Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 291 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Διήγ. Αλ. G

  • απέραστος,
    επίθ., Διήγ. Αλ. (Μητσάκ.) G 28527, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 6, 391.
    Το μτγν. επίθ. απέραστος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    α) (Μεταφ.) ανυπέρβλητος, άφθαστος (Η σημασ. μτγν., L‑S): τσ’ απέραστες εκείνες τις ψυχές σας Πιστ. βοσκ. V 6, 391· β) που δεν μπορεί κανείς να τον περάσει, αδιάβατος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): και το ποτάμι απέραστον είναι ποδοβολής Διήγ. Αλ. G 28527. Βλ. και απέρατος.
       
  • αποθέτω,
    Διγ. (Hess.) Esc. 1116 (έκδ. αποδέρνει· διόρθ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 559 σε αποθέτει ή απολέρνει· πβ. Καλονάρο, Διγ. Β΄ 174 σημ. στ. 1116), 1666, Διγ. Esc. 937, Διγ. Z 1996, Απόκοπ. 214, Διήγ. Αλ. G 2814, 2886-7, Πεντ. Δευτ. XXVI 4, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1335], Φορτουν. Ιντ. β́ 39· ’ποθέτω, Κάτης 59, Πικατ. 171, Διγ. O 1855.
    Από το αρχ. αποτίθημι. η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Τοποθετώ, βάζω (πβ. L‑S, λ. αποτίθημι 11. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1 ): του Πώρου το λείψανο ηπήρεν το εις χρυσό κρεβάτι και απόθηκέν το εις το σκαμνί του την Ηλιόπολιν Διήγ. Αλ. G 2886-7·  μέσα επόθηκέν την| εις τες αγκάλες του τες δυο κ’ εκατεφίλησέν την Διγ. O 1855. Βλ. και ακουμπιζω Β3α, ακουμπώ Β, ανακουμπίζω Α. 2) Κληροδοτώ: Τον βιόν οπού σου βρίσκεται, πράγματα τα φυλάσσεις,| απόθεσέ τα εις εκκλησιές και σύντομα ν’ αγιάσεις Απόκοπ. 214. Βλ. και απαριάζω 2, απαφήνω 4, αποδίδω 2β. 3) Αναθέτω (πβ. ΙΛ στη λ. Α4β): σ’ ένα βοσκό άγνωστο σαν εμένα| να θέλου ν’ αποθέσουσι τη διαφοράν εκείνη Φορτουν. Ιντ. β́ 39. Βλ. και αναγράφω 4β. 4) Βάζω κάπ. να πλαγιάσει· τον ρίχνω κάτω: Έθεσεν και αποθέσεν τους, κανένα δεν αφήκε Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 90.
       
  • αποθνήσκω·
    απεθνήσκω, Διήγ. Αλ. G 27931, Πεντ. Αρ. XIV 2, Ιστ. Βλαχ. 65, Διγ. Άνδρ. 35312, 40814· ’πεθνήσκω, Θησ. Γ΄ [758], Θησ. (Schmitt) 335 III, 75, Ιστ. Βλαχ. 804, 1316.
    Το αρχ. αποθνήσκω. το ε του τ. (ά)πεθνήσκω από επίδραση της αύξησης. Βλ. και εξαποθνήσκω.
       
  • αποκρισιάριος
    ο, Πωρικ. A 32, Ελλην. νόμ. 55129, Διάτ. Κυπρ. 5073, Καναν. 68C Δούκ. 759, 1338, 22916, 43111, Σφρ., Χρον. μ. 1023, 489, 5031, 8229, 9830, Γεωργηλ., Βελ. 644, 655, Κώδ. Χρονογρ. 6225, Δωρ. Μον. XXXI κ.π.α.· απεκλισιάρης, Διήγ. Αλ. G 26310· αποκλισιάρης, Ασσίζ. 4149, Μαχ. 15619, 29031, 47228, Διήγ. Αλ. G 26322, 24, 26422, 2651, 27512, 27635, 2783, 28716· αποκουρσάρης, Πεντ. Αρ. XX 14, XXII 5, XXIV 12, Δευτ. ΙΙ 26· αποκρισάρης, Χρον. Μορ. H 568, 1171, 1793, 6385, 6401, 6412, 6459, 6466, 8700, 8714, 8824, Πτωχολ. Z 205, Θησ. (Foll.) I μετά στροφή 44, Διήγ. Αλ. V 39, Βεντράμ., Φιλ. 30136, 30291, Αχέλ. 578, Κώδ. Χρονογρ. 62, Χρον. σουλτ. 2734, 3725, 13116, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 391, Σταυριν. 437, Ιστ. Βλαχ. 121 κ.π.α. αποκρισάριος, Ωροσκ. 4023, Χρον. Μορ. H 1632, 8757, Δωρ. Μον. XXXVII, Τζάνε, Κρ. πόλ. 51319, 5368, 53810, κ.π.α.· αποκρισιάρης, Ασσίζ. 1684, Χρον. Μορ. P 568, Διήγ. παιδ. 46, 87, Συναξ. γαδ. 76, Φλώρ. 862, Πανάρ. 7225, 7317, Σφρ., Χρον. μ. 608, 6415, 664, 10631, 1105, 23, Ριμ. Βελ. 826, Διήγ. Αλ. V 38, 40, 46, 63 κ.π.α.· αποκρουσάρης, Πεντ. Γέν. ΧΧΧΠ 4· αποκρουσιάριος, Έκθ. χρον. 4121, 8418· αυτοκρισιάρης, Αργυρ., Βάρν. K 106· υποκρισάρης, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5329· υποκρισάριος, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5445.
    Από το ουσ. απόκρισις και την κατάλ. ‑άριος <λατ. ‑arius. Η λ. ήδη σε παπυρ. του 6. αι. (L‑S) και σήμ. (ΙΛ, λ. αποκρισιάρις).
    1) Απεσταλμένος, πληρεξούσιος (Βλ. Brehier, Le monde byz. B΄ 302 και Κριαρ., Ελλην. 15, 1957, 199-201. Πβ. ΙΛ, λ. αποκρισιάρις 1): Ο γενεράλες είπε ντως, πρίχου οι Φραντσέζοι φτάσουν,| ήρθαν αποκρισάριοι για τουτο να το σιάσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 53810 (βλ. και αμπασσαδόρος, αποστολάτορας, αποσωστής, αράλντος, μαντατοφόρος). 2) Προξενητής (Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 124-5. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αποκρισιάρις 2): ορέγεται και θέλει (ενν. ο ρήγας) να πληρωθεί η συμπεθεριά στας συμφωνίας εκείνας, όπου είπασιν γαρ του ρηγός εκείνοι οι αποκρισάροι Χρον. Μορ. H 6401.
       
  • απολογούμαι,
    Αιν. άσμ. 137, Hist. imp. (Rochow) 34, Ασσίζ. 2626, 3222, 505, 854—5, 8714, 913, 16030, 1629, 31414, 3408, Ελλην. νόμ. 5182-3, 5736, Διγ. Esc. 874, Σπαν. (Ζώρ.) V 583, Πτωχολ. P 8, Απολλών. (Wagn.) 61, 665, Απολλών. 119, Μαχ. 2026, 265, 19631, 31822, 45612, 59630, Σφρ., Χρον. μ. 243, 949, Σκλέντζα, Ποιήμ. 155, Βουστρ. 450, 458, Αλφ. (Μπουμπ.) I 79, Πένθ. θαν.2 500, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20717· απιλογούμαι, Καλλίμ. 1107, Διγ. Esc. 148, 326, 652, Βέλθ. 188, 885, 963, 986, 1269, Χρον. Μορ. H 7865, Διήγ. παιδ. 116, Διήγ. Βελ. 200, Συναξ. γαδ. 20, Φλώρ. 651, 656, 745, 945, Λίβ. (Lamb.) N 69, Λίβ. Esc. 3776, Αχιλλ. (Haag) L 247, Αχιλλ. N 157, Αχιλλ. O 109, Ιμπ. 168, Θρ. Κων/π. B 60, Παρασπ., Βάρν. C 163, Αργυρ., Βάρν. K 155, Θησ. (Foll.) I 68, Θησ. Β΄ [284, 874], Γ΄ [171], Ch. pop. 451, Χούμνου, Π.Δ. VII 27, Σκλέντζα, Ποιήμ. 141, Σαχλ. N 349, Σαχλ., Αφήγ. 366, Έκθ. χρον. 415, Απόκοπ. 157, 286, 393, Πικατ. 192, 306, Πένθ. θαν.2 69, Βεντράμ., Φιλ. 19, Διήγ. Αλ. G 28922, Τριβ., Ρε 211, Πεντ. Γέν. XXXIV 13, XXXV 3, Έξ. XIX 19, XX 16, Αρ. XXXV 30, Δευτ. I 41, V 17, XIX 16, 18, XXXI 21, Αιτωλ., Μύθ. 69, 989, Αιτωλ., Βοηβ. 180, Αλφ. 1493, Πανώρ. Α΄ 420, Πιστ. βοσκ. I 2, 350, Βοσκοπ. 113, Σουμμ., Ρεμπελ. 175, Ερωτόκρ. Β΄ 2268, Γ΄ 194, 622, Δ΄ 1491, Ε΄ 393, Ευγέν. 689, Ροδολ. (Μανούσ.) Ε΄ [245], Λεηλ. Παροικ. 381, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19315· απιλογούμαι, Πιστ. βοσκ. V 5, 222, Ερωτόκρ. Β΄ 847, 950· απολοούμαι, Πιστ. βοσκ. X 1, 99· επιλογούμαι, Αρμούρ. 30· ’πιλογούμαι, Ιων. 2153, Βέλθ. 531, Αχιλλ. (Haag) L 218, Ιμπ. 305, Θρ. Κων/π. διάλ. 58, Χούμνου, Π.Δ. II 5, VII 66, X 7, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1201, Ριμ. κόρ. 597, Ερωτόκρ. Α΄ 248, 2160, Β΄ 1726, Γ΄ 581, 1722· ’πιλοούμαι, Ερωτόκρ. Α΄ 250, Β΄ 1940, 2114, Γ΄ 772, 1540, Φορτουν. Δ΄ 28· ’πολογούμαι, Μαχ. 2848, 32822, 37815, 3905, 4728, Βουστρ. 422, Κυπρ. ερωτ. 7718.
    Το αρχ. απολογούμαι. Για τους τ. απιλογούμαι, ’πιλογούμαι βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ A 33, Αθ. 24, 1912, 50, 57 και Φάβη, Αθ. 29, 1917, ΛΑ 42-43. Η λ. και οι περισσότεροι από τους τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. απολογειέμαι).
    1) α) Απολογούμαι στο δικαστήριο υπερασπίζοντας τον εαυτό μου, αποκρούω κατηγορία (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., ΙΛ, λ. απολογειέμαι 1): Κατά του λιβέλλου του προσκομισθέντος κατ’ εμού … απολογούμαι καγώ δείνα εν πρώτοις μου δικαιώμασιν και λέγω ως ότι … Ελλην. νόμ. 5736· ο αγκαλόμενος ζητά της αυλής ημέραν δια να απολογηθεί Ασσίζ. 3408· β) λογοδοτώ: Λοιπόν ας ενθυμούμεστεν δια να ’κονομηθούμεν εις τον Αδέκαστον Κριτήν τι ν’ απολογηθούμεν Πένθ. θαν.2 500. 2) Υπερασπίζομαι κάποιον (Πβ. την αρχ. χρ. L‑S στη λ. I): τι διά την κατάκριτον θέλεις απιλογάσθαι Φλώρ. 651· να κάμω εκεί θεσιαστήρι τον Θεόν οπού απιλογάται εμέν εις την ήμερα της στεναχωριάς μου Πεντ. Γέν. XXXV 3. 3) Αναλαμβάνω ευθύνες, υποχρεώσεις: άπελθε να ’σ’ ελεύθερη κι εγώ ν’ απολογούμαι, | τα στάμενα που έδωκεν ο κύρης Μαρκιόνης | εγώ να τα πλερώνω Απολλών. (Wagn.) 665. 4) Εκθέτω, εξιστορώ: έπεψαν και έταζαν τον αφέντην της Σπάρας να έλθει, ότι ήλθεν ο ρήγας και είναι έτοιμος να τον απολογηθεί απού πάσα ζήτημαν όπου να του ζητήσει Μαχ. 19631 (βλ. και αναβάλλω 3, Αναφέρω Α1β, ανιστορώ 1β). 5) Καταθέτω δυσμενώς, ψευδομαρτυρώ: ότι να σηκωθεί μάρτυρας άδικος είς ανήρ να απιλογηθεί εις αυτόν έγνεμα Πεντ. Δευτ. XIX 16· μην απιλογηθείς εις το σύντροφό σου μάρτυρας ψεματένιους Πεντ. Δευτ. V 17 (βλ. και αποδίδω 4). 6) Αποκρίνομαι, απαντώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. απολογειέμαι 2): με κλάημα κι αναστεναμό του φίλου ’πιλοήθη Ερωτόκρ. Α΄ 250· τότε απιλογήθησαν οι άρχοντες και λέγουν Βέλθ. 963· Ερώτησέν τους παρευθύς αν είναι εκ του Κάδμου| το αίμα κι ένας απ’ αυτούς όντως απιλογήθη Θησ. Β΄ [874με τέχνη βγάνου τη μιλιά, με τέχνη απολογούνται Πανώρ. Α΄ 420 (βλ. και αντιγράφω 1, αντιλαλώ Βα, αντιλογούμαι, αντιμηνύω 1). Η μτχ. απολογούμενος = κατηγορούμενος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I): έπειτα εντέχεται ο βισκούντης να ορίσει τους κριτάδες να ποιήσουν την κρίσιν τον ζητούντος και του απολογούμενου Ασσίζ. 2626.
       
  • απολύω,
    Παντεχνή, Κυνηγ. 50, Προδρ. IV 132, Ιερακοσ. 3681, 48814, 50025, 5078, Ορνεοσ. αγρ. 52818, 5573, Διγ. Gr. VI 399, Διγ. Τρ. 2282, Διγ. A 3371, Ερμον. Ζ 120, Ορισμ. Μαμελ. 9713, 23, Πουλολ. Αθ. 274, Πουλολ. 321, Βίος Αλ. 3142, Συναξ. γαδ. 6, Gesprächb. 16110, 20199, 332, 6113, Μαχ. 19035, 56628, Δούκ. 13312, 3077, 3112,33119, 3411, 39128, Θησ. (Schmitt) 334 III 75, Ch. pop. 508, Διήγ. Αλ. V 27, Διήγ. Αλ. G 26328, 2642, 28424, 2889, Έκθ. χρον. 2710, 4810, 526, Σκλάβ. 196, Συναξ. γυν. 100, Σοφιαν., Παιδαγ. 119, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 290, Αχέλ. 695, 1631, 2099, Χρον. σουλτ. 7024, 1073, 11231, 12922, Δωρ. Μον. XXXVIII, Κατζ. Ε΄ 50, Πανώρ. Β΄ 535, Πιστ. βοσκ. I 5, 192· II 7, 69, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄[230], Δ΄ [1096], Ε΄ [487], Φορτουν. Δ΄16· απολάω, Ευγέν. 259· απολνώ, Ιστ. Βλαχ. 1644· απολώ, Πουλολ. Z 140, Πουλολ. Αθ. 145, Πουλολ. 151, Φυσιολ. (Zur.) XV4, Αχέλ. 631, 1187, 1852, 2151, Πιστ. βοσκ. IV 7, 159, Στάθ. Γ΄ 36, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19720, 2849, 34820, 3843, 4861, 5159· ’πολύω, Αχιλλ. N 540, Σκλέντζα, Ποιήμ. 121, 63, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 511, Στάθ. Β΄ 62, Τζάνε, Κρ. πόλ. 30019.
    Το αρχ. απολύω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    I. Ενεργ. 1) α) Αφήνω ελεύθερο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1α): Τι με κρατείς, αδιάντροπε; γλήγορα απόλυσέ με Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [230]· Όρισε και απολύσαν τον να ’ναι σημαδεμένος Πουλολ. Αθ. 274 (βλ. και απελευθερώνω, αποβγάνω 3β)· β) απελευθερώνω (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. ΑΙ2 και II. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): εγίνη Τούρκος και τον απόλυσε Χρον. σουλτ. 11231 (βλ. και αναρρύω, αποβγάνω , απογλυτώνω 1). 2) (Προκ. για στράτευμα) διαλύω το στράτευμα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. A III 1· πβ. ΙΛ στη λ. Α2): απολύσανε τα φουσσάτα όπου ετοιμαζόντησαν εισέ πόλεμον Χρον. σουλτ. 7024 (βλ. και απέρχομαι 3β). 3) (Προκ. για το σύζυγο) χωρίζω (μτβ.) (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. ΑΙΙΙ2): πολλά μοχθήσας του εκβαλείν αυτήν εκ της πίστεως του Χριστού, ουκ ηδυνήθη ελκύσαι αυτήν, όμως απέλυσεν αυτήν Έκθ. χρον. 2710. 4) (Προκ. για απεσταλμένους) κατευοδώνω: ο Μουχαμέτ δεξιώς αυτούς ίδιον … φιλοτιμήσας και δώροις πλείστοις κορέσας απέλυσεν αυτούς εν ειρήνη Δούκ. 13312. 5) (Προκ. για πλοία) εξαποστέλλω: Μεθ’ ημέρας ουν τρεις της αλώσεως απέλυσε τα πλοία πορεύεσθαι έκαστον εις την αυτών επαρχίαν και πάλιν Δούκ. 39128 (βλ. και αποδιαβάζω 1). 6) α) Αφήνω (κ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α4): κρατείς το εις την γλώσσα σου, ποσώς ουκ απολείς το Πουλολ. Αθ. 145· η μτχ. παρκ. ως επίθ.= αχαλίνωτος: αι ηδοναί είναι πράγμα ακράτητον και απολελυμένον Σοφιαν., Παιδαγ. 119 (βλ. και αμολάρω, απαριάζω 1 β, απαφήνω 1)· β) προσηλώνω κάπου το βλέμμα μου: και απολύσουσιν ατενές εκεί το όμμα Παντεχνή, Κυνηγ. 50. 7) Δίνω άφεση αμαρτιών, παραβλέπω, συγχωρώ: τες αμαρτίες σ’ επόλυκα διά την πολλήν σου αγάπην Σκλέντζα, Ποιήμ. 163. 8) Εγκαταλείπω: διά τούτην την αφορμήν απόλυσεν ο ρήγας την Τρίπολιν γλήγορα διά τον απαίδευτον λαόν Μαχ. 19035 (βλ. και αλλάσσω Α4, αμπαντονάρω, αναχωρίζω Α, απαριάζω , απαρνοϋμαι, απαφήνω 1, αποβάλλω 1). 9) (Προκ. για την εκκλησία) διαλύω το εκκλησίασμα στο τέλος της θείας λειτουργίας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 6): η εκκλησία απολνά κι ημέρα θέλει γένει Ιστ. Βλαχ. 1644. 10) (Προκ. για πορδή) αφήνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 9): Και πώς κατέχεις κι ήτονε το πράμα τούτο έτσι; Να ζήσω, οπού τα λόγια σου, Φλουρού, επόλυκές τσι Στάθ. Β΄ 62. 11) (Προκ. για χολή, φλέγμα, κλπ.) βγάζω από το στόμα, κάνω εμετό: και ευθέως απολύει πάσαν χολήν και φλέγμα Ορνεοσ. αγρ. 52818. 12) (Προκ. για μυρωδιά) αναδίνω: και βλέπω την ιστίαν του πώς συχνοφλακαρίζει | και πώς πολλάκις των κρεών την τσίκναν απολύει Προδρ. IV 132 (βλ. και απόζω 1). 13) α) Αφήνω κάτι να απλωθεί, χαλαρώνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 15): το χαλινάρι απόλυσες κατά την όρεξήν τους Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1096]· μ’ απολυμένα ρέτενα στης τύχης μου το θάρρος Θησ. 334 III 75 (βλ. και αντεφαπλώβ) (προκ. για τα μαλλιά) αφήνω λυτά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α15): Η βασίλισσα τα μαλλιά της απόλυκεν έως την γην Διήγ. Αλ. G 2889· γ) (προκ. για τις φτερούγες πουλιού) απλώνω, τεντώνω: όταν ανατέλλει ο ήλιος …, απολεί τας πτέρυγας αυτού ο γρυψ και δέχεται τας ακτίνας του ήλιου Φυσιολ. XV4. 14) (ΙΙροκ. για φωτιά) βγάζω (σπίθες) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 16γ): να πεις να κάμει | φωτιά ποτέ να πιάσει | η σπίθα ν’ απολύσει Πιστ. βοσκ. I 5, 192. 15) Εξαπολύω (κάπ. η κ.) εναντίον άλλου: Και Αλέξανδρος απόλυκεν τέσσερεις χιλιάδες αμάθητα βουβάλια και αγελάδες Διήγ. Αλ. G 28424. 16) Εκσφενδονίζω, ρίχνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A 18): εν τῳ πύργῳ τον Χαλίλ πασιά χώνας χαλκούς απολύουσας πέτρας υπέρ εξακόσιων λίτρων το βάρος Δούκ. 3077· την κάλλια μου σαΐτα (παραλ. 1 στ.) την βάνω στο δοξάρι και απολώ την Πιστ. βοσκ. IV 7, 159 (πβ. και ακοντίζω 2, αμολάρω 3, αμπώθω 2β, αποδισκεύω, απολέρνω 1)· φρ. (1) απολώ κοπανιά = δίνω κοπανιά· Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [487]· (2) απολώ τυφέκια = ρίχνω τουφεκιές, πυροβολώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A 19): Οι Τούρκοι στες τριντζέρες τως έστεκαν κι απολούνε ανάμεσα εις το λαό τουφέκια Τζάνε, Κρ. πόλ. 4861. II. Μέσ. 1) (Αποχωρίζομαι από κάποιον (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. C II): τώνδε εγώ απολυθείς χάριν αναπαυθήναι Διγ. A 3371. 2) Ορμώ, επιτίθεμαι: ευθύς επελυθήκασιν οι αδελφοί οι πέντε Αχιλλ. N 540· Και ωσάν ήρθανε, δεν εστάθη εις τον λόγον του, μόνε απολύθη το φουσσάτο … και τους επιάσανε και τους εκάμανε σκλάβους Χρον. σουλτ. 1073 (βλ. και ανεβαίνω 2, αντιπίπτω).
       
  • απομένω,
    Σπαν. A 529, Σπαν. V 173, Σπαν. V Suppl. 83, Διδ. Σολ. Ρ 16, Προδρ. III 419η (χφφ G VCSA) (κριτ. υπ.), Καλλίμ. 680, 1611, 2572, Ασσίζ. 1726, 13317, 26425, 38318, 4024, 4611, Διγ. Gr. VI 710, Διγ. Esc. 409, 1250, Διγ. A 2017, Βέλθ. 955, Χρον. Μορ. H 607, Ρ 2732, 5093, Πουλολ. 561, Διήγ. Βελ. 180, Φλώρ. 1634, 1634, Σπαν. (Ζώρ.) V 51, Περί ξεν. A 92, 51, Ερωτοπ. 244, 689, Απολλών. 843, Λίβ. Sc. 1905, Λίβ. Esc. 3064, Αχιλλ. N 1288, Ιμπ. 568, 836, Χρον. Τόκκων 2137, Ανακάλ. 32, Θρ. Κων/π. H 159, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 161, Βησσ., Επιστ. 2314, Αργυρ., Βάρν. K 134, Σφρ., Χρον. μ. 831, 2419-20, Μαχ. 1807-8, Θησ. (Foll.) I 12, Χούμνου, Π.Δ. VIII 98, Διήγ. Αλ. V 24, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1605, Σαχλ., Αφήγ. 564, Κυπρ. ερωτ. 745, Έκθ. χρον. 104, 643, 7715-6, Ριμ. Απολλων. 38, Κορων., Μπούας 59, 66, 84, Φαλιέρ., Ρίμ. L 147, Διήγ. Αλ. G 27725, Σοφιαν., Παιδαγ. 100, Δεφ., Λόγ. 398, Πεντ. Γέν. VII 23, XXXII 9, XLIV 20, Εξ. VIII 5, Λευιτ. V 9, X 12, 16, XXVI 36, 39, Δευτ. IV 27, XXVIII 62, Αχέλ. 442, Αιτωλ., Μύθ. 1013, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 373, Αλφ. (Κακ.) 1014, 373, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 420, 427, 439, Δωρ. Μον. XIX, Κατζ. Β΄ 42, Γ΄ 159, 553, Δ΄ 385, Πανώρ. Α΄ 122, 416, Β΄ 364, Ερωφ. Γ΄ 167, 285, Δ΄ 213, 742, Ιντ. δ΄ 3, Ε΄ 463, Πιστ. βοσκ. II 5, 185· 7,173· III 6,68, 335· IV3, 142· V 1, 76· 5, 12, 333, Φαλλίδ. 58, Ιστ. Βλαχ. 2270, Διγ. Άνδρ. 3377, Ερωτόκρ. Α΄ 784, 1859, 2028, Β΄ 1788, 2236, 2431, Γ΄ 229, 478, 612, 994, 1253, 1740, Δ΄ 540, 1238, Ε΄ 1068, Θυσ.2 190, Ευγέν. 338, 1142, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 140, Δ΄ 18, 50, Ροδολ. Ά [403], Β΄ [212], Ε΄ [322], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [137], Διήγ. εκρ. Θήρ. 11016, Διήγ. ωραιότ. 529, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [548], [917], Γ΄ [1298], Δ΄ [604], Λίμπον. Αφ. 54, Φορτουν. Αφ. 28, Β΄ 94, 237, 460, Δ΄ 540, Ε΄ 336, Ζήν. Β΄ 68, 253, Δ΄ 64, Ε΄ 107, Λεηλ. Παροικ. 448, Διγ. O 2623, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1349, 17126, 22211, 2835, 3164, 3416, 36911, 5081, 52420, 5302, 53817, 54810, Διακρούσ. 1011, Αλφ. (Mor.) IV 85· απεμένω, Καλλίμ. 680· ’πομένω, Διγ. A 985, 3146, Χρον. Μορ. H 5093 (υπόμεινεν κατά λάθος αντιγρ. ή από άτοπη επίδρ. του υπομένω), Αχιλλ. O 226, Κορων., Μπούας 64, Αλφ. (Κακ.) 1024, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 404, 413, 420, 430, 457, Ερωφ. Β΄ 155, Ερωτόκρ. Α΄ 440, 774, 775, 838, Β΄ 2367, Γ΄ 766, 1480, Δ΄ 178, Ε΄ 7, 616, 689, 699, 1036, Στάθ. Β΄ 216, Διήγ. ωραιότ. 634, Φορτουν. Πρόλ. 70, Γ΄ 693, Δ΄ 443, Λεηλ. Παροικ. 463, Διγ. O 426· μτχ. απομονάμενος, Θρ. Κων/π. B 20.
    Η λ. στον Αριστοτέλη. (L‑S Κων/νίδη). Επίδρ. του υπομένω για ορισμένες σημασ. Βλ. και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 504, καθώς και ΙΛ στη λ. (έτυμολ.) και Καψ., ΛΔ 3, 1941,96.
    1) α) (Προκ. για πράγμα) υπολείπομαι (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 1 και L‑S, λ. υπομένω I. Η σημασ. και σήμ. ΙΛ στη λ. 1): του σκουταριού το κράτημα επόμεινεν στο χέρι Διγ. A 3146· είντ’ άλλο μπλιό μου ’πόμεινε ωσάν έχασα εσένα; Ερωτόκρ. Ε΄ 1036· και το τειχιό χαλάσανε, τα χώματ’ απομείνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 171226· β) (προκ. για γεγονός η αίσθημα) μένω: Επόμεινέ τζ’ η πεθυμιά του τραγουδιού ν’ ακούσει Ερωτόκρ. Α΄ 775· απόμεινέ μου μοναχός η όρεξη κι η γλύκα Κατζ. Γ΄ 553· ουδεκιαμιά άλλη ολπίδα απόμεινέ μας Ερωφ. Δ΄ 742· Τι γαρ απέμεινε μόνον του πιάσαι τον αυθέντην ιδίαις χερσίν; Έκθ. χρον. 104· και πόση ακόμη στράτα μ’ απομένει Πιστ. βοσκ. V 1, 76· γ) (προκ. για πρόσ. η και πράγμα) μένω, παραμένω (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 1 και ΙΛ στη λ. 2α): Μισσεύγει κι αποχαιρετά κι η ’Αρετή ’πομένει Ερωτόκρ. Ε΄ 689· ας απομείνομεν εδώ στα ιγονικά μας Χρον. Μορ. H 607· ο Αχιλλεύς επόμεινεν και συβουλήν εποίκεν Αχιλλ. O 226· τα κάστρα ν’ απομείνουν στου πρίντσιπε την εξουσία Τζάνε, Κρ. πόλ. 53817. σα μποθρακός δε βγαίνεις | ποτέ σου μέσα οχ τα πηλά, μα μέσα ’κεί απομένεις! Κατζ. Β΄ 42 να βρ’ άλλα μέρη αδιάβατα κι εις κείνα ν’ απομείνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1740· και τα καράβια στην Αξιάμ εις το νησί απομένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 3416 (βλ. και αβαντζάρω, αναμένω 5, αναπαύω Β6)· φρ. απομένω να μην = παραλείπω να …: ούτε αυτείνοι επομείνασι να μην πάσινε εκεί Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 457. 2) α) Μένω σε μια κατάσταση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): θανατικόν … τόσον ότι οι άνθρωποι απόμειναν άταφοι Διήγ. Αγ. Σοφ. 1605· αδείπνητ’ απομένει Ερωτόκρ. Α΄ 784· να κάμεις την κερά Μηλιά κοντέντα ν’ απομείνει Φορτουν. Β΄ 460· ο ρήγας δεν αφήνει | αγδίκιωτος σ’ έτοια δουλειά μεγάλη ν’ απομείνει Ερωτόκρ. Α΄ 2028· ωσάν το λίθο ’πόμεινε κι ουδ’ αναπνιά γροικάται Ερωτόκρ. Ε΄ 7· Ω χώρα, χήρα απόμεινες και κλαίγε πρικαμένη Ροδολ. Ε΄ [322]· εις εντροπήν παντοτινήν η κόρη μ’ απομένει Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1298]· β) μένω ζωντανός (Πβ. L‑S, λ. υπομένω I): εφόνευσαν τους άρχοντας, τους βαρυγογεμένους | και τους απομονάμενους να πορπατούν ως ξένοι Θρ. Κων/π. B 20· ο αδερφός του απέθανεν και απόμεινεν αυτός μοναχός του της μάννας του Πεντ. Γέν. XLIV 20· Λευιτ. X 12, 16, XXVI 36, XXVI 39· για να ζυγιάσω τα ’καμες και πλιό να μεν ’πομείνεις Αλφ. 1024, Τζάνε, Κρ. πόλ. 54810 (βλ. και αισθάνομαι Β). 3) Διατηρούμαι (Πβ. και L‑S, λ. υπομένω II 3): στο νου τ’ ανθρώπου ό,τ’ ήλεγε με λύπηση ’πομένα Ερωτόκρ. Α΄ 440· Μόνε το όνομα καλόν εκείνο π’ απομένει Σπαν. V 173· Τα όνειρα εις το ύστερον πάλ’ όνειρα απομένουν Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [917]· και να στραφού (ενν. τα μάτια σου) να μη με δου κι ο τόπος ν’ απομείνει | που κείτομου, που κάθομου μ’ εσέ, μάννα Φροσύνη Ερωτόκρ. Γ΄ 1253· Πάντα σε θέλω καρτερεί ζώντας κι αποθαμένη, γιατί μια ’γάπη μπιστική στα κόκκαλα ’πομένει Ερωτόκρ. Γ΄ 1480 (βλ. και απαντώ 7β, αποκρατώ Β1). 4) α) (Αμτβ.) σταματώ (Πβ. ΙΛ στη λ. 2γ): Ήκούσας τούτο ο πρίγκιπας απόμεινεν εκείσε κι εστράφη εις το σπίτιν του Χρον. Μορ. P 5093 (βλ. και ανακόπτω 1, αναπαύω Β5, ανασαίνω Α5, αποβγάζω, αποκόπτω 5γ)· β) μένω ακίνητος (κάπου) (πβ. L‑S, λ. υπομένω ΙΙ3), καθυστερώ, κολλώ (στο έδαφος): Οι γαρ τόποι εκείνοι είσι βαλτώδεις και απέμειναν ίπποι και κάμηλοι και άμαξαι Έκθ. χρον. 7715‑6· ως είδε ότι απόμεινες, πολλά σ’ εκατηράσθη Πουλολ. 561. 5) Μένω κάπου προσωρινά, καταλύω (Πβ. ΙΛ στη λ. 4): και λέγω του τον Λίβιστρον: «Τι λέγεις απετώρα; που ν’ απομείνεις;» Λίβ. Esc. 3064· εισέ ψηλότατον γκρεμνόν να πάγεις ν’ απομείνεις (έκδ. απαμείνεις πιθ. κατά τυπογρ. λάθος διορθώσ.) Ευγέν. 1142. 6) Μένω ενεός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ 2β): Λόγιασε πώς απόμεινα πριχού το πω απατός μου Ερωφ. Δ΄ 213· έτοιας λογης απομεινε σ’ ό,τι τ’ αφτιά τζ’ ακούσα Ερωτόκρ. Ε΄ 1068. 7) α) Γίνομαι) (κ.): και δουλευτής παντοτινός τση χάρης σου απομένω Φορτουν. Άφ. 28· ο γιός σου | το σήμερον γαμπρός θέλει απομείνει Πιστ. βοσκ. IV 3, 142· αν του σιμώσεις, κάτεχε πως κάρβουν απομένεις Ερωτόκρ. Γ΄ 478· αθάνατον απόμεινε και στέκει τ όνομά του Τζάνε, Κρ. πόλ. 1349· και πάντησμ’ όντε το κακό γένει κι οι πονεμένοι | αργήσου να το μάθουσι, λιγότερο ’πομένει; Ερωτόκρ. Ε΄ 616· β) καταντώ (Πβ. ΙΛ στη λ. 3): μα δίχως γλώσσ’ απόμεινες και πώς να μου μιλήσεις Ερωφ. Ε΄ 463· ολόγυμνος απέμεινα διά την ονειδισίαν Προδρ. III 419η (χφφ gV) (κριτ. υπ.)· η πεθυμιά τ’ ανθρώπου σαν γεράσει | φύση ζιμιόν αλλάσσει | και παιδωμή και ψέγος απομένει Πιστ. βοσκ. III 6, 68· τα κάλλη τζ’ απομείνασιν ωσάν αποθαμένα Ερωτόκρ. Β΄ 2431· όσοι κι αν ανεβήκανε, όλοι νεκροί απομείνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 3164· Πεντ. Δευτ. XXVIII 62 (βλ. και αποδίδω 6γ, αποκαταντώγ) περιορίζομαι: Μια κάποια λίγη πεθυμιά θυμούμαι κι ήρχισέ μου (παραλ. 1 στ.) κι ελόγιαζα κι η πεθυμιά σε λίγο ν’ απομείνει, μα πλήθυνε με τον καιρό Ερωτόκρ. Γ΄ 229· Ετούτα λέγει μοναχάς για την φοράν εκείνη κι ογιά την πρώτην ως εκεί εβάλθη ν’ απομείνει Ερωτόκρ. Γ΄ 612· δ) αναδεικνύομαι: ακόμη δεν κατέχου | ποιος απομένει νικητής από τους δυο που τρέχου Ερωτόκρ. Β΄ 1788. 8) «Μένω στον τόπο», σκοτώνομαι, πεθαίνω: και τουφεκιάν του ’δώκασι κι εκεί ’χεν απομείνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 2855, έξω μπασάδες πέφτουνε, σπαχήδες απομείναν, | αγάδες και τσαούσηδες νεκροί στη γην εμείναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5081 (βλ. και αναπαύω Β9, ανθυποκρύπτομαι, απαφήνω 5 φρ. β, απεκβαίνω γ, απεκδύομαι, απέρχομαι 4, αποβγαίνω 3, αποθαινίσκω, αποθαίνω Α1α, αποθνήσκω, αποκάμνω ΙΑ2, απόλλομαι). 9) Εναπόκειμαι (Η σημασ. στον Πόντο, ΙΛ στη λ. 2ζ): αποτουνύν απέμεινε στο μέγα σου το κράτος Βέλθ. 955· αποτουνύν απέμεινεν τα περί τούτον πάντα | προς την καλήν προαίρεσιν και την καλήν την γνώμην | της αυτοκρατορίας σου Καλλίμ. 2572· ει δε πάλιν εκείνος αθετήσει τους όρκους τον, απέμεινεν εις τον Θεόν τον πολλά πλείον δυνάμενον εκείνου Σφρ., Χρον. μ. 831· Λίμπον. Αφιέρ. 54. 10) Περιμένω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 6· πβ. L‑S, λ. υπομένω): και ν’ απομένει τον καιρόν, να καρτερεί τον χρόνον Ερωτοπ. 689· τούτο γροικάς και δε μιλείς; σιωπάς … και τί απομένεις; Ζήν. Β΄ 253 (βλ. και αγαλώ, ακροκαρτερώ, αναμένω 1α, απαντεχαίνω α, απαντέχω 1, αποδέχομαι 5, αποκαρτερώ). 11) α) Ανέχομαι, υπομένω (κάπ. η κ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. υπομένω II 2): Περίσσια σ’ απομένω (έκδ. απομένει· διορθώσ.) και ογιά τούτο πλιότερα μας πειράζεις Πιστ. βοσκ. V 5, 12· Ωχ, οϊμέ, ζωή κριμένη, | τις μπορεί να σ’ απομένει! Φαλλίδ. 58· ο βασιλιάς μπορεί να τ’ απομείνει, | να δώσει τη γυναίκα ντου να θέσει εις άλλη κλίνη; Ροδολ. Α΄ 403· Θεέ μου, πώς απέμεινες την τόσην ανομίαν; Θρ. Κων/π. H 159· Αλλά εκείνος δύναμιν ουκ είχεν απομένειν, | ουδέ βαστάζειν στέρησιν της ποθουμένης κόρης Καλλίμ. 1611 (βλ. και αισθάνομαι Α2β, αναφέρω Α5, ανέχω Α2β, αντέχω, απαντέχω 6α, β, αποδέχομαι 4)· β) συγκατανεύω, κάνω παραχώρηση: Χριστέ μου, και ν’ απόμενες τρεις ώρες διά να ζήσω, | να φέρω τον ζαγορεντήν παπά να κοινωνήσω Αλφ. IV 85 (βλ. και ακολουθώ 5, αποκληρώνω 3)· γ) κάνω υπομονή: Για την τιμήμ μου απόμεινε μεν εν’ χαμένη Κυπρ. ερωτ. 745· ο καπετάνος εκουβερτίαζέν τους με γλυκεία λόγια ν’ απομείνουσιν και δεν ημπόρε να τους ταπείνωσει Μαχ. 1807-8 (βλ. και αισθάνομαι Α2β, αντέχω, απαντέχω 6α)· δ) παραδέχομαι, εγκρίνω (κ.): τα τέκνα ουδέν ημπορούν να χωρίσουν το μερτικόν τους απέ το μερτικόν τον πατρός τους, έως όπου ο πατήρ τους ζει, άνευ αν θελήσει ο πατήρ να το απομείνει με το ίδιόν του θέλημαν Ασσίζ. 38318· Περί εκείνου, οπού ένι ελεύτερος και απομένει να τον πουλήσουν με το θέλημάν του σκλάβος, τουτέστιν Σαρακηνός Ασσίζ. 4024 (βλ. και αναγνωρίζω 2, αναφέρω Α2, ανομολογώ, αποδέχομαι 1β).
       
  • αποστέλλω,
    Διγ. Esc. 307, Διγ. A 1179, Χρον. Μορ. H 3580, Σφρ., Χρον. μ. 1308 κ.π.α. απεστείλνω, Πεντ. Γέν. ΙΙΙ 23, VΙΙΙ10, XXIV 7, XXXI 26, ΧΧΧΙΙ 27, ΧΧΧΙΙΙ 17, XLIII 4, 5, 8, XLIV 3, Έξ. III 10, IV 13, 23, VI11, VII 26, 27, VIII17, IX, 2, 13, 14, 15, 27, XII 33, XXIII 20, Λευιτ. XX 23, XXVI25, Αρ. XXXI 4, Δευτ. I 22, XVI2, XXI 14, XXII 19, 29, XXIV 1, 3, XXVIII 20, 48· απεστέλνω, Λίβ. Esc. 1817, Πεντ. Γέν. XXXI 42, Έξ. V 2· αποστέλνω, Ερμον. Γ΄ 162, Φ 51, Ε΄ 321, Χρον. Μορ. H 480, 1188, 1632, 3385, 4362, 5568, 6580, Χρον. Μορ. P 6579, Ερωτοπ. 171, Λίβ. Sc. 549, Ιμπ. 445, Διήγ. Αλ. V 40, 64, 70, 76, Διήγ. Αλ. G 2853, Π. Ν. Διαθ. φ. 260 β 29· ’πεστείλνω, Πεντ. Γέν. VIII 7, 8, XXIV 54, 56· μτχ. απεσταλμένος, Πουλολ. 261, Κορων., Μπούας 147, Ιστ. πατρ. 13818, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 373· απεστειλμένος, Πεντ. Γέν. XXXII 19· αποσταλμένος, Gesprächb. 841875, Χούμνου, Π.Δ. 1129, Φαλιέρ., Ενύπν. 54, Παλαμήδ., Βοηβ. 703, Διγ. O 640, 2314· ’πεσταλμένος, Αλφ. 1137· απεστελμένος, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 158r.
    Το αρχ. αποστέλλω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αποστέλνω).
    1) α) Στέλνω (πρόσωπο η πράγμα) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ.II· και σήμ., ΙΛ, λ. αποστέλνω 1 α.): ταχύ επέστειλε την βάϊαν προς εκείνον Διγ. A 1779· Η μήτηρ μου με απέστειλεν γράμματα από Συρίας Διγ. Esc. 307· τούτο το την απέστειλα μετά καρδιοβρασίας Λίβ. Sc. 549· β) (με υπονοούμενο αντικ. όπως εντολή, μήνυμα, κ.λ.π.) ειδοποιώ, στέλνω εντολή, μηνώ: απέστειλεν ο Φαρώ και έκραξεν τον Μωσέ Πεντ. Έξ IX 27· αποστείλας ο δεσπότης κυρ Θωμάς εμήνυσεν Σφρ., Χρον. μ. 1308· Απόστειλον σ’Ανατολήν να ελθούσιν τα φουσσάτα Χρον. Μορ. H 3580 (βλ. και αβερτίρω α, αβιζάρω β, αβιζιάζω β, αναμηνώ)· α) (προκ. για συμφορά, κ.λ.π., με υποκ. τη λ. Θεός) εξαποστέλλω: εγώ απεστείλνω όλα τα θανατικά μου προς την καρδιά σου και εις τους σκλάβους σου και εις τον λαό σου Πεντ. Έξ. IX 14· τώρα απέστειλνα το δαρμό μου και έδερνα εσέν και τον λαό σου με το θανατικό Πεντ. Έξ. IX 15 (βλ. και αποδιαβάζω 1). 2) Συνοδεύω κατά την αναχώρηση, ξεπροβοδίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αποστέλνω 1β): να σε απεστείλω με χαρά και με τραγούδια, με τούμπανο και με λαγούτο Πεντ. Γέν. XXXI 26 (βλ. και απεκβάλλω 3, αποβγάνω 2α). 3) Αφήνω (κάπ.) να φύγει: είπεν ο Ιούδα προς τον Ισραέλ τον πατέρα του: απέστειλε το παιδί μετ’ εμέν και να σηκωθώ με και να παγαίνωμε Πεντ. Γέν. XLIII 8 (βλ. και αδειάζω 5, απελευθερώνω, αποβγάνω , απολύω Α1α). 4) (Με αντικ. πρόσωπο και κατηγορ. το επίθ. ελεύθερος ή και χωρίς το κατηγορ.): απελευθερώνω: τον χρόνο τον έφτατο να τον απεστείλεις ελεύτερος από εσέν Πεντ. Δευτ. XV 12· αν δεν ορεχτείς εις αυτήν και να την απεστείλεις του θελήματού της Πεντ. Δευτ. XXI14 (βλ. και απελευθερώνω, αποβγάνω 3β). 5) Στέλνω πίσω: έτσι είπεν ο Κύριος: απέστειλε τον λαό μου και να με δουλέψουν Πεντ. Έξ. VII 26. 6) Διώχνω (Πβ. L‑S στη λ. I): να την απεστείλει από το σπίτι του Πεντ. Δευτ. XXIV 3· απέστειλέ τον ο Κύριος ο Θεός από το περιβόλι της παράδεισος να δουλέψει την ηγή Πεντ. Γέν. III 23 (βλ. και αποβγάνω 1, αποδιώχνω α, αποζυγώνω 2, απολογιάζω I3 β, 4). Η μτχ. και ως επίθ. = πληρεξούσιος: με ιδικήν σου δουλειάν η αποσταλμένος είσαι; Gesprächb. 841873 (βλ. και αποστολάτορας).
       
  • αποστολάτορας
    ο, Απόκοπ. 477, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 401, Ερωφ. Δ΄ 224, Παλαμήδ., Βοηβ. 672, Σταυριν. 897, Ερωτόκρ. Β΄ 2370, Δ΄ 209, Φορτουν. Ιντ. α΄ 175, Κείμ. αγ. Δημ. 395· αποστειλάτορας, Διήγ. Αλ. G 27633.
    Από το ουσ. αποστολή και την κατάλ. ‑άτορας. Ο τ. αποστειλάτορας και στη Φυλλ. Αλ. 144. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Απεσταλμένος, αγγελιοφόρος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): άξο αποστολάτορα πέμπει να της μηνύσει Ερωτόκρ. Β΄ 2370 (βλ. και αποσωστής).
       
  • αποταχιά,
    επίρρ., Αλεξ. 1577, Σαχλ., Αφήγ. 179, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 173r, Φορτουν. Α΄ 131, Γ΄ 340· αποταχέα, Χρον. Μορ. H 5200, 8977· αποταχία, Χρον. Μορ. P 5200, Διήγ. Αλ. G 27119, 27927, 28429, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 167r, 193r, 241r-241v· αποταχιάς, Πανώρ. Ε΄ 85, 117, 277, Στάθ. Β΄ 323· ταποταχιά, Άλ. Κύπρ. 1260, Ερωτόκρ. Δ΄ 202· ταποταχιάς, Πανώρ. Α΄ 308.
    Από τη συνεκφ. από ταχιά. Η λ. και οι περισσότεροι τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. αποταχεά).
    1) (Με επόμ. το σύνδ. έως) από το πρωί (ως): αποταχία εκόφτουνταν τα δυο φουσσάτα έως το βασίλεμα ήλιου Διήγ. Αλ. G 27119 (βλ. και αποταχύ 1). 2) α) Το πρωί η πολύ πρωί. (Η σημασ. και σε τραγ., Σαλβάνος, Λαογρ. 9, 1926/28, 179, και σήμ., ΙΛ, λ. αποταχεά 1α, β): σ’ ετούτο το λιβάδι | μ’ απάντηξε ταποταχιάς με την Αθούσα ομάδι Πανώρ. Α΄ 308· Μιαν Κυριακήν ταποταχιά Άλ. Κύπρ. (βλ. και απονωρίτσαβ) αύριο το πρωί (Βλ. Κριαρ., ΕΕΦΣΠΘ 8, 1960, 2201 και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 439): Ο βασιλιάς πασίχαρος ετούτα να γροικήσει, | της είπε πώς ταποταχιά τώς θέλ’ αποφασίσει Ερωτόκρ. Δ΄ 202. 3) Πριν από λίγη ώρα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. αποταχεά 2): Αλέξης ήρθε αποταχιάς τόσα γλυκά στην ψη μου όπ’ αγροικώ για λόγου του και χάνεται η ζωή μου Πανώρ. Ε΄ 117 (βλ. και απάρτι α, αποταχύ 3). 4) Νωρίς: αύριον πρωί αποταχέα να εξέβουν εκ την Άρταν Χρον. Μορ. H 8977 (βλ. και απονωρίς 1).
       
  • απραξία
    η, Καναν. 65Β, Κορων., Μπούας 39· απραξιά, Διήγ. Αλ. G 27334.
    Το αρχ. ουσ. απραξία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Έλλειψη εμπειρίας, αδεξιότητα, ανικανότητα η έλλειψη ενέργειας, αδράνεια (Πβ. L‑S στη λ. I1· η σημασ., και σήμ., ΙΛ στη λ. 3 πβ. πάντως ΙΛ στη λ. 1β): Ο Φράντζας τότ’ αυθέντευσε κείνον όλον τον τόπον δι’ απραξίαν τον στρατηγού και ουχί με μέγαν κόπον Κορων., Μπούας 39 (βλ. και απραγία 2). 2) Αστοχία, αποτυχιά (Πβ. L‑S στη λ. II1): και ταύτα μεν περί των λουμπάρδων (έκδ. βουμπάρδων· διορθώσ.) την απραξίαν Καναν. 65Β (βλ. και αστοχίζω, αστοχώ).
       
  • αράπικος,
    επίθ., Διήγ. Αλ. V 71, Διήγ. Αλ. G 27212, Μηλ., Οδοιπ. 635.
    Από το ουσ. αράπης και την κατάλ. ‑ικος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Αραβικός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. ΑΙ): εξέβγαλάν τον … και φαρία αράπικα πεντακόσια Διήγ. Αλ. G 27212. — Βλ. και αραβιτικός.
       
  • αργυροδιάχρυσος,
    επίθ., Διήγ. Αλ. V 78, Διήγ. Αλ. G 28039, Δωρ. Μον. XXXII.
    Από τα επίθ. αργυρός και διάχρυσος. Η λ. ήδη τον 14. αι., Θεοχ., Διαθ. 20, 25.
    Που είναι στολισμένος με ασήμι και χρυσό: ποτήρια διάφορα αργυροδιάχρυσα Δωρ. Μον. XXXII. — Βλ. και αργυροδεμένος.
       
  • αρέσω,
    Σπαν. O 138, Σπαν. V Suppl. 88, Ασσίζ. 2530, 9717, 34715, 36016, 45418, Ελλην. νόμ. 55219, 5553, Διγ. Esc. 701, 1620, Διγ. Z 1623, 2993, 3258, Βέλθ. 217, Χρον. Μορ. H 363, 567,1997, Χρον. Μορ. P 281, 2836, 2988, Πτωχολ. N 696, Λίβ. Sc. 69, Λίβ. Esc. 1197, Ιμπ. 312, 589, 681, 782, Χρον. Τόκκων 1375, Απαρν. 4, Μαχ. 16015, 25426, 2628, 3645, 36813, 40618, 43828, 47421, 49213, 64827 Δούκ. 2211, Θησ. Πρόλ. [109], Β΄ [415],Γ΄[ 136], IB΄ [177], Ch. pop. 832, Διήγ. Αλ. V 37, Κυπρ. ερωτ. 9477, Έκθ. χρον. 3821, Συναξ. γυν. 13, Κορων., Μπούας 47, 72, 83, Φαλιέρ., Ιστ. V 367, 500, Φαλιέρ., Ρίμ. L 175, Πεντ. Άρ. ΧΧΙΙΙ27, Βίος γέρ. (Schick) V 772, Αχέλ. 140, Αιτωλ., Βοηβ. 43, Χρον. σουλτ. 1405, Κατζ. Α΄ 29, Ε΄ 526, Πανώρ. Α΄ 180, Β΄ 309, Γ΄ 345, Ε΄ 257, Ερωφ. Α΄ 622, Β΄ 293, 497, Πιστ. βοσκ. IV 5, 86, Παλαμήδ., Βοηβ. 263, 276, 472, 1138, Τσιρίγ., Επιστ. 168, Μανολ., Επιστ. 171, Ιστ. Βλαχ. 823, 2307, Σουμμ., Ρεμπελ. 162, 173, 187, Διγ. Άνδρ. 34918, 35119, 3618, 38525, Ερωτόκρ. Α΄ 133, 204, 1178, 1293, 1320, 2043, Β΄ 347, 574, 1600, Γ΄ 445, 711, 933, Δ΄ 29, Στάθ. Α΄ 198, Ιντ. β΄ 46, γ΄ 560, 573, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 62, Γ΄ 25, Ροδολ. Α΄ [209, 657], Β΄ [93], Βακτ. αρχιερ. 166, 176, 182, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [849] Ε΄ [786], Φορτουν. Β΄ 403, Γ΄ 656, Ε΄ 414, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 93, Τζάνε, Κρ. πόλ. 54413· αρέζω, Διήγ. Αλ. G 27434· αρέθω (?), Νομοκριτ. 110· αρέσκω, Μανασσ., Χρον. 3231, Φλώρ. 1788, Μαχ. 15824, 20835, 29015, 3347δις, 5028, Άνθ. χαρ. Vφ1v, Κυπρ. ερωτ. 10453, 54, Κορων., Μπούας 49, 99, Παλαμήδ., Βοηβ. 1168· ’ρέσω, Μαχ. 5841, Ερωτόκρ. Ε΄ 1415· μτχ. αρεσκόμενος, Σκλέντζα, Ποιήμ. 514· αρεσκούμενος, Φορτουν. Α΄ 291· αρεσούμενος, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ 875.
    Το αρχ. αρέσκω. Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ). Για τη μτχ. αρεσκούμενος βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 13-4.
    1) α) (Ενεργ. και μέσ.) είμαι αρεστός, γίνομαι αρεστός (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρέσκω Ι3· πβ και ΙΛ στη λ. 1α): και τούτον αν το ποίσετε, ο Θεός θέλει σας έχειν χάριταν και θέλει αρέσειν της βασιλείας του και τους ανθρώπους Μαχ. 47421· ο λόγος ήρεσεν τους μαντατοφόρους Μαχ. 5841· Περι πουλήσεως δούλου, αν δεν αρεστεί έως ξ΄ ημέρας, τον στρέφει οπίσω Βακτ. αρχιερ. 176· β) είμαι της αρεσκείας (κάπ.), ικανοποιώ (κάπ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρέσκω ΙΙ· Πβ. ΙΛ στη λ. 1α): Η αγκαλιά τον γέροντα μηδεκιαμιάς αρέσει Φορτουν. Β΄ 403· γιατ’ έναν τόπο μοναχό εις την καρδιά μας μέσα | εδιάλεξεν ο Έρωτας κι οι άλλοι δεν τ’ αρέσα Ερωτόκρ. Α΄ 1293· μια λυγερή κι αρέσει του και δούλεψην αρχίζει Ερωτόκρ. Α΄ 1178· πόσ’ αφεντόπουλοι όμορφοι ήσαν εκεί στη μέση | και μόνον ο Ρωτόκριτος της Αρετής αρέσει Ερωτόκρ. Β΄ 574. Βλ. και αποπληρώνω 2α. Η μτχ. (1) αρεσ(κ)ούμενος = που είναι της αρεσκείας κάπ. (Η σημασ. και σε έγγρ. του 17. αι.· βλ. Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 26): να βρει γαμπρό αρεσκούμενον Φορτουν. Α΄ 291· (2) αρεσκόμενος = ευάρεστος, ευχάριστος: θυσία … αρεσκάμενη Σκλέντζα, Ποιήμ. 514. Βλ. και αναπαύω A1Ϛ, αναπληρώνω Α2β, απαντώ 8. 2) (Ενεργ. και μέσ.) (προσωπ. και απρόσ.) Βρίσκω κ. της αρεσκείας μου, μού κάνει ευχαρίστηση (Πβ. ΙΛ στη λ. 1β): οι πάντες ευχαρίστησαν, ηρέστηκαν τους λόγους Χρον. Τόκκων 1375· και πολλά άρεσεν του παιδίου να μείνει εκεί να αναπαυτούν Μαχ. 64827· Η ορφανή έχει εξουσίαν να ορμαστεί όπου αρεστεί δίχως τον ορισμόν του κουρατόρου Ελλην. νόμ. 55219. 3) (σε τρίτο πρόσ.) θέλω, επιθυμώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): να πάγεις όπου πεθυμάς και όπου σ’ αρέσει εσένα Στάθ. Ιντ. β΄ 46· Αρέσει μου, Πανώρια μου, να κάμεις τη βουλή μου Πανώρ. Ε΄ 257. 4) (Ενεργ. και μέσ.) (προσωπ. και απρόσ.) συγκατατίθεμαι, συμφωνώ, στέργω: να έχει απάνω της οδούς του το τρίτον της οδού, κακείνος ουδέν αρέστην, αμμέ πολεμά άδικον του ρηγός Ασσίζ. 45418· ει δε και προ των τριών χρόνων ελευθερωθεί ο πατήρ, εάν αρεσθεί ο πατήρ, μένει ο γάμος Ελλην. νόμ. 5553. Βλ. και ατσετιάζω, δίδω, μονοιάζω, συβάζομαι, συγκατεβαίνω.
       
  • αριστερά,
    επίρρ., Λόγ. παρηγ. L 359, Ιων. 21711, Ασσίζ. 2824, Βίος Αλ. 127, Ερωτοπ. 516, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 28, Διήγ. Αλ. G 28915, 18, Ιστ. Βλαχ. 1550· ουριστερά, Μαχ. 3607.
    Το μτγν. επίρρ. αριστερά (βλ. ΠΔ Δευτ. II 27· πβ. και L‑S Suppl., λ. αριστερός). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Στην αριστερή πλευρά, στο αριστερό μέρος (Η σημασ. μτγν., ΠΔ, Δευτ. II 27· και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): δεξιά μου κάθουνται οι έρωτες και αριστερά μου η αγάπη Ερωτοπ. 516· Θωρώντα ότι έμεινεν μοναχός και εγύρεψεν δεξιά ουριστερά και δεν ηύρεν τινάν Μαχ. 3607.
       
  • αρκούδα
    η, Διγ. Z 1394, 1397, 1405,1411, 1413, Συναξ. γαδ. 38, Gesprächb. 50941, Φυσιολ. 37126, Ονόμ. πυλ. Κων/π. 408, Γεωργηλ., Βελ. 154, Συναξ. γυν. 262, Διήγ. Αλ. G 2906, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 391, Διγ. Άνδρ. 3444, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [913], Διγ. O 1309, 1798.
    Από το ουσ. αρκούδιον. Η λ. σε Σχολ. (βλ. Du Cange, λ. άρκος και Κουκ., Αθ. 42, 1930, 39) και σήμ. (ΙΛ).
    Το ζώο αρκούδα: Αρκούδες, αγριόχοιροι, λέοντες και παρδάλοι Συναξ. γαδ. 38. — Βλ. και άρκος, αρκούδιον, άρκτος.
       
  • αρκούδιον — αρκούδι(ν)
    το, Διγ. (Hess.) Esc. 756, 761, Διγ. A 1412, Διγ. Z 1404, Λέοντ., Αίν. I 263, IV 29, V 4, Θρ. Κων/π. B 38, Κορων., Μπούας 43, 70, 104, 126, 130, Διήγ. Αλ. G 27032, Αιτωλ., Μύθ. 381, Αιτωλ., Βοηβ. 245, Χρον. σουλτ. 8330, Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 6, 49, Μαρκάδ. 630, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 335.
    Από το μτγν. ουσ. άρκος και την κατάλ. ‑ούδιον ‑ούδιν. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Αρκούδα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): κατά πώς τ’ αρκούδι| με την δική του γλώσσαν των παιδιών του,| σαν γεννηθούσι, δίδει Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 6, 49· σκυλία το αρκούδι διώχνουν Διήγ. Αλ. G 27032. — Βλ. και άρκος, αρκούδα, αρκουδάκι, αρκουδόπουλον.
       
  • αρματώνω,
    Λόγ. παρηγ. L 59, Λόγ. παρηγ. O 57, Καλλίμ. 2521, Διγ. Gr. VI 168, Διγ. Z 301, 1806, 2890, 2907, 3171, Βέλθ. 223, Ερμον. Λ 208, 251, Χρον. Μορ. H 368, 633, 1536, 6418, Χρον. Μορ. P 1060, 1285, Διήγ. παιδ. 911, Διήγ. Βελ. 82, 390, Φλώρ. 534, 1351, Απολλών. 87, 348, 508, Λίβ. (Lamb.) N 204, 220, Αχιλλ. (Haag) L 150, 348, 368, Αχιλλ. L 129, 312, 905, Αχιλλ. N 138, 444, Αχιλλ. O 142, 513, Ιμπ. 199, Χρον. Τόκκων 1476, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 386, Παρασπ., Βάρν. C 121, 181, Αργυρ., Βάρν. K 174, Μαχ. 924, 10213, 18019, 20422, 27234, 4882, 5821, 59426, 63222, 6601, Θησ. (Foll.) Πρόλ. I 7, 78, Θησ. Πρόλ. [164], Δ΄ [662], Ϛ΄ [605], Καραβ. 50016, Γεωργηλ., Βελ. 517, Ριμ. Βελ. 815, Βουστρ. 419, 476, Διήγ. Αλ. V 45, 60, 69, Διήγ. Αλ. FE 44, Διήγ. Αγ. Σοφ. 16020, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 74, Κυπρ. ερωτ. 1539, Έκθ. χρον. 345, Απόκοπ. 309, 441, Κορων., Μπούας 27, 63, 70, 96, 130, Βεντράμ., Φιλ. 119, Διήγ. Αλ. G 28412, 28538, Τριβ., Ταγιαπ. 73, Πεντ. Γέν. XLI 34, Αρ. XXXI 3, 5, Αχέλ. 994, 999, Αιτωλ., Βοηβ. 106, Χρον. σουλτ. 4012, 528, Ιστ. πατρ. 1262, Άλ. Κύπρ. 390, Δωρ. Μον. XXVII, Κατζ. Πρόλ. 2, Γ΄ 482, 485, Ερωφ. Γ΄ 183, Πιστ. βοσκ. I 2, 380, Σταυριν. 391, Σουμμ., Ρεμπελ. 15813, Διγ. Άνδρ. 3196, 4081, Ερωτόκρ. Α΄ 557,1086, Β΄ 96, Γ΄ 316, Δ΄ 652, 972, 974, 997, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [481], Δ΄ [1223], Ζήν. Δ΄ 187, Ε΄ 2, Λεηλ. Παροικ. 225, Διακρούσ. 7321, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1469, 2545, 26627, 3959, 43812, 45311, 4715, Poèm. hist. 208124 κ.π.α.· ’ρματώνω, Αχιλλ. L 348, Αχιλλ. N 464, Αχιλλ. O 239, 240, Μαχ. 12623, 16631, 34633-4, 35236, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399, Τζάνε, Κρ. πόλ. 46415.
    Από το ουσ. άρμα. Η λ. και ο τ. της και σήμ. (ΙΛ). Απ. τ. αρματόω (βλ. Lampe, Lex.).
    Α´ Μτβ. 1) α) Oπλίζω, εξοπλίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): μοναύτα όρισεν ο ρε Πιέρ και αρματώσαν β΄ κάτεργα δικά του Μαχ. 924· βλ. και αποφτιάνω 1α· β) (μέσ.) οπλίζομαι: Όποιος αρματωθεί αρετήν τα πάθη όλα νικάει Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [481]· γ) (προκ. για φρούριο) ενισχύω: Τ’ αρμάτωσεν (ενν. το φορτί) ευγενικά μ’ ανθρώπους κατεχάρους Τζάνε, Κρ. πόλ. 45311. 2) (Προκ. για αλογο) σελώνω: επτά άλογα αρμάτωσε διά να του χαρίσει Poèm. hist. 208124. Β´ Αμτβ. α) Προετοιμάζω εκστρατεία: εφοβάτον μεν αρματώσει ο ρήγας και πάγει απάνω του και σηκώσει του την αφεντίαν Μαχ. 10213· β) (μέσ.) ετοιμάζομαι (για επίθεση) (Βλ. και ΙΛ στη λ. Β1): Η θάλασσα ν’ αρματωθεί, να τόνε πολεμήσει Ερωτόκρ. Δ΄ 652. Βλ. και ανακαιντρίζω, κατορδινιάζω.
       
  • αρματωσία
    η, Ερμον. Λ 194, Χρον. Μορ. H 6127, 6590, Μαχ. 10026, 3364, 46618, Θησ. Ϛ΄ [374], Διήγ. Αλ. V 72, Χρον. σουλτ. 13329· αρματωσά, Πανώρ. Β΄ 110, Ερωτόκρ. Β΄ 457, 1018, Δ΄ 1801· αρματωσιά, Θησ. (Morgan) Ι 32, Διήγ. Αλ. G 27217, Δεφ., Λόγ. 391, 396, Θρ. Κύπρ. M 207, Διγ. Άνδρ. 219· αρματωχία, Μαχ. 34429.
    Από το αρματώνω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αρματωσιά).
    1) α) Πολεμικά εφόδια, εξοπλισμός: Τότες επέψαν υ΄ καμήλες φορτωμένες βιτουαλία (=τρόφιμα) και αρματωσίαν Μαχ. 46618· (προκ. για κυνηγετικό εξοπλισμό): Μόνο που την αρματωσά στον κόκκαλό σου βάνεις (παραλ. 1 στ.) και σκιάς λαγό δεν ήφερες στο σπίτι μας ποτέ σου Πανώρ. Β΄ 110· βλ. και αγγείον, αρμάτωμα, αρματωμός, αρμάτωσις 1α· β) οπλισμός, πανοπλία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αρματωσιά 1): την χαλκήν αρματωσίαν | μετά της χρυσής αλλάσσει Ερμον. Λ 194· βλ. και αρμάτωσις 1β, κοράτσα, μανόπολα· γ) πολεμική προετοιμασία: η ρήγαινα έπεψεν γ(ρ)αφές …να είναι εις την βοήθειαν τους Γενουβήσους, διά να ποίσουν την αρματωσία να έλθουν εις την Κύπρον Μαχ. 3364· βλ. και αρμάτωμα 2α. 2) (Προκ. για άλογο) σέλα: αλόγων αρματωσιές οπού ήσαν από ψάρια ταύτα τα πετσιά τους Διήγ. Αλ. G 27217.
       
  • αρχή (I),
    η, Σπαν. A 272, 325, Σπαν. O 164, Μανασσ., Χρον. 692, 906, 3354, 4540, 6058, Καλλίμ. 594, 657, 1125, Ασσίζ. 37, 1132, Ιατροσ. 2188, Διγ. A 1292, 3078, Ερμον. Ω 267, Χρον. Μορ. P 2828, 5713, Βίος Αλ. 5504, Πτωχολ. P 301, Περί ξεν. A 2, Λίβ. P 1229, 2337, Λίβ. N 2267, 3148, 3665, Ιμπ. 3, 866, Notizb. 59, Βεν. 14, Χειλά, Χρον. 352, Ριμ. Βελ. 170, Σαχλ., Αφήγ. 279, 216, Ριμ. Απολλων. 1540, Συναξ. γυν. 76, Κορων., Μπούας 4, 93, Διήγ. Αλ. G 26410, 27833, Σοφιαν., Παιδαγ. 96, Πεντ. Γέν. XIII 3, Λευιτ. II 12, Αρ. X 10, XXVIII 11, Δευτ. XXVI 2, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 213, Αχέλ. 367, Αιτωλ., Μύθ. 4723, 1171, Ιστ. πολιτ. 384, 6218, Ιστ. πατρ. 11119, 1606, Ζήνου, Πρόλ. Πένθ. θαν.2 14, Κατζ. Β΄ 379, 383, Πανώρ. Β΄ 525, Ερωφ. Δ΄ 163, Σεβήρ., Διαθ. 191, 192, Σουμμ., Ρεμπελ. 177, 180, Διγ. Άνδρ. 33114, 3415, 3659, 39122, Ερωτόκρ. Β΄ 1305, Γ΄ 562, Ευγέν. 263, 433, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1001], Λίμπον. 164, Φορτουν. Ιντ. δ΄ 26, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2821, κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. αρχή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Α´ 1) α) Αρχή (κάπ. πράγματος γενικά· ενίοτε με το επίθ. κακή) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1α και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): Αρχή <φιλίας> έπαινος, αρχή δε μάχης ψόγος Σπαν. A 272· αρχήν πικρίας Λίβ. N 3665· ο δηλωθείς δε ποταμός τέλος,| αρχήν ουκ έχει Βίος Αλ. 5504· ετούτα τα μικρότερα σ’ αρχή κακή σ’ εβάλα Ερωτόκρ. Γ΄ 562· αρχή (διήγησης η κειμένου): Πρικότατην αρχή γροικώ και πριν τήνε τελειώσεις Ερωφ. Δ΄ 163· Και πώς να γράψω την αρχήν, πώς να την τελειώσω; Ιμπ.αρχή του λόγου λέγει Ιμπ. 866· και γράμματά μοι έγραψε απάνω αιματωμένα| και των γραμμάτων η αρχή ήτον ο λόγος ούτος Διγ. A 3078· βλ. και άκρα 1β· β) αρχή, αφετηρία (χρον.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): ευρέθη γαρ τότε και ο καιρός αρχή χειμώνος Χειλά, Χρον. 352· γ) αρχή, αφετηρία (τοπ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): να με καρτερήσουσιν εις την αρχήν της στράτας Λίβ. N 2267· φρ.: κάνω αρχή, ποιώ αρχήν, βάλλω ή βάνω αρχή(ν), βάνω εις αρχήν, δίνω αρχή, πιάνω αρχήν, λαμβάνω αρχήν = αρχίζω (κ.) (Πβ. το αρχ. ποιούμαι αρχήν, L‑S στη λ. Ι1α· η φρ. βάλλω αρχήν ήδη στον Ιω. Χρυσόστ., Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄, 6, 1955 /56, 241· πβ. το αρχ. τας αρχάς βαλέσθαι και το μτγν. τας αρχάς ειληφέναι, L‑S στη λ. I1α): έκαμα αρχή να γράψω Σεβήρ., Διαθ. 192· οι πατέρες τους κρασωμένοι εποίησαν την αρχήν της σποράς Σοφιαν., Παιδαγ. 96· Πάλιν βάνω αρχήν, ω φίλτατε, να διηγούμαι Διγ. Άνδρ. 3415· έβαλα αρχήν να τους κρούω Διγ. Άνδρ. 39122· καλήν αρχήν να βάλει Τζάνε, Κρ. πόλ. 2824· να το βάλω εις αρχήν και να το τελειώσω Ζήνου, Πρόλ. Πένθ. θαν.2 14· άρχισαν να μαζώνουν ξύλα περισσά σωριάζοντάς τα διά να κάψουν τα σπίτια των αρχόντων και έτσι επήγαν να δώσουν αρχή εις το σπίτι του Σ. Δε Σύλλα Σιγούρα Σουμμ., Ρεμπελ. 180· και μήτ’ αρχήν να πιάσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1001]· Αρχήν λαβών, ω φίλτατε, πλείστων κατορθωμάτων Διγ. A 1292. 2) α) Πρώτη αρχή, προέλευση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): της σοφίας είν’ αρχή και των καλών αιτία Λίμπον. 164· ούτος ην ο αρχηγός μας πατήρ (ενν. ο Αδάμ) και η αρχή μας μητέρα (ενν. η Εύα) Ασσίζ. 1132· β) προέλευση, καταγωγή: Ο δ’ αύθις είπε την αρχήν, το γένος και την χώραν Καλλίμ. 594. Βλ. και αναγωγή 1, βιβλογενεσία. 3) Αφορμή, αιτία: θέλει εξολοθρεύσει πολλούς από αυτούς, οι οποίοι ήτον η αρχή του σκανδάλου Σουμμ., Ρεμπελ. 177· Πανώρια, αιτιά του πόνου μου κι αρχή της παιδωμής μου Πανώρ. Β΄ 525. Βλ. και αθιβολή 4, αιτία , αφορμή, θεμέλιο, υπόθεση. 4) α) Εξουσία, κράτος: Εγώ δουλεύσω την αρχήν της αυτοκρατορίας Καλλίμ. 1125· βλ. και αντιγραφή 2, αποκράτησις 2, αρχηγία, αρχοντία , αυθεντία, επαρχία β) εξουσία, αξίωμα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IΙ1): βραχύ της αυτοκράτορος αρχής παραπολαύσας Μανασσ., Χρον. 6058· Όταν σε στήσουν εις αρχήν και λάβεις εξουσίαν Σπαν. A 325· Ει τις έχει αρχήν και θέλεις να της την πάρεις Ιατροσ. 2188. Βλ. και αξιότητα 3, απελατίκιν 2. 5) Αξιωματούχος, επικεφαλής (Πβ. L‑S στη λ. II4 και ΙΛ στη λ. 2): που ’τόνε πρώτος κι αρχή (ενν. ο Δον Καρτσία) στον στόλον| του βασιλιά Αχέλ. 367. Βλ. και αδετούρης, αξιωματικός 2, αρχηγός , αρχός, άρχων 5α. 6) (Προκ. για θυσίες, κλπ.) απαρχή (Πβ. ΠΔ Δευτ. XXVI 2: από της απαρχής): και να πάρεις από αρχή παν καρπό της ηγής ός να φέρεις από την ηγή σου … και να βάλεις εις το καλάθι και να πας προς τον τόπο ός να διαλέξει ο Κύριος ο Θεός σου, να απλικέψει το όνομά του εκεί Πεντ. Δευτ. XXVI 2· προσφορά αρχής να προσφέρετε αυτά του Κύριου και προς το θεσιαστήρι Πεντ. Λευιτ. II 12. Β´ Ως επίρρ. α) (απολύτως σε γεν. ενικού και αιτ.) στην αρχή, αρχικά, πρώτα-πρώτα (Η χρ. σε αιτ. ήδη στον Ευστ., Άλ. 13424): Αρχής μιλιά οκ τα χείλη του τ’ αφτιά μου δεν γροικούσι Ευγέν. 433· Όταν αρχής οι άνθρωποι είδασι την καμήλα Αιτωλ., Μύθ. 1171· Η πλάτζα της μ’ εσκότισεν, αρχήν όταν την είδα Βεν. 14· και είπα την πως εξέβηκεν αρχήν εις το κυνήγιν Λίβ. P 2337· ως έποικε τον άνθρωπον αρχήν στον κόσμον τούτον Σπαν. O 164· ο βίᾳ και αρπαγῄ την αρχήν λαβών τι, ει και μετά ταύτα εξωνήσεται τούτο, … ουδέν ωφελείται Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 116·   όποιος φίλος και αν επήγαινεν, αρχάς τον εσέβαζεν μέσα εις το κελάρι Συναδ., Χρον. 56· βλ. και εξαρχής· β) (σε έναρθρη αιτ. εν. ή πληθ. με προηγούμενη την πρόθ. εις) στην αρχή, αρχικά: πόσες φορές| σου τα ’πα στην αρχή σου Κατζ. Β΄ 379· εις την αρχήν έδωκαν πόλεμον Ιστ. πατρ. 1606· Πάσα κιαμιά δεν ημπορεί παρά ’ς τσ’ αρχές να σφάλει Κατζ. Β΄ 383· γ) (σε γεν. ή αιτ. εν. με προηγούμενη την πρόθ. από) από την αρχή (αφετηρία): από της αρχής αυτίκα της ζωής γαρ μέχρι τέλους Ερμον. Ω 267· δεν ενθυμάσαι από την αρχήν τι έγινεν Διγ. Άνδρ. 33114. Εκφρ. 1) αρχήν αρχήν = στην αρχή, αρχικά (Πβ. ταχιά ταχιά, συχνά συχνά, Παπαδημητρίου Σ., Σαχλ., Αφήγ. σ. 142 ): αρχήν αρχήν ηθέλησα τ’ οφίτσιον να το αφήσω Σαχλ., Αφήγ. 316· 2) πρότερον αρχή, πρώτα αρχής, πρώτον αρχής, πρώτον και αρχή(ν) = στην αρχή, αρχικά (Πβ. τις σημερ. εκφρ. πρώτα κι αρχή ή πρώτα κι αρχής, ΙΛ στη λ. 3 και πρώτα τσ’ αρχής, Βογιατζ., Γλώσσα Άνδρ. Β΄ 31): Πρώτον αρχής λέγει το έμπροσθεν λόγον του παρόντος βιβλίου Ασσίζ. 37· μα πρώτον και αρχή να κάμουνε να τα στιμάρουνε άνθρωποι φοβούμενοι το Θεό Σεβήρ., Διαθ. 191· όταν εγώ πρώτα αρχής επήγα Αιτωλ., Μύθ. 4723· Εις τούτο λαλεί πρότερον αρχή τον Μέγαν Κύρην και μετά ταύτα άπαντας Χρον. Μορ. P 2828.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης