλλ. (Smith) N 93, Δούκ. 36115, Έκθ. χρον. 318. II. Ως ουσ. Α´ Έναρθρ. στον πληθ. 1) (Στο αρσ. και θηλ.) α) Ο καθένας, όλοι: Σπαν. P 209, Προδρ. (Eideneier) IV 102, Καλλίμ. 1026, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 120, Διήγ. Βελ. χ 180, Αχιλλ. (Smith) N 243, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 25v· (σε αιτιατ. σε ελλιπή φράση, βλ. και δύνομαι 2): οι Τούρκοι, ως φθονεροί και δύνονται τας πάσας,| εζήλωσαν, εφθόνησαν τον τόπον του να επάρουν Χρον. Τόκκων 3183· (ως β́ όρος σύγκρισης): τον υιόν του επαίρνει μόνον| τον κρειττότερον των πάντων Πτωχολ. α 70· (σε μεταφ.): το αίμα σου (ενν. Στάφυλε) να πίνουσιν οι πάντες Πωρικ. (Winterwerb) II 84· (με δεικτ. αντων.): αυτές οι πάντες, γίνωσκε, που βλέπεις έμπροσθέ σου| ρηγών γυναίκες ήσασι Θησ. Β́ [286(με την πρόθ. εις, σε αιτιατ.): παρατήθης την αξία, οπού ’χες εις τους πάντας Θησ. Β́ [56φρ. γίνομαι των πάντων, βλ. γίνομαι 4η· β) (σε άρν.) κανένας: ουδεποσώς ο θάνατος ουκ ελεεί τους πάντας Περί ξεν. (Μαυρομ.) 480. 2) (Ο πληθ. ουδ.) α) όλα τα πράγματα, όλα: ακτινοβολίας γέμον (ενν. το πυρ… εκατέκαυσεν τα πάντα Ερμον. B 16· (σε παροιμ. ελλειπτ. φρ., βλ. ΠΔ Εκκλ. 1. 2, 14 κ.α.): Καθώς φησίν ο Σολομών, τα πάντα ματαιότης,| και πλούτος και βασίλεια κι η ακριβή νεότης Ιστ. Βλαχ. 1337· α1) (με το επίθ. όλος πλεοναστικά, βλ. και επίθ. όλος ως ουσ. 1β): τα έγραφεν ο κριτής τα πάντα όλα εις το σεντζίλι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 73v· (με την πρόθ. από): Ω γη, και άνοιξε από τους τάφους κανέναν και δέξε με το γληγορότερον διά να ελευθερωθώ από τα πάντα όλα Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 66v· α2) δηλώνει αναφορά· (σε αιτιατ.): ανήρ δραστήριος και τα πάντα λαμπρός, έργῳ και λόγῳ κοσμούμενος Ιστ. Ηπείρ. XV4· (με την πρόθ. εις, σε αιτιατ.): ήτον (ενν. ο μέγας ρόι Κάρλος) παμφρόνιμος στρατιώτης εις τα πάντα Χρον. Μορ. H 6824· εγίνην μεγάλο κεσάτι εις τα πάντα εις όλον τον κόσμον Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 74r· β) (με κτητ. αντων.) όλα όσα έχει κάπ., το σύνολο της περιουσίας του: πουλεί τα πάντα του (ενν. ο μισταργός ή ο υποταγάτης) ως δι’ εσέν, και βάνει τον εαυτόν του,| και βάνει και την σάρκαν του εις κάμινον δι’ εσέναν Διδ. Σολ. Ρ 49· γ) (η αιτιατ. πληθ. ως χρον. επίρρ.) για πάντα· συνολικά: η φήμη καθ’ αυτήν εστίν αθάνατος τα πάντα Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 233· και βασιλεύσας τα πάντα έτη οκτωκαίδεκα (ενν. ο Καλοϊωάννης ο Κομνηνός) εκοιμήθη Πανάρ. 634· λείψαντες τα πάντα τρεις μήνας, πάλιν κατελάβομεν εν Τραπεζούντι υγιείς Πανάρ. 729· έκφρ. τα πάντα (της ζωής) κάπ. = όλη η διάρκεια της ζωής κάπ.: Εβασίλευσεν δε ο Αρκάδιος χρόνους δέκα τέσσαρους, ... ζήσας δε τα πάντα της ζωής αυτού χρόνους είκοσι έξι Χρον. βασιλέων 427· Έζησεν ο Νώε τα πάντα αυτού χρόνους εννακοσίους πενήντα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 100v. Β́ Στον πληθ., χωρίς άρθρο 1) (Στο αρσ. και θηλ.) ο καθένας, όλοι: Προδρ. (Eideneier) III 252, Διγ. (Trapp) Gr. 628, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1389, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 264, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 483, Αχιλλ. (Smith) N 129, 415, Μαχ. 369, Σφρ., Χρον. (Maisano) 13818, Πτωχολ. α 419, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4407· (ως αντικ., σε ονομ. αντί αιτιατ. από έλξη): Ο βασιλές εκέλευσεν πάντες αρματωθήναι Αχιλλ. (Smith) N 517· Εκάθισεν ο βασιλεύς πάντες να δοκιμάσειν Αχιλλ. (Smith) O 76· (με δεικτ. αντων.): Ήσαν δε καθήμενοι και οι αληθείς μάρτυρες ... και ούτοι πάντες κατεδίκασαν την Στάφυλον Πωρικ. (Winterwerb) II 34 κριτ. υπ.· (ως β́ όρος σύγκρισης): Εμένα πώς ετόλμησες και εσυκοφάντησές με| ότι είμαι πόρνη, άχρηστος και χειροτέρα πάντων; Πουλολ. (Τσαβαρή)2 187· (ως υποκ. σε μτχ. γεν. απόλ.): αυτών δε πάντων παρισταμένων παρέστη και η Στάφυλος Πωρικ. (Winterwerb) I 18· πάντων ουν συνελθόντων ... Πωρικ. (Winterwerb) I 110α κριτ. υπ.· (με την πρόθ. εις και αιτιατ., βλ. εις 2): Γυναίκα κλεψιγαμούσα του ανδρός, ... εγίνετον πόρνη εις πάντας Ελλην. νόμ. 58322· (με την πρόθ. εκ, βλ. εκ 15): Και μεθυστής αδόμενος εκ πάντων και οινοπότης Προδρ. (Eideneier) IV 616· (με τις προθ. με, παρά): και φιλονικίας λέγει (ενν. η γυναίκα)| να δικάζεται με πάσας| να στριγγίζει μετά θάρσους Πτωχολ. α 656· παρά πάντων εξαρχής ο φθόνος ουκ εκλείπει Διήγ. Βελ. χ(με τις προθ. παρά, υπέρ, ως β́ όρος σύγκρισης· βλ. και παρά Β́I2α): είσαι φύσει χωριάτης| και χυδαίος παρά πάντας Πτωχολ. α 744· Ήτον άνθρωπος εν πόλει, (παραλ. 4 στ.) ήτον φρόνιμος πολλάκις| λόγιός τε υπέρ πάντας Πτωχολ. P 7. 2) (Το ουδ. στον πληθ.) το καθετί, όλα: Αχιλλ. (Smith) N 1887, Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.) 12, Πτωχολ. α 565· (με το επίθ. όλος πλεοναστικά): όσα ζητήσει η μονή διά να την περιλάβει και να την εντύσουν (ενν. την παρθένον) πάντα όλα εντέχεται να τα πλερώσει και τότε μένει εις την ελεημοσύνην του Θεού Ασσίζ. 9713· (σε αιτιατ. της αναφοράς): πύργον μέγα προς αυτοίς κτίσας ωραίον πάντα Διγ. Z 3838· (με αναφορ. αντων.): ένι κρατημένος (ενν. ο σκλάβος ή η σκλάβα) να πλερώσει πάντα όσα εχρώστεν ο αυθέντης του οπού τον εποίκεν κληρονόμον των αγαθών του Ασσίζ. 14814· θέλει ανασπάσει πάντα όσα τον αγκαλέσαντα Ασσίζ. 9014· (με την πρόθ. εις): Οκάποιον είχε εξάδελφον, τον έλεγαν Ρομπέρτον·| άνθρωπος ήτον νεούτσικος, εξαίρετος εις πάντα Χρον. Μορ. H 2159· έκφρ. τέλος πάντων = τελικά: Τέλος πάντων τον έκαυσαν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 14V· Τέλος πάντων έβαλεν το ωμόφορόν του (ενν. ο αρχιερεύς) και με αφόρισεν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 54r. Γ́ Στον εν. 1) (Το αρσ. χωρίς άρθρο) κάθε, καθένας· (σε επιμερισμό): πας εκ της κάτω τύχης Λίβ. (Lamb.) N 5. 2) (Το ουδ. με άρθρο και το επίθ. όλος πλεοναστικά) το σύνολο, το καθετί: Ιδού και εγώ έτοιμος με προθυμίαν να σε βοηθήσω εις τον κόπον αυτόν, ... επειδή εσύ εγλύτωσες από τα δάκρυα, αλλά εγώ εγλύτωσα από τον θάνατον, και μάλιστα οπού όλον το παν διά χάριν εδικήν σου το έκαμεν ο Θεός Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 139· (επιρρ., με το επίρρ. όλως πλεοναστικά) συνολικά, εντελώς: Τῳ αυτῴ χρόνῳ, ... εχάλασαν οι Τούρκοι τον Ταξιάρχη την εκκλησίαν ... Και το παν όλως η αιτία ήτον από εμάς μερικούς χριστιανούς Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 43r. — Βλ. και διαπαντός, ειστοεκπαντός, ειστοπαντός, εκπαντός, εκτουπαντός, καταπαντός, προπάντων.
       
  • πάσσω,
    Προδρ. (Eideneier) IV 187 χφφ PK κριτ. υπ., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 293, Αχιλλ. (Smith) N 52· μτχ. παρκ. πασμένος, Προδρ. (Eideneier) IV 187.
    Το αρχ. πάσσω. Τ. πάτσω σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Ιδιώμ. Καρπάθου 141). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ.).
    Σκορπίζω σκόνη από κάπ. στερεά ουσία πάνω σε κ., πασπαλίζω: Σταφ., Ιατροσ. 6166· (προκ. για φαγητό): Προδρ. (Eideneier) IV 187 χφ H κριτ. υπ.· (εδώ προκ. για δήλωση πένθους· η χρ. (μέσ.) ήδη μτγν.): εγδύνεται Δαβίδ ρούχα βασιλικάτα (παραλ. 1 στ.), τρυπά ένα σάκκον τρίχινον, περνά την κεφαλήν του| και πάσσει πάνω χώματα και κλαι με την ψυχήν του Γεωργηλ., Θαν. 347· πώς ου πάσσω κεφαλῄ κόνιν και τίλλω τρίχας| το τυπικόν του κτήτορος ορών ημελημένον Προδρ. (Eideneier) IV 274.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης