Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 196 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Αχιλλ. (Smith) O

  • όπισθεν,  
    επίρρ., Διγ. Z 2108, Ερμον. X 251, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 35, 46, Βίος Αλ. 1726, Περί ξεν. A 253, Λίβ. (Lamb.) N 712, Αχιλλ. N 1509, Αχιλλ. (Smith) O 272, Ιμπ. 115 κριτ. υπ., 516, Παρασπ., Βάρν. C 250, 305, Διήγ. Αλ. Επίμετρο 784, Έκθ. χρον. 1023, 3514, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 26v, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 408, κ.α.· όπισθε Προσκυν. Ιβ. 845 230350· όπιστεν, Hagia Sophia ξ 56725.
    Το αρχ. επίρρ. όπισθεν. Ο τ. όπισθε αρχ. Ο τ. όπιστεν σε έγγρ. του 13., 16.και 17. αι. (Caracausi, στη λ., Παναγιωτοπούλου, Θησαυρ. 12, 1975, 351, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 372) και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 703).
    Α´ Επίρρ. 1) α) (Τοπ.) στο πίσω μέρος, πίσω: Διήγ. Βελ. N2 381, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 408· το κτηνόν ένι εδικόν του, εφειδή καβαλλικεύγει έμπροσθεν και εσού όπιστεν Ασσίζ. 7017· Διήγ. Βελ. N2 381· Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 408· β) από πίσω, από το πίσω μέρος: Εκείνος (ενν. ο Αλαμάνος) το εζήτησεν τούτο από τον ρήγαν| διά να τον δώσουν όπισθεν να ιδούσιν αν τον ρίξουν Ιμπ. 357· Ο Δούκας δε με τους πεζούς όπισθεν ηκολούθει Κορων., Μπούας 44· εκφρ. (1) εξ όπισθεν: προσέταξεν ο βασιλεύς προς γέλωτα καθεζόμενον εξ όπισθεν προσκυνείσθαι αυτόν Hagia Sophia φ1 49416‑7· (2) κατ’ όπισθεν: έρχετόν του (ενν. ο στρατός) κατ’ όπισθεν καλά κι αρματωμένος Κορων., Μπούας 105· γ) προς τα πίσω: εγένετο καπνός μέγας και κρότος πολύς, εξ ων δη όντων ασυνήθων των ίππων αυτών των Περσών, έφυγον όπισθε Ιστ. πολιτ. 7319· Εί τιναν εύρω όπισθεν τροπόμενον και φεύγει,| μά την ανδρειά μου την φριχτήν, να τον διχοτομήσω Αχιλλ. (Smith) O 168· Ουκ έστι γαρ ο πόλεμος των όπισθε φευγόντων,| αλλά των έμπροσθεν σφοδρώς πάντοτε διωκόντων Βίος Αλ. 3106· (σε μεταφ.): Στραφήτω η απόφασις όπισθεν να συντύχω,| να ειπώ το δίκιον της ωριάς Φλώρ. 576· δ) (για να δηλωθεί επιστροφή κάπ. στο μέρος απ’ όπου ξεκίνησε): σωθήναι δυνηθώσιν| έκαστος τούτων όπισθεν προς πόλιν την ιδίαν Βίος Αλ. 1726· Και όπισθεν εγύρισεν ο Αχιλλές εις την κόρην Αχιλλ. (Smith) O 678. 2) (Χρον.) πριν, προηγουμένως (συν. σε διήγηση): ως όπισθεν έφημεν Ηπειρ. 2096· ώσπερ εγράψαμεν και όπισθεν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 203v. Β´ (Σε θέση πρόθ. με γεν.) 1) (Τοπ.) πίσω από κάπ. ή κ.: Ασσίζ. 706, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 348· όπιστεν του αγίου τάφου … έναι μικρή εκκλησία Προσκυν. Λαύρ. 874 9519· τρισχίλιους απέστειλε να πάσιν όπιστέν τους Ιμπ. (Lambr.) 488. 2) (Χρον.) ύστερα από κάπ., μετά το θάνατο κάπ.: άλλον τινάν ουκ έχομεν ειμή μόνον εσένα| απαντοχήν εις χώρας μας ν’ αφήσω όπισθέν μου Ιμπ. 138 κριτ. υπ. Γ´ Έναρθρ. 1) (Τοπ.) α) (ως επίθ. ή ως ουσ.) που βρίσκεται πίσω, οπίσθιος: οι Αράπηδες τους εστενοχωρούσαν από το όπισθεν μέρος και αυτός ο Τουμούτμπεης από το έμπροσθεν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 408· αφέντες πάντα έφυγον, μη θεωρούντες τον όπισθεν Έκθ. χρον. 3420· έκφρ. εκ των όπισθεν = από το πίσω μέρος: έδωκαν εκ των όπισθεν και ούτως ενίκησαν Έκθ. χρον. 6315· β) (ως ουσ.) οπισθοχώρηση: ει γαρ και θέλεις το όπισθεν και θέλεις το να φύγεις,| μά την χρυσήν σου κεφαλήν και τολμηρά το λέγω,| ατός μου με τας χείρας μου να σε αποκεφαλίσω Αργυρ., Βάρν. K 308· γ) (ως ουσ.) τα νώτα στη φρ. γυρίζω τα όπισθεν = (α) οπισθοχωρώ, βλ. γυρίζω 6γ· (β) δε δίνω σημασία, αποστρέφομαι· πβ. τη φρ. γυρίζω την πλάτη σε κάπ.: Ο δε λαός αυτίκα| εγύρισεν τα όπισθεν και προς εκείνον είπεν:| «απόστρεφε στον οίκον σου κι εργάζου μοναχός σου·| ουκ έχεις μέρος μεθ’ ημών, ουδέ χρειαζόμεθά σου» Σπαν. (Μαυρ.) P 204. 2) (Χρον.) α) (ως επίθ.) προηγούμενος, περασμένος: εις τους καιρούς τούς όπισθεν εσφάλαμεν πολλάκις Χρον. Τόκκων 2987· β) (ως επίθ. ή ως ουσ.· σε διήγηση) που αναφέρθηκε προηγουμένως: Ξενίζεται ο Ιμπέριος …| διά τα λόγια τα όπισθεν τά είπεν ο πατήρ του Ιμπ. μετά στ. 188 κριτ. υπ.· Ο Κλιτοβός ανερωτά τον Λίβιστρον να μάθει| διά τα όπισθεν τα πρόσωπα τα ερωτικά τα τρία Λίβ. Esc. 836· ήκουσες, φίλε μου, τα ’πισθεν που σου εδιηγήθην; Περί ξεν. V 254.
       
  • οπίσω,  
    επίρρ., Ασσίζ. 11519, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 205, Πόλ. Τρωάδ. 769, Χρον. Μορ. H 817, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 104, Απολλών. (Wagn.) 500, Αχιλλ. L 317, Ιμπ. 204, Χρον. Τόκκων 2110, Φαλιέρ., Ιστ.2 390, Μαχ. 223, Θησ. Β΄ [65], Ch. pop. 701, Χούμνου, Κοσμογ. 1107, Διήγ. Αλ. V 2, Απόκοπ.2 154, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 100, 108, 113, Πικατ. 49, Διήγ. Αλ. G 270, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 6v, Θυσ.2 363, Κυπρ. ερωτ. 8632, Πανώρ. Β΄ 234, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 210, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1652, Στάθ. (Martini) Β΄ 128, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 390, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [234], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 268, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 118, Λεηλ. Παροικ. 57, Πτωχολ. B 275, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3156, κ.π.α.· απίσω, Μπερτολδίνος 93, 164· επίσω, Σπαν. (Μαυρ.) P 388· οπίσου, Παρασπ., Βάρν. C 394, Πεντ. Γέν. XXXI 23, XLIX 17, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v, 69r· ουπίσω, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Δ΄ [133]· πίσω, Σπαν. (Μαυρ.) P 97, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 270, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 257v, Αλφ. (Mor.) IV 44, Παλαμήδ., Βοηβ. 192, 314, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 58· τάπισα, Ασσίζ. 724, 531, 5930, 1941, 2024, 21824, 40620‑21, Μαχ. 69, 1810, 2627, 528, 9412, 11631, 12833, 1907, 33624, 42426, 55221, 60621, 6804, Βουστρ. 448, 455, 500, Άνθ. χαρ. 2905, 29612, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 74, 75, 83, 135, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.) 238, κ.π.α.· ταπίσα, Βουστρ. 490, 534· ταπισά, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 101, Κυπρ. ερωτ. 9242, 12926· τάπισον, Βουστρ. 428· ταπίσον, Βουστρ. 431, 501, 504· ταπισόν, Άνθ. χαρ. 2961, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 99, Κυπρ. ερωτ. 9463· ταπισόντα, Κυπρ. ερωτ. 847· ταπίσω, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄.
    Το αρχ. επίρρ. οπίσω. Ο τ. επίσω, που απ. σε έγγρ. του 15. αι. (Lefort, Documents 174), πιθ. με επίδρ. του επιρρ. εμπρός. Για τον τ. οπίσου βλ. Χατζιδ., Αθ. 24, 1912, 45. Ο τ. πίσω στο Meursius και σημ. Οι τ. τάπισα κε. από συνεκφ. με το άρθρο τα. Η λ., καθώς και οι τ. οπίσου, τάπισα, ταπίσα και ταπισόν, και σήμ. σε ιδιώμ., όπου και άλλοι τ. (Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ., Κωστ., Λεξ. τσακων. Γ΄ 59, λ. πίσω, Σακ., Κυπρ. Β΄ 818, λ. τ’ άπισα και Φαρμακ., Γλωσσάρ. 436, λ. ταπίσα).
    Α´ Επίρρ. 1) (Τοπ.) α) Πίσω (το αντίθ. του εμπρός): Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 483· Αχιλλ. (Smith) O 457· (με την πρόθ. εις): έχωσεν (ενν. η ρήγαινα) οπίσω εις τες άρτζες τον σιρ Φρασέσκην Μαχ. 54811· β) (προκ. για δήλωση επιστροφής) προς τα πίσω, προς το σημείο αφετηρίας: Αχιλλ. (Smith) O 210· (μεταφ.): οπίσω α θέλω να συρθώ, η πεθυμιά μ’ αμπώθει| σ’ εκείνο που ο λογαριασμός κι η γνώση πλιο δε γνώθει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 293· όντε μέλλει| το πράμα, δύσκολα κιανείς μπορά να στρέψει οπίσω Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 197· το σφάλμα σα γενεί κι οπίσω δε γυρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 101· (εδώ προκ. για επιστροφή στην πατρίδα): ξένε μου πού ευρίσκεσαι, ξένε πού παραδέρνεις;| την μάννα σου αλησμόνησες και τα γλυκά σου αδέλφια| και δεν θυμάσαι καν ποσώς οπίσω να γυρίσεις; Περί ξεν. A 315· (με τις προθ. εις και προς): Έκαψαν, εκατέλυσαν, ερήμαξαν τον τόπον| και απαυτού εστράφηκαν εις τα Ιωάννινα οπίσω Χρον. Τόκκων 2367· τον έστειλαν (ενν. το γέρο) οπίσω| εις τον τόπον του Πτωχολ. B 412· Στραφείς δ’ οπίσω προς αυτήν (ενν. την κόρη) και το κελλίν ανοίξας Καλλίμ. 642· γ) (προκ. για δήλωση κατεύθυνσης) προς τα πίσω: οπίσω εστοχάζετον διά την ποθητήν του Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 485· (εδώ προκ. να δηλωθεί το στρέψιμο του κεφαλιού): εσκέπασαν την ασκημιά του πατρός τους και τα πρόσωπά τους οπίσω και την ασκημιά του πατρός τους δεν είδαν Πεντ. Γέν. IX 23· δ) (με την πρόθ. από + αιτιατ). μακριά από· (εδώ μεταφ.): όλοι να συγκλίνομεν στον άγιον τον πάπαν, (παραλ. 1 στ.), τινάς οπίσω μη συρθεί από τον ορισμόν του Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 802. 2) Το πίσω μέρος πράγματος ή ζώου: το ιππάριν του ήτον αρματωμένον| κουβέρταν χρυσοπράσινην έμπροσθεν και οπίσω Φλώρ. 535· (προκ. για το ανθρώπινο σώμα): δε βλέπεις μηδέ ακούγεις| οντέ μαλώνεις, μα όποιο βρεις ομπρός και οπίσω κρούγεις; Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 184· οπίσω τα μαλλιά μου| ’ν’ σκορπιστά ’ς τσι νώμους μου Πανώρ. Πρόλ. 10· (με την πρόθ. εις): πρασινορόδινος αετός στην σέλλαν ήτον πίσω,| ζωγραφισμένος ήτονε με καθαρόν χρυσάφι Διγ. Z 308· ήλθε σύντομα τούτη η χωριατοπούλα| οπού είχε χίλιες βουκεντρές οπίσω εις την καπούλα Σαχλ., Αφήγ. 697· (υβριστ.) στα οπίσθια: γυναίκα κακορίζικε, …,| οπού είσαι οπίσω ανοικτή και από ’προσθεν σκισμένη Συναξ. γυν. 128. 3) (Προκ. για βιβλίο) παραπάνω, προηγουμένως (Η σημασ. στο Lampe, Lex., στη λ. 2): επί της βασιλείας αυτού έγιναν αυτοί οι πατριάρχαι οπού εγράψαμεν οπίσω τα ονόματα αυτών Ιστ. πατρ. 12618· Ήδη εσύ ήκουσες καλα —οπίσω σε το γράφω—| το πώς είχεν τα Βομπλιανά μαχαίριν της η Άρτα Χρον. Τόκκων 2677· Ως γιόν σας εξηγήθηκα οπίσω την αγάπην τήν είχεν ο ρήγας με την ρήγαιναν Μαχ. 2227· (με την πρόθ. εις): Καθώς σε το αφηγήσαμουν οπίσω εις το βιβλίον| ότι τον εσυμπάθησεν ο πρίγκιπας ατός του Χρον. Μορ. P 6249. 4) (Με τα ρ. γιαγέρνω, γυρίζω, δίνω, παίρνω, στρέφω προκ. να δηλωθεί η επιστροφή ενός πράγματος): Ετούτα τα κανίσκια του πρέπει να τα κρατήσω;| γή, ογιά τιμή, τυχαίνει μου να τα γιαγείρω οπίσω; Ροδολ. (Αποσκ.) Γ΄ 540· γυρίζει σου απίσω τα αυτία του (ενν. του γαΐδάρου) Μπερτολδίνος 162· Περί αφηλίκων … είτι πουλήσει άνευ γνώμης του επιτρόπου, ύστερον το επαίρνει οπίσω Βακτ. αρχιερ. (κώδ. 1373, ΕΒΕ) 135· (εδώ προκ. για πόλη ή κάστρο): έστερξαν με τοιούτο, ότι να τουσε δώσει (ενν. ο Μουσταφάς) την Καλλίπολη οπίσω, οπού την είχανε παρμένη οι Τούρκοι πρωτύτερα πολύν καιρό Χρον. σουλτ. 5717· με το καλόν, με την τιμήν, στρέψε το κάστρο οπίσω| και θέλεις έχει ευεργεσίαν Χρον. Μορ. P 8425. 5) (Χρον.) α) ύστερα, κατόπιν, εν συνεχείᾳ· στο μέλλον: τα εξοδίασεν όλα του τα πράγματα εις φαν και πγειν … και τάπισα αγκρίζεται με την αμαρτωλήν και ζητά να του στρέψει τό εξοδίασεν διά λόγου της Ασσίζ. 1639· τάπισα επήγαν εις την Λευκωσίαν και επήραν την από σπαθίου Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄· Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 506· β) (με την πρόθ. εις + αιτιατ.) ύστερα από: οπίσω εις πολλές πλημμελείες ο πάπας και οι γαρδενάληδες εμπήκαν μεσόν τους οτόσα, ότι εμπάσαν τους κατά τον πρώτον σασμόν Μαχ. 11434· γ) στο τέλος, τελευταία: Ανάθεμα το ριζικό στά φύλαγεν οπίσω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 988· ει δ’ ένι οπίσω τα καλά εν τῳ τέλει του βίου,| όλα καλά υπάρχουσι και μυριοευλογημένα Βέλθ. 1346· δ) στο παρελθόν: να πάψω θέλω παντελώς τα περασμένα πίσω Θησ. Πρόλ. [134]. 6) (Με προηγ. το σύνδ. και προκ. να δηλωθεί αντίθεση) κι ύστερα· κι απ’ την άλλη: ένι (ενν. η κάμηλος) το περίτου λουξουριούζικον κτηνόν τό έχει στον κόσμον, εις λογήν ότι ήθελεν πάγει καλά εκατόν μίλια οπίσω μιας καμήλας διά να την έχει και τάπισα έχει τόσην απομονήν και τεμπεράντσα απάνω του, ότι εστόντα με την μάναν του ού με τες αδερφάδες του δεν τις εγγίζει ποττέ σαρκικά Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 135. Εκφρ. 1) Απώδε και οπίσω, βλ. απώδε Β΄ 2. 2) Εμπρός οπίσω, βλ. εμπρός 2. Φρ. 1) Αφήνω κάπ. οπίσω = ξεφεύγει κάπ. απ’ την αντίληψή μου: οπίσω τον αφήκα| τση νύκτας τον τραγουδιστή που ’θελα να κατέχω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 494. 2) Γυρίζω οπίσω = αναβάλλω· μετανιώνω: θα κάμεις ταραχή, σα σου το ’μολογήσω,| κι όντα βαλθώ να σου το πω, πάντα γυρίζω οπίσω Θυσ.2 134· κι ας ήτο μπορετό να δεις εις τ’ όνειρό σου| σ’ είντα γκρεμό, σ’ είντα βυθό σε πάει το ριζικό σου,| κι αν τύχει να φοβήθηκες κι οπίσω να γυρίσεις| και τη δουλειάν οπού ’ρχισες ακάμωτη ν’ αφήσεις! Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 153. 3) Επαίρνω οπίσω, βλ. επαίρνω 1α φρ. 4) Πηγαίνω ή στρέφομαι (ο)πίσω = οπισθοχωρώ: άρχισαν (ενν. οι Τούρκοι) τα φευγεία,| να πάνε πίσω δεν μπορούν, εμπρός δεν τους αφήνει (ενν. ο Μιχαήλ) Παλαμήδ., Βοηβ. 289· ημείς να γένομεν δειλοί οπίσω να στραφούμεν; Σταυριν. 159. 5) Ποιώ στρέμμα οπίσω = επιστρέφω: ορίζει ο πρίγκηπας τον πρωτοστράτοράν του,| τα σαλπίγγια να δώσουσιν να ποίσουν στρέμμα οπίσω Χρον. Μορ. P 9130. 6) Στρέφω κάπ. οπίσω = αναγκάζω κάπ. να υποχωρήσει, τρέπω κάπ. σε φυγή: εκ το πλήθος των Ρωμαίων όπου έδραμαν στους Φράγκους,| δεύτερον τους εκρότησαν κι οπίσω τούς εστρέψαν Χρον. Μορ. P 5389. Β´ (Σε θέση πρόθ.) 1) (Τοπ.) α) (με γεν. ή αιτιατ. ονόμ. ή προσωπικής αντων.) πίσω από κάπ. ή κ.: οπίσω τούς λας των αρμάτων ήτον η ρήγαινα Μαχ. 41427· απέδω μου και απέκει μου και οπίσω μου και ομπρός μου| είχα τους αδιάκριτους, τους ερωτοδημίους Λίβ. (Lamb.) N 225· οπίσω του αμαξίου να έχει έναν ασκοφύσιν Μαχ. 57229· (εδώ μεταφ.): κριτήρια και αναστεναγμοί οπίσω σου και ομπρός σου, Χούμνου, Κοσμογ. 104· οι γειτόνοι ουδέν τον είδασιν εβγαίνοντα απέ το σπίτιν εκείνου, αμμέ ήκουσαν της φωνής οπίσω του κλέπτη Ασσίζ. 19018· (εδώ προκ. να δηλωθεί το στρέψιμο του κεφαλιού): εστράφηκεν οπίσω της, σφακέλωμαν εποίκεν Καλλίμ. 1165· οι εχθροί εφεύγασι, οπίσω τους εβλέπαν Στ. Βοεβ. 20· (μεταφ.) (1) κρυφά από κάπ., εν αγνοίᾳ του: ομπρός και οπίσω τως πάντα τσι ξατιμώνου (ενν. οι κοπέλες τους άντρες)| και χίλιες μύριες εντροπές και βούλες τσι κουκλώνου Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 397· (2) κατά την απουσία κάπ.: ειδέ και φανεί αναίτιος ο κατηγορηθείς, είτε ομπρός είτε οπίσω του κατηγόρου, ήγουν παρόντος και απόντος, να μηδέν εμποδίζεται η χειροτονία Μαλαξός, Νομοκ. 76· εμπρός μου και οπίσω μου όλοι με επαινάτε Ιστ. Βλαχ. 810· φρ. αφήνω κ. οπίσω μου = αγνοώ κ.: Της σάρκας τα πλανέματα οπίσω μου τ’ αφήνω Θυσ.2 731· β) (με γεν. ονόμ. ή προσωπικής αντων. προκ. να δηλωθεί συνοδεία ή ακολουθία): Φαρίν εκαβαλλίκευγεν …| και οπίσω του ακολούθει του σκυλίν με το λητάριν Λίβ. Esc. 3566· έτρεξαν (ενν. τα σκυλία) οπίσω του λαγού Μπερτόλδος 54· Εφεύγαν όλος ο λαός κι οι Τούρκοι τούς ζύγωναν| οπίσω τους κι ετρέχασιν και τους κατασκοτώναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 23710· (εδώ μεταφ.): ποιος εκ τσ’ αθρώπους τσι μικρούς να ελπίζει πλιο τυχαίνει| σε δόξες, πλούτη και τιμές κι οπίσω τως να πηαίνει; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 130. 2) (Χρον.) (με γεν. ονόμ. ή προσωπικής αντων. προκ. να δηλωθεί χρονική ακολουθία): Το καλοκαίρι ογλήγορα … διαβαίνει| κι οπίσω του … κρυγιός χειμώνας μπαίνει Πανώρ. Γ΄ 138· εκτίσαν οι ρηγάδες και οι άρχοντες ν-εις οπίσω του άλλου εκκλησίες Μαχ. 2628· μετά το θάνατο κάπ.: ο ζωντανός τάπισα του τεθνεώτος εντέχεται εκείνην την δωρεάν να την λάβει Ασσίζ. 15718‑19· οι πλείστοι άνθρωποι έναι πολλά δοσμένοι| εις φαγητά και εις ποτά κι εις αμέλειαν δοσμένοι| και φήμην δεν εβλέπουσι οπίσω τως ν’ αφήσουν Κορων., Μπούας 41. 3) (Με γεν. ονόμ. προκ. για κίνηση απομάκρυνσης) από: τα ομμάτια της ου στρέφονται οπίσω της θαλάσσης·| πότε να ιδεί μονόξυλον να στρέφεται εκ την νήσον; Πόλ. Τρωάδ. 313. 4) (Με γεν. ονόμ.) εκτός, πέρα από: οπίσω του Χριστού άλλην ουκ έχω ελπίδα Σκλέντζα, Ποιήμ. 768. Γ´ (Με άρθρο ως επίθ.) 1) (Τοπ. προκ. για δήλωση επιστροφής) προς τα πίσω: θωρεί τον ήλιον και πα να βασιλέψει| και αυτός τα πίσω βιάζεται, βούλεται να τον στρέψει Γεωργηλ., Θαν. 399· (με γεν. προσωπικής αντων.): καλόγερον ή καλογραίαν αν βρείτε στην οδόν σας,| διαγείρετε τα πίσω σας, διατί καλόν ουκ ένι Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1296· (με προηγ. την πρόθ. εις): απαυτού εγύρισάμε εις τα οπίσου και ήλθαμε πάλιν εις την Λαύραν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38r. 2) (Με προηγ. την πρόθ. εις) στο πίσω μέρος του σώματος: Ιανουάριος άνδρας και αυτός τάχα μεσοκαιρίτης| ως πεζοδρόμος φαίνεται σφικτά διεζωσμένος| στα πίσω εις την ζώνην του πηγμένες οι ποδές του Ημερολ. 49. 3) (Χρον.) α) προηγούμενος, περασμένος: για να σ’ αναθυμήσω| το τι με μέναν έποικες εις τον καιρόν τον πίσω Θησ. Πρόλ. [120]· (με το άρθρο τα) τα περασμένα, το παρελθόν: σα γρα και φρόνιμη όλα τα πίσω εθώρει| και να γελάσει, να χαρεί σε τούτα δεν ημπόρει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 121· β) μελλοντικός· (εδώ) στερνός, τελευταίος: ποιο θάρρος έχω, ποια δροσά στα γέρα μου τα πίσω; Θυσ.2 384· (με το άρθρο τα) το μέλλον: Άμα θεοί το θέλουσι δεν έχω τι να ποίσω·| αυτείνοι γαρ προβλέπουσι τα μπρος και τα οπίσω Αλεξ. 178· (με προηγ. την πρόθ. εις) στο μέλλον: εάν νυν ο Ζευς ο μέγας| ουκ ετέλεσε τους όρκους,| εις τ’ ουπίσω τελειώσει Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Δ΄ [133]. Εκφρ. τα πίσω κώλοι = με τα οπίσθια: εις το να ντριμωθώ εις την κάμαράν σου, εμπήκα τα πίσω κώλοι Μπερτόλδος 47. Φρ. Γυρίζω, πηγαίνω, στρέφομαι, τρέχω (σ)τα πίσω (μου) = οπισθοχωρώ: είτις δειλιάσει και στραφεί, τα πίσω του γυρίσει,| αν είναι υιός του άνακτος, εγώ να τον φονεύσω Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 272· αρχίσασιν του Μιχάλη φουσσάτα| τα πίσω να παγαίνουσιν Παλαμήδ., Βοηβ. 596· δεν δυνόμεσθεν πλέο να πολεμούμεν,| αλλά ’ναι χρειαζόμενον στα πίσω να στραφούμεν Αχέλ. 2323· έβαλαν (ενν. οι χριστιανοί) τόσην δύναμιν και ανδρείαν, που τους κάμαν (ενν. τους Κουρκούτηδες)| πλέα παρ’ όταν ήλθασιν γοργά τα πίσω δράμαν Αχέλ. 606. — Πβ. αποπίσω, εξοπίσω και παραπίσω.
       
  • όπου (I),  
    επίρρ., Σπαν. A 318, 482, Ασσίζ. 45628, Διγ. Z 1808, Βέλθ. 359, Χρον. Μορ. H 110, 4746, Λίβ. Esc. 1156, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 928, κ.π.α.· άπου, Βουστρ. 442· απού, Ασσίζ. 14613, 1541, Μαχ. 8017, 36231, Βουστρ. 414, 493, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 107, 123, Κυπρ. ερωτ. 447, 537, Πανώρ. Γ΄ 440, Ε΄ 76, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 26, Α΄ 386, Β΄ 311, Πιστ. βοσκ. IV 5, 338, Βοσκοπ. 86, Θυσ.2 1129, Στάθ. (Martini) Β΄ 38, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 558, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. Α΄ 107, κ.π.α.· όπο, Συναξ. γυν. 943· οπό, Ασσίζ. 14031, Συναξ. γυν. 726· οπού, Σπαν. A 229, Ασσίζ. 3113, 543, Διγ. Z 181, 2639, Βέλθ. 266, Χρον. Μορ. H 430, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 271, 393, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 955, 986, Φλώρ. 1676, Λίβ. Sc. 2522, Λίβ. Esc. 3769, 3771-2, Ιμπ. 851, Μαχ. 8013, 1124, Απόκοπ.2 81, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 106, 107, Πανώρ. Γ΄ 551, 579, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 334, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 14, 889, 1302, 1782, Θυσ.2 599, 622, κ.π.α.· ουπού, Ασσίζ. 22225· πο, Εκατόλ. M 18· που, Ασσίζ. 31513, Διγ. Z 257, Χρον. Μορ. H 815, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 404, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 437, 524, Κυπρ. ερωτ. 10112, 1106, Πανώρ. Β΄ 437, 455, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) χορ. Α΄ 627, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 922, Β΄ 1676, Δ΄ 1236, κ.π.α.
    Το αρχ. επίρρ. όπου. Ο τ. απού και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ε΄ 187, Σακ., Κυπρ. Β΄ 466, Μηνάς, Ιδιώμ. Καρπάθου 82, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 74). Οι τ. όπο και οπό από αρχικούς τ. όπου και οπού (κατά το σχ. οπού έτρεχε g οπὄτρεχε g οπό τρέχει). Ο τ. οπού στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Για τον τ. ουπού πβ. τ. ούπου σήμ. στον Πόντο (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. πο < που αναλογ. προς το σχηματ. των τ. όπο και οπό. Ο τ. που στο Somav. και σήμ. (Για την ετυμ. του βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. που, όπου και παλαιότ. ετυμ., και Bakker, Pronomen· πβ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 198-215). Η λ. και σήμ.
    Α´ Επίρρ. 1) Τοπ. αναφορ. αοριστολ. α) σε όποιο μέρος, οπουδήποτε: Διγ. Z 695, Πανώρ. Β΄ 161, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 127· (ενν. θέλω) να στρατεύω μετ’ εσάς όπου και αν υπάμεν Αχιλλ. (Smith) O 159· β) φρ. όπου κ(α)ι αν είναι = «όπου να ’ναι», από στιγμή σε στιγμή: όπου και αν είναι φθάνουν οι ειδικοί Μπερτόλδος 64· Να ’ρθει εδεπά τση μήνυσα κι όπου κι αν εί προβαίνει (ενν. η Ερωφίλη)| τ’ άξο να δει το χάρισμαν απού την ανιμένει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 229. 2) Τοπ. αναφορ. οριστικό α) στο μέρος που: Αλλήλως μέσα εμπαίνουσιν (ενν. ο Αδάμ και η Εύα), κάμνουν την κατοικιάν τως,| ώστε να τσ’ εύρει ο θάνατος, απὄναι η παροικιά τως Χούμνου, Κοσμογ. 152· και μένα ας ακλουθήξει| εκεί απού σε γυρί μικρό περίσσια, (παραλ. 1 στ.) βρίσκεται σφαλισμένο| τ’ άγριον θεριόν ετούτο Πιστ. βοσκ. I 1, 14· Έτσι λοιπόν ο αρχιερεύς και ο κλήρος πάμεν όλοι| στον Άγιον Γεώργιον, και ήτον ημέρα σχόλη,| οπού εδεκεί πολλά θρονιά ήσαν ετοιμασμένα Λίμπον. Επίλ. 49· στο σημείο όπου: Αλλά διά την εξέλευσιν του Κυρίου εις Γαλιλαίαν πολύς είναι ο λόγος περί το πλιας, οπού ο Ιωάννης βάνει και σημασίαν χρόνου, λέγοντας «τῃ επαύριον» Πηγά, Χρυσοπ. 51· β) (προκ. για κατάσταση): αυτού όπου τα κατήφερες και συ να συνηθίσεις Γλυκά, Στ. 307. 3) Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. τόπου α) στον οποίο: Στον τόπον που εγεννήθηκε χρεωστεί περισσοτέρα| αγάπη να ’χει άνθρωπος παρά προς τον πατέρα Λίμπον. 52· (προκ. για κατάσταση): πολλά με κατεδίκαζες στην παιδωμή οπού ’μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 999· β) από τον οποίο: εβάλθησαν κι εφεύγαν (ενν. οι Ρωμαίοι)| την στράταν όπου ήλθασιν απέκει εκ την Βλαχίαν Χρον. Μορ. H 9023. 4) Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. χρόνου α) κατά τον οποίο: άχρι την ημέραν απού επέθανεν Ασσίζ. 46327· Στους χίλιους εξακόσιους οκτώ και εβδομήντα| που οι Αθηναίοι τα είδασι και εις μνήμη εγράψασίν τα Λίμπον. 338· οπού ’παιρνα αναγάλλιαση όλη την ώρα κείνη| οπού ετραγούδιε (ενν. ο τραγουστής) κι ήλεγε τσ’ αγάπης την οδύνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 872· β) (προκ. να δηλωθεί χρον. αφετηρία) από τότε που: Τρεις μήνες επεράσασι, τέσσερις πορπατούσι οπού| όσοι σ’ εγνωρίζασι, κλαίσι να σε θωρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 804· λίγο ’ναι απού ’ρθε ο λογισμός ετούτος εις το νου μου Πανώρ. Ε΄ 121. 5) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. αιτίας) εξαιτίας του οποίου: Τι ήτον οπού ήργησες, αφέντη μου, το τόσον; Αχιλλ. (Smith) O 594· η αφορμή απού έκλεψα τα καρτσά ήτον τούτη Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 116. 6) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. αναφοράς) για τον οποίο: Αυτός (ενν. ο Έρωτας) μας έσμιξε τα δυο με το γλυκύ του βλέμμα| και με το τόξο που ρωτάς μας έσφαξεν το πνέμα Φαλιέρ., Ενύπν.2 44. 7) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. οργάνου) με τον οποίο: Το γκόλφι της εκκλησίας το μεγάλο οπού ελειτούργουνα … να το δώσετε του γκαστάλδου Σεβήρ., Διαθ. 19192· να περιγράψω τσ’ αρετές οπού ήτον στολισμένος Λίμπον. 98. 8) (Τοπ. ερωτ. σε πλάγια ερώτηση) πού: ας ερευνήσομεν, όπου την κόρην έχει Διγ. (Trapp) Gr. 2817. 9) (Τροπ.-αναφορ., με το τροπ. επίρρ. σαν) όπως: σαν οπού πολλές φορές αυτείνοι οι περισσάροι| κομπώνουνται και πιάνουνται στο δίκτυ σαν το ψάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 603. Β´ Αντων. αναφορ. άκλ. 1) α) Ο οποίος (Βλ. Sophocl., στη λ. σημασ. 4 και Bakker, Pronomen 87-95): Όχι οι αθρώποι μοναχά, πὄχου ομιλιά και γνώση,| τρέχουν εις τούτο το δεντρό τσ’ αγάπης, για να τρώσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1271· ούδε να ’σαι διακονιάρης| εκ τα σπίτια ωσάν το φράρη,| όπο υπάγει από τας πόρτας| και γυρεύει τας κουλούρας Συναξ. γυν. 943· Τα γεράκια πὄβλεπες εισίν άρπαγες άνδρες Διγ. A 755· β) (μετά από συσχετική δεικτ. αντων.): εκείνην, οπού αγάπησε, με προθυμιά ξετρέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 622· γ) (σε κλητ. προσφών.): Έρωτ’, απού μ’ εδόξεψες και σκλάβο σου έκαμές με Πανώρ. Β΄ 443, δ) (πλεοναστικά): μηδέν αφήσετε τον Τούρκον να ριζώσει| εις την Κωνσταντινούπολιν, ότ’ είναι φόβος μέγας,| το οποίον που ξεύρετε και ουδέν το αναφέρω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 643· ε) (ως β΄ όρος σύγκρισης) από τον οποίο (Βλ. και σημασ. Β΄ 5): να τους πουλήσω εξαίρετον κοράσιον, ωραιωμένον,| οπού καμιά ουκ εφάνηκεν ευμορφοτέρα εις κόσμον Φλώρ. 928· Σάλο-Φεράντε δ’ έπειτα, που κάλλιον δεν ηυρίσκε,| εις όλον το στρατόπεδον εξουσιαστήν αφήκε Κορων., Μπούας 55· ϛ) (με επόμ. το να, βλ. να III Ζ΄)· ζ) πράγμα που: Εθέλησες τον έρωτα, εσύ, να τονε φύγεις,| που δεν ετόλμησεν τινάς εις τον παρόντα κόσμον Διγ. Z 207· ουδέν είναι καλλιότεροι εις άπασα στρατείαν| παρά τους Φράγκους του Μορέως, όπου το εξεύρει ο κόσμος Χρον. Μορ. H 8931. 2) α) Αυτός που: είπε γαρ οπού το επούλει,| ο πραγματευτής εκείνος Πτωχολ. α 471· ο καιρός κάθε κουρφό είν’ απού φανερώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 476· ενθυμίζω οπού τ’ ακούουν Πτωχολ. α 498· β) (βραχυλογ., έπειτα από επιφωνηματική λ.): Χαρά, οπού βάλ’ εις εκκλησιά κι έχει πτωχού να δώσει Απόκοπ.2 216. 3) Όποιος: Οπὄχει χρήματα πολλά και φρόνησιν ουκ έχει,| ουκ ημπορεί να οικονομεί τα πράγματ’ εις τιμήν του Σπαν. A 219· Π’ αφήνει σπίτια πτωχικά κι αρχοντικά γυρεύει,| ο διάβολος στον κώλο του κουκκιά τού μαγερεύει Γαδ. διήγ. (Pochert) 160c. 4) Τέτοιος που: τότε να δεις τον άγουρον, οπού δεν έχει ο κόσμος Διγ. Z 1896. 5) Ως β΄ όρος σύγκρισης, με την πρόθ. παρά α) όσος (Πβ. σημασ. Β΄ 1ε): θε να μου χαρίσει| πλια παρ’ απ’ αποκότησεν η γλώσσα να ζητήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 346· διδεί περίτου παρά που εμπορεί Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 100· β) (προκ. για κατάσταση ) ό,τι: δεν τους φέρνει ούτε και εις την προτέραν τιμήν, αλλά χειρότερα παρά οπού ήσαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 349v· γ) (βραχυλογ.): να τον συμβουλέψει το καλλιότερον οπού ηξεύρει Ασσίζ. 22015. 6) (Σε πλάγια ερώτηση) ποιος: Οπού το γνώθει η μοίρα μου μαζί με την Ποθούλα| και θέλομεν ιδεί εκ τους δυο πὄχει διπλήν καρδούλα Φαλιέρ., Ιστ.2 558· ξεύρω γαρ στο μέσον| των αρίστων γαρ Ελλήνων| όπου μέλλει χολωθήναι| όπερ έστιν μέγας πάντων Ερμον. Η 269. Γ´ Σύνδ. 1) Χρον. α) όταν: Ντορίντα μου (παραλ. 4 στ.), τότες εδική μου| δεν ήσουν, οπού μπόρου| ζήσην πολλά γλυκιάν να σου χαρίσω; Πιστ. βοσκ. IV 8, 180· Παιγνίδια αγάπα (ενν. η κόρη) και χορούς διά να παίζει πάντα,| θρονί εκράτει και γυαλί εις το κλουβί οπού ’τον Διγ. A 256· β) με το επίρρ. εκεί β1) τη στιγμή που, ενώ, καθώς: εκεί οπού στρέφετο ο Καπλάν με τσ’ άλλους,| εκείνους τσι πασάδες τσι μεγάλους,| πάγει ομπροστά ευθύς το παλληκάρι Λεηλ. Παροικ. 575· Εμαζωχτήκασι πολλές γυναίκες κι εθωρούσα| τους αντρειωμένους και τους δυο εκεί που πολεμούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1822· β2) μόλις: εκεί οπού εκοίταζεν γυναίκα, εδαιμονίζονταν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 28v· γ) (με τα επιρρ. έπειτα, ύστερα) αφού: Ο αγνώριστος καβαλιέρης, έπειτα όπου αναποδογύρισε όλην την διάταξιν του εχθρού, επέρασε εις το στράτευμα του βασιλέως της Λεχίας Καλόανδρ. (Δανέζης) 72 (44v)· εσύντυχεν ο Κύριος προς τον Μωσέ, ύστερα απού απέθαναν τα δυο παιδιά του Ααρών Πεντ. Λευιτ. XVI 1· δ) (με τα επιρρ. ευθύς, παρευθύς) μόλις: όλον το μερονύκτιον πάντες αναπαυθήκαν,| κι ευθύς που εξημέρωσε εις τ’ άρματα σεβήκαν Κορων., Μπούας 20· Τότ’ ο ρήγας τού μήνυσε (ενν. του Μερκούριου) και εις τον Φράντζα διέβη,| και παρευθύς όπ’ έσωσε στην κάμαράν του σέβη Κορων., Μπούας 64· ε) με το μόρ. έως, το επίρρ. όσον ή το σύνδ. ώστε ε1) εωσότου, μέχρις ότου: Εγώ θέλω να ομώσετε πως να τους κρατήσετε έως οπού να στραφώ Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 133· σκαμνιτσαούσην έστειλε (ενν. ο βεζίρης) μαζί με τον ολάκη,| διά να πιάσουν το σκαμνί, όσο που να κινήσει| αφέντης ο Αλέξανδρος στον θρόνον να καθίσει Ιστ. Βλαχ. 783· Προσέχετέ το (ενν. το βρέφος) τῃ νυκτί και την ημέραν μάλλον,| ώστ’ απού να το φέρητε της ηλικιάς μεγάλον Ιμπ. (Legr.) 62· (πλεοναστικά με το έως ότου): απ’ εκείνην την ημέραν οπού απέθανεν ο Σολομών και έως ότου οπού εχάλασε ο ναός, ήσαν τετρακόσιοι ένδεκα χρόνοι και έξι μήνες και ένδεκα ημέρες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 216v. ε2) όσο, ενόσω: τα τέκνα ουδέν ημπορούν να χωρίσουν το μερτικόν τους απέ το μερτικόν του πατρός τους έως όπου ο πατήρ τους ζει Ασσίζ. 38317· να με έχει ευλογητικήν του γυναίκα όσον οπού να ζει και να είναι εις τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 36915· Δεν ξεύρεις πως η φύση μας θνητήν επήρε κρίση| και ουκ έναι πλιο μπορούμενον για ’δώ να την αφήσει| και ώστε που ζούμε μετά μας τον θάνατον βαστούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 37· ϛ) (με το κάθε ως χρον. σύνδ., βλ. κάθε 3). 2) Χρον.-υποθ. α) αν, όταν: μη βουληθείς, ω αμιρά, να έβγεις κρυφώς απ’ ώδε,| και όπου σε καταφθάσομεν, άλλον Συρίαν ου βλέπεις Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 349· β) (με το τροπ. επίρρ. ωσάν): ωσάν όπου εις τέτοιον άνθρωπος λιβάδιν κατουνέψει| και ζήσει εις τέτοιας χάριτας ζωής του τας ημέρας,| και χρήζει τον παράδεισον, λοιπόν ουκ έν’ στρατιώτης Λίβ. (Lamb.) N 199. 3) (Χρον.-αιτ.) αφού: πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλα άθη| μέσα της πλιο να ριζωθούν, που το κλειδίν εχάθη; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1422. 4) Αιτ. α) επειδή, γιατί: όταν ο Λωτ έμεινεν έτσι με τες δύο του θυγατέρες, ήτον πολλά λυπημένος και δεν ήξευρε τι να κάμει, οπού δεν είχεν τόπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 131v· Δεν εγροίκησα, μόν’ τη δική μου ζάλη,| οπὀπλακώθη το παιδί, το κανακάρικό μου Σκλάβ. 74· Ελέγουντον και Διγενής, όχι που τ’ όνομά του| να λέγουντον τέτοιας λογής γή το ’πιτήδευμά του,| μα επειδή εκ δύο φυλές και γένη γεννημένος,| εκ Χριστιανών και Αγαρηνών ήτονε κυημένος Διγ. O 1239· β) (με προηγ. το επίρρ. ως + ουσ. ή επίθ.): Όρισέν την ότι: «Εκδύσου»,| και εκδύθη η κόρη,| ουκ εντράπηκεν καν όλως,| ως παρθένος τάχα οπού ήτον Πτωχολ. (Κεχ.) P 232· έχω και χείλη κόκκινα και ομμάτια πλουμισμένα,| και πρέπουν με οι κάλτσες μου, ως πέρδικα οπού είμαι Πουλολ. (Τσαβαρή)2 190· γ) (με το τροπ. επίρρ. ωσάν, σαν): Είχεν αγάπην στον λαόν και εις τον Θεόν φόβον,| ωσάν που ήξευρεν καλά πως θε να δώσει λόγον Διγ. O 10· με αφοβιά επήγαινε σαν που ’τον παλληκάρι Διγ. O 1428· δ) αφού: Πώς να μη σε καταλάβω| πως φουρνάρη γιος υπάρχεις,| που, αντίς να μου χαρίσεις| δώρα και χωριά και άλλα (παραλ. 8 στ.), συ με έκαμες ταΐνι,| έν’ αφράτο παξιμάδι Πτωχολ. B 370· Πώς να κάμω, πώς να διάξω| και ποια στράτα έχω να πιάσω,| που ’μου καλομαθημένος,| ο φαλλίδος ο καημένος … Φαλλίδ. (Παναγ.) 258· ε) (βραχυλογ.) γι’ αυτό το λόγο: το παιδί μου| δεν είν’ τόσον πολλά μικρόν, …,| να μην της κάνει ό,τι πει και ό,τι και ορίσει,| οπού παρακαλώ τον Θεόν πολλούς χρόνους να ζήσει Ευγέν. 210· ϛ) έκφρ. έσοντας όπου = εξαιτίας του ότι, επειδή: όταν δέρνονται οι δύο και αποκάμουν και αποσταθούν από τον δαρμόν, όταν έλθει άλλος τρίτος απάνω εις αυτούς, γίνεται πρώτος, έσοντας οπού τους ευρίσκει και τους δύο αποκαμωμένους από τον δαρμόν Ιστ. πατρ. 10714. 5) Αποτελεσματικός α) ώστε: είχεν (ενν. το άλογο) την σέλαν την χρυσήν, οπὄλαμπεν ο τόπος Διγ. A 2233· τραγουδεί (ενν. η σερένα) ίτσου γλυκιά, οπού πολομά ν’ αποκοιμηθούν οι λας Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 108· Ανίσως, ω κυρά μου, κι όμορφη ’σαι| τόσον, οπού τινάς δε να μπορήσει| τα κάλλη σου ποτέ να τα μετρήσει Κυπρ. ερωτ. 8712· επήρεν απάνω του (ενν. ο Ψιχίδης) να βλεπίσει τον κοντοστάβλην εις μόδον όπου να μεν πάγει Μαχ. 37638· β) (πλεοναστικά με το επίρρ. όσον και τους συνδ. ότι, ώστε): τόσον τον εστίλβωσαν τες πέτρες οι τεχνίτες, όσον οπού εφαίνετον πως είναι εκ μακρόθεν ότι έχει μάλαγμα (ενν. το οσπίτιον) Διγ. Άνδρ. 39832· ωσάν ήπεσε (ενν. η θυγατέρα του), στένεται και δίδει τση ξυλιές, ότι οπού την εφήκε μισαποθαμένη Κατά ζουράρη 76· τοσούτον δε εστίλβωσαν τους λίθους οι τεχνίται,| ώστε οπού εφαίνουντο πορφύρα τε και βύσσον Διγ. A 3949. 6) (Εναντιωματικός) ενώ, αν και, μολονότι (Για τη σημασ. βλ. Αλεξίου Στ. [Ερωτόκρ. σ. 419]): εσύ μιλείς κομπώματα τη σημερνήν ημέρα,| που ο κύρης σου την μαρτυριάν εβάσταν εις τη χέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 880· Μετά τρομάρας δε πολλής εις την Μουρτάρα πήγαν| κι εκ τον θυμόν του Μερκουρίου, που δεν ελπίζαν, φύγαν Κορων., Μπούας 43· έκφρ. μ’ όλον οπού, βλ. μετά Α΄ 19β. 7) Ειδικός α) ότι: τούτο το ξύλον ήτονε εκείνο το δένδρον οπού είπαμεν οπού ο Λέρικος το έβγαλεν από το στόμα του Αδάμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 172r· β) (με προηγ. τις εκφρ. έ-με, έν-τηνε, κ.τ.ό., καθώς και το επιφ. έδε): Έν-τηνε που τη φέρνουσι Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 81· Έδε που με λυπάσαι! Φαλιέρ., Ιστ.2 71· Έδε νιος οπού ’ναι ετούτος Φαλλίδ. (Παναγ.) 90· γ) (σε επεξήγηση) ότι δηλαδή: τούτα τα ξηλώματα, που ο κύρης σου αμποδίζει| και το Ρωτόκριτο ’πεψε στα ξένα να γυρίζει,| κάτεχε πως τελειώνουσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 161· δ) έκφρ. έξω οπού = εκτός του ότι: αν συνέβη κανένα κακόν ενάντιο, πρέπει ότι αυτός να πληρώνει με την παίδεψίν του, έξω οπού χάνει και την τιμήν του και πλέον κυβέρνηση δεν του δίδουν Σουμμ., Ρεμπελ. 161. 8) (Μτβ., σε διήγηση) και: Οπού εις ολίγον καιρόν όλος ο λαός οπού ήτον αποκατωθιό της εξουσίας του … Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13629· απού ’ρχουμου στον Αβραάμ να πω να το κατέχει| πως είν’ στην ύστερη αναπνιάν και γλυτωμό δεν έχει Θυσ.2 1071. 9) (Τελικός) για (να): είχασιν δε και μετ’ αυτούς, οπού να τους δουλεύει,| καμήλαν την κυμπόραχην και μακροσφονδυλάτην Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 83· η μάννα τους όταν ήτονε σιμά οπού να τα γεννήσει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 135v. Δ´ Μόρ. 1) Επιφωνηματικό α) (μετά από ουσ. ή επίθ.): ω λωλός οπού είσαι Μπερτολδίνος 144· ώφου κακόν οπού ’καμε, ώφου αδικιά που εγίνη! Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 702· β) (μετά από ποσοτικό επίρρ.): Του πόθου ο Σίλβιος είν’ εχθρός; Ω πόσον που γελάσαι Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [723]. 2) (Ευχετικό, σε ευχή ή κατάρα) μακάρι: Και που ’δα να μετάνωνε, να μου ’λεγε: «Έλα, να τη,| την κοπελιά οπού εύρηκες, αφέντη κυνηγάρη» Ευγέν. 856· γιαύτος περίσσα σ’ αγαπώ, απού να ’χεις την ευκή μου Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 266· Αφήτε μ’ οπού να ’μουνε σήμερ’ απόθαμένη Θυσ.2 311.
       
  • όργανον  
    το, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 10738 (Δωδώνη 15, 1986, 139), Ερμον. Ε 289, Σφρ., Χρον. (Maisano) 10225· όργανο(ν), Διγ. (Trapp) Gr. 1780, Σπανός (Eideneier) A 429, Βίος Αλ. 2376, Λίβ. Sc. 3168, Λίβ. Esc. 4322, Αχιλλ. N 327, Αχιλλ. (Smith) O 411, Καναν. 72Β, Χρον. Τόκκων 1542, Αργυρ., Βάρν. K 182, Δούκ. 1859, 22319, Αρμούρ. 123, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 341, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 397, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 86r, Διήγ. Αλ. G 268, Βίος Δημ. Μοσχ. 450, Διγ. Άνδρ. 3627, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 323, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. μετά στ. 202, Α΄ μετά στ. 36, Διγ. O 139, 1181, Διακρούσ. 966.
    Το αρχ. ουσ. όργανον. Η λ. και σήμ. στον τ. όργανο. Η λ. στο ποντιακό ιδίωμ., όπου και τ. έργανον (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) Πολεμικό εργαλείο, όπλο: Χρον. σουλτ. 7223, Αχιλλ. (Smith) O 306, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 309. 2) Μουσικό όργανο: Διγ. Z 2252, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ΄ 71, Χρον. Τόκκων 623, Βίος Αλ. 2023, Διακρούσ. 7523· έκφρ. όργανο παιγνιδίων: εις γάμον, εάν απέλθει (ενν. ο ιερεύς) ευλογήσαι την τράπεζαν, ει εισέλθουν όργανα παιγνιδίων, εξαναστήτω ευθέως και επαναχωρησάτω Μαλαξός, Νομοκ. 176. 3) Αντικείμενο με το οποίο εκτελούνται βασανιστήρια: Επίασαν τα όργανα, φρικτά δε κολαστήρια,| να κάμνουσιν τους χριστιανούς τα φοβερά μαρτύρια Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 247· Είδον βασάνων όργανα παντοία και ποικίλα Γλυκά, Στ. 472. 4) (Μεταφ.) πρόσωπο που ενεργεί με τις προσταγές ή για λογαριασμό κάπ. άλλου: αυτός (ενν. εκείνος οπού έχει μεγαλύτερην αρετήν) από λόγου του το καλόν δεν το έκαμεν, αλλά είναι όργανον της ενεργούσης εν αυτῴ θείας χάριτος Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 111.
       
  • ορέγομαι,  
    Βέλθ. 967, Χρον. Μορ. H 6012, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 22, Φλώρ. 1419, Σαχλ., Αφήγ. 25, Περί ξεν. A 209, Λίβ. P 1234, Λίβ. Esc. 3271, Λίβ. (Lamb.) N 558, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 945, Αχιλλ. (Smith) O 114, Ιμπ. 592, Χρον. Τόκκων 2549, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 270, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1246, Θησ. (Schmitt) 337 VII, 12, Χούμνου, Κοσμογ. 2323, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 495, Αλεξ. 1495, Απόκοπ.2 20, Πεντ. Δευτ. XIV 26, Αχέλ. 48, Πηγά, Χρυσοπ. 232 (5), Κυπρ. ερωτ. 14115, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 457, Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 8, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [80], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 128, Διγ. O 478, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 62, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 182, κ.π.α.· αόρ. ορέκτην —ηκα, Λίβ. Sc. 16, 1703, 1726, Αχιλλ. N 607, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 266 χφ L κριτ. υπ., Θησ. Ζ΄ [833], Χούμνου, Κοσμογ. 765· ορέγουμαι, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 554, 1850, Β΄ 634, Γ΄ 206, Πηγά, Χρυσοπ. 173 (3)· ορεύγομαι, Σαχλ. N 326· ’ρέγομαι, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 280, Φαλιέρ., Ιστ.2 671, Θησ. Γ΄ [293], Θησ. (Foll.) I 1, Χούμνου, Κοσμογ. 1315, Ιμπ. (Legr.) 318, Τριβ., Ρε 20, Δεφ., Λόγ. 524, Πανώρ. Γ΄ 152, Πιστ. βοσκ. I 1, 136, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 655, Β΄ 161, Γ΄ 466, Δ΄ 922, Ε΄ 115, Στάθ. (Martini) Β΄ 164, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. 16, Α΄ 654, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 730, Πρόλ. άγν. κωμ. 42, Διγ. O 89, 674, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23027 κ.α.· αόρ. ’ρέκτην, Αλφ. (Mor.) IV 29· ’ρέγουμαι, Φαλιέρ., Ιστ.2 11, Πανώρ. Α΄ 315, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1114, 1301, 2040, Θυσ.2 422, Στάθ. (Martini) Α΄ 242· ’ρεύγομαι, Φαλιέρ., Ενύπν.2 23 χφ Ν κριτ. υπ.
    Το αρχ. ορέγομαι (L‑S, λ. ορέγω). Για το σχηματ. του τ. ’ρέγομαι βλ. Apostolopoulos, Καλλίμ. 9. Ο τ. ορεύγομαι στο Somav. (στη λ.) και στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 1043. Ο τ. ’ρέγομαι στο Somav., (στη λ.), και σήμ. Ο τ. ’ρέγουμαι στο Somav., (στη λ.), όπου και τ. ’ρεύγουμαι. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 769, λ. ρέομαι, Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ορέχκομαι, Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. ορεγόμνε, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., λ. ερέγομαι και Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., λ. ερέομαι). Η λ. και σήμ.
    Α´ Μτβ. 1) α) θέλω, επιθυμώ: Λίβ. Sc. 2210, 2247, Γαδ. διήγ. (Pochert) 26d· β) επιθυμώ έντονα, ποθώ, λαχταρώ: γράφε, μη οκνήσεις τας γραφάς, η κόρη ορέγεταί τας Λίβ. Esc. 1364· ορέγεται να την ιδεί, γοργόν την πείτε νά ’λθει Φλώρ. 966· ακόμη χθες ορέγετον να ποντισθεί η ψυχή μου Λίβ. Sc. 970· γ) επιθυμώ, ποθώ (ερωτικά) κάπ.: σιάξ’ το το τζαμπουρλί μου,| για να με δει να με ’ρεχτεί τούτ’ η αγαφτική μου Κατζ. Α΄ 248· Κόρη πολλά σε ορέγομαι, να σε καταχορτάσω Αχιλλ. (Smith) O 521· αγάπησες κι ορέχτηκες ένα μικρότερό σου; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 154· (με την πρόθ. εις = αιτιατ.): να διεις εις την αμαλωσιά γεναίκα ομορφόθωρη και να ορεχτείς εις αυτήν και να πάρεις εσέν για γεναίκα Πεντ. Δευτ. XXI 11· ο Σεκέμ ο υιός μου ορέχτην η ψυχή του εις τη θεγατέρα σας· δώσε εδά αυτήν αυτουνού για γεναίκα Πεντ. Γέν. XXXIV 8· δ) ενδιαφέρομαι ζωηρά για κ.: όποιος χριστιανός είναι οπού επιθυμεί και ορέγεται περί Θεού να μάθει και να καταλάβει όσον είναι δυνατόν εις το Ευαγγέλιον το ευρίσκει Κύριλλ. Κων/π. 371· ε) εποφθαλμιώ: Διά την αχορταήλα του (ενν. του Κύρου) θέλω ν’ αναθιβάλω,| που ορέκτη της Σαμίραμης το βίος το μεγάλο Βεντράμ., Φιλ. 90· μη ορεχτείς το σπίτι του σύντροφού σου, μη ορεχτείς την γεναίκα του σύντροφού σου και τον σκλάβο του και την σκλάβα του και το βόδι του και το γαδούρι του και όλο ος του σύντροφού σου Πεντ. Έξ. XX 17· στ) επιθυμώ έντονα να φάω κ., λιγουρεύομαι: είχε το μέλι σύγκερον, πολύν και συνθεμένον.| Ευθύς τ’ ανέβην όρμησα και την τροφήν ορέχθην Απόκοπ.2 35· σίτου κουκκί να ορεχθεί (ενν. ένα πουλί) εις την παγίδα πιάστη Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 542. 2) α) Μου αρέσει, με ευχαριστεί κ.: αρέσασί του (ενν. τα τραγούδια) κι εκεινού κι έχει τα επά γραμμένα| κι ωσάν τα ’ρέχτηκες κι εσύ, τα ’ρέχτηκε κι ετούτος Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1471· τα ρόδα και τριαντάφυλλα τους κάπους να μυρίζουν (παραλ. 1 στ.) … στην θωριά τα ορέγουνται, γιατί μοσκοβολούσι Τζάνε, Κατάν. Αφ. 4· Ορέγομουν να περπατώ με τους τραγουδιστάδες,| με τους παιγνιώτας τους καλούς, τους παραδιαβαστάδες Σαχλ., Αφήγ. 57· θυμώντας πως οκάποτες, εις τον καιρόν εκείνον,| αγάπας και ορέγουσιν …| ν’ ακούς ιστόριες ’ξάκουστες, και να τες αναγνώθεις Θησ. Πρόλ. [92]· β) απολαμβάνω: επαρεπήδησα το πύργωμαν του κάστρου| και κατά μέρος ’ρέγομαι τας καλλονάς εκείνου Καλλίμ. 2533· γ) (με την πρόθ. εις + αιτιατ.) αισθάνομαι ερωτική ευχαρίστηση: να είναι αν δεν ορεχτείς εις αυτήν (ενν. τη γεναίκα) και να την απεστείλεις του θελήματού της και πουλημό μη την πουλήσεις Πεντ. Δευτ. XXI 14· δ) αγαπώ· (εδώ μεταφ. προκ. για φυτό): Η καστανέα ορέγεται τον ψυχρόν τόπον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα), 157. 3) Καμαρώνω, θαυμάζω κάπ. ή κ.: Ξένοι, δικοί το ’ρέγονται το τέκνο όσοι το δούσι,| γιατί περίσσα γνωστικό παρ’ άλλο το κρατούσι Θυσ.2 685· Τα κάλλη μην τα ’ρέγεστε, αδέλφια, τση ελικιάς σας,| το χώμα και ο σκούληκας τελεύγει τα κορμιά σας Π. Ν. Διαθ. (Λαμπάκης) φ. 253v, στ. 13· ορέγεται (ενν. ο ρήγας) τσι χάρες σου και τα όμορφά σου κάλλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 697. 4) Εκτιμώ ιδιαίτερα κ. σε κάπ.: Ειπέ, Παρθένε, ειπέ, Παναγία, τι σου εσυντήρηξεν ο Θεός, τι σου ορέκτηκεν ο Κύριος Πηγά, Χρυσοπ. 90 (17)· παρθενεύετε (ενν. γυναίκες), να γενείτε μητέρες Χριστού, να ορεκτεί και εσάς το μέσα κάλλος ο βασιλεύς, να συντηρήξει την ταπείνωσιν την εδικήν σας ο Θεός Πηγά, Χρυσοπ. 91 (18). 5) Προτιμώ, διαλέγω: Δυο στράτες έχει ο άνθρωπος να ζει στον κόσμον τούτον (παραλ. 3 στ.). Δεν ξεύρω ποιαν να ’ρέγεσαι και βούλεσαι να πιάσεις Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 149· εκείνο τό ορέγονταιν άλλοι να το αγοράσουν (παραλ. 2 στ.) κείνο ιδές και αγόρασε Σπαν. (Ζώρ.) V 331· (με την πρόθ. εις + αιτιατ.): όχι από τη πληθότητά σας από όλα τα έθνη ορέχτην ο Κύριος εις εσάς και εδιάλεξεν εις εσάς Πεντ. Δευτ. VII 7· Μόνε εις τους γονεούς σου ορέχτην ο Κύριος ν’ αγαπάει αυτουνούς Πεντ. Δευτ. X 15. 6) α) Δέχομαι, συμφωνώ: του αφηγήθησαν τες συμφωνίες εκείνες,| όπου έποικεν ο υιός αυτού μετά τον πάπα Ρώμης·| αν αγαπά κι ορέγεται να τες έχει στερεώσει Χρον. Μορ. H 573· β) (προκ. για συμβουλή) αποδέχομαι: Ο πρίγκιπας, ως το ήκουσεν, μεγάλως το ορέχτη Χρον. Μορ. P 2640. 7) Αποφασίζω: αν είν’ κι ορέγετον κανείς να γράψει τα κακά της (ενν. της φυλακής),| ποτέ να μη εσχόλαζεν, αν έζη χίλιους χρόνους Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 221· ο Βαλτουβής ο βασιλεύς ορέχτηκεν να απέλθει| εκεί εις την Αδριανόπολιν Χρον. Μορ. H 1083. Β´ Αμτβ. 1) Επιθυμώ, θέλω: Τριβ., Ταγιαπ. 275, Διγ. O 681. 2) Αισθάνομαι ευχαρίστηση, ευφραίνομαι: όντε μιλεί, να σου φανεί ότι πουλίτσιν έναι,| να κιλαδεί, να ορέγεσαι πολλά στην ομιλιάν της Ντελλαπ., Ερωτήμ. 292· να έλθω να δω τον θαυμαστόν τον πύργον … (παραλ. 3 στ.) … να δουν τα μάτια μου, να ορεκτεί η ψυχή μου Φλώρ. 1421.
       
  • ορίζω,  
    Σπαν. (Ζώρ.) V 45, Λόγ. παρηγ. O 718, Προδρ. (Eideneier) IV 125, Ασσίζ. 736, 3116, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1422, Βέλθ. 543, Ερμον. Θ 262, Χρον. Μορ. H 468, 4210, Χρον. Μορ. P 686, 2062, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 214, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 83, Οψαρ. 36240, Φλώρ. 1222, Σαχλ., Αφήγ. 322, Απολλών. 84, Λίβ. N 2862, Αχιλλ. L 96, Αχιλλ. N 153, Αχιλλ. (Smith) O 345, Ιμπ. 10, 688, Χρον. Τόκκων 888, Φαλιέρ., Ενύπν.2 102, Μαχ. 430, 4444, Σφρ., Χρον. (Maisano) 649, Διήγ. Βελ. N2 150, Διήγ. Βελ. χ 15, Θησ. Β΄ [474], Χούμνου, Κοσμογ. 50, Βουστρ. 437, Αλεξ. 160, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 183, Απόκοπ.2 284, Συναξ. γυν. 372, Διήγ. Αλ. G 289, Χρον. σουλτ. 8528, Ιστ. πολιτ. 3613, Ιστ. πατρ. 14121, Αλφ. 104, Πτωχολ. (Κεχ.) P 203, Κυπρ. ερωτ. 1014, Πανώρ. Ε΄ 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 44, Γ΄ 305, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β΄ 51, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 204, Διγ. Άνδρ. 39335 δις, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 223, Γ΄ 370, Θυσ.2 80, 406, Στάθ. (Martini) Β΄ 69, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 67v, Πτωχολ. A 146, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [580], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 127, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 164, Διακρούσ. 8613, Τζάνε, Κρ. πόλ. 31010, 53213, κ.π.α.· μτχ. παθητ. ενεστ. οριζάμενος, Αλφ. 108· παρατ. ήριζα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1839· όρεζα, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3118· οριστ. αορ. ήρισα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 97, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 38· προστ. αορ. όρσε, Στάθ. (Martini) Β΄ 171· ’ρίζω, Ανακάλ. 50, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 460, Γεωργηλ., Θαν. 490, Αλεξ. 2828, Κορων., Μπούας 94, Ρίμ. θαν. 112, Αχέλ. 1175, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 570, Θρ. Κύπρ. M 526, Δαρκές, Προσκυν. 116, Κυπρ. ερωτ. 1214, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 579, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 137, Πιστ. βοσκ. I 4, 30, Παλαμήδ., Βοηβ. 345, Σταυριν. 408 Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1402, Θυσ.2 1000, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 246, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22222, κ.α.· παρατ. έριζα, Μαχ. 54633· αόρ. έρισα, Ασσίζ. 943, Μαχ. 1423, 502, 541, 886, 11031, 16015, 18227 (ερίσεν), 43023, 43429, 49615, 55633, 62224, Βουστρ. 416, 417, 438, 451 κριτ. υπ., 453, 455 (ερίσεν), Αλεξ. 1502.
    Το αρχ. ορίζω. Η προστ. αορ. όρσε στο Somav. (λ. ορίζω) και σήμ. υβριστ. Ο τ. ’ρίζω και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 770, λ. ρίζω, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 248, λ. ρίζω, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. λ. ρίζω και Pern., Ét. linguist. I 217 σημ. 1). Ο παρατ. έριζα και ο αόρ. έρισα στο Somav. (λ. ορίζω) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 770, λ. ρίζω). Η λ. και σήμ.
    (Μτβ. και αμτβ.) 1) α) Διατάζω: Χρον. Μορ. H 1129, Μαχ. 147, Χρον. Μορ. P 5825, Μαχ. 1440· (με την πρόθ. εις + αιτιατ. προσ.): Αυθέντη μου πανένδοξε και ρήγα και τοπάρχα,| είτι ορίσεις εις εμέν ας γένει θέλημά σου Ιμπ. 307· ήλθεν ο σουλτάν Μουράτης από το Ρεβάνι εις την Πόλην … και όρισεν εις τον κόσμον του και έκαμαν δεύτερον ντουνανμάν ωσάν το πρώτο Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 46v· (με σύστ. αντικ.): αν έμελλε (ενν. ο πανιέρης) να ορίσει άλλον ορισμόν, έβγαινεν το μεσομέριν και δεν τους εγύριζεν ως τη νύκταν Μαχ. 65419· Τον ορισμόν, τόν όρισεν, θέλω να τον πληρώσω Χρον. Μορ. P 4473· (αμτβ.) όρισε και εκράξασιν μισίρ Ντζεφρέ τον μπάιλον Χρον. Μορ. H 2321· ωσάν ορίζεις, πατέρα, ούτως να ποιήσομεν Διήγ. Αλ. G 2675· (μέσ. αμτβ.): Λοιπόν ευθύς ορίσατο κι έγινε το γεφύρι,| την δε τέχνην κι εφεύρεσιν ο κάθεεις ετήρει Κορων., Μπούας 61· β) παραγγέλλω: ούτως σε ορίζω, θυγατέρα μου, μεγάλες τιμές να κάμνεις του Αλεξάνδρου και, αφού σεβαίνεις εις τα χέρια του, να τον έχεις αφέντην και βασιλέαν με όλην σου την καρδίαν Διήγ. Αλ. G 28132· όξω απο κείνο, μ’ όριζε ό,τι σου φανεί άλλο.| Και ανίσως κι έρθει σου αρρωστιά κιαμιά φορά, σου τάσσω| τορνέσι απού το χέρι σου ποτέ μου να μην πιάσω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 324· (προκ. για το Θεό, τους προφήτες ή την εκκλησία): να είμεστεν αληθινοί, λέγει και μας ορίζει (ενν. ο Θεός) Ιστ. Βλαχ. 1458· έτσι ορίζει ο Δαβίδ ο προφήτης: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. 128r· Η αγία του Θεού εκκλησία ορίζει μετά επιτιμίων μεγάλων άπαντας τους ορθοδόξους, ίνα μη δέχονται εις τους καιρούς των θανατικών τούς βουλκολάκους Μάρκ., Βουλκ. 3394· γ) (νομ., προκ. για διαθέτη) βάζω όρο: Εάν άνθρωπος αφήσει μου εν διαθήκῃ κέρδος, ορίσει δε με ότι μετά θανάτου αυτού να ελευθερώσω την δούλην του και να την επάρω εις γαμετήν, ανάγκη μου ότι την ελευθερίαν να την ποιήσω, το δε να την επάρω γαμετήν ουκ αναγκάζομαι Ασσίζ. 53914. 2) α) Κυβερνώ, εξουσιάζω έναν τόπο, κυριαρχώ: τη χώρα την εξακουστή, την όμορφη Γορτύνη,| όριζε κι αποφέντευγεν αυτός, την ώρα κείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 590· Αυθέντης ένι δυνατός ο Τούρκος, ξεύρετέ το,| Δύσιν τε και Ανατολήν ορίζει, πιστωθείτε Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 638· Τσ’ αφέντες οπού ορίζουσιν οι δούλοι προσκυνούσι| κι όχι με κτύπους και φωνές να πα να τους ξυπνούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 563· Στους περαζόμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα| κι οπού δεν είχε η πίστη τους θεμέλιο μηδέ ρίζα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 19· (προκ. για το Θεό): κατέχει το ουρανός κι εκείνος απ’ ορίζει| τον κόσμο, κι όλα τα κουρφά πάσα καρδιάς γνωρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 55· Ω βασιλεύ των ουρανών, οπού τα πάντα ορίζεις Θυσ.2 965· β) έχω κάπ. υπό τις διαταγές μου, διοικώ: να ορίζει το φουσσάτον του ωσάν και το δικό του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1618· Φραντζέσκου του ηγαπητού, οπού ’τονε απάνω| και όριζεν ένα κάτεργον, εχθρός του Οτωμάνο Τζάνε, Κρ. πόλ. 39912· Γίνωσκε ο πλανήτης μου να στέκω σ’ αμελείαν| ουδόλως δεν μου έδωκε, μα να ’ρίζω στρατείαν Κορων., Μπούας 40· (με εμπρόθ. προσδιορ.): απάνω στα φουσσάτα του να ’ρίζω επόθεκέ με Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 46· γ) διαχειρίζομαι, διευθύνω, έχω στη δικαιοδοσία μου: Λόγιασε πως, σα σμίξετε, σε θέλει κανακίζει| κι όλα του τα ’ποστατικά μόνια πως θες ορίζει Πανώρ. Γ΄ 220· τώρα ’μαι θλιμμένη| που βλέπω την Αγιάν Σοφιάν …| οπού ’τον το πατριαρχείον κι είχε πολλήν αξία·| και τώρα την ορίζουσιν άλλοι και την κρατούσι,| τα τέκνα της ’μποδίζουσιν εκεί να μην εμπούσιν Θρ. πατρ. 43· όσα σταυροπήγια έγιναν ύστερα και είχαν κτισθεί εις τους καιρούς οπού τα όριζαν οι μητροπολίται και επίσκοποι, ποίον μνημονεύουν, ποίον υποτάσσονται Βακτ. αρχιερ. 179· δ) καταλαμβάνω, κυριεύω: Ως δε το τέλος είδασιν, ότι για να νικήσουν,| το κάστρο με αρτιλαριάν ουδέν πορούν να ’ρίσουν Κορων., Μπούας 95· ε) εξουσιάζω, κυβερνώ κάπ.: ανισώς κι ορίζουσιν άλλοι την εμαυτή μου,| τη βασιλειά σκλαβιά κρατώ, την αφεντιά φλακή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 59· Κρατούν την πρίκαν τως χωστή, κιανείς δεν τους γνωρίζει,| γιατί εφοβούντανε πολλά το ρήγα οπού τσ’ ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1184·  εχάσαμε την δόξαν μας, σκήπτρα και βασιλείαν,| και μας ορίζουν οι εχθροί, το γένος των βαρβάρων Ιστ. Βλαχ. 2321· Περί δούλου αγορασμένου, ότι τον ορίζει ο αφέντης του Βακτ. αρχιερ. 147· επροσδέκτην τον Μπουτζεγκάτ πολλά καλά, και έπεψέν του τον φρονιμότερον άνθρωπον τόν είδεν ποτέ του και εχάρισέν τον βαρύτιμα κανισκία· και εποίκαν αγάπην με τους Γενουβίους, ότι ο Πουτζεκάτ έριζεν απάνω τους Μαχ. 6204· (μεταφ.) εξουσιάζω, έχω κάπ. υπό την επιρροή μου: το ριζικό δεν το ψηφώ· η Μοίρα δε μ’ ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1022· δε θε να δείξει (ενν. η Αρετή) κι εύκολα ο πόθος την ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2159· το νου και την ψυχή και την καρδιά μου ορίζεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 162· είντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μια καρδιά π’ ορίζει·| σαν τη νικήσει, ουδέ καλό ουδέ πρεπό γνωρίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1037· (μεταφ. με την πρόθ. εις + αιτιατ.): Εις τα καρτσά πρέπει να ορίζουσιν αμμέ όχι να τους υποτάσσουνται Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 105· ϛ) (με αντικ. τις λ. εαυτός, εξά και τη γεν. του λόγου μου) εξουσιάζω, ορίζω, ελέγχω τον εαυτό μου: Ποιος είναι οπού τη γνώμη σου κι αυτό το λογισμό σου| τονε κρατεί και δεν μπορείς να ορίζεις τον εαυτό σου; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 54· Πάσκω, βοηθούμαι όσο μπορώ, το σφάλμα μου γνωρίζω,| μα την εξά μού επήρανε και πλιο δεν την ορίζω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 960· Είπεν (ενν. ο γάδαρος): «εγώ ας χαίρομαι και ας την μακαρίζω| την εδικήν μου την ζωήν, του λόγου μου π’ ορίζω» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 11010. 3) Έχω κ. υπό την κατοχή μου, είμαι κύριος, ιδιοκτήτης κάπ. πράγματος, ζώου ή τόπου: Δουκάτα είχεν πάμπολλα, οσά ’ριζεν ατός του,| άλλος ουδέν ευρίσκετον στο πλούτος όμοιός του Ιμπ. (Legr.) 19· αν έναι και έχει τινάς ένα πράγμα και το ορίζει εκατόν χρόνους, πλέον δεν ημπορεί τινάς να το επάρει από το χέρι του Ιστ. πατρ. 17014· Τότες εβάλασι φωτιά σ’ όλα τα σπίτια ’κείνα,| κι εκείνοι οπού τ’ όριζαν πύρινα δάκρυα ’χυνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 18814· Η χήρα που την όριζεν (ενν. την όρνιθα) έβαλεν εις τον νουν της,| ωσάν το δώσει περισσόν κριθάρι του ορνιθιού της,| θέλει γεννήσει περισσά … Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 233· Βοσκός ωσάν το Γύπαρη στην Ίδα δε γυρίζει| πλειότερα πρόβατα κανείς και τόπους πλια να ορίζει.| Ετούτοι όλοι οπού θωρείς οι τόποι είναι εδικοί του Πανώρ. Γ΄ 30· Παράδεισον τον πάντερπνον και ωραίον του χαρίζει (ενν. ο Θεός του Αδάμ),| δένδρη, καρπούς με τους ανθούς, εκεί να τα ορίζει Χούμνου, Κοσμογ. 50· (ειρων.): Μέσα έμπα γλήγορα κι εσύ να στέκεις μετά τούτη,| και δίδω σας να ορίζετε τση φυλακής τα πλούτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 566. 4) α) (Προκ. για νόμους) καθορίζω, θεσπίζω· επιβάλλω: ειδέ εποίησεν εκείνην την κακοπραξίαν ή εκείνην την ανομίαν, διά τό του ετάχθηκα να του δώσω, ορίζει το δίκαιον ότι ουδέν είμαι κρατημένος να του δώσω τίποτες Ασσίζ. 15620· Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος εχωρίστην την γυναίκαν του … και έχουν τέκνα, και το δίκαιον ορίζει ότι, εάν τα παιδία ένι παρακάτω των δ΄ χρονών, εντέχεται να τα θρέβει η μητέρα τους έως όπου να γενούν ζ΄ ετών Ασσίζ. 12411· εποίκεν εκείνον τό όριζεν η ασσίζα να ποίσει και το εγνώρισεν η αυλή να ποίσει Ασσίζ. 21720· ούτως ένι ορισμένον κατά τον νόμον Ασσίζ. 5814· β) (προκ. για το Χριστό, τους εκκλησιαστικούς κανόνες ή τα ιερά βιβλία) καθορίζω, θεσπίζω· διδάσκω: έτσι ορίζει το αψευδές στόμα του Χριστού, ότι: «Ο ελεήμων άνθρωπος εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν την αιώνιον κληρονομήσει» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 103v· ποτέ του δεν ήθελε να ειπεί ή να παρέβει έξω από εκείνο οπού όριζαν οι θείοι νόμοι Ιστ. πατρ. 9821· Ο δε καλός Βασίλειος ευλογήθη την κόρην, καθώς ορίζει ο νόμος των ευσεβών χριστιανών Διγ. Άνδρ. 3622· Ιδέ τό ορίζουν οι γραφές και τα βιβλία όπου έχουν (ενν. οι Έλληνες) Χρον. Μορ. H 805· γ) (προκ. για το Θεό) καθορίζω κ. αμετάκλητα: τις μπορεί ν’ αντισταθεί εις ό,τι κι αν ορίσει (ενν. ο Κύριος)| και να ειπεί τα μέλλοντα και να το ερευνήσει; Διακρούσ. 10123· κόποι δε μπορούσι| μηδέ βουλές μηδ’ άρματα ποτέ ν’ αντισταθούσι| στό ’ρίσασιν οι ουρανοί Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ΄ 93· —Βάρος εις τούτο δεν έχεις, Χάροντα, ’μολογώ το,| εκείνος οπού σ’ έστειλε τιμώ και προσκυνώ το.| —Βάρος εσύ μηδέν πάρεις και να με καταγνώσεις,| γιατ’ έτσι ’ν’ οριζάμενο το χριος σου να πλερώσεις Αλφ. 108. 5) (Με αντικ. τις λ. ημέρα και ώρα) προσδιορίζω, καθορίζω (χρονική στιγμή): αμμέ ουδέν πρέπει να στερεώσου την ορμασίαν, τουτέστιν να ορμαστού παρά τας ημέρας τας ορισμένας Ασσίζ. 37829· ως το έκαμαν άρτζι εις τον σουλτάνον ότι δίδουν φλωρία πεντακόσια να εβγάλουν τον πατριάρχην, να έλθει πάλιν εις τον θρόνον ο πρώτος πατριάρχης, κύρις Ιωακείμ, όρισε της ώρας και έβγαλαν τον αυτόν κύριν Ιωακείμ Ιστ. πατρ. 1407. 6) Διορίζω, αναγορεύω: Την γαρ αυτοκρατόρισσαν, τήν όρισες κυράν μας (παραλ. 10 στ.) εκείνη δε μηχάνημαν εσκεύασε και δόλον Καλλίμ. 2258. 7) α) Επιθυμώ, θέλω: Εμέν αρέσει με καλά και συμβουλεύω σε το,| και ποίησέ το απόκοτα, με προθυμίαν μεγάλην (παραλ. 3 στ.). Εν τούτῳ λέγω, αδελφέ, ορίζω κι αγαπώ το·| άνοιξον το λογάρι μου κι έπαρον όσον θέλεις Χρον. Μορ. H 286· κατά την στίμα οπού κάνουνε, ας πάρουνε την στίμα και εις την Αυθεντία μας και ας κάμει ό,τι ορίσει Σεβήρ., Διαθ. 19182· Ετούτο είναι το σύγγραμμα του Αγκύλα … και, αν ορίζετε, ακούσετε τι έπαθεν εκείνος εις το ύστερον Διγ. Άνδρ. 38010· όντεν ορίζεις κι όπε θες, ας πάμε σ’ ένα τόπο| μακρά, γιατί βαριούμαι το το πλήθος των ανθρώπω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 907· β) διαλέγω: βρει θέλει (ενν. ο Πανάρετος) τρόπον όμορφο να δει να τση (ενν. της Ερωφίλης) μιλήσει,| τον ένα απού τσι δυο τωνε να πάρει, όποιον ορίσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 20. 8) Αποδεικνύω, τεκμηριώνω κ. με παράδειγμα: Ο μύθος λέγ’: η παίδευσις η πρώτη ’ναι π’ αξίζει,| καθώς το είπ’ ο Αίσωπος κι εις το χαρτί τ’ ορίζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 4728. 9) Μπορώ: Αντάμ με πόθον δυο καρδιές ποθούνται (παραλ. 1 στ.) την ζήλαν ’δέ το φτόνος, δεν φοβούνται| ’δέ μισιτιά μεσόν τους να ’ρτει ορίζει Κυπρ. ερωτ. 434. 10) α) Λέω, μιλώ: όσα με είπες και λαλείς, όρισές τα με δίκαιον,| επεί ατός μου εγροικώ το φταίσιμον, τό έχω Χρον. Μορ. P 5833· «Σίμωσε και άκουσέ το·| τοσούτον θέλω ειπείν, Σιμών, και καλοδιάκρινέ το».| «Δάσκαλε», τ’ αποκρίθηκεν, «όρισε και αφουκρούμαι·| τό μ’ ερωτήσεις να σου πω …» Σκλέντζα, Ποιήμ. 143· (με είδος σύστ. αντικ.): «Ω φίλοι μου, υπαγαίνω έμπροσθεν διά να εύρω συγχαρίκια από την ποθητήν μου, διά να μην με προλάβει άλλος τινάς και πάρει το, και εγώ θέλω φανείς εις εκείνην ράθυμος πολλά». Απεκρίθησαν οι άνθρωποί του και είπαν: «Άξια ορίζεις και ποίησον ως θέλεις το γληγορότερον» Διγ. Άνδρ. 3398· β) (προκ. για γραπτό κείμ.): Ακούω από την Θείαν Γραφήν οπού ορίζει διά τον Ιώβ και διά τον άγιον Ευστάθιον το πως έπαθαν πολλά κακά Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 64v· γ) διαβεβαιώνω: ο βασιλεύς κυρ Ιωάννης όριζέ μας, αλλά και άλλοι οι ιδόντες και ομιλήσαντες αυτόν, ότι φρονιμότερον άνθρωπον εις την Ιταλίαν ουκ είδον Σφρ., Χρον. (Maisano) 13620. 11) Ζητώ να μάθω· ρωτώ: Τώρ’ αν ορίζεις ποια ’ν’ η αφορμή μου| λοιπόν κι έγραψα προς την αφεντιά σου,| έξευρε κι ένι πρώτα η ομορφιά σου Κυπρ. ερωτ. 9121. 12) Αποφασίζω: Αφού δε τότε η αυθεντία τούς λόγους του νοήσαν,| μεθ’ όλον το συμβούλιον μετά χαράς ορίσαν| αρχηγός να γένει σ’ άλογα εκ τον Μόριά ’ξακόσια Κορων., Μπούας 113. 13) α) Προσκαλώ: Όρνεα και πουλία μου, μικρά τε και μεγάλα,| ουδέν σας ήφερα εδώ διά να γενολογάστε·| διά τιμήν σάς όρισα, ήλθετε εις την χαράν μου,| να φάγετε, να πίετε και να χαρείτε άμα Πουλολ. (Τσαβαρή)2 656· β) (Νομ.) καλώ κάπ. στο δικαστήριο, κλητεύω: όσοι εις το οφίτσιο τούτο γράφονται διά να δουλεύουσι είναι ωσάν να είναι οι ’φαντάδες, ήγουν οφιτσιάλοι αφεντικοί και αγκαλά και δεν πιάνουνε ανθρώπους, κάνουν έτερες υπηρεσίες του λαού της χώρας, ωσάν να ορίζουνε τους ανθρώπους να έρχουνται εις την κρίσην, ομοίως και να αμαχεύουν Σουμμ., Ρεμπελ. 171. 14) (Νομ.) καταγγέλλω, μηνύω: να τον έχει ορισμένο το λεγόμενο κυρ Νικολό οδιά ένα κτήμα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 234· η κερά Ζαμπέτα … να όρισεν το μισέρ Τζουάνε, το κύρην της, πρετεντέροντας να τση δώσει αλιμέντα, εις το οποίον δεν ασεντίριζεν ο λεγόμενό τση κύρης Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6372. 15) (Μεταφ.) αφήνω, εναποθέτω: εκείνος που μου τα ’κοψεν (ενν. τα χέρια), εγώ δεν τον γνωρίζω.| Μα εις την κρίσην του Θεού, ας ξέρει, τον ορίζω Ευγέν. 812. 16) (Με την πρόθ. διά + αιτιατ.) φροντίζω, ενδιαφέρομαι για κ.: να μη λυπάται ορφανόν, να μην πονεί την χήρα,| αμμή να ορίζει πάντοτε διά εδικήν του μοίρα Σαχλ., Αφήγ. 334. 17) Εξετάζω ως παράδειγμα, «κοιτάζω»: Ίδετε τον φαρισαίον, καταμάθετε και τον τελώνην τον άδικον … Όρισε, αν ορίσεις, και τον μοιχόν και τον κλέπτην και πάντα άνθρωπον κακόν Πηγά, Χρυσοπ. 283 (19). 18) Επιφυλάσσω κ. σε κάπ.: Χριστιανούς δε συντηρώ, γυναίκες και παιδάκια,| μόνο τσ’ εχθρούς που μου ’ριζαν μουράγια και χαντάκια Τζάνε, Κρ. πόλ. 56516. 19) Αφήνω, επιτρέπω: Ω Κύριε, μην τ’ ορίσεις,| τον λόγον σου μετάστρεψε, μηδέν μας θανατώσεις Ρίμ. θαν. 103· φρ. μη(δέν)/να μην τ’ ορίσει/ —ουν o/οι Θεός/—οί/η Τύχη (προκ. να δηλωθεί απευχή, κατηγορηματική άρνηση ή έντονη αποποίηση μιας κατηγορίας· πβ. τη φρ. Θεός φυλάξοι!): Μηδέν τ’ ορίσει γείς θεός ποτέ, χρουσοκερά μου,| τόσο κακό να δούσινε τ’ αμμάτια τα δικά μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 163· ανέν και τούτο γροικηθεί, που η Τύχη μην τ’ ορίσει,| λόγιασε, βάλε το στο νου, τά θε να κάμει η κρίση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 241· Κύρη, δεν είναι μπορετό οπίσω να σ’ αφήσω| και μην τ’ ορίσουν οι Θεοί δίχως σου να κινήσω Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 180· λέγει έμπροστεν της αυλής: «μη τ’ ορίσει ο Θεός ότι έδωκά του το αυτόν να το πουλήσει τούτον το πράγμαν!» Ασσίζ. 1972· εφειδήν ουδέν ομολόγησαν εκείνον το κακόν έργον, αμμέ λέγουν «μη το ορίσει ο Θεός!», εντέχεται όλοι να ένι εις την φυλακήν ένα χρόνον και μίαν ημέραν Ασσίζ. 45923· Να μην τ’ ορίσει ο Θεός ότ’ είν’ αυτός χαΐμης,| αμ’ είν’ πιστός και δουλευτής του βασιλέως όλος Στ. Βοεβ. 14. 20) Έρχομαι· η σημασ. πιθ. όπως στη φρ. «καλώς να ορίσουν»: εάν τα μελίσσια μου λείπουν έξω εις έναν δένδρον άγριον οπού ουδέν έχει αυθέντην … και τα μελίσσια ποιούν μέλιν απάνω του, το δίκαιον ορίζει και κρινίσκει ότι πάσα άνθρωπος ημπορεί να πάρει απ’ εκείνον το μέλιν με το κείμενον, χωρίς παράπτωμαν οπού πολεμά τινος, διότι ένι τόπος κοινός (έκδ. καινός· διορθώσ.) και λαλεί να ορίσουν Ασσίζ. 19911. 21) (Η προστ. αορ. όρσε ως δεικτ. μόρ. όταν δίνουμε κ. σε κάπ.) ορίστε, να: ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: ρεάλι ένα δανεικό μού δώσε, από ’χω χρεία (παραλ. 1 στ.). ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Si non expendo, durum est; modo obtinere intentum,| darem, si mihi peteres, non solum hoc, sed centum).| Όρσε Πετρούτσο. ΠEΤΡΟΥΤΣΟΣ: Αφέντη μου, καλώς την αφεντιά σου,| πε μου είντα θέλεις, ογιατί γροικώ τη την καρδιά σου Στάθ. (Martini) Β΄ 171. Φρ. Ορίζω συμπάθειον εις + αιτιατ. = έχω, δείχνω κατανόηση για κ.: δέομαι του κάλλους σου και του χρυσού σου τρόπου| ίνα ορίσεις συμπάθειον εις τους πολλούς μου πόνους Στίχ. ερωτ. 24. Το θηλ. και το ουδ. της μτχ. παθητ. παρκ. ως ουσ. = καθορισμένη ώρα: μη βραδύνω το σύνολον κατά την ορισμένην| κι ονειδισθώ εις υποστροφήν και ζην με ου συμφέρει Διγ. (Trapp) Gr. 633· να μην αργήσω σήμερον κατά το ορισμένον,| ονειδισθώ εις το γένος μου, δεν θέλω ζην εις κόσμον Διγ. Z 877.
       
  • ορισμός  
    ο, Καλλίμ. 69, 2036, Διάτ. Κυπρ. 50111, Ελλην. νόμ. 54425, Ασσίζ. 91, 437, Βέλθ. 611, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 2910 (Δωδώνη 8, 1979, 378), Ερμον. πρόλ. 32, Ω 141, Χρον. Μορ. H 780, Χρον. Μορ. P 2339, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 87, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 41, Φλώρ. 836, Απολλών. 255, Λίβ. Sc. 2918, Λίβ. N 3524, Αχιλλ. L 74, Αχιλλ. N 265, Αχιλλ. (Smith) O 101, Ιμπ. 501, Χρον. Τόκκων 3740, Φαλιέρ., Ιστ.2 162, Διήγ. Βελ. χ 14, Μαχ. 47, 1107, Δούκ. 42326, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3430, Διήγ. Βελ. N2 171, Θησ. Β΄ [84], Ch. pop. 804, Χούμνου, Κοσμογ. 299, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 219, Γεωργηλ., Θαν. 495, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 27, Βουστρ. 434, Διήγ. Αλ. V 21, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 145, Ριμ. κόρ. 633, Έκθ. χρον. 301, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [514], Συναξ. γυν. 20, 112, Κορων., Μπούας 53, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 72v, Τριβ., Ρε 123, Πεντ. Αριθμ. XXVII 14, Πεντ. Δευτ. I 26, Πτωχολ. α 173, Μαλαξός, Νομοκ. 365, Αχέλ. 275, Χρον. 307, Χρον. σουλτ. 6629, Ιστ. πατρ. 801, Αλφ. 1029, Πηγά, Χρυσοπ. 119 (29), Δωρ. Μον. XIX, Κυπρ. ερωτ. 624, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 312, Β΄ 290, Γ΄ 91, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 10, Παλαμήδ., Βοηβ. 213, Ιστ. Βλαχ. 489, Διγ. Άνδρ. 32921, Θυσ.2 24, Στάθ. (Martini) Ιντ. β΄ 49, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 438, Ε΄ 366, Βακτ. αρχιερ. 152, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 190, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 139, Δ΄ 47, Ροδινός (Βαλ.) 73, Διακρούσ. 926, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17416, Hagia Sophia V 5433, Μπερτολδίνος 169, κ.π.α.· ’ρισμός, Παρασπ., Βάρν. C 458, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 392.
    Το αρχ. ουσ. ορισμος. Η λ. και σήμ.
    1) α) Διαταγή, εντολή: πράξω και τους ορισμούς και τα προστάγματά σου| και όλα σου τα βουλεύματα ετοίμως να πληρώσω Φλώρ. 173· Εμίσεψεν ο δουλευτής και μετά μέρες σώνει| στη χώρα, και τ’ αφέντη του τον ορισμό πλερώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 786· (ως σύστ. αντικ.): αν έμελλε (ενν. ο πανιέρης) να ορίσει άλλον ορισμόν, έβγαινεν το μεσομέριν και δεν τους εγύριζεν ως τη νύκταν Μαχ. 65420· τον ορισμόν, τόν όρισεν (ενν. ο πρίγκηπας), θέλω να τον πληρώσω Χρον. Μορ. P 4473· (προκ. για το Θεό, τους αγίους ή την εκκλησία): Ούτως γαρ ένι πρόσταγμα και ορισμός Κυρίου Πένθ. θαν.2 631· επειδή εχάλασες τον ορισμόν (έκδ. οργισμόν· διορθώσ.) των αγίων και την οδόν του Θεού, … ουκ εί Χριστιανός Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 63· δεν είναι μοναστήρι οπού να έχει κανένα παιδευμένον άνθρωπον, εις τον οποίον να ξομολογούνται και να φυλάγουσι τον ορισμόν της εκκλησίας Ροδινός (Βαλ.) 143· (προκ. για τον προφήτη Μωάμεθ): διά να φυλάγει τον ορισμόν του προφήτου εκατεφρόνησεν την βασιλικήν δόξαν Διγ. Άνδρ. 32719· β) έγγραφη διαταγή: άνοιξε τον ορισμόν του ρηγός και τον εδιάβασαν, ότι να τον έχουν διά μπάιλόν τους και γοβερναδόρον, να του δίδουν όλα τα συνηθισμένα τέλη τα αφεντικά και να τον τιμούν και να τον έχουν όλοι καθώς να ήτον και το πρόσωπον αυτού του ρηγός Δωρ. Μον. XLI· απέστειλεν (ενν. ο Σουλτάν Σουλεϊμάνης) αυτόν (ενν. τον καπετάνιο της αρμάδας) μετά φοβερού ορισμού εις την Χίο προς τους πρώτους του τόπου και εις όλον τον λαόν, ίνα καθώς ιδούν και αναγνώσουν τον ορισμόν της βασιλείας αυτού να του παραδώσουν το κάστρον καθώς είναι με τες σκευές και με άλλα άρματα Κώδ. Χρονογρ. 49 δις· εγράψαμεν ορισμούς εις πάντας τους εν τῃ περιοχῄ της Ανδρούσης, … ίνα έλθωσι μετά αρμάτων και των πλειόνων ανθρώπων της αρχής ενός εκάστου αυτών Σφρ., Χρον. (Maisano) 4219· (στην έκφρ. γραφή ορισμός): του (ενν. του Σελίμη) έστειλε (ενν. ο σουλτάνος) γραφή ορισμό με την βούλλα του ότι να ’ρθει εις την Πόλη Χρον. σουλτ. 1384· γ) έγγραφο με το οποίο παραχωρούνται δικαιώματα ή προνομιακή μεταχείριση, παραχωρητήριο: εγώ βασιλεύς σουλτάν Μεχεμέτης διά του παρόντος μου εγγράφου ορισμού κάμνω ψυχικόν εις τον βασιλέαν της πόλης Κωνσταντίνον τον Παλαιολόγον και εις τους άρχοντας αυτού να τους δώσω … να έχουν διά να ζουν ευημερημένα ως άρχοντες, να έχουν αναπαύσεις και δούλους …· τον δε επίλοιπον λαόν θέλω ότι να είναι ελεύθεροι από πάσαν εγγαρείαν και βάρος τινός Ιστ. πατρ. 16716· ως είδε ο σουλτάνος την δουλοσύνην αυτών (ενν. των Κορωναίων), εδέκτη τους με μεγάλην ευσπλαχνίαν και αγάπην και ορισμόν τούς έδωσε ότι να είναι ελεύτεροι από άπασαν εγγαρείαν. Και ούτως εγράφτη ο ορισμός εις την ώρα εκείνην Χρον. σουλτ. 13332, 33· δ) νομική διάταξη: Διά του συνμπαμού και διά τους αρχηγούς εθεσπίστην, ότι πάντες οπού ένι υποταχτικοί της αφεντίας της Ρώμης εντέχεται να ζιουν με ειρήνη και με ανάπαυσιν, και διά τούτον ένι διαφεντεμένον όλους εκείνους εις την αφεντίαν της βασιλείας των Ιεροσολύμων, ότι κανείς να μηδέν σηκώνει ταραχήν κατά τον άλλον και πολεμώντα του άδικον και αγανάκτησιν ού χωριατοσύνην, αμμέ να συνηθίζουν και να κρατούν καλήν αγάπην μέσο τους· και είτινες θελήσουν να παν κατά πρόσωπα τούτους τους καλούς ορισμούς … Ασσίζ. 45430. 2) α) Εξουσία, κυριαρχία σε τόπο: ο βασιλεύς, οπόταν γυρεύει να επάρει πολύν ορισμόν και κάστρη και χώρας, τον εδικόν του και ηγαπημένον ενεμπιστεύεται Διήγ. Αλ. V 29· (μεταφ.): αφ’ την θνήσιν την κακήν τα σπίτια εβρωμίσαν·| τόσον καιρόν να βρίσκουνται κλεισμένα, βουλλωμένα,| κι απ’ ορισμόν της σανιτάς να ’ναιν διαυθεντεμένα Γεωργηλ., Θαν. 71· β) εξουσία, δικαιοδοσία: Τον Πέντε-Βόιον εις εξουσιάν, είτα σ’ ορισμόν του (ενν. του πάπα),| εις χείρας του τον έδωκεν (ενν. ο Μερκούριος) ως σκλάβον εδικόν του Κορων., Μπούας 72· Φαίνεταί σου διά τες αφορμές όπου λαλείς να μείνομεν εις τον ορισμόν σου και εις την αφεντίαν σου; Το ποίον παρακαλώ να μηδέν γενεί Μαχ. 60013· (μεταφ.): αφήννω ’δά στον ορισμόν σου| όλον τον εμαυτόν μου, αγγέλισσά μου Κυπρ. ερωτ. 223. 3) α) Θέληση, επιθυμία: ει μεν και βούλει, βασιλεύ, και έναι ορισμός σου,| ορίσε να μου δώσουσιν εμέναν την κιθάραν Απολλών. 218· Θεέ μεγαλοδύναμε, αν είναι ορισμός σου (παραλ. 1 στ.), … δος σ’ αυτούς τα σπίτια τους, δος και τα πατρικά τους Διακρούσ. 1147· Πατήρ μου, αυθέντη θαυμαστέ …,| τον ορισμόν, το θέλημαν τό έχρηζες έποικά το Ιμπ. 451· «Κρατώντα το, κυράτσα μου, το λαμπιρό σου χέρι| από τα πλια ακριβότερα μέλη μού θέλει φέρει».| Και με την άλλην άπλωσα και πιάνω το λαιμόν της| και προς εμέν την ήφερα δίχως τον ορισμόν της Φαλιέρ., Ιστ.2 448· Τούτην δέ οπού με ερωτάς (παραλ. 1 στ.), αν έναι ο ορισμός σου να την πάρεις,| εις γυναίκα να την πάρεις,| κέρατα θέλουν φυτρώσει| στην αυλήν της βασιλείας σου Πτωχολ. (Κεχ.) P 247· β) καλή, φιλεύσπλαχνη διάθεση: Εγώ παρακαλώ τον ορισμόν του (ενν. του χάρου)| για να λευτερωθώ τέλεια ’πό κείνον| απού μ’ έκαψεν πια παρά κανέναν Κυπρ. ερωτ. 149. 4) α) Άδεια, συγκατάθεση: εσηκώθην ένας αμιράς και λαλεί του σουλτάνου: «Δος μου ορισμόν εμέν του δούλου σου να σου συντύχω· παρακαλώ πολλά την μεγάλην σου αφεντίαν έμπροσθεν τους αμιράδες σου να μου ακούσεις» Μαχ. 18224· η τάμε Μαρία τε Πλισίε διά το θαύμαν τό είδεν εις την αδελφοτέκνην της και διά να κατευοδωθεί ο άντρας της … εζήτησεν με όλην της την καρδίαν του ρηγός να της δώσει ορισμόν και τόπον να κτίσει ναόν του Τιμίου Σταυρού απού γης Μαχ. 6833. Τα παιδία εκείνους τους ανθρώπους οπού δαιμονίζουνται οι γονείς αυτών, εάν θελήσουν τα παιδία να ορμαστούν, ημπορούν να ορμαστούν δίχως να επάρουν τον ορισμόν τούς γονείς αυτών Ελλην. νόμ. 52620· Εάν η γυναίκα υπάγει μετά ξένων ανθρώπων εις παραδιάβασιν ή να μείνει έξω του οίκου της άνευ του ορισμού του ανδρός αυτής, χωρίζεται Ελλην. νόμ. 5384· έκφρ. με τον ορισμόν σου = εφόσον το εγκρίνεις (πβ. σημερ. φρ. «με την άδειά σου/σας»): Αύριον το πρωί θέλω με τον ορισμόν σου να καβαλικεύσω να έλθω να πολεμήσω άλλην μίαν φοράν, διά να εγνωρίσεις καθαρότερα την μάθησιν οπού έχω εις τον πόλεμον Διγ. Άνδρ. 39332· β) άδεια αναχώρησης: Οι μαντατοφόροι ευκαρίστησάν του (ενν. του ρήγα) πολλά από το καλόν θέλημαν όπου τους εποίκεν και επήραν ορισμόν και επήγαν εις το Κάργιος Μαχ. 15827· έδωκέν τους (ενν. ο ρήγας τούς μαντατοφόρους) ορισμόν να στραφούν εις την Αμόχουστον και να ποίσουν το ταξίδιν τους Μαχ. 1789· γ) άδεια άσκησης επαγγέλματος: αν ευρεθεί (ενν. ο ξενικός ιατρός) άξιος να γιατρέψει, ο επίσκοπος να του δώσει ορισμόν απώδε και ομπρός να γιατρεύγει όπου θέλει εις την χώραν Ασσίζ. 4382· αν γίνεται ότι κανείς γιατρός γιατρέψει εις την χώραν άνευ ορισμού, η αυλή εντέχεται να ποιήσει να τον πιάσουν και να τον κιβεντίσουν έξω της χώρας Ασσίζ. 4387. 5) Λόγος, ομιλία, κουβέντα: «Είτιναν εύρω όπισθεν τρεπόμενον και φεύγει| … να τον διχοτομήσω».| Επαίνεσαν τον ορισμόν του θαυμαστού Αχιλλέως| και πάντες προσεκύνησαν Αχιλλ. O 170. Φρ. 1) Βγαίνω εκ τον ορισμόν κάπ. = παρακούω κάπ., απειθώ σε κάπ. (Πβ. και βγαίνω 27): Καλώς τη θυγατέρα μου την πολυαγαπημένη,| οπού ποτέ εκ τον ορισμό τ’ αφέντη τση δε βγαίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 328· Μόνον διά την παράβασιν εκείνην, τήν εποίκα,| εκ του Θεού τον ορισμόν κι υπακοής εβγήκα Χούμνου, Κοσμογ. 310. 2) Δίδω ορισμόν, βλ. δίδω I Α΄ 12 φρ. 3) α) Είμαι αποκάτω τον ορισμόν σου, βλ. αποκάτω (I) 3 β φρ.· β) είμαι εις ορισμόν (κάπ.), βλ. είμαι Γ΄ 4· γ) είμαι εις τους ορισμούς (κάπ.) = (προκ. για πράγμα) είμαι στη διάθεση κάπ.: Η αγιοσύνη σου, παπακυρ Ιωάννη πέμψε μου με τον άνθρωπον αυτόν το βιβλίον του αγίου Αθανασίου, και πάλιν, αν το χρειασθείς ποτέ, είναι εις τους ορισμούς σου, επειδή τα των φίλων και είναι και λέγουνται κοινά Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 11211· δ) είμαι του ορισμού κάπ. = ανήκω στην εξουσία κάπ.: και η ψυχή και το κορμίν έναι του ορισμού σου Αχιλλ. N 1545. 4) Κάνω ορισμόν, βλ. κάμνω Φρ. 5) Περνώ τον ορισμό (του Κυρίου) = παραβαίνω τις εντολές (του Κυρίου): δεν ημπορώ να περάσω τον ορισμό του Κυρίου να κάμω καλό γή κακό από τη καρδιά μου· το ος να συντύχει ο Κύριος αυτό να συντύχω Πεντ. Αριθμ. XXIV 13. 6) Ποιώ ορισμόν = διατάζω: ο αμιραλλής εγύρισεν και είπεν του ρηγός: «Ανέν και θέλει να πάγει ο θείος σου ο κοντοστάβλης εις τες δουλλειές σου απού τον πέμπεις με το κάτεργον το δικόν σου, ποίσε ορισμόν να το πάρει Μαχ. 52017.
       
  • ορκίζω,  
    Διγ. Z 4348, Χρον. Μορ. H 2357, Λίβ. P 1949, 2311, Λίβ. Esc. 3451, 4247, Λίβ. N 3073, Αχιλλ. N 1649, Αχιλλ. (Smith) O 485, Μαχ. 5309‑10, Πεντ. Γέν. XXIV 3· αόρ. όρκεσα, Πεντ. Γέν. L 25.
    Το αρχ. ορκίζω. Ο αόρ. όρκεσα αναλογ. με αόρ. σε ‑εσα (Βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. ‑εσα)· κατά Hesseling [Πεντ., Εισαγωγή LIV] ο τ. ανάγεται στο ορκώ (βλ. ά.). Η λ. και σήμ.
    Α´ Μτβ. 1) Βάζω κάπ. να πάρει όρκο, δένω με όρκο α) (με αιτιατ.): Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 169v, Πεντ. Γέν. XXIV 37, Πεντ. Αρ. V 19· β) (με αιτιατ. και εμπρόθ. προσδιορ.): εντέχεται ο βισκούντης να τον ορκίσει εις τον όρκον τόν εποίκεν Ασσίζ. 598. 2) (Με αιτιατ. και εμπρόθ. προσδιορ.) ικετεύω κάπ. για κ. στο όνομα ιερού προσώπου ή πράγματος, εξορκίζω: Ορκίζω σε εις τον Θεόν τον ζώντα να μου ειπείς την αλήθειαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 276v· πολλά ανθίστατο η κόρη προς το έργον| και εις Θεόν ορκίζουσα και εις ψυχάς γονέων Διγ. Z 2707· Εις τούτο λέγω προς εσάς, παρακαλώ κι ορκίζω| στον όρκον, τόν εποίκετε στον κόντον κι εις εμένα, (παραλ. 1 στ.) να ειπείτε και να κρίνετε το δίκαιον πού έναι Χρον. Μορ. P 2357· Λοιπόν απάρτι, ξένε μου, μυριοπαρακαλώ σε| και εις τα άρματά σου ορκίζω σε και ομνύω σε εις το σπαθίν σου,| να με είπεις, να με αφηγηθείς τις είσαι, πόθεν είσαι Λίβ. Sc. 2266· ορκίζω σε εις τας συμφοράς τάς έπαθα εις τον κοσμον (παραλ. 1 στ.) άλλην ωρίτσαν να ελθεί μετά σεν, ξένε μου, να τον ιδώ Λίβ. Esc. 3706. Β´ (Αμτβ.) παίρνω όρκο, ορκίζομαι: Ορκίζω εις τον Κύριον, ότι μίαν ημέραν να ’ξηλειφθούν (ενν. οι Τεμπλιώτες) από τον κόσμον Μαχ. 145. Η μτχ. παθητ. παρκ. στον πληθ. ως ουσ. = τα μέλη του δικαστηρίου στην Αυλή της Βουργησίας: Εμπαλής ουδέν εντέχεται να βάλλει (ενν. ο βισκούντης) κακά κουστούμια εις την χώρα και αν το πολεμά, οι ορκισμένοι, ήγουν οι κριτάδες, ουδέν πρέπει να τον απομείνουν, αμμέ πρέπει να τον πουν του αυθέντη Ασσίζ. 2765· Λέγει ποταποί άνθρωποι εντέχεται να ένι οι ορκισμένοι τούς λέγου κριτάδες και διατί τους καταστήνουν Ασσίζ. 27615. — Βλ. και ορκώ.
       
  • όσος,  
    αντων., Προδρ. (Eideneier) II 66 χφ Η κριτ. υπ., IV 150 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Ασσίζ. 7424, 4269, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 1713 (Δωδώνη 8, 1979, 364), Χρον. Μορ. P 3503, 4195, 5549, 6850, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 91, Σαχλ. N 3, Απολλών. (Wagn.) 151, Αχιλλ. (Smith) O 90, 133, Φυσιολ. (Legr.) 199, Φαλιέρ., Ιστ.2 346, 664, Μαχ. 5484, Δούκ. 2435, Σφρ., Χρον. (Maisano) 18017, Γεωργηλ., Θαν. 34, Βουστρ. 488, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 914, Κώδ. Χρονογρ. 54, Πτωχολ. α 576, 667, Κυπρ. ερωτ. 15415, Πανώρ. Πρόλ. 11, Α΄ 30, 223, 455, Γ΄ 117, Δ΄ 106, Ε΄ 178, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 37, Α΄ 212, 265, Β΄ 192, 262, Γ΄ 63, Δ΄ 53, Ε΄ 86, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 65. Β΄ 107, Γ΄ 109, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 34, 415, 853, Λεηλ. Παροικ. 479, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27030, Μπερτόλδος 66, κ.α.
    Η αρχ. αντων. όσος. Η λ. και σήμ.
    Αναφορ. αντων. 1) (Εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. πρόταση) με ποσοτική σημασ. α) (Με ή χωρίς προσδιοριζόμενο ουσ.) αναφέρεται α1) στην αντίστοιχή της δεικτ. αντων. τόσος που υπάρχει ή ενν. (πβ. L‑S 1 και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 167): Πανώρ. Αφ. 27, Δ΄ 395, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 197, Ε΄ 23, Ασσίζ. 1565, Μαχ. 58824· α2) στις δεικτ. αντων. εκείνος, τούτος, τοιούτος, επεσαύτος, ετεσαύτος: εκείνα γράφω και λαλώ όσα κινούν προς οίκτον,| όσα κινούν προς έλεον και προς φιλανθρωπίαν Προδρ. (Eideneier) II 11, 12· όσοι ουδέν σε κολακεύουν (παραλ. 3 στ.) τούτους έχε πάντως φίλους Πτωχολ. α 381· εγένετο τοιαύτη θνήσις όση ουκ έστι δυνατόν φράσαι Έκθ. χρον. 7414· εκείνους οπού έχει το πράγμαν χαμένον εντέχεται να έχει επεσαύτα δίκαιον, ότι ημπορεί να αναλάβει το πράγμαν του διά επεσαύτα όσα ημπορεί να δείξει … ότι εγόρασέν το απέ την Σαρακηνίαν Ασσίζ. 4265· είς άνθρωπος ένι λαβωμένος απού πολλές πληγές, καλά ορίζει το δίκαιον ότι ημπορεί να αγκαλέσει ετεσαύτους ανθρώπους κατά όσους (έκδ. όσως· διορθώσ.) κόρπους έχει Ασσίζ. 4598· (το ουδ. έναρθρ.): αποφασισμένος … να κάμω εκείνο το όσον μου είπες Μπερτόλδος 63· να ακολουθήσω εκείνο το όσον με προστάξεις Μπερτόλδος 81· α3) στα επίθ. πας, άπας (πβ. L‑S 1): Πουλολ. (Τσαβαρή)2 120, Έκθ. χρον. 7510, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 12· α4) στο επίθ. όλος (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 167) όσος, αυτός που: όσοι κατοικούσινε εις τα περίγυρα, ούλοι| σκλάβοι είναι του αφεντάκη σου κι εσέ, κερά μου, δούλοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 683· τσ’ αγάπης στρατηγοί και μπιστεμένοι δούλοι| του πόθου, όσοι έρθουσιν εδώ, πάραυτας γράφουντ’ ούλοι Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β΄ 38· τας γυναίκας όλας,| όσας είδας εν τῃ γῃ σου Πτωχολ. α 595· (το επίθ. όλος ενν.): να πλερώσουν όσα αφήκεν ο κύρης του … και όσους εχρώστεν ο αυτός ρε Χαρήν Μαχ. 544· η λάμψη του ηλιού όντ’ είναι στα ψηλά της| θαμπώνει όσοι τον ιδού Φαλιέρ., Ιστ.2 257· α5) σε ουσ. της προσδιοριζόμενης πρότασης: Λίβ. Esc. 4265, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 4296 (Δωδώνη 8, 1979, 398)· β) (ως επιθ. προσδιορ. ουσ.· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 167) όσος, πολύς: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 834, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 689, Κυπρ. ερωτ. 6918· έκφρ. όση δύναμις, βλ. δύναμις 3α, έκφρ. 2) Με αόρ. σημασ. α) (Με ή χωρίς προσδιοριζόμενο ουσ. με επόμ. τα αν, και (αν), καν, θέλω να φανερώνει επίδοση ή παραχώρηση· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 168-9) οσοσδήποτε: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 431, Πτωχολ. α 651· ελάτε τρεις και τέσσερις, όσοι κι αν είστε, ελάτε·| πολλούς και λίγους το σπαθίν ετούτο δε φοβάται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 963· Πόσο με παρακάλεσε (ενν. η Ερωφίλη) να μην την ξεχωρίσω| μιαν ώρα απού το πλάγι μου, όσο καιρό κι α ζήσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 12· έλαβε (ενν. ο σουλτάν Σελίμης) … και χρήματα … όσα και εύρεν ως ίδια Έκθ. χρον. 515· Διά την ψυχήν σου, Πρόδρομε, καθίζου σιγηρός σου,| όσα καν λέγει (ενν. η γυναίκα) βάσταζε και φέρε τα γενναίως Προδρ. (Eideneier) I 159· Γιατί όσες θέλου ταραχές κι ανέμοι να ’γερθούσι| … στο βράχος δε μπορούσι| ποτέ τως να με ρίξουσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 61· β) (το ουδ. αοριστολογικά) ό,τι, οτιδήποτε: του πρίγκιπα τον έδωκαν να ποιήσει όσον κελεύει Χρον. Μορ. H 8850· εσύ θεωρείς κι εβλέπεις το, το πως είμαι αφέντης| και πρίγκιπας εις τον Μορέαν, να ποιήσω όσον θέλω Χρον. Μορ. H 8735. 3) (Εισάγει δευτερεύουσα. αναφορ. συμπερασμ. πρόταση) ώστε (εδώ με έναρθρ. απαρέμφ.· πβ. και L‑S 8): λέγει ευθύς διά γοργόν «εβγάλετε τον σίτον»| και δίδει τον καθέκαστον όσον του χορτασθήναι Απολλών. 127. 4) (Εισάγει δευτερεύουσα πλάγια ερωτ. πρόταση· πβ. L‑S 1) πόσος: Διγ. (Trapp) Gr. 3476. 5) Επιφωνηματικά (πβ. Steph., Θησ.): Μιχ. ιερομ. II 29.
       
  • όστις,  
    αντων., Προδρ. (Eideneier) IV 189 χφ Η κριτ. υπ., Διγ. Z 2698, κ.α.· ουδ. ό,τι, Διδ. Σολ. Ρ 41, Αχιλλ. (Smith) O 589, Πανώρ. Α΄ 390, Δ΄ 23, 95, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 39, 506, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1157, 1240, Γ΄ 160, Θυσ.2 500, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 259, κ.π.α.· ότις, Ασσίζ. 2366, Πόλ. Τρωάδ. 402, Μαχ. 23618, Κυπρ. ερωτ. 31, 3, 5, 427, 761 κ.α.· γεν. ότινος, Ασσίζ. 50826, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [799], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 130, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 326.
    Η αρχ. αντων. όστις. Ο τ. στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ., όπου και άλλοι τ.). Η γεν. ότινος και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ., όπου και άλλοι τ.). Η γεν. ούτινος και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 705, λ. ότις). Το ουδ. ό,τι και σήμ. ως άκλ. αναφορ. αντων.
    Αναφορ. 1) Αοριστολ. α) (σε θέση επιθ. ή ουσ.) όποιος, οποιοσδήποτε: Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 363 (Δωδώνη 8, 1979, 357)· Ότις θέλει να έρτει, ας έρτει Μαχ. 44420· Τυφλός τυχαίνει πάντα του να ’ναι ότινος μισούσι| τ’ αμμάτια του μιας κορασάς τα κάλλη να θωρούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 269· (με επόμ. ή προηγ. την αντων. άλλος): λυπήθου με κι εσού με ’λεμοσύνην,| βρύση μου, κι ότις άλλος αγροικήσει Κυπρ. ερωτ. 7714· ειδέ η γη ού το σπίτιν ένι ελεύθερον, τουτέστιν ότι ουδέν στρέφει έφυτον πούποτε του ρηγός, αμμέ άλλου ότινος και αν ένι … Ασσίζ. 2892· (με επόμ. το και αν για να δηλωθεί παραχώρηση ή επίδοση): Εάν είς άνθρωπος αγωγιάσει το κτηνόν του, ότινος και αν ένι, … το δίκαιον ορίζει … Ασσίζ. 32528·   β1) (το ουδ. σε θέση επιθ. κάθε γένους, αρ. και πτώσης· βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 168): θες έχει ό,τι βουλή χρεία κάμνει ογιά τιμή σου Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 96· τα πράματα του κόσμου| ως όσον πλιο τα μελετώ, ξενίζομαι ατός μου (παραλ. 1 στ.) και μ’ ό,τι τρόπον ημπορώ πάσχω να τα γιατρεύω Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 162· (εδώ με την αντων. τίποτας μετριάζει την έννοια του ουσ. που ακολουθεί): επέρασε όλη η ημέρα εκείνη και είχασι ό,τι τίποτας ελπίδα μήπως και βραδιάζοντας θέλει φανεί (ενν. το παιδίον) Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 443· (με την αντων. άλλος): όλες τσι χάρες τσι καλές, εσύ θεά, χαρίζεις:| τα γέλια, την ξεφάντωση, τον πόθο, τη χαρά μας| κι ό,τ’ άλλος αναγαλλιασμός βρίσκεται στα κορμιά μας Πανώρ. Δ΄ 284· έκφρ. ό,τι ώρα = μόλις, την ώρα που: εξάνοιξέ με στο στενό, και ό,τι ώρα την αντρειά μου,| το ζάλο μου, το νάτο μου και την πορπατηξά μου (παραλ. 2 στ.) είδε, ζιμιόν εγροίκησα βαρά ν’ αναστενάξει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 741· τα παρακάλια τως κάμνουν να τση βοηθήσει| να μηδέν έχει (ενν. η Αρετούσα) πείραξην ό,τι ώρα ξεψυχήσει Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 404· β1) (το ουδ. σε θέση ουσ. γένους ουδ., αρ. εν., πτώσης ονομ. ή αιτιατ.· βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. 168) όποιο πράγμα, ό,τι, οτιδήποτε: πάλι εγώ να κάμω| καλοσυνάτα ό,τι μπορώ εδά που θε να δράμω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1676· Ζήτα κατά την γνώση μου και την ημπόρεσή μου:| ό,τι μ’ ορίσεις να γενώ, κυρά μου και ψυχή μου Φαλιέρ., Ιστ.2 101· χαίρομαι πως άκουσες τά ’χεν ο λογισμός μου,| σ’ ό,τι μου λάχει να μπορείς να γίνεσαι βουηθός μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 504· (με επόμ. το (και) αν για να δηλωθεί παραχώρηση ή επίδοση): Ο ρήγας έχει την εξάν εις ό,τι κι αν ορίσει,| κι ως θέλει κι ως του φαίνεται κάνει δική του κρίση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 223· ό,τι α θέλει σύβασες με γράμμα ας το μηνύσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 53325. 2) Οριστ. α) ο οποίος: Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 360 (Δωδώνη 8, 1979, 357), Προδρ. (Eideneier) IV 21, Ασσίζ. 50615· (με επόμ. τη συσχετ. αντων. εκείνος): εις ό,τι και αν ακούσετε, μηδέν στραφείτε οπίσω,| και όστις εκείνος θε στραφεί στήλη αλός να ποίσω Χούμνου, Κοσμογ. 1122· β) αυτός που: Αν έναι κι ό,τι τσ’ έταξα δε φέρω να τση δώσω,| ποτέ με την Αθούσα μου ξεφάντωση μη γνώσω Πανώρ. Δ΄ 405· Κι αν πάει μακρά ο Ρωτόκριτος, πάλι γιαγείρει θέλει| και ό,τι είναι σήμερα πρικύ, ταχιά ’ναι σαν το μέλι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1642· (εδώ έναρθρο· βλ. Αλεξίου Στ. [Ερωτόκρ. σ. 438]): Τ’ ό,τι δε θέλω βιάζει με σήμερο ο λογισμός μου,| για να γροικήσω να μου πουν ό,τι ’ναι αντίδικός μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 596. 3) Ποιος α) (εισάγει πλάγια ερώτηση): Διγ. Z 3704· β) (εισάγει ευθεία ερώτηση): συ δε μοι, ω παγκάλλιστε, πώς έχεις μετά τέκνων| και ότου χάριν προς ημάς τούτων χωρίς παρήκες; Διγ. Z 3269. 4) (Σε ποσοτική χρ.) α) (κυρίως στο άκλ. ουδ. ως επίθ. ή ουσ.) όσος: Απ’ ό,τι κάλλη έχει άνθρωπος, τα λόγια έχουν τη χάρη| να κάμουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 887· αυτείνος ο τραγουδιστής κι αυτός ο λαγουτάρης (παραλ. 1 στ.) ό,τι γλυκότη κι ομορφιά εις το τραγούδι δείχνει| τόσο φαρμάκι και φωτιά με το σπαθί του ρίχνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 609· Πούρι δεν έχω άλλο παιδί στον κόσμο παρά σένα| και συ θε να τα χαίρεσαι ό,τι έχω κοπιασμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 800· Καραμανίτη, ό,τι μιλείς, είναι όλα παραμύθια Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 851. β) (το ουδ. με το επίθ. πολύς ως επίρρ. επιτατ.· με υπερθ. πλείστος η χρ. αρχ.) όσο το δυνατόν, υπερβολικά: εστάλην εγώ εις τε τον της Ιβηρίας μέπε, ήγουν βασιλέα, κυρ Γεώργιον και τον βασιλέα Τραπεζούντος κυρ Ιωάννην τον Κομνηνόν μετά χαρίτων αξιολόγων και παρασκευής ό,τι πολλής και καλής, μετά αρχοντοπούλων και στρατιωτών και ιερομονάχων Σφρ., Χρον. (Maisano) 10223· Και τῳ τέλει του έαρος αυτού δη του έτους ήλθεν ο Τουραχάνης και κατεχάλασε και έτι το Εξαμίλιον. Και θανατικόν ό,τι πολύ εις την Πάτραν εγένετο Σφρ., Χρον. (Maisano) 722.
       
  • ότι (I),  
    σύνδ., Προδρ. (Eideneier) II 93, III 110, 253, Καλλίμ. 1546, Ασσίζ. 6121, 6613, 16713, 4638, Διγ. Z 2431, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 51, 625, 1371, Βέλθ. 578, Χρον. Μορ. H 6067, 6351, Χρον. Μορ. P 3891, 8953, Φλώρ. 1334,· 1455, Λίβ. Sc. 114, 666, Λίβ. Esc. 1193, Λίβ. (Lamb.) N 477, Αχιλλ. L 1193, Αχιλλ. (Smith) O 221, 246, Χρον. Τόκκων 771, 3432, 3619, 3880, Μαχ. 17423, 23014, 3103, 48834, 55217, Βουστρ. 469 δις, Πεντ. Γέν. ΧII 11, Έξ. ΧΧΧII 22, Δευτ. XI 2, Κυπρ. ερωτ. 763, 9024, 935, κ.π.α.· ότις, Χρον. σουλτ. 1007· ’τι, Διδ. Σολ. Ρ 9, Ερωτοπ. 546, Φαλιέρ., Ιστ.2 37 κριτ. υπ., 721, Φαλιέρ., Ενύπν.2 116, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 36 κριτ. υπ., 314, Θησ. Β΄ [638], Αγν., Ποιήμ. Γ΄ 17, Πένθ. θαν.2 28, 564, Βεντράμ., Φιλ. 193, Τριβ., Ρε 263, 310, Αιτωλ., Βοηβ. 316, Διγ. O 748, κ.π.α.
    Ο αρχ. σύνδ. ότι (Για τις χρ. και τη σημασιολογική του εξέλιξη βλ. Jannaris, Hist. Gramm. πολλ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 219-20). Για τον τ. ότις πβ. τον τ. διότις του διότι. Ο τ. ’τι με αιτ. σημασ. και σήμ. ιδιωμ. (Βλ. Παπαδ. Α., Αθ. 55, 1951, 118-9). Η λ. και σήμ.
    1) Ειδικό α) ότι: Αχιλλ. L 141, Μαχ. 9633, Προδρ. (Eideneier) III 92 χφ G κριτ. υπ., Φαλιέρ., Ενύπν.2 35, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 578· β) (μετά από λεκτικά ρ. πλεοναστικά πριν από ανεξάρτητη πρόταση· για τη χρ. βλ. Ανδρ., Ελλην. 12, 1952, 23-5): Λόγ. παρηγ. L 601, Έκθ. χρον. 6512· γ) (πλεοναστικά με επόμ. βουλητική πρόταση· βλ. και να (I) II Β΄ 2α): τότε ηθέλησεν ο Θεός ότι να τους χωρίσει Χρον. Τόκκων 3324· ο βασιλεύς επρόσταξε ότι να μνημονεύεται και αυτή ομού με τον βασιλέαν Διήγ. Αγ. Σοφ. 14914· ο Σολομών, όταν εκάθισεν εις τον θρόνον, επαρακάλεσε τον Θεόν ότι να του δώσει σοφίαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 199r· Τούτο ποθώ και ορέγομαι, θέλω το από σένα,| ότι να ζεις από του νυν ατάραχος διόλου Αχιλλ. (Smith) O 115· (με το πως πλεοναστικά): Περί απροίκου γάμου γυναικός, οπού προίκα δεν έταξεν ότι πως να δώσει Βακτ. αρχιερ. 136· δ) (με επόμ. ενδοιαστ. πρόταση): εφοβούντον ότι οι καλοί καιροί και τα καλά χωράφια, οπού ο Θεός τούς έδωσε, να μην τους λείψουν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 130v· ε) (σε πλάγια ερωτ. πρόταση): εσύναξε (ενν. ο καπετάν Πασιάς) τους μπέηδες να συμβουλευθεί ότι με ποίαν τέχνην να κάμει να νικήσει Διακρούσ. 852· Γινώσκετε απού μέναν ότι (έκδ. ό,τι· διορθώσ.) ποίον επάθαν οι αθρώποι όπου αγαπούν τες γυναίκες και πιστεύγουν εις τα λογία τους Μαχ. 57419· ϛ) (με την πρόθ. παρά/‑ού, περού προκ. να δηλωθεί β΄ όρος σύγκρισης): να είχεν βρέξει ο ουρανός ιστιάν να με είχεν καύσειν,| παρά ότι ατός μου ενέθρεψα, υιέ, τον ξενισμόν σου Φλώρ. 1122· να έμαθα τέχνην κλαπωτήν και να έζουν απ’ εκείνην,| να ήνοιγα το αρμάριν μου, να το ηύρισκα γεμάτον (παραλ. 2 στ.), παρ’ ότι τώρα ανοίγω το, βλέπω τους πάτους όλους Προδρ. (Eideneier) III 95· επροτίμευα να αποθάνω εγώ, παρού ότι να βλαβείς εσύ Διγ. Άνδρ. 40737· καλόν σαρμούνιν ήρχισες και να ’χες το τελειώσει,| περού ότι εφήκες το Γεωργηλ., Θαν. 455· ζ) (στον τίτλ. ενότητας κειμ.): Ότι η αρμάδα εις την Πόλιν ήλθεν Κώδ. Χρονογρ. 544· Πότε η αρμάδα από την Πόλιν εβγήκε και ότι την Τήνον επολέμησε Κώδ. Χρονογρ. 5122· Περί κρινομένου ιερέως και διακόνου διά εγκλήματα, ότι πόσοι επίσκοποι τους κρένουν Βακτ. αρχιερ. 157· η) (πλεοναστικά με επόμ. το πως ή προηγ. τα πως, ως): ήκουσαν οι αδελφοί της κόρης ότι πως επήραν την αδελφήν τους Διγ. Άνδρ. 31824· ήξευρεν (ενν. ο σουλτάν Μεχεμέτης) ότι πως οι Ρωμαίοι έχουν πατριάρχην πάντοτε Ιστ. πατρ. 791· Πιζάνοι γουν κατέχοντας πως ότι Φλωρεντίνοι| έχουσι πλέον δύναμιν … Κορων., Μπούας 18· προβάλλομαι και λέγω κατά του κυρ δείνα και συνεύνου μου ως ότι προλαβών ορμάστην μετ’ αυτού νομίμως Ελλην. νόμ. 54424· θ) (συνοδευόμενο από το μόρ. να) θ1) (πλεοναστικά με οριστ.· βλ. και να (I) II Α΄ 1β): βαρύν φουσσάτο·| ως χιλιάδες είκοσι παντέχω ότι να ήτον Χρον. Τόκκων 435· ας κόψω την βατσινιά να ιδώ, θαρρώ ότι να είναι νερόν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 196r· (συνοδευόμενο και από το πως): Πιστεύομεν και ομολογούμεν ότι πως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να ενομοθέτησε το ιερόν του Δείπνον Χριστ. διδασκ. 150· θ2) (με υποτ. προκ. για κ. αμφίβολο ή ενδεχόμενο· βλ. και να (I) II Α΄ 2β): είπεν (ενν. ο Αβραάμ): «Κύριε Θεέ, με τι να ξέρω ότι να την κλερονομήσω;» Πεντ. Γέν. XV 8· Μην βάλεις εις τον νουν σου ότι χωρίς αυτήν να γυρίσομεν οπίσω Διγ. Άνδρ. 3235· ι) (πλεοναστικά με το χρον. σύνδ. εφειδή ως απόδοση του γαλλ. puis que, πβ. Assises (Foucher) 238): Να ηγνωρίζετε καλά ότι, εφειδή ότι οι καμπίτες έλθουν, και θεωρούν ότι ειρήνη ουδέν γίνεται μέσον τους, οι κριτάδες και ο βισκούντης οπού εντέχεται να ένι εκεί έως όπου να τελειωθεί ο πόλεμος, εντέχεται να έλθωσιν πρωτύτερα εις τον καμπίτην Ασσίζ. 2149. 2) Αιτ. α) επειδή, για το λόγο ότι, αφού: Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 547, Αχιλλ. L 757, Φλώρ. 1531, Μαχ. 50016, Σταυριν. 397, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 250· (στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου): είπεν ο Κύριος ο Θεός προς το φίδι: «Ότι έκαμες ετούτο, καταραμένο εσύ από όλο το χτήνο …» Πεντ. Γέν. III 14· «Κάτσε, χήρα, σπίτι του πατρός σου, ως να μεγαλύνει ο Σέλα, ο υιός μου»· ότι είπεν πρόσποτε να απεθάνει απατά αυτός σαν τα αδέρφια του Πεντ. Γέν. XXXVIII 11· β) (συνοδεύοντας πλεοναστικά τους αιτ. συνδ. διότι, εφειδή, ως): Διότι ότι καλά ηγνωρίζετε πάντες οι άνθρωποι ότι … Ασσίζ. 12623· το δίκαιον ορίζει ότι, εφειδή ότι λέγει ότι ουκ έχει απόθεν να πλερώσει ως εγγυτής, η αυλή εντέχεται να τον ποιήσει να ομόσει εις τα άγια Ασσίζ. 6611· Ου γαρ ηγάπουν αυτόν οι γενίτσαροι, ως ότι ουκ είδον εξ αυτού βοήθειαν Έκθ. χρον. 5020. 3) (Συμπερασμ.-αποτελεσματικό) ώστε α) (με οριστ.): Τόση σφαγή έγινεν, ότι εβρόμησεν όλον το κάστρον εκείνο Κώδ. Χρονογρ. 5235· ήσβησε κι εσκοτείνιασε ίτις πολλά το φως μου,| ’τι δεν εξεκαθάριζα καθόλου τι έναι ομπρός μου Φαλιέρ., Ιστ.2 260· επεριμαζεύθησαν πολλοί, τόσον ότι δεν εχωρούσαν μηδέ τα περίαυλα Πηγά, Χρυσοπ. 49 (2)· είχα μετά μεν, φίλε μου, εκατόν τέτοιους όλους,| ότι …| όλοι με τα κοντάρια τους να εδείρασιν χιλίους Λίβ. Esc. 730· θωρείς πως έναι δυνατή καρδιά της (παραλ. 1 στ.), ’ς λογήν ότ’ η δική μου ’ναι θλιμμένη,| γιατί δεν με ψηφίζει Κυπρ. ερωτ. 9025· τους έρριψα μιαν καλήν χεριάν (ενν. σκούδα) … και απέκει άλλην μίαν, εις τόσον ότι εγώ τους τα έρριψα όλα Μπερτολδίνος 124· πάλιν έκαμέ τον, ότι ήλθεν εις τόσον ότι της είπε την αλήθειαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 183r· ελιθάσαν την και εδείραν την, εις τρόπον ότι την εθανάτωσαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 198v· (με επόμ. το οπού πλεοναστικά): ωσάν ήπεσε, στένεται και δίδει τση ξυλιές, ότι οπού την εφήκε μισαποθαμένη Κατά ζουράρη 76· β) (με υποτ.): θέλω τους πέψει τόσες μύγες και τόσον κακόν, ότι να χαλάσουν όλην την Αίγυπτον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 160r· ας ποίσει (ενν. ο ρήγας), ότι το δίκαιόν μου να έχει τόπον Μαχ. 31835. 4) (Χρον. με προηγ. το επίρρ. τόσα ή τόσο(ν)) ώσπου, ωσότου, μέχρι που: Στο Μπονιβάντ εστήκετον κι ανάμενε τον ρήγαν·| και τόσα τον ανάμεινε, ότι έσωσεν κι εκείνος Χρον. Μορ. H 6231· οι Ρωμαίοι εκρατούσανε τους μαντατοφόρους κάμποσες ημέρες …, τόσο ότι εδιώξανε τους μαντατοφόρους του σουλτάν Μουράτη και πάνε άπραγοι Χρον. σουλτ. 594· Άλλοι εκοιμόντησαν και άλλοι βίγλα εκάμναν,| εις τόσον ’τι εξημέρωσεν κι η θάλασσα αναπάγη Θησ. (Foll.) I 20. 5) (Τελικό) για να α) (συνοδευόμενο από το να· βλ. και να (I) III Β΄ 1β): Λαόν δεν είχεν εις αυτήν (ενν. την Αρκαδία), ότι να την φυλάγουν,| και εβιάστηκεν (ενν. ο πρίγκιπας) να εσεβεί, όπως να την φυλάξουν Χρον. Τόκκων 3881· η πόρτα θέλει είσται πλήσα όμορφη και μεγάλη, ότι να φαίνεται η Τράπεζα τση θεάς Πανώρ. Δ΄ μετά στ. 276· καλά να την φυλάσσει,| ότι να μη τον γελάσει Συναξ. γυν. 702· (και με το πως): αδελφοί, δεν σας το έγραψα, ότι πως να πορνεύετε, αμή διά να μην απελπίζεται τινάς, καν αμαρτωλός πολλά και αν έναι Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 316r· β) (πλεοναστικά με το για να): ήτον ανάγκη να ’ν’ κι οι τρεις ομάδι οκαί να σμίξου,| ότι για να μπορέσουσιν έμπασμα να σ’ ανοίξου Φαλιέρ., Ιστ.2 218· γ) (με το μηδέ σε αρνητ. πρόταση): μη δοκείς, βεργόλικε, η πάντερπνος η κόρη,| ως διά φόβον του λαού λέγω σου να υπάμεν·| μά τον άγιον μου Θεόδωρον, τον μέγαν απελάτην,| ότι μηδέ μας νοήσουσιν και αποκλείσουν μας ώδε Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 892. 6) Υποθ. α) (με επόμ. το να) αν: ανήρ ότι να δώσει ψέγος εις τον σύντροφό του, καθώς έκαμεν, έτσι να γενεί αυτουνού Πεντ. Λευιτ. XXIV 19· πλέον την ζωήν τι την θέλω την άτιμον, ότι να φανώ άνανδρος; Διγ. Άνδρ. 38816· β) (συνοδεύοντας πλεοναστικά τον υποθ. σύνδ. ανίσως, βλ. ανίσως 1)· γ) (με επόμ. τον υποθ. σύνδ. αν) εκτός αν: ψυχή, ος να ’γγίξει εις αυτόν και να μαγαριστεί ως το βράδι και να μη φάει από τα άγια, ότι αν έπλυνεν τη σάρκα του με το νερό Πεντ. Λευιτ. XXII 6. Εκφρ. 1) Καλά ’τι = μολονότι, παρόλο που (Πβ. και καλά 11β): Με τέτοιον τρόπον λεύθερες εγίνησαν (ενν. οι ανεψιές του Μπέλου) παντέλως,| καλά ’τι δεν ημπόρεσαν να βαστακτούν στο τέλος Θησ. (Foll.) I 8. 2) Χωρίς ότι = εκτός αν: ορίζει το δίκαιον να το κρίνουν κατά το αμάρτημαν να ένι τό του βάνει εκείνος επάνω του, χωρίς ότι εδιαφεντεύτην Ασσίζ. 19313.
       
  • ου,  
    μόρ., Προδρ. (Eideneier) I 84, II 25, Καλλίμ. 1080, Ασσίζ. 789, 8528, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 95, 658, 1005, Βέλθ. 434, Χρον. Μορ. H 222, Φλώρ. 1554, Λίβ. P 2099, Αχιλλ. L 649, Ανακάλ. 118, Μαχ. 11220, Ch. pop. 220, Απόκοπ.2 81, κ.π.α.· όκε, Ασσίζ. 29428· ουκ, Προδρ. (Eideneier) I 6, 10, Ασσίζ. 1511, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 56, 149, Βέλθ. 158, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 10, Σαχλ., Αφήγ. 317, Αχιλλ. L 647, Ιμπ. 55, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 36, Ανακάλ. 114, Μαχ. 4627, Θησ. Πρόλ. [107], Απόκοπ.2 161, 162, Πτωχολ. (Κεχ.) P 231, Κυπρ. ερωτ. 10610, Φαλιέρ., Θρ. 60, κ.π.α.· ουκί, Λέοντ., Αίν. I 40· ουχ, Σπαν. A 19, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 717 κ.α.· ουχί, Σπαν. A 207, Ασσίζ. 10214, 29, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1229, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 658, Αχιλλ. (Smith) O 193, Ανακάλ. 116, κ.α.
    Το αρχ. μόρ. ου. Για τον τ. όκε βλ. Χατζ., Διασπ. Α΄ 510. Οι τ. ουκ και ουκί αρχ. και σήμ. σε ιδιώμ., όπου και άλλοι τ. της λ. (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. ουκ, Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ουκί, Andr., Lex., λ. ου και ουκί. Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. ο και ω). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ουκί και Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. ο και ω, στη λ.).
    (Αρνητ.) 1) α) Δεν: Κόρη, όντ’ αναντρανίσω σε και ’δώ σε εις παραθύριν,| άλλος εξ άλλου γίνομαι κι ουκί θωρώ πού πάγω Ch. pop. 34· β) όχι: διά τιμήν σάς όρισα, ήλθετε εις την χαράν μου,| να φάγετε, να πίετε και να χαρείτε άμα,| ουχί δε να δικάζεσθε και να γενολογάστεν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 658. γ) μη: Τις να ’τον λιθοκάρδιος τότες, ου να εθρήνα| με όλην την καρδία του και μετά την ψυχήν του; Αχιλλ. (Smith) O 758. 2) (Επιτ.) α) με προηγ. ή επόμ. το καν = ούτε καν, καθόλου (δεν), σε καμιά περίπτωση (δεν): ευρίσκομε έν κάστρο δυνατό του Βενετζιάνου, πολλά δυνατό και ου καν (εκδ. ούκαν) φοβείται να παρθεί διά πολέμου Μηλ., Οδοιπ. 642· β) εκφρ.: (1) α δε καν ου, βλ. αν· (2) ειδέ καν ου, βλ. ειδέ 2β, καν· (3) ουδέ καν ου, βλ. ειδέ· γ) με επόμ. το μη, βλ. μη 1.
       
  • ουδέ,  
    σύνδ., Προδρ. (Eideneier) I 52, III 286, Ασσίζ. 808, 11414, Διγ. Z 268, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 196, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 738 κριτ. υπ., Αχιλλ. (Smith) O 45, Φαλιέρ., Ιστ.2 387, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 44, Πτωχολ. α 2, 66, Κυπρ. ερωτ. 97, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 264, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 637, Πτωχολ. A 82, κ.π.α.· ’δ’, Κυπρ. ερωτ. 2314, 317· ’δέ, Αλεξ. 1218, Τριβ., Ρε 92, 308, 352, Άλ. Κύπρ. 1212, Κυπρ. ερωτ. 122, 137, 2414, 344, 433, 704, 855, 889, 9741, 10139, 10911, 11015, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1740, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 773· οδ’, Βουστρ. 101· ούδε, Χρον. Μορ. P 2548, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 238 κριτ. υπ., Συναξ. γυν. 858, 892, Πτωχολ. (Κεχ.) P 122, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1554 κριτ. υπ.
    Ο αρχ. σύνδ. ουδέ. Ο τ. ’δέ και σήμ. σε ιδιώμ. της Κ. Ιταλίας (Andr., Lex., στη λ.). Ο τ. ούδε και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Τ. ουδί σε εβραιοελληνικό τραγούδι των Ιωαννίνων (Schwartz-Athanassakis, MGSY 3, 1987, 208) και ουδέ στο Τραγ. Αληδ. (Legr.) 354. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ. και Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.).
    Α´ (Σύνδ.) Σε αποφατική συμπλοκή α) (με συμπλεκτική σημασ.) ούτε: Ασσίζ. 5418, Κυπρ. ερωτ. 10620· εκείνα που βοδώσα| δεν έχω χείλη να τα πω ’δέ συντυχιά ’δέ γλώσσα Αλεξ. 1506· τα άλογα των Μακηδόνων ούδε ποτάμια τα κρατούν ούδε βουνά μεγάλα Διήγ. Αλ. G 28529, 30· (εδώ σε εξαρτημένο λόγο με επόμ. το να) ούτε να· ούτε ότι: Ανίσως, ω κυρά μου, κι όμορφή ’σαι| τόσον οπού τινάς ’δέ να μπορήσει| τα κάλλη σου ποτέ να τα μετρήσει Κυπρ. ερωτ. 8712· Μηδέ λογιάζω και ποτέ στον κόσμο να ’τον άλλη| να μπήκε σ’ έτοια παιδωμή άφαντη και μεγάλη| κι ουδέ να βρέθηκε κιαμιά άνθρωπο ν’ αγαπήσει| δίχως να τονε δει ποτέ και να τονε γνωρίσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 971· β) (με προσθετική σημασ.) ούτε επίσης, ούτε και: Ντελλαπ., Ερωτήμ. 75, Τριβ., Ταγιαπ. 19, Πτωχολ. α 282· γ) (με επιδοτική ή ενδοτική σημασ.) γ1) ούτε: Αχέλ. 1011, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1038, Β΄ 449· γ2) ούτε καν: Μαχ. 3786, Προδρ. (Eideneier) IV 252, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 502, Γαδ. διήγ. 167· γ3) ούτε ακόμη και: Προδρ. (Eideneier) IV 71, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 401 δις, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 906· δ) (με μεταβατική σημασ.) κι ούτε: μεθοδείες διαβόλου| είναι πάντως, δέσποτά μου,| μίσα ταύτα καταδιώκων| από της αυλής σου πάντα·| ουδέ πρέπουν κολακείες| εις τοιούτον βασιλέα Πτωχολ. α 370· Κατέχω το κι ο κύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει· (παραλ. 1 στ.) κι ουδέ μπορείς ν’ αντισταθείς στά θέλουν οι γονιοί σου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1369· ε) (σε παρότρυνση, προτροπή) ούτε να: Ουδέ μη δώσεις, Βενετιά, θέλημα να μ’ αφήσεις,| μα πέψε μαθηματικούς άνδρες να μου βουθήσεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 3919· Τρώγε να ζεις και μηδέν ζεις ουδέ (έκδ. ουδέν· διόρθ. Γεωργακ., ΕΕΒΣ 11, 1935, 509) να τρως σαν χοίρος Δεφ., Λόγ. 229. Β´ (Ως αρνητ. μόρ.) α) δεν: πρόσδεξαι και λύσον μου τας πολυπλόκους θλίψεις,| ουδέ γαρ δέονται πολλών εξόδων και φροντίδων Προδρ. (Eideneier) IV 12-1 χφφ HVPL κριτ. υπ.· Ήφηκες τσι ξεφάντωσες κι ουδέ δουλειές γυρεύγεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 787· αν ουδέ διαγείρω εγλήγορα μετά και της μητρός μου, (παραλ. 3 στ.), να μη ιδώ τον ήλιον λάμποντα μηδέ το φως του κόσμου Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 459 κριτ. υπ.· β) (με επόμ. το να σε εξαρτημένο λόγο) β1) να μην: αν γένηται ακόμη ότι εκείνοι οι συγγενείς του τεθνεώτος ή της τεθνηκής ουδέ να εγνώρισαν εκείνον τό εκείνος ή εκείνη ζητούν, το δίκαιον ορίζει … Ασσίζ. 14014· β2) δεν πρόκειται να: «Ηξεύρετε ότι ουδέ να πάγει (ενν. ο κοντοστάβλης)», αμμέ πασαείς να πα να πολομά την δουλειάν του Μαχ. 37418. Γ´ (Ως επίρρ.) διόλου: τούτος ο Πανάρετος μόνο για την τιμή σου,| το θάνατο δε χρήζοντας, ουδέ, για τη ζωή σου,| μηδεποσώς δεν έχοντας βλέπηση στη δική του,| εβγήκεν ολομόναχος και με τη δύναμή του| τσ’ εχθρούς … (παραλ. 1 στ.) έδιωξε Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 574. — Πβ. μηδέ (I).
       
  • ουδεκανείς,  
    αντων., Αχιλλ. (Smith) O 685, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 103, Κορων., Μπούας 125, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2094, Αχέλ. 1723, Χριστ. διδασκ. 61, Λεηλ. Παροικ. 530· ουδεκανένας, Χριστ. διδασκ. 2, 65, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. δ΄ 24· ουδεκιανείς, Πανώρ. Ε΄ 306, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 890, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 223· θηλ. ουδεκαμία, Άνθ. χαρ. 29410, Λούκαρ., Διάλογ. 22217, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. δ΄ 26· ουδεκαμιά, Άνθ. χαρ. 29012, 29438, 29616· ουδεκιαμιά, Ερωφ. Α΄ 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. δ΄ 742, Ε΄ 662· ουδ. ουδεκανένα, Διήγ. Βελ. χ 179· ουδεκανέναν, Άνθ. χαρ. 28819, 29432, ουδεκιανένα, Πιστ. βοσκ. III 7, 1.
    Από το σύνδ. ουδέ και την αντων. κανείς.
    Κανένας, ούτε ένας: όλοι αγαπούν τα ψόματα να λεν, να μας γελούσι| και την αλήθεια ουδεκανείς δε θε να την ακούσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 132· Δε μου ’δωκε (ενν. η Πανώρια) ουδεκαμιά απόκριση, Φροσύνη,| μα τ’ όμορφο τση πρόσωπο χίλιω λογιών εγίνη Πανώρ. Α΄ 355 κριτ. υπ.· ’Σ τούτο, ωχ οϊμέ, συγκλίνω| στον θάνατον, στην γην τα γόνατά μου| και ουδεκιανένα (έκδ. ουδέν κιανένα· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 284) λόγον| δε συντυχαίνω) πλια μου Πιστ. βοσκ. V 3, 122. — Πβ. μηδεκανείς.
       
  • ουδέν,  
    μόρ., Προδρ. (Eideneier) III 273-70 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., IV 108-1 χφ Ρ κριτ. υπ., Καλλίμ. 7, 1542, Ασσίζ. 807, 5764, Διγ. Z 406, 418, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1616, Βέλθ. 975, Χρον. Μορ. H 2722, Φλώρ. 256, Ερωτοπ. 30, Λίβ. P 1562, Αχιλλ. L 322, Αχιλλ. (Smith) O 11, 87, Ιμπ. 584, 661, Χρον. Τόκκων μετά στ. 676, Μαχ. 4827, 37618, Απόκοπ.2 135, 148, Κυπρ. ερωτ. 64, 466, κ.π.α.
    Το ουδ. της αρχ. αντων. ουδείς ως αποφατικό μόρ. (Για την εξέλιξη βλ. Jannaris, Hist. Gramm. 425-7. Για την ενδιάμεση επιρρ. χρ. βλ. L‑S, λ. ουδείς III). Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄).
    1) α) (Σε προτάσεις κρίσης) δεν: ο χρεοφελέτης απολογάται που ουδέν ημπορώ τώρα να σε πλερώσω Ασσίζ. 6024‑5· έφυγεν εις ξένον τόπον, όπου ουδέν τον εγνώριζαν Διήγ. Αλ. V 23· ποτέ θεούς αυτούς ουδέν τους λέγω, ότι είδωλα είναι Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 547· ουδέν ήθελε να περπατεί καθόλου Αχιλλ. L 283· Εγώ δυνάστην έρωτα ποσώς ουδέν φοβούμαι Αχιλλ. (Smith) O 361· β) (σε προτάσεις επιθυμίας) μη(ν): εάν η γυναίκα και ο άνδρας της έχουν παιδία, ουδέν να αφήσουν διά τα παιδία τους (έκδ. τοις) να πουληθεί Ασσίζ. 12823· γ) (εδώ με μτχ.): αυτή (ενν. η κιβωτός) ουδέν σαλεύοντα ο Νώε ευθύς νομίζει| να ’ναι κατάπαυσις νερού, εις τον Θεόν ελπίζει Χούμνου, Κοσμογ. 483. 2) (Σε αποφατική συμπλοκή) α) και δεν: πώς το κρατεί ο βασιλεύς και ουδέν το φανερώνει; Βυζ. Ιλιάδ. 37· η πίστις ημών η Καλλίπολις ένι και ουδέν ημπορεί να την δώσομεν Σφρ., Χρον. (Maisano) 206, β) (με επόμ. τους αρνητ. συνδ. ουδέ και ούτε): τον όρκον τους ουδέν κρατούν, ουδέ Θεόν φοβούνται Χρον. Μορ. H 803· εις Θεόν πιστεύουν| άνθρωποι όπου ουδέν κρατούν αλήθειαν ούτε όρκον; Χρον. Μορ. H 1248. — Βλ. και μηδέν (I).
       
  • ουδεποσώς,  
    επίρρ., Ασσίζ. 19230, Διγ. Z 2637, 2962, 3182, Χρον. Μορ. H 7492, Ρ 2552, Χούμνου, Κοσμογ. 144, 2624, Συναξ. γυν. 95, Κορων., Μπούας 151, Πανώρ. Β΄ 348, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 445, Δ΄ 84, Διγ. Άνδρ. 38817, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 468, Στάθ. (Martini) Ιντ. α΄ 27, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 86r, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 189, Γ΄ 583, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 216, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 121, Διακρούσ. 7828, κ.α.
    Από το σύνδ. ουδέ και το επίρρ. ποσώς. Η λ. στο Βλάχ.
    α) Καθόλου: από ενός δε μόνου (ενν. φυτού) να μην γευθεί ουδεποσώς Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 501· εγώ ουδεποσώς αυτούς δεν εφοβήθην Διγ. Z 2962· ουκ ηύρεσκεν ουδεποσώς γυναίκα να επάρει Χρον. Μορ. P 2552· β) καθόλου δεν: όσοι τονε ζήτησαν να τον μονομαχήσουν| ουδεποσώς δυνήθηκαν διά να τον πολεμήσουν Αχιλλ. (Smith) O 91· τας σπαθέας μας αυτός ουδεποσώς φοβάται Διγ. Z 2637· γ) καθόλου να μην: Ημείς και όλα τα τέκνα μας μ’ εσένα να κρατούμεν| κι εις είτι μας ήθες ειπείν ουδεποσώς να βγούμεν Χούμνου, Κοσμογ. 144. — Πβ. και μηδεποσώς.
       
  • παιγνίδιον  
    το, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 297, κριτ. υπ., Μαλαξός, Νομοκ. 176· παιγνίδι, Σαχλ. N 220, Θησ. Δ΄ [138], Ζ΄ Υπόθ. [14], [333], [591], Ch. pop. 756, Δεφ., Λόγ. 105, Βυζ. Ιλιάδ. 680, Πιστ. βοσκ. III 2, 24, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1495, 2416, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [168], [1073], Γ΄ [95], Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 192· παιγνίδι(ν), Διγ. Z 136, Βέλθ. 1329, 1336, Χρον. Μορ. P 2410, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 139, 180, Αχιλλ. N 327, Ιμπ. 412, Θησ. Β΄ [198], [208], Γεωργηλ., Θαν. 313, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 147, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2452, Ε΄ 653, Διγ. O 2041, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26018, κ.α. παιγνίδιν, Τρωικά 5224, Καλλίμ. 2070, Φλώρ. 1372, Μαχ. 54822 (πληθ. παιγνίδια), Βυζ. Ιλιάδ. 614, 683, 684, Ξόμπλιν 128v· παιχνίδι(ιν), Αχιλλ. L 270, 477, 815, Αχιλλ. (Smith) O 609, Hagia Sophia v 54518, 22, 5463.
    Από το ουσ. παίγνιον και την υποκορ. κατάλ. ‑ίδιον. Ο τ. παιγνίδι στο Meursius και σήμ. Ο τ. παιχνίδι και σήμ. Η λ. τον 6. αι. (Steph., Θησ.).
    1) α) (Γενικά) πράξη ή ασχολία που γίνεται απλώς για διασκέδαση, για ψυχαγωγία: έπεσε (ενν. ο βασιλεύς) … εις τους χορούς και εις τα παιγνίδια Δωρ. Μον. (Βαλ.) 41· Τις ηπορεί να δηγηθεί εκείνα τα παιγνίδια| και κείνη την ξεφάντωσιν, ως ήτονε ’πιτήδεια Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [765]· θέλοντες εις το τραπέζι να παίξουσι το παιγνίδι, οπού εις αυτούς είναι συνηθισμένον και αγαπητόν (τούτο δε είναι φόνος και ανθρώπου σφαγή προς χαράν εδικήν τως και ξεφάντωμα) Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 121· (μεταφ.): έτσι το ’χει φυσικό τση Μοίρας το παιγνίδι,| να παίρνει από τη μια μερά, στην άλλη να τα δίδει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 615· β) ομαδικό παιγνίδι, παιδιά: εσύ σαν σμίξεις μετ’ αυτές παίζοντας το κρυφτούλι,| παιγνίδι που συχνότατα συνήθεια τ’ έχομ’ ούλοι Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1048]· σταθείτε γύρου γύρου| ν’ αρχίσω το παιγνίδι Πιστ. βοσκ. III 2, 19. 2) α) Τυχερό παιγνίδι: όπου παίζει τα χαρτιά, τα ζάρια, δεν εορτάζει (παραλ. 4 στ.), μα τούτο σε παρακαλώ, τέκνον μου εδικόν μου,| οκ το παιγνίδι απέφευγε, να έχεις την ευχήν μου Δεφ., Λόγ. 124· Πέντε πράματα καταλύουν τες αρχοντίες: το παιγνίδιν, η πορνεία, η γούλα, οι πολέμοι και οι γυναίκες Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 148· β) επιτραπέζιο παιγνίδι: οι άρχοντες και οι πραγματευτάδες| έχουσιν τα παιγνίδια, τετορνευμένους σκάκους,| ταβλία και ζατρίκια και όσα τα τοιαύτα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 921. 3) Αντικείμενο που χρησιμοποιεί κάπ., ιδίως ένα παιδί, για να παίζει, παιγνίδι: όντεν ανεθρέφουμου και κοπελιά ελογούμου,| παιγνίδια και κουτσουνικά πάντά ’βανα στο νου μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 976· (μεταφ.) κόρη μου ευγενικότατη, του δάσου στολισίδι,| ξόμπλι της καλοριζικιάς, τσ’ ανάπαψης παιγνίδι Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 34. 4) (Μεταφ.) α) (προκ. για κ. που γίνεται εύκολα, δίχως κόπο): ανδραγαθίας έκαμεν (ενν. ο Αχιλλεύς) ξεχωριστές στον κόσμον·| … δράκοντες επολέμαν (παραλ. 1 στ.), λέοντες και λεοντόπαρδους είχεν τους σαν παιχνίδιν Αχιλλ. L 1228· Παιγνίδι μασε φαίνεται, το δούμε φουσκωμένη| από μακρά τη θάλασσα κι άγρια και θυμωμένη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1629· β) (προκ. για κ. που δεν έχει βαρύτητα, σπουδαιότατα): πάλε είπαν του και δεν επίστευσεν· λοιπόν είπεν: «Οι όρκοι παιγνιδία είναι» Μαχ. 54822· όσα και αν είδες άφες τα, τούτα παιγνίδια ουκ ένι,| φόβητρα δε και βάσανα και στοναχαί και πένθη Γλυκά, Στ. 519. 5) (Μεταφ.) α) αστεϊσμός: Άλλον ένι να πεις έναν πράμαν για παιγνίδιν και να δείξεις καλόν θέλημαν και να το έχεις κακόν Ξόμπλιν φ. 134r· β) αστεϊσμός σε βάρος κάπ., φάρσα: εις την καδέκλα ήτονε μια φούσκα πλακωμένη| με μαξιλάρι κι ήτονε, λογιάζω, φουσκωμένη·| κι αν ένα μωροσκόπελο την ήθελε κουκλώσει| ογιά παιγνίδι τάχατες κι ογιά να ξεφαντώσει … Στάθ. (Martini) Β΄ 52· έκφρ. σε παιγνίδι = στ’ αστεία: φαίνεταί μου κι αν το πω ψόματα σε παιγνίδι| «έχετε υγειά, μισεύγω σας», λιγοθυμιά μού δίδει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 343· γ) εμπαιγμός· στη φρ. κάμνω παιγνίδιον = εμπαίζω, κοροϊδεύω κάπ.: εκεί οπού πρώτον μάς είχαν σε τιμήν και αξίαν, γίνονται παιγνιδισταί μαζί μας, και τις ηξεύρει ακόμη να μην μας κάμνουν κανένα παιγνίδιον Μπερτολδίνος 108· δ) (προκ. για πρόσωπο ή πράγμα που βρίσκεται στην απόλυτη διάθεση κάπ.) έρμαιο, πιόνι: το στήθος μου το ταπεινό σπούρδα τω σαϊτώ σου,| σημάδι του προσώπου σου, παιγνίδι τω χεριώ σου; Πανώρ. Β΄ 214· Άλλοι άξοι, φρονιμότατοι, που ’χαν καιρού θεμέλιο| του Έρωτα εγενήκασι παιγνίδι του και γέλιο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 280. 6) Τέχνασμα, πλεκτάνη· (εδώ προκ. για πολεμικό τέχνασμα, στρατήγημα): όσα παιγνίδια σύρνονται εις τον παρόντα κόσμον,| εκτότε τα εδίδαξαν οι Έλληνες στην Τροίαν Βυζ. Ιλιάδ. 893. 7) α) Αγώνισμα αθλητικό: για να τον τιμήσουσι (ενν. τον Αρκήτα) …| πολλά παιγνίδια όρθωσαν να γένουν και παλαίστρες,| στα όποια όλοι βασιλείς έδειξαν την ανδρειάν τους| και μέσα σ’ όλους το δρομιόν, όπου την φήμην πήραν| … ο Ίδας και ο Κάστωρ Θησ. ΙΑ΄ [592]· β) αγώνισμα πολεμικό: πρέπει να παιδεύομεν και να γυμνάζομεν τα παιδία εις τα στρατιωτικά και πολεμικά παιγνίδια και αγώνας, λέγω κοντάρια και δοξάρια και κυνήγια Σοφιαν., Παιδαγ. 279· (εδώ μονομαχία): Επήγαν (ενν. ο Καραμανίτης και ο Κρητικός) εις του βασιλιού και θέλημα τως δίδει,| ογιά να κάμουσι κι οι δυο θανατερό παιγνίδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1040· 8) Ερωτικό παιγνίδι, ερωτοτροπία: Οϊμέ, το χηρεμένο μου κρεβάτι όντε πλακώνω,| με νυκτικά μου δάκρυα το ’γραίνω και με πόνο| θυμώντας τα κανάκια μου, τα χάδια, τα παιγνίδια| … που ’χα σ’ εμέ την ίδια| πάντ’ απού τον αφέντη μου, άντρα και βασιλιά μου Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 367· Τότες τα λόγια, τα φιλιά και τα παιγνίδια (παραλ. 1 στ.) αγάπης νομικής ήσαν δεσίδια Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. ο΄ [37]· Των αμματιώ μου τα παιγνίδια| εθανατώσαν το βοσκόν αιφνίδια Βοσκοπ.2 31. 9) α) Μουσικό όργανο: είχεν η κόρη σύνηθον απάνω εις τραπέζιν| μετά πληρώσαι τρυφισμόν να παίξει το παιγνίδιν.| Ευδόμην το χαλκόκορδο το μουσικόν εκείνο, έπαιξεν με τας χείρας της η κόρη η Ελένη Βυζ. Ιλιάδ. 655· Ήβγαινε (ενν. η Ειρήνη) με τιμή πολλή μέσα από την χώρα (παραλ. 1 στ.) με όργανα, με τούμπανα και με πολλά παιγνίδια Διγ. O 139· Τρουμπέτες και άλλα παιγνίδια ελάλησαν διάφορα … και τύμπανα πολλά Δωρ. Μον. XIX· (προκ. για πολεμικό μουσικό όργανο): Τότε επαίζανε τα παιγνίδια του πολέμου τα μουσικά του σουλτάνου και εκαλούσανε τους Ρωμαίους εισέ πόλεμον Χρον. σουλτ. 9012· Εδώκασιν τα βούκινα και όλα τα παιγνίδια·| τρουμπέτες και άλλα μουσικά όργανα του πολέμου Ιμπ. 118· β) (συνεκδ.) μουσική: ο κάτης με τον ποντικό χορεύγουσιν ομάδι,| έδε χορός αρχοντικός με δίχως το παιγνίδι Κάτης 99. 10) Θέαμα (Για τη σημασ. και το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 268-9, Δ΄ 114-5, Ε΄ 198): Ο κδ́ κανών της έκτης Συνόδου ορίζει μη θεωρείν τον ιερέα χορούς ή παιγνίδια ή ιπποδρόμια Μαλαξός, Νομοκ. 176· ήρχισεν (ενν. ο Διγενάς) πάλι σε χαρές να τρέχει κι εις κυνήγια,| εις τράπεζες να βρίσκεται, να βλέπει τα παιγνίδια Διγ. O 2216.
       
  • παιδί(ο)ν  
    το, Προδρ. (Eideneier) I 91, 125, 150, Ασσίζ. 1520, 46416, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 746, Χρον. Μορ. H 4246, 5966, Λίβ. Sc. 1616, 1624, 1715, Λίβ. Esc. 767, 2765, 2773, Λίβ. (Lamb.) N 646, Αχιλλ. L 1128, Μαχ. 9422, 23, 41035, 58028, Διγ. O 1901, κ.π.α.· μπαιδί, Χρον. σημ. του 1514 16677· παιδί, Διγ. Z 3206, Βέλθ. 171, Χρον. Μορ. P 3054, Λίβ. P 1043, Λίβ. Sc. 1343, Λίβ. N 2537, Αχιλλ. (Smith) O 221, Μαχ. 7234, 19618, Γεωργηλ., Θαν. 166, Απόκοπ.2 95, Πεντ. Γέν. XXXII 12, XLII 11, Έξ. I 7, 9, Πανώρ. Β΄ 44, Δ΄ 413, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 443, Β΄ 411, Δ΄ 408, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 46, Β΄ 2444, Γ΄ 171, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 356, 665, Στάθ. (Martini) Γ΄ 357, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 335, Δ΄ 549, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 318, Β΄ 170, Διγ. O 2642, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16126, 38919, 43120, κ.π.α.· παίδι(ν), Εβρ. ελεγ. 162, Πεντ. Δευτ. XVIII 5· παιδίν, Τρωικά 5208, 5216, Προδρ. (Eideneier) II 26-8 χφ Η κριτ. υπ., 58, III 109, 112, 116, 117, IV 103, 104, Ασσίζ. 2926, 2121, 7, 27831, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 610, 618, Χρον. Μορ. P 2517, Λίβ. P 578, Αχιλλ. L 12, 23, 114, Αχιλλ. N 36, Αχιλλ. (Smith) O 11, 43, Μαχ. 24416, 35, 36, 37, 38, 6445, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 138, Βουστρ. 487, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 99, 114, 123, 150, Κυπρ. ερωτ. 1815, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 14, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16016· παιδίο, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 232r, Βυζ. Ιλιάδ. 85, Παϊσ., Ιστ. Σινά 275· παιδίον, Σταφ., Ιατροσ. 16463, Σπαν. A 40, Βέλθ. 1146, Αχιλλ. (Smith) O 44, 77, 127, Διγ. (Trapp) Gr. 999, 1362, Διγ. Z 1825, 4055, Λίβ. N 2881, Σφρ., Χρον. (Maisano) 44, Διήγ. Αλ. V 26, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 390v, Βυζ. Ιλιάδ. 160, 164, 213, Πτωχολ. α 174, Διγ. Άνδρ. 3135, 13, 34527, 32, 37525· παιδιόν, Αχιλλ. N 192· ονομ. πληθ. παιδιάν, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 45.
    Το αρχ. ουσ. παιδίον. Ο τ. παιδί στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. παίδι(ν) σε έγγρ. του 17. αι. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, 1972-73, 213). Ο τ. παιδίν και σήμ. σε ιδιώμ., όπου και άλλοι τ. της λ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. παιδί(ν), Λουκά, Γλωσσάρ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 708, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παιδί(ν), Θαβώρης, Ελλην. 19, 1966, 265, Κριαρ., B-NJ 19, 1966, 82). Ο τ. παιδίο σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 418).
    1) (Προκ. για οικογένεια ή γενιά) α) παιδί, γιος ή κόρη: Καθώς όλοι το ξέρετε όσοι έχετε παιδία,| λογιάζω πως για λόγου τους πονεί σας η καρδία Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 167· Να ’ρίξει ο κύρης το παιδί σ’ όλους μας είν’ δοσμένο| κι όποιο παιδί το θέλει αλλιώς είν’ καταδικασμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 61, 62· Κάτεχε για γυναίκα σου πως παίρνεις το παιδί μου| σήμερο, την Πανώρια μου, κι ας εί με την ευκή μου Πανώρ. Ε΄ 333· εάν κάμει η γυναίκα μου αγόρι παιδί, να έχει το παιδί από τον βίον μου μερτικόν ένα Rechenb. 45· το θηλυκόν μου παιδίν ή το αρσενικόν Διαθ. Ακοτ. 14720· (σε παροιμ. φρ.): εχάθησαν οι χριστιανοί Ρωμαίοι και Λατίνοι (παραλ. 3 στ.)· έχασε μάννα το παιδί και το παιδίν την μάνναν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 197· να κλαίει η μάννα το παιδί και το παιδί την μάνναν,| τα κλάματα να λούνουνται ο φίλος με τον φίλον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 220· Κάμε παιδιά να ’λπίζεις| χαρά να πάρεις απ’ αυτά! Πανώρ. Δ΄ 101· Την παίδα δίδουν τα παιδιά, γιαύτος παιδιά τα λέσι Πανώρ. Δ΄ 105· εκφρ. (1) παιδί γεροντικό = παιδί που γεννήθηκε από γέρους γονείς: είπαμε προς τον αφέντη μου· είναι εμάς πατέρας γέρος και παιδί γεροντικό μικρό Πεντ. Γέν. XLIV 20· (2) παιδί σπλαγχνικό/φυσικό = γνήσιο παιδί: το ηύρα το παιδί εις τον γιαλόν, στον άμμον (παραλ. 1 στ.), και ώσπερ παιδί μου σπλαγχνικόν εκ το εμόν συκώτιν,| ούτως εθάρρουν, ήλπιζα εις το εμά ν’ αφήσω Βυζ. Ιλιάδ. 268· Είντα δεν είναι κύρης σου τούτος; Αμ’ είντα σου ’ναι;| Και πούρι όλοι για φυσικό παιδίν του σε κρατούνε Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 200· φρ. (1) βαστάζω παιδί = (για γυναίκα) κυοφορώ, είμαι έγκυος: Τώρα είσαι ευχαριστημένη εις όλες τες γυναίκες, Ολυμπιάδα· σήμερον του κόσμου ολουνού βασιλέα βαστάζεις, παιδί άρρεν Διήγ. Αλ. V 26· (2) κάμνω παιδί = (α) αποκτώ παιδί: παιδιά να κάμεις όμορφα, να δεις κλερονομιά σου,| «μάννα» ν’ ακούγεις τ’ όνομα, ν’ αναγαλλιά η καρδιά σου Πανώρ. Γ΄ 159· ο θαυμαστός Ακρίτης, ο οποίος είχεν όλα του Θεού τα χαρίσματα …, είχε δε λύπην εις όλην του την ζωήν, πώς δεν έκαμνε παιδίον Διγ. Άνδρ. 3661‑5· (β) (ειδικά για γυναίκα) γεννώ: σήμερον του κόσμου ολουνού βασιλέα βαστάζειν παιδί άρρεν· και όταν θέλεις κάμει το παιδί, να στείλεις διά τ’ εμένα να έλθω, και είτι σου ειπώ, ούτως να κάμεις και εις ποίαν ώραν να γεννήσεις το παιδί Διήγ. Αλ. V 26· (3) ποιώ παιδί = τεκνοποιώ, γεννώ: Περί γυναικός εάν ου ποιεί παιδίν, περί στείρας Ιατροσόφ. (Oikonomu) 1021· (4) ρίχνω το παιδί = αποβάλλω: Ο μς΄ (ενν. ψαλμός) έχει ωφέλειαν εις γυναίκαν οπού ρίκτει τα παιδία Ιατροσ. 21101· (5) συλλαμβάνω παιδί = (για γυναίκα) μένω έγκυος: Ω βασιλεύ πανθαύμαστε, ευγενικέ, ωραίε,| η δέσποινα συνέλαβεν, η ση γυνή, παιδίον,| ούτινος επί γέννησιν χαράν έξεις μεγάλην Διγ. Z 47· β) (ειδικά) γιος (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 14): ήρταν εις την Αίγυφτο ο Ιαακώβ και όλη η σπορά του μετ’ αυτόν. Τα παιδιά του και παιδιά των παιδιών του μετ’ αυτόν· θεγατέρες του και θεγατέρες των παιδιών του Πεντ. Γέν. XLVI 7· να έρτεις προς το κιβωτό εσύ και τα παιδιά σου και γεναίκα σου και γεναίκες των παιδιών σου μετά σεν Πεντ. Γέν. VII 18· γ) (προκ. για θετό παιδί): Είπα πως είν’ παιδί μου| και όχι ποτέ από μένα γεννημένον Πιστ. βοσκ. V 5, 64· έκφρ. αναθρεφτό παιδί / παιδί τσ’ αγάπης = υιοθετημένο παιδί: Εγώ παιδί δεν έκαμα ποτέ μου στον καιρό μου,| μα συντηρώντας σήμερο τούτο τ’ αναθρεφτό μου| παιδί, το Φορτουνάτο μου, το οποίο έχω αναθρεμμένο (παραλ. 1 στ.) βγάνω από τούτο και θωρώ καλά και λογαριάζω| και την αγάπη των παιδιώ τω φυσικώ λογιάζω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 585· ΜΟΝΤΑΝΟΣ: πώς μπορεί να στέκει| «παιδί» και «όχι παιδί σου»;| ΚΑΛΟΓΟΝΟΣ: Καλά μπορεί να στέκει·| παιδί τσ’ αγάπης, ναι, και όχι της φύσης Πιστ. βοσκ. V 5, 77· φρ. κανω κάπ. παιδί μου = υιοθετώ κάπ.: μία γυναίκα … είδεν εις το όνειρό της ότι ένας νέος την όριζε … να πάρει … το παιδάκιν … και να το κάμει παιδίον της Ροδινός (Βαλ.) 209· δ) (στον πληθ.) οι απόγονοι, οι μέλλουσες γενιές: ημείς, το γένος των Ρωμαίων, δούλοι σου ν’ απεθάνουν,| τούτο ζητούμε, λέγομε, μεθ’ όρκου να μας ποίσεις| εγράφως, να το έχομε εμείς και τα παιδία μας|· από του νυν και έμπροστεν Φράγκος μη μας βιάσει| να αλλάξομεν την πίστιν μας Χρον. Μορ. P 2092· σύρτε αγοράσετε χώρες εις την Φραγκίαν| να έχετε παντοτινά εσείς και τα παιδία σας Χρον. Μορ. P 4246· εκφρ. από παιδί ως παιδί, παιδία παιδιών, παιδίων παιδίων (προκ. για κληρονομική μεταβίβαση περιουσίας ή υποχρέωσης από γενιά σε γενιά· συχνά για να δηλωθεί πλήρης και διά παντός κατοχή και κυριότητα ενός πράγματος· βλ. και Βουρδουμπάκις, Χρ. Κρ. 1, 1912, 478): αφήνω τα οσπίτια μου του υιού μου, εις το οποίον σπίτιν εγώ κατοικώ και να μηδέν εμπορεί να το πωλήσει ή να το αφήσει τινός αμέ να παγαίνει από παιδίν ως παιδίν Διαθ. Ακοτ. 1469· εχάρισεν του αυτού σιρ Νικόλου τα Πιλιομάσαρα παιδία παιδιών του Μαχ. 55015, 16· ο αδελφός μου ο Ιωάννης, οπού θέλει κληρονομήσει το σπίτι μου, να έναι κρατημένος τες τρεις λειτουργίες να κάμνει κάθα χρόνον, της Λαμπράς τες τρεις και την μίαν τα Χριστόγεννα παιδίων παιδίων του Διαθ. Ακοτ. 14841· όρισεν ο μισέρ Τζεντεφρές να ιδούν ποία κάστρη δεν επροσκύνησαν και ηύραν …, τα οποία κάστρη … να πολεμηθούν …, αμή του είπαν … να τον προσκυνήσουν, αμή να είναι παντελεύθεροι από πάσαν εγγαρείαν παιδίων παιδίων τους Δωρ. Μον. XXIII· ε) (προκ. για δήλωση κοινής καταγωγής): οι άρχοντες και όλ’ οι στρατιώτες (παραλ. 1 στ.), όλοι εσυμφώνησαν … (παραλ. 1 στ.), πήραν τον κυρ Γαβριήλ …,| αφέντη τον εσήκωσαν …·| «ημείς εσένα θέλομεν …| να σ’ έχομεν αφέντην μας …,| εσένα εγνωρίσαμεν με όλην μας καρδία| και μετ’ εσένα είμεστεν ενός πατρός παιδία» Ιστ. Βλαχ. 794· στ) (συνεκδ.) το μικρό ζώου: να πάρει αυτηνής δυο τρυγόνια ή δυο παιδιά περιστεράς και να πάρει αυτά προς τον ιεριά Πεντ. Λευιτ. XV 29· Αν κυνηγήσει τίποτες (ενν. η άρκος), εκείνη τρώγει πρώτα| και τότε τα παιδία της δίδει τους διά να φάσιν Φυσιολ. 37120· το πουλάκι …| όνταν ιδεί τον άνθρωπο να πάγει στη φωλιά ντου,| πώς λακταρίζει, πώς πονεί, μη χάσει τα παιδιά του Π. Ν. Διαθ. φ. 335 α 23· κριάρια πέντε, βαρβάτα πέντε πρόβατα παιδιά χρονιάρικα πέντε Πεντ. Αρ. VII 17· ζ) (με τις κτητ. αντων. μου ή μας σε προσφών. που εκφράζει συμπάθεια, οικειότητα, τρυφερότητα): Τέκνον μου ποθεινότατον, παιδίν μου ηγαπημένον,| οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου Σπαν. A 6. Δώστε κι οι δυο τα χέρια σας φιλήσετε, παιδιά μου Πανώρ. Ε΄ 345· Τι έχεις, παιδί μου, με λαλεί (ενν. η Μοίρα) κι εχάθης και φοβάσαι; Φαλιέρ., Ιστ.2 267· Μην λυπάσαι, Διγενή μου,| μην ταράττεσαι, παιδί μου·| η καρδιά σου μην λυπάται Διγ. O 2516· (εδώ σε επίπληξη): αυτά εθάρρουν εις εσέν, παιδίν μου, να κερδίσω;| ήλπιζα εύρειν θησαυρόν κι ηύρα καρβούνιν μέγα Σπαν. A 28· (εδώ σε αφήγηση): (Πάλιν η γραία η ταλαίπωρος τούτα τους συντυχαίνει)| και μετά την συμπλήρωσιν των δυο χρόνων, παιδιά μου,| ο Λίβιστρος εξέβηκεν και η κόρη εκ το κυνήγιν Λίβ. N 2556· (συχνά σε έναρθρ. κλητ.): Τότε τους ερμηνεύει (ενν. ο γέρων):| «Ακούετε, τα παιδιά μου …» Πτωχολ. P 57· ω Ισαάκ, ξύπνησε, το παιδί μου,| ξύπνησε, γείρου να ντυθείς, που να ’χεις την ευκή μου Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 479. 2) (Προκ. για συγγένεια εξ αγχιστείας) α) γαμπρός: δείξει (ενν. ο βασιλεύς) τό ήθελεν καλά του μισίρ Ντζεφρέ εκείνου,| το πως το έποικε άσκημον …| την θυγατέρα του να ευλογηθεί άνευ θελήματός του (παραλ. 5 στ.)· … ο μισίρ Ντζεφρές …| ως φρόνιμος … οπού ήτον (παραλ. 1 στ.) … μαντατοφόρους στέλνει| εκείσε εις τον βασιλέαν …,| παρακαλεί … να του έχει συμπαθήσει| σ’ εκείνο οπού έποικεν κι εγίνετον παιδί του Χρον. Μορ. H 2547· β) νύφη: για παιδί μου το λοιπό και νύφη ποθητή μου| εγώ την Πετρονέλα μου παίρνω με την ευκή μου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 287· Πλιότερα θα την αγαπώ τώρα, γιατί παιδί μου| θε να την κάμω, σα θωρείς, και νύφην ακριβή μου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 201. 3) (Μεταφ.) α) (σε περίφραση, για πρόσωπο που κατάγεται από κάπ. τόπο): Πολλά μεγάλη δύναμην έχει ο Καραμανίτης,| πλιας τέχνης και πλιας μαστοριάς είν’ το παιδί της Κρήτης Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1068· (στον πληθ., για λαό που κατοικεί σε κάπ. τόπο ή σε σχέση με το γενάρχη του): εσήκωσεν ο Ιαακώβ τα παιδάρια του και εδιάβην εις ηγή παιδιά της Ανατολής Πεντ. Γέν. XXIX 59· εκαταδούλωσαν η Αίγυφτο τα παιδιά του Ισραέλ με σκληρότητα Πεντ. Έξ. I 12· σύρε και να σε απεστείλω προς τον Φαρώ και έβγαλε τον λαό μου παιδιά του Ισραέλ από την Αίγυφτο Πεντ. Έξ. III 10· εσύντυχεν ο Κύριος προς τον Μοσέ και προς τον Ααρών τον ειπεί: «Σήκωσε το κεφάλι παιδιά του Κεάθ από μεσοθιό παιδιά του Λεβί εις τις γενεές τους, εις το σπίτι των γονεών τους» Πεντ. Αρ. IV 2· β) (ως χαρακτηρισμός προσώπου· με γεν. ονόμ. φανταστικού ή μυθικού προσώπου ή αφηρημένου ουσ., που δίνει μια ξεχωριστή ιδιότητα στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται): Καίσαρε, μη ονειρεύγεσαι, τέρατα μη λογιάζεις| πως είναι ετούτα τα παιδιά του Άδη, καθώς τα κράζεις| ετούτα είναι ορφανά από μάννα και πατέρα| και την περίσσα πίκραν τους στα πόδια σου εφέρα Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 176· Ο ξένος πάλιν λέγειν την: «Μάννα, παρακαλώ σε,| τις έναι, πώς την λέγουσιν και τι έναι η κόρη;» «Της δυστυχίας έναι παιδί, αναθροφή και πράγμαν| και εις κόσμον την απέστειλε να ίδει τους δυστυχούντας» Λόγ. παρηγ. L 298· Ο Διγενής του Κίνναμου λέγει: «δε σε σκοτώνω,| κοιτούμενο εις την ηγή …| Αλλά σηκώσου αφ’ την γη αν είσαι παλληκάρι| να ξαναπολεμήσομεν ωσάν παιδιά του Άρη» Διγ. O 2635· Θόδωρε, ξόμπλι τσ’ ευγενειάς και τση τιμής καρφίχτης,| απού ολωνώ των αρετώ παιδί πως είσαι δείχτεις,| χίλια καλώς επρόβαλες Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 620· Ώφου, παιδί τσ’ απακοής, πού μέλλεις να στρατέψεις; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 347· γ) (για άτομα που ανήκουν σε μια ομάδα· εδώ μαθητές): τα ’γραψα εις την φυλακήν διά τες αρχιές μαυλίστριες …| και τα παιδία του σκολειού πολλά τα τραγουδούσαν Σαχλ., Αφήγ. 112· Ω στύλε μέγιστε της Εκκλησίας, πώς έπεσες; Τάχα να ακούεις τες φωνές μας; Τάχα να αισθάνεσαι τα δάκρυά μας; Τάχα να γροικάς τους στεναγμούς μας, το ώχου και την θλίψιν των παιδίων σου; Χίκα, Μονωδ. 39186· δ) (προκ. για τους πιστούς που ανήκουν στο ποίμνιο ενός ιερέα): Ο πάπας … μήνυσέν του (ενν. του ρήγα): «Παιδίν μου γλυκύν, εκείνοι όπου μηνιάζουνται εις το θέλημα είναι εκείνονε όπου τους μηνιάζουσιν» Μαχ. 2613· ε) (προκ. για τους πιστούς ως τέκνα του Θεού ή της Παναγίας): φυλακές και βάσανα διά το όνομά σου (ενν. Κύριε),| όλα τα υπομένομεν, ότ’ είμεστε παιδιά σου Ιστ. Βλαχ. 2614· παιδιά εσείς του Κύριου του Θεού σας Πεντ. Δευτ. XIV 1· στείλε τη χάρη σου σ’ εμάς, αγιότατη Μαρία,| να ’χομε μοίρα εις εσέ, ως μάννα στα παιδία (παραλ. 6 στ.). Λοιπό, μητέρα μας γλυκιά, στρέψε προς τα παιδιά σου,| φίλησε και συργούλισε, βάλε τα στην ποδιά σου| και την ελεημοσύνη σου δώσ’ τωνε να βυζάσου Π. Ν. Διαθ. φ. 335α 10. 4) Νέος ακόλουθος· φίλος: αναπετώ την τέντα μου, σταίνω το φλάμουλόν μου,| συνάγω τα παιδία μου τα συνομήλικά μου,| δίδω βουλήν να μείνομεν πάλιν εις αυτόν τον τόπον Λίβ. P 509· βάνουν και δώδεκα παιδιά με τούτον (ενν. τον Πάριν) εις τον πύργον,| πρώτων αρχόντων ευγενών, όμοιοι σαν εκείνον,| λιθαρωτά, πανεύμορφα το εικοστόν το έτος Βυζ. Ιλιάδ. 355. 5) (Προκ. για άνθρωπο απερίσκεπτο, επιπόλαιο): Την όρεξή της (ενν. της γυνής σου) τσάκιζε, μηδέν βαλθεί και θέλει| τραγούδια, γάμους και χορούς και γλυκαθεί το μέλι.| Ωσάν το κάμνει η μέλισσα, θέλει πνιγεί απέσω,| δεν ξεύρω πλιο τιμητικά τέτοιον αιτιάν να χύσω.| Διατί αυτείνη η σαϊτιά εις την καρδιάν σου φτάνει| και δεν ευρίσκεται ιατρός τέτοιαν πληγήν να γιάνει (παραλ. 2 στ.). Δι’ αυτό ο Μαρκέζης έλεγεν, όποιος και αν γλυτώσει| να τονε κράζουνε παιδί, διότι απ’ ανθρώπου γνώση| δεν είναι μπορεζάμενον τινάς να κολυμπήσει| εις τέτοιον πέλαγος βαθύ και να μηδέν βουλίσει.| Χαρά σ’ αυτείνον που θωρεί τον κίνδυνον εκείνον| και στέκει απόξω και θωρεί καλύτερον τον κρίνον Δεφ., Λόγ. 502. 6) Δούλος· νεαρός υπηρέτης: Διγ. Z 4144, Σφρ., Χρον. (Maisano) 10814· Εκείνη δε μηχάνημαν εσκεύασε και δόλον| και πόρνη τις εγένετο …| ου προς τινάν των ευγενών ουδ’ από των μεγάλων,| αλλά προς ένα μισθαργόν, παιδίν του κηπουρού μας Καλλίμ. 2272. 7) (Σε σχέση με την ηλικία του ανθρώπου) α) μωρό, νήπιο: αυτός επαίρνει το παιδί και φέρνει το στο σπίτιν,| φέρνει το την γυναίκα του, πολλά το καμαρώνει (παραλ. 2 στ.), βυζάνου, θεραπεύουν το, κηδεύουσιν το βρέφος Βυζ. Ιλιάδ. 154· μέσα στη φούστα ευρέθηκε και το παιδίν αυτείνο| και ακόμη δυόμισι χρονώ να μην επέρνα κρίνω Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 561· Καμία εκκλησία ου ψάλλετον, αλλ’ ούδε ελειτουργάτον,| παιδία ουδέν εβάφτιζαν, νεκρούς ουδέν εψάλλαν Χρον. Μορ. P 5966· (προκ. για το Χριστό ως βρέφος): Με το άστρον λοιπόν ήλθον (ενν. οι μάγοι) … και εύρασι το παιδί με την Μαρίαν, την μητέρα του, και προσέπεσαν και επροσκύνησαν Πηγά, Χρυσοπ. 256 (16)· β) παιδί, αγόρι ή κορίτσι: Διήγ. Αλ. V 41, Μαλαξός, Νομοκ. 537· Θρήνος πολύς εγίνηκεν από μικρούς μεγάλους,| γέροντες, βρέφη και παιδιά, παπάδες, διδασκάλους Λίμπον. 462· έκφρ. από παιδίον = από την παιδική ηλικία: Φίλιππον τον ελέγασι … (παραλ. 1 στ.), οποίον τον εθέλασι έχει από παιδίον| κλεμμένον ’κ των γονέων του τα πλήθη των αθλίων Αχέλ. 1195· γ) (ειδικά) αγόρι (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Β΄2 165): τοσούτον δε ηγάπησεν ο λαός πας| ατόν τον υιόν αυτού ως και παιδία ελάλουν το όνομα αυτού και παιδίσκαι Ιστ. πολιτ. 6514· Αφέντης τώρα όρισεν: «Οι γέροντες κι οι γράδες| ας πάσι να μισέψουσι (μόνον μη μπου στσ’ αρμάδες)| παιδιά μικρά και κορασές, γυναίκες παντρεμένες| και τσ’ άντρες τως ν’ αφήσουσιν οι παραπονεμένες» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19416· δ) (προκ. για τον Έρωτα): Πολλά μεγάλην αφεντιά, πολλά μεγάλη χάρη| έχει τ’ ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι·| βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει| και το κακό που μελετά δε μας το φανερώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 274· ε) (συνεκδ.) άγαλμα, ομοίωμα μικρού παιδιού: Εις της Φιοκίνας γύροθεν ιστέκουνται τα ζώδια| και έμορφα και τορνευτά, γυαλόκοπα παιδία Λίβ. Esc. 2484· ϛ) νέος άντρας, παλληκάρι: παιδίν ξανθόν, αρτιγενές, μακρόν τῃ ηλικίᾳ Διγ. (Trapp) Gr. 2210· είχεν η φράσις ούτως δε των τριών παιδιών εκείνων:| «αυθέντη μέγα, βασιλεύς … (παραλ. 1 στ.), ημείς, γινώσκεις βασιλεύ, διά σέναν καρτερούμεν,| ποίον θελήσεις εκ τους τρεις γαβρόν διά να πάρεις» Απολλών. (Wagn.) 285· Δίχως να ηξεύρει η κόρη ή το παιδίν οπού μέλλουν να λάβουν τα μνήστρα, ήγουν την ευχήν και τον ασπασμόν, ουδέν εξιάζουν όσο γενούν εις αυτούς Ασσίζ. 52423· (σε προσφών.): Ευγενικότατον παιδί, που την ζωήν σου δίδεις| για την ζωήν των αλλωνών κι ουδεποσώς την χρήζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [903].
       
  • παίζω,  
    Προδρ. (Eideneier) I 11, 15, Ασσίζ. 1227, Διγ. (Trapp) Gr. 122, Διγ. Z 1156, Βέλθ. 127, 698, Λίβ. P 518, Λίβ. (Lamb.) N 655, 795, Λίβ. N 1130, Αχιλλ. L 274, Αχιλλ. (Smith) O 180, Μαχ. 1769, 2701, 4621, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 329, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 128, Διγ. Άνδρ. 3771, Πεντ. Γέν. XXI 9, Αχέλ. 12, 737, Κυπρ. ερωτ. 1516, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 515, Β΄ 665, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 336, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 270, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15916, 2153, 28524, 39619, κ.π.α.
    Το αρχ. παίζω. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Παίζω α) παιγνίδι: Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 147, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1047], Γ΄ [56]· (προκ. για βιτάλι· για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Α΄ 164): καβαλικεύω το ραβδίν και παίζω το βιτάλιν; Προδρ. (Eideneier) II 26-13 χφ Η κριτ. υπ.· (εδώ σε ιδιάζ. χρ.): να φέρουν (ενν. οι Τούρκοι) το κεφάλι του (ενν. του γενεράλε) έμπροσθεν του βιζίρη| και μπάλα να το παίξουνε του διπλοκακομοίρη! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52516· β) (με την πρόθ. μετά + αιτιατ.): όταν ποιήσουν νεοσσούς (ενν. οι πελεκάνοι), η θηλυκή καθέζει| και βλέπει τα πουλία της και παίζει μετ’ εκείνα Φυσιολ. (Legr.) 791. 2) (Προκ. για άθλημα ή αγώνισμα) συμμετέχω, παίρνω μέρος: Ρέντες και τζούστρες έπαιξα, κανείς ου νίκησέ με Ιμπ. 772· εκεί να ίδεις τον Χορδόν μετά του Παντολέοντος,| πώς κουρταλίζουν εύνοστα και παίζουν και τους πύξους Προδρ. (Eideneier) IV 368· Εκεί να ιδείς παιζόμενον ένδον το σφαιροδρόμιν Προδρ. (Eideneier) IV 366· Οι δε άρχοντες … παίζουσι το τσουγκάνιον Διαθ. Νίκωνος 2251· αφόν εφάγαν (ενν. οι καβαλλάρηδες), εκατέβησαν εις την αρχιεπισκοπήν και επαίζαν την τζάκραν Βουστρ. 430. 3) α) Ερωτοτροπώ: Καλλίμ. 949, 2089· β) συμμετέχω σε ερωτικά παιγνίδια: έλεγόν μου να παίξω με γυναίκας και δεν τως άκουα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 138. 4) α) Παίζω τυχερό παιγνίδι: Περί επισκόπου και των άλλων του κλήρου, οπού να παίζουν χαρτία ή να μεθούν Μαλαξός, Νομοκ. 190 τίτλ.· συμβουλεύω σε τα ζάρια να μη παίζεις| και μετ’ αυτά τα χέρια σου ποτέ να μη τα πιάσεις Σαχλ. N 108· μετά των αρχόντων παίζων ζάρια (ενν. ο πρωτοβεστιάριος) Έκθ. χρον. 284· οπού παίζει τα χαρτιά με τούτον κείνον ’μάδι,| πότε τον βλέπεις κι έν’ πτωχός και πότε έναι ρημάδι Δεφ., Λόγ. 95· Ανάμεσά τους μοίρασαν τα ρούχα τα δικά μου,| τα ζάρια επαίξασιν διά την φορεσιάν μου Παλαμήδ., Ψαλμ. 425· β) διακινδυνεύω κ. σε τυχερό παιγνίδι: όντας απέθανε ο πατέρας του, ό,τι του ηύρε το έπαιξε στα χαρτία Σουμμ., Ρεμπελ. 171· Έπαιξες και τα ρούχα σου και εχάσες τα εις το αζάριν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 121· όταν δεν έχει ο ζαριστής, τα ρούχα του ’μαχεύγει,| και παίζει τα και χριώνεται κι από την χώραν φεύγει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 135. 5) Παίζω μουσικό όργανο: Λίβ. P 1050, Απολλών. 223, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 128, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1017, Βοσκοπ.2 445· (εδώ προκ. για καμπάνα): εις τες μαντίνες το πωρνόν επαίξαν την καμπάνα Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 341· φρ. παίζω τρουμπέτες της νίκης = (σε στρατιωτική χρ.) σαλπίζω νικητήριο σάλπισμα: Τα κούρση όλα ήφερε (ενν. ο Γιλδάσης) στο Κάστρο κι έδειξέ μας·| τρουμπέτες, όταν έμπαινε, της νίκης έπαιξέ μας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 23810. 6) α) (Με αντικ. τη λ. μουσική): Οι μεν να παίζουν μουσικήν και άλλοι να παίζουν λύραν Λίβ. Esc. 931· β) (σε στρατιωτική χρ., με υποκ. μουσικό όργανο) δίνω (μουσικό) παράγγελμα: Εβράδιασε κι οι σάλπιγγες επαίξα να σκολάσου,| οι σκοτωμοί να πάψουσι για τότες, να περάσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1193· το τρουμπέτι έπαιξεν στρέμμαν Μαχ. 6624· (εδώ μεταφ.) Παίξετε θλιβερότατα, σάλπιγγες τους καημούς μας Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 383. 7) α) Χειρίζομαι όπλο· πυροβολώ: οι καβαλάροι τω Φραγκώ με τ’ άλογα γλακούσα,| κι επαίζα τ’ αρκομπούζα τως και των Τουρκώ κτυπούσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20222· τα μουράγια ν’ άφτουσι, να ρίχνουσι μορτάρια,| να παίζουν οι γιανίτσαροι τουφέκια και δοξάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2844· ετρέχασι με πόλεμο τότες να μπούνε μέσα (παραλ. 1 στ.). Να παίζου κόρδες και σπαθιά, δοξάρια και μοσκέτα,| λουμπάρδες, μπόμπες ν’ άφτουσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2927· να παίζου τότες τουφεκιές (ενν. οι χριστιανοί) και λουμπαρδιές να σύρου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15224· (εδώ πρόκ. για το τόξο του Έρωτα): πολλά μεγάλη χάρη| έχει τ’ ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 274· (εδώ προκ. για σκριμίδα μεταφ.): ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Καλά το λέγεις, μα όντας δεις καλή γουλιά στο πιάτο| να θα την πιάσω, το ζιμιό μου λέγεις: «Άσ’ την κάτω!»| ΜΠΡΑΒΟΣ: Να ξέρεις πως κι εκεί καλά κατέχω τη σκριμίδα.| ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Να τηνε παίζει πλια κολλά ποτέ μου άλλο δεν είδα Στάθ. (Martini) Α΄ 124· (εδώ μεταφ.): τ’ αστραποβροντίσματα το νέφαλο ας παίξει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55125· β) (με την πρόθ. με + αιτιατ.): έπαιξεν (ενν. ο παχιάς) τόσον δυνατά με την αντελλαρίαν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 266· γ) (με αντικ. τη λ. κοντάρι) παίρνω μέρος σε κονταροχτύπημα: ξένοι, δικοί να μαζωκτούν, να παίζονν τα κοντάρια Ιμπ. (Legr.) 330· Καβαλικεύει ο Λίβεστρος και παίζει το κοντάριν| μετά τους συντοπίτας του τους εκατόν τούς είχεν Λίβ. N 658· (με τη λ. κονταριές σε διάφ. τ.): να ποίσουν τον Ιμπέριον άδειαν να πολεμήσει,| να παίξουσι τες κονταριές μετά του Αλαμάνου Ιμπ. 411· Ας έλθει οπού έχει θέλημα να παίξει κονταρέας Αχιλλ. N 142· να ’ρθει να παίζει κονταρές, αν τύχει να νικήσει Ιμπ. (Legr.) 407. 8) Πολεμώ, μάχομαι με κάπ.: όπου κι αν εκατάλευκες με χίλιους η αφεντιά σου (παραλ. 1 στ.) και τ’ άλλο μέρος να ’τονε τέσσαρες, πέντε κι έξι| χιλιάδες, και να σμίγετε, να θέλετε τες παίξει,| τους ημισούς εσκότωνε πάραυτα η αφεντιά σου Κορων., Μπούας 149· Επαίζαν (ενν. οι Τούρκοι) και ακτυπούσαν της (ενν. της Αμμοχώστου) με την μεγάλην ζάλην Θρ. Κύπρ. M 726. 9) (Με υποκ. τη λ. μοίρα ή συνώνυμές της) ταλαιπωρώ, βασανίζω: το πώς παίζει τον άτυχον (ενν. η μοίρα), ωσάν παιγνιώτης λύραν Σαχλ., Αφήγ. 26· έδε και τι να ποίσεις| θέλεις ου θέλεις έκδεξαι, παίζει κι εσέν η τύχη Γλυκά, Στ. 312· (σε βυζ. παροιμ.· για το πράγμα βλ. Πολ. Ν., Παροιμ. Β΄ 456): άφες, μη τον ζηλεύεις,| η άρκος μετ’ εσέν παίζει· να παίξει και μετ’ αύτον Γλυκά, Στ. 369. 10) α) Κοροϊδεύω, περιπαίζω: Πως με γελάς και παίζεις με, το λόγιασα περίσσα Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [72]· κρυφογελούν τον (έκδ. κρυφογελούνται· διορθώσ.· βλ. κρυφογελώ) δε κρυφά (ενν. εκείνον οπού ψάλλει), παίζουν τον σαν κοπέλες Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 222· Ζητώ τη φαμελία μου αυτείνος να μου δώσει,| αυτείνος δεν προσδέχεται να μου την παραδώσει·| και να του δώσω έταξα πράμα πολύ μεγάλο,| κι εκείνος με περηφανεί, παίζει με δίχως άλλο Αλεξ. 1312· κείνος οπού ’ρέγεται ως διά να την πηδήσει (παραλ. 11 στ.) τυφλώνει (ενν. η πολιτική) και εγδέρνει τον, παίζει τον και γελά τον Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 292· β) πειράζω, ενοχλώ: μία χήρα άπορος …| είχεν και όρνιθαν χοντρή κι ελάλιε την Καβάκαν (παραλ. 6 στ.)· … έχει κάτον η γραία,| χοντρόν κοτσάκιν κόκκινον την τρίχα μου (ενν. της αλουπούς) ομοιάζει (παραλ. 6 στ.)· θεωρεί η γραία πως έρχομαι, έχει το κάτος έναι (παραλ. 5 στ.). Εγώ καλοζυγώνω την και πιάνω την Καβάκα,| θεωρεί η γραία και λέγει με: «Την αδελφή σου παίζεις;» Συναξ. γαδ. (Pochert) 184· γ) (με τις προθ. με, μετά + αιτιατ.) αστειεύομαι με κάπ., δεν τον παίρνω στα σοβαρά: Βασιλιός αληθινός εφάνηκα ’ς καθένα,| να μην αποκοτά ποτέ να παίζει μετά μένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 256· μπορούσι να θωρούσι| κι οι άλλοι, οπού στω βασιλιώ τα σπίτια κατοικούσι,| το θάνατό του (ενν. του Πανάρετου) το σκληρό, να τρέμου σαν καλάμι| να παίζου με τσι βασιλιούς σε τέτοιο τρόπο αντάμι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 238· δ) χλευάζω, γελοιοποιώ: τα κοπέλια ευρίσκουν σε, δένουν σε με το ράμμαν| και το χωρίον γυρίζουν σε, τον θάνατόν σου παίζουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 98 χφφ ΑΖ κριτ. υπ.· να ’ρίσει ο σκύλος τα σκυλιά να με κακολογήσουν,| να παίξουσιν το στέμμα μου, να βρίσουν την τιμήν μου Ανακάλ. 51· ηθέλησε (ενν. ο σουλτάν Μεχεμέτης) να παίξει το αγγελικό σχήμα των καλογήρων Δωρ. Μον. (Βαλ.) 45· ε) διασκεδάζω κάπ.: να τους παίζει (ενν. η καμήλα) να γελούν, να τους παραμυθίζει Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 85. 11) α) Εξαπατώ, ξεγελώ: Ακόμη άλλην αίρεσιν έχουσιν οι τοιούτοι (παραλ. 5 στ.). Ω της απανθρωπότητος, ουαί της δυστυχίας,| πώς τους πλανά και παίζει τους εχθρός της αλήθειας Ιστ. Βλαχ. 1736· οι Τούρκοι μάς επαίζασι εκείνη την ημέρα,| το πως εγελαστήκαμε κι εβάλαμε παντιέρα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2223· Όλους γελάς και παίζεις τους (ενν. κόσμε δολερέ) με τα πλανέματά σου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 117· β) (με υποκ. τη λ. οίνος) μεθώ, ζαλίζω: Πόσους ο οίνος έπαιξεν οι οφθαλμοί το δείχνουν Ημερολ. 16. 12) Κουνώ, σείω: Ένα δεντρόν ευρίσκετο σε κήπον ωριωμένο,| μα ’χε τις ρίζες του γδυμνές κι ήτον και μαδισμένο (παραλ. 1 στ.), … το ’παιζεν ο άνεμος ωσάν λιανό καλάμι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13423· συντροφιές εμπαίνασι κι επαίζαν τες παντιέρες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2454· την ουράν του (ενν. ο σκύλος) άρχισε να σείει, να την παίζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1286· Κάθοντας … επάνω εις το φαρίν (ενν. ο Κωνσταντίνος) έπαιζεν μοναχός του το κοντάριν του Διγ. Άνδρ. 31913· Ο δε Βούλγαρης ήτον δυνατός …, είδεν το κορμίν του Βασιλείου, γυρίζει το και παίζει το απάνω και κάτω και κατεφρόνησέ τον Hist. imp. C 98· φρ. παίζω κοντογύρισμα = κάνω ελιγμό: απαίρω το σκουπόραβδον γοργόν από την χρείαν| παρακαλών, ευχόμενος και δυσωπών και λέγων:| «Πανάχραντέ μου, κράτει την, εμπόδιζε, Χριστέ μου,| μη παίξει κοντογύρισμα και επάρει το ραβδίν μου …» Προδρ. (Eideneier) I 176. 13) (Με αντικ. τη λ. άλογο) ιππεύω: όταν σηκωθείς ποτέ από τραπέζης,| το άλογόν σου πρόσεχε ότι να μην το παίζεις (παραλ. 2 στ.), μόνον να βγαίνεις νηστικός να περιδιαβάσεις| και παίξε και το άλογον ώστε που να χορτάσεις Ιστ. Βλαχ. 2134, 2138· Στον Διγενή πάνω ’ρχουνταν (ενν. η Μαξιμίλλα) κι έπαιζεν τ’ άλογό της Διγ. O 2919. Β´ Αμτβ. 1) Παίζω: Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1042], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4522, Καλλίμ. 1320· (ειρων.): ο μαρκέζης Μάντουας τον ζήτησε (ενν. τον καπετάνιο που είχε συλλάβει ο κόντες) του κόντου,| διατί του ήταν γενεά κι είχε τον ιδικόν του.| Κι ο κόντος τον εχάρισε διά όνομα μαρκέζη,| μα αν ήτον άλλος παρ’ αυτόν, του ’θελε πει να παίζει Κορων., Μπούας 11· (μεταφ.): αφότου κουρταλίσουσιν και παίξουσιν ως το έθος (ενν. τα κρομμύδια μέσα στο κακκάβι) Προδρ. (Eideneier) IV 370· (πρόκ. για πουλί) πετώ εδώ κι εκεί: Αι άλλες πάλιν ήσαν ελεύθερες εις το πέτασμα και έπαιζαν και έκαμναν κύκλους και πάλιν εκάθιζαν εις τα δένδρα Διγ. Άνδρ. 3756. 2) Χορεύω: Αλεξ. 2728, Πεντ. Έξ. XXXII 6, Διγ. Άνδρ. 4036. 3) α) Διασκεδάζω: εκεί (ενν. εις την βρύσην) παίζουσα (ενν. η κόρη) και βρέχουσα (ενν. τα ποδάρια της), παρευθύς ευρέθη ένας δράκων Διγ. Άνδρ. 37523‑4· Του Μερκουρίου δε ο νους δεν ήτον στο τραπέζι,| ούτ’ εις φαγίν ούτ’ εις ποτόν να κάθεται να παίζει Κορων., Μπούας 15· (ειρων.): Παίζεις τοιαύτα ακούων, ω ιερεύ; Έχεις νουν; ειπέ μοι Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 721· β) (προκ, για στίχο) έχω διασκεδαστικό, ψυχαγωγικό περιεχόμενο: ουκ είχον ουν ο δύστηνος το τι προσαγαγείν σοι (παραλ. 2 στ.), ειμή τινάς πολιτικούς αμέτρους πάλιν στίχους,| συνεσταλμένους, παίζοντας, αλλ’ ουκ αναισχυντώντας Προδρ. (Eideneier) I 10· γ) (Προκ. για μάτια) φανερώνω παιγνιδιάρικη, εύθυμη διάθεση: τα ομμάτια του (ενν. του Ιμπέριου) ολόμαυρα χαμογελούν και παίζουν Ιμπ. 84· δ) αστειεύομαι: όσοι χριστιανοί υπάσιν εις γάμον οπού γίνεται, σεμνά και έντιμα να κάθουνται, μηδέ να χορεύουσιν μηδέ να παίζουσιν μηδέ να γελούσιν άσεμνα Νομοκριτ. 71· βάλε στρατηγόν εις ταύτα τον μαρκέζη| τον θαυμαστόν της Μάντουας, που ’ς πόλεμον δεν παίζει,| αλλά με γνώσιν και ανδρειάν δείχνει το τι αχρήζει Κορων., Μπούας 58· Τούτον τον λόγον ει μεν τις ούτως απλώς νοήσει| προς μόνον το φαινόμενον, ουδέν σπουδαίον έχει,| αλλ’ ή χυδαίον νόμιμον παιζούσης θεωρίας Γλυκά, Αναγ. 248. 4) α) Ερωτοτροπώ: Ημερολ. 66, Διγ. Άνδρ. 39618· β) επιδίδομαι σε ερωτικά παιγνίδια: Εγώ δε ωσάν εξύπνησα από τον ύπνον, επίασα και εστολίζουμουν … και εκάθουμουν και επάντεχα τον νέον να παίξομεν ως είμεσθεν συνηθισμένοι Διγ. Άνδρ. 3701· φρ. παίξε γέλασε = (εδώ) διασκέδαση με ερωτικό σύντροφο: θέτομε αγκαλιασμένοι εγώ κι εκείνη| και με το παίξε γέλασε αρχινίζει| όλη η ανατολή να κοκκινίζει Βοσκοπ.2 227. 5) α) (Προκ. για μουσικό όργανο) παράγω ήχο· εκτελώ μουσικό κομμάτι: Βιολιά να παίζου, τσίτερες, λαγούτα να λαλούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 57017· άρχεψαν τα όργανα και παίξαν οι τυμπάνοι Βίος Δημ. Μοσχ. 450· β) (σε στρατιωτική χρ.) δίνω παράγγελμα: στην τριντζέρα οληνυκτίς στέκουσι κι αγρυπνούσι| όντε οι τρουμπέτες παίξουσι, στον πόλεμο να βγούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19026· ευθύς τον καπετάν-πασά θωρούσι (ενν. οι Παριανοί)| και ήρχετο μέσα με όλη την αρμάδα (παραλ. 1 στ.) και οι σάλπιγγες επαίζαν και ελαλούσαν| και άλλα πολλά παιγνίδια οπού βαστούσαν Λεηλ. Παροικ. 309· όνταν έπαιξεν η τρουμπέτα τη νύκταν εκείνην της Κυριακής, εκαβαλλίκεψεν ο ρήγας και ο πρίντζης και ο κοντοστάβλης Μαχ. 36415. 6) (Προκ. για όπλο) βρίσκομαι σε χρήση: Εβρυάζασιν οι τουφεκιές κι επαίζαν τα δοξάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38821· Πού ’σαι, Γιλδάση ευγενικέ, και πού ’ναι η κατεχιά σου ’ς τούτη τη μάχη να σταθείς, να παίξουν τ’ άρματά σου; Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 31312. 7) (Προκ. για τη γνώση, τη φρόνηση) ενεργοποιούμαι, λειτουργώ: μη δώσεις κακόν αντί κακού, συγκέρνα τον εχθρόν σου,| συμπαρηγού απ’ αύτον σου, η γνώσις σου ας παίξει Σπαν. (Μαυρ.) P 94· Να παίξει η φρόνεψή σου| θέλω σε τούτη τη δουλειά κι εσέ και τσ’ αδερφής σου Στάθ. (Martini) Α΄ 159· Στέκει, διαλογίζεται πώς να τους ταπεινώσει| και λέγει τότε μέσα του: «Τώρα να παίξει η γνώση» Γαδ. διήγ. (Pochert) 10η. 8) (Προκ. για άλογο) καλπάζω με ιδιαίτερη επιδεξιότητα: Ο φάρας έπαιζεν τερπνώς πάντας υπερεκπλήττων,| τους γαρ πόδας τούς τέσσαρας εις έν επισυνάγων,| καθάπερ ως εν μηχανῄ εκάθητο εκείσε,| άλλοτε δε εφαίνετο λεπτοπυκνοβαδίζων,| ως δοκείν μη περιπατείν, αλλά χαμαί πετάσθαι Διγ. (Trapp) Gr. 137· ανέβην, εκατέβηκε να παίζει το φαρίν μου Λίβ. Sc. 11ρ2· Το άλογον ήτον άγριον και επιτήδειον να παίζει Διγ. Άνδρ. 34717· IΙ. (Μέσ.) Διασκεδάζω: ήτον (ενν. ο Αίας) αφροντιστικός, ελαφρός από λόγια,| πολλά πάντα επαίζετον μετά χαράς εκείνος Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 2107 (Δωδώνη 8, 1979, 366). Φρ. 1) Παίζω λεβάδα, βλ. λεβάδα Φρ. 2. 2) Παίζω τα μάτια = κοιτάζω δεξιά αριστερά, προς όλες τις κατευθύνσεις: ώρες τες βάρδιες έλλασσα κι ώρες εις τη ντεστέζα| εσύρνουμου, κι αποδεκεί τα μάτια μόνο επαίζα,| κι αποδεκεί των ήσυρνα συχνιά κατά τα νάτα| πόντες, μαντρέτα, στρογγυλά, ροβέρσα, σγαλεμπράτα Στάθ. (Martini) Γ΄ 32. 3) Παίζω με το μάτι, βλ. ομμάτιον Φρ. 17. 4) Παίζω την πεζάλαν = βαδίζω, πηγαίνω με τα πόδια: ειδέ και αφήσουν με ποτέ (ενν. οι ηγούμενοι) να έκβω προς ολίγον,| ως μυλωνάς εξέρχομαι καί παίζω την πεζάλαν Προδρ. (Eideneier) IV 312. 5) Παίζω και πηδώ = εκδηλώνω έντονη χαρά: οι Τούρκοι σαν το μάθανε, χαρές πολλές αρχίζου (παραλ. 1 στ.), πως ο Γιλδάσης έφυγε και πλιο δεν πολεμάει (παραλ. 1 στ.). Επαίζαν κι επηδούσανε, πως εξελυτρωθήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 30513· Κάτω παν οι γυναίκες μας … (παραλ. 1 στ.), … οι Τούρκοι τσι θωρούσι| πως στο καράβι μπαίνουσι, παίζουσι και πηδούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22510.
       
  • πάλιν,  
    επίρρ., Προδρ. (Eideneier) I 9, 141, 204, III 233, IV 171, 516, Καλλίμ. 2109, 2113, Διγ. Z 1099, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 605, 1322, 1735, Χρον. Μορ. P 421, 3256, 4116, Λίβ. P 601, 1086, Λίβ. Sc. 495, 1184, Λίβ. Esc. 754, 892, Λίβ. N 3048, Αχιλλ. (Smith) O 164, 240, 333, Απόκοπ.2 80, 131, 224, 398, Κυπρ. ερωτ. 9440, 9442, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19819, κ.π.α.· επάλι, Διήγ. ωραιότ. 602· πάλε, Προδρ. (Eideneier) IV 248-14 χφ Ρ κριτ. υπ., Χρον. Μορ. H 868, 5900, 6482, 6621, 7097, 7561, Φλώρ. 1370, Λίβ. P 1002, Λίβ. Sc. 477, Λίβ. Esc. 888, 2053, Λίβ. (Lamb.) N 628, 882, Λίβ. N 1709, 2259, Αχιλλ. (Smith) O 333, 410, Χρον. Τόκκων 507, 616, 759, 1931, 2752, 3176, Μαχ. 21016, 25219, 3122, 51425, 58822, Βουστρ. 525, 543, Κυπρ. ερωτ. 118, 334, 484, 668, 10612, Πανώρ. Α΄ 276 κριτ. υπ., Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 130, Δ΄ 328, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 49510, 51626, 52121, κ.α.· πάλεν, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 808 κριτ. υπ.· πάλες, Βουστρ. 516· πάλι, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 369, Χρον. Μορ. P 3772, Φλώρ. 99, Λίβ. Esc. 876, Μαχ. 2643, Πανώρ. Α΄ 290, 330, Β΄ 245, 256, Γ΄ 585, Δ΄ 19, 54, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 202, 257, Β΄ 173, Γ΄ 59, 122, Δ΄ 90, Ε΄ 313, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 235, 827, 1039, 1292, Β΄ 185, 254, 311, Γ΄ 185, κ.π.α.
    Το αρχ. επίρρ. πάλιν. Ο τ. πάλε, για τον οποίο βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 343, στο Somav. (λ. πάλαι), σε έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 9, 1971, 164), στον Κατσαΐτ., Θυ. Α΄ 55, Δ΄ 236 κ.α., και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 710, Λουκά, Γλωσσάρ., και Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Ο τ. πάλι ήδη μτγν. (L‑S, λ. πάλι) και σήμ. Διάφ. τ. της λ. σημ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.).
    1) (Τοπ., συνηθέστ. με ρ. κίνησης) πίσω, προς τα πίσω α) Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 310· Ετότες από το φορτί έξω λαός εβγαίνει| εισέ βοήθεια τω Ρωμιώ, κι ήτονε μπορεμένοι,| κι εδώκασιν απάνω τους, πάλι να τους γυρίσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 45613· το λοιπόν αυθέντης του τοπού στέλλει τους άρχοντάς του,| να τον παρακαλέσουν να εβγεί …| να φαν αντάμα οι δύο αφέντες και πάλι ας μισέψει Απολλών. 634· β) (πλεοναστικά, με ρ. που ήδη περικλείουν την έννοια «πίσω»· πβ. Bauer, Wört., στη λ. 1α): Προδρ. (Eideneier) I 232, Σφρ., Χρον. (Maisano) 2017. 2) (Χρον.) ξανά, πάλι, εκ νέου, ακόμη μία φορά α) (για να δηλωθεί επανάληψη μιας πράξης ή επιστροφή σε προηγούμενη κατάσταση): Διγ. Z 3144, Λόγ. παρηγ. L 301, 302· τώρα δείχνουνται εδώ των γυναικών οι φύσεις,| οπού τον Θεόν παρακαλώ όλας να τας ποντίσει| και εις του διαβόλου τον δεσμόν καμία να μη τον γλύσει·| και των ανθρώπων την φυλήν πάλε να την συστήσει Συναξ. γυν. 44· α δε σου φτιάσει την πληγήν αυτείνο το βοτάνι,| ομπρός οπίσω φίλησε και πάλι θέλεις γιάνει Φαλιέρ., Ιστ.2 656· Ανέναι και τη θάλασσα βλέπομε τη μεγάλη| πως, α φουσκώσει μια βολά, καλοσυνεύγει πάλι Πανώρ. Β΄ 258· Αλλά περάσοντας μίαν ώραν εχάθην η μυρωδιά, και ήρθεν πάλε βρόμος ωσάν πρώτα Διήγ. πανωφ. 57· β) (πλεοναστικά, με ρ. που ήδη περικλείουν την έννοια «ξανά»): μ’ αναστεναμούς πολλούς να ξαναλέγεις πάλι Πανώρ. Γ΄ 175· ’ς τούτη τη μάχη σήμερο πα ξαναμπούμε πάλι Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ΄ 76· γ) (στην αρχή αφήγησης για να εισαγάγει τη συνέχεια ενός κεφαλαίου, η εξιστόρηση του οποίου είχε διακοπεί· βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 260]): Πάλε να έλθομεν εις τό ετραβενίασεν διά το πταίσμαν της ρήγαινας Μαχ. 21825· Πάλε ας έρτομεν εις τον ρήγα Μαχ. 23014· Ενταύτα παύομαι απ’ εδώ να γράφω και να λέγω| περί του Αλαμάνου εκεινού … (παραλ. 2 στ.) και θέλω πάλε να στραφώ και να σας αφηγήσω| την πράξιν όπου έποικεν ο μέγας ρόι Κάρλος Χρον. Μορ. H 6817· φρ. αλλάζω πάλιν τον λόγον σε κ., βλ. αλλάσσω Α΄ 1α· δ) (σε ιδιάζ. χρ., για να δώσει έμφαση): Πείνα μου, πάλιν πείνα μου, και δεύτερον σε γράφω Προδρ. (Eideneier) III 273-7 χφ Ρ κριτ. υπ.· Κάπα μου, πάλιν κάπα μου, παλαιοχαρβαλωμένη Προδρ. (Eideneier) III 273-64 χφφ ΡΚ κριτ. υπ.· Τσαφαροσκέλη πελαργέ, καμηλοπερπατάρη,| γριζόχροε, γριζόφορε, πάλιν δρεπανομύτα Πουλολ. (Τσαβαρή)2 24· Παώνιν τσεπροπόδαρον, Φράγκε με το καπούτσιν| και πάλιν χήρα θλιβερή μετά μοιρολογίων| εγείρου, φύγε Πουλολ. (Τσαβαρή)2 134· (εδώ στο τέλος μιας μεγάλης αφήγησης): Μανόλης Σκλάβος με σπουδή …,| τούτα τα δίστιχα έβγαλα …| Ως εδεπά τελειώνουνται…| τα βέρσα τούτα πο ’καμα …| Τέλος της Κρήτης ο χαλασμός και πάλι τέλος Σκλάβ. 284· πατρί και υιῴ και πνεύματι δόξα και πάλιν δόξα Προδρ. (Eideneier) IV 665-6 χφ Ρ κριτ. υπ. 3) (Με αντιθετική σημασ.) α) (μόνο του ή έπειτα από ονόματα προσώπων και προσωπικές αντων.· βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 226-7) εξάλλου, από το άλλο μέρος, όμως: Αππέξω ορδινιάζασιν τούρκοι μεν συγχυσμένοι,| αππέσω πάλιν το λοιπόν πάσχουν οι ανδρειωμένοι Θρ. Κύπρ. M 686· τα κεφάλια έκοψαν (ενν. οι άρχοντες του Σπάτα ) εκείνων των πιασμένων,| εις τον δούκαν τα απέστειλαν εις την Κεφαλλονίαν.| Πολλά των ευκαρίστησεν ο δούκας ο αυθέντης (παραλ. 1 στ.). Ο Σπάτας πάλε εθλίβηκεν πολλά και ελυπάτον Χρον. Τόκκων 111· Έλα εσύ εκ την μίαν μερέαν κι εγώ πάλε απ’ την άλλην Χρον. Μορ. H 7001· εκείνοι τα λαβράκια και τους τρανούς κεφάλους (παραλ. 2 στ.), ημείς δε πάλιν τρώγομεν αυτό το πώς το λέγουν Προδρ. (Eideneier) IV 412· β) (συνοδευόμενο από τους συνδ. και ή μα σε υποθ. πρόταση που αποτελεί αντίθεση προς μια προηγ. υποθ. πρόταση· βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 226-7) αν όμως: ανίσως και η αυτή Ντιάνα,η θυγατέρα μου και λεγαταριά μου, ήθελεν αφήσει παιδί γή παιδιά στο θάνατόν τση … να μπορούσιν οι άνωθεν τόποι και χωριά απού τση αφήνω να ’πομένουσι στα παιδιά τση … Πάλι και ήθελε αποθάνει διχώς κληρονομιά να μπορεί ο άρχος τση, αν ήθελε ζει, να ουζουφρουτουάρει τσι αυτούς τόπους Διαθ. 17. αι. 3101· αν ήθελεν ευρεθεί τινάς … αφορμή να μισέψει ο λεγόμενος καλόγερος, να μπορεί να πλερώνεται ό,τι αγομέντα θέλει έχει καμωμένα στο άνωθεν μοναστήρι· πάλι και ήθελεν μισέψει δίχως αφορμή, να χάνει ό,τι κόπους και αγομέντα έκαμεν στο λεγόμενον μοναστήριν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 15513· γ) (μόνο του ή συνηθέστερα με το και ή το μα σε πρόταση, το περιεχόμενο της οποίας εκφράζει ισχυρή αντίθεση προς μια κατάσταση ή όρους που εκφράζει μια άλλη προηγ. πρόταση· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 226-7) μολαταύτα, εντούτοις, παρ’ όλ’ αυτά: αρνούμαι την αγάπη μου να δείξω τση κεράς μου| και πάλι δε μπορώ να πω «πάψε» τση πεθυμιάς μου,| μα συχναλλάσσω λογισμό Πανώρ. Α΄ 212· Εκείνος τότε είπε την: «Γιατί με ονειδίζεις;| Εγώ ’μαι που σε έκρυψα και πάλ’ εμένα βρίζεις;» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 12624· βιβλίον τού εταίριαζεν μεγάλον να του ποίσω,| μα πάλε παρατρέχω τα, γιατί θεν ν’ αρχινίσω Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 374· Μ’ ανίσως κι έμπει κάτεχε ο πόθος στην καρδιάν σου,| τώρα που νιος ευρίσκεσαι και μες στην ευμορφιάν σου,| και πόνους κι αναστεναγμούς σε κάμει να γνωρίσεις,| πάλε με χίλιες γαλιφιές, κάνει να ξαναζήσεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [136]· ελόγιασα να σκοτωθώ, ήρθε μου να γλακήσω (παραλ. 1 στ.). Μα πάλι δεν ηθέλησα να χάσω τη ζωή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 217. 4) (Για να δηλωθεί αμοιβαιότητα, διαδοχή, χρονική ακολουθία) με τη σειρά, στη συνέχεια, έπειτα: Βλέπεις τον Κροίσον τον λαμπρόν και μέγαν βασιλέαν| το πώς εκατεδούλωσεν τον Σόλωνα τον μέγαν| και ο Κύρος πάλε ο βασιλεύς υπόταξεν τον Κροίσον; Ντελλαπ., Ερωτήμ. 609· ο Πώρος τον απεκρίθη και είπε πάλε του Φιλόνη Διήγ. Αλ. E (Konst.) 9314· Μη την κατ’ όψιν κρίνατε κρίσιν, αλλά δικαίαν·| εν ῳ γαρ κρίμα κρίνατε εσείς πάλε κριθείτε| κι εν ῳ μέτρῳ μετρείτε εσείς πάλε να μετρηθείτε Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1121. 5) (Με προσθετική σημασ.) ακόμη, επίσης, επιπλέον α) … εθλίβη το μεγάλως (ενν. ο πρίγκηπας)·| το πρώτον διά την ακοήν όπου είχεν εις τον κόσμον,| ότι ήτον καλλιότερος εις όλους τους στρατιώτες (παραλ. 1 στ.) και πάλε, διατό εμέτεχεν και ήτον ανεψίος του| κι απίστησεν τον αφέντη του κι εδιάβη στον εχτρόν του Χρον. Μορ. H 3256· διατό είμεθεν και γείτονες κι αρμόζει να βοηθούμεν| ο είς τον άλλον γείτονα ό,τι του κάμνει χρεία·| και πάλε διά το σύνηθες όπου έχουσιν οι Φράγκοι| και τρέχουν πάντα εις τα άρματα Χρον. Μορ. H 8952· (εδώ σε προεξαγγελτική παράθεση): πάλε άλλο χειρότερον, χείρον των χειροτέρων,| με τριακόσιους εκέρδισε χιλιάδες δεκαπέντε Χρον. Μορ. H 5010· β) (για να εισαγάγει νέο κεφάλαιο στην αφήγηση): Πάλιν πώς εσκοτώθηκεν ο Κύρος άκουσέ το Ντελλαπ., Ερωτήμ. 611· Άλλος πάλιν παμφρόνιμος ήκουσε από κάπου (παραλ. 1 στ.) πως ζει ο κόραξ περισσούς χρόνους διακοσίους Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. δ΄ 1.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης