Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- γεώμορον
- το, Γράμματα Μετεώρ. 3920· γήμορον, Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 291.
Από το αρχ. ουσ. γεωμόρος. Πβ. L‑S (λ. γημόριον) και Ησύχ. (λ. γεωμόριον). Βλ. και Δημητράκ.
1) Το ποσό του καρπού που δίνει ο καλλιεργητής στον ιδιοκτήτη κτήματος (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ.): ειμή και μόνον τούτο εκτελείν η παρούσα τοιαύτη αγία μονή χάριν γεωμόρου και αμπελοπάκτου Γράμματα Μετεώρ. 3920. 2) Μερίδιο γης (Πβ. Ησύχ., λ. γεωμόριον): αναβολή των καρπών, ήγουν γήμορον Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 291.
γιαλί(ν)- το, Διγ. A 256, 257, Mevlānā 26, Φλώρ. 1295, Λίβ. Esc. 2455, Λίβ. N 2156, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15612, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 168, Παϊσ., Ιστ. Σινά 418, Ερωτόκρ. Β΄ 2303, Δ΄ 607, 1667, Ευγέν. Πρόλ. 54, Στάθ. Α΄ 238, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [26], Ζήν. Ε΄ 89, Τζάνε, Κρ. πόλ. 47311· γιαλίον, Προδρ. III 403α (χφ V) (κριτ. υπ.), Συναξ. γυν. 526· διαλίν, Λίβ. Esc. 2497· υαλίν, Ιατροσ. κώδ. χβ΄, Λίβ. P 1021, Λίβ. Sc. 1319, Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 292· υάλιον, Προδρ. III 403α (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 2413, 43728, 4923, Παϊσ., Ιστ. Σινά 542· υέλιον, Προδρ. III 403α (χφ g) (κριτ. υπ.), Notizb. 9.
To ουσ. υάλιον (υποκορ. του αρχ. ουσ. ύαλος) (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. γυαλί).
1) α) Γιαλί (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γυαλί 1): σαν το γυαλί ραΐζουσι, σαν τον καπνό διαβαίνου Ερωτόκρ. Δ΄ 607· τω ρηγάδων η καρδιά ωσά γιαλίν ερράγη Ερωτόκρ. Δ΄ 1667· αυτοί τού είπαν του βασιλέως ότι να βάλει εις το χωνευτήριον χρυσάφι, ... γιαλίν Διήγ. Αγ. Σοφ. 15612· β) (προκ. για το γιαλί που έχουν τα κιάλια) φακός: θέλω ιδεί με τα γιαλιά και δίδει μου την χάριν Ευγέν. Πρόλ. 54· Δύο οκιάλια χρυσωμένα| εθώρου κι είχες και γιαλί δεν ήτονε εις το ένα Στάθ. Α΄ 238· 2) Τζάμι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γυαλί 2): ανάμεσα δε των αυτών υπάρχει φωτιστήρι| μεθ’ υαλίων σφαλιστόν (ωραίον παραθύρι) Παϊσ., Ιστ. Σινά 542· υποκάτωθεν αυτών κύκλωθεν είν’ κτισμένα| θυρίδια δεκατέσσαρα μετά γιαλιών κλεισμένα Παϊσ., Ιστ. Σινά 418. 3) Καθρέφτης (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γυαλί 5): θρονί εκράτει και γιαλί εις το κλουβί οπού ’τον Διγ. A 256. 4) (Συνεκδ.) σκεύος από γιαλί, ποτήρι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γυαλί 4): κούπαν μίαν ετσάκισεν, γιαλίν ωραιωμένον Φλώρ. 1295· Εις το γιαλί πίνω κι εγώ κι εις τούτο οπού σου δίνω Ζήν. Ε΄ 89. 5) Ούρα (Για τη σημασ. βλ. Du Cange, λ. υέλιον και Παντ., Αθ. 42, 1930, 230): θωρούσι και τα σκύβαλα μετά του υελίου Προδρ. III 403α (χφ g) (κριτ. υπ.)· Ομοίως κανενείς γιατρός ξενικός, τουτέστιν οπού έρχεται απού πέρα της θαλάσσης, ... ουδέν εντέχεται να γιατρέψει περί υαλίου τινάν Ασσίζ. 43727.
δημοσιακός,- επίθ., Βυζ. συμβόλ. (ΜΒ Ϛ΄ 62717, 63223), Miklos.-Müller, Acta 5, 181, Act. Lavr. 6614, 15, 6753, Act. Xér. 2529, 33, Γράμματα Μετεώρ. 61, 78, 83, 84, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 586, κριτ. υπ., Act. Kutl. 5914, Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 292· δεμοσιακός, Χρον. Μορ. H 8663.
Το μτγν. επίθ. δημοσιακός (Steph., Θησ. και Sophocl.). Η λ. και σε σχόλ. (Δημητράκ.).
1) α) Που σχετίζεται με το δημόσιο ή ανήκει στο δημόσιο, δημόσιος (Βλ. Steph., Θησ., Sophocl. και Βλάχ.): οίτινας πτωχούς μέλλει προσκαθίσαι η τοιαύτη μονή … διαμένωσιν και ούτοι απάτητοι και αζημίωτοι από πάσης δημοσιακής επηρείας και συζητήσεως Γράμματα Μετεώρ. 83· αι γαρ υπέρογκοι έξοδοι εποίουν αυτόν αναδέχεσθαι και πέμπειν εις τας δημοσιακάς ενοχάς ανθρώπους διεφθαρμένους Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 586, κριτ. υπ.· κατέχει δε (ενν. ο Βαλσαμάς) … το αμπέλιον, όπερ κατεφύτευσεν εις το χωράφιόν του από του Πηγονίτου, όπερ ην δημοσιακόν Γράμματα Μετεώρ. 78· β) (προκ. για δρόμο) φαρδύς, μεγάλος, δημόσιος (Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Δ́́ 319): διοδεύσαντες την δημοσιακήν οδόν την απάγουσαν εις την μόνην των Ιβήρων Act. Kutl. 5914. 2) Έκφρ. δεμοσιακός τόπος = δημόσιο ταμείο, θησαυροφυλάκιο του κράτους (Βλ. και Χρον. Μορ. P 8663): Ηύρεν γαρ ο πρίγκιπας τον δεμοσιακόν τόπον| εξηλειμμένον παντελώς Χρον. Μορ. H 8663.
δυναστικώς,- επίρρ., Ασσίζ. 19731, 1984, 20831, 2589, 36517, 44913, 47418, Ελλην. νόμ. 5268, Διάτ. Κυπρ. 50217, 29, Μαχ. 5822, 13631, 2483, 27421, 2762, 37233, 4168, 58016, 58619, 60019, Θησ. IB́ [463], Ριμ. κόρ. 758, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 859, Έγγρ. του 1572 (Πατρινέλης, ΕΜΑ 17, 1967, 58), Ιστ. πατρ. 1373, Βακτ. αρχιερ. 176, 184, Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 293, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [716, 1114].
Από το επίθ. δυναστικός. Βλ. και Steph., Θησ. Η λ. και στον Κατσαΐτ., Γλωσσ. σ. 342.
Κατά τρόπο βίαιο, με το ζόρι, αυθαίρετα (Η σημασ. και στον Κατσαΐτ., Γλωσσ. σ. 342): τους βικαρίους αυτού εκ την βικαρίαν αυτών δυναστικώς εξέωσεν Διάτ. Κυπρ. 50229· ήλθαν εις το Πετρούνιν και επιάσαν την γην δυναστικώς και εστάθησαν εις πόλεμον Μαχ. 27421· Περί εκείνου οπού φθείρει παρθένον δυναστικώς, ου με το θέλημάν της Ασσίζ. 2589.
κρίσις ‑ση- η, Σπαν. (Μαυρ.) P 336, Καλλίμ. 2317, Ασσίζ. 2731, 22, 2756, 4502, Χρον. Μορ. H 874, Φλώρ. 549, Λίβ. P 2734, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1087, Μαχ. 33625, Θησ. Ι΄ [728], Φυσιολ. (Legr.) 341, Γεωργηλ., Θαν. 314, Γεωργηλ., Βελ. 98, Αλεξ. 2239, Απόκοπ.2 299, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 123, Ιμπ. (Legr.) 38, Συναξ. γυν. 336, Πεντ. Έξ. XV 25, Δευτ. X 18, Αχέλ. 440, Πανώρ. Δ΄ 141, Ερωφ. Γ΄ 110, Βοσκοπ.2 24, Κυπρ. ερωτ. 9356, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 836, Γ΄ 893, Στάθ. (Martini) Α΄ 280, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 49, Βακτ. αρχιερ. 167, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 340, Ζήν. Δ΄ 224, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5135, κ.π.α.· πληθ. κρίσες, Χρον. Μορ. H 2013, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 731, Μαχ. 47235, Θησ. Ε΄ [458], Πεντ. Δευτ. XXXIII 21, Πανώρ. Πρόλ. 44, Ερωφ. Γ΄ 229, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [414], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 104, Γ΄, 494, κ.π.α.· αιτιατ. πληθ. κρίσας, Ασσίζ. 20924, 25013, 3332, 46125.
Το αρχ. ουσ. κρίσις. Η λ. και σήμ.
1) Κρίση, η πράξη του κρίνειν: Πεντ. Δευτ. XVI 18· (προκ. για τη Δευτέρα Παρουσία): Νεκροί, γοργόν εγείρεσθε, οδεύετε στην κρίσιν Ρίμ. θαν. 63· εις την ημέραν την φρικτήν μ’ αυτά τούς ανασταίνει,| εις κρίσιν την παγκόσμιον να περισυναχθούσιν| και εις τον Κριτήν τον φοβερόν έμπροσθεν να κριθούσιν Πένθ. θαν.2 487. 2) Απόφαση: ως δεις τη Σάρρα, γέλασε κι απομακρά ας γνωρίσει| πως το παιδί ’ναι ζωντανό κι εγίνη δίκια κρίση Θυσ.2 1040. 3) Γνώμη, έκφραση γνώμης· χαρακτηρισμός: Κἀκείνη, ως εγροίκησε την κρίσιν του Βελθάνδρου,| μετά πικρίας ετήρησε Βέλθ. 635. 4) α) Διάκριση, ξεχώρισμα: εις την κοιλίαν έσωθεν άδηλον έναι η τοιαύτη κρίσις του αίματος Ελλην. νόμ. 5833· β) εκλογή: ποίας ν’ αγγίζει ’πού των τριών ώστε που ’λθεν η κρίση| στον Πάρη ποιας να πρέπ’ αυτό εκείνη να τ’ ορίσει Παλαμήδ., Βοηβ. 713. 5) α) Δίκαιο, δικαιοσύνη: Η πτωχή η αρχόντισσα δεν ελάλεν άλλον παρού: «Θεέ, κρίσιν!» Μαχ. 24812· β) η Δικαιοσύνη, η δικαστική εξουσία· οι δικαστές: Περί κληρονομίας παιδίων εις τα του πατρός τους πράγματα, αν τον εθανάτωσεν η κρίσις ως κακούργον ή αν έπαθε δήμευσιν Βακτ. αρχιερ. 161· αμμέ εντέχεται (ενν. κανείς άνθρωπος) να τον παραδώσει (ενν. τον κλέπτην) εις την κρίσι και η κρίσις μετά ταύτα ένι κρατούμενη να τον κρίνει Ασσίζ. 46820· ουδέ πρέπει η κρίσις να πάρει τίποτες κατά το κείμενον και κατά την ασσίζαν των Ιεροσολύμων Ασσίζ. 48230. 6) α) Δίκη: όταν η κρίσις να γένει, εντέχεται ο βισκούντης να δώσει το δίκαιον, ήγουν την απόφασιν Ασσίζ. 2627· την κρίσιν και των δυο ο αμιράς δικάζει·| δικάζει, εκατεδίκασεν πυρί πυρποληθήναι Φλώρ. 1739· Κουνάδι έναν πετεινόν θέλοντας να τον πνίξει| τον φόνον του ηθέλησε με κρίσιν να τον δείξει Αιτωλ., Μύθ. 62· β) δικαστική υπόθεση που θα κριθεί: θέτει (ενν. το αντίδικον μέρος) την κρίσιν και ζητεί απόφασιν Ελλην. νόμ. 54810· γ) δικαστική απόφαση, ετυμηγορία: Περί εκείνου οπού ψευματεύγει τας κρίσας της αυλής Ασσίζ. 2111· αν έχει κανέναν δίκαιον και το έγκλημαν έρχεται εις την αυλήν και η κρίσις εδόθην ετούτο Ασσίζ. 13211· πρόκειταί μοι ο θάνατος ως πέφυκεν η κρίσις Συναξ. γαδ. 275. 7) α) Τιμωρία, ποινή: το δίκαιον κρινίσκει ότι εκείνος ή εκείνη οπού τον πιάσει και αφήσει τον ένι κρατημένος να δώσει τοιούτην κρίσιν ως γιον έπρεπε να λάβει ο κλέπτης Ασσίζ. 18927· τούτον εγίνετον κρίσις διά την σουπερπίαν τους Γενουβήσους Μαχ. 5906· να είναι είς ανήρ φταίσιμο κρίση θανάτου και να θανατωθεί Πεντ. Δευτ. XXI 22· β) εκδίκηση, ικανοποίηση: υπάσιν (ενν. οι συγγενείς) ...| στον βασιλέα Πρίαμον ίνα ζητήσουν κρίσιν| με το παιδί όν έκοψεν ο Πάρης το οφθίν του,| γυρεύουν κρίσιν δυνατήν στον βασιλέα ν’ έχουν Βυζ. Ιλιάδ. 231· εφέραν τον (ενν. τον σκοτωμένον) εις την αυλήν του ρηγός και εζητήσαν κρίσιν Βουστρ. 414. 8) Νόμος, εντολή: Ετούτοι οι τύποι και οι κρίσες ός να φυλάγετε να κάμετε εις την ηγή ός έδωκεν ο Κύριος Θεός Πεντ. Δευτ. XII 1. 9) Υπόθεση· διαφορά, φιλονικία: εσίμωσεν ο Μωσέ τη κρίση τους όμπροστε στο Κύριο Πεντ. Αρ. XXVII 5· Υιέ μου, αν έχεις συντυχιάν και υπόθεσιν και κρίσιν| μετά πτωχόν και ταπεινόν, μηδέν τον αδικήσεις Διδ. Σολ. Ρ 93· Στην κρίση μας τη σημερνή του μήλου τη μεγάλη Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 29. 10) Σύνεση, λογική, φρονιμάδα: Ην γαρ (ενν. ο σουλτάν Σελίμης) εν πάσιν αγαθός· ου γαρ έπραττέ τι άνευ κρίσεως Έκθ. χρον. 5522· το δίκαιο παρευθύς επρόβλεψε με κρίση| στην όρεξιν την πελελήν Θησ. Γ΄ [701]. 11) Διαδικασία: δεν το ξεύρει Δάρειος ότι, α με νικήσει,| παίρνει την φαμελία του δίχως καμία κρίση Αλεξ. 1274· μόνον ο αφέντης ο ρήγας και οι καβαλλάρηδες να έχουν τα ψουμιά τους και τους εισσόδους τους χωρίς την κρίσιν Μαχ. 60417. 12) Έκβαση, αποτέλεσμα: Λίβ. P 969. 13) α) Βασανιστήριο: τώρα κρίση φοβερή να κάμω στο κορμί σου,| σε δύο δεντρά διά να δεθείς στη μέση να σε σκίσου Βεντράμ., Φιλ. 205· β) βάσανο, μαρτύριο: Τάσσ’ η γι αγάπη τση καρδιάς να ’χει χαρές περίσσες| κι ο πόθος βάσανα πολλά του λογισμού και κρίσες Πανώρ. Α΄ 204· ας είχα γεννηθεί φτωχή, φτωχό να ’χα αγαπήσει,| όχι σε τόσα κίντυνα να ’μαι κι εις τόση κρίση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 724· Χίλια μεγάλα πάθη, χίλιες κρίσες| πρι κατεβού στον Άδη δοκιμάζου| κάνοντας τσ’ οφθαλμούς κλαημάτω βρύσες Ερωφ. Γ΄ 427· Κρίση δεν είν’ χερότερη και πλια τυραννισμένη| σα ν’ ανιμένεις άθρωπο κι αυτός να μην προβαίνει Στάθ. (Martini) Α΄ 265. Εκφρ. 1) Κρίσις φονική = ποινή θανάτου: κρίσες φονικές και κρίσες των αιμάτων Χρον. Μορ. P 2015. 2) Κριτής της βασιλικής κρίσεως = αξιωματούχος των ανακτόρων (Βλ. Du Cange, λ. ο επί των κρίσεων): Εσυνάχθησαν ουν οι αρχιερείς και οι κληρικοί και έκλεξαν και έκαμαν Γεώργιον τον Σχολάριον ..., ο οποίος ήτον κριτής της βασιλικής κρίσεως, και τον εχειροτόνησαν στανικώς και Γεννάδιον τον επονόμασαν Μ. Χρονογρ. 3617‑8. Φρ. 1) Κάνω κρίση: βλ. ά. κάμνω Φρ. 2) Κλίνω κρίση: βλ. ά. κλίνω Φρ. 3) Κόφτω την κρίσιν = εκδίδω απόφαση: μόνος ο βασιλεύς ας κόφτει την κρίσιν και άλλος όχι Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 294. 4) Κρίνω κρίση = βγάζω απόφαση: ο ένας ήρτεν να κατοικήσει και έκρινεν κρίση τώρα; να κακύνομε εσέν από εκείνους Πεντ. Γέν. XIX 9. 5) Ποιώ κρίσιν = αποδίδω δικαιοσύνη: είτις τορμήσει και πάγει καταπρόσωπο του όρκου όπου μου εποίκετε, έχω τον Θεόν κριτήν οπού θέλει ποίσειν κρίσιν Μαχ. 4831· είτις θέλει άλλου να ποίσει κρίσιν εντέχεται τον φόβον του Θεού Ασσίζ. 2515. 6) Πολεμώ κρίσιν = δίνω λύση (σε διαμάχη): Ομπρός ο καπετάνης του (ενν. του Σολομώντα) και κρίσιν επολέμα·| βρέφος κρατεί στας χείρας του, θέλει να τ’ αφανίσει Βεν. (Λάμπρ.) 74.
λεβέντης- ο, Λεηλ. Παροικ. 359, 408, 493, 543, 592, 594, 597, 606, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23721, 4361, 50611.
Το τουρκ. levend (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Για την ετυμ. βλ. και Vryonis, Balkan Studies 24, 1983, 240-241. Η λ. στο Βλάχ., στο Du Cange και σήμ.
1) Πεζοναύτης του οθωμανικού στόλου (Για τη σημασ.) βλ. Άμ., Ελλην. 2, 1929, 438-9 = Άμ., Γλωσσ. μελετ. 322-3 και Σφυρ., Πληρώμ. 97-9· πβ. και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 136. Για την εξέλιξη της σημασ. βλ. όμως και Vryonis, Balkan Studies, 24, 1983, 240-241): Δίδει (ενν. ο πασάς) ορδινιά εις ύλην την αρμάδα| τα κοπανά τως να ’χουν απαρκιάδα,| να βγούσιν οι λεβέντες σε μιαν ώραν| να γδύσουν, να κουρσεύσουσιν την χώραν Λεηλ. Παροικ. 363. 2) Νέος απείθαρχος: «Η χήρα, αν αποθάνει ο πατήρ της και η μήτηρ της, έχει εξουσίαν να πάρει άνδρα όποιον θέλει, μόνον να είναι χριστιανός και εις τιμήν της, όχι τίποτες λεβέντης ή κοπέλιν» Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 294.
μεσολάβησις- η, Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 295 δις, Νομοκριτ. 75.
Από το μεσολαβώ. Η λ. το 12. αι (L‑S) και σήμ.
Παρέμβαση· (εδώ) εμπόριο (πιθ. μεσιτεία): όσα … απέκτησεν από μεσολάβησιν και πεκούλιον Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 295.
μορτή- η· μουρτή.
Το μτγν. ουσ. μορτή. Ο τ. σε έγγρ. του 1008 (Act. Ivir. 1513), του 1493 (Τσοπ., Δωδεκαν. Αρχ. 5, 1970, 56) και σήμ. στην Ίμβρο (Ξεινός, Γλωσσ. Ίμβρου 102). Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μορτή I).
Μερίδιο το οποίο παίρνει ο ιδιοκτήτης αγρού από την ετήσια παραγωγή: αν δεν θελήσει να δώσει το πάχτος και την ανάκαμψιν ή την μουρτήν Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 292.
μουντζουρώνω·- μουρτζουλώνω· μουτζουλώνω.
Από το ουσ. μουντζούρα και την κατάλ. ‑ώνω. Ο τ. μουρτζουλώνω και σήμ. στην Ήπειρο (Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 465, Ψάλτ., Αφ. Χατζιδ. 69). Τ. μουζουρώννω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 667 και Λουκά, Γλωσσάρ. 319). Τ. μουντζουλώνω σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Χρον. Γαλαξ. 199, στο Somav. και σήμ.
Αλείφω το πρόσωπο κάπ. με καπνιά για διαπόμπευση (Για το πράγμα βλ. και Κουκ., ό.π. Γ΄ 194 κε.): «μούτζωσέ τον, ήγουν μουτζούλωσε το πρόσωπόν τους, με είτι σου φανεί …». «… ειδέ παντελώς είναι άπορος, δείρε τον, μουρτζούλωσέ τον, κάτσε τον εις το γομάρι (έκδ. γαμάρι· διορθώσ.) και πόμπεψέ τον ... » Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 295.
μουντζώνω·- μοντζώνω· μουζώνω, Πτωχολ. (Κεχ.) P 79· μουτζώνω, Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 295.
Από το ουσ. μούντζα και την κατάλ. ‑ώνω. Βλ. και Συμεων., Balkan Studies 22, 1981, 182. Ο τ. μουζώνω στο Βλάχ. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄ και Ϛ΄, λ. μουζωμένος). Τ. μουζώννω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 667, λ. μουζόννω, Λουκά, Γλωσσάρ. 319). Ο τ. μουτζώνω στο Du Cange (λ. μουτζούν) και σήμ. Η λ. στο Somav. και σήμ.
I. Ενεργ. α) αλείφω το πρόσωπο κάπ. με καπνιά ή ακαθαρσίες για τιμωρία και διαπόμπευση· εξευτελίζω: μούτζωσέ τον και κάτσε τον εις τον γάιδαρον και πόμπεψέ τον εις όλον το παζάρι Νομοκριτ. 73· Όσοι αφόβως ... κατακρίνουσι και βλασφημούσι και παραδίδουσι και αναθεματίζουσι και μουζώνουσι και επικαλούνται τον Θεόν διά κακόν ετέρου Νομοκ. 38711· β) προσβάλλω, ντροπιάζω κάπ., προκαλώ όνειδος σε κάπ. με τις πράξεις μου: επεί μάθει μαντεύματα, τότε τον κατορθώνει,| όσον γελού οι χριστιανοί και αυτείνη τού μοντζώνει (ενν. του άνδρα της) Σπαν. (Ζώρ.) V 643· (εδώ πιθ. με υβριστική χειρονομία): Μήνα εμούτζωσες ιερέα ή έβρισες αυτόν; Μαλαξός, Νομοκ. 412· γ) (υβριστ.): κακά σου δέκα Σάββατα και μουντζωμένη σου εορτή Σπανός (Eideneier) Β 170. IΙ. (Μέσ.) αλείφω το πρόσωπό μου με καπνιά, στάχτη, μουτζουρώνομαι: έμπασεν (ενν. ο μάγειρος) τον πρίντζην εις το μαγειρείον ... κι εφόρησέν του τα ρούχα του κοπέλλου και εμουζώθην και έβαλεν ... και έναν χαρκόπουλλον εις το χέριν του λαλώντα «πα να τα γανώσει» Μαχ. 4008.
νοσιάρης,- επίθ.
Από το αοχ. ουσ. νόσος και την κατάλ. ‑ιάρης.
Που προκαλεί βλάβη ή καταστροφές, φαύλος, διεφθαρμένος (πβ. λ. νοσώδης 2, Δημητράκ.)· (εδώ ως ουσ.): «Ίσαυροι λέγονται οι άρπαγες, οι φονείς και οι νοσιάροι» Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 294.
ξυλοφόρος- ο.
Το αρχ. ουσ. ξυλοφόρος. Η λ. και σήμ. στη Χίο και Κύπρο (Andr., Lex., Σακ., Κυπρ. Β́ 699).
Μεταφορέας ξύλων: οι υποχείριοι, ήγουν οι στοιχητοί, ωσάν είναι οι ξυλοφόροι, ζευγίτες, βοσκοί Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 296.
παιδαγωγός- ο, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 449‑10.
Το αρχ. ουσ. παιδαγωγός. Η λ. και σήμ.
1) α) Αυτός που παραδίδει μαθήματα, δάσκαλος: —Υπάγω εις την τελειότηταν του παιδαγωγού. —Τι μανθάνεις παρ’ αυτού; —Μανθάνω την λογικήν και το ψήφισμαν και τας επιστολάς και τα ποιήματα Sprachlehre 186· παιδαγωγόν επιτήδειον και αρκετόν εις υπηρεσίαν παιδευτηρίου Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 5412· β) αυτός του διδάσκει με τη συμπεριφορά του, υπόδειγμα: Ούτως βιώσας τε καλώς ο Διγενής Ακρίτης| τύπος αρχόντων γέγονεν, υπογραμμός ανδρείων,| παιδαγωγός φρονήσεως και κλέος σωφροσύνης Διγ. Z 4038· γ) (ειρων. προκ. για δάσκαλο που χρησιμοποιεί αρχαϊσμούς) (Για τη σημασ. βλ. Siapkaras-Pitsillidès [Κυπρ. ερωτ. σ. 128 σημ.]): Κυπρ. ερωτ. 27 τίτλ. 2) Αυτός που αναλαμβάνει τη φροντίδα ανηλίκου, επίτροπος: προκουράτωρ λέγεται εκείνος οπού λέγομεν ημείς παιδαγωγόν Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 295· (προκ. για επίτροπο ανήλικου ηγεμόνα): ο ηγεμών είπε: «Τι είσι ταύτα, λαλά;» ως είποι τις κατά την ημετέραν κοινήν γλώτταν «τατά», ήγουν, «παιδαγωγέ» Δούκ. 31129. 3) (Ως τίτλος βιβλίου, το οποίο υποδεικνύει μεθόδους ανατροφής και εκπαίδευσης των παιδιών): ηθέλησα να ποιήσω την αρχήν από το βιβλιάριον τούτο του Πλουτάρχου, οποίον λέγεται «Περί παίδων αγωγής» … και ημείς το ονομάσαμεν «Παιδαγωγόν», διότι αυτό μας παιδαγωγεί και διδάσκει από την αρχήν πώς να γεννηθεί και ν’ ανατραφεί το παιδίον ευγενικά, και απεκεί πώς να παιδευθεί και να γένει ένδοξος και ενάρετος άνθρωπος Σοφιαν., Παιδαγ. 261.
πάκτος- το, Ασσίζ. 7730, 32812, 13, 21, Μαχ. 6081, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 7286, 7934· πάχθος, Χειλά, Χρον. 351· πάχτος, Ασσίζ. 25611, 32820.
Από το ουσ. πάκτον αναλογ. με τα ουδ. σε ‑ος (Βλ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 50). Ο τ. πάχτος σε έγγρ. του 15.-17. αι. (Act. Lavr. 1749, Νικολόπουλος-Οικονομίδης, Σύμμ. Α΄ 290, Μαυροειδή, Δωδώνη 7, 1978, 148, κ.α.) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 723, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. και Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 52). Η λ. στο Somav., σε έγγρ. του 16.-18. αι. (Μέρτζιος, Κρ. Χρ. 15-16 Β, 1961-2, 265, 299, Παπαδάκη, Θησαυρ. 19, 1982, 143, Σφυρόερας, ΕΕΚυκλ.Μ 5, <1965/66> 1966, 639, κ.α.) και σήμ. στην Κύπρο (Ερωτόκρ., Γλωσσάρ. 148).
1) Μίσθωση, ενοικίαση ακινήτου: εκείνος οπού πλερώνει το έφυτον ημπορεί να αφήσει το πάκτος πάσα ώραν οπού να θέλει, διότι πλερώνει όσον καιρόν το εκράτησεν το πράγμα, άνευ ον έχουν έτερον στοίχημαν αναμεταξύ Ασσίζ. 7725· ο κύρης του κήπου ζητά το έφυτόν του εκείνου ού εκείνης οπού έχει το πάχτος τον Ασσίζ. 32819. 2) Ενοίκιο που καταβάλλεται για τη μίσθωση ακινήτου: Ακμή θέλομεν ίνα έχεις όλα τα μοναστήρια του πατριαρχείου πακτωτικώς … πληρώνοντα καθ’ εκάστῳ χρόνῳ διά πάκτος αυτών πλεότερον υπέρπερα δέκα Συνθήκ. Καλλ. 317· εάν ο κύριος ή η κυρία του εφύτου ζητά του πακτωνάρη ή της πακτωναρίας το πάκτος, και εκείνος ουδέν θέλει να το δώσει το έφυτον και λέγει ότι επλέρωσέν τον Ασσίζ. 7816· (εδώ προκ. για μερίδιο της ετήσιας παραγωγής αγρού που αποδίδεται στον ιδιοκτήτη του ως μίσθωμα): αν δεν θελήσει να δώσει το πάχτος και την ανάκαμψιν ή την μουρτήν Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 292· ογιά πάκτος του αυτού χωραφίου ομπλεγάρεται αυτός ο κυρ Τζανής να δίδει κάθα Αύγουστο στάρι όμορφο αρεσκούμενο του αυτού αφέντη Βαρούχα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6144. 3) Φόρος: έβαλε να πλερώνουν δέκατον το ρέντον τούς καβαλλάρηδες και παροίκους και ελευθέρους και καππέλλες και τα άλλα πάκτη Μαχ. 60633 κριτ. υπ. 9· έναι οικοκύριος εις τον ναόν του Αγίου Θεοδώρου· ως ότι έβαλε και πάκτος εις αυτόν, να δίδει κατά χρόνον κερίν του αυθέντη, του άρχοντος εκείνου, λίτρες δεκαέξ Χειλά, Χρον. 351.
παντρεύω,- Χρον. Μορ. P 8459, Συναξ. γυν. 268, 490, 493, 662, 683, 1032· πανδρεύω, Ιμπ. 284, Διαθ. Ακοτ. 146, Χειλά, Χρον. 348 (έκδ. επάνθρευεν· διορθώσ.), Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 41, Θησ. Γ΄ [308], [722], Δ΄ [87], Χούμνου, Κοσμογ. 1977, Άνθ. χαρ. 30113, 15, κ.α., Βεντράμ., Γυν. 260, 270, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 1743, Χρον. σουλτ. 4327‑8, Κατά ζουράρη 22, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12138, Λεηλ. Παροικ. 526· παντρεύγω, Απόκοπ.2 305, Πανώρ. Β΄ 331, 335, 511, Γ΄ 73, 259, 380, 528, Δ΄ 56, 83, 88, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Α΄ 144, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 533, Β΄ 302, Γ΄ 97, Δ΄ 40, κ.π.α., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 33, Β΄ 445, 601, Δ΄ 333, Στάθ. (Martini) Β΄ 258, Γ΄ 368, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [780], Ε΄ [1214], [1263], Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 284, Β΄ 258, Γ΄ 41, 102, Ε΄ 185, κ.π.α., Διακρούσ. 7070, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 36920, 44222· υπανδρεύω, Σπαν. (Ζώρ.) V 469, Απολλών. 39, Σφρ., Χρον. (Maisano) 11416, Πτωχολ. α 516, Μαλαξός, Νομοκ. 336, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 1753, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7227, 1224, Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 291· υπαντρεύω, Χρον. Μορ. H 8583, Ρ 5939, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 115r, 189v, 221r, κ.α.· β΄ πληθ. πρόσ. υποτ. μέσ. αορ. παντρευτήκετε, Πανώρ. Δ΄ 89.
Από το υπανδρεύω (<μτγν. επίθ. ύπανδρος) που απ. σε έγγρ. του 16. αι. (Σάθ., ΜΒ S΄ 6872) και στο Du Cange (λ. ύπανδρος). Ο τ. πανδρεύω σε έγγρ. του 15. αι. (Τσοπ., Δωδεκαν. Αρχ. 5, 1970, 56) και στο Du Cange (λ. ύπανδρος)· (πβ. μτχ. πανδρεμένος στο Meursius). Ο τ. παντρεύγω στο Βλάχ. και μέσ. σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Δ΄ 484, λ. παdρεύγομαι) και στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 713, λ. παντρεύγομαι). Ο τ. υπαντρεύω σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Du Cange (λ. ύπανδρος), και σήμ.
I. Ενεργ. 1) α) Ενώνω με γάμο, παντρεύω κάπ.: εδέχθη αυτόν ο βασιλεύς μετά πάσης τιμής και τον υπάνδρευσε με του Καντακουζηνού την θυγατέρα Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 213· ήθελεν ποιήσει ψυχικόν και έπαινόν του μέγαν,| να υπάντρεψε την ντάμα Ζαμπέα με έναν καβαλάρην Χρον. Μορ. H 8532· (εδώ ειρων.): Αύριον την Πόλιν επαίρνομεν … και τας καλογραίας σας με τους Τουρκοκαλογέρους να παντρέψομεν Καναν. 72 Β· β) αποκαθιστώ, νοικοκυρεύω κάπ.: Αυτές ένι οι υπόληψες των πρωτινών ανθρώπων (παραλ. 1 στ.), οπού ’γαπούσαν τ’ αρφανά και επανδρεύασίν τα Γεωργηλ., Θαν. 608. 2) (Προκ. για γονείς) παντρολογώ, βρίσκω τον κατάλληλο (ή την κατάλληλη) σύζυγο για το παιδί μου: άφσ’ τον καιρό να πορπατεί …| και του κυρού σου η μάνητα έχει να σιγανέψει| και μ’ όποιο θες κι ορέγεσαι εκεί να σε παντρέψει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1628· ο κύρης μου όντε βουληθεί και θε να με παντρέψει| και δω πως γάμο ’κτάσσεται και το γαμπρό γυρέψει … Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1443· μου φαίνεται πως είν’ πρεπό και δίκιο να γυρέψω| κιανέναν άξο βασιλιό, γοργό να την παντρέψω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 540. IΙ. Μέσ. (μτβ. και αμτβ.) παντρεύομαι κάπ., συνάπτω γάμο (με κάπ.): Περί εκείνου οπού παντρεύγεται γεναίκαν οπού του συγγενιάζει Ασσίζ. 26014· Εις την Ζάκυνθο επαντρεύθη και επήρε μία χήρα διά γυναίκα του Σουμμ., Ρεμπελ. 172· έστειλα τον Πανάρετο να πα να τση μιλήσει,| να συβαστεί να παντρευτεί Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 184· (με εμπρόθ. προσδιορισμό): όσο μπορέσεις γύρεψε να τηνε συργουλίσεις| να συβαστεί να παντρευτεί μ’ όποιο απ’ αυτούς θελήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 427· ο λογισμός οπού ’βαλες μπορεί να σου περάσει,| να παντρευτείς με βασιλιό και ρήγα ωσά σου πρέπει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 473· (ως αλληλοπαθές): Τέτοιας λογής παράνομο ποιος ημπορεί ν’ ακούσει,| δυο αδέρφια ανάμεσά τωνε ποτέ να παντρευτούσι; Στάθ. (Martini) Γ΄ 298· Έλα να παντρευτούμενε κι εμείς τα δυο τα ξένα Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 594. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = έγγαμος: οι παντρεμένοι καλά στέκεται να μην υπάν αλλού εις άλλην γυναίκα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 380r· Παιδιά και νέοι και γέροντες, κορίτσια, πανδρεμένες,| δεν είναι αυτές οι κεφαλές που βλέπομεν γλυμμένες; Πένθ. θαν.2 95· γυναίκα σαν νερό εγλήγορα συμπέφτει,| θες παντρεμένη και ανύπαντρη, όπου την ρίξεις, πέφτει Τριβ., Ρε 356.
παραυλακίζω.- Από την πρόθ. παρά και το αυλακίζω. Η λ. και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.), όπου και λ. παραυλακιάζω (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 249).
Μετατοπίζω κατά το όργωμα τα σύνορα του χωραφιού μου σε βάρος των γειτόνων μου: Όταν εργάζεται το χωράφι του, να μην παραυλακίζει έξω από το σύνορον του χωραφίου Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 374.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Γράμματα Μετεώρ. 3920· γήμορον, Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 291.