Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]

  Βιβλ.αναφορά : Γερμ., Ον.

  • αυστηρός,  
    επίθ., Γερμ., Ον. 16, Ον. Δανιήλ 323, Σταφ., Ιατροσ. 4108, 111, 112, 5117, 119, Γλυκά, Στ. Β΄ 52, Θρ. αλ. 18, Δούκ. 2619, Συναδ., Χρον. 42.
    Το αρχ. επίθ. αυστηρός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) (Προκ. για κρασί) στυφός (Η σημασ. στον Ιπποκράτη, L‑S, και σήμ., ΙΛ στη λ. 1. Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ ΕΊ23): Ρόδα ξηρά βράσον με το κρασίν το αυστηρόν Σταφ., Ιατροσ. 4108· αυστηρού οίνου Σταφ., Ιατροσ. 5119. 2) α) Σκληρός, άγριος: Κράτιστος πέλει αρχηγός, αγέρωχος τῳ τρόπῳ| και αυστηρός και απηνής, φονίσκος και οργίλος Θρ. αλ. 18· τον κρατήρα της οργής τον αυστηρόν εκχέει| ο γλυκασμός ο της ζωής τοις αμετανοήτοις Γλυκά, Στ. Β΄ 52· βλ. και αγριόθροος, αιμοχαρής, ανήμερος, ανήμπορος 1β, άσπλαγχνος, άστερνος, ασυγκατάβατος β, πικρός· β) (προκ. για ζώο) άγριος, εξαγριωμένος: Άρκος αυστηρά προσερχομένη σοι λύπην σημαίνει Γερμ., Ον. 16· Λύκον αυστηρόν ερχόμενον ιδείν εχθρόν σοι προσάγειν δηλοί Ον. Δανιήλ 323. Βλ. και αγριόπουλο, ανήμερος 1α, άσχημος 4.
       
  • βόρβορος  
    ο, Γερμ., Ον. 54, Ιερακοσ. 4223, Περί ξεν. A 466, Φυσιολ. (Legr.) 295, Ιστ. Βλαχ. 198· πληθ. βόρβορα, Μαχ. 49625.
    Το αρχ. ουσ. βόρβορος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Βρομερή λάσπη, βούρκος (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., ΙΛ στη λ. A1): μέσα εις τον βόρβορον σαν χοίρος λασπωμένος Ιστ. Βλαχ. 198. Βλ. και ατσαλιά, βάλτη, βουρκουλιά, βούρκος, πηλά· (προκ. για τον Άδη): να υπάν να σε κρεμνίσουσι στο σκότος του βορβόρου,| στο σκότος το οξώτερον και εις το πυρ και φλόγαν Περί ξεν. A 466. 2) (Μεταφ.) ηθικός ρύπος (Η σημασ. μτγν., L‑S και σήμ., ΙΛ στη λ. B2): Έκδηλός εστί βόρβορος ψυχής ρύπος Γερμ., Ον. 54.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης