Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγαλλιάζω,
- Φλώρ. (Κριαρ.) 1096, Ιμπ. (Κριαρ.) 458, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 31 (βλ. αγαλιάζω), Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 758, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 31, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 37, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Έ 1373.
Από τον αόρ. του αγαλλιώ. Στον Ιωάννη Χρυσόστ. τ. αγαλλιάζεται (Lampe, Lex. λ. αγαλλιάω). Στον Ησύχ. αγαλλιάζει = λοιδορείται.
Χαίρομαι πολύ, ευφραίνομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): τρομάσσουσιν οι δαίμονες, δίκαιοι αγαλλιάζουν Σκλέντζα, Ποιήμ. 758· Μόνος σου ζήσε, σκίρτησε, μόνος σου αγαλλιάζου Φλώρ. 1096. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = χαρούμενος: Ω ημέρα καλορίζικη, μέρα χαριτωμένη,| μέρα γεμάτη θαύματα, μέρ’ αγαλλιασμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́́ 1377. — Πβ. αγαλλιώ, αναγαλλιάζω, αναγαλλιώ.
αγελάδι(ν)- το, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3714, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 47 δις, 81· γελάδι , Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 63, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 273, 1120.
Υποκορ. του ουσ. αγελάς. Η λ. ήδη στον Πορφυρογ., Έκθ. (Βόνν.) 4642-3, 48718 και σήμ. (ΙΛ λ. αγελάδι).
α) Αγελάδα (βλ. και Κουκ., ΕΕΒΣ 19, 1949, 273. Πβ. Διαθ. Θεοδ. Σαρ. (Θεοχ.) 25 και ΙΛ λ. αγελάδι 2): Κι ήφεραν … βόιδια κι αγελάδια Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3714· β) συν. στον πληθ. και για τα δύο γένη [Πβ. και Φυλλ. Αλ. (Πάλλης) 91 και ΙΛ λ. αγελάδι 3)] Πρόβατα και γελάδια, όλα τα είχαν χάσει Ιστ. Βλαχ. 1120.
άγιον- το, Ασσίζ. (Σάθ.) 4317, 547, 19, 595, 6613, 7822, 1401, 17215, 19210, 19, 29024, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 14, Μαχ. (Dawk.) 56621, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 67, 81, Πεντ. (Hess.) Έξ. XXVI 33, 34, XXVIII 43, XXIX 37, XXX 10, 29, 36, Λευιτ. XVI 3, 16, 17, 23, 27, 33, XXI 22, XXII 6, 12, 14, Δευτ. XXVI 13, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 170, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 163 θ́́.
Το ουδ. του επιθ. άγιος ως ουσ. Στον πληθ. η λ. ήδη στον Πορφυρογ., Έκθ. (Vogt) Á́ 17517, στα Πάτρια Κων/π. 9410 και σήμ. (ΙΛ λ. άγια).
1) α) Τόπος προορισμένος για τη λατρεία του Θεού, αγιαστήριο (πβ. L‑S λ. άγιος Ι 1 και Bauer, Wört. λ. άγιος 2aβ): και να είναι ιπί τον Ααρών και ιπί τα παιδιά του όνταν έρτουν προς τέντα του τάρωμα γη όνταν σιμώσουν προς το θεσιαστήρι να δουλέψουν εις το άγιο Πεντ. Έξ. XXVIII 43 (πβ. αγίασμα(ν) 1)· β) το μπροστινό τμήμα της «σκηνής του μαρτυρίου»: και να χωρίσει η κουρτίνα εσάς ανάμεσα το άγιο και ανάμεσα το άγιο των αγίων Πεντ. Έξ. XXVI 33· γ) άγιο των αγιών, άγιασμα του άγιου, άγια των αγίων = το πίσω τμήμα της «σκηνής του μαρτυρίου»: Πεντ. Έξ. XXVI 33, 34, Λευιτ. XVI 33, Διήγ. Αλ. V 67. εκφρ.: (1) άγιο των αγιών, προκ. για ό,τι ιερώτερο, αγιότερο: εφτά μέρες να συμπαθήσεις ιπί το θεσιαστήρι και να αγιάσεις αυτό και να είναι το θυσιαστήρι άγιο των αγιών Πεντ. Έξ. XXIX 37· (2) τα άγια του Θεού = ο παράδεισος (πβ. ΙΛ λ. άγια 4): Ε, καλέ τουρκοπουλιέρη, διά έναν κουτζούλλην τον φραγκοπάπαδον να ποντίζεται η δουλειά σου! να τον δηγήσω – ν εις τα άγια του Θεού. Ομοίως είπαν και άλλοι δύο: Αύρι να τον σκοτώσομεν τον απόπαπαν Μαχ. 56621. 2) Τα άγια δώρα, οι προσφορές των Ιουδαίων στο Θεό (πβ. Bauer, Wört. λ. άγιος 2aα): και ανήρ ότι να φάει άγιο με λαθασιά και να προσμίξει το πέντατό του απάνου του και να δώσει του ιεριά το άγιο Πεντ. Λευιτ. ΧΧΙΙ 14· και να μη φάει από τα άγια, ότι αν έπλυνεν τη σάρκα του με νερό Πεντ. Λευιτ. ΧΧΙΙ 6 (πβ. αγίασμα(ν) 5). 3) (Πληθ.) τα τίμια δώρα της Θείας Ευχαριστίας [Η σημασ. ήδη στον Πορφυρογ., Έκθ. (Vogt) Ά́ 17517 και σήμ., ΙΛ λ. άγια 1]: Περί λειτουργίας γινομένης και χυθούν τα άγια Βακτ. αρχιερ. 163 θ́́. 4) Ό,τι πιο εκλεκτό, η πεμπτουσία: ετούτος ήταν το άγιον του διαβόλου και εδασκάλευε τους ποπολάρος καθημερινώς Σουμμ., Ρεμπελ. 170.
αγνός,- επίθ., Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 73, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 67.
Το αρχ. επίθ. αγνός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Αμιγής, καθαρός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1): Όλον το παλάτι απέσω ήτον αγνόν χρυσάφιν όλον με λιθαρόπουλα και μαργαριτάρι εγκοσμισμένο Διήγ. Αλ. V 73.
αγνωσία- η, Κρασοπ. (Λάμπρ.) 40, Διγ. (Mavr.) Gr. II 246, Διγ. (Καλ.) A 241, Βίος Αλ. (Reichm.) 4552, Θησ. (Βεν.) Ζ́́ [837], Έκθ. χρον. (Lambr.) 291, Συναξ. γυν. (Krumb.) 219, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 18, 24, 73, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 332, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 407, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1047, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 478, 11214, 12213, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 201, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 182, 191, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31714, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β́́ 1284· αγνωσιά, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) XIII 56 (διόρθ. Ξανθ. από απαγνωσιά ΕΕΒΣ 3, 1926, 344), Κορων., Μπούας (Σάθ.) 107, 126, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β́́ 337, Ροδολ. (Βάλσ.) Πρόλ. Έ́ Προσφών. 19, Ροδολ. (Μανούσ.) Χορ. (μετά Γ́́ πράξη) 13, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ά́ 803, Β́́ 1297, Γ́́ 240, Δ́́ 1070, 1324, Μαρκάδ. (Legr.) 656· αγνωσά, Κάτης (Băn.) 26· αναγνωσία, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 49, 79.
Το αρχ. ουσ. αγνωσία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Απερισκεψία, ασυνεσία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): επήγα με καλήν καρδιά και βρίσκουσιν τον κάτη,| κι εχαιρετήσασίν τονε την αγνωσά γεμάτοι Κάτης 26· Από την αγνωσίαν του έχασε την ζωήν του (παραλ. 2 στ.) ότι δεν είχε μυαλά ποσώς η κορυφή του Ιστ. Βλαχ. 201· β) μωρία, ανοησία: Λυπείται η καρδία μου εις τόσην αγνωσίαν| το πώς ουκ ετολμήσασιν κρασίον του αιτήσαι Κρασοπ. 40. 2) Αχαριστία (πβ. άγνωρος 4): Ο μύθος λέγει· μερικοί έχουσι αγνωσία,| τους φίλους τους δεν κάμνουσι ποτέ ευεργεσία Αιτωλ., Μύθ. 12213.
άγουρος (Ι),- επίθ., Μαχ. (Dawk.) 26, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 40, Πιστ. βοσκ. (Joann.) II 5, 29, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ά́ 426· άγγουρος, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 2, 131· άγωρος, Ημερολ. 65.
Από το αρχ. επίθ. άωρος. Βλ. και άγουρος ο. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Βλ. και Du Cange.
1) Που δεν έχει ωριμάσει (προκ. για καρπούς) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): κι εμείς καταλυούμεν τους καρπούς άγουρους Μαχ. 26· είχεν (ενν. το κλωνάρι) και ολίγες ελιές άγουρες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 98r. 2) Που σχετίζεται με την παιδική ή τη νεανική ηλικία, μη ώριμος: Στους χρόνους σου τους άγουρους, καθώς θωρώ, σου μέλλει νά ’βρεις μεστό το πωρικόν Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ 426.
αγροίκιστος,- επίθ., Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 86.
Από το αγροικίζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγροίκητος).
Που δεν καταλαβαίνει, ανόητος (πβ. ΙΛ λ. αγροίκητος Β1): Και ιδές απροσεξία οπού εγίνη από τα τετράποδα τα ζώα, τους αγροίκιστους ανθρώπους, το πώς τους ελάθωσεν η Ροξάνδρα Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 86.
αδαμάντινος,- επίθ., Φυσιολ. (Zur.) XLV 11, 5, 2 τίτλ., Φυσιολ. (Pitra) 36215, 16-17, 19, 20, 27, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 63.
To αρχ. επίθ. αδαμάντινος.
Που σχετίζεται, που προέρχεται από διαμάντι: εν τῳ ανατολικῴ όρει ευρίσκεται ο λίθος ο αδαμάντινος Φυσιολ. 36215.
αδελφός- ο, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 216 mm (χφ g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. (Σάθ.) 9319, 30, 9412, 17, 34314, 25, 3449, 13, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 182, 184, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1613, 3118, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 252, Αχιλλ. (Hess.) N 1279, Ιμπ. (Κριαρ.) 250, 503, Μαχ. (Dawk.) 2211, 52831, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 35, 84, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 13718, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 4931, 8529, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1668, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1188, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 58, 72, Κατζ. (Πολ. Λ.) Έ́ 485, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 1, 109· αδερφός, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙΙΙ 8, Έξ. XXV 20, Αρ. VI 7, Δευτ. ΙΙΙ 18, 20, XVII 15, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ά́ 31, Δ́́ 237, Πανώρ. (Κριαρ.) Β́́ 115, 120, 587, Γ́́ 287, Ερωφ. (Ξανθ.), Ιντ. Ά́ 152, Γ́́ 272, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́ 53, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ 13· εδερφός Πεντ. (Hess.) Γέν. XXXVII 26 δις.
Το αρχ. ουσ. αδερφός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αδερφός).
1) α) Συγγενής (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 2): και είπεν ο Αβράμ προς το Λωτ: μη εδά να είναι δικάσιμο ανάμεσά μου και ανάμεσά σου, και ανάμεσα τους βοσκούς μου και ανάμεσα τους βοσκούς σου, ότι αθρώποι αδελφοί εμείς Πεντ. Γέν. ΧΙΙΙ 8· β) σύζυγος της αδελφής: και όλοι τον εσυμβούλεψαν την αδελφήν να δώσει| γυναίκαν γαρ ομόζυγον του πρίγκιπος Γυλιάμου·| επεί αν έχει τον πρίγκιπα βοήθειαν κι αδελφόν του Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3118. 2) Που ανήκει στο ίδιο έθνος, ομοεθνής (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 2): αρματωμένοι να απεράσετε ομπρός στους αδελφούς σας, παιδιά του Ισραέλ, παν παιδιά φουσάτου Πεντ. Δευτ. ΙΙΙ 18· Ημείς να πολεμήσομεν κατά των αδελφών μας Κορων., Μπούας 4931. 3) Όμοιος (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 6): και να είναι τα πουλιά απλώνουν φτερούγια απάνου διασκουτεύγουν με τα φτερούγια τους ιπί το σκέπασμα και τα πρόσωπά τους ανήρ προς τον αδερφό του Πεντ. Έξ. XXV 20. 4) Μοναχός (πβ. Lampe, Lex. στη λ. 3 και ΙΛ λ. αδερφός 2δ): Και διετάξατο, ίνα μη μόνον εν τοις παννυχίσι της Κυριακής και των λοιπών μεγάλων εορτών αθροίζεσθαι τους υπ’ αυτού πάντας αδελφούς εν τῃ εκκλησίᾳ Βίος οσ. Αθαν. 252. 5) Προκ. για κάποιον που συμφιλιώνεται: αμμέ αν θέλεις να μολογήσεις έναν μόνον Θεόν και τον Μαχομέτην τον προφήτην, … τότε θέλω σε κρατήσειν διά ακριβόν μου φίλον και αδελφόν και θέλω ποίσειν στερεόν δήμαν μετά σου και θέλω είσταιν κατάδικος τους εχθρούς σου Μαχ. 2211· Εμήνυσεν ο σουλτάνος του βασιλέως των Ρωμαίων να του δώσει το κάστρον θεληματικώς, να τονε κάμει αδελφόν Ιστ. πατρ. 1668. 6) α) Σε προσφών. βασιλιά ή άρχοντα προς άρχοντα (πβ. L‑S στη λ. 4): Στον Φράντζα δε μετέπειτα έγραψ’ ο βασιλέας: (παραλ. 1 στ.) ω αδελφέ μου ποθητέ Κορων., Μπούας 8529· Και τότε ο μισίρ Ντζεφρές, ως φρόνιμος οπού ήτον,| εσώρεψεν τους άρχοντες και λέγει προς εκείνους:| άρχοντες, φίλοι κι αδελφοί, απάρτε και συντρόφοι Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1613. β) σε προσφών. άρχοντα προς στρατιώτες: ίδετε, σύντροφοι εδικοί μου και ηγαπημένοι μου αδελφοί, την δύναμιν του Θεού Διήγ. Αλ. V 35· γ) σε οικεία προσφών.: πιστότατέ μου| σύντροφε και αδελφέ μου αγαπημένε Πιστ. βοσκ. V 1 109. Τον πόθο και την ερωτιά, Γιαννούλη μ’, αδελφέ μου,| σα να μην είχα δει ποτέ σήμερο φαίνεταί μου Πανώρ. Γ́́ 287· Και όσοι εις αυτό ανεγνώθητε πατέρες και αδελφοί, εάν και ευρίσκετε σφάλμα, εύχεσθε και μη καταριέστε Συναδ., Χρον. 72· δ) σε ευγενική προσφών.: Μη στρατιώτας, αδελφέ, οίους ενταύθα είδες;| Κἀγώ αντέφην προς αυτούς μη δειλιάσας όλως:| «Ναι, είδον, έφην, αδελφοί, κατά την χθες ημέραν» Διγ. Gr. VI 182· Κουστουλιέρης: Δε μπορώ παρά να σε σκοτώσω,| γιατί φυλάγω σού τηνε. Αρμένης: Είντά ’χεις, αδελφέ μου; Κατζ. Έ́ 485.
αδημονώ,- Βέλθ. (Κριαρ.) 932, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15430, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 34, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 650, Ιμπ. (Legr.) 806, Χρον. (Kirp.) 308, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 167, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 16120, 16425, 4325, 50316, 58311· αδεμονώ, Χρον. Τόκκων 703.
Το αρχ. αδημονώ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
α) Αγανακτώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): Ο πρεβεδούρος βλέποντας την άπρεπην τάξην του λαού ετούτου και την ολίγην υποταγήν οπού έδιδε εις αυθεντικές ορδινίες … περίσσια του εκακοφάνη και κατά πολλά εθυμώθη, … αδημόνησε κατά πολλά προς εδαύτους Σουμμ., Ρεμπελ. 167· β) βρίσκομαι σε κατάσταση εκενευρισμού, ανησυχίας, ταραχής: Ημέρες έκαμε πολλές οπού την πολεμούσαν (ενν. οι Αγαρηνοί)| κι άρχισαν οι Αγαρηνοί όλοι κι αδημονούσαν| μόνον οπού σκοτώνουνται κι ήτονε τόσοι φόνοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 16120· Εις τον πασιά γυρίσανε κι είπαν του την αιτίαν,| πως η αρμάδα έρχεται από την Βενετίαν·| κι ορδινιασμένοι στέκουνε (ενν. οι χριστιανοί) όλοι μικροί μεγάλοι| για να μας εκόψουνε μος δούνε και προβάλει (παραλ. 2 στ.). Για τούτο τότες ο πασάς έστεκε κι αδημόνα| κι ήλεγε: θα τεντώσω εδώ να κάμω το χειμώνα (παραλ. 2 στ.). Μα να πληθαίνει ο πόλεμος εστέκεντο να σκάσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 16425.
άδικο(ν)- το, Σπαν. (Μαυρ.) P 302 (βλ. ιδικός· διορθώσ.) Ασσίζ. (Σάθ.) 11515, 17012, Διγ. (Καλ.) A 2796, Βέλθ. (Κριαρ.) 94, Εβρ. ελεγ. (Παπαγ.) 160, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 744, Φλώρ. (Κριαρ.) 1211, Αχιλλ. (Hess.) N 47, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. [213], Θησ. (Foll.) I Υπόθ. 4, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 74, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 917, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 2417, 351, 1284, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 497, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 471, 746, Πεντ. (Hess.) Γέν. XVI 5, Λευιτ. V 23, XIX 35, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 616, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β́́ 264, Έ́ 324, Πανώρ. (Κριαρ.) Β́́ 299, Γ΄ 216, Ερωφ. (Ξανθ.) Πρόλ. Χάρ. 118, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 5, 90, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 377, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 168, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́́ 571, 792, 977, 1718, Γ́́ 1304, Δ́́ 762, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Ά́ 104, 116, Δ́́ 94, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ά́ 279, Λίμπον. (Legr.) 5, 238, 275, 431, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. Ά́ 150, Ιντ. Δ́́ 15, 36, Ζήν. (Σάθ.) Ά́ 282, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 21620, 41316, 4319 (έκδ. άδικα· Ξανθ., BZ 18, 1909, 596, διόρθ.: άδικο) 48725, 53518· άδικο το, Πεντ. (Hess.) Λευιτ. ΧΙΧ 15.
Το ουδ. του επιθ. άδικος ως ουσ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Αδικία (ως αφηρημένη έννοια): Τυχαίνει καθανός κριτή που μια δουλειά θα κρίνει (παραλ. 2 στ.) το δίκιον απού τ’ άδικο καλά να ξεχωρίζει Φορτουν. Ιντ. Ά́ 150· Γροίκα να πω το δίκιο μου, τ’ άδικο δε γυρεύγω Ζήν. Ά́ 282· β) αδικία (ως ενέργεια) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): πολλήν, πολλήν κατάκρισιν από παντός ανθρώπου| θέλεις λαβείν, ω βασιλεύ, και ψόγον ουκ ολίγον,| διότι μέγαν άδικον την σήμερον ειργάσω Βέλθ. 94· και να περάσει ο κλονισμός και το άδικον της μοίρας Φλώρ. 1211· γ) αδίκημα (ως παράνομη πράξη): Περί εκείνου οπού έβαλεν το σπίτιν του αμάχιν … και εκείνος οπού τα έλαβεν αμάχιν λέγει ότι ένι εδικά του, ποταπόν δίκαιον να γένειται περί αυτού του αδίκου Ασσίζ. 17012· δ) το αντικείμενο που αποκτάται με αδικία: Και ακόμ’ αν δε γυρίσουσι τ’ άδικα, τα παρμένα,| ας ξεύρουσι πως είν’ μακρά τα χέρια μου κι εμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 21620· φρ. (1) δίδω άδικον: μηδέν με καταγνώσεις,| μήδ’ άδικον μου δώσεις Κυπρ. ερωτ. 917· τους έδιδε άδικο και το πως το πταίσιμο είναι από αιτία εδική τους Σουμμ., Ρεμπελ. 168· (2) έχω άδικον: Και τέτοιο πράγμα με λαλείς, άδικον μέγαν έχεις Φαλιέρ., Ιστ. V 471. 2) α) Ζημία, βλάβη (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): κι ετούτο όλο τ’ άδικο ο ψύλλος μου το ποίκεν Φαλιέρ., Ιστ. V 746· να κάμεις έτοιο βλάψιμο κι άδικο του κορμιού σου Ερωτόκρ. Γ́́ 1304· β) δυστυχία, συμφορά: άδικο που μας ηύρηκε, άδικο που μας ήρτε Εβρ. ελεγ. 160.
αθέρας- ο, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 60, Αχέλ. (Pern.) 2538· αθέρα η, Φυσιολ. (Zur.) XX 3b8.
Το αρχ. ουσ. αθήρ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Το εκλεκτότερο (από μια ομάδα), ο «αφρός» (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 4α, Β 1): όλους αρματωμένους σιδερέινους, όλους αθέρα, διαλεκτούς Διήγ. Αλ. V 60.
Αθηνιώτης,- επίθ., Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 47, 48.
Από το κύρ. όν. Αθήνα.
Που κατάγεται από την Αθήνα, Αθηναίος: Και οκάποιοι άρχοντες πρωτοκαβαλαραίοι Αθηνιώτες είπαν Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 47.
αιματοχυσία- η, Αχιλλ. (Haag) L 475, Αχιλλ. (Hess.) L 455, Αχιλλ. (Hess.) N 575, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 129, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 170, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 49, 308, 818, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 141, Διγ. (Lambr.) O 1162· αιματοχυσά, Ερωφ. (Ξανθ.) Έ́ 263· ’ματοχυσία, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 48, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 85, 389, 684, 1086, 1210, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 23110, 30724, 34011, Διακρούσ. (Ξηρ.) 11516· ’ματοχυσιά, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 4, Ευγέν. (Vitti) Πρόλ. 74· ’ματοχυσά, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 5804.
— Πβ. αιματεκχυσία.
Χύσιμο αίματος, σφαγή, σύγκρουση αιματηρή (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S Κων/νίδη, και σήμ., ΙΛ): και επλήθυνεν ο ποταμός της αιματοχυσίας Αχιλλ. (Haag) L 475· Ποί’ αφεντία εξαρχής διχώς ’ματοχυσίαν εστάθην εις την τάξιν της κι εις την ελευθερίαν; Παλαμήδ., Βοηβ. 85.
αιχμαλωσία- η, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) ΙΙ 64, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 354, Hist. imp. (Mor.) 18, Διγ. (Mavr.) Gr. I 197, III 76, Διγ. (Hess.) Esc. 568, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 668, 3076, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 691, 1627, Βίος Αλ. (Reichm.) 4082, Πανάρ. (Λαμψ.) 7222, Καναν. (PG 156) 68A, 73B, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) Πρόλ., Μαχ. (Dawk.) 29235, Δούκ. (Grecu) 9116, 10121, 10720, 33710, 35117, 3774, 3856, 39328, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 5814, 9812, 10413, 13435, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 378, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 6514, Έκθ. χρον. (Lambr.) 512, Ιστ. Ηπείρ. (Cirac Estop.) XXVII2, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 679, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 49 δις, 51, 61, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 12517, Μ. Χρονογρ. (Τωμ.) 3315, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 10, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2547 [ = Γέν. Ρωμ. (Λάμπρ.) 137], Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 32028, 33419, 33831, 40514, Διγ. (Lambr.) O 1161, Διακρούσ. (Ξηρ.) 673, 7090, 11014, 11720· αιχμαλωσιά, Διήγ. Βελ. (Cant.) 162, Αχιλλ. (Hess.) N 589, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 410, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 589· αμαλωσιά, Πεντ. (Hess.) Αρ. XXXI 12, Δευτ. ΧΧΙ 10, ΧΧVIII 41, XXXII 42· ηχμαλωσία, Χρον. Τόκκων 3837.
Το μτγν. ουσ. αιχμαλωσία. Για τον τ. αμαλωσιά πβ. το σημερ. τ. αμαλουσία (ΙΛ στη λ. αιχμαλωσία). Ο τ. από επίδραση της αύξησης του αορ. ηχμαλώτισα ή από κώφωση του φθόγγου e κατά τα βόρεια ιδιώμ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Σύλληψη αιχμαλώτων (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 1): Παρεδόθην η πόλις εις διαγουμάν και αιχμαλωσίαν Καναν. 68Α· Και ήλθεν εις τους τόπους του αφέντη μου και εποίκεν πολλήν αιχμαλωσίαν εις την Αλεξάνδραν και εις άλλους πολλούς τόπους Μαχ. 29235· Διήγησις διά στίχων του δεινού πολέμου …, η οποία περιέχει την σκληρότητα και αιχμαλωσίαν των αθέων Αγαρηνών και πώς εκυρίευσαν όχι μόνον τα Χανιά Διακρούσ. 673 . Πβ. αιχμαλωτισμός. 2) Κατάσταση του αιχμαλώτου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Ουκ εις δουλείαν ουν ημείς ή προς αιχμαλωσίαν υπάρχομεν, αι πρότερον προστεταπεινωμέναι Βίος Αλ. 4082· Αλούς ουν εγώ και πάντα τα δυσχερή και κακά της αιχμαλωσίας υπενεγκών ο άθλιος Σφρ., Χρον. μ. 9812. 3) Σύνολο αιχμαλώτων (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. ΙΙ): Και ωσάν έλαβε τον λαόν της Αιγίνης, ... υπήγε και αιχμαλώτισε και άλλα νησία πολλά του Αρτζιπελάγου. Και εγέμισεν όλην την αρμάδα αιχμαλωσία Κώδ. Χρονογρ. 49· Και έφεραν προς τον Μωσέ και προς τον Ελεάζαρ τον ιεριά και προς τη συναγωγή παιδιά του Ισραέλ την αμαλωσιά και το έπαρμα και το κρούσος Πεντ. Αρ. ΧΧΧΙ 12· να χορτάσω τις σαγίτες μου από αίμα και το σπαθί μου να φάει κρεάς· από αίμα σκοτωμένου και αμαλωσιά από αρχή αποβγάλματα του οχτρού Πεντ. Δευτ. ΧΧΧΙ 42. 4) Λάφυρα: Εισήλθεν εις την Ματζούκαν ο Χατζημίρης, ο υιός του Παϊράμη, μετά φοσάτου πολλού και εκούρσευσεν αιχμαλωσίαν πολλήν Πανάρ. 7222.
αιών(ας)- ο, Διγ. (Mavr.) Gr. 153, 313, Διγ. (Hess.) Esc. 1808, Διγ. (Καλ.) A 4565, Βίος Αλ. (Reichm.) 1262, Μαχ. (Dawk.) 4787, Θησ. (Βεν.) Ζ΄ [526], Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 521, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 211, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 63, Συναξ. γυν. (Krumb.) 76, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 35, Τριβ., Ρε (Irmsch.) 70, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2311, 2486, 2684, 2831, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 35632, 36914, Θυσ. (Μέγ.)2 640, Λίμπον. (Legr.) 531, Ζήν. (Σάθ.) Α΄ 246, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 16215, 24626· ναιώνας, Ιων. (Hess.) 21556, Πεντ. (Hess.) Γεν. ΙΙΙ 22, VI 3, 4, IX 16, XIII 15, XVII 7, 8, XLVIII 4, Έξ. ΙΙΙ 15, ΧΙΙ 14, ΧΙV 13, XXI 6, XXVII 21, XXVIII 43, XXIX 9, XXXI 16, Λευιτ. ΙΙΙ 17, VI 11, X 15, XVI 29, Αρ. ΙΙ 18, 23, Χ 8, ΧVIII 8, XIX 21, Δευτ. ΧΙΙ 28, ΧΧΙΙΙ 4, ΧΧVIII 46.
Από το αρχ. ουσ. αιών. Ο τ. ναιώνας ίσως από την αιτ. τον αιώνα· πβ. το σημερ. θεσσαλικό τ. ανιώνας (ΙΛ λ. αιώνας)· βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 411, 491.
α) Ο άπειρος χρόνος, η αιωνιότητα: ο κτίσας τους αιώνας Διγ. Gr. 153, Διγ. A 4563, Διγ. Esc. 1808· Χριστέ, οπού έκτισες τους αιώνας Διγ. Άνδρ. 35632· πρώτον ο χρόνος και αιών δεν θέλει αναλώσει Κορων., Μπούας 358· β) ο κόσμος αυτός, ο πρόσκαιρος: Φυσιολ. M 36, 7. Εκφρ. 1) (εις) τον αιώνα(ν) Θησ. Ζ΄ [526], Τριβ., Ρε 70, Ιστ. Βλαχ. 2311, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16215, 24626, Ζήν. Α΄ 246, Λίμπον. 531. 2) εις όλον τον αιώνα Θυσ.2 640. 3) εις ναιώνα Ιων. 21556, Πεντ. Γέν. VI 3. 4) εις (το) ναιώνα Πεντ. Έξ. ΧΧΙ 6. 5) εις αιώνας Γεωργηλ., Βελ. 211. 6) εις τους αιώνας Διγ. Άνδρ. 36914, Ιστ. Βλαχ. 2486, 2684. 7) τοις αιώσι (από αρχαϊσμό αντί εις τους αιώνας) = πάντοτε Βίος Αλ. 1262. 8) α) εις απεράντους και μακρούς αιώνας των αιώνων Διγ. VIII 313· β) ποτέ εις αιώνας αιώνων Ιστ. Βλαχ. 2831 (Η σημασ. των φρ.: «πάντοτε» στις θετικές προτάσεις και «ποτέ» στις αρνητικές). 9) από ναιώνας = προαιωνίως Πεντ. Γέν. VI 4. 10) πριν αιώνας = προαιωνίως Γεωργηλ., Θαν. 621. 11) έμπροσθεν τον αίωνα = προαιωνίως Συναξ. γυν. 76. 12) από του αιώνος = προαιωνίως Διήγ. Αλ. V 63. 13) ως (το) ναιώνα = έως τη συντέλεια του κόσμου Πεντ. Δευτ. ΧΙΙ 28, Έξ. XVI 13. 14) ως της συντελεχείας του αιώνος = έως τη συντέλεια του κόσμου Μαχ. 491. 15) τύπος ναιώνα = νόμος αιώνιος Πεντ. Έξ. ΧΙΙ 14, 17, XXVII 21, XXVIII 43, XXIX 9, Λευιτ. ΙΙΙ 17, VI 11, X 15, XVI 29, Αρ. Χ 8, XVIII 8, 11, 18, 23, XIX 21. 16) διαθήκη ναιώνα = αιώνια Πεντ. Έξ. ΧΧΧΙ 16, Γέν. ΙΧ 16. 17) για διαθήκη ναιώνα Πεντ. Γέν. XVII 7. 18) διακράτηση ναιώνα = δ. αιώνια Πεντ. Γέν. XVII 8, XLVIII 4.
ακέφαλος,- επίθ., Πωρικ. (Camar.) S 10424, Πωρικ. (Ζώρ.) Απ. 23, Πωρικ. (Wagn.) V 30, Πωρικ. (Winterwerb) I 51, II 56 κριτ. υπ., III 64, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6935, Θρ. Κων/π. (Ζώρ.) Βαρβ. 10, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 40, Δωρ. Μον. (Buchon) XXX, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2735· ανακέφαλος, Μαχ. (Dawk.) 37633, 3843, 45230.
Το αρχ. επίθ. ακέφαλος (ΙΛ). Ο τ. από τον τ. ανα‑ του στερ. α‑ και το ουσ. κεφαλή· απ. και σήμ. (Δημητράκ.)· βλ. και Σακ., Κυπρ. B΄ 446. Η λ. και σήμ.
1) Που δεν έχει κεφάλι (εδώ προκ. για όσπρια): Κουκκίον τον αιμοδότην και πνευματομάχον και Λάθυρον τον ακέφαλον Πωρικ. Απ. 23. 2) α) Που δεν έχει ή δεν παραδέχεται «κεφαλήν», δηλ. άρχοντα, ηγεμόνα (Η σημασ. ήδη στο Θεοφάνη, de Boor, A 38520, βλ. και Steph., Θησ., λ. ακέφαλος 1192Α, και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): αφέντην δεν τιμούν, ουδέ προσκυνούν, μόνον είναι ακέφαλοι, οι οποίοι είναι οι Μανιάτες Δωρ. Μον. ΧΧΧ· ότι οι Αλαμάννοι ευρίσκονται σήμερα εις τον κόσμον| ένας λαός ακέφαλος, όλοι θεληματάροι Χρον. Μορ. H 6935· Σεβήρον τον ακέφαλον και τους αιρεσιάρχας Ιστ. Βλαχ. 2735· Ήλθες να πλανέσεις τον αφέντην μας τον κοντοσταύλην να πάγει εις την Αμόχουστον και να έλθουν οι Γενουβήσοι να μας εύρουν ανακεφάλους, να μας κουρσέψουν Μαχ. 3843· β) που δεν έχει οδηγό, κηδεμόνα, απροστάτευτος (Πβ. την αρχ. σημασ., ό.π.): Τότες επήραν το ρε Πιερ μετά τους ως γιο να είχεν είσταιν σφακτό ... το ορφανόν, το ανακέφαλον Μαχ. 45230. 3) Ασύνετος, ανόητος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): μάνθανε ιστορίας| Ρωμαίων ακεφάλων τε τας ακαταστασίας Θρ. Κων/π. Βαρβ. 10.
ακμήν,- επίρρ., Σπαν. (Μαυρ.) P 437, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 67, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 133, VIII 190, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2018, Βέλθ. (Κριαρ.) 1238, Βίος Αλ. (Reichm.) 1103, 1705, 2323, 3546, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 310, 472, 513, 535, 598, 878, 888, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 241, 250, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1645, Δούκ. (Grecu) 14510, 28732, Ζήν. (Σάθ.) Α΄ 19 (διόρθ. Κριαρ., B-NJ 12, 1936, 57, από: ακόμη)· ακμή, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 16, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 596· ακομήν, Φλώρ. (Κριαρ.) 1664· ακομή, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 178, Ασσίζ. (Σάθ.) 3016, 8525, 955, 11022, 1319, 1632, 5251, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 611, 796, 1028, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1028, Πτωχολ. (Ζώρ.) N 686, Φλώρ. (Κριαρ.) 1285, Λίβ. (Lamb.) Sc. 462, 2634, 3197, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3801 (έκδ. ακόμη· διόρθ. Πολ. Λ., Ελλην. 13, 1954, 421)· Λίβ. (Wagn.) N 3779, Δελλ. (Μανούσ.) Γ΄ 617, Μαχ. (Dawk.) 3210, 35, 3813, 425, 4623, 4824, 521, 15, 5433, 606, 27816, 31837, 32826, 33432, 55021, 6025, 60831, Αχέλ. (Pern.) 203, 1228, 2280, 2429, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 8222, 1756, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 440, Γ΄ 270, Δ΄ 505, Ε΄ 366, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 1, 168, III 5, 63, IV 5, 260· Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Χορ. [δ΄ 25], Ζήν. (Σάθ.) Γ΄ 327· ακόμη, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 65, Προδρ. (Hess.-Pern.) III 67 (χφ Η) (κριτ. υπ.), Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34537, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2629, 8669, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 184, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 256, 597, 605, 625, 628, 914, 920, Απολλών. (Janssen) 457, Λίβ. (Wagn.) N 480, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3801 (βλ. ακομή), Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 367, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 150, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 77, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 402, Πεντ. (Hess.) Γέν. IV 25, VII 4, VIII 12, 21, 22, IX 11, 15, XLVI 29, Λευιτ. XXV 51, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 222, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 251, 438, Β΄ 51, 248, Γ΄ 274, 278, 335, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 558, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 457, Δ΄ 45, Ροδολ. (Μανούσ.) Ε΄ 278, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 58, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 178, ρξθ΄, Λίμπον. (Legr.) 234, 298, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 286, Ζήν. (Σάθ.) Γ΄ 246 (βλ. και ακμήν), Ε΄ 315, Θυσ. (Μέγ.)2 303· ’κόμη, Πουλολ. (Krawcz.) 649 (έκδ. κόμη· βλ. και Πολ. Λ., Ελλην. 19, 1966, 178), Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 1047, 1438· ακόμα, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 145, 474, Ζήν. (Σάθ.) Ε΄ 299· ακομά, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 3, 158 (χφ ακόμα· όχι πιθ. διόρθ. Κριαρ., B-NJ 19, 1966, 281, σε ακομή).
Το αρχ. επίρρ. ακμήν (αιτ. του ουσ. ακμή). Η λ. ήδη στον Ξενοφ., Ανάβ. IV 3, 26 (βλ. και Κοραή, Λεξιλ. σημ., λ. ακόμη). Για τη χρήση της αιτιατ. του ουσ. ακμή βλ. Ανδρ., Σημασ. εξ. 67. Για το ο του τ. ακομή, καθώς και τον αναβιβ. του τόνου του τ. ακόμη, βλ. ΙΛ λ. ακόμη. Το α του τ. ακομά πιθανότερο αναλογικά προς πολλά επιρρ. σε α και όχι δωρικό (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 55). Οι τ. ακόμη και ακόμα και σήμ. ως κοιν. και σε ιδιώμ., καθώς και οι τ. ακμήν και ακομή σε ιδιώμ. (ΙΛ λ. ακόμη). Για την προέλευση του τ. ακόμα βλ. και Joseph Brian, More on ακόμα (Die Sprache 26, τεύχ. 1, 1980, 58). Τ. αγμήν στο Ρωμανό (βλ. Μανδηλαρά, Αθ. 62, 1958, 336). Ο τ. ’κόμα στο Τραγ. Σούσ. (Δουλγ., Κρ. Χρ. 9, 1955, 369) και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ λ. ακόμη). Για τη νεωτερική εμφάνιση της λ. και το σχηματισμό των τ. της βλ. περαιτέρω ΙΛ λ. ακόμη (ετυμ.).
1) (Χωρίς άρνηση) εξακολουθητικά, ακόμη (Η σημασ. ήδη στον Ξενοφ., Ανάβ. IV 3, 26· πβ. και ήλθον ακμήν γ’ επ’ αυτήν Ευριπ., Φοίν. 1081, και σήμ. ΙΛ στη λ. ακόμη 1): Οράς εκείνους, βασιλεύ, τους περιφλέκτους οίκους| ακμήν τους επιστάζοντας εξ ουρανού την μήνιν; Βίος Αλ. 2323· να ρίψω| την άγκουραν στην θάλασσαν, πριν να συντρίψω| την πικραμμένην βάρκαμ μου, που ’κόμη ολπίζει Κυπρ. ερωτ. 1438· εφοβήθην μήπως και καταστήσει καμίαν παραβουλίαν, ότι ακόμη εφοβάτον Μαχ. 6025· Έχουν τους πόνους μου ακόμη και αντίς μου αναστενάζουν Λίβ. Sc. 2634· πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακόμη το κρατούσαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 796. 2) (Με και ή χωρίς και) επιπροσθέτως, επίσης (Η σημασ. ήδη στις αρχές 5. αι., Λαυσιακή ιστορία Παλλαδίου Ελενουπόλεως, ΝΕ 13, 1916, 137, και σήμ., ΙΛ στη λ. ακόμη 3): και αν την ολοσκοτώσει| μπορεί ακόμη τη ζήση| να την ξαναχαρίσει Πιστ. βοσκ. Ι 1, 168· Πέρσαι γε και Σαρακενοί, ακμή και άλλα γένη Διήγ. Βελ. 596· ακμήν και το δερμάτι μου έχουν το οι σουλτάνοι Διήγ. παιδ. 878· ακομή τον ιούλην μήναν αξνζ΄ Χριστού όρισεν ο ρε Ούγκες και εφουρκίσαν ρ΄ ανθρώπους εις την Αμόχουστον, εις την Κερυνίαν, εις την Πάφον Μαχ. 606· ακόμη ενθυμίζω σε και έχεις τα στον νουν σου Απολλών. 461· ωσάν φύσει φιλόπατρις δεν ήλλαξε την γνώμη| και με τους ίδιους άρχοντες εγύρισεν ακόμη| εις την Κων/πολιν εμπρός εις τον ευχούχον Λίμπον. 298· και απάντεξεν ακόμη εφτά μέρες Πεντ. Γέν. VIII 12· καθώς το γράφεται ακόμη ο Δούκας της Βενετίας Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1028. Πβ. αλλά 2. 3) (Χωρίς άρνηση) μόλις, προ ολίγου καιρού: Λέγει του: «Ναι, ακομή προχθές εξενοδόχησά τους» Φλώρ. 1285· της ηγεμονίας αυτού έτι μη παγιωθείσης, αλλ’ ακμήν εις σύστασιν προχωρησάσης Δούκ. 28732. 4) α) (Με συγκριτικά επίθ. ή επιρρ.) επιτατικό (Η χρήση ήδη στον 8. αι: ακμήν βαρύτερον, ΝΕ 12, 1915, 371 και σήμ., ΙΛ στη λ. ακόμη 3): ότι ακόμην ωραιότερο ουκ είδα γεννημένον Φλώρ. 1664· αν θέλει να κρατεί μάχην με τους Ρωμαίους,| ακόμη και χειρότερα θέλει απορήσει ο τόπος Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8669· β) (Με το και και με άλλα μέρη του λόγου, εκτός από συγκριτικά επίθ. ή επιρρ.) επιτατικό: και μάλιστα (Η σημασ. ήδη μτγν.· πβ. ο δε Ιησούς είπεν: ακμήν και υμείς ασύνετοι έστε; Ματθ. 15, 16): Ακομή και η βασίλισσα επήγεν μοναχή της εις τον καθέναν και επαρακάλεν το να τελειωθεί Μαχ. 32826· και να στραφούν τα βιβλία και γραφές της λόντζας, τά αρπάξαν ακόμη και από τα σεντούκια τους πραματευτάδες Μαχ. 31837. 5) (Με άρνηση) ακόμα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. ακόμη 2): Ο νους σου την αγάπην μας ακόμα να την μάθει; Φαλιέρ., Ιστ. V 474· τα γράμματα του τόμου ακομή δεν εστέγνωσαν Ιστ. πατρ. 1756· εάν ετελείωσεν εκείνην την δουλείαν ... και ουδέν επλερώθην ακομή και χρεωστεί του τα, εντέχεται να τον πλερώσει Ασσίζ. 8525· Μα τον Αρέτα ακομή δεν είδα να ’ρτει κάτω Στάθ. Α΄ 325.
ακοίμητος,- επίθ., Ακ. Σπαν. (Legr.) 34178, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 148, 151, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1738, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 52, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 430, 450, 655, 813.
Το αρχ. επίθ. ακοίμητος. Η λ. και σήμ. και σε ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ).
1) α) Που δεν κοιμάται (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): η αυγή τον έχει έξυπνον και ακοίμητον η νύκτα Λίβ. Esc. 1738· ω σπανέ ... ακτένιστε, ανείκαστε και ακοίμητε, άφαγε, άπιε Ακ. Σπαν. 34178· β) που δε σταματά ποτέ, που δεν ησυχάζει ποτέ (πβ. Steph., Θησ. και Bauer, Wört.): μήπως και μετά θάνατον καταδικάσουσί σε| εις σκώληκα ακοίμητον, εις τάρταρον, εις σκότος Προδρ. IV 148. 2) Που δε σβήνει ποτέ (πβ. L‑S, Steph., Θησ.· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): Κρέμανται τρεις ακοίμητοι πανέμορφοι κανδήλαι Παϊσ., Ιστ. Σινά 813.
ακονητός,- επίθ., Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 63.
Από το αρχ. ακονώ. Η λ. ήδη σε σχόλ. (L‑S). Πβ. το σημερ. τσακων. ακονατέ (ΙΛ, λ. ακονητός).
Ακονισμένος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): εμείς είμεσθεν ώσπερ το λιθάρι το αδαμάντινον το ακονητόν· ούτως θέλομεν φανεί εις εσένα και εις τα φουσσάτα σου Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 63.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Φλώρ. (Κριαρ.) 1096, Ιμπ. (Κριαρ.) 458, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 31 (βλ. αγαλιάζω), Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 758, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 31, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 37, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Έ 1373.