Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αρχιεράρχης
- ο, Γράμματα Μετεώρ. 41, 81, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5868.
Από το αρχι‑ και το ουσ. ιεράρχης. Η λ. ήδη τον 7. αι. (Lampe, Lex.).
Ανώτατος κληρικός (Βλ. Lampe, Lex.): Τεχνίτες επιτήδειους είχα κι εικονογράφους και πατριάρχους έβγαλα και άξιους αρχιεράρχους Τζάνε, Κρ. πόλ. 5868. — Βλ. και αρχιερεύς.
ασκώ,- Πτωχολ. N 791, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 116, Δούκ. 22921, Βίος γέρ. V 872, Γράμματα Μετεώρ. 24, Παϊσ., Ιστ. Σινά 156.
Το αρχ. ασκέω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., ΙΛ).
1) (Προκ. για ξένη γλώσσα) κατέχω, μιλώ: διά το ασκείν την των Τούρκων γλώτταν και επίστασθαι αυτήν, ως εχρήν, εστέλλετο συν τοις πρέσβεσι του βασιλέως Δούκ. 22921. 2) Ασκητεύω (Βλ. Lampe, Lex. στη λ. 3): Εν ταύτῃ είς των ασκητών … σαράντα χρόνους ήσκησεν μετά πολλού καμάτου Παϊσ., Ιστ. Σινά 156. Φρ. 1) ασκώ την σιωπήν = σιωπώ: ίνα με αφήσεις άρτι| υποστρέψαι εις τα παιδιά μου| και την σιωπήν ασκήσω Βίος γέρ. V 872. Βλ. και βουβαίνομαι, σιωπώ, σωπάζω· 2) ασκώ ξενιτείαν = ζω ως ξενιτεμένος: Ορώ σε ξένον και σοφόν, … ενδεδυμένον ράκια, ξενιτείαν ασκούντα Διήγ. πόλ. Θεοδ. 116.
αυτοδέσποτος,- επίθ., Χρυσόβ. Ανδρ. Β′ 1222, Γράμματα Μετεώρ. 56, 57, Ηπειρ. 27416.
Το μτγν. επίθ. αυτοδέσποτος. Για επίρρ. αυτοδεσπότως βλ. Lampe, Lex., Μανδηλαρά, Αθ. 62, 1958, 365 και Τωμ., ΕΕΒΣ 33, 1964,9.
(Προκ. για μοναστήρι) που έχει αυτοτέλεια, αυτεξούσιος, ανεξάρτητος (Πβ. L‑S): διά το ίνα ευρίσκηται αυτοδέσποτον το τοιούτον μοναστήριον Χρυσόβ. Ανδρ. Β′ 1222.
αναποσπάστως,- επίρρ., Γράμματα Μετεώρ. 48, 57, 60, 61, 77· αναποσπάσθως, Γράμματα Μετεώρ. 82.
Από το επίθ. αναπόσπαστος. Η λ. τον 6. αι. (L‑S, λ. αναπόσπαστος).
Αναφαίρετα, κατά τρόπο αναπόσπαστο: (Ίνα) έχωσι δε τούτον (ενν. τον μύλωνα) οι ενασκούμενοι μοναχοί ... εν τῳ Μετεώρῳ αναποσπάστως και αναφαιρέτως και απαρασαλεύθως και ανυστερήτως Γράμματα Μετεώρ. 44.
αναφαιρέτως,- επίρρ., Γράμματα Μετεώρ. 44, 61.
Το μτγν. επίρρ. αναφαιρέτως (L‑S, λ. αναφαίρετος).
Χωρίς να μπορεί κανείς να αφαιρέσει κ: νέμεται (ενν. η μονή τον πύργον) ανενοχλήτως, αναφαιρέτως και αναποσπάσθως Γράμματα Μετεώρ. 82.
ανεπαυξήτως,- επίρρ.
Από το επίθ. ανεπαύξητος, που απ. σε παπυρ. (L‑S).
Χωρίς να μπορεί κάπ. να προσθέσει κ.: διορίζεται, ίνα κατέχῃ ... η ... μονή ... τα ανωτέρω ... αναφαιρέτως, ανεπαυξήτως και αναποσπάστως Γράμματα Μετεώρ. 57.
απαρασαλεύτως,- επίρρ.· απαρασαλεύθως.
Από το επίθ. απαρασάλευτος. Η λ. τον 5. αι. (Lampe, Lex.).
Αναφαίρετα, αδιάσειστα: (ίνα) έχωσι δε τούτον (ενν. τον μύλωνα) οι ενασκούμενοι μοναχοί ... αναποσπάστως και αναφαιρέτως και απαρασαλεύθως Γράμματα Μετεώρ. 44.
βέβαιος (I)- επίθ., Γλυκά, Στ. 310, Βλεμμ., Δούκ. 8, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 363, Διγ. Τρ. 90, Διγ. Z 498, 668, 1874, Γράμματα Μετεώρ. 41, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 1210, Ε΄ 118 (σχόλ.), Λίβ. Sc. 452, Λίβ. Esc. 1571, Καναν. 69D, Κορων., Μπούας 14, 73, 113, Βεντράμ., Φιλ. 22, Σοφιαν., Παιδαγ. 110, Αχέλ. 2186, Ιστ. πατρ. 1681, 20021, Π. Ν. Διαθ. φ. 244α 15, Σουμμ., Ρεμπελ. 161, Διγ. Άνδρ. 32410, Βακτ. αρχιερ. 140, 146, 156· βέβιος, Θησ. ΙΒ΄ [295], Χρον. σουλτ. 10727, 1397, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [871], Γ΄ [28], Δ΄ [554], Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 80.
Το αρχ. επίθ. βέβαιος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) (Προκ. για πράγμα) στερεός, σταθερός, σίγουρος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1d και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): ουκ έχει βέβαιον ουδέν, ουκ έχει ουδέν εδραίον Γλυκά, Στ. 310· ο παρών ορισμός μου να έναι και διαμένει βέβαιος και ασάλευτος Ιστ. πατρ. 1681· βλ. και ασφαλής 1α· β) (προκ. για πρόσ.) σταθερός: εις δύο τα μέγιστα αγαθά της φιλοσοφίας υπολαμβάνω ότι πρέπει να είμεθα βέβαιοι και προσεκτικοί Σοφιαν., Παιδαγ. 110. 2) α) Αναμφισβήτητος, αναμφίβολος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1b και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): πάντες οι μουσουλμάνοι αληθή και βέβαια κρατούσιν πάντα τα λαληθέντα εκ τούτου Καναν. 69D· Λοιπόν για βέβαιο το κρατείς κι αληθινό το έχεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [871]· από το βέβιο πλιότερον με κάμει να πιστεύω Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [28]· β) αληθινός, πραγματικός: με λίγα λόγια κέλευσεν στην μάχην τους Μαλταίους| λέγοντα πως τους θέλει δει και γέροντας και νέους,| βέβαιοι εκκλησιαστικοί αν είναι και φανούσι Αχέλ. 2186. 3) «Πεπεισμένος», σίγουρος για κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): Λοιπόν είμεσθεν βέβαιοι και συ, ώσπερ παιδί μας,| εις πάσαν μάχην κατ’ εχθρών ν’ αυξήσεις την τιμήν μας Κορων., Μπούας 113. Βλ. και αναμφίβολος, ανύποπτος 1, βεβαιώνω B2 μτχ. 4) (Προκ. για διαθήκη) έγκυρος: ο αφήλιξ άρρην μετά τον τεσσαρεσκαιδέκατον ενιαυτόν διαθήκην ποιεί και βεβαία εστί Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 1210. Βλ. και βεβαιώνω B 4 μτχ. Το ουδ. ως ουσ. = 1) Σταθερότητα: το σταθερόν, το πάγιον, το βέβαιον της γνώμης Βλεμμ., Δούκ. 8· έχειν δε το παρόν γράμμαν το στέργον, το βέβαιον, το αμετάτρεπτον και αμεταποίητον Γράμματα Μετεώρ. 41. Βλ. και ατρεψία. 2) Αλήθεια: μάθετε και το βέβαιον και την αλήθειαν ταύτην Διγ. Z 498. 3) Εγκυρότητα: περί βασιλέως κρίσιν, ότι, είτι κρίνει και αποφασίσει, έχει το βέβαιον Βακτ. αρχιερ. 140· Περί διαθήκης, οπού δεν έχει το βέβαιον Βακτ. αρχιερ. 146· Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 118 (σχόλ.)· και τίμια πατριαρχικά γράμματα οι χριστιανοί επαίρνουν εις τας υποθέσεις αυτών και έχουν το βέβαιον εις όλην την οικουμένην Ιστ. πατρ. 20021.
βελλιάνιος,- επίθ., Γράμματα Μετεώρ. 48.
Από το λατ. velleianus. Βλ. Triand., Lehnw. 15, 42, 128.
(Προκ. για δόγμα) που έγινε από το Βέλλιο (Για τη σημασ. Βλ. Triand., Lehnw. 128): βελλιάνιον δόγμα Γράμματα Μετεώρ. 48.
βελτίωσις- η, Γράμματα Μετεώρ. 57.
Το μτγν. ουσ. βελτίωσις. Η λ. και σήμ. από τη λόγ. παράδ. (Δημητράκ.).
Προσθήκη για καλυτέρευση ή διόρθωση κάπ. πράγματος: συνιστά και βελτιοί αυτά, καθώς έχει βουλήσεως και δυνάμεως, κατέχουσα και τας εν αυτοίς γενησομένας βελτιώσεις κατά τον όμοιον τρόπον Γράμματα Μετεώρ. 57. — Βλ. και αμάντα 1α, βελτίωμα.
βιβαροτόπιον- το, Γράμματα Μετεώρ. 74.
Από τα ουσ. βιβάριον και τόπος.
Ζωοτροφείον ή πιθ. ιχθυοτροφείον: αμπελίων, χωραφίων, υδρομυλώνων, λόγγου και βιβαροτοπίων Γράμματα Μετεώρ. 74. — Βλ. και βιβάριον.
βρέβιον- το, Διαθ. Θεοδ. Σαρ. 27189, 193, Έγγρ. του 1370 (Θεοχ., Μακεδονικά 5, 1963, 14422), Γράμματα Μετεώρ. 44.
Από το λατ. brevis (Βλ. L‑S). Η λ. σε επιγρ. του 4. αι. (L‑S).
1) α) Κατάλογος απογραφής κινητών και ακινήτων εκκλησίας ή μονής (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ. στη λ. 2 και Καραγ., Βυζ. διπλ. 215): τούτο δε ισχύειν εθέλω και ως βρέβιον και ως κωδίκελλος Διαθ. Θεοδ. Σαρ. 27193· β) κατάλογος ονομάτων δωρητών εκκλησίας ή μονής (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ. στη λ. 2): το μεν εμόν όνομα και του αυταδέλφου μου ... καταγραφώσι<ν> εν τῳ σεπτῴ βρεβίῳ της μονής Έγγρ. του 1370. 2) Η λ. ως επίθ.: (προκ. για γράμμα) που αποτελεί κατάλογο: εις εναντίωσιν του παρόντος διαθηκώου και βρεβίου μου γράμματος Διαθ. Θεοδ. Σαρ. 27189.
γέροντας- ο, Σπαν. P 194, Διγ. Z 1284, Διγ. Esc. 726, Διγ. (Trapp) Esc. 1316, 1493, Γράμματα Μετεώρ. 87, Απόκοπ. 125, Κορων., Μπούας 53, Διήγ. Αλ. G 23, Πεντ. Έξ. X 9, XIX 7, XXIV 9, Δευτ. XIX 12, XXI 2, XXVIII 50, XXIX 9, Βίος γέρ. V 513, Αχέλ. 141, Χρον. σουλτ. 1364, Ιστ. πολιτ. 673, Ιστ. πατρ. 13216, 17323, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 395, Δωρ. Μον. LI, Βλαστού, Επιστ. 176, Χίκα, Μονωδ. 57, Διγ. Άνδρ. 34830, 3585, 37031, Ερωτόκρ. Α΄ 79 (γεν. γερόντου), 835, Β΄ 1371, Σουμμ., Ρεμπελ. 164, Θυσ.2 202, Έγγρ. Σύρου Α΄ 31, Ροδολ. Α΄ [163], Αποκ. Θεοτ. II 2, Πανώρ. Πρόλ. θεάς 31, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [12, 136], Λίμπον. 234, 427, Επίλ. 9, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 403, Λεηλ. Παροικ. 77, 299, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16827, 18510, 23515.
Το αρχ. ουσ. γέρων. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Γέρος (Η σημασ. στο Βλάχ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): ήτονε δεκοχτώ χρονώ, μα ’χε γερόντου γνώση Ερωτόκρ. Α΄ 79· η αγκαλιά του γέροντα μηδεκιαμιάς αρέσει Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 403. 2) Προεστός, δημογέροντας (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): τότες απού τσι γέροντες το θέλημα εδόθη Ερωτόκρ. Β΄ 1371· Σα γέροντας οπού ’τονε της χώρας Λεηλ. Παροικ. 299. 3) (Προκ. για μοναχό) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): τότε και ημείς ευρόντες χώραν και αφορμήν προς τον γέροντα ... είπομεν αυτῴ: «Π(άτ)ερ άγιε ...» Γράμματα Μετεώρ. 87. 4) (Ως επίθ.· συγκρ. βαθμός: γεροντότερος) που είναι πιο προχωρημένης ηλικίας (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γεροντότερος): Ως γεροντότερος εγώ ν’ αποκριθώ μοι φάνη Κορων., Μπούας 53.
γεώμορον- το, Γράμματα Μετεώρ. 3920· γήμορον, Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 291.
Από το αρχ. ουσ. γεωμόρος. Πβ. L‑S (λ. γημόριον) και Ησύχ. (λ. γεωμόριον). Βλ. και Δημητράκ.
1) Το ποσό του καρπού που δίνει ο καλλιεργητής στον ιδιοκτήτη κτήματος (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ.): ειμή και μόνον τούτο εκτελείν η παρούσα τοιαύτη αγία μονή χάριν γεωμόρου και αμπελοπάκτου Γράμματα Μετεώρ. 3920. 2) Μερίδιο γης (Πβ. Ησύχ., λ. γεωμόριον): αναβολή των καρπών, ήγουν γήμορον Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 291.
γονικότης- η, Χρυσόβ. Ανδρ. Β′ 13, Act. Xér. 2669, Γράμματα Μετεώρ. 10, 41, 95, Έγγρ. του 1370 (Θεοχαρίδης, Μακεδ. 5, 1963, 143, 146), Έγγρ. του 1371 (Θεοχαρίδης, Μακεδ. 5, 1963, 149), Δούκ. 21519· γονικότητα, Λατ. έγγρ. πατμ. αρχ. 367, 368.
Από το επίθ. γονικός και την κατάλ. ‑ότης.
Κληρονομιά που προέρχεται από τους γονείς (Βλ. και Ostrog., Féod. byz. 132-5): του έχειν αυτήν (δηλ. την επαρχίαν) κατά διαδοχήν γονικότητος Δούκ. 21519· το σπήλαιον το επονομαζόμενον του Κυρίλλου ... έχει αυτό από γονικότητος Γράμματα Μετεώρ. 10.
γράμμα(ν)- το, Metrol. 14011, Γλυκά, Στ. 204, Λόγ. παρηγ. L 98, Μανασσ., Χρον. 5723, 6613, Καλλίμ. 1207, Ασσίζ. 10417, Ιερακοσ. 3839, Διγ. Z 653, 3017, Διγ. (Trapp) Esc. 394, Ερμον. Α 234, Βίος Αλ. 28, 4551, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 658, 810, Συναξ. γαδ. 248, Γράμματα Μετεώρ. 39, Φλώρ. 180, Απολλών. 296, Λίβ. P 1288, Λίβ. N 383, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 149, Αχιλλ. (Haag) L 644, Τζαμπλάκ. 18, Θρ. Κων/π. διάλ. 47, Χειλά, Χρον. 351, Μαχ. 32812, 37022, 4126, Δούκ. 39120, Σφρ., Χρον. μ. 10633, Ch. pop. 41, 331, Γαδ. διήγ. 112, 526, Σαχλ., Αφήγ. 29, Φαλιέρ., Λόγ. 362, Δεφ., Λόγ. 115, 202, Τριβ., Ρε 358, Πεντ. Δευτ. X 4, Ρίμ. θαν. 19, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 595, Αχέλ. 1351, Θρ. Κύπρ. M 220, 303, Χρον. 307, Ιστ. πατρ. 1086, Μηλ., Οδοιπ. 635, Παϊσ., Ιστ. Σινά 559, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 462, Κυπρ. ερωτ. 13718, Παλαμήδ., Βοηβ. Προς Αναγν. 8· 735, 1115, Ιστ. Βλαχ. 1570, 2170, 2197, Ερωτόκρ. Α΄ 678, 1045, Β΄ 362, 599, 2391, Δ΄ 1628, Ε΄ 1497, Στάθ. Α΄ 208, Γ΄ 222, 518, Συναδ., Χρον. 29, 33, Βακτ. αρχιερ. 136, 146, 154, Λίμπον. Επίλ. 40, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 4, Δ΄ 260, Λεηλ. Παροικ. 133, Διακρούσ. 9227, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1442, 43011, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. γράμμα. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Γράμμα αλφαβήτου (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1α και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): Στην κεφαλή ’χε ολόμαυρο το Χάρο με δραπάνι| και με το αίμα γράμματα κι όχι με το μελάνι Ερωτόκρ. Β΄ 362· δίχως να ξεύρει μάθημα και γράμμα ν’ αναγνώσει Γαδ. διήγ. 526· ανέν και δεν κατέχεις| γράμματα, πώς το λοιπονίς τούτο γραμμένο έχεις; Στάθ. Α΄ 208· β) (πληθ.) γραφικός χαρακτήρας: εγνώρισε τα γράμματα και ενθυμήθη την κόρην Αχιλλ. (Haag) L 644· Οράτε Πώρου γράμματα παρόμοια Δαρείου; Βίος Αλ. 4551. 2) Υπογραφή: Ακόμη, εκλαμπρότατε, και τούτο να ποιήσεις:| το γράμμα σου, την βούλαν σου να μην την αθετήσεις Ιστ. Βλαχ. 1570. 3) Επιστολή (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. III1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 14): Άρξομαι γράφειν γράμματα προς την κόρην Λίβ. P 1288· γράμματα τότε έστειλε ευθύς Παλαμήδ., Βοηβ. 1115. 4) Κατάστιχο (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. III2): «Εσύ, αδελφέ, εις τα γράμματα κείτεσαι της οδύνης ...» Λόγ. παρηγ. L 98. 5) α) (Ενίοτε με το επίθ. ιερός) η Αγία Γραφή (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. III3): αυτός τον ανάθρεψε και τον έμαθε και τα ιερά γράμματα Ιστ. πατρ. 1086· άμα κορμίν, άμα ψυχή εις ώραν τα δυο μίαν| εκτίσθημαν αμφότερα, ως φαίνεται εις το γράμμα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 149· β) (πληθ.) ο Δεκάλογος (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. III3): τα θεία σκεύη του Μωσή και Ααρών τυγχάνουν| (ο μανναδόχος στάμνος τε και πλάκες των γραμμάτων ...) Παϊσ., Ιστ. Σινά 559. 6) Φρ. βάνω εις γράμμα(ν) κ., βλ. βάνω Α25γ. 7) Γράψιμο: μα ουδέ τα ξόμπλια τ’ ακριβά μηδέ ψιλότη ʼς γράμμα (έκδ. Ξανθ. και Αλεξ. Στ.: ψιλότης γράμμα· διόρθ. Κριαρ., Πεπρ. Β′ ΔΚρ.Σ 272-3)| αλάφρωσην εις το κακόν οπού ʼχε δεν τσ’ εκάμα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 637· εκφρ. με γράμμα, διά γραμμάτων = γραπτώς: Εγώ δειλιώ να σασε πω με γράμμα Ερωτόκρ. Ε΄ 1497· Οπόθεν ουν δε θέλω να εβλάστησεν ούτος ο τροπαιούχος| τοις πάσιν εμφανέστερον λέγω διά γραμμάτων Βίος Αλ. 28. 8) Λέξη, λόγος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4): Χαρτί πολλά πονετικό και γράμματα θλιμμένα Ch. pop. 331· να γράφουσιν τες πράξες παραυθίκα| και τες ανδραγαθίες τως τα γράμματα ευρήκα Παλαμήδ., Βοηβ. Προς Αναγν. 8. 9) Ανάγνωση, διάβασμα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1α και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): το ράψιμό ’χω αντίδικο, το γράμμα έχω οχθρό μου Ερωτόκρ. Α΄ 1045· Σύρε να ’πάγεις να σταθείς εκεί οπού διαβαίνει| η Τάρσια, όντεν υπά το γράμμα να μαθαίνει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1222]. 10) (Στον πληθ.) μόρφωση, παιδεία (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IV και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 22): σχολείον διά γράμματα να ανοικοδομήσεις Ιστ. Βλαχ. 2170· καλά διδασκαλεμένη γραμμάτων Μαχ. 32812· με επήγεν ο πατέρας μου ... εις τον διδάσκαλον ... και έμαθα εις αυτόν τα κοινά γράμματα Συναδ., Χρον. 29· εις τα γράμματα ολίγος Συναδ., Χρον. 33· να φέξου εις τα γράμματα, να ξεδηγούσι νόμους Στάθ. Γ΄ 518. 11) α) Συμφωνητικό έγγραφο: τα προγενέστερα γράμματα και δικαιώματα διαλαμβάνουσι ότι κατά αλήθειαν ούτως έχει το αμπέλιον της τοιαύτης μονής Γράμματα Μετεώρ. 39· β) (προκ. για διαθήκη): Περί δωρεάς ανεπιφωνήτου και δωρεάς γινομένης χωρίς γράμμα και μαρτύρων Βακτ. αρχιερ. 146· έρχετ’ η θλίψις να περνά, τον λογισμόν αλλάσσουν,| μοίρα το γράμμα κρύβουσιν, τους λόγους τως αρνούνται Ρίμ. θαν. 19. 12) Μέτρο βάρους (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II5): Επειδή η ουγγία γράμματα έχει κδ΄ Metrol. 14011· κόστου γράμμ. πέντε, φύλλου ινδικού γράμμ. πέντε Ιερακοσ. 3839.
δεσποτεία- η, Act. Lavr. 5610, 63, 617, 623, Ασσίζ. 3723‑4, 42329, Χρον. Μορ. H 4926, 4984, Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 245, 38, 1011, Β́́ 131, Δ́ 919 σχόλ., 119, Έ́ 45, 1126, Γράμματα Μετεώρ. 4826, 908‑9, Λίβ. P 1441, 1602, Λίβ. Sc. 398, 735, 783, 935, 945, Λίβ. Esc. 1831, 1873, 2017, 2025, Λίβ. N 1635, 1674, Συναξ. γυν. 281, Κορων., Μπούας 5, 6, Θρ. Θεοτ. 68, Ιστ. πατρ. 19319, Βακτ. αρχιερ. 171, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. ά́ [18].
Το αρχ. ουσ. δεσποτεία.
1) Εξουσία πάνω σε πρόσ. (Πβ. την αρχ., σημασ. L‑S στη λ. I1): Η γυνή αν είχεν δεσποτείαν| απάνω εις τον άνδραν της Συναξ. γυν. 281. 2) Ο τόπος εξουσίας άρχοντα, επικράτεια: τον Μοριάν αφέντευσε και πάσαν δεσποτείαν Κορων., Μπούας 6. 3) (Νομ.) κυριότητα (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II): περί νομής και δεσποτείας ενός πράγματος Βακτ. αρχιερ. 171· τον είδαν να το έχει εις την δεσποτείαν του και να το νομευτεί Ασσίζ. 42329. 4) Αρχοντιά, αξιοπρέπεια: πού σου η όψις η φαιδρά; πού σου η δεσποτεία; Θρ. Θεοτ. 68. 5) α) (Προκ. για φιλοφρόνηση): Η δεσποτεία σου εθάρρησεν στο πλήθος του φουσάτου Χρον. Μορ. H 4926· ούτως εγένετον σ’ εμάς ωσάν στην δεσποτείαν σου; Χρον. Μορ. H 4984· β) (αντί του «δέσποινα»): σκόπησε, δεσποτεία μου, το όνειρον το εφαντάσθης Λίβ. Sc. 398· (σε προσφών. εραστή προς ερωμένη) δεσποτεία μου = δέσπoινά μου: λέγω σε δεσποτεία μου και φως μου σε κηρύττω Λίβ. Sc. 783.
δεύτερος,- αριθμητ. επίθ., Λόγ. παρηγ. O 315, Προδρ. III 400 m (χφφ gv) (κριτ. υπ.), IV 249, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34535, Καλλίμ. (Lambr.) 884, Διγ. (Trapp) Gr. 2101, Χρον. Μορ. H 1365, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 394, Γράμματα Μετεώρ. 42, Απολλών. 651, Μαχ. 38436, 66829, Κορων., Μπούας 41, Χρον. σουλτ. 7730, 9723, Σεβήρ., Διαθ. 18915, Τζάνε, Κρ. πόλ. 45018.
Το αρχ. αριθμητ. επίθ. δεύτερος. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Που ακολουθεί μετά τον πρώτο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και 2α και σήμ., Πρωίας Λεξ.): πρώτην βούκαν έβαλα και δεύτερην και τρίτην Προδρ. IV 249· την δευτέρην ώραν της νυκτός είπεν τους καβαλάρηδες της βουλής του Μαχ. 38436· β) μικρότερος στην ηλικία, νεώτερος (Πβ. L‑S στη λ. I2b): Είχεν κι άλλους δύο αδελφούς δευτέρους από αύτον Χρον. Μορ. H 1365. 2) Άλλος (Βλ. L‑S στη λ. II2): Οι Φράγκοι εχαμηλώνασιν τσι λάκκους για να μπαίνουν| και τότες απού τα Χανιά δεύτεροι Τούρκοι βγαίνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 45018. 3) Που κατέχει τη δεύτερη θέση, που τιμάται αμέσως ύστερα από κάπ. (εδώ το βασιλιά) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ., Πρωίας Λεξ.): να κάθηται δεύτερος από τον βασιλέα Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34535. 4) Που έχει δευτερεύουσα, μικρότερη αξία, υποδεέστερος (σε αντιδιαστολή με το υψηλός) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Ούτε ζωγράφος δύναται ποσώς να ιστορήσει (παραλ. 1 στ.) και κάμνει άλλα υψηλά και δεύτερα και τρίτα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 394. 5) (Με γεν.) όμοιος με κάπ. (Η σημασ. αρχ., Steph., Θησ., λ. δεύτερος 1023· βλ. και Τσοπ., Ελλην. 17, 1960, 93): ήψατο γαρ μου της ψυχής το απόρρητον κάλλος,| ώστε δευτέραν της εμής ταύτην είναι νομίσαι Διγ. (Trapp) Gr. 2101. 6) (Με το ουσ. παρουσία) πρόκ. για τη «δευτέρα παρουσία» (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex., λ. παρουσία B3c και σήμ., Δημητράκ., λ. παρουσία 2): ικετεύων και παραγγέλλων … ευρείν έλεος εν τε της ώρας της εκδημήσεώς μου και εν τῃ δευτέρᾳ και φρικτῄ αυτού παρουσίᾳ Σεβήρ., Διαθ. 18915. Το θηλ. Δευτέρα ως κύρ. όνομ. = 1) Η δεύτερη μέρα της εβδομάδας (Πβ. L‑S στη λ. III3. Βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 2. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): τούτον εποίκαν το διά να πάρουν απλαζίριν όλην την Δευτέραν Μαχ. 66829. 2) Η «ημέρα της κρίσεως», η «δευτέρα παρουσία» (Πβ. Lampe, Lex., λ. παρουσία B3c και Δημητράκ., λ. παρουσία 2): εν τῃ Δευτέρῃ τῃ φρικτῄ οι καθαροί αλλήλως| να ίδωσι και να χαρούν εις τας μονάς Κυρίου Απολλών. 651. Το ουδ. πληθ. ως ουσ. (εδώ προκ. για εξουσία) = η δεύτερη θέση: ούτοι οι δύο βασιλείς (ενν. ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός) εποίησαν Κωνστάντιον και Μαξιμιανόν τον Γαλέριον να έχουσιν τα δεύτερα της εξουσίας αυτών Χρονογρ. (Λαμψ.) 231.
δημοσιακός,- επίθ., Βυζ. συμβόλ. (ΜΒ Ϛ΄ 62717, 63223), Miklos.-Müller, Acta 5, 181, Act. Lavr. 6614, 15, 6753, Act. Xér. 2529, 33, Γράμματα Μετεώρ. 61, 78, 83, 84, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 586, κριτ. υπ., Act. Kutl. 5914, Βακτ. αρχιερ. (Γκίνης) 292· δεμοσιακός, Χρον. Μορ. H 8663.
Το μτγν. επίθ. δημοσιακός (Steph., Θησ. και Sophocl.). Η λ. και σε σχόλ. (Δημητράκ.).
1) α) Που σχετίζεται με το δημόσιο ή ανήκει στο δημόσιο, δημόσιος (Βλ. Steph., Θησ., Sophocl. και Βλάχ.): οίτινας πτωχούς μέλλει προσκαθίσαι η τοιαύτη μονή … διαμένωσιν και ούτοι απάτητοι και αζημίωτοι από πάσης δημοσιακής επηρείας και συζητήσεως Γράμματα Μετεώρ. 83· αι γαρ υπέρογκοι έξοδοι εποίουν αυτόν αναδέχεσθαι και πέμπειν εις τας δημοσιακάς ενοχάς ανθρώπους διεφθαρμένους Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 586, κριτ. υπ.· κατέχει δε (ενν. ο Βαλσαμάς) … το αμπέλιον, όπερ κατεφύτευσεν εις το χωράφιόν του από του Πηγονίτου, όπερ ην δημοσιακόν Γράμματα Μετεώρ. 78· β) (προκ. για δρόμο) φαρδύς, μεγάλος, δημόσιος (Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Δ́́ 319): διοδεύσαντες την δημοσιακήν οδόν την απάγουσαν εις την μόνην των Ιβήρων Act. Kutl. 5914. 2) Έκφρ. δεμοσιακός τόπος = δημόσιο ταμείο, θησαυροφυλάκιο του κράτους (Βλ. και Χρον. Μορ. P 8663): Ηύρεν γαρ ο πρίγκιπας τον δεμοσιακόν τόπον| εξηλειμμένον παντελώς Χρον. Μορ. H 8663.
δημόσιος,- επίθ., Act. Lavr. 4816, 528, 15, 5524, 5614, 54, 5813, 20, 85, 6466, 6545, 60, 6622, 6828, Μανασσ., Χρον. 5805, Act. Xér. 1064, 1239, 16313, 2530, 44, 2662, 2826, Χρον. Μορ. P 7687, Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 212, 36, 37, 44, 348, 465 σχόλ., 89, 1253, 161, 9, Γ́́ 384, Δ́́ 1111, Έ́ 884, Ϛ́́́ 104, Παράρτ. 422, Metrol. 5024, Γράμματα Μετεώρ. 5115, 8335, Λεξ. II 21, Απολλών. (Wagn.) 789, Μαχ. 50431, Βακτ. αρχιερ. 135, 150, 157· δεμόσιος, Ασσίζ. 24916, 28112, 28214, Χρον. Μορ. P 8663, Γράμματα Μετεώρ. 5416.
Το αρχ. επίθ. δημόσιος. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Α´ Ως επίθ. 1) α) Που ανήκει στο δημόσιο, κρατικός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1α και σήμ., Δημητράκ., στη λ. 1): τας δημοσίας απαντλείν κελεύει σιτοθήκας Μανασσ., Χρον. 5805· έμπροσθεν εμού τον δημοσίου νοταρίου Μαχ. 50431· Ουκ αποκαθίστανται οι αφήλικες, εάν επιμελείς οικοδεσπόται εγένοντο και μάλιστα εν δημοσίαις διοικήσεσιν Αρμεν., Εξάβ. Á́ 1253· β) (προκ. για φόρο) που καταβάλλεται στο δημόσιο από τους πολίτες (Η σημασ. μτγν., Preisigke-Kiessling): αποδοθήναι μεν αυτῄ (ενν. τῃ μονῄ) πρότερον την υπέρ των δημοσίων τελών εφαρμόζουσαν γην, έτι δε και την δεδωρημένην Act. Lavr. 5813· απαιτητήν δημοσίων συντελειών Αρμεν., Εξάβ. Παράρτ. 422. 2) (Με τα ουσ. βία, έγκλημα) που στρέφεται κατά του δημοσίου, που αφορά το δημόσιο: Δύναται η γυνή κινήσαι κατά του ιδίου παιδός δημόσιον έγκλημα Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 236· Ότι διά πέντε αιτίας μόνον δημεύεται η προίξ της γυναικός, διά καθοσίωσιν, διά βίαν δημοσίαν, διά πατροκτονίαν, διά φαρμακείαν και διά ανδροφονίαν Αρμεν., Εξάβ. Δ́́ 1111. 3) Έκφρ. δημόσιος λόγος = πολιτεία, κράτος «δημόσιο» (Η χρ. σε παπυρ. και σε επιγρ., L‑S στη λ. I1α): καν ιδιώτης, καν πόλις, καν ο δημόσιος λόγος ενάγει τινί περί τινος, μη αποδοθέντος ή παραδοθέντος, δύναται ο εναγόμενος …καλώς επιζητείν και του ιδιωτικού δανειστού τους λόγους προενεχθήναι …, ίνα εκ τούτων αποδειχθεί πόσον καταβέβληται Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 212. 4) Έκφρ. δεμοσία αυλή = δικαστήριο: Περί εκείνους οπού ημπορούν να αγκαλέσου εις την αυλή την δεμοσίαν διά λόγου τους, αμμέ όχι διά έτερον Ασσίζ. 24916. 5) Έκφρ. δημοσία όψις = διαπόμπευση (Βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 394]): Ο συνειδώς τινι γοητείαν κατασχών αυτόν τῃ δημοσίᾳ όψει παραδιδότω Αρμεν., Εξάβ. Ϛ́́ 104. 6) Εκφρ. δημοσία απόλυσις = αμνηστεία, παραγραφή (Βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 394 και σ. 391, λ. απόλυσις]): Εάν των εγκλημάτων δημοσία απόλυσις γένηται, … τριάκοντα συναπταί ημέραι δίδονται τῳ κατηγόρῳ εις το δύνασθαι ανανεώσαι την κατηγορίαν Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 244. Β´ Ως ουσ. 1) Το αρσ. = «δημόσιο» με την έννοια της πολιτείας, του κράτους και δημόσιου ταμείου (Η σημασ. μτγν., βλ. Αρμεν., Εξάβ. Β́́ 443. Βλ. και Du Cange, λ. δημόσιος): όσοι δε στρατιώτας ικανούς εις ιδίας υπηρεσίας κατετόλμησαν έχειν, των φοσάτων τούτους αποστερήσαντες, εις έκαστον εν εκάστῳ χρόνῳ έξ νομίσματα ο εξκουσσεύσας εισπραχθήσεται και ταύτα ο δημόσιος οικειώσεται Αρμεν., Εξάβ. Á́ 169· ου μικρώς ο δημόσιος επί τῳ τοιούτῳ εζημίωται μέτρῳ Act. Lavr. 5215· απαιτώμαι και λόγῳ προστίμου προς μεν την σεβασμίαν μονήν νομίσματα υπέρπυρα εκατόν, προς δε τον δημόσιον το κατά νόμους Act. Xér. 1239. 2) Το ουδ. στον εν. = «δημόσιο» με την έννοια της πολιτείας, του κράτους και δημόσιο ταμείο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. III1α και III1c και σήμ., Δημητράκ., λ. δημόσιο(ν) 1): Εύρεν δε και ο πρίγκιπας του τόπου το δεμόσιον| εξηλειμμένον παντελώς από τους ρογατόρους| και του ρηγός τες εξουσίες οπού τον ερημώσαν Χρον. Μορ. P 8663· αλλά να πληρώνει και εις το δεμόσιον υπέρπυρα ν΄ Γράμματα Μετεώρ. 5416· Περί αφηλίκου ότι, είτι ποιήσει εις το δημόσιον, το επαίρνει οπίσω Βακτ. αρχιερ. 135. 3) Το ουδ. στον εν. = φόρος (που επιβάλλει το δημόσιο σε κτήματα) (Βλ. Schilbach [Metrol. σ. 193]. Η σημασ. τον 10. αι., Act. Xér. 16): Ο υιός της υποταγής, ο εστώς εν τη εξουσίαν του πατρός αυτού, … αν ουκ έστιν του νόμου, ουκ ημπορεί εις το δεμόσιον τον πατέραν του ου έτερον εκλητεύσαι Ασσίζ. 28112. 4) Το ουδ. στον εν. = δικαστήριο: τον γαρ αυτόν αντίχειρα εχαρίσατο ο βασιλεύς τοις έχουσι δημόσιον Metrol. 5024. 5) Το ουδ. στον πληθ. = δημόσιοι φόροι (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. III2b. Βλ. και Du Cange, λ. δημόσιος): Περί παρελθόντων δημοσίων, ήτοι οπισθοτελειών, ουκ ενάγεταί τις μετά τεσσαράκοντα έτη Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 348. 6) Το ουδ. στον πληθ. = δημόσιο έγκλημα (Βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 394]): Χωρίς των κεκωλυμένων οι άλλοι δύνανται κινείν τα δημόσια Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 237.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- ο, Γράμματα Μετεώρ. 41, 81, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5868.