Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 385 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Βυζ. Ιλιάδ.

  • αμεταθέτω·
    Βυζ. Ιλιάδ. 1154, εσφαλμ. γρ. αντί νου να μεταθέσω· διορθώσ.
    νουν αμεταθέσω
       
  • δενδροκαρποφόρος,
    επίθ., Βυζ. Ιλιάδ. 443.
    Από το ουσ. δένδρο(ν) και το επίθ. καρποφόρος.
    Που έχει καρποφόρα δέντρα: εις τόπον ευμορφόβαλτον και δενδροκαρποφόρον Βυζ. Ιλιάδ. 443.
       
  • δεξιεύομαι,
    Βυζ. Ιλιάδ. 346.
    Από το δεξιώνομαι με επίδρ. ρ. σε ‑εύομαι.
    Δεξιώνομαι, υποδέχομαι: βάνει (ενν. η δέσποινα) και δεξιεύεται τους άρχοντες της Τρώας Βυζ. Ιλιάδ. 346.
       
  • δεσμώνω,
    Χρον. Μορ. H 5517, Φλώρ. 398, 428, 601, 1789, Λίβ. Sc. 381, Λίβ. N 357, 1347, Κορων., Μπούας 77, Βυζ. Ιλιάδ. 546.
    Το δεσμόω (Βλ. Steph., Θησ.).
    Δένω (Για τη σημασ. βλ. Steph., Θησ., λ. δεσμόω): έναν δεσμόν τα εδέσμωσεν (ενν. τα πιττάκια), ως έμαθα εξυστέρου Λίβ. N 1347. Φρ. όρκον δεσμώνω = δένομαι με όρκο: όρκον δεσμώνου, πολεμούν και στεργοαφυρώνουν Βυζ. Ιλιάδ. 546. Η μτχ. δεσμωμένος ως επίθ. = δέσμιος: Πέμπει διά το κοράσιον, φέρνουν την δεσμωμένην Φλώρ. 398.
       
  • δέχομαι,
    Σπαν. O 263, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 533, Γλυκά, Στ. 18, 113, Προδρ. I 63, III 105, Μακρεμβ., Υσμ. 1622, 1639, Καλλίμ. 2320, Ασσίζ. 519, 7819‑20, Ελλην. νόμ. 54119, 58130, Ιερακοσ. 41128, Διγ. (Trapp) Esc. 931, Βέλθ. 484, Ερμον. Β 343, Χρον. Μορ. H 7903, Χρον. Μορ. P 6269, Βίος Αλ. 2966, Αρμεν., Εξάβ. Á́ 629, 50, παράρτ. 242, Φλώρ. 169, Πανάρ. 6411, Ερωτοπ. 190, Απολλών. 103, Λίβ. N 232, 1288, Αχιλλ. L 1177, Αχιλλ. O 355, Μαχ. 38019, 60426, Σφρ., Χρον. μ. 5831, Θησ. Πρόλ. [244], Ch. pop. 147, Μάρκ., Βουλκ. 3392, Χούμνου, Κοσμογ. 278, Γεωργηλ., Θαν. 367, Διήγ. Αλ. V 41, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1486, Συναξ. γυν. 320, Κορων., Μπούας 39, 86, Πένθ. θαν.2 434, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 426, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 50, Ρίμ. θαν. 99, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 217, Αχέλ. 180, Χρον. σουλτ. 2531, 4313, 6021, Ιστ. πατρ. 11120, 16321, 1966, Εκατόλ. M 16, Κυπρ. ερωτ. 14912, Ερωφ. Έ́ 520, Παλαμήδ., Βοηβ. 450, Σταυριν. 559, 792, Χίκα, Μονωδ. 121, Ιστ. Βλαχ. 889, Σουμμ., Ρεμπελ. 192, Διγ. Άνδρ. 33827, 35711, 37432, 3835, Θυσ.2 1091, Ευγέν. 854, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 154, Βακτ. αρχιερ. 133, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε’ [1685], Ζήν. Πρόλ. 126, Γ́ 335, Διγ. O 653, Λεηλ. Παροικ. 446, Τζάνε, Κρ. πόλ. 50521, 58015, κ.π.α.· αδέχομαι, Βυζ. Ιλιάδ. 627· αόρ. εντικτήσαν, Μαχ. 20023.
    Το αρχ. δέχομαι. Για τον αόρ. εντικτήσαν <εδίκτησαν βλ. Dawkins [Μαχ. Β́ σ. 243]. Για παλαιότ. χρήση του δέχομαι (= γίνομαι δεκτός) βλ. Επαρχ. βιβλίον I 17. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Α´ 1) α) Παίρνω κ. που μου προσφέρεται, παραλαμβάνω κ. (Η σημασ αρχ., L‑S στη λ. 1a και σήμ.): τα σεντούκια οπού μας έστειλες εδεχθήκαμέ τα καλά Διήγ. Αλ. V 41· Η κόρη γουν το δέχθηκεν του νέου το πιττάκιν Αχιλλ. O 355· εάν απομείνουν πράγματα, δέχουνται ταύτα οι παίδες όλοι οι πρώτοι και οι δεύτεροι Ελλην. νόμ. 58130· β) δέχομαι, μαζεύω κ. (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1b και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): ήσαν δεξάμενες οπού εδέχουνταν το νερόν Διγ. Άνδρ. 37432· Η φιάλη το ύδωρ εδέχετο Μακρεμβ., Υσμ. 1639· γ) φρ. δέχομαι γραφάς = παίρνω γράμμα: εύρω ότι δέχεται γραφάς και αντίγραφα αντιπέμπει Λίβ. N 1288· δ) (προκ. για το Θεό, που δέχεται τους αμαρτωλούς) (Βλ. και Lampe, Lex.): ο Πλάστης και Δημιουργός απάντων των κτισμάτων,| δέξαι μας επιστρέφοντας, δέξαι μετανοούντας Πένθ. θαν.2 434. 2) Ανέχομαι, υπομένω (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. I2b· η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4): ιδέ και τες μικρές μηλιές, ιδέ και τες μεγάλες,| πώς δέχουνται τον άνεμον ωσάν και τες μεγάλες Ερωτοπ. 190· Δριμιά ’κλαιγε και η μάννα το κακόν του,| πώς να δεχθεί τον αποχωρισμόν του Λεηλ. Παροικ. 446· ίνα δυνηθεί δεχθήναι την πικρίαν της αλοιφής Ιερακοσ. 41128· να μηδέν κοιμηθεί ο άνθρωπος με την γυναίκα μήπως και ουδέν δυναστεί η γυναίκα να δεχθεί τον άνθρωπον Ελλην. νόμ. 54119. 3) Αποδέχομαι: μη δεξαμένου τον λόγον του πατρός αυτού Σφρ., Χρον. μ. 5831. 4) Επιδοκιμάζω, παραδέχομαι κ. ως σωστό (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I2b και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6): αν έν’ το πράγμα δίκαιον, …| πληρώνω, πράττω, οικονομώ, θέλω το, δέχομαί το Φλώρ. 169· Ζήτησις περί βουλκολάκων και διατί ου δέχεται η αγία του Θεού εκκλησία ότι υπ’ αυτών γίνονται τα θανατικά Μάρκ., Βουλκ. 3392. 5) α) Υποδέχομαι, φιλοξενώ (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ1 και σήμ., Δημητράκ., στη λ. 16): εδέκτη τον ο βασιλέας και πολλή τιμή του έκαμε Χρον. σουλτ. 6021· Ημείς έναι καιρός πολύς οπού καν ένα ξένον| εδέχθημαν στο σπίτιν μας Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 50· Ηκούσαμεν εις την Γραφήν ότι πολλοί πολλάκις| αντί πτωχών εδέξαντο, εξένισαν αγγέλους Σπαν. (Λάμπρ.) Va 533· β) φρ. (προκ. να δηλωθεί ευχή) καλώς δέχομαι κάπ. (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 16): Κερά, καλώς το δέκτηκες, το τέκνο συντροφιάζει Θυσ.2 1091. Β´ (Παθ.) γίνομαι δεκτός: ήκω κήρυξ και δέχομαι παρ’ αυτοίς ουχ ως κήρυξ, αλλ’ ως Θεός Μακρεμβ., Υσμ. 1622· Κοινωνός υπέρ κοινωνού μαρτύρων ουκ εδέχθη έως ου η κοινοπραξία ελύθη Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 650.
       
  • δηλώνω,
    Λόγ. παρηγ. O 273, Καλλίμ. 823, Διγ. A 140, Διγ. Z 722, Διγ. (Trapp) Esc. 289, 311, Χρον. Μορ. H 1634, 8630, Χρον. Μορ. P 3809, 4055, Απολλών. 44, Κορων., Μπούας 32 δις, Βυζ. Ιλιάδ. 43 (δηλήσει)· μτχ. δηλημένος, Μαχ. 18022.
    Το αρχ. δηλόω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. δηλώ).
    1) α) Αναφέρω, λέγω (Πβ. L‑S, λ. δηλόω I2): Στον δούκα δε εδιέβησαν κι ευθύς εδήλωσάν το Κορων., Μπούας 32· β) περιγράφω: Τι να σε λέγω τα πολλά και πώς να το δηλώσω; Χρον. Μορ. P 4055. 2) Φανερώνω, αποκαλύπτω (Πβ. L‑S, λ. δηλόω I2): Από τα γοργοκινήματα οπού ’χεν εις τα παιγνίδια| τον έρωτα εδήλωσαν που ’χεν εις την αγάπην Διγ. A 140. 3) Ερμηνεύω, εξηγώ: τότ’ ο πρώτος αδελφός, αυτός ο Κωνσταντίνος,| ούτως ανταπεκρίθηκε τον όνειρον δηλώνων Διγ. Z 722· «όστις μικρός μεγάλος τε, πλούσιός τε και πένης| δηλώσει τα αινίγματα και τα ρωτήματά μου,| να παίρνει νόμιμον ευθύς την κόρην μου γυναίκα …» Απολλών. 44. 4) Ορίζω, προστάζω (Πβ. Lampe, Lex., λ. δηλόω 3): Απαύτου εβγαίνει πρόσταγμα το πως εμήνα ο ρήγας| δηλώνοντα διά γραφής όλων των Μοραΐτων, (παραλ. 2 στ.) να δέξονται τον μισσίρ Φλοράν διά πρίγκιπα κι αφέντην Χρον. Μορ. H 8630.
       
  • διάστημα(ν)
    το, Διγ. Z 899, 2279, 2478, Ερμον. Θ 156, Φλώρ. 1479, Πανάρ. 7111, Λίβ. Sc. 2296, Λίβ. Esc. 1288, Αχιλλ. (Haag) L 338, Ιμπ. 715, 792, Χρον. Τόκκων 3884, Μαχ. 43824, Γεωργηλ., Βελ. 513, Ιμπ. (Legr.) 907, Βυζ. Ιλιάδ. 237, Χρον. σουλτ. 11716, Μηλ., Οδοιπ. 635, 640, Διγ. Άνδρ. 40010, Λίμπον. 225, κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. διάστημα. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Απόσταση (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1a και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): εκ διαστήματος πολλού απέχουσαι αι τένται Διγ. Z 2279· το διάστημαν της Αμμοχούστου είναι κοντά και τρέχουν και εφτάνου μας Μαχ. 43824· επειδή στέκει το κάστρο κοντά κοντά εις την στερέα εις την Ρούμελη και έναι στενός ο τόπος, το διάστημα Χρον. σουλτ. 11716· δύο ημερών διάστημα ήτον από την Τροία Βυζ. Ιλιάδ. 237. 2) Έκταση (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I6): φλέγεται γαρ μου η ψυχή και κλαίει η καρδιά μου| το άπειρον διάστημα του δρόμου επιβλέπων Διγ. Z 899. 3) (Προκ. για χρόνο) ορισμένος χρόνος, χρονικό διάστημα (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 1a και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): το διάστημαν του χρόνου Λίβ. Sc. 2296· με καιρού διάστημα περνώντα χρόνος ένας Γεωργηλ., Βελ. 513.
       
  • διπλοτριπλοανασασμός
    ο, Βυζ. Ιλιάδ. 398.
    Από το επίθ. διπλός και το ουσ. τριπλοανασασμός.
    Γρήγορη ανάσα: διπλοτριπλοανασασμοί, λιγοθυμιές συχνάκις,| τα δάκρυά της εποίησαν … βρυσίτσες Βυζ. Ιλιάδ. 398.
       
  • διπλοτριπλοέρωτας
    ο, Βυζ. Ιλιάδ. 685.
    Από το επίθ. διπλός και το ουσ. τριπλοέρωτας.
    Μεγάλος, βαθύς έρωτας: διπλοτριπλοέρωτας εσέβη στην ψυχήν της Βυζ. Ιλιάδ. 685.
       
  • δίχα,
    πρόθ., Σπαν. A 336, Γλυκά, Στ. 146, Λόγ. παρηγ. L 255, Προδρ. I 132, II 70, III 89, IV 1 (χφ z) (κριτ. υπ.), Καλλίμ. 349, 1330, 2188, Ασσίζ. 5358, Διγ. Z 3407, Ερμον. Γ 16, Χρον. Μορ. H 4624, 9177, Διήγ. παιδ. 372, Φλώρ. 838, Βίος οσ. Αθαν. 251, Ερωτοπ. 230, Λίβ. P 669, Λίβ. Sc. 2100, Λίβ. N 462, 2891, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 447, Νεκρ. βασιλ. 24, Απόκοπ. 350, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 500, Κυπρ. ερωτ. 58, 821, 898, 9215, 9331, 9522, 984, 23, 10448, 1059, κ.π.α.· δίχου, Διήγ. Βελ. 269, Αχιλλ. N 753, Βυζ. Ιλιάδ. 105· οδίχα, Ασσίζ. 16525‑6.
    Η αρχ. πρόθ. δίχα. Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́́ 528). Τ. θίχα, θίγα και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. δίχως).
    α) Χωρίς (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 528)): ψυχομαχώ διά σεν, δίχα αρρωστιάν και πόνον Ερωτοπ. 230· δίχα θορύβου και βοής Προδρ. I 132· Λοιπόν αφότου έφυγεν δίχα να πολεμήσει Χρον. Μορ. H 9177· β) (με την πρόθ. με) χωρίς: με δίχα κάψα λάμπουν τ’ άστρα Κυπρ. ερωτ. 1059· λέγει της: «γιον θωρώ ’μορφύτερή ’σαι| με δίχα ν’ αποθάνεις· …» Κυπρ. ερωτ. 898.
       
  • δουλωτικά,
    επίρρ., Χρον. Μορ. H 2430, 3382, 7289, Παρασπ., Βάρν. C 229, Χούμνου, Κοσμογ. 1774, Βυζ. Ιλιάδ. 682.
    Από το επίθ. δουλωτικός.
    Με υποταγή, ταπεινά: Δουλωτικά τον προσκυνά τον ρήγα ο Μέγας Κύρης Χρον. Μορ. H 3382· δουλωτικά και φρόνιμα υπόσχεσες του εποίκεν Χρον. Μορ. H 2430.
       
  • δράσσω ‑ττω, (I),
    Λόγ. παρηγ. O 600, Καλλίμ. 1113, 1298, Ασσίζ. 2129, Ερμον. Σ 170, Διήγ. παιδ. 281, Φλώρ. 1670, 1810, Απολλών. 497, 510, Λίβ. P 1476, 1594, 1638, Λίβ. Sc. 189, 457, 722, Λίβ. Esc. 1312, 1576, 3835, Λίβ. N 1165, 1622, 2389, Αχιλλ. N 1618, Φυσιολ. (Legr.) 301, Φυσιολ. 37123, Μαχ. 46413, Ch. pop. 478, Βυζ. Ιλιάδ. 428, Βίος γέρ. V 795· δράζω, Λίβ. Sc. 2669· δράκτω, Χρον. Τόκκων 3814· δράχνω, Αχιλλ. N 577, 1332, Χρον. Τόκκων 3566· δράχω, Λίβ. Sc. 790· αόρ. άδραξα, Ευγέν. 1129, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [340]· αόρ. έδραξα, Προδρ. I 266, Ερμον. Γ 46, Χρον. Μορ. H 1687, Διήγ. Βελ. 204, Λίβ. Esc. 1507, Λίβ. N 1356, Ιμπ. 755, Χρον. Τόκκων 692, 3823, Χρησμ. VII 14, Χρησμ. (Βέης) 1325, Φυσιολ. (Legr.) 527, Παρασπ., Βάρν. C 392, Αργυρ., Βάρν. K 395, Μαχ. 31417, 40824, 41620, 4922, 50818, 6063, 65815‑6, Βουστρ. 474, Διγ. Άνδρ. 3458, Διακρούσ. 10032, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25911.
    Το μτγν. δράσσω (L‑S, λ. δράσσομαι). Τ. δράζομαι τον 4. αι. (Sophocl.). Η λ. και οι τ. δράζω και δράχνω και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex. και ΙΛ, λ. αδράχνω).
    Α´ (Μτβ.) 1) Πιάνω βίαια κάπ. ή κ., κρατώ, αρπάζω (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. δράσσομαι I1. Η σημασ. και σήμ. σε ιδιώμ., Andr., Lex. στη λ. 1 και ΙΛ, λ. αδράχνω 1): Από το χέρι δράσσει την, εις το κελλίν την φέρνει Καλλίμ. 1113· πάραυτα έδραξεν την έλαφον από το ποδάριον Διγ. Άνδρ. 3458· κοντάριν δράχνει σύντομα Αχιλλ. N 1332· εξαίφνης εξεπήδησεν και δράσσει την την κόρην| και το σπαθίν του ξέβαλεν διά να την αποκτείνει Απολλών. 497· Εφόρτωσαν τα πλευτικά την νύκταν στρατιώτες,| εις την γην τους έβγαλαν τα άλογα να δράξουν Χρον. Τόκκων 692· έδραξεν ο λαός το σεντούκιν των γραψιμάτων της λόντζας των Γενουβήσων και ετσάκκισάν το Μαχ. 31417. 2) α) (Προκ. για άνθρωπο) συλλαμβάνω: ήτον η εννοία του Νικολή να τον δράξει, να τον σκοτώσει τον ρήγαν Βουστρ. 474· β) (προκ. για πόλη, κάστρα) καταλαμβάνω, κυριεύω: Γροικώντα οι Βουργάροι οπού ήτον έξω της Λευκωσίας το πώς επήγαν όλοι οι περίτου Γενουβήσοι εις την Αμμόχουστον και απού μείναν ήτον ολίγοιν, εννοιάστησα να την δράξουν Μαχ. 4922· Έδραξεν (ενν. ο Βελισάριος) κάστρη και λαόν εκ το νησίν εκείνον,| όλον τριγύρου το νησίν εποίκεν εδικόν του Διήγ. Βελ. 204. 3) (Προκ. για λόγια) αποσπώ, παίρνω λόγια: Λέγει και συντυχαίνει του, ίνα τον δράξει λόγια Ιμπ. 755. Β´ (Αμτβ.) τρέχω: Ω νιότη, όνταν σε θυμηθώ πως μέλλει να σε χάσω,| δράσσω και με τα τέσσερα να σώσω να σε πιάσω Ch. pop. 478· Όμως τινές εκ τον λαόν από τα πεζικά τους| εδράξασιν Χρον. Μορ. H 1687.
       
  • δριμυστικά,
    επίρρ., Βυζ. Ιλιάδ. 93.
    Από το επίθ. δριμυστικός.
    Με δριμύτητα: τολμηρά, δριμυστικά τον βασιλέα λαλούσιν Βυζ. Ιλιάδ. 93.
       
  • δυναστικά,
    επίρρ., Ασσίζ. 28617, Θησ. Ή́ [222], Βυζ. Ιλιάδ. 565, 807, Ζερλέντου, Φεουδαλ. Νάξου 57.
    Από το επίθ. δυναστικός.
    α) Διά της βίας, με το ζόρι: εάν εκείνος ουδέν θελήσει να στρέψει την αρραβώναν του με το θέλημάν του, … να την πάρου δυναστικά Ασσίζ. 28617· β) με δυσκολία, μόλις και μετά βίας: Εσύγκρουσε τον Παλαμών με τέτοιαν γαρ καρδίαν,| ότι σχεδόν δυναστικά εκράτησεν εκείνον Θησ. Ή́ [222].
       
  • δυστυχημένα,
    επίρρ., Βυζ. Ιλιάδ. 588.
    Από τη μτχ. δυστυχημένος του δυστυχώ.
    Με τρόπο δυστυχή: τρεις μήνας εκατοίκησεν σ’ αυτό το μοναστήριν| δυστυχημένα, άτυχα, τά ουκ ήτον μαθημένος Βυζ. Ιλιάδ. 588.
       
  • δωροφορώ,
    Έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 9911, 13933δωρηφορώ, Ασσίζ. 40631, Βυζ. Ιλιάδ. 347, 645, Έγγρ. του 1637 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 13811, 22, 14020).
    Το αρχ. δωροφορέω.
    Προσφέρω κ. ως δωρεά: Ακόμη θέλου και ψυχοδοτού και δωρηφορού της ανιψιάς τως της Μαρίας … πρώτον τα σπίτια το γονικόν τως … Έγγρ. του 1637 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 13822).
       
  • εάν,
    σύνδ., Προδρ. III 5, 38 (χφ H) (κριτ. υπ.), 119 (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), 127 (χφφ SA) (κριτ. υπ.), 131 (χφφ SA) (κριτ. υπ.), 310 (χφφ SA) (κριτ. υπ.), 325 i (χφ g) (κριτ. υπ.), 401 (χφ H) (κριτ. υπ.), 412 g (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), 412 l (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), IV 41 (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), 89 b (χφφ CSA) (κριτ. υπ.,), 109 (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 14416, Ελλην. νόμ. 52418, 21, Διγ. Z 3680, Διήγ. Βελ. 92, 371, Λίβ. P 1289, Αχιλλ. L 840, Βυζ. Ιλιάδ. 211, 926, Συναδ., Χρον. 72· ειάν, Ασσίζ. 2868.
    Ο αρχ. σύνδ. εάν. Ο τ. αρχ. (L‑S, λ. εάν). Η λ. και σήμ.
    1) (Καθαρώς υποθ.) εάν (Η χρ. αρχ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3, 4): εάν το ’χεν μάθειν πρότερον Διήγ. Βελ. 371. 2) (Ενδοτικός με αόριστο υποτ. και ακόλουθο και) ακόμη και αν, και στην περίπτωση ακόμη που (Η χρ. και σήμ.): εάν έτι ζων ο πατήρ εμνηστεύσατο την θυγατέραν αυτού, ήγουν ευχήν και ασπασμόν, ουδέν έχει εξουσίαν ο επίτροπος του πατρός αυτής μετά θάνατον του πατρός αυτής του ανατρέψαι τα μνήστρα, αλλά μένουν αδιάσπαστα, εάν και θέλει η κόρη Ελλην. νόμ. 52418, 21. 3) (Χρον.) όταν: εάν είδασιν οι δώδεκα και ήρχετον ο νέος,| όλοι αντάμα πέζευσαν Αχιλλ. L 840. 4) (Έκφρ.) μέχρι εάν = μέχρις ότου: Λόγον εθέμην εξαρχής προς τον δεσπότην πάντων,| μη συνελθείν ποτέ ανδρί, μη παρθενίαν φθείραι,| μέχρι εάν τις των ανδρών νικήσει κατά κράτος Διγ. Z 3680.
       
  • εαυτός,
    αντων., Σπαν. A 174, Σπαν. (Μαυρ.) P 391, Προδρ. II Η 5, IV 173, 182, Καλλίμ. 1164, Διγ. Z 799, 813, 1441, 2913, 3709, Διγ. (Trapp) Esc. 221, 653, Ερμον. Θ 290, Συναξ. γαδ. 270, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 41, Λίβ. Esc. 2423, Βυζ. Ιλιάδ. 438, 714, Δαρκές, Προσκυν. 193, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 426, Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16254, Διγ. Άνδρ. 3325, Ερωτόκρ. Έ́ 991, Ροδολ. Ά́ [50], Βακτ. αρχιερ. 145, Περί μεθύσου 20· αυτός, Ασσίζ. 1517, Μαχ., 4638, 6233, 31617, 6561· ενιαυτός, Ασσίζ. 1967, Χρον. Μορ. H 948, 4824, 5091, 7316, 7322, Λίβ. N 1324, 1870, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 93, Θησ. Ζ́ [1481]· ιαυτός? Λίβ. Esc. 143.
    Η αρχ. αντων. εαυτού (L‑S, λ. εαυτού) και σήμ. στο αρσ. για όλα τα πρόσ. (Δημητράκ., λ. εαυτού). Τ. νιαυτός στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) (Ενίοτε και με το άρθρο) καθ’ εαυτού (μου), καθ’ εαυτόν, καθ’ εαυτοίς, εις εαυτόν, εις τον εαυτόν (μου κλπ.) = μόνος προς τον εαυτόν (μου), από μέσα (μου) (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ., λ. εαυτού 4): εσυλλογίσθη εις τον εαυτόν του λέγοντας Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16254· οκάτι ψιθυρίσματα λαλεί καθ’ εαυτού της Καλλίμ. 1164. 2) Με άρθρο σε όλες τις πτώσεις και με τη γεν. των προσωπ. αντων. (μου, σου κλπ.) = το άτομό (μου), εγώ (εσύ κλπ.), εμένα (εσένα κλπ.) (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ., λ. εαυτού 5): τείντα σφάλμαν έκαμες, ποιο κρίμα σε μανίζει| ’ς τείντα έπεσες κι ο εαυτός ο ίδιος σ’ αμποδίζει Ροδολ. Ά́ [50]· τον εαυτό μ’ αρνήθηκα και μετά σένα ήμου Ερωτόκρ. Έ́ 991· ήλθαν εις αυτόνς σου να συντύχουν Μαχ. 4638. 3) Φρ. αναιρώ, φονεύω τον εαυτόν (μου) = αυτοκτονώ (Πβ. και Steph., Θησ., λ. εαυτού 12A και 13D): αποθνήσκει| και αναιρεί τον εαυτόν από παραπληξίας Διγ. Z 813· Περί διαθήκης οπού κάμνει ένας υγιής και ύστερα φονεύσει τον εαυτόν του Βακτ. αρχιερ. 145. 4) Φρ. χάνω τον ενιαυτόν (μου) = χάνω τη ζωή μου, σκοτώνομαι: αφόν ψοφήσουν τα άλογα και πέσουν οι καβαλάροι,| ωσάν γυναίκες και παιδία τους θέλουσιν κερδίσει| και θέλει χάσει ο πρίγκιπας πρώτα τον ενιαυτόν του| κι απάνου γαρ τον τόπον του και τον λαόν του όλον Χρον. Μορ. H 5091. 5) Φρ. έρχομαι εις εαυτόν ή εις τον εαυτόν (μου) ή στου εαυτού (μου) = συνέρχομαι, αναλαμβάνω (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ., λ. εαυτού 5): με πολλήν ώραν ήλθεν το κοράσιον εις τον εαυτόν του και λέγει Διγ. Άνδρ. 3325· Μόλις δε το κοράσιον εις εαυτήν ελθούσα Διγ. Z 799· σμίξε με τους ζωντανούς, ελθέ στου εαυτού σου Περί μεθύσου 20. 6) Έκφρ. τα εαυτού = τα δικά του: ο πάντοθεν κυκλούμενος μυρίαις δυστυχίαις| και περιτειχιζόμενος κακών αναριθμήτων| βούλεται ειπείν τα εαυτού προς τον αυτού δεσπότην Προδρ. II Η 5.
       
  • εγκοσμώ,
    Σπαν. O 142, Ακ. Σπαν. (Eideneier) Ά́ 439, Σφρ., Χρον. μ. 401‑2, Βυζ. Ιλιάδ. 850, Ιστ. πατρ. 13017, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 374, Παϊσ., Ιστ. Σινά 599, 659, 1241, 1245.
    Το αρχ. εγκοσμέω.
    Στολίζω (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. εγκοσμέω II): σπαθίν εγκοσμημένον Σπαν. O 142.
       
  • έγκρυφα,
    επίρρ., Φλώρ. 1336, Ιμπ. 371, Βυζ. Ιλιάδ. 561.
    Από το επίθ. έγκρυφος.
    Κρυφά: Είχεν κι εκείνος έγκρυφα πόνους από καρδίας Ιμπ. 371.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης