Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αόρατος,
- επίθ., Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 56, Διήγ. Αλ. FE 45, 46.
Το αρχ. επίθ. αόρατος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ) και στην Κύπρο ως ονομασία είδους κέδρου (Σακ., Κυπρ. Β΄ σ. 459).
Αφάνταστος, πρωτοφανέρωτος: έδωκέν τους όρκον φοβερόν, αόρατον Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 56· θαυμαστούς και αοράτους τόπους ηύρα πολλούς Διήγ. Αλ. FE 45. — Βλ. και ανείκαστος 1.
αρματώνω,- Λόγ. παρηγ. L 59, Λόγ. παρηγ. O 57, Καλλίμ. 2521, Διγ. Gr. VI 168, Διγ. Z 301, 1806, 2890, 2907, 3171, Βέλθ. 223, Ερμον. Λ 208, 251, Χρον. Μορ. H 368, 633, 1536, 6418, Χρον. Μορ. P 1060, 1285, Διήγ. παιδ. 911, Διήγ. Βελ. 82, 390, Φλώρ. 534, 1351, Απολλών. 87, 348, 508, Λίβ. (Lamb.) N 204, 220, Αχιλλ. (Haag) L 150, 348, 368, Αχιλλ. L 129, 312, 905, Αχιλλ. N 138, 444, Αχιλλ. O 142, 513, Ιμπ. 199, Χρον. Τόκκων 1476, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 386, Παρασπ., Βάρν. C 121, 181, Αργυρ., Βάρν. K 174, Μαχ. 924, 10213, 18019, 20422, 27234, 4882, 5821, 59426, 63222, 6601, Θησ. (Foll.) Πρόλ. I 7, 78, Θησ. Πρόλ. [164], Δ΄ [662], Ϛ΄ [605], Καραβ. 50016, Γεωργηλ., Βελ. 517, Ριμ. Βελ. 815, Βουστρ. 419, 476, Διήγ. Αλ. V 45, 60, 69, Διήγ. Αλ. FE 44, Διήγ. Αγ. Σοφ. 16020, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 74, Κυπρ. ερωτ. 1539, Έκθ. χρον. 345, Απόκοπ. 309, 441, Κορων., Μπούας 27, 63, 70, 96, 130, Βεντράμ., Φιλ. 119, Διήγ. Αλ. G 28412, 28538, Τριβ., Ταγιαπ. 73, Πεντ. Γέν. XLI 34, Αρ. XXXI 3, 5, Αχέλ. 994, 999, Αιτωλ., Βοηβ. 106, Χρον. σουλτ. 4012, 528, Ιστ. πατρ. 1262, Άλ. Κύπρ. 390, Δωρ. Μον. XXVII, Κατζ. Πρόλ. 2, Γ΄ 482, 485, Ερωφ. Γ΄ 183, Πιστ. βοσκ. I 2, 380, Σταυριν. 391, Σουμμ., Ρεμπελ. 15813, Διγ. Άνδρ. 3196, 4081, Ερωτόκρ. Α΄ 557,1086, Β΄ 96, Γ΄ 316, Δ΄ 652, 972, 974, 997, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [481], Δ΄ [1223], Ζήν. Δ΄ 187, Ε΄ 2, Λεηλ. Παροικ. 225, Διακρούσ. 7321, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1469, 2545, 26627, 3959, 43812, 45311, 4715, Poèm. hist. 208124 κ.π.α.· ’ρματώνω, Αχιλλ. L 348, Αχιλλ. N 464, Αχιλλ. O 239, 240, Μαχ. 12623, 16631, 34633-4, 35236, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399, Τζάνε, Κρ. πόλ. 46415.
Από το ουσ. άρμα. Η λ. και ο τ. της και σήμ. (ΙΛ). Απ. τ. αρματόω (βλ. Lampe, Lex.).
Α´ Μτβ. 1) α) Oπλίζω, εξοπλίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): μοναύτα όρισεν ο ρε Πιέρ και αρματώσαν β΄ κάτεργα δικά του Μαχ. 924· βλ. και αποφτιάνω 1α· β) (μέσ.) οπλίζομαι: Όποιος αρματωθεί αρετήν τα πάθη όλα νικάει Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [481]· γ) (προκ. για φρούριο) ενισχύω: Τ’ αρμάτωσεν (ενν. το φορτί) ευγενικά μ’ ανθρώπους κατεχάρους Τζάνε, Κρ. πόλ. 45311. 2) (Προκ. για αλογο) σελώνω: επτά άλογα αρμάτωσε διά να του χαρίσει Poèm. hist. 208124. Β´ Αμτβ. α) Προετοιμάζω εκστρατεία: εφοβάτον μεν αρματώσει ο ρήγας και πάγει απάνω του και σηκώσει του την αφεντίαν Μαχ. 10213· β) (μέσ.) ετοιμάζομαι (για επίθεση) (Βλ. και ΙΛ στη λ. Β1): Η θάλασσα ν’ αρματωθεί, να τόνε πολεμήσει Ερωτόκρ. Δ΄ 652. Βλ. και ανακαιντρίζω, κατορδινιάζω.
αφόν,- σύνδ., Ασσίζ. 2916, 1282, 18925, 2544, 2775, 2915, 3052, 3145, 33526, 36020, 36615, 3816, 39711, 4168, 4476, 18, 4521, 29, 4599, 46223, 46511, 48110, Διγ. (Trapp) Esc. 1222, Βέλθ. 852, 1015, Χρον. Μορ. H 598, 615, 729, 893, 897, 910, 1385, 1416, 2384, 3017, 3120, 3516, 3977, 4259, 4475, 4568, 5089, 5143, 5468, 5605, 5608, 5912, 6106, 6187, 6453, 6596, 6958, 6996, 7006, 7648, 8274, 8439, 9195, Χρον. Μορ. P 387, 527, 3637, 4970, 5248, 5305, 6126, 7595, Rechenb. 7810, Θρ. Κων/π. διάλ. 62, Μαχ. 813, 5031, 5836, 22613, 32623, 38822, 56018, 6382, Θησ. (Foll.) I 23, 38, 64, 72, 83, 90, 92, 116, Θησ. Πρόλ. [140, 182], Β΄ [15, 71, 111, 132, 161, 221], Ch. pop. 22, 55, 75, 562, Νεκρ. βασιλ. 21, Βουστρ. 413, 430, 464, 540, Διήγ. Αλ. V 22, 65, 66, 84, Διήγ. Αλ. FE 7, Πικατ. 449, Φαλιέρ., Ιστ. V 460, Πεντ. Δευτ. XVI 9, Κυπρ. ερωτ. 99, 14, 101, 119, 139, 217, 2411, 405, 547, 567, 571, 3, 777, 15, 23, 798, 934, 21, 48, 983, 5, 29, 10032, 36, 10116, 10473, 1064, 11, 10731-37, 11014, 11119, 1527, Ευγέν. 511, 1147· αφό, Διγ. Τρ. 2070, Διγ. Z 3593, 4188, 4209, Χρον. Μορ. P 500· ’φόν, Κυπρ. ερωτ. 547, 557, 567, 9823.
Ο σύνδ. αφού με επίδρ. του αφόντας. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αφού).
1) α) Αποτότε που, αφότου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφού 1): έχω τέσσαρους χρόνους οπού εδιάβηκα, μητέρα μου, αφόν τον πόνον τον εδικόν σου έχω εις την καρδίαν μου Διήγ. Αλ. FE 7· Μμάτια μου, αφόν αφήκετε τον ύπνον| έμεινα δίχως δείπνον ‑εις το χώμαν Κυπρ. ερωτ. 11119· επείν αφόν εγίνησαν αυτά τα δύο κάστρη (παραλ. 1 στ.), εις κάμπους κατεβαίνομεν … Χρον. Μορ. H 3017. Βλ. και απής 1γ, απήτις 1γ, από III, απόστανταν, αποστέντα, αφόντας 1α, αφόντες 1, αφότι 1α, αφότου 1, αφού 1· β) από τη στιγμή πού, μόλις (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφού 2α): Όλα τα ζα ’ναπαύγουνται τες νύχτες| αφόν εις την δουλειάν τους βάλουν τέλος Κυπρ. ερωτ. 11014· τ’ όμορφό σου το κορμί να μη με το ’χες δείξει,| ότι αφόν με το ’δειξες έχω μεγάλη θλίψη Ch. pop. 75· Κι αν τύχει από ριζικού τον πρίγκιπα να πιάσεις,| αφόν τον πιάσεις, έχεις τον, κερδίζεις και τον τόπον Χρον. Μορ. P 4970. Βλ. και άμα Β2 φρ., απής 1β, απήτις 1β, αφόντας 1β, αφότι 1β, αφού 2. 2) Όταν (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφού 2β): ζώντα κι αφόν ποθάνω είμαι δικός της Κυπρ. ερωτ. 914· αφόν βιγλίσω να γλαμπρίσουν τ’ άστρα,| κλαμένος πάλε κράζω την ημέραν Κυπρ. ερωτ. 10611. Αφόν δε κατεφίλησαν γλυκέα, κατακορέστως,| εξέβησαν πάλιν οι τρεις έξω στο περιβόλιν Βέλθ. 1015· το δίκαιον κρίνει ότι, αφόν έρτει και ευρίσκει το και ζητά το (δηλ. το όρνιο), να το πάρει Ασσίζ. 45229. Βλ. και αν 5, απής 1α, απήτις 1α, απόστανταν, αποστέντα, αφόντας 2, αφόντες 2, αφότι 2, αφότου 2α, αφού 3. 3) (Αιτιολ.) εφόσον, μια και, αφού, επειδή (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφού 3): αφόν δεν ζω για τείντα πεθηνίσκω; Κυπρ. ερωτ. 10036· Αφέντη, αφόν ορέγεσαι κι ορίζεις να το ποιήσω,| να πράξομεν με φρόνεσιν και με τες μηχανίες,| άκουσον πρώτα να σε ειπώ … Χρον. Μορ. H 6958· Όμως αφόν το λέγετε και συμβουλεύετέ με,| εγώ το κάστρον στρέφω το με συμφωνίαν και τρόπον Χρον. Μορ. H 8439· Τελειώνω δίχα δίκιον την ζωήν μου,| αμμ’ αφόν η κυρά μου με τ’ ορίζει,| γλυκύν το τέλος έν’ στην όρεξή μου Κυπρ. ερωτ. 985· (μαζί με το και αν): Αφόν και αν είσαι χριστιανή, πού ’ ν’ τα δικά σου χέρια; Ευγέν. 1147. Βλ. και αμα Γ 2, 3, ανίσως 3, απής 2, 3, απήτις 2, 3, αφότι 3, αφού 4, αφώς.
ανθρωπόμορφος,- επίθ., Διήγ. Αλ. FE 65 (κριτ. υπ.).
Το μτγν. επίθ. ανθρωπόμορφος. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση.
Που έχει μορφή ανθρώπου (Η σημασ. μτγν. και σήμ.): πουλία ανθρωπόμορφα Διήγ. Αλ. FE 65 (κριτ. υπ.). — Βλ. και ανθρωποπρόσωπος.
ανθρωποπρόσωπος,- επίθ., Διήγ. Αλ. FE 65.
Από το ουσ. άνθρωπος και πρόσωπον.
Που έχει πρόσωπο ανθρώπου, ανθρωπόμορφος: πουλία ανθρωποπρόσωπα Διήγ. Αλ. FE 65. — Βλ. και ανθρωπόμορφος.
βλέπω,- Σπαν. A 384, 550, Σπαν. (Ζώρ.) V 60, Διδ. Σολ. Ρ 123, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 441, Γλυκά, Στ. 152, 304, Λόγ. παρηγ. L 19, Προδρ. I 88, II H 96b, III 81, 103, 186, 216t (χφ g) (κριτ. υπ.), 296, 325i (χφ g) (κριτ. υπ.), 325l (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), 346, 403, IV 9, 198, Μανασσ., Χρον. 1260, Καλλίμ. 1456, Ασσίζ. 3448, 3532, 47014, Διγ. Z 155, 1820, 3424, Διγ. (Hess.) Esc. 758, Βέλθ. 250, Απολλών. 109, Λίβ. P 726, 2367, 2545, Αχιλλ. (Haag) L 365, Καναν. 81 A, Χρησμ. I 338, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 816, 841, Μαχ. 217, 821, 10029, 3981, 50829, Ριμ. Βελ. 847, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 317, Αλεξ. 2535, Απόκοπ. 53, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15130, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 412, Έκθ. χρον. 5022, Πένθ. θαν.2 507, Πένθ. θαν. (Knös) S 5f 6r, Φαλιέρ., Ιστ. V 30, 80, Βεντράμ., Γυν. 258, Δεφ., Σωσ. 171, Πεντ. Έξ. III 7, Δευτ. XI 26, Αχέλ. 2374, Αιτωλ., Μύθ. 1236, Άρχ. Μεγ. P 3, Μ. Χρονογρ. 3523, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 412, Άλ. Κύπρ. 1284, Πανώρ. Δ΄ 93, Ερωφ. Β΄ 231, Ιντ. β΄ 25, δ΄ 29, 91, Βοσκοπ. 11, 98, Ιστ. Βλαχ. 2139, Σουμμ., Ρεμπελ. 173, Διγ. Άνδρ. 35225, Ερωτόκρ. Α΄ 1119, 2023, 2215, Β΄ 1026, Γ΄ 528, 856, 876, Ε΄ 724, 970, Μεταξά, Επιστ. 47, Ροδολ. Ε΄ [426], Ζήν. Β΄ 221, Ε΄ 219, Διακρούσ. 8821, Τζάνε, Κρ. πόλ. 28511, 35415, 39520, 45416, 4953, 52414, 52923, 5651, 57320, Τραγ. Σούσ. B 110, κ.π.α.· βλέπω ή βλεπίζω, Ασσίζ. 1630, 262, 354, 3629, 5927, 12811, 13721‑2, 1382, 21812, 27416, 28325, 30924, 34026, 38924, 47018, Ελλην. νόμ. 52613‑4, Διάτ. Κυπρ. 5059, 5088, Μαχ. 4431, 5029, 2304, 2604, 37637, 38031, 40435, 40624, 42211, 4308, 55419, 56831, 65225, 6808, Βουστρ. 431, 499, Αχέλ. 904, 945, 1455, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 404, 412, Κυπρ. ερωτ. 11849, Ερωτόκρ. Α΄ 1228, Β΄ 1139, Γ΄ 1578, Δ΄ 1697, 1775· εβλέπω, Σπαν. (Ζώρ.) V 193, 520, Σπαν. O 232, Προδρ. III 81, Ασσίζ. 4759‑10, Διγ. (Trapp) Esc. 110, Πόλ. Τρωάδ. 415, Χρον. Μορ. H 1131, Χρον. Μορ. P 4519, 8883, Πουλολ. Αθ. 75, Αχιλλ. O 146, Βεν. 55, Θησ. Πρόλ. [130], Δ΄ [435], Αλεξ. 2424, Διήγ. Αλ. FE 12, Άνθ. χαρ. 2918, Σκλάβ. 227, Πένθ. θαν.2 40, 461, Τριβ., Ρε 91, Πεντ. Δευτ. III 21, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 702, Ιστ. Βλαχ. 1531, Διγ. Άνδρ. 34519, κ.α.· ηβλέπω, Χρον. Μορ. P 5410, Διήγ. Αλ. FE 38, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. γ΄ [28], Κατάλ. οικουμ. συν. 99v, 100r· μπλέπω (αν δεν πρόκειται για το αναβλέπω), Μαχ. 4627· ενεστ. προστ. βλέπεσαι, Διγ. (Trapp) Gr. 3506, Μαχ. 2025, Γαδ. διήγ. 153, 243, 321, Χούμνου, Π.Δ. VI 27, Ιμπ. (Legr.) 542, Δεφ., Λόγ. 438, Πανώρ. Β΄ 113, Γ΄ 132, Ερωτόκρ. Α΄ 349, Β΄ 1869, Γ΄ 1317, Δ΄ 697, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 20, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 111, 416, Δ΄ 267, Ευγέν. 284· βλέπουσαι, Πανώρ. Β΄ 251· αόρ. προστ. γιδέ, Συναξ. γυν. 864· διε, Πεντ. Δευτ. XI 26· μτχ. βλεπημένος, Ασσίζ. 318, 9029, Μαχ. 28726, Χούμνου, Π.Δ. XIII 22, Βουστρ. 474, 511, Αχέλ. 922, Θρ. Κύπρ. K 397, Ερωφ. Αφ. 16, Ε΄ 234, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 6· εβλεπημένος, Έγγρ. του 1603 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 2719)· ιδόντα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 599, 1072.
Το αρχ. βλέπω. Η λ., καθώς και οι τ. βλέπεσαι, βλέπουσαι, βλεπίζω, εβλέπω και σήμ. (ΙΛ). Για τον τ. της προστ. γιδέ = ιδέ βλ. ΙΛ. Βλ. και Ξανθ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 141, ΕΕΒΣ 3, 1926, 341 (πβ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 391]), Χατζιδ., Ερωτόκρ. σ. 466 και ίδιο, ΛΑ 6, 1923, 493, Pern., Ét. linguist. Β΄ 300-1, Ν. Εστ. 12, 1932, 986, Τζάρτζ., Ν. Εστ. 12, 1932, 986-7, Κριαρ., Ν. Εστ. 12, 1932, 1108-9, B-NJ 10, 1933, 408 και Πολ. Λ., Κρ. Χρ. 12, 1958, 312.
1) α) Βλέπω, έχω την αίσθηση της όρασης (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): μα κείνη παραλόησε κι ουδ’ ήβλεπ’, ουδ’ εγροίκα Ερωτόκρ. Γ΄ 528· αλλά την γην σκιάζομαι, καλά την βλέπω τώρα Αχέλ. 2374· ως ουν οι Τρώες έβλεψαν τον τηλικούτον στόλον ... Μανασσ., Χρον. 1260· Βλέπει το πλήθος του λαού που ήρχετον με βία Διακρούσ. 8821· και ευθύς το ιδείν τα ο Διγενής τον θείον του ούτως λέγει ... Διγ. (Hess.) Esc. 758· Κι εγώ το δειν ετρόμαξα, να κατεβώ εβιάσθην Απόκοπ. 53· βλ. και θωρώ· β) έχω την ικανότητα να βλέπω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I): τα μάτια θαμπωθήκασι, δε βλέπου μπλιο να δούσι Ερωτόκρ. Ε΄ 970· εκείνη βλέπει στα μακρά και στα κοντά γνωρίζει Ερωτόκρ. Α΄ 1119· γ) αντικρίζω: ας ήτο μπορετό τον ήλιο να μη βλέπω Ζήν. Ε΄ 219· Το πράμαν απού μια φορά του ’λιου οι ακτίνες δούσι Ερωφ. Β΄ 231· τα γενόμενα| οπού ’δανε κι επάθανε Τζάνε, Κρ. πόλ. 52414· δεν εδυνήθη να υπομένει το και να βλέπει το κάλλος του νέου Διγ. Άνδρ. 35225· βλ. και αγναντεύω, ανατηρώ, αντιπροσωπώ, βιγλίζω 5α· δ) στρέφω το βλέμμα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ 1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1δ): εκ δε το στόμα των αυτών, αν έβλεψες, να είδες ... Βέλθ. 250· Εντροπιαρία σε φαίνεται και χαμηλά εβλέπει Σπαν. O 232. Βλ. και βιγλίζω 5. 2) Φρ. βλέπω την ημέραν = α) ξυπνώ: ολίγον εκοιμήθημεν· βλέπομεν την ημέραν Λίβ. P 2545· βλ. και αποσπώ ΙΙ3 φρ., αφυπνώ 1· β) ζω: και ζω και φαίνομαι και βλέπω την ημέραν Καλλίμ. 1456. 3) Φρ. βλέπω καλήν ημέραν = βρίσκω χαρά στη ζωή μου: και όπου το ετροπολόγησε μη ιδεί καλήν ημέραν Προδρ. II H 96b. 4) Φρ. βλέπω ημέραν = κατά τη διάρκεια της ημέρας: βλέπεις ημέραν, θλίβεσαι, φοβείσαι, ως ου [πρέπει]·| πάλιν τη νύκτα δειλιάς, το τι να φέρει ουκ οίδες Γλυκά, Στ. 152. 5) Φρ. (προκ. για μοναχό) βλέπω τον κόσμον = ζω προσωρινώς έξω από τη μονή: και εκ της μονής εκβαίνοντες βλέπομεν και τον κόσμον Προδρ. III 346. 6) Φρ. βλέπω το θάνατο, αγγέλους = πεθαίνω: ου μη ίδω θάνατον έως ου ιδώ την Πόλην Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 816· Γλυκά, Στ. 149. Βλ. και αποβάλλω 5 φρ., αποδίδω 6α φρ., αποθαίνω, αποθνήσκω, αποκάμνω IA2, απομένω 8, απομεριμνώ 2, απονεκρώνω A1, B1, αποστερώ 2, αποφυσώ A φρ. β, αρπάζω A7 φρ., αφήνω φρ. 6, βγαίνω 1β, παίρνω, παραδίδω, τελειώνω. 7) Φρ. βλέπω εις τον ύπνον μου (κάπ.) = ονειρεύομαι (κάπ.): πολλές φορές εβλέπω σας εις τον ύπνον μου Διήγ. Αλ. FE 12. Βλ. και ανιστορώ 7, αποφαντάζομαι. 8) Φρ. δεν βλέπω ύπνον = αδυνατώ να κοιμηθώ, να ησυχάσω: εγώ διά την ποθετήν ύπνον ποσώς δεν βλέπω Διγ. Z 1820. 9) Φρ. δε βλέπω την ώρα να ... = ανυπομονώ να ...: Την ώραν δεν εβλέπασι πότε να εσμιχθούσι Άλ. Κύπρ. 1284. Βλ. και αραθυμώ A4. 10) α) Παρακολουθώ με το βλέμμα: και αποκείθεν έβλεπε τον πόλεμον εκείνον Διγ. Z 3424· βλ. και βιγλίζω 4· β) προσέχω με το βλέμμα (κ.), κοιτάζω (Η σημασ. αρχ., Δημητράκ. στη λ. 2, 9 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): απλώνει [και] παίρνει, βλέπει το Λίβ. P 2367· γ) περιμένω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II3 και σήμ., ΙΛ στη λ. 13): έβλεπε και τον καιρόν οπίσω να γυρίσεις Ιστ. Βλαχ. 2139. Βλ. και αναμένω 1, απαντεχαίνω α, αποκαρτερώ, απομενίσκω 2, απομένω 10, ασπεττάρω α, βαστάζω I12, εκδέχομαι, καρτερώ. 11) Διακρίνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1γ): ολίγον εχωρίζονταν και ουκ εβλέπασίν τους Αχιλλ. (Haag) L 365. Βλ. και διαχωρίζω. 12) α) (Ενεργ. και μέσ.) προσέχω, προσέχω (κ.), προσέχω μήπως (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. A5 και σήμ., ΙΛ στη λ. 12β): Υιέ μου, βλέπε τι λαλείς και τι το συντυχαίνεις Διδ. Σολ. Ρ 123· εσύ υιούτσικε, βλέπε το τι σε λέγω Σπαν. A 384· κι εστέκασι κι εβλέπασι ο Τούρκος να μην πάει Τζάνε, Κρ. πόλ. 45416· βλέπε πτωχόν σου συγγενήν μη τον περιφρονήσεις Σπαν. A 550· Και ανισώς και πέψει αρμάδαν κατάδικά σου, να έχεις νώσι να βλέπεσαι Μαχ. 2025· Ιδές, θυμήσου τα καλά και μην αλησμονήσεις| κι απ’ όλα σου τα κρίματα κανένα μην αφήσεις Γαδ. διήγ. (Wagn.) 317· εφοβάτονε κι εβλέπουντο μη σφάλει Ερωτόκρ. Α΄ 2215· βλέπε μ’ αυτάν’ έτσ’ άδικα να μην την αποθάνεις Ερωτόκρ. Ε΄ 724· Βλέπεστε μην πλανεθείτε εις την πρόσκαιρον ζωήν Άρχ. Μεγ. P 3· βλ. και ντηρώ. Οι τ. βλέπεσαι, βλέπουσαι = πρόσεχε: βλέπεσαι μην έρθουσι καιροί να μετανοιώσεις Πανώρ. Γ΄ 132· Βλέπεσαι μην το βουληθείς, βλέπεσαι μη θελήσεις Ερωτόκρ. Γ΄ 1317· βλέπεσαι μη πλανηθείς εις πλούτον ή εις δόξαν Διγ. (Trapp) Gr. 3506· βλέπεσ’, αδέρφι, όσο μπορείς· έβγ’ απ’ αυτήν τη ζάλη Ερωτόκρ. Α΄ 349· Μα βλέπεσαι όντας κυνηγάς, Πανώρια, εις τα δάση Πανώρ. Β΄ 113· β) (ενεργ. και μέσ.) προσέχω να αποφύγω (κ.) (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II4, Lampe, Lex. στη λ. B6): Αμ’ ο Κορνάρος Κατερής με τ’ άλογον να τρέχει| τρίγυρα σ’ όλα τα τειχιά και να μηδέν κατέχει,| ούτε να βλέπει τουφεκιές ή βόλι να του δώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4953· με τέχνη τ’ αρμηνεύγει| ποιες κοπανιές να βλέπεται και ποιες να δυσκολεύγει Ερωτόκρ. Β΄ 1026· γ) δίνω σημασία (σε κ.): ιδέ τό λέγουσιν τινές, εάν σπουδάζεις, κάτσε Προδρ. III 325i (χφ g) (κριτ. υπ.)· δ) (ενεργ. και μέσ.) τηρώ: εάν τοιούτον πράγμαν ένι, ότι τα πράγματα ουδέν δυνηθούν να βλεπηθούν χρόνον και ημέρα Ασσίζ. 38924· το δίκαιον κρινίσκει ότι, ανένι ότι εκείνος ημπορεί να δείξει απ’ αυλής του βισκούντη πως εβλέπησεν την ημέραν του ως εντέχεταί τον Ασσίζ. 21812· Βλ. και ακολουθώ 8, αποκρατώ A6, βαστάζω I9, κρατώ. 13) α) Εξετάζω (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. B5): κι εστήσαν όλοι μέσα τους να στείλουσι να δούσι Ριμ. Βελ. 847· βλ. και ακριβολογώ 1, βιγλίζω 7, εζαμινάρω, ξομπλιάζω· β) εξετάζω (ιατρικώς) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 9): ορίζει: «Φέρετε ιατρούς τον δείνα και τον δείνα».| Έρχονται, βλέπουσιν ευθύς, κρατούσι τον σφυγμόν του Προδρ. III 403. 14) α) Αναγνωρίζω, παραδέχομαι, λαμβάνω υπόψη μου: Και είπε του Αλεξάνδρου: «Αγάπουν να ’σουν γιος μου·| εβλέπομε τη γνώση σου, κύριος είσαι κόσμου» Αλεξ. 2424· δεν βλέπ’ η κρίση ευγένεια, μηδέ τα μεγαλεία Δεφ., Σωσ. 171· βλ. και αναλαμβάνω A5, ανέχω, A2α, ασπάζομαι 3, αφυρώνω β· β) (με αντ. λ. όπως θάνατος, κ.λ.π.) υπολογίζω, φοβούμαι: Θάνατον δεν εβλέπανε, μα σαν λέοντες αράσσαν| απάνω στους Αγαρηνούς Τζάνε, Κρ. πόλ. 28511. Βλ. και αγροικώ I3β, Προσθ. Β΄ τόμου (ακροσκιάζομαι), αναμνιάζω 1, αποδειλιάζω 2, αποκτυπώ 2β, αραθυμώ B, δειλιώ, λογιάζω, ’ντηρώ, τρέμω, τρομάσσω, ψηφώ. 15) α) Θαυμάζω (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. B3): και βάλλουσι κρομμύδια καν είκοσι κολέντας| και τότε βλέπε, δέσποτα, καλήν φιλοτιμίαν Προδρ. III 296· ήτονε δεκατέσσερες. Δέτε τον κατεχάρη Τζάνε, Κρ. πόλ. 39520· και απαλαρέα μουχρούτινον γλυκύν κρασίν επάνω| και ανακομπώματα τρανά και βλέπε τότε βούκκας! Προδρ. III 186· βλ. και αποθαυμάζω, θαυμάζω, καμαρώνω· β) καμαρώνω: να είμαι πάντα κοντά σας και να βλέπω τα ιλαρά σας και αιδέσιμα πρόσωπα Μεταξά, Επιστ. 47. Βλ. και αποκαμαρώνω α, βιγλίζω 5β. 16) Αισθάνομαι: και τι δροσιάν οπού ’δεν το κορμί μου! Βοσκοπ. 98. Βλ. και αισθάνομαι I4α, κατέχω, πράσσω. 17) α) Ξέρω: Το ριζικόν, ως βλέπετε, και τύχη μ’ ονομάζου Ερωφ. Ιντ. β΄ 25· βλ. και απεικάζω I7, γνωρίζω, κατέχω, ξέρω· β) φρ. ου μπλέπω = δεν ξέρω τι κάνω: αρκέψαν απουπάνω και απέ την παρπακάναν εις τιτοίαν λογήν ότι εφύγαν με μεγάλην αντροπήν ως ουκ εμπλέπαν Μαχ. 4627. 18) Πληροφορούμαι: Οι Αμαζόνες είδασι Αλέξανδρος τι μηνάει·| γραφή τότες εκάμασι σ’ αυτόν για να υπάει Αλεξ. 2535. Βλ. και αγροικώ III3α, ακοή 2, αναμανθάνω, ανερωτώ. 19) α) Καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. A1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1γ): όλους, ωσάν εβλέπομεν, βούλεσαι να μας φάγεις Πένθ. θαν. (Knös) S f 6r· βλ. και αγροικώ, απεικάζω· β) διαπιστώνω: Κομμάτιν βλέπω απέδειρας τρανόν και γωνιδάτον| και μαγειρίαν ... Προδρ. III 103· Οκάτι τώρα, βλέπω σε, πολλά είσαι βαρεμένη Γλυκά, Στ. 304· για την χαράν τήν έλαβες βλέπω το κρύο δεν γνώθεις Φαλιέρ., Ιστ. V 30· Λοιπόν τον χρόνον βλέπομεν ’τι τρέχει ωσάν ποτάμι Πένθ. θαν.2 507· (με σύστ. αντικ.): ειδωμό είδα τη φτώχεια του λαού μου Πεντ. Έξ. III 7. Βλ. και απεικάζω I6β, βιγλίζω 9, θωρώ. 20) Σκέπτομαι να ..., αποφασίζω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3, 15): φέρετε τους καβαλάρηδες και τον κοντοσταύλην απέ την Λευκωσία να συντύχομεν και να δούμεν είντα να ποίσομεν Μαχ. 3981. Βλ. και αποφαίνω Aα, B1, αφυρώνω 3α, βιγλίζω 10, βουλεύω B1, 2, βούλομαι, βούλω. 21) Απολαμβάνω (Η σημασ. αρχ., Δημητράκ. στη λ. 10 και σήμ., ΙΛ στη λ. 7): όσοι καλά της είδατε, έχετε γλυκασμούς της Λόγ. παρηγ. L 19. Βλ. και απολαμβάνω α1, βυζάνω 5 μεταφ. 22) Θεωρώ: εποίκαν όρκον του υιού του του ρε Τζουάνη, διά να τον βλεπήσουν ως γιον αφέντην τους Μαχ. 6803. Βλ. και απογράφω (Ι) 1, βαστώ (Ι) Ι17, γνωρίζω, έχω κρατώ, κρίνω, πιάνω, τάσσω. 23) α) Φροντίζω, προσπαθώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 10): Δέτε λοιπό να δώσετε σημάδι του πολέμου Ερωφ. Ιντ. δ΄ 29· με την αφεντοπούλα μας να δεις να με παντρέψεις Ερωτόκρ. Γ΄ 856· βλ. και αγωνίζομαι 3, αγωνίζω· β) προστατεύω, διαφυλάττω κάπ. ή κ. (Πβ. ΙΛ, ό.π. 12α): διά τούτο παραγγέλλω σοι να βλέπεις την ζωήν σου Απολλών. 109· ήβαλε το σκουτάριν του ογιά να τη βλεπήσει Ερωτόκρ. Δ΄ 1697· τρίγυρα έβλεπεν αυτήν το τόξον της αγάπης Διγ. Z 155· Έβλεπα τους χριστιανούς, τώρα τους Τούρκους σκέπω Τζάνε, Κρ. πόλ. 5651· Μην την καταδικάσετε την πρικαμένη κόρη| ανείναι και να βλεπηθεί σ’ ετούτα δεν εμπόρει Ερωτόκρ. Γ΄ 1578· εκείνος ο άνθρωπος οπού καταποντίζει τα πράγματά του ουδέν εντέχεται να ένι άλλου προκουρούρης εις την αυλήν, εφειδή τα εδικά του πράγματα ουδέν ηξεύρει να βλεπήσει Ασσίζ. 354· βλ. και αντιστηρίζω, απαντώ 4δ, αποσκεπάζω 6, βοηθώ Αβ· γ1) (μέσ.) προφυλάσσομαι, παίρνω τα μέτρα μου, προσέχω τον εαυτό μου (Βλ. και ΙΛ στη λ. 12β): εκείνη η σωφρονεστάτη γυναίκα εβλέπεντονε και ετήρα την παρθενία της Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 412· γ2) (μέσ.) διασώζομαι, γλυτώνω: εβλεπήθησαν από εκείνον τον φοβερόν κατακλυσμόν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 404. Βλ. και απογλυτώνω 2, αποσπώ II1, γλυτρώνω. 24) α) Επιτηρώ, εποπτεύω, εφορεύω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 12): των πάντων είμαι δραγάτης| και ήλθα εδώ να βλέπω| τους τριάκοντα έξ χρόνους Χρησμ. I 338· εσπούδαζεν μετά επιμελείας να γένει το έργον και υπήγαινε κάθε ώρα και έβλεπε τους τεχνίτας Διήγ. Αγ. Σοφ. 15130· Και ογιά να μη θανατωθεί πασακιαμιά ’ς τη βλέπει Ροδολ. Ε΄ [426]· Ο εμπαλής της χώρας απάνω του ποίου ένι ενέργεια να βιγλίσει και να βλεπήσει τους λας Ασσίζ. 27416· Και επαρακαλέσα να βάλει κανέναν καβαλάρην να βλεπήσει την ανορίαν και να ποίσει τους χωριάτες να υποτάσσουνται τους προεστούς Μαχ. 4308· βλ. και βιγλίζω 2, 4, βλέπησις 3γ, φρ.· β) βόσκω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 11): έβλεπε κάποια πρόβατα δικά τση Βοσκοπ. 11. Βλ. και βοσκίζω, βοσκώ. 25) Επιθεωρώ: Τότε ο βασιλεύς εβγήκε γεγυμνωμένος της βασιλείας και υπήγεν μετά των αρχόντων αυτού και έβλεπε τα τείχη διά τους εχθρούς Μ. Χρονογρ. 3523· Ως είχεν γαρ επιθυμίαν να ιδεί και να γυρέψει| τα κάστρη και τες χώρες του ... (παραλ. 2 στ.), υπήγαιμεν εβλέποντα τα κάστρη και τες χώρες Χρον. Μορ. P 4519. Βλ. και βιγλίζω 8. 26) Φρουρώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 16α): εσυμβουλεύθησαν να το ποίσουσι νώσιν του βασιλέως να πέψει λας των αρμάτων να βλέπουν τον τόπον Μαχ. 821· εμηνύσα να βλέπεται το κάστρον εις το καλύτερον τό να μπορεί ωσόπου να παν οι Γενουβήσοι Μαχ. 50829. Βλ. και βίγλα 3 φρ. α, βιγλίζω 1. 27) α) Περιποιούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 14): Βλέπουν σε τα ψυχάρια μου και έχουν σε ως αυθέντην Προδρ. I 88· ωσάν τες κόρες μ’ έβλεπε πάντα των ομματιών του Τζάνε, Κρ. πόλ. 57320· βλ. και βαγιλίζω, κανακίζω· β) φροντίζω (Βλ. ΙΛ στη λ. 14): «Ζητώ σου να μου το δώσεις (δηλ. το ’σσώκαστρον) να σου το βλεπίσω και δεν θέλεις;» Μαχ. 40435· Περί του ανδρός του τεθνεώτος αξηγόρευτος και αδιάτακτος και οπού ουκ έχει πατέραν ή μητέραν, ουδέ έτερον άλλον συγγενήν και πως χρη η αυλή να βλεπίσει το εδικόν του Ασσίζ. 1630. Βλ. και αναγράφω 5, αναπαύω Aε, αποβλέπω 2, αποκοιτάζω 2, αποκρατώ A7. 28) Επισκέπτομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 12): Καλά κι οι άνδρες το συχνιό επηαίναν και τους βλέπαν,| αμή ’χα φόβον περισσό στο έβγα και στο έμπαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 52923. Βλ. και αναθεωρώ. 29) Αποβλέπω, προσβλέπω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II2 και σήμ., ΙΛ στη λ. 8): προς το θρασύτερον ο νους των νέων βλέπει Σπαν. (Λάμπρ.) Va 441· προς φυγήν έβλεψαν και εις πόλεμον ουδεόλως Καναν. 81A. Βλ. και αγροικώ I3γ, προθωρώ. 30) «Οραματίζομαι»: Αν αρρωστώ και κείτομαι, την παλαμίδαν βλέπω Προδρ. III 216t (χφ g) (κριτ. υπ.). 31) Ακούω: Πρόβαλε, μάννα, πρόβαλε να δεις ένα χαμπέρι Τραγ. Σούσ. B 110. Βλ. και αγροικώ, ακοντίζομαι, ακούω A1, αναφουκράζομαι. 32) Ζω ένα γεγονός: για να το πει του βασιλιού κι ως του φανεί ας το πιάσει,| παρά να δει στα γερατειά τέτοιον υγιό να χάσει Ερωτόκρ. Γ΄ 876. 33) (Προστ. αορ. β΄ πρόσ.) να!, ιδού: «ίδε ο παπάς οπού έφαγεν το ακρόπαστον απάκιν» Προδρ. IV 198· διε εγώ δίδω όμπροστέ σας σήμερα ευλογιά και κατάρα Πεντ. Δευτ. XI 26· ιδέτε θέαμα μέγα Προδρ. III 325l (χφφ CSA) (κριτ. υπ.)· Γιδέ ο χωριάτης| θέλει κιόλα να ’χπαιδεύει Συναξ. γυν. 864. Βλ και έδε, έν. — Βλ. και ιδείν.
γράφω,- Σπαν. V 40, Γλυκά, Στ. Β′ 55, Λόγ. παρηγ. L 88, Προδρ. IV 77, Μακρεμβ., Υσμ. 1864, Μανασσ., Χρον. 1111, Καλλίμ. 341, 1048, Ασσίζ. 2654, 39428, Ελλην. νόμ. 51612, 5286, Διγ. (Trapp) Gr. 3071, Διγ. A 3860, Διγ. Z 186, 539, Βέλθ. 97, Ερμον. Πρόλ. 60, Β 210, 270, Χρον. Μορ. H 1927, 2221, Χρον. Μορ. P 1893, Βίος Αλ. 5029, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 42, Ιατροσ. κώδ. φϟ΄, Απολλών. 386, Περί ξεν. A 77, Λίβ. Sc. 106, Λίβ. Esc. 1210, 2475, Λίβ. N 1335, Αχιλλ. (Haag) L 154, Αχιλλ. L 305, Ιμπ. 3, Τζαμπλάκ. 25, Βεν. 67, Παρασπ., Βάρν. C 13, Αργυρ., Βάρν. K 79, Μαχ. 15412, 64022, Δούκ. 17923, Σφρ., Χρον. μ. 2826, Ch. pop. 421, 545, Χούμνου, Π.Δ. XII 36, Ριμ. Βελ. 28, Διήγ. Αλ. V 41, Διήγ. Αλ. FE 55, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15119, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 18, Σαχλ., Αφήγ. 323, Συναξ. γυν. 161, Κορων., Μπούας 9, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 59, 72, Δεφ., Σωσ. 337, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 329, Δεφ., Λόγ. 740, Πεντ. Έξ. XVII 14, Αχέλ. 2541, Χρον. σουλτ. 5722, Ιστ. πολιτ. 4012, Ιστ. πατρ. 11016, Δωρ. Μον. XXII, Βοσκοπ. 297, Παλαμήδ., Βοηβ. 557, Μανολ., Επιστ. 17330, Σταυριν. 16, 1298, Ιστ. Βλαχ. 1575, Σουμμ., Ρεμπελ. 165, Διγ. Άνδρ. 39728, Ερωτόκρ. Α΄ 22, Β΄ 1409, 2292, Γ΄ 1659, Ε΄ 258, Θυσ.2 1121, Ευγέν. 699, 716, Στάθ. Β΄ 267, 331, Γ΄ 449, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [14], Αποκ. Θεοτ. II 19, Βακτ. αρχιερ. 189, 209, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. α΄ [56], Λίμπον. 469, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 251, Ζήν. Πρόλ. 70, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 12, 13, Λεηλ. Παροικ. Αφ. 4, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15815, 38533, 4128, 5365, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 99.
Το αρχ. ουσ. γράφω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Α´ Ενεργ. 1) α) Εκφράζω λόγια με γράμματα του αλφαβήτου, γράφω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6): γράψε ετούτο αναθύμηση εις το χαρτί Πεντ. Έξ. XVII 14· Γραμμένα τα ’χω στο χαρτί διά να σ’ τα πω ένα κι ένα Ch. pop. 545· μετά τούτο έγραψεν την παραίτηση αυτού Ιστ. πατρ. 11016· β) χαράσσω πάνω σε μάρμαρο, επιγράφω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8): εις μάρμαρο τσι δόξες του γραμμένες να τσ’ αφήνει Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 12· πάρε μάρμαρο και τ’ όνομά μου γράψε Ch. pop. 421. 2) (Μεταφ.) χαράσσω κ. στη μνήμη, στην καρδιά, αποτυπώνω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6): Τότες μια αγάπη μπιστική στον κόσμο φανερώθη| κι εγράφτη μέσα στην καρδιά Ερωτόκρ. Α΄ 22· γράφε το εις την ψυχήν σου Σπαν. V 40· τον πόνο, την λαχτάραν του στ’ ανάβλεμμά ντου γράφει Ερωτόκρ. Β΄ 2292. 3) Ζωγραφίζω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): Ήκω τοίνυν περί τον γεγραμμένον Έρωτα Μακρεμβ., Υσμ. 1864· σκουτάριν έχον αετού πτέρυγας γεγραμμένας Διγ. (Trapp) Gr. 3071. 4) α) (Ενίοτε με αντικ. το γραφή) γράφω γράμμα σε κάπ., στέλνω επιστολή (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II4 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 12): ο ρήγας έγραψεν γραφές εις τον πάπαν Μαχ. 15412· οι Πατινιώτες τού μπασά γράφουσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 4128· ήγραφέ μας το καλά πως έρχεται με ξύλο Στάθ. Β΄ 331· β) γνωστοποιώ με γράμμα, στέλνω γραπτό μήνυμα (Η σημασ. σε παπυρ., Preisigke-Kiessling στη λ. 19): οι δε της κόρης αδελφοί προς την μητέρα γράφουν| της αδελφής την εύρεσιν Διγ. Z 539· γράφοντας πως «εγώ ποτέ δεν είχα τέτοια γνώμη ...» Παλαμήδ., Βοηβ. 557· ο γενεράλες έγραψεν πως θα τσ’ αναγυρέψει Τζάνε, Κρ. πόλ. 15815· γ) παραγγέλνω γραπτώς, δίνω έγγραφες διαταγές (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ. στη λ. 12): γράφω προς υμάς φόρους μοι χορηγήσαι Βίος Αλ. 5029· εγράψαμεν ορισμούς εις πάντας τους εν τῃ περιοχῄ της Ανδρούσης Σφρ., Χρον. μ. 2826. 5) Συγγράφω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 14): τα γουν πρέποντα εισφέρειν| προς την ιστορίαν ταύτην| οκτωσύλλαβα γραφέντα Ερμον. Πρόλ. 60· πόσους να πλέξω στίχους, πόσους να γράψω κάλλιστα Προδρ. IV 77. 6) α) Ορίζω κάπ. με διαθήκη ή επίσημο έγγραφο κληρονόμο (Η σημασ. σε παπυρ., Preisigke-Kiessling στη λ. 20 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 7): εγράφη κληρονόμος παρά του Πέτρου τελευτήσαντος Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 42· Το πράμα όλο, δάσκαλε, του ’γραψε για προικιό ντου Στάθ. Γ΄ 449· β) (προκ. για γραπτή συμφωνία) συνάπτω: δίχως να γράψετε κοντράτο πώς το κάνει; Στάθ. Β΄ 267· εκάμανε τες σύβασες κι εις το χαρτί εγραφτήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. 38523· γ) συντάσσω (συμβολαιογραφική πράξη): Περί διαζυγίου, οπού γράφω ο αρχιερεύς Βακτ. αρχιερ. 189· ουδέν εντέχεται να έχει διαφοράν εις εκείνους οπού γράφουν τας διαθήκας Ασσίζ. 39428· Περί των δωρεών πότε δει γραφήναι, πότε δε δοθήναι άγραφα Ασσίζ. 2654. 7) Κατατάσσω, περιλαμβάνω κάπ. σε κατάλογο ονομάτων, καταγράφω, αριθμώ (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Β2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 10): να τον ηγράψω απόστολον στους ευαγγελιστάδες Παρασπ., Βάρν. C 13· σε χαρτί τούς γράψανε τούτους Τζάνε, Κρ. πόλ. 5365· τους στρατιώτας αριθμεί, τας παρατάξεις γράφει Καλλίμ. 1048. 8) (Προκ. για τη μοίρα ή την τύχη) ορίζω ως πεπρωμένο (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6): Γι’ αυτό κι εσέν’ η μοίρα σου α σὄγραψε Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 59· Αϊλί τόν γράψουν άτυχον της Δυστυχίας τα χέρια Λόγ. παρηγ. L 88· εμέ διατί μου έγραψες τα χέρια και μου κόψαν; Ευγέν. 699. 9) Φρ. γράφω κάπ. δούλο, δουλευτή = θέτω κάπ. στην υπηρεσία κάπ.: οπού μ’ εγράψα δουλευτή Ερωτόκρ. Ε΄ 258. Β´ (Μέσ.) φρ. γράφομαι δούλος, υπόδουλος, κ.λ.π., κάπ. = θεωρώ τον εαυτό μου δούλο κάπ. (Η σημασ. και στον Κατσαΐτ., Θυ. Αφ. 9): εγώ, ας είμαι και Θεός, γράφομαι τσ’ εξουσάς σου Ζήν. Πρόλ. 70· ο Βέλθανδρος αν σ’ εθνικόν τοπάρχην| πάγει και υπόδουλος γραφεί Βέλθ. 97· Έρωτα, από χρονών δεκάξι εγράφτηκα για δούλη σου Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 72. To ουδ. της μτχ παθητ. παρκ. ως ουσ. = το γραφτό, το μοιραίο (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γραμμένος 6): απήτις μού ’ναι του φτωχού γραμμένο Βοσκοπ. 297· Να τρέξει δεν εμπόριε μπλιο, γιατί ’τονε γραμμένο,| όποιος κι α γείρ’ οχ τ’ άλογο να τον κρατούν χαημένο Ερωτόκρ. Β΄ 1409.
έξι,- αριθμητ., Ερωφ. Ιντ. β΄ 65, Αχιλλ. O 542, Μαχ. 4225, Χούμνου, Κοσμογ. 1515, 2782, Γαδ. διήγ. 217, Αλεξ. 1769, 2063, Διήγ. Αλ. FE 57, Κατά ζουράρη 40, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 172, 173, Σεβήρ., Διαθ. 19026, Έγγρ. του 1619 (Καζανάκη Μ., Θησαυρ. 11, 1974, 260), Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών ρλ΄, ρϚ΄, Στάθ. (Martini) A΄ 205· έξε, Αχιλλ. L 1224, Χειλά, Χρον. 355, Χρον. Αθ. 121, Έγγρ. του 1670 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 9, 1971) 16423.
Το αρχ. αριθμητ. εξ. Για το σχηματ. βλ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ., σ. 547]. Πβ. όμως και Ανδρ., Λεξ., λ. έξη. Ο τ. έξε, που απ. και σήμ. στην Κρήτη (Ξανθ., Ερωτόκρ., σ. 547), αναλογ. προς το πέντε (Hatzid., Einleit. 150). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. εξ).
Έξι.
ημέρα- η, Σπαν. (Ζώρ.) V 141 (γεν. ημερού), 432 (γεν. ημερός), Καλλίμ. 2209, Ασσίζ. 34223, Πόλ. Τρωάδ. 445, Χρον. Μορ. P 1479, Αρμεν., Εξάβ. Γ΄ 343 σχόλ., Λίβ. P 1870, Λίβ. Sc. 1445, Λίβ. Esc. 2802, Λίβ. N 680, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2438, Αχιλλ. N 458, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 229, Μαχ. 4213, Κορων., Μπούας 101, Διήγ. Αλ. FE 2054 (γεν. ημερός), Πεντ. Γέν. I 16 (γεν. ημερούς), Θρ. Κύπρ. K 364 (γεν. ημερού), Δαρκές, Προσκυν. 17 (αιτ. πληθ. ημερές, πιθ. από μετρ. αν.), Παϊσ., Ιστ. Σινά 1961, Πανώρ. Γ΄ 336, Ερωφ. Δ΄ 680, Βίος αγ. Νικ. 100, Ιστ. Βλαχ. 1949, Διγ. Άνδρ. 316, Ερωτόκρ. Α΄ 7, Θυσ.2 7, Λίμπον. 496, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15425, κ.π.α.· μέρα, Σπαν. (Ζώρ.) V 39, Χρον. Μορ. H 3664, Χρον. Μορ. P 648, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 8, Χρον. Τόκκων 1377, Μαχ. 40815, Ch. pop. 845, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 222, Πεντ. Λευιτ. VIII 33, XXIII 28, Αιτωλ., Μύθ. 948, Θρ. Κύπρ. M 296, Κυπρ. ερωτ. 11020, Πανώρ. Γ΄ 176, Δ΄ 425, Ε΄ 54, Ερωφ. Β΄ 338, Γ΄ 33, Βοσκοπ. 441, Ερωτόκρ. Α΄ 1123 (γεν. μερού), Ροδολ. Α΄ [523], Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [368], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 435, Ζήν. Πρόλ. 158, Απολλών. 131, Χρον. σουλτ. 13620 γεν. μερός, κ.π.α.· μερέα, Διάτ. Κυπρ. 50112, 16, Χρον. σουλτ. προσθ. 1809, 18368.
Το αρχ. ουσ. ημέρα. Για τη γεν. ημερός βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 22. Για τη γεν. ημερού βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 93, σημ. 1. Για τον τ. ημερούς πβ. τον αντίστοιχο της γεν. μηνούς (Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 93). Για τον τ. μέρα, που απ. και σήμ., βλ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ., σ. 610], Φιλ., Γλωσσογν. Γ́ 204 και Tsop., Italia linguistica 1, 1976, 364. Για τον τ. μερέα πβ. τη λ. αντημερέα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
1) α) Ημέρα, το χρονικό διάστημα από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου: τον καύσωνα της ημερού και το ψυχρόν της νύκτας Σπαν. (Ζώρ.) V 141· οκάποτε εκάλεσεν η εσπέρα την ημέραν Λίβ. N 186· β) (επιρρ.) μέρα και νύκτα, μερός νυκτός, μερού νυχτού, νύκτα μέρα = διαρκώς, πάντοτε (Βλ. και λ. ημερού, σημασιολ.): μέρα και νύχτα πορπατώ σε κάμπους, σε λιβάδια Πανώρ. Β΄ 157· μερός νυκτός εδέετον Βίος Δημ. Μοσχ. 580· χίλια μάτια ’χει ο λογισμός, μερού νυχτού βιγλίζου Ερωτόκρ. Α΄ 1123· κάρβουνο μες στα σωθικά τσ’ ηβραζε νύχτα μέρα Ερωτόκρ. Α΄ 43· γ) (η γεν. και αιτιατ. επιρρ.) = κατά τη διάρκεια της ημέρας: ό,τι τη νύκτα μεριμνώ χάνουνται την ημέρα Ερωφ. Αφ. 76· τας ημέρας σπουδάζετε, τας νύκτας αγρυπνείτε Διγ. (Trapp) Gr. 631· όξω από τούτο, τα θεριά γυρίζουν όλη μέρα Πανώρ. Β΄ 121· αρπαγμένη δεν έφερα προς εσέν, εγώ να την φταίσω, από το χέρι μου να την γυρέψεις κλεμμένη μερός και κλεμμένη νυχτούς Πεντ. Γέν. XXXI 39· δ) εκφρ. (1) άνεμος της ημερούς, βλ. λ. άνεμος, φρ. α· (2) εις την δύναμη της ημερούς ετουτηνής, εις το δυνάμωμα της ημερούς ετουτηνής, βλ. λ. δύναμη, σημασ. 4β, έκφρ. και δυνάμωμα, σημασ. 3· ε) φρ. (1) βλέπω ημέραν, βλ, λ. βλέπω, σημασ. 4· (2) βλέπω την ημέραν, βλ. λ. βλέπω, σημασ. 2α· (3) γελάει η ημέρα, βλ. λ. γελώ, σημασ. 3α. 2) Ημέρα, ημερονύκτιο: χρόνους με τους μήνες τως και μέρες και εβδομάδες Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 255· ήλθα εις ένα ποτάμιν πλατύν ημερός μίας Διήγ. Αλ. FE 2054. 3) Οι περιστάσεις: εμένα τόν εζήλωσε ο χρόνος τιμημένον (παραλ. 1 στ.), εμένα τόν ανέβασεν η μέρα και η τύχη Ριμ. Βελ. 708. 4) α) ημέραν = μια μέρα: φαίνεταί σου ουκ έζησες ημέραν εις τον κόσμον Σπαν. O 145· β) μέρες = (για) αρκετές μέρες: στο σπίτι εβάλθη να σταθεί (ενν. ο Ρωτόκριτος) μέρες, να μην τον δούσι Ερωτόκρ. Α΄ 2045. 5) Εκφρ. α) διά ... ημερών = έπειτα από ... μέρες: διά βραχέων ημερών έφθασαν τα φουσάτα Διγ. (Trapp) Gr. 60· β) εις την ημέρα, μέρα μέρα = κάθε μέρα: ετούτα να κάμετε εις την ημέρα εφτά μέρες Πεντ. Αρ. XXVIII 24· εσυντύχαινεν προς τον Ιοσέφ μέρα μέρα Πεντ. Γέν. XXXIX 10· γ) λαμπρά ημέρα, μεγάλη μέρα = γιορτινή μέρα: να μην υπάς στην εκκλησιάν και την λαμπράν ημέρα Ιστ. Βλαχ. 1649· την Πασκαλιά και το Πουρίμ και τη μεγάλη μέρα Εβρ. ελεγ. 164· δ) δ1) μέραν την ημέραν = από μέρα σε μέρα: μέραν την ημέραν επαντέχαινεν τον θάνατόν του Συναδ., Χρον. 52· δ2) (επιρρ.) μιαν ημέρα = κάποτε: μιαν ημέρα φέρασι έν’ άλογο Αλεξ. 241. 6) Φρ. α) ανοίγει η μέρα, βλ. λ. ανοίγω, σημασ. Β΄ 8β· β) γεμίζουν οι μέρες, βλ. λ. γεμίζω, σημασ. Β΄ β· γ) κάμνω ημέρες, παρατρέχω ημέραν, ποιώ ημέρες, βλ. αντιστοίχως λ. κάμνω, παρατρέχω και ποιώ, σημασιολ. 7) α) (Πληθ.) χρόνια, καιρός: τούτοι και άλλους έκαμαν υιούς και θυγατέρες,| που επροκόπταν θαυμαστά σε κείνες τες ημέρες Λίμπον. 104· β) έκφρ. εις τες ημέρες = τον κατάλληλο καιρό: επονόμασαν το όνομα του παιδιού εις τες ημέρες Αλέξανδρον Διήγ. Αλ. V 21· γ) (με γεν. προσ.) τα χρόνια της επικράτειας, της εξουσίας κάπ.: Εν τῃ ημέρᾳ των Ρωμαίων και τῃ ευημερίᾳ Διήγ. Βελ. (Foll.) 3· εις την ημέραν τούτου του κυρ Μανουήλ Chron. br. (Loen.) 103. 8) (Πληθ.) (με γεν. προσ.) τα χρόνια της ζωής κάπ.: να πληθύνουν οι μέρες σας και οι μέρες των παιδιών σας Πεντ. Δευτ. XI 21. 9) Ζωή: Τι γουν αργώ; τι κάθημαι; ...| ου τρέχω προς ανεύρεσιν ... της κόρης,| αλλά και ζω και φαίνομαι ...| χωρίς πνοής μου και ζωής και της ημέρας δίχα; Καλλίμ. 1457· (ως προσφών.): ήλιε μου, αυγή μου, ημέρα μου, ζωή, εμψύχωσίς μου Φλώρ. 468. 10) Ζωή (ή όραση): εκ του φθόνου του πολλού εχάσαν (ενν. οι άνθρωποι) την ημέραν Διήγ. Βελ. (Foll.) 9. 11) Καθορισμένη ημέρα (υπηρεσίας, δίκης, γιορτής, κλπ.): να τα προκρίνει ο αρχιερεύς ή ο κατά την ημέραν κριτής Ελλην. νόμ. 584· Περί εκείνου του εγγυτή οπού εγγυέται άλλον εις την αυλήν να έλθει εις την ημέραν του Ασσίζ. 25721· ο αγκαλών ουδέν έρχεται εις την ημέραν του, ουδέ έστρεψεν την ημέραν του, ως εντέχεται Ασσίζ. 2184‑5· Του σπανού την ημέραν και την ώραν τελούντες τον ανόσιον πάντες γελάσομεν Σπανός (Eideneier) Α 162. 12) (Προκ. για δίκη) προθεσμία: Έχει το έτερον μέρος άδειαν να επάρει ημέραν να σηκώσει τους μάρτυρας Ελλην. νόμ. 52213. 13) (Πληθ.) εργάσιμες μέρες, «καθημερινές» (Βλ. και Καραϊσκάκη [Δεφ., Λόγ. 318, κριτ. υπ.]): οι μέρες και οι εορτές· δεν είναι όλες ίσια Δεφ., Λόγ. 318. 14) Ως προσωποπ.: Ένεδος ο καλιππότης (παραλ. 3 στ.) Νήρεως υιός υπήρχεν, Ημέραν (έκδ. έτσι) μητέραν είχε Ερμον. Ε 6.
πάμπολλα,- επίρρ., Διγ. (Trapp) Gr. 1180, Διγ. Z 1486, 3031, 3400, 4105, Βίος Αλ. 5255, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 950, Διήγ. Αλ. FE 18, Ιμπ. (Legr.) 838, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 228.
Ο πληθ. ουδ. του επιθ. πάμπολυς ως επίρρ.
Πάρα πολύ, σε μεγάλο βαθμό: Ω αδελφή μας πάμπολλα ηγαπημένη Διγ. Άνδρ. 32219· αναποδήσασα (ενν. η Μαξιμώ) λίαν τεταραγμένη| επαρεκάλει πάμπολλα, θερμώς εκδυσωπούσα Διγ. Z 3671· στιλβωμένον (ενν. τείχος ην) πάμπολλα μετά πολλού χαλκού τε Διγ. Z 3784.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 56, Διήγ. Αλ. FE 45, 46.