Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 14 εγγραφές  [0-14]

  Βιβλ.αναφορά : Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.)

  • αγριότης ‑ητα 
    η, Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 112, Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 396, Λίβ. (Μαυρ.) P 1751, Πένθ. θαν. (Knös) S 229, Αχέλ. (Pern.) 2319, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 1, 55, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́́ 482, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ́́ 44, 603, Διγ. (Lambr.) O 984· αγριότη, Θησ. (Βεν.) Θ́́ [551], Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́́ 1935, Δ΄ 1119, Έ́ 1187.
    Το αρχ. ουσ. αγριότης. Ο τ. αγριότη και σήμ. (ΙΛ λ. αγριότη).
    1) α) Άγρια εμφάνιση, φοβερότητα:  Στην στράτα που πηγαίνασιν λεοντάρι μεγάλο,| οπού εις την αγριότητα δεν είδασι ποτ’ άλλο,| των απαντά Διγ. O 984· β) άγρια διάθεση (πβ. ΙΛ λ. αγριότη): τότε αυτοί κι οι δυο τους …| εις το μπαστόνι στέκουνται αγριότητα γεμάτοι| και με τες σπάθες κάνουσιν πολύν κακόν στο πλήθος Αχέλ. 2319. 2) Ερημιά (πβ. αγριάδα Ι 2): πλην εις το δάσωμα έξευρε και εμέναν θέλεις ευρείν,| να είμαι εις παρηγορίαν σου διά την αγριότητα του τόπου Λίβ. P 1751. 3) Κακοκαιρία: ως οι ιχθύς ου βλάπτονται εν πολυκλύστῳ ζάλῃ,| εν αγριότητι πικρᾴ θαλάσσης κυμαινούσης Γλυκά, Αναγ. 396· η αγριότη μέρωσε, δε στράφτει μπλιό, δε βρέχει Ερωτόκρ. Έ́ 1187.
       
  • αιθέριος,  
    επίθ., Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 29, Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 17213, Έκφρ. ξυλοκ. (Λάμπρ.) 1730.
    Το αρχ. επίθ. αιθέριος.
    Υψηλός, υπέροχος: Επέχεις σου τους κεραυνούς, τας φλόγας, τους πρηστήρας,| αιθέριε την φρόνησιν, εμπύριε τας χείρας Γλυκά, Στ. Β′ 29· και όλη αιθέριος, το σχήμα σεμνή, χαρίεσσα μέντοι το πρόσωπον Μακρεμβ., Υσμ. 17213.
       
  • ακανθηφόρος,  
    επίθ., Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 78.
    Το μτγν. επίθ. ακανθηφόρος.
    Που έχει ή που βγάζει αγκάθια (Η σημασ. ήδη μτγν., Steph., Θησ.): και δέον ον τμηθήναι με πρόρριζον εκ του βίου,| οία φυτόν ουκ εύκαρπον, φυτόν ακανθηφόρον Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 78.
       
  • αμετανόητος,  
    επίθ., Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 53, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 82, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 925, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2298· ʼμετανόητος, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 124.
    Το μτγν. επίθ. αμετανόητος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Το επίρρ. αμετανόητα ήδη στον Εφραίμ Σύρο (Lampe, Lex., λ. αμετανόητος 2) και άλλους.
    Που δε μετανοεί (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S, και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Αμμ’ είν’ αμετανόητοι, πολλά κριματισμένοι Θρ. Κύπρ. M 82.
       
  • ανέμβατος,  
    επίθ., Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 120.
    Το μτγν. επίθ. ανέμβατος. Τ. ανέμπατος και σήμ στην Κύπρο (Ξιούτας, Κυπρ. Σπ. 45, 1981, 175).
    (Προκ. για τόπο) απρόσιτος, απλησίαστος, κλειστός (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 1, Lampe, Lex., Sophocl.): Ου τοις πολλοίς ανέμβατος (ενν. ο λειμών), ουδέ που κεκλεισμένος Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 120.
       
  • ανοχή  
    η, Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 37, Προδρ. (Hess.-Pern.) ΙΙ H 87, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 2284, 3609, Δούκ. (Grecu) 3259, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 11622, Έκθ. χρον. (Lambr.) 1427, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 4512.
    Το αρχ. ουσ. ανοχή. Η λ. και σήμ. ως λόγ.
    Ανεκτικότητα, μακροθυμία (Η σημασ. ήδη μτγν., Sophocl. στη λ. 1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6): τοιαύτη Θεού ανοχή και παραχώρησις εγένετο Ιστ. πολιτ. 4512· ... ο νήφων θυμολέων| εις τον απονυστάζοντα πολλάκις σχηματίζει| πολλάς απλώς τας ανοχάς, τεχνάζει και προφάσεις| ώστε καιρόν επιστροφής δούναι τοις πταίουσί σοι Γλυκά, Στ. Β΄ 37· έκφρ. της ανοχής σου (Χριστέ, Θεέ, Λόγε): ω της ανοχής και μακροθυμίας σου, Χριστέ βασιλεύ, και εις αυτόν και τους αιτίους Σφρ., Χρον. μ. 11622· του Σατανά τον παίδα| του κράτους έσχε κοινωνόν της ανοχής σου, Λόγε, Μανασσ., Χρον. 2284· Ω της ανοχής σου, Χριστέ βασιλεύ Δούκ. 3259. — Πβ. και ανεξικακία.
       
  • ανταίρω,  
    Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 105, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6479, Διήγ. Βελ. (Cant.) 160, Δούκ. (Grecu) 23726, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 263.
    Το αρχ. ανταίρω.
    Α´ Μτβ. α) σηκώνω (κάτι) εναντίον κάποιου (Η σημασ. και η χρ. στην Παλατ. Ανθολ., η σημασ. στο μέσ. στο Θουκυδίδη, L‑S στη λ. Ι): ει του λοιπού τολμήσει τις αντάραι σοι τας χείρας Γλυκά, Στ. Β΄ 105· β) (με αιτ.) φέρνω αντίρρηση, ανθίσταμαι (σε διαταγή) (Πβ. την αρχ. αμτβ. σημασ., L‑S, στη λ. ΙΙ): ει τις τολμηρός φανεί ανταίρειν ορισμόν μου Ριμ. Βελ. 263. Β´ (Αμτβ.) επαναστατώ (Η σημασ. ήδη στο Μαλάλα, Βόνν., 3859): Ο δε Μουράτ ... ουκ επαύετο νυκτός και ημέρας ερευνών αφορμήν τινά, ώστε αντάραι τῳ Τζινεήτ Δούκ. 23726· περινοστήσας τοιγαρούν πόλεις περιθρακίας| ήθροισε σμήνος στρατιάς, εφώρμησεν, αντήρεν Μανασσ., Χρον. 6479. —Συνών.: ανταρτεύω.
       
  • αντιμισθία  
    η, Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 172, Βίος Αλ. (Reichm.) 2834, Δούκ. (Grecu) 2498.
    Το μτγν. ουσ. αντιμισθία. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Ανταμοιβή, ανταπόδοση (Η σημασ. μτγν., L‑S): Δικαίας ουν ελάβομεν ημείς αντιμισθίας| εφ’ οις καλοίς επράξαμεν μάλλον προς Αθηναίους Βίος Αλ. 2834· Υμείς δε ην αντιμισθίαν πληρώσαντες εποιήσατε ημίν την τοσαύτην ζημίαν Δούκ. 3498. — Βλ. και αντάμειψις 1, αντίδοσις, αντίμεψις ‑ψη 1α, 1β, 1γ, 2, αντιμισθός.
       
  • αντιστρέφω,  
    Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 188, Ευγεν., Δρόσ. (Hercher) Δ΄ 91, Ερμον. (Legr.) Σ 105, Βίος Αλ. (Reichm.) 5185, Λίβ. (Lamb.) Sc. 924, Φυσιολ. (Zur.) XIX 3α2, Δούκ. (Grecu) 2014.
    Το αρχ. αντιστρέφω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Α´ Ενεργ. 1) Στρέφω (το πρόσωπο) προς την άλλη μεριά: τους δε συγκοπιάσαντας ως εχθρούς λογίζει και αντιστρέφεις το πρόσωπον Δούκ. 2014. 2) α) Στέλνω πίσω, επιστρέφω (Η σημασ. ήδη στον Πορφυρογ., Προς Ρωμαν. (Mor.) 1347): και λάβε τον Αντίγονον ...| ... τον πρωτοσύμβουλόν μου| και τούτον σώον προς ημάς αντίστρεψον ενδόξως Βίος Αλ. 5185· βλ. και αναπέμπω 2· β) επαναφέρω: έστησαν εξαχθέντες οι φυλακίται (παραλ. 13 στ.) ους δε προπέμπει φως ελεύθερον βλέπειν| άλλους προς ειρκτήν δυστυχώς αντιστρέφει Ευγεν., Δρόσ. Δ΄ 91. Β´ Μέσ. 1) Στρέφομαι προς κάποιον: και ομοιάζει ότι ουκ αισθάνεσαι, γίνεσαι ως το λιθάριν| και τά πονώ ’θελοκουφείς και ουκ αντιστρέφεσαί με Λίβ. Sc. 924. 2) Γυρίζω πίσω: ο Πάτροκλος αυτίκα αντιστράφην εις την μάχην Ερμον. Σ 105. Βλ. και αναζευγνύω. 3) Μεταβάλλομαι: εις έχθραν αντεστράφησαν πολλήν τα της φιλίας Γλυκά, Στ. Β′ 188. Βλ. και αλλάσσω Β β, δ. — Βλ. και ανεπιστρέφω, ανθυποστρέφω, αντιμεταστρέφομαι.
       
  • αόργητος,  
    επίθ., Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 42.
    Η λ. στον Αριστοτέλη
    Που δεν οργίζεται, πράος (Η σημασ. στον Αριστοτέλη): τον αόργητον οίδεν αγανακτούντα Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 42.
       
  • απαράμιλλος,  
    επίθ., Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 56, Έκφρ. ξυλοκ. (Λάμπρ.) 1824, Ερμον. (Legr.) Β 278, Δ 155, Η 71, Κ101, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 237, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 9.
    Από το στερ. α‑ και το παραμιλλάομαι, αν όχι το παράμιλλος. Η λ. και στον Λ. Διάκονο (Βόνν.) 27 Β, στον Ευστ., Opusc. (Tafel.) 20833, κλπ., καθώς και σήμ. ως λόγ.
    Που δεν μπορεί να παραβληθεί με άλλον, ασύγκριτος (Η λ. και σήμ. ως λόγ.): γλυκύτης απράμιλλε, βυθέ φιλανθρωπίας Γλυκά, Στ. Β΄ 56. Το ουδ. ως ουσ. = το να μην μπορεί κάτι να συγκριθεί με άλλο: το της αρετής αυτού απαράμιλλον Βίος οσ. Αθαν. 237.
       
  • απιστώ,  
    Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 67, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 108, Καλλίμ. (Κριαρ.) 2435, Ασσίζ. (Σάθ.) 488, 591, 30827, Διγ. (Hess.) Esc. 721, Διγ. (Καλ.) A 247, 668, 1380, Βέλθ. (Κριαρ.) 154, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1297, 3257, 3865, 4225, 5548, 5660, 8157, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1297, 3871, Διήγ. Βελ. (Cant.) 490, Φλώρ. (Κριαρ.) 1647, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 171, Λίβ. (Μαυρ.) P 949, 2822, Λίβ. (Lamb.) Sc. 529, 605, 721, 1211, 1882, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1634, 1820, 2116, Λίβ. (Wagn.) N 423, 1508, 1621, 1863, 2716, 3110, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1333, Φυσιολ. (Pitra) 3461, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 129, 836, Μαχ. (Dawk.) 32023, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 1148, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 846, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 115, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 527, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 6136, 9418, Σταυριν. (Legr.) 786, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 32733, 40033, 4412, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [1362].
    Το αρχ. απιστώ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Δεν πιστεύω, αμφισβητώ (κάτι) (Βλ. και L‑S στη λ. Ι): τούτο ουδέν σε (= σου) το απιστώ, πιστεύω εις τά λέγεις Λίβ. Sc. 605· ανίσως ότι ο καραβοκύρης ή άλλος κανείς απιστεί ότι ετεσαύτον ουδέν έπεσεν (ενν. το γομάριν) Ασσίζ. 488. Βλ. και αμφιβάλλω 1. 2) Δείχνομαι άπιστος, απειθώ (σε κάποιον) (πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. ΙΙ, και τη μτγν., Δημητράκ. στη λ. 7· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): απίστησεν τον αφέντη του (= στον αφέντη του) κι εδιάβη στον εχτρόν του Χρον. Μορ. H 3257· Απίστησεν τον αφέντην του κι εγίνη δημηγέρτης Χρον. Μορ. H 8157· Κι ως είδε ετούτο ο βασιλεύς εκείνος ο Βαλδουίνος,| το πώς τον απιστήσασιν το γένος των Ρωμαίων Χρον. Μορ. H 1297· βλ. και απεργώνω 1β. 3) α) Επαναστατώ: τα Άλβανα απίστησαν, ο τόπος ανακατώθη Χρον. Τόκκων 1333· οι δε Ούγγροι απίστησαν και σήκωσαν κεφάλι Σταυριν. 786· βλ. και ανταίρω Β, ανταρτεύω β· β) (με εμπρόθ. προσδιορ.) δεν τηρώ την πίστη μου ως υπήκοος, αποσκιρτώ: απιστήσανε (ενν. οι Αλβανίτες) από την βασιλείαν των Ρωμαίων Χρον. σουλτ. 6136. 4) Προδίδω την πίστη μου, αλλαξοπιστώ (πβ. τη μτγν. σημασ., Δημητράκ. στη λ. 3): οι Αραβίται βούλονται εμέ του θανατώσαι· να σφάξωσι τα τέκνα σου, πατρός ως απιστούντος Διγ. A 668. 5) Προδίδω την ερωτική πίστη, απατώ (πβ. τη σημερ. σημασ., ΙΛ στη λ. 2): Επεί απεδά δουλώνεσαι και ομνύεις να μη απιστήσεις,| έχεις και κόρης ηθικής, ευγενικής αγάπην Λίβ. N 423.
       
  • απλός,  
    επίθ., Σπαν. (Hanna) V 65, Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 55, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 125, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1594, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 6603, Λίβ. (Lamb.) Esc. 609, Αχιλλ. (Haag) L 77, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 70, Φυσιολ. (Zur.) LIII10, Δούκ. (Grecu) 12134, 26122, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 111, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 692, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 47, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1919· απλύς, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1740, 6603, Χρον. Τόκκων 1948· συγκρ. απλούσθερος.
    Το αρχ. επίθ. απλόος. Για τη λ. απλός βλ. L‑S, λ. απλόος. Για τον τ. απλύς (κατά το βαθύς κ.τ.ό.) βλ. Χατζιδ., Αθ. 25, 1913, 292.
    1) (Προκ. για πρόσ. ή ανθρώπινη ενέργεια) ειλικρινής, τίμιος, ευθύς (Η σημας αρχ., L‑S, λ. απλόος ΙΙb· πβ. και τη σημασ. «δίκαιος» στον Αριστοτέλη· η σημασ. «ειλικρινής», κλπ., και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): Ην γαρ ο Μουσουλμάν τοσούτον αγαθόν και απλούστατος, όσον ο Τζινεΐτ πονηρός και περίεργος Δούκ. 12134· ήτον απλός εις έρωταν, ασύγκριτος εις (έκδ. και· διόρθ. Κριαρ., Αθ. 50, 1940, 184) κάλλος Αχιλλ. O 70. Βλ. και άδολος, ακέραιος 4, αληθής 1· έκφρ. απλό χέρι = γεναιόδωρο χ.: να είν’ απλόν το χέρι σου στην ελεησμοσύνην Ιστ. Βλαχ. 1919. 2) Απλοϊκός, αφελής, ανόητος (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. απλόος ΙΙc· βλ. και Lampe, Lex. λ. απλούς Β1b· και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): αι δε καρδίαι αυτών ώσπερ λύκοι αρπάζοντες τους απλουστέρους απολούσι τας ψυχάς αυτών Φυσιολ. LIII10. Βλ. και απλόψυχος. 3) (Προκ. για γλωσσ. ύφος) ανεπιτήδευτος, απλός στη διατύπωση (Η σημασ. ήδη τον 4. αι., Lampe, Lex., λ. απλούς D· και σήμ., Δημητράκ., λ. απλούς 2): εμετέβαλα εις λέξην απλήν (ενν. παλαιότερα και αρχαϊστικότερα κείμενα) Κώδ. Χρονογρ. 47. 4) Αγράμματος: μηδείς ουν των σοφών καταφρονήσει της αμαθείας μου, ότι διά τους απλούσθερους, τους όντας ως εμέ, έγραψα ούτως, μηδέ τας ορθάς των γραμμών ίδῃ, διά το είναι με αγράμματον Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 297. 5) (Προκ. για χρον. διάστημα) (πιθ.) σύντομος: και ήτον απλόν (χφ Ρ απλώς) το διάστημα εκείνης της ημέρας Λίβ. Esc. 609. 6) Που δεν έχει δεσμεύσεις, απεριόριστος (Πβ. L‑S, λ. απλόος ΙΙΙ2 και σήμ., Δημητράκ., λ. απλούς 5): ο βασιλεύς δε του ’δωκε απλήν την εξουσίαν| να πάγει όπου βούλεται, να δείξει ανδραγαθίαν Κορων., Μπούας 111. Βλ. και απειρόμετρος. 7) Απλωτός, απλόχωρος (πβ. Lampe, Lex., λ. απλούς F· και ΙΛ στη λ. 3): να απέλθουν εις το Νίκλι| ... διά το ένι απλύς ο τόπος| διά να έχουν τα φουσάτα τους ανάπαψην και απλίκιν Χρον. Μορ. H 6603· είδαν (ενν. οι Φράγκοι) τον τόπον έμνοστον, απλύν, χαριτωμένον Χρον. Μορ. H 1740.
       
  • αποβάλλω,  
    Γλυκά, Στ. Β′ (Ευστρ.) 17, Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 341, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 2567, Ασσίζ. (Σάθ.) 11530, Ιερακοσ. (Hercher) 44113, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 52726, Επιστ. Μουρ. Β′ (Λάμπρ.) 58Β, Δούκ. (Grecu) 797, 3252, Έκθ. χρον. (Lambr.) 6719.
    Το αρχ. αποβάλλω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) (Ενεργ. και μέσ.) εγκαταλείπω, παρατώ: αποβαλών δε την γυναίκα και παίδας αυτού, ήλθεν εν τῃ Πόλει Έκθ. χρον. 6719. Βλ. και αλλάσσω Α4, αμπαντονάρω, αναχωρίζω Α, απαριάζω 1α, απαρνούμαι, απαφήνω 1. 2) Δεν αποδέχομαι κάτι: προσέξατε μήπως αποβάλλοντες το ζήτημά μου Επιστ. Μουρ. Β′ 58 Β. 3) Θανατώνω, φονεύω (πβ. και ΙΛ στη λ. αποβγάζω 4): εκεί γαρ ο το τρόπαιον στησάμενος της νίκης φθάσας πολλούς απέβαλε τῳ του πολέμου νόμῳ Γλυκά, Στ. Β′ 17. Βλ. και αγουροκόβω, αποκοιμίζω 2. 4) (Μεσ.) απομακρύνομαι από τους κόλπους της εκκλησίας: και εαν ο ιερεύς οπού τους ευλόγησεν ουκ εγίνωσκεν ότι ήσαν συγγενάδες …, ου χρή αποβάλλεται Ασσίζ. 11529-30. 5) Φρ. α) Αποβάλλω χολήν = βγάζω χολή από το στομάχι, κάνω εμετό: … όταν αυτόν ιδείς αποβάλλοντα χολάς, τότε αυτῴ δός … Ορνεοσ. αγρ. 52726· β) αποβάλλομαι την ψυχήν = χάνω την ζωτικότητά μου, εξασθενώ: Η δε Πόλις … τῳ μεγέθει του λοιμού εστενοχωρείτο και απεβάλλετο την ψυχήν Δούκ. 797· γ) αποβάλλομαι του ζήν = πεθαίνω (πβ. και L‑S στη λ. 3, χωρίο Σοφοκλ.): δει ούν ινα αυτόν ιατρεύσει ευθέως· εάν δε μη, του ζήν αποβαλείται Ιερακοσ. 44113.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης