Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]

  Βιβλ.αναφορά : Βλεμμ., Δούκ.

  • αποσκορακίζω,  
    Διήγ. παιδ. 571, Βλεμμ., Δούκ. 130.
    Το μτγν. αποσκορακίζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Διώχνω κάποιον στέλνοντάς τον στους «κόρακες» (= στο διάβολο)· (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): φεύγετε, παραπτώματα, αποσκορακισθείτε Διήγ. παιδ. 571. 2) Απορρίπτω, αποβάλλω (Πβ. τη σημασ. του αποσκορακιστέον, Lampe, Lex. πβ. Δημητράκ. στη λ. 2): οξύτατα διχοτομεί το κρείττον και το χείρον, | το μεν προσλαμβανόμενος, το δ’ αποσκορακίζων Βλεμμ., Δούκ. 130 (βλ. και άγω, απολυταρίχνω α).
       
  • βαρβαρεπωνυμία  
    η, Βλεμμ., Δούκ. 144.
    Από το επίθ. βάρβαρος και το ουσ. επωνυμία.
    Επώνυμο, «παρατσούκλι» που ταιριάζει σε βάρβαρο: εγγελωμένους γενικῄ βαρβαρεπωνυμίᾳ Βλεμμ., Δούκ. 144.
       
  • βέβαιος (I)  
    επίθ., Γλυκά, Στ. 310, Βλεμμ., Δούκ. 8, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 363, Διγ. Τρ. 90, Διγ. Z 498, 668, 1874, Γράμματα Μετεώρ. 41, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 1210, Ε΄ 118 (σχόλ.), Λίβ. Sc. 452, Λίβ. Esc. 1571, Καναν. 69D, Κορων., Μπούας 14, 73, 113, Βεντράμ., Φιλ. 22, Σοφιαν., Παιδαγ. 110, Αχέλ. 2186, Ιστ. πατρ. 1681, 20021, Π. Ν. Διαθ. φ. 244α 15, Σουμμ., Ρεμπελ. 161, Διγ. Άνδρ. 32410, Βακτ. αρχιερ. 140, 146, 156· βέβιος, Θησ. ΙΒ΄ [295], Χρον. σουλτ. 10727, 1397, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [871], Γ΄ [28], Δ΄ [554], Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 80.
    Το αρχ. επίθ. βέβαιος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) (Προκ. για πράγμα) στερεός, σταθερός, σίγουρος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1d και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): ουκ έχει βέβαιον ουδέν, ουκ έχει ουδέν εδραίον Γλυκά, Στ. 310· ο παρών ορισμός μου να έναι και διαμένει βέβαιος και ασάλευτος Ιστ. πατρ. 1681· βλ. και ασφαλής 1α· β) (προκ. για πρόσ.) σταθερός: εις δύο τα μέγιστα αγαθά της φιλοσοφίας υπολαμβάνω ότι πρέπει να είμεθα βέβαιοι και προσεκτικοί Σοφιαν., Παιδαγ. 110. 2) α) Αναμφισβήτητος, αναμφίβολος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1b και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): πάντες οι μουσουλμάνοι αληθή και βέβαια κρατούσιν πάντα τα λαληθέντα εκ τούτου Καναν. 69D· Λοιπόν για βέβαιο το κρατείς κι αληθινό το έχεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [871]· από το βέβιο πλιότερον με κάμει να πιστεύω Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [28]· β) αληθινός, πραγματικός: με λίγα λόγια κέλευσεν στην μάχην τους Μαλταίους| λέγοντα πως τους θέλει δει και γέροντας και νέους,| βέβαιοι εκκλησιαστικοί αν είναι και φανούσι Αχέλ. 2186. 3) «Πεπεισμένος», σίγουρος για κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): Λοιπόν είμεσθεν βέβαιοι και συ, ώσπερ παιδί μας,| εις πάσαν μάχην κατ’ εχθρών ν’ αυξήσεις την τιμήν μας Κορων., Μπούας 113. Βλ. και αναμφίβολος, ανύποπτος 1, βεβαιώνω B2 μτχ. 4) (Προκ. για διαθήκη) έγκυρος: ο αφήλιξ άρρην μετά τον τεσσαρεσκαιδέκατον ενιαυτόν διαθήκην ποιεί και βεβαία εστί Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 1210. Βλ. και βεβαιώνω B 4 μτχ. Το ουδ. ως ουσ. = 1) Σταθερότητα: το σταθερόν, το πάγιον, το βέβαιον της γνώμης Βλεμμ., Δούκ. 8· έχειν δε το παρόν γράμμαν το στέργον, το βέβαιον, το αμετάτρεπτον και αμεταποίητον Γράμματα Μετεώρ. 41. Βλ. και ατρεψία. 2) Αλήθεια: μάθετε και το βέβαιον και την αλήθειαν ταύτην Διγ. Z 498. 3) Εγκυρότητα: περί βασιλέως κρίσιν, ότι, είτι κρίνει και αποφασίσει, έχει το βέβαιον Βακτ. αρχιερ. 140· Περί διαθήκης, οπού δεν έχει το βέβαιον Βακτ. αρχιερ. 146· Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 118 (σχόλ.)· και τίμια πατριαρχικά γράμματα οι χριστιανοί επαίρνουν εις τας υποθέσεις αυτών και έχουν το βέβαιον εις όλην την οικουμένην Ιστ. πατρ. 20021.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης