Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ξεβαίνω,
- Προδρ. ΙΙΙ 132b χφφ HgSA κριτ. υπ., Απολλών. 690, Κορων., Μπούας 143, Βυζ. Ιλιάδ. 874, Αχέλ. 194· εξεβαίνω, Βυζ. Ιλιάδ. 414, 936· (ε)ξηβαίνω, Διήγ. Βελ. χ 527, Άνθ. χαρ. 29114· αόρ. (ε)ξέβηκα, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 112, Βέλθ. 832, Πόλ. Τρωάδ. 321, Χρον. Μορ. H 2759, Χρον. Μορ. P 252, 1100, Λίβ. P 1111, Λίβ. Esc. 289, Λίβ. N 1525, Αχιλλ. L 1102, Χρον. Τόκκων 128, Κορων., Μπούας 16, 80, 133, Σταυριν. 539, Διγ. Άνδρ. 33629, κ.α.· (ε)ξέβη(ν), Καλλίμ. 968, 975, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1721, Χρον. Μορ. H 5061, Χρον. Μορ. P 7261, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 501, Φλώρ. 640, Απολλών. 643, Λίβ. Esc. 3434, Αχιλλ. N 1373, Ιμπ. 652, Χρον. Τόκκων 601, 759, Μαχ. 15026, 20425, Θησ. Β΄ [482], Βουστρ. 495, Αλεξ. 1593, Αχέλ. 2419, 2432, κ.π.α.· εξήβηκα, Ιμπ. (Lambr.) 233· (ε)ξήβην, Χρον. Μορ. P 8824· υποτ. αορ. (ε)ξέβω, Χρον. Μορ. H 4314, Χρον. Μορ. P 5601, Ιμπ. 245, 660, Χρον. Τόκκων 125, Θησ. (Foll.) I 108, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 468, Κορων., Μπούας 144, Αχέλ. 1857· (ε)ξεβώ, Πόλ. Τρωάδ. 12, Χρον. Τόκκων 117, 1698, Θησ. Β΄ [506], Θησ. (Foll.) I 72, Κορων., Μπούας 136· (ε)ξηβώ, Χρον. Μορ. P 1117, Ιμπ. 491, Διήγ. Βελ. χ 391.
Από τον παρατ. του αρχ. εκβαίνω. Τ. ξεβαίννω και ξηβαίννω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 681), καθώς και τ. ξηβαίνου στη Σαμοθράκη (Κρεκούκιας, Πρακτ. Β′ Συμπ. Γλωσσολ. Bορειοελλ. Χώρου 156). Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).
Α´ Αμτβ. 1) α) Βγαίνω (συν. από κλειστό σε ανοικτό χώρο): ακούσας ταύτα παρευθύς εκ το παλάτι ξέβη Κορων., Μπούας 55· λέγει το δίκαιον περί εκείνου του κλέπτη οπού εξέβην εκ του οίκου ετέρου Ασσίζ. 4424· Εξέβην και εδέχθη τον δούκας ο αδελφός του·| σφιχτά τον επερίλαβεν, γλυκέα τον εφίλει Χρον. Τόκκων 526· με σχήμα γαρ εμπαίνουσιν πάντες στην εκκλησίαν,| είθ’ ούτως εξεβαίνουσιν κι υπάν κι ολονυκτίζουν:| οι γέροντες εις το κρασίν, οι νέοι στα τραγούδια Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 558· εξέβηκαν οι προεστοί από τα μοναστήρια| και την επροϋπάντησαν με τα θυμιατήρια Βίος Δημ. Μοσχ. 497· τα διάβατα όλα έπιασεν, τες στράτες και κλεισούρες,| όπως μη σέβει ή εξεβεί άνθρωπος εις το κάστρον| να φέρει ή επάρει τίποτε μαντάτο εκ τους Ρωμαίους Χρον. Μορ. H 8348· πήγαν (ενν. δύο βαθρακοί) εις πηγάδι| διά να το κατοικήσουσι ...| Ο ένας αποκρίθηκε και είπε ... :| τώρα εδώ τον κίνδυνον τον έχομεν μεγάλον·| ότι φοβούμαι περισσά την στράταν να κατέβω,| ότι σαν ξηρανθεί κι εδώ δεν έχω πώς να ξέβω Αιτωλ., Μύθ. 1910· β) (από πλοίο ύστερα από επίσκεψη σ’ αυτό): απήτις το ευτρέπισεν (ενν. το κάτεργον) απ’ άρματα και πλούτη (παραλ. 1 στ.) αυτός εσέβη μετ’ εμάς κι εμείς μ’ αυτόν αντάμα (παραλ. 7 στ.). Και απήτις μας ευχίστηκεν, εδάκρυσεν κι εξέβην| και τον υπόλοιπον λαόν τότ’ όρισεν κι εσέβην Απόκοπ.2 323· γ) (ιδιάζ. χρ·): Ως χυμίζεται φάλκονας όταν ξεβεί ʼκ την σκούφια,| εχυμίζετον ο Νέστορας όλο χαρά γεμάτος Θησ. (Morgan) I 33· δ1) (από μέρος του σώματος): είδεν ο Πρίαμος όνειρον ... Εφάνη του γαρ ότι εξέβην από την μήτραν της Εκάβης δαυλός αφτούμενος και έκαψεν όλην την Τροίαν Τρωικά 5212· δ2) (μεταφ.): να τα φίλουνα τα μαύρα (ενν. ματάκια σου)| και να ξέβαινεν η λάβρα| εκ τα σκώτια μου τα μαύρα Ch. pop. 194· δ3) (προκ. για την ψυχή): Εσύ με τους συντρόφους σου να το ʼχεις κερδεμένο (ενν. το νίκος)| και η ψυχή μου τίποτες δόξα να απολάβει (παραλ. 4 στ.). Και τούτο θέλω πάρει ʼγώ παρηγοριά στον Άδην,| μετά χαράς θέλει ξεβεί (ενν. η ψυχή) απέσω ʼκ το κορμί μου Θησ. Β΄ [642]· ε1) (από τη θάλασσα): το κάτεργόν του όρισεν (ενν. ο Θησέος) στην γην να το σιμώσουν| και χώρις σκάλα παρευθύς πηδάει απ’ αύτο κάτω (παραλ. 3 στ.) κι εδιαφεντεύετον φρικτά απόθεν κι απεκείθεν| κι εκ το νερόν εξέβηκεν, τα μάτια του όλο ασπίθες Θησ. (Foll.) I 67· Κάβουρας, ήγουν τσαγανός ʼκ την θάλασσαν εξέβη,| στην στερεάν ηθέλησεν, ορέκτη να ανέβει Αιτωλ., Μύθ. 951· ε2) (από λιμάνι): ενέβησαν (ενν. τα κάτεργα) εις τον λιμνιώναν διά να πολεμίσουν το κάστρον· και εξέβησαν γ΄ καραβία τούρκικα και επολεμίσαν Μαχ. 13027· ς) (προκ. για έξοδο πολιορκημένων): μέρος εκ τους εχθρούς εις το ποτάμι μέναν| κι άλλοι στην χώραν έστεκαν κι ουδόλως εξεβαίναν Κορων., Μπούας 95· εκ το κάστρον εξεβαίνουν (ενν. οι Τρωαδίται)| ωσεί άμμος της θαλάσσης Ερμον. Ρ 378· να φαρμακέψουν το νερόν, μπομπάρδες να καρφώσουν| κι οι έσωθεν χριστιανοί να ξέβουν να γλυτώσουν Αχέλ. 883. 2) α) Βγαίνω από τη φυλακή, αποφυλακίζομαι: ετσακκίσαν (ενν. οι κάτοικοι της Αμμοχώστου) τα σίδερα και εξέβησαν (ενν. οι Γενουβήσοι) από την φυλακήν, απού τα σίδερα και απέ το χαντάκιν Μαχ. 59422· ανοίκτησαν οι φυλακές, εξέβησαν οι Γενουβήσοι και εξέβησαν και οι αιχμάλωτοι από την Γένουβαν Μαχ. 59635· β) απελευθερώνομαι: Τους Τούρκους εφυλάκισαν να εξαγοραστούσιν.| Πράγματα έδωσαν πολλά ώστε να εξεβούσιν Χρον. Τόκκων 683. 3) Αποβιβάζομαι: σιμών’ η βάρκα προς την γην, ξεβαίνει δε ο κόμης,| βλέπει κἀκεί τον Βέλθανδρον Βέλθ. 1228. Καράβιν όπου μ’ έφερνεν εστάθην εις νησάκιν.| Εξέβηκα εις το νησίν, λουλούδια, ρόδα βλέπω Ιμπ. 813· Πώς ο Θησεύς ηθέλησεν να εξέβει από τα καράβια και αντιστάθησαν οι Αμαζόνες Θησ. (Foll.) I πριν από το στ. 48. 4) α) Φεύγω (από κάπ. τόπο), αναχωρώ· απομακρύνομαι: αύθις απεχαιρέτησε, εξέβη απ’ την χώραν Κορων., Μπούας 32· Οι αποκρισάροι εξέβησαν ενταύτα από την Άρταν,| επέρασαν εις τον Μορέαν, ήλθαν στην Ανδραβίδα Χρον. Μορ. H 8824· Καπετάνιος απόκοπτεν, ποσώς δεν τον αφήνει| να εξεβούσιν αποκεί, εκ τον οχερόν τόπον Χρον. Τόκκων 1716· ο καπετάνιος εκ τον στρατόν εξέβη| να υπάγει να αναπαυθεί στον οίκον του κι εσέβη Κορων., Μπούας 26· εκαβαλίκευσε (ενν. ο δούλος) με πάσαν εξουσίαν| κι εξέβηκεν ως βασιλεύς με πλείστην παρρησίαν Βίος Δημ. Μοσχ. 346· (με γεν.): Πριν δε της Ρώμης να ξεβεί είπε μιαν λειτουργίαν| στ’ Αγίου Πέτρου τον ναόν Κορων., Μπούας 68· β) (σε συνεκδ.): πόσοι εβουλήθησαν να με την αφαρπάξουν| την πάγκαλον, πανέμνοστον, ωραίαν ποθητήν μου,| αρχήν όνταν εξέβηκεν από τα γονικά της Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1739· επήραν ορισμόν και εξέβησαν από μπρος του (ενν. του ρηγός) Μαχ. 2525· γ) (από κάπ. εκδήλωση ή δραστηριότητα, γάμο, μάχη, κλπ.): μ’εντροπήν εξέβηκεν (ενν. ο παραγιαλίτης) εκ την χαράν εκείνην Πουλολ. (Τσαβαρή)2 μετά στ. 323 χφφ ΑΖ κριτ. υπ.· αλλάγια τρία εχωρίσθησαν από του Αχιλλέως,| αλλάγια δέκα έδεραν και εξέβησαν ως άνδρες Αχιλλ. L 410. 5) α) Αποπλέω: όντα τα κάτεργα τα βενέτικα εξέβησαν από την Κύπρον, επήγαν γυρεύγοντα την αυτήν νάβαν Μαχ. 58632· Τούτη η αρμάδα εξέβην την άνωθεν ημέραν και επήγεν εις την Αλικήν Μαχ. 10432· καράβιν είχε (ενν. ο Βαλδουίνος) εξαίρετον, μέγα, λαμπρόν υπήρχε,| εις αύτο εδιέβηκεν εκεί με τρεις χιλιάδες άλλους·| από την Πόλη εξέβησαν, την θάλασσαν επλέψαν Χρον. Μορ. H 1305· β) ανοίγομαι (στο πέλαγος): ο δε Απολλώνιος εις πέλαγος εξέβη.| Στέκεται, διαλογίζεται το πού θέλει να υπάγει Απολλών. 89. 6) α) Πηγαίνω, μεταβαίνω (σε κάπ. τόπο): εις τον Μορέαν εξέβηκε (ενν. ο κυρ Μανουήλ) να κτίζει το Εξαμίλι Χρον. Τόκκων 2124· ευθύς εσυμβουλεύθησαν το πώς θέλουν ποιήσει.| Και η βουλή απόκοψε ʼς Βόδιτσα να εξεβούσιν,| να μάσουν τα φουσσάτα τους, εκεί να καρτερούσιν Χρον. Τόκκων 754· ο Μουσταφά πασάς όρισε να ξεβούσι|στον κάμπον τα φουσσάτα του για να διορθωθούσι Αχέλ. 271· Φαρίν εκαβαλίκευσα, εξέβην εις τον κάμπον Διγ. Z 2990· β) (με την πρόθ. εις και τις αιτιατ. απαντή(ν), απάντησιν, συναπάντησιν) πηγαίνω να προϋπαντήσω, να συναντήσω κάπ.: Μαθών δε τούτο ο Αχιλλεύς, έρχονται οι γονείς του,| εις απαντήν εξέβησαν άνδρες τε και γυναίκες Αχιλλ. O 326· απαύτου ο Αιγέος| εις απαντή του ξέβηκε, πατέρας του Θησέως Θησ. Β΄ [908]· είδα τον και εις απάντησιν εξέβην του ευνούχου Λίβ. Sc. 993· Εξέβηκαν οι άρχοντες εις συναπάντησίν της,| από μακρά προσκύνησαν ως ήτον η τιμή της Βίος Δημ. Μοσχ. 495· τις να ξέβηκεν εις συναπάντησίν μας| και τις να μας εδέχθηκεν στην πόρταν της αυλής μας Απόκοπ.2 251· γ) (συνεκδ. για πλήθος) συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι (για να παρακολουθήσω κ.): ο Κωνσταντίνος ... εκαβαλίκευσεν τον μαύρον του και επιλάλησεν και υπήγεν εις τον αμιράν. Και ... οι αδελφοί του ... έφθασαν καταπόδιν ... Εγύρισεν ουν ο αμιράς και είδεν οπίσω και βλέπει τον Κωνσταντίνον ότι έρχεται απάνω του ... και όλοι εξέβησαν διά να ιδούν τον πόλεμον Διγ. Άνδρ. 31914. 7) α) Βγαίνω έξω (από το σπίτι για βόλτα, διασκέδαση, κ.τ.ό.): εν μιᾳ ουν των ημερών, Κυριακήν ημέραν,| Διονυσία ξέβηκεν μετά και την Ζαπέταν,| κι η Ταρσία μετ’ αυτές κι άλλες πολλές γυναίκες.| Ακ την μέσην εδιάβησαν την αγοράν του φόρου Απολλών. 470· μετά μέρας γαρ τινάς η κόρη εγγαστρώθη.| Και παίρνει την (ενν. ο Απολλώνιος) κι εξέβησαν έξω να ευθυμήσουν,| εις περιβόλια έμορφα διά να παραδιαβάσουν Απολλών. 345· Εξέβηκεν ο Διγενής ίνα παραδιαβάσει Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1097· β) κυκλοφορώ: την νύκτα ʼξέρχεσαι και εξεβαίνεις έξω| και την ημέραν κρύβεσαι διά να μην σε βλέπουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 181 χφ Ζ κριτ. υπ. 8) Περνώ, διαβαίνω, διέρχομαι: Οι δε Φραντσόζοι να ξεβούν ουδόλως ημπορούσαν,| διότι ο τόπος ην στενός Κορων., Μπούας 74· Πιέδε το ονομάζουσι (ενν. το ποτάμι), κοντά ʼναι στο καστέλλι| και να ξεβεί μέσα ʼξ αυτό ή ʼκ το καστέλλι θέλει,| ότι ουκ έστιν έτερη στράτα για να περάσει Κορων., Μπούας 95· Εκείνο (ενν. το Κάστελ-Νόβον) δ’ ήτον δυνατόν, γιατ’ είχ’ ένα ποτάμι,| όστις δε θέλει να ξεβεί ʼκείθεν έχει να κάμει Κορων., Μπούας 95. 9) α) Ξεκινώ, πηγαίνω για ... : Ο ρήγας επήρεν όλην του την παρουνιάν και εξέβην γυρεύγοντα τα παιδιά του Μαχ. 7417· Το δειλινόν οι άρχοντες πιάννουσιν τ’ άλογά τους| κι εξέβησαν συνέμπλα τους όλοι με τ’ άρματά τους Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 248· β) (με την πρόθ. εις + αιτιατ.): ουδέν εβλέπουσιν κανείν προς αύτους να εξέβει| εις όχλησιν, εις πόλεμον, ως έναι συνηθεία Χρον. Τόκκων 602· και μηδέν θαρρείς εις τους Πέρσας να εξέβεις εις πόλεμον μετ’ αυτουνούς, ότι έναι ώσπερ γυναίκες στολισμένες Διήγ. Αλ. G 26418· μίαν ημέραν ξέβηκεν ο Πέτρος εις κυνήγιν Χρον. Τόκκων 881· να εξέβω εις αναγύρευσιν ωραίας της Μαργαρώνας,| να μάθω ζει, απέθανεν, να το πληροφορέσω Ιμπ. 810· πάλιν εις αναζήτησιν εξέβηκα της κόρης Λίβ. Sc. 1418· γ) ξεκινώ, αναχωρώ: επερίλαβα το χαρτίνσ σου και μοναύτα ως γιον ευρίσκουμουν, εξέβηκα να έλθω εις την αφεντιάνσ σου, αμμέ το πλήθος του λαού δεν με αφήκεν Μαχ. 37833· Ευθύς εκαβαλίκευσαν, εξέβησαν οι πάντες·| και τρέχουσι μετά σπουδής κι εις ώρα φθάνουσίν τον Βέλθ. 120· Ειπόντος ταύτα του ρηγός πας ο στρατός εξέβη Κορων., Μπούας 24. 10) α) Εκστρατεύω· κάνω επιδρομή: Τον δε καιρόν εκείνον εξέβη ο Κρούμνος ο αυθέντης των Βουλγάρων μετά στρατιάς και δυνάμεως πολλής Hist. imp. ΙΙ 16· Στες Αμαζόνες ξέβηκα (ενν. ο Αλέξανδρος) μ’ όλη μου τη δυνάμη,| εις τον Πριάνην όρμησα, σ’ εκείνο το ποτάμι Αλεξ. 2555· εξέβησαν εκείνα τα φουσσάτα| του Καλοϊάννη ... (παραλ. 1 στ.) έδραμαν και εκούρσεψαν τους κάμπους και τους τόπους Χρον. Μορ. P 1101· είχεν (ενν. ο αμιράς) και τους αγούρους του άλλους πεντακοσίους.| Επήρεν τους και εξέβηκεν έξω εις Ρωμανίαν·| το Ηρακλέως εκούρσευσεν, το Κόνιον και Αμόρι Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 731· β) βγαίνω (από τα όρια της δικαιοδοσίας μου για πολεμικές επιχειρήσεις): άρχισεν (ενν. ο δούκας), εξέβαινεν έξω εκ τα νησία Χρον. Τόκκων 155· γ) επιτίθεμαι: Ο Πέντε - Βόιας έπειτα μέρος εκ του στρατού του| να ξέβει τότ’ επρόσταξεν ʼναντίον του εχθρού του Κορων., Μπούας 70· κι εκείνοι ξέβαινον θυμούμεν’ ως λεοντάρια| και καβαλάριοι κι απεζοί άξια παλληκάρια Κορων., Μπούας 70. 11) Απομακρύνομαι προσωρινά από το πεδίο της μάχης: εφώναζεν (ενν. ο Αχιλλεύς) και εκ της φωνής πάντες αναισθητούσιν,| ποσώς ουδέν ηυρήκασιν άδειαν ίνα φύγουν,| αλλ’ ως φαλκόνιν έστρεφεν και εκατεφόνευέν τους.| Αφήκεν τους και ανέσαιναν και εξέβηκεν παρέξω,| το απελατίκιν έσυρεν και πάλιν κατεβαίνει Αχιλλ. N 1315· εγύριζεν (ενν. ο Αχιλλεύς) ως αετός κι επήδαν ωσάν πάρδος (παραλ. 1 στ.) ουδέ καθόλον ευρίσκασιν άδειαν διά να φεύγουν (ενν. οι εχθροί)·| εφήκεν κι ενεπαύτησαν κι εξέβησαν παρέξω Αχιλλ. L 999. 12) Εκδιώκομαι, (πιθ.) εκθρονίζομαι: συ δεν είσαι άξιος να έχεις βασιλεία| και γλήγορα θέλεις εξεβεί από την Μοσχοβίαν Βίος Δημ. Μοσχ. 618. 13) Προβάλλω, εμφανίζομαι (βγαίνοντας από κάπου): Εκεί οπού έκλαιεν η κόρη και εσυντύχαινέν με, πάραυτα εξέβησαν από το δάσος Αραβίτες εκατόν, όλοι με κοντάρια Διγ. Άνδρ. 37110-11· το γέλιον της καλής μου| λέοντας μέγας το ήκουσεν απέσω απέ καλάμιν·| και κτύπον ήκουσα ουράς και τα πλευρά του δέρνει| και εκ το καλάμι εξέβηκεν ως θάλασσα αγριωμένη Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1125· (με την πρόθ. εις + αιτιατ.): Γδύνονται ʼκ τους στρατιώτες μου, στον ποταμόν εμπήκαν,| θηριό εξέβη εις αυτούς, σαράντα επνιγήκαν Αλεξ. 2046· (με γεν.· για το χωρίο βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 49]): όνταν εξημέρωσεν η Δευτέρα και εξέβησαν οι φρέρηδες του όχλου, έρχεψεν η λύπη και το κλάμαν Μαχ. 1016. 14) Βγαίνω, ξεχωρίζω από κάπ. ομάδα· προχωρώ (στο μέσον συγκέντρωσης ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους): Εξέβη εκ το αλλάγιν του απάνω εις το φαρίν του (παραλ. 1 στ.)· και ανάμεσον των Φραγκών και το δικόν του αλλάγι| υπήγαινεν και έρχετον φημίζοντα δρομαίως Χρον. Μορ. P 5061· Ασκορδιαλός ως ήκουσεν της πάπιας τα λόγια,| εξέβηκεν, εκάθισεν κοντά εις το πλευρόν της Πουλολ. (Τσαβαρή)2 ΑΖ 59· ο λύκος δε ως ήκουσεν εκεί το όνομάν του,| εξέβηκεν κι εστάθηκεν και αυτός εις το μέσον Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 810· τότε ο Βελισάριος ξηβαίνει εις το μέσον,| το έναν του χέριν να κρατεί καυχίν ελεημοσύνης Διήγ. Βελ. χ 527· επαίρνω το κοντάριν μου και εξέβην εις την μέσην,| ανέβην, εκατέβηκα, να παίζει το φαρίν μου Λίβ. Sc. 1191. 15) (Μεταφ.) αποσκιρτώ, αποσχίζομαι, αποστατώ: ο κύρης της Τύρου με την συντροφίαν του έσσω του, και τα ονόματα του(ς) συντροφούς του είναι τούτοι: ... αμμέ από τους άνωθεν ιβ΄ εξέβησαν γ΄ και επήγαν με τον ρήγα, ... ότι αγρωνίσαν πως ήτον κακόν τό εποίκασιν Μαχ. 5617. 16) (Με την πρόθ. εκ + γεν. ή αιτιατ. των ουσ. θέλημα, ορισμός) παραβαίνω: εγώ την βασιλείαν σου ποτέ ουκ έπταισά την (παραλ. 1 στ.) έξω ουδέν εξέβηκα εκ του θελήματός σου Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 203· τον Σολομών εκείνον,| οπού περίσσια ηγάπησεν γυναίκας αλλοτρίους (παραλ. 3 στ.) εξέβην εκ τον ορισμόν του Κυρίου εκείνος Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2128· «Εσύ Αδάμ, προπάτορ μου, ήμαρτες και η Εύα,| να ʼξέβητ’ εκ τον ορισμόν, ν’ απλώσετε στο ξύλον ...» Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 110. 17) Κατεβαίνω: αφότου ελειτούργησεν (ενν. ο πάπας) κι εξέβην από το βήμα,| τον μισίρ Κάρλον έστεψεν ρήγαν της Σικελίας Χρον. Μορ. H 6174· αδελφέ, χαρείς σε απέ τώρα. Εξέβης το κατήφορον εσύ της Δυστυχίας Λόγ. παρηγ. L 406. 18) Κατεβαίνω από άλογο, πεζεύω (Πβ. Λίβ. Sc. 1391 : πεζεύει): συναπαντώ τον πραγματευτήν ανάμεσα του κάμπου,| άλογα να έχει περισσά και ανθρώπους μετά κείνον (παραλ. 1 στ.). Εξέβην, ήλθεν προς εμέν και προσεκύνησέ με Λίβ. Esc. 2529. 19) (Με κατηγ. ) α) καταλήγω σε ορισμένη κατάσταση: Άγορος εκ την χώραν του και από τα γονικά του| αιχμάλωτος εξέβηκεν και μυριοτυραννείται Λίβ. N 1389· εβάλασιν β΄ Μαμουλούκηδες τα κονταριά τους και εκατέβησαν απάνω του και ο νείς έδωκέν του μίαν κονταρίαν εις το πρόσωπον κι εδιαφεντεύτην ... και ο άλλος Σαρακηνός εξέβηκεν εύκαιρος Μαχ. 6646· β) αποδεικνύομαι, αναδεικνύομαι, γίνομαι: εκείνος γαρ εξέβηκεν στ’ άρματα αντρειωμένος·| στρατιώτης ήτον φοβερός, φρόνιμος κι επιδέξιος Χρον. Μορ. H 3091· έναι πολύς κίνδυνος ...| ʼς τόσους μουντάρμους κι απεζούς μ’ ανθρώπους σου να σέβεις| και νικητής μετέπειτα απ’ αύτους να εξέβεις Κορων., Μπούας 90· εκ γένους χαμηλότατου εξέβηκεν τοιούτος (ενν. ο Βελισάριος),| μάλλον ο κόσμος εις αυτόν δοξάζουν και ευφημούν τον Διήγ. Βελ. χ 29· ένα σκυλίν Αγαρηνόν, αδιάντροπον κοπέλιν (παραλ. 1 στ.) εξέβηκεν σοφότερον από τον κόσμον όλον,| έγινεν δοκιμότερος, έγινεν πολεμάρχος Θρ. Κων/π. διάλ. 72· να δώσουν κονταρέας| και είτις εξέβει θαυμαστός, ’πιδέξιος να με αρέσει,| εκείνον θέλω από του νυν άνδρα να τονε πάρω Ιμπ. 312· εγώ πουλία τά γεννώ ή πάλε τά αναθρέφω| εξέβησαν επίσκοποι, έξαρχοι και παπάδες Πουλολ. (Τσαβαρή)2 260· γ) φαίνομαι: είτις εξέβει πρόθυμος να πράξει αντρειωμένα,| πλούτον και δόξαν και τιμήν εκείνῳ να ποιήσω Διήγ. Βελ. N2 195· να κονταροκτυπήσουσιν εις την αυλήν του ρήγα·| κι είτις εξέβει πρόθυμος ανδραγαθίας να ποίσει (παραλ. 2 στ.) … άνδραν να της τον δώσει Ιμπ. 332· δ) (με εμπρόθ. προσδιορ.): ούτω το πλήθος και ημείς στου εχθρού όταν σεβούμεν,| ουδένα κόπον έξομεν με σκλάβους να ξεβούμεν.| Πολλοί γαρ έναι κι άνανδροι και φοβιτσάρ’ ως ’λάφια Κορων., Μπούας 36. 20) Αναδεικνύομαι (σε κάπ. αξίωμα): εις το κουμού της Βενετίας εξέβησαν ανθρώποι| γνώσεως μεγάλης και στρατειάς Χρον. Μορ. H 950. 21) α) (Προκ. για ουράνια σώματα) ανατέλλω: πριν το εξημέρωμα, πριν να ξεβεί ο ήλιος Βέλθ. 929· εβράδυνεν, ενύκτωσεν, εξέβην η σελήνη Καλλίμ. 937· αργά βραδί όταν έφεξεν, εξέβην το φεγγάριν Λίβ. N 1527· β) (σε συνεκδ.): το πρωί, πριχού ξεβεί η λάμψις του ηλίου Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 396. 22) (Προκ. για φήμη) διαδίδομαι: Άκουσμα εξέβην πανταχού εις άπαντα τον κόσμον Ιμπ. 887· Εξέβη τον η ακοή εις άπαντα τον κόσμον,| ανδρειωμένος, ευγενής, πρώτος εις το κοντάρι Ιμπ. 255· εξέβην ο κατάλογος και η φήμη του Λιβίστρου Λίβ. Sc. 2057. 23) Προέρχομαι, πηγάζω: από τες γυναίκες εξεβαίνει το τίποτες της χάριτος της αγάπης Άνθ. χαρ. 2932· Κρήτη, από σεν εξέβηκεν στον κόσμον όλη η φρόνα Σκλάβ. 185. 24) (Με αιτιατ. προσ.· προκ. για μαντεία) έρχομαι στο μυαλό κάπ.: βλέπω βραδίν τον ουρανόν, ανερωτώ το φέγγος,| τα άστρα εξακριβίζομαι και εξέβηκέ με τούτο:| ό,τι αν ορμήσει ο βασιλεύς, κατευοδώσει θέλει Λίβ. P 1944. 25) (Προκ. για το αποτέλεσμα αριθμτ. πράξης, λογαριασμού): Είπεν του: «δώσ’ μου τ’ άσπρα μου, πο σου ’πουν να ξοδιάσεις| και πιάσε το δεφτέριν σου να μου τα λοαργάσεις».| Κοστάντζος πιάνει γλήγορα και ελοάργασέν τα,| ʼκατόν ρεάλια ξέβησαν, παραύτα πλέρωσέν τα Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 626. 26) Βγαίνω, παρεκκλίνω από τη σειρά της αφήγησης: Αμή ας γυρίσομεν τον λόγον μας άλλην μίαν βολάν από εκεί οπού εξέβημεν Ροδινός (Βαλ.) 227. 27) (Προκ. για μέλος του σώματος) ξεσκεπάζομαι, γυμνώνομαι: Χαίρε, σπανέ τριγένη, στάσου, ο κώλος σου εξέβηκε και βάλε τον Σπανός (Eideneier) Α 309. 28) α) (Προκ. για υγρό) τρέχω, χύνομαι: Βροντή εγένετον φρικτή και ουρανός ερράγη,| οι καταρράκτες έρρευσαν άσπρο κρασί ακράτο,| ζαχαρογλυκοπίπερα εξέβηκεν ο μούστος Κρασοπ. (Eideneier) L 77 (110)· β) (προκ. για υγρό του σώματος): ο ιατρός σκίζει την κοιλίαν του εκεί όπου ήτον το κακόν και τούτος ουδέν ήξευρεν να εβγάλει το νερόν οπού ήτον απέσω με δίκαιον και με μέτρος, αμμέ αφήκεν και εξέβην επεσαύτα την πρώτην φοράν ού εις την δευτέραν και απ’ αυτό εκείνος εχάμνισεν επεσαύτα ότι εχάσεν την οπνάν και απέθανεν Ασσίζ. 18320· εις την δεξιάν του την πλευράν έμπηξε (ενν. ο στρατιώτης) το κοντάριν| και εξέβην αίμα και νερόν Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 429· γ) (προκ. για ιδρώτα) εκκρίνομαι: το αίμαν εκατέρρεεν εις τα σκαλόλουρά των| και ο ίδρος τους εξέβαινεν απάνω απ’ τα λουρίκια Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 41. 29) (Προκ. για μέρος του σώματος ανθρώπου ή ζώου που αποσπάται από το σημείο όπου θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται) α) χύνομαι: Κύριος συντρίψει την σπλήναν του και τα έντερα αυτού εξέβουν Σπανός (Eideneier) Α 64· β) ξερριζώνομαι: και αναγέμισον τον αυτόν όνυχα μετά του αίματος και έμπηξον εις τον τόπον εξ ου εξέβη Ορνεοσ. αγρ. 5571. 30) Φυτρώνω: Εστερεώθη η καρδία του τραγογένη· εξέβην κέρατον εις το ’φθίν του Σπανός (Eideneier) A 76. 31) α) (Προκ. για ήχο) παράγομαι, εκπέμπομαι: Γοργόν επήρα το ραβδίν και προσυπήντησά τους| και εκείνοι εμέν εκρούγασιν και εξέβαιναν οι κτύποι Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1174· β) (προκ. για την ανθρώπινη φωνή) βγαίνω: Κι ευθύς προς αύτους όρμησεν έξω του γεφυρίου| με όλην του την συντροφιάν και φωνή λεονταρίου| στο στόμα του εξέβηκε και οι εχθροί τρομάξαν Κορων., Μπούας 64. 32) (Προκ. για ασθένεια) φεύγω, εξαλείφομαι: αν το φέρουν (ενν. το πουλίν) ομπρός εις τον ασθενήν και έναι διά να αποθάνει από την ασθένειαν, γυρίζει το κεφάλιν του και ουδέν τονε βλέπει, ειδέ και έναι ο ασθενής διά να εγλυτώσει, εβλέπει τον και πάσα ασθένεια εξηβαίνει απ’ αυτόν Άνθ. χαρ. 29114. 33) Ξεφεύγω, διαφεύγω: ο Αχιλλεύς εξέβη| από του πολλού κινδύνου Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΑ΄ [155]. 34) (Προκ. για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα) περνώ, τελειώνω: Παρέδραμεν, εμίσευσε, εξέβηκεν η νύκτα,| πάλιν θεωρώ-την την αυγήν Λίβ. Esc. 829. 35) Φεύγω, εγκαταλείπω την εργασία μου: να ποίσει (ενν. ο σεργέντης) την δουλειάν του ως το τέλος του τερμένου τόν εσυνεβάστησαν καιρόν, ότι εφειδή εξέβην δίχως την είδησίν του (ενν. του κυρού) και χωρίς να τελειώσει ο καιρός του τερμένου Ασσίζ. 7119· να ομόσει του αφέντη του ού της κυράς του να τους δουλέψει ως τον καιρόν, τουτέστιν απέ την ημέραν απού εξέβησαν ώσπου να τελειωθεί το τάρμε τους, ότι εφειδήν εξέβη άβουλα του αφέντη του και δίχως να διαβεί το τάρμε του Ασσίζ. 32012. Β´ Μτβ. 1) Βγαίνω από κάπου: εμπαίνω-την την θάλασσαν, βιτσώνω το άλογόν μου (παραλ. 3 στ.), το πώς επεριεπάτησε την θάλασσαν θαυμάζω (παραλ. 2 στ.)· εξέβηκα την θάλασσαν, επάτησα την άμμον Λίβ. Sc. 1884. 2) Αφήνω κάπ. τόπο, φεύγω: τον δούκα αποχαιρέτησαν κι όλους τους Βενετίκους,| την Βενετίαν εξέβησαν, την Λουμπαρδίαν οδέψαν Χρον. Μορ. P 374. 3) Περνώ, διέρχομαι (ποτάμι, στενό, πόρτα, δύσβατο δρόμο): ευθύς με την στρατείαν του τον ποταμόν εξέβη Κορων., Μπούας 124· Και ο Μουρίκης έσωσεν, στην Κορδοβίτσα εσέβη,| το στένωμα εξέβην το, άπλωσε εις τον κάμπον Χρον. Τόκκων 758· Οκάποτε εσιμώσαμεν το κάστρον της Ροδάμνης,| εξέβημεν τα δύσκολα και εσέβημεν λιβάδιν Λίβ. N 618· (με γεν.): ενέβην εις την χώραν και εξέβην της απάνω πόρτας και επήγεν εις την Κερυνείαν Βουστρ. 446 κριτ. υπ. 4) Διανύω, βαδίζω, προχωρώ: όταν τον αποχαιρέτησαν και εξέβησαν τόπον ικανόν, ελάλησεν μόνον την Θεοδώραν και εστράφη και είπεν την Hist. imp. (Rochow) 19544. 5) (Πιθ.) εισβάλλω, εκστρατεύω σε ... : Αφότου γαρ ηπήρασιν της Αντιοχείας την πόλιν,| εκεί εξεχειμάσασιν μέχρι τον Μάρτιον μήνα·| κι εκείθεν εξεβήκασιν τα μέρη της Συρίας,| κουρσεύοντα, κερδίζοντα τα κάστρη και τες χώρες Χρον. Μορ. P 88. 6) (Με αντικ. τις λ. ορισμός, νόμος) παραβαίνω: Αν αγαπώ την θεάμ μου κι εκείνη μέναν,| ποτέ της δεν εξέβηκεν τον ορισμόν μου| κι εις την αγάπην είμεστεν και πίστην έναν Κυπρ. ερωτ. 10214· (με γεν.): Άδικα επιόρκησα, βλάσφημα από λόγου,| πολλούς εσυκοφάντησα, εξέβηκα του νόμου Δαρκές, Προσκυν. [220]. Φρ. 1) Ξεβαίνω από τον νουν = παραλογίζομαι: πάντα κακά μ’ ευρήκασιν οπόθεν καν γυρίσω.| Αϊλί, φωνή φαρμακερή πάλιν οπού με συνέβη| κι από τον νουν θαμάζομαι το πώς ουδέν εξέβη Φαλιέρ., Θρ. 250. 2) Ξεβαίνει κ. από, εκ τον νουν μου = (το) ξεχνώ: αν δεν αγωνίζεσαι να μάθεις τό ου γινώσκεις,| τό έμαθες εχάσες το κι εξέβη από τον νουν σου Κομν., Διδασκ. Δ 225· Ολότελα λησμόνησαν κι εξέβη εκ τον νουν τους| η Θήβα η πανέμορφη και το ψηλόν το γένος Θησ. Γ΄ [361]. 3) Ξεβαίνω εις το φως του κόσμου = γεννιέμαι: όταν εγεννήθη το παιδίον και εξέβην εις το φως του κόσμου και έκλαυσεν Διήγ. Αλ. V 26. 4) Ξεβαίνει λόγος = γίνεται γνωστό: Και όνταν επερίλαβεν ο ρήγας τα χαρτία, επολογήθην τους με γραφές κρυφές και έπεψέν τους εις την Αμόχουστον ... ο καπετάνος των κατέργων ανάγνωσεν τες γραφές έμπροσθεν της βουλής του και εποίκαν αντιλόγους και εξανάπεψέν τους του ρηγός, και δεν εξέβην λόγος είντα ζητούν Μαχ. 33829. 5) Ξεβαίνει η ψυχή, ψυχίτσα μου = πεθαίνω: τα μάτια της εκάμμυσεν, πλέον ου συντυχαίνει| και έπεσεν εις τα χέρια του και εξέβην η ψυχή της (παραλ. 5 στ.) χρυσόν κιβούριν έκαμεν κι έβαλέν-την απέσω Αχιλλ. L 1328· δίδει του δυο τρεις ξυλιές με όλην την δύναμίν του,| ότι ολίγον έλειψε να ξέβει η ψυχή του Τριβ., Ρε 288· Ήθελα, αφέντρια και κυρά, την ώραν, την ημέραν,| όταν επιβουλεύτηκες άλλον άνδρα να πάρεις,| να ξήβην η ψυχίτσα μου Ερωτοπ. 640· (οκτώ μηνών, με φαίνεται, ήμουν εγγαστρωμένη) (παραλ. 2 στ.). Ευθύς τα εντός μου εσπάθησαν και συγκοπή μ’ εσέβη| κι επήγεν κάτω το παδίν και άνω η ψυχή μου εξέβη Απόκοπ.2 430.
ξενίζω,- Σπαν. A 504, Κομν., Διδασκ. Δ 307, Σπαν. P 260, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 533, Λίβ. P 415, 2721, Λίβ. Sc. 1082, Λίβ. Esc. 255, 280, 413, 3320, Λίβ. (Lamb.) N 137, 291, Λίβ. N 1900, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1144, 1473, Ιμπ. 574, 852, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 708, Θησ. Πρόλ. [2], Δ́ [906], Διήγ. Βελ. χ 538, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 48, Διήγ. Αλ. V 36, Βυζ. Ιλιάδ. 74, Αλφ. 2353, Αλφ. (Μπουμπ.) I 53, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1844· μτχ. ενεστ. εξενίζοντα, Απόκοπ.2 384.
Το αρχ. ξενίζω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Ά́ Μτβ. 1) α) Φιλοξενώ, περιποιούμαι ξένους: Βίος Αισώπ. 298· Πρόσφερε ξένους, ω υιέ, στον οίκον σου απέσω (παραλ. 7 στ.) ... λέγει γαρ και η Γραφή, των προφητών οι λόγοι| «Οπού πτωχόν εξένισεν Χριστόν γαρ θεραπεύει| και οπού πτωχόν ηλέησεν Θεόν γαρ το δανείζει» Σπαν. (Ζώρ.) V 19· Οι δε άρχοντες αυτών πάλιν συνετοί και σοφοί και έντιμοι, ξενίζοντες τους τυχόντας και παραμυθούντες Ψευδο-Σφρ. 5387· β) (εδώ μεταφ. προκ. για τον Ηρόδοτο, του οποίου η συγγραφή έλαβε τον τίτλο «Μούσαι»): Πέψετε εσείς βοήθεια στα λόγια τα δικά μου,| μούσες, ...| καθώς και του Ηρόδοτον την είχετε χαρίσει,| στην κατοικιά του μοναχός πως είχε σας ξενίσει Λίμπον. 94. 2) Προκαλώ έκπληξη και θαυμασμό: το μοναστήριον και η εκκλησία αύτη, μόνον να σέβει τινάς μέσα, απορεί ο νους του λογιάζοντας εις τι τόπον ευρίσκεται τοιούτος πολύτιμος θησαυρός· ξενίζει γαρ τῳ όντι και νουν και διάνοιαν και καθένα κάνει να αστοχήσει τους κόπους και την ταλαιπωρίαν του δρόμου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 161. 3) Αναλογίζομαι, σκέφτομαι κ. με έκπληξη και θαυμασμό: Ξένισε και τον ποταμόν τόν λέγουσιν Αλφείον,| πώς το θαλασσοπέλαγος το τόσον παρατρέχει| και προς την λίμνην έρχεται την εις την Σικελίαν Λίβ. (Lamb.) N 169. Β́ (Αμτβ.) εκπλήσσομαι· εδώ η μτχ. ενεστ. ως επίθ. = έκπληκτος: και απήτις μας εγνώρισεν, ήρθεν κι εσίμωσέ μας| και τον καθέναν ήρπαξεν με πόθον και αγκαλιάσθην (παραλ. 2 στ.) κι είπε μας εξενίζοντα: «Τάχα και να ʼσθ’ εκείνοι,| τους είχα ομμάτια κι έβλεπα, τους είχα φως κι εθώρουν …;» Απόκοπ.2 384. ΙI. Μέσ. Ά́ Αμτβ. 1) Απορώ, παραξενεύομαι· εκπλήσσομαι, σαστίζω: Μάθε και τα ονόματα των δύο και ξενίζου.| Η κλήσις της χριστιανής όνομα Τοπατσία,| της βασιλίσσης πάλιν δε το όνομα Καλλιοτέρα Φλώρ. 111 (Βλ. και Köstlin, BZ 1,1892, 398)· τα πράματα του κόσμου, ως όσον πλιο τα μελετώ, ξενίζομαι ατός μου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 160· όταν ... εδιηγήθην του όλα τα συμβάντα, εις αυτόνον εξέστη ο νους του και ολωνών όσοι τον εκούγασι όλοι εξενίζουντανε Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 434· Κάμνεις με και ξενίζομαι ακόντα τέτοιον τάξη.| Και των ανθρώπω έν’ δυνατό τη Μοίρα να κουρσεύου; Φαλιέρ., Ιστ.2 117· έπεσεν το στεφάνι από το πρόσωπον τον Νεκτενάβον και έπεσεν εις το κεφάλι του Αλεξάνδρου. Και ως είδαν οι μεγιστάνοι και ο λαός, όλοι εξενίσθηκαν και εθαύμασαν Διήγ. Αλ. G 26737· (με επόμ. τις προθ. εις, σε + αιτιατ.): δέσποτά μου, θαυμάζομαι σε και ξενίζομαι εις τον λόγον σου. Εσύ βλέπεις πώς σε σφίγγουσιν οι όχλοι και στεναχωρούσιν οι άπειροι λαοί και συ λέγεις: «τις μου ήψατο;» Πηγά, Χρυσοπ. 235 (10)· Ξενίζομαι στον άνθρωπον οπού ουδέν πιστεύει| κρίσιν και ανταπόδοσιν εις τον παρόντα κόσμον,| που παραβλέπει τον κριτήν, την φοβεράν ημέραν Αλφ. καταν. 66. 2) Νιώθω έκπληξη και θαυμασμό· θαυμάζω: αυτός (ενν. ο ιερεύς) εξενίστηκε από το θαύμα, έμεινεν άφωνος Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 445· Βλέποντά σε (ενν. Μαρία) ξενίζεται των αρχαγγέλων χώρος.| Λέγοντες ποια εκ την έρημον ετούτην αναβαίνει,| ώσπερ καπνός του λιβανιού το άρωμα χρισμένη; Σκλέντζα, Ποιήμ. 742· Χρήμαν πολύν, ατίμητον και πλούτον ουκ ολίγον| ήφεραν εις τον βασιλέα· είδεν και εξενίστην Διήγ. Βελ. χ 301· (με υποκ. τις λ. νους, ψυχή): χρυσήν λεκάνην έθηκαν με το κρασίν ομπρός του,| ωσάν ο μαύρος μεθυσθεί και άρξηται του παίζειν,| να είδες, να εθαυμάστηκες, ο νους σου να εξενίστην Αχιλλ. N 351· είδαμεν κάστρου καλλονήν, είδαμεν κάστρου κτίσμαν| και ως έχω από αφηγήματος να ξενιστεί η ψυχή σου Λίβ. (Lamb.) N 784· (με επόμ. την πρόθ. εις + αιτιατ.): και τραγουδεί του η άτυχος (ενν. η Τάρσια) με τέτοιαν μελωδία| οπ’ όλοι εξενίζονταν εις τέτοιαν ευωδία Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1504]. 3) Ξενιτεύομαι: Ξενίζεται ο Ιμπέριος ο θαυμαστός εκείνος διά τα λόγια τα όπισθεν τά είπεν ο πατήρ του Ιμπ. μετά στ. 188 κριτ. υπ. χφ V. Β́ Μτβ. (Για τη μτβ. χρ. βλ. και Ανδρ., Προσφ. Κυριακ. σ. 53-4) 1) Νιώθω απορία, περιέργεια, έκπληξη, ξάφνιασμα για κ.: Λοιπόν μηδέν θαυμάζεσαι, μηδέν ξενίζεσαι το,| ανέν και βλέπεις άνθρωπον σήμερον τιμημένον (παραλ. 2 στ.) και μετά μέρες πάλε αυτός ...| βλέπεις τον χαμηλότερον πολλά παρά τους άλλους Ντελλαπ., Ερωτήμ. 628· Ευρέθησαν κι οι δυο γυμνοί κι εις τ’ άλλου των εθώρει,| Αδάμ το εξενίζετο κι η Εύα το ηπόρει Χούμνου, Κοσμογ. 80· Ξενίζομαι τα λόγια σου, καλέ, μα την αλήθειαν Ερωτοπ. 647· Εξενιζόμην το πουλίν πώς εκατεδουλώθην| και ανθρωπινά συνέτυχεν ως διά την δούλωσίν του Λίβ. P 1779· όλοι εθαυμάζουνταν και εξενίζουνταν πώς εγλύτωκαν, απού ήτονε απάνω τως τόσα χαλάσματα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 408· Είδα γραιάν κι επήδα τράφον| και, ως την ειδα, εξενιζόμην| πώς η γραία επήδαν τράφον| και ουκί φοβείται μη πέσει Λέοντ., Αίν. I 38· Ξενίζομαι πώς λείπεσαι (ενν. εσύ, μοίρα), θαυμάζομαι πώς χρειάζεις| από τα πράματα της γης εσύ που τα μοιράζεις ... Φαλιέρ., Ιστ.2 131· όταν εγεννηθη το παιδίον και εξέβην εις το φως του κόσμου και έκλαυσεν και είπεν: «Όταν σωθούν οι σαράντα χρόνοι, πάλιν θέλω γυρίσει εις εσένα, μητέρα εδική μου γης». Και είδεν πας άνθρωπος και εξενίστη πώς εσύντυχεν το παιδάριον Διήγ. Αλ. V 27. 2) α) Νιώθω έκπληξη και θαυμασμό βλέποντας κάπ. ή κ.: Θωρούσιν την (ενν. την Μαργαρόνα) οι καλογρές πάνυ ωραιωμένη,| πολλά την εξενίζουνται, κράζουν και την ’γουμένη Ιμπ. (Legr.) 642· ήταν το δακτυλίδιν| αυτόφυον, αυτοκόμματον, κόκκινον ως την φλόγα·| είδα το, εθαυμάστην το, την θέαν του εξενίσθην Λίβ. N 2241· το μεσοκήπιν, ως δοκώ, αν το κατασκοπεύσεις,|να το θαυμάσει ο λογισμός και ξενισθεί το (έκδ. ξενισθήτω· διορθώσ.) ο νους σου Διγ. Z 97· β) Θαυμάζω κάπ. ή κ.: τους σκλάβους να ξενίζεσαι με τσ’ αργυρές μαχαίρες Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [768]· όρισεν ο αυθέντης και παρόντος του Πέρσου έψαλε τούτο ο ψάλτης ομοίως ώστε και τον Πέρσην και τον αυθέντην θαυμάσαι. Εδωρήσατο ουν και αμφοτέροις δωρεάς και εξενίζετο την λεπτότητα του ψάλτου Ιστ. πολιτ. 5114· ’Πιδεξια και ’πιτήδεια ήσα βαλμένα| που ’στέκα κι εσυντήρουν ένα ένα| και μέσα μου ξενίζουμου την τόση| διάρμιση και την πάστρα και τη γνώση Βοσκοπ.2 167· Έσωθεν δε ήτον πράγμα πολλον θαύματος άξιον, οπού βλέποντας των καμερών το πλήθος και της καθεμίας την ωραιότητα εξενίζετο καθένας άξια όντως παλάτια γυναικός βασιλίσσης Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 430. 3) α) α1) Παρατηρώ, περιεργάζομαι κ. με απορία, έκπληξη και θαυμασμό: εξενίζετο (ενν. ο Δάρειος) την φορεσιάν του Αλεξάνδρου Διήγ. Αλ. G 2764· έβλεπα εγώ την τροπικήν, εθαύμαζον τα πάντα·| εξενιζόμην το έντεχνον το μάρμαρον εκείνον Λίβ. P 2747· α2) βλέπω, παρατηρώ κ. με θαυμασμό: και αγάλι αγάλι επήγαινα, σιγά σιγά επερπάτουν,| τον κόσμον εξενίζουμου, τ’ άνθη και τα καλά του Απόκοπ.2 18· β) σκέφτομαι, αναλογίζομαι κ. με έκπληξη και θαυμασμό: Ξενίσου και τον ποταμόν τον λέγουσιν Αλφείο| πώς το θαλασσοπέλαγος το τόσον παρατρέχει| και προς την λίμνην έρχεται την εις τη Σικελίαν Λίβ. Esc. 153. 4) Νιώθω έκπληξη και δέος ή φόβο καθώς αναλογίζομαι κ.: και ξενίζομαι και φρίττω| πώς η κτίσις εγκρυβάται| εις τα φρούρια και όρη| και εις βάραθρα δασώδη| και κρημνώδη και συντρέμει την απώλειαν τήν έχει Χρησμ. I 46· Ξενίζομαι τον θάνατον, την αδικίαν λυπούμαι,| από κοντά να τον ιδώ την πρόσοψιν φοβούμαι Νεκρ. βασιλ. 89. 5) (Με γεν.) απομακρύνομαι από κάπ., αποχωρίζομαι· στερούμαι: απεχαιρέτησε (ενν. ο Βέλθανδρος) τον βασιλέα τότε,| ξεβαίνει και τον Φίλαρμον ευρίσκει τον να στέκει·| σφικτά περιλαμβάνει τον, γλυκέα καταφιλεί τον| και λέγει τον ...| «Ξενίζομαι ο δυστυχής αδελφικού σου σπλάγχνους» Βέλθ. 49.
ξηρά- η, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 548, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 139, 271, Λίβ. P 2073, Λίβ. Esc. 3010, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 124, Κορων., Μπούας 39, Δωρ. Μον. XXIX, Διακρούσ. 7224, 9620· ξερά, Ιων. 2149.
Το αρχ. ουσ. ξηρά (L-S, λ. ξηρός). Η λ. και σήμ.
1) α) Η γη, η στεριά (σε αντιδιαστολή με τη θάλασσα): τον Γύριο θεό των ουρανώ εγώ φοβούμαι, ος έποικεν τη θάλασσα και τη ξερά Ιων. 2149· ειδέ περάσω θάλασσαν και την ξηράν πατήσω Λίβ. Sc. 1851· εσέν (ενν. κυρ κόρακα) ο αυθέντης έπεμψεν να υπάς να ’ξωβιγλίσεις| το πού ʼμεθεν ... και πού ʼναι γης και τόπος.| Και εσύ απελθών εις την ξηράν … (παραλ. 1 στ.) έμεινες και εξώμεινες Πουλολ. (Τσαβαρή)2 558· β) (στην έκφρ. από ξηράς και συχνότερα διά ξηράς): ο γουν βασιλεύς συμφέρον λογισάμενος ως αν και από ξηράς πέμψει βοήθειαν προς το καταπολεμήσαι την Λαοδικείαν Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 94· στενοχωρούμενος τοίνυν ο Βαϊμούντος από τε ξηράς και θαλάττης Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 384· ορίζει (ενν. ο βασιλεύς) τον μεν Καντακουζηνόν διά ξηράς απελθείν μετά του φοσσάτου Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 85· ο μεν Καντακουζηνός από θαλάσσης, αυτός δε διά ξηράς μάχονται την Λαοδίκειαν Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 94· επεί ούτε διά ξηράς ούτε διά θαλάσσης είχε (ενν. ο Βαϊμούντος) στρατεύματα Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 104· γ) η γεν. με το ουσ. φουσσάτον = χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις: φουσσάτον μέγαν, δυνατόν, ξηράς τε και θαλάσσης Διήγ. Βελ. χ 74. 2) Ξέρα: δέσε τα πλωρήσια σου εις το ακρωτήρι ... και να στέκεις κοντά ως διά το άστρον και τα σίδερά σου από το μεσημέρι· και πρόσεχε ότι παρακάτω ολίγον έχει πλακήν ξηράν Πορτολ. B 2918.
ξόμπλι- το, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 957, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 135, Θησ. ΙΆ́ [914], Δεφ., Λόγ. 268, Πανώρ. Β́ 462, Γ΄ 481, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. Χάρ. 60, 116, Ά́ 450, Γ́ 288, Κατζ. Γ́ 168, Πιστ. βοσκ. V 5, 399, Φαλλίδ. 139, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 13, 637, 644, 2022, Γ́ 806, 1583, Έ́ 665, Θυσ.2 963, Στάθ. (Martini) Ιντ. ά́ 36, Ιντ. β́ 68, Γ́ 407, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελλ. 12, Έ́ 212, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [357], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 78, 619, Ζήν. Ά́ 300, κ.α.· εξέμπλιον, Διαθ. Βοϊλά 24143· εξόμπλι, Ασσίζ. 27428· εξόμπλιν, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 338· εξόμπλιον, Χριστ. διδασκ. 473· εξόμπλι(ο)ν, Διήγ. Βελ. χ 500· ξάμπλιν, Κυπρ. χφ. 160· ξόμπλιν, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 909, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 164, Μαχ. 57213, Άνθ. χαρ. 29626, 29821, Κυπρ. χφ. 160, Πανώρ. Γ́ 147, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 222, Παλαμήδ., Βοηβ. 746, Ξόμπλιν φ. 130r· οξόμπλιν, Μαχ. 7236. Ξόμπλιν φ. 137v, 138v.
Από το μτγν. ουσ. έξομπλον < λατ. exemplum (Βλ. Ανδρ., Λεξ. στη λ.). Για την τροπή του -έ- σε -ό- βλ. Triand., Lehnw. 9 = Τριαντ., Άπ. Ά 333. Για το αρκτικό ο του τ. οξόμπλιν βλ. Meyer, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 109. Ο τ. εξόμπλι(ν) σε έγγρ. του 1688 (Βαγιακ., ΕΚΕΙΕΔ 5, 1954, 72) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Meyer, NS III 49-50). Ο τ. ξόμπλιν στο Meursius και σήμ. ιδιωμ. (Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 638], Φαρμακ., Γλωσσάρ. 85 και 412, Παπαδ. Α., Λεξ., λ. εξόμπλιν). Τ. ξόμπλιο στη Ζάκυνθο (Κονόμ., Ζακυθ. λεξιλ., λ. ξομπλιάζω). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
1) α) Παράδειγμα, δείγμα: έχομεν πολλά ξόμπλια στην οικουμένη| αυθεντάδων και στρατηγών οπού ʼναι ακουσμένοι Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 27· Λοιπόν τον Έρωτα αν κι αυτή να τη γελάσει αφήκε,| που ’ναι δεκατριώ χρονώ ... (παραλ. 2 στ.), μην την καταδικάσομε, μα ας τηνε λυπηθούμε,| γιατί σε νιες, γιατί σε γρες ξόμπλια πολλά θωρούμε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1612· εσύ μιας πίστης| αληθινής σημάδι| κι ενούς μεγάλου πόθου ξόμπλι ομάδι Πιστ. βοσκ. V 3, 59· β) παράδειγμα προκ. για περιγραφή, επιβεβαίωση, απόδειξη: Μα ʼναι φωτιά όνταν αγαπά κιανείς κι αυτός μισάται (παραλ. 1 στ.). Κι α Θες με ξόμπλι να το δεις, στράφου και δες εμένα| πόσες φωτιές τα μέλη μου καίσινε τα καημένα Πανώρ. Β́ 359· ξένα ξόμπλια δε θα πω, μάλλιος με τα δικά σου,| αναθυμώντας μέσα μου τα τόσα βάσανά σου,| πιάνω πολλούς λογαριασμούς Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 453· άρχισα να παρηγορού του φίλου τως την πρίκα| και ξόμπλια μυριαρίφνητα πολλά ’μορφα του λέσι,| καταδικάζουσί τονε, να βλέπεται μη φταίσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 731· (συχνά με τα ρ. δείχνω, παίρνω, φέρνω· πβ. σημερ. παίρνω (για) παράδειγμα): σώπασε το διάταμα, τα ξόμπλια οπού μου δείχνεις,| γιατί τα λόγια που μιλείς στον άνεμο τα ρίχνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 517· ιδές τα έργα των γονέων κι όλην την πολιτείαν| κι έπαρε ξόμπλι απ’ αυτούς ως για την κορασίαν Δεφ., Λόγ. 292· ήφερνε (ενν. ο Πεζόστρατος) ξόμπλια απόμακρα, πράματα περασμένα| και καταπώς του σάζασι τα ’λεγεν έναν ένα.| Με τούτες τες παραβολές αγάλια αγάλια σώνει| εις το σημάδι το μακρύ κι ήρχισε να ξαμώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 911. 2) Κ. ανάλογο ή παρόμοιο μ’ αυτό για το οποίο γίνεται λόγος: Ω χάρη δίχως ξόμπλι,| ω λύπηση μεγάλη των θεών μας Πιστ. βοσκ. V 6, 287. 3) (Εδώ προκ. για τη θυσία που γίνεται σε ανάμνηση της Εξόδου των Εραίων): είπ’ ο Θεός να πιάσουν| τα ζα τως τα πρωτότοκα να του τα θυσιάσουν,| εξόμπλιν της ενθύμησης διά την ελευθεριάν τως Χούμνου, Κοσμογ. 2467. 4) α) Παράδειγμα προς μίμηση, πρότυπο, υπόδειγμα: το έπαινός του και η καλή του ακουγή να γίνεται εξόμπλι εις πάντας, καλόν ποιείν πάντας εκείνους οπού ένι υπό την εξουσίαν τον Ασσίζ. 27428· ας μηδέν μιμηθούμεν| εκείνους τους ανάξιους, ...| μόνον κείνους τους ακουστούς το αίμαν τως που χύσαν| όλοι για την πατρίδαν τως κι εμάς ξόμπλιν αφήσαν Παλαμήδ., Βοηβ. 92· να σε πάρω συντροφιά, να δεις πώς θυσιάζω,| να πάρεις ξόμπλι από με, να διάζεις τά διάζω Θυσ.2 560· όσοι είναι της εκκλησιαστικής τάξεως, του λόγου τους θέλουσι δείχνει παράδειγμα του ποιμνίου τους και εξόμπλιον Χριστ. διδασκ. 473· β) (αναφορ. με πρόσ. ως αντικείμενα μίμησης): κρατείς σ’ όλους κοινή κι ίσα τη δικιοσύνη| κι είσαι το ξόμπλι της τιμής Στάθ. (Martini) Ιντ. β́ 9· Κόρη μου ευγενικότατη, του δάσου στολισίδι, ξόμπλι της καλοριζικιάς, τσ’ ανάπαψης παιγνίδι Ιντ. κρ. θεάτρ. δ́ 34· Εγίνης των αμαρτωλών το εξόμπλιν και καθρίπτης,| διότ’ εις τες αμαρτίες σου ουδεποσώς εκρύπτης Σκλέντζα, Ποιήμ. 1211· γ) περίπτωση άξια προσοχής προς νουθεσία: ο άνθρωπος ...| θωρώντα ξόμπλια των αρχιών πρέπει του να νοήσει| την στράταν την ορδινιαστήν ογιά να μη σκοντάψει| και πέσει μέσα στην ιστιάν κι η λάβρα τονε κάψει Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 140· Αφήνω ξόμπλια αμέτρητα …| … σαν ειν’ τ’ Αλέξανδρου, τ’ Αλκείδη, …| … κι έρχομαι εις νιοι, απού επέσα| σε βρόχια αγάπης βασιλιοί και δεν εξεμπερδέσα Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 347· Τούτα τα ξόμπλια φέγγουσι του καθενός να βλέπει,| να ζει στον κόσμο, να περνά μ’ ειρήνη και μ’ αγάπη Δεφ., Λόγ. 263· δ) πάθημα που μπορεί να χρησιμεύσει ως μάθημα, παράδειγμα προς αποφυγήν: Ω ποθητοί απονήρευτοι, σήμερον απ’ εμένα| λάβετε ξόμπλι, μάθετε εις τά μου ʼχει καμωμένα| και μηδέν κάμετε ποτέ είδωλον της καρδιάς σας| το πρόσωπον μιας γυναικός Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [1240]· Έρωτα, με το ξόμπλι μου μηδένας μην ελπίζει| πολύ καιρό πασίχαρος μετά σου να γυρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 227· ο σκλαβωμός κι η μοίρα μου κι ετούτη η δόλια χώρα| ξόμπλι ας γενούν παντοτινά του λογισμού σου τώρα,| για να μην είσ’ αλύπητος ατούς έπιασες στη μάχη,| γιατί τό μὄλαχεν εμέ μπορεί κι εσένα λάχει Ερωφ. Ιντ. δ́ 102· ε) (προκ. για τιμωρία που γίνεται για παραδειγματισμό των άλλων): συντροφιαστούς στον Άδη| ... εβάλθηκα τώρα να τουσε πέψω| και με το ξόμπλι ετουτουνών τους άλλους να φρονέφω Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 182· να μηδέν μείνει η αφορμή των παιδιών χωρίς να παιδευτούν, να δώσει ξόμπλιν ο ρήγας να μεν αποτορμούν οι λας να φεύγουν Μαχ. 7629. 5) Σημάδι, ένδειξη, απόδειξη: Τη μάννα και τον κύρη σου η Αρετή λυπάται,| γιαύτος το σφάλμα οπού ’καμες για δα δε ’μολογάται (παραλ. 2 στ.), μ’ αν είν’ και δει από λόγον σου ξόμπλι κιανέναν άλλο,| το φανερώνει του κυρού, κάτεχε, για μεγάλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1989· ολημερίς κι οληνυκτίς τρομάσσει και φοβάται (ενν. ο Ρωτόκριτος)| και πάντα ξόμπλιν εγνοιανό στήν αγαπά γυρεύγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 745· εγνώρισέ το φανερά πως δεν τον απαρνάται,| ξόμπλι μεγάλον ήδειξε εκεί όπου τυραννάται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 818. 6) α) Διακοσμητικό θέμα κεντήματος: ώρες ψιλότητες ξομπλιών εγάζωνεν η κόρη| κι ώρες βιβλία τω φρόνιμων εδιάβαζε κι εθώρει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 633· ένα ζευγάρι σεντόνια καινούργια με τα ξόμπλια και άλλο με τα πλεκτά Διαθ. 17. αι. 10121· β) (συνεκδ.) η εργασία του κεντήματος: Το διάβασμαν εσκόλασε (ενν. η Αρετούσα), το ξόμπλι δεν τσ’ αρέσει,| στην παίδα τση δεν ηύρισκε πράμα να τη ’φελέσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 639. 7) Διακοσμητικό στοιχείο, στολίδι, κόσμημα: τον βασιλέαν ετέντωσαν τένταν χρυσήν, ωραίαν,| λιθαρομαργαρίταρα εξόμπλια της τέντας Διήγ. Βελ. χ 500. 8) Σχεδίασμα (Βλ. Κριαράς [Καλλίμ. σ. 261]): Αι δε του κάστρου πύλαι| μέγα τι πράγμα και φρικτόν και κάλλος μετά φόβου:| χρυσός και λιθομάργαροι, πλην των προτιμητέων,| των πολυτίμων, των καλών και των ενδοξοτέρων| και τάξιν επαρμόζουσαν (έκδ. ‑ζουσιν· διόρθ. Χατζηγιακ., Δημώδη Α′ 205) προς είδος εξομπλίου Καλλίμ. 187.
οικείος,- επίθ., Σπαν. A 459, Κομν., Διδασκ. Δ 258, Προδρ. (Eideneier) IV 530 χφφ VPK κριτ. υπ., Διάτ. Κυπρ. 5072, Διγ. Z 978, 1626, 3137, Βέλθ. 733, 801, Διήγ. Βελ. χ 409, Λίβ. Esc. 1179 κριτ. υπ., Λίβ. N 1027, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 185, Σφρ., Χρον. (Maisano) 12610, 15429, Μάρκ., Βουλκ. 34329, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 735, Byz. Kleinchron. Ά́ 14988, Διγ. Άνδρ. 34930· οικειός, Σπαν. (Μαυρ.) P 173.
Το αρχ. επίθ. οικείος. Για τον τ. βλ. Hatzid., Einleit. 438. Η λ. και σήμ.
1) (Για πρόσ.) α) που ανήκει στην οικογένεια: Χρον. Τόκκων 2139· Υιόν τους τον εποίησαν (ενν. τον Κάρουλον), οικείον κληρονόμον Χρον. Τόκκων 3481· «προς μακράν αποχωρείτε| μοναχόν μετά των παίδων| των οικείων και ιδίων| εν τῳ οίκῳ αιχμαλώτων των τε γυναικών αφήτε» Ερμον. Ω 137· β) (κατ’ επέκταση) έμπιστος, αφοσιωμένος: εκείνον το ευνουχόπουλον ήτον οικείον της κόρης Λίβ. Sc. 50· Εν μίᾳ γαρ των ημερών καθίσας συν εκείνοις,| τοις φίλοις του τοις ποθητοίς, τοις φίλοις τοις οικείοις Διγ. Z 2426· Ο Βελισάριος, ο νικητής ο μέγας,| ο μέγας φρονιμότατος, της βασιλείας οικείος Διήγ. Βελ. χ 554· γ) (προκ. για χριστιανό) πιστός (Πβ. Lampe, Lex., στη λ., 3, έκφρ. οικείος της πίστεως): χριστιανός ορθόδοξος και του Χριστού οικείος Παρασπ., Βάρν. C 46. 2) Που ανήκει σε κάπ., ατομικός, προσωπικός α) (προκ. για πράγμα): ΄ Έκθ. χρον. 5711· β) (προκ. για έκταση) ιδιωτικός: Χώρος οικείος έξωθεν υπήρχεν εκ του τείχους Διγ. Z 3787· γ) (προκ. για μέλος του σώματος): Διγ. (Trapp) Gr. 2619· Ψευδο-Σφρ. 16213· δ) (προκ. για αφηρημένη έννοια): Ο γαρ Κάδμων εδιδάχθη| εκ την γνώσιν την οικείαν Ερμον. Α 61· Οικείον πένθος έκαστος την συμφοράν ηγούνταν Αχιλλ. N 1735· ο δε Βαϊμούντος την οικείαν συνείδησιν έχων αυτόν ελέγχουσαν επιτηδείως προς τους λόγους του βασιλέως απεκρίνατο Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 415. 3) Κατάλληλος, ταιριαστός: Μάρκ., Βουλκ. 34211, 34327. Το αρσ. ως ουσ. 1) Συγγενής, οικείος: Σφρ., Χρον. (Maisano) 685. 2) Στενός φίλος, σύντροφος: Αχιλλ. N 165. 3) Άνθρωπος της εμπιστοσύνης κάπ., έμπιστος: ο βασιλεύς υπέμεινε με τους οικείους του μόνος| τους πρεσβυτέρους Σπαν. (Μαυρ.) P 173. 4) Συμπατριώτης· ομόφυλος (Η σημασ. στο Lampe, Lex. στη λ. 2): ος (ενν. ο Ιωακείμ) και συνῴκει μετ’ αυτής ποτέ προς Βαβυλώνα (παραλ. 1 στ.) καθ’ όν καιρόν και Δανιήλ ο θαυμαστός προφήτης| υπήρχεν ο περίδοξος πάσχων συν τοις οικείοις Σωσ. 6. Το θηλ. ως ουσ. = πιστή ακόλουθος, έμπιστη υπηρέτρια: επεί ως οικείαν της θυγατρός αυτός της ιδικής μου| ενέπλεξε και ηγάπησεν, να της τον δώσω απάρτι Βέλθ. 968. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = α) σπίτι, οίκος· τόπος διαμονής: Ο πέμπτος λόγος ...| ... έχει μεν την αρπαγήν του στρατηγού της κόρης,| ήν ο Ακριτης έλαβε, εις τα οικεία ήλθεν Διγ. Z 1632· Διήλθον ουν τον ποταμόν, η δέ (ενν. η Μαξιμώ) προς τα οικεία Διγ. Z 3612· εσέβημεν όλοι εις τα κελία| και πάντες άλλοι πήγασιν όλοι εις τα οικεία Αρσ., Κόπ. διατρ. [1329] β) οικογενειακή, ιδιωτική περιουσία: Ει γαρ και γέγονας τυφλός, αλλ’ έχεις εξ οικείων| πράγματα των καμάτων σου ...,| ύπαγε εις τον οίκον σου και τρέφου εξ εκείνων Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 725. Το συγκριτ. του ουδ. ως επίρρ. = πιο κατάλληλα, ταιριαστά: Ταύτα γαρ ιδόντος του Κροκοντείλου (ή μάλλον Κροκοδείλου ειπείν οικειότερον) προσεκύνησε και αυτός τον αμιράν Σφρ., Χρον. (Maisano) 16224.
ολιγοστός,- επίθ., Προδρ. (Eideneier) IV 392, Διγ. (Trapp) Gr. 2950, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 604, Αχιλλ. N 506, Ιμπ. 532, 794, Διήγ. Βελ. χ 421, Αργυρ., Βάρν. K 103, 401, Βυζ. Ιλιάδ. 603, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 362, Διήγ. πανωφ. 60, Χριστ. διδασκ. 477· ελιγοστός, Παρασπ., Βάρν. C 81· λιγοστός, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 688, Παρασπ., Βάρν. C 395, Άλ. Κύπρ. 948, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. β 2.
Το αρχ. επίθ. ολιγοστός. Ο τ. ελιγοστός σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ.). Ο τ. λιγοστός στο Somav. και σήμ. Η λ. στο Somav. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) Πολύ λίγος (σε αριθμό ή ποσότητα): εξήλθεν ο βασιλεύς μετά τινών ολιγοστών στρατιωτών Πανάρ. 7711· Οι γαρ άνθρωποι του τόπου [τότε] ήσαν ολιγοστοί και οι ιερείς ολιγότεροι Χειλά, Χρον. 348· τρία βαρέλια εγέμισεν δουκάτα τραχωμένα| και απάνω βάνει ολιγοστόν άλας και εγέμισέν τα| να φαίνεται εις τους άπαντας ότι άλας έν’ γεμάτα Ιμπ. 640· κάλλιον έπαρ’ σιγανήν (ενν. γυναίκα), να θέλει την τιμήν σου| και ας έχει χρήμα λιγοστόν και ας ένι τιμημένη Σπαν. (Μαυρ.) P 236. 2) Μικρός σε μέγεθος: εν δέ τῃ χειρί τανύζει (παραλ. 1 στ.) συν του απαιωρουμένου| του ολιγοστού σιδήρου| του ημισφαιρίου κύκλου (παραλ. 1 στ.) την νευράν μάλα γενναίως Ερμον. Ε 263. 3) Περιορισμένος σε έκταση ή βαθμό: τον Ιούλιον μήναν πάλιν εγίνην θανατικόν εις τας Σέρρας, αμή ήτον ολιγοστό Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 46. 4) (Προκ. για χρόνο) λίγος, πολύ σύντομος: σαν περάσει λιγοστός καιρός θέλω γυρίσει Ιμπ. (Legr.) 197· Καιρόν εκάμαν λιγοστόν όσον να ητοιμασθούσι Άλ. Κύπρ. 918. 5) (Με αφηρημένο ουσ.) λίγος, μικρός: κἀμού ολίγον κουφισμόν τάχατε του πατρός σου (ενν. να δώσεις)| κι ολιγοστήν ανακωχήν εκείνης της μητρός σου Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 794. 6) Ασήμαντος, μη υπολογίσιμος, ανάξιος λόγου: στης Εγγλητέρας ύστερον νησίν εκαταντήσαν,| οπού ’σαν οι αντίδικοι της Κωνσταντίνου πόλης,| ολιγοστοί εις δύναμιν και εις στρατίαν μώλεις Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 258. Ο θετ. βαθμός του επιθ. ως συγκριτ. = λιγότερος: Εκείνοι που έρχονται εδώ του να μας πολεμήσουν| όλοι είναι πολυσύναχτοι από διαφόρες γλώσσες (παραλ. 3 στ.). Ημείς γαρ και αν είμεστεν ολιγοστοί απ’ αύτους,| όλοι είμεθεν εγνώριμοι και μιας ουσίας ανθρώποι Χρον. Μορ. P 3991. Το ουδ. του επιθ. (ολιγοστό(ν), λιγοστό) ως επίρρ. (πβ. ά. ολιγοστά) = λίγο: Θέλω από την σήμερον να εξέλθω από τον τόπο,| να πάγω να λείψω ολιγοστό Ιμπ. 177 κριτ. υπ.· Εξέβην ο Ιμπέριος μέσα εκ το καράβιν| να αναπαυθεί ολιγοστόν, μικρόν να ανασάνει Ιμπ. 653· εύλογον εν’ το ζήτημα και μη τους παρακούσεις· ανάπαυσέ τους λιγοστόν και πάντας θέλεις έχειν Σπαν. (Μαυρ.) P 180.
ολοτζάπωτος,- επίθ., Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 512 (δις), Διήγ. Βελ. χ 280, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 461· ολοτζάμπωτος, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 461 κριτ. υπ.
Από το ά́ συνθ. ολο‑ και το τζαπώνω. Η λ. στο Somav. και σε δημ. τραγ. (Μαστροδημήτρης, Ποίηση ν. Ελληνισμού Γ́ 192).
α) (Προκ. για εικόνα) που είναι όλη επικαλυμμένη συνηθέστ. με λεπτό στρώμα πολύτιμου μετάλλου (Για τη σημασ. βλ. Lemerle [Act. Saint-Pantél. σ. 68, 215] και Somav. στο λ. ολοτζάποτη εικόνα): ετέρα εικών ολοτζάπωτος ο Χριστός και οι δύο Ευαγγελισταί, Λουκάς και Ιωάννης Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 512· β) ολοκέντητος, ολοποίκιλτος, ολοστόλιστος (Για τη σημασ. βλ. Πολίτης Λ. [Πριν Άλ.2 σ. 129 σχόλ. στο στ. 266 και Μετά Άλ.2 σ. 167]· πβ. και Κουκ., ΒΒΠ Β́2 43): τέντες ολοτζάπωτες μετά χρυσά κουδούνια Διήγ. Βελ. N2 300· ήσαν (ενν. τα καλίκια) ολοτζάπωτα χρυσοκλαβαρισμένα,| με λιθομαργαρίταρα τριγύρου στολισμένα Γεωργηλ., Θαν. 154.
ομματίτσι(ν)- το, Διήγ. Βελ. χ 62· ματίτσι(ν), Ερωτοπ. 583, Ch. pop. 223.
Από το ουσ. ομμάτι(ν) και την κατάλ. ‑ίτσι(ν). (Για την κατάλ. βλ. Κουκ., Ελλην. 4, 1931, 361 κε.). Ο τ. ματίτσι και σήμ. ιδιωμ. (Georgac., The -ιτσ- suffixes 229).
Ματάκι: Έχεις ματίτσια έμορφα, ωριά, ζωγραφισμένα Ch. pop. 237· (μεταφ.): Κακός εχθρός η φυλακή, ποτέ πιστά ου φυλάσσει (παραλ. 1 στ.)· μακάρι μη λουρδίζεται μετά [δισ]σά ματίτσια, ως εκεί παίζει μετ’ εσέν Γλυκά, Στ. 241. Φρ. Τρέχουν τα ομματίτσια (μου) = κλαίω: έτρεχαν τα ομματίτσια του ως τρέχει το ποτάμιν Αχιλλ. N 955.
ομομήτριος,- επίθ., Διήγ. Βελ. χ 228, Διήγ. Βελ. ρ 376, Διήγ. Βελ. N2 250, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 7· πληθ. ομομήτροι, Ερμον. Γ 250.
Το αρχ. επίθ. ομομήτριος. Ο πληθ. ομομήτροι από μετρ. αν.
οργανιά- η.
Πιθ. από τον αόρ. του οργαίνω και την κατάλ. ‑ιά.
Μεγάλη οργή, έχθρα, μίσος: όσην αγάπην έδειχνεν (ενν. ο βασιλεύς) πριν εις τον Βελισάρην,| τόσην κακίαν και οργανιάν (χφ ‑ίαν) εγύρισεν εις αυτόν Διήγ. Βελ. χ 328 κριτ. υπ.
οργανώνω·- εργανώνω, Διήγ. Βελ. χ 325 κριτ. υπ.
Το μτγν. οργανόω. Η λ. και σήμ.
Προετοιμάζω συστηματικά: οι άρχοντες λέγουν τον βασιλέα (παραλ. 5 στ.) «Ήξευρε, πάντων δέσποτα και των Ρωμαίων το κράτος,| πριν να πληρώσει τρίμερον, χάνεις την βασιλείαν·| ο Βελισάριος βασιλεύς έναι εις την Κωνσταντίνου πόλιν. (παραλ. 2 στ.) Και αν ου τον χάσεις, βασιλεύ, και αν ου τον θανατώσεις,| τον εδικόν σου θάνατον θέλεις ιδείν συντόμως.»| Καθήν ημέραν πολεμούν και οργανώνουσίν τον Διήγ. Βελ. χ 325.
όργητα- η, Διήγ. Βελ. χ 328, Φαλιέρ., Ιστ.2 28, Συναξ. γυν. 208, Δεφ., Λόγ. 308, Πανώρ. Β΄ 402, Γ΄ 614, Δ΄ 340, Ε΄ 178, 280, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 342, Πιστ. βοσκ. Α΄ 5, 36, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 230, Β΄ 944, Γ΄ 1298, Δ΄ 750, Ε΄ 1282, Ευγέν. 338, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 107, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 182, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [598], Χορ. β΄ [6], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 273, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 202, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20725, κ.α.
Από το ουσ. οργή αναλογ. με τα ουσ. σε ‑(τ)ητα (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 9). Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.).
1) Θυμός, οργή· έχθρα: του κυρού μου η όργητα σε σπλάχνος να γυρίσει| και να τελειώσει η κάκητα και να τον αγαπήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 81· Ήστεκεν ο Ρωτόκριτος πάντα σιμά στου ρήγα| κι οι όργητες επάψασι κι οι μάνητες εφύγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1224· όπου ορίζει ο έρωτας, πάσ’ όργητα τελειώνει| και πέφτει η μάνητα η παλιά όπου η νια αγάπη σώνει Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 725· (μεταφ.): όποιος σε φτωχότητα αναθραφεί (παραλ. 2 στ.) του ριζικού την όργητα ποτέ δεν την φοβάται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 620· (σε μεταφ.): Διώξε τα νέφη τσ’ όργητας απού το πρόσωπό σου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 423· η όργητά του η κακή ν’ άπτει σαν το καμίνι Τζάνε, Κρ. πόλ. 16722· (ως σύστ. αντικ.): αυτόν ο Κύριος, λέγω, επαίδευσέν τον,| οργίσθην του όργηταν πολλήν διά την ’δωλολατρίαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2135· εκφρ. όργητα θυμωμένη = (για έμφαση) υπερβολική οργή: τάχατες μου τυχαίνει| ν’ αρματωθώ σκληρότητα κι όργητα θυμωμένη; Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1008]. 2) (Προσωποπ., προκ. για τις θεές της οργής): Τσ’ Όργητες τες σεμνές θεές, Ουρβίκιε, θες στολίσεις Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 41. 3) Απέχθεια, αποστροφή: Οι ασπριλάδες τω μαλλιώ κι οι δίπλες του προσώπου| με βάνουσι στην όργητα πάσα λογής αθρώπου Πανώρ. Α΄ 262· όχι τον πόθο από με βγάνοντας, από κείνη| την όργητα, για να μπορεί ταίρι μου ν’ απομείνει Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 56. Φρ. 1) Βάνω κάπ. σ’ όργητα = κάνω κάπ. να οργιστεί: καλλιά ’τονε να βάλει (ενν. ο έρωτας)| ’ς τόση περίσσαν όργητα και κάκητα μεγάλη| την κόρη μου την όμορφη θάνατο να μου δώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 342. 2) Είμαι στην όργητα κάπ. = υφίσταμαι το θυμό κάπ.: δεν είχα μπόρεση να ζήσω διχωστάς σου,| να ’μαι στην καταφρόνεση, να ’μαι στην όργητά σου Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 232. 3) Έχω όργητα σε κάπ. = είμαι οργισμένος με κάπ.: να ’χει όργηταν ο Γύπαρης είναι πρεπό σ’ εσένα| γιατί περίσσα βάσανα τον έχεις αξιωμένα Πανώρ. Ε΄ 213. 4) Κατέρχομαι σ’ όργητα = γίνομαι θύμα της οργής κάπ.: Είπεν ατός του μέσα του, είτις μπορεί να πάθω| και για τον Απολλώνιον σ’ όργητα να κατάρθω Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [268]. 5) Μπαίνω σ’ όργητα = οργίζομαι, θυμώνω: ο Καίσαρης ζιμιό εμπήκε πάλι| σαν πρώτας σ’ όργητα πολλή και κάκητα μεγάλη| και τον Πιλάτο όρισε πάραυτας να φλακιάσου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 4607. 6) Πέφτει η όργητα = ξεσπά οργή και (συνεκδ.) αποδίδεται τιμωρία: Σ’ ετούτο (ενν. το δοξάρι) ας πέσει η όργητα και μοναχό ας πλερώσει| ετούτην την θανατερήν πληγήν που μου ’χε δώσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1445]. 7) Πιάνω όργητα = οργίζομαι: γυρίζω πάλιν| αντίδικά του κι όργητα πιάνω πολλά μεγάλην Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [740]. 8) Σβήνω την όργητα = παύω να είμαι οργισμένος, ηρεμώ: Αιώνιοι κι αθάνατοι θεοί την όργητά σας| ακόμη δεν εσβήσετε, δεν παύει η μάνητά σας; Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [335]. 9) Στέκει η όργητα = σταματά η οργή: Πάψε, Θεέ, τη μάνητα κι η όργητά σου ας στέκει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 169. — Βλ. και οργή.
ορίζω,- Σπαν. (Ζώρ.) V 45, Λόγ. παρηγ. O 718, Προδρ. (Eideneier) IV 125, Ασσίζ. 736, 3116, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1422, Βέλθ. 543, Ερμον. Θ 262, Χρον. Μορ. H 468, 4210, Χρον. Μορ. P 686, 2062, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 214, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 83, Οψαρ. 36240, Φλώρ. 1222, Σαχλ., Αφήγ. 322, Απολλών. 84, Λίβ. N 2862, Αχιλλ. L 96, Αχιλλ. N 153, Αχιλλ. (Smith) O 345, Ιμπ. 10, 688, Χρον. Τόκκων 888, Φαλιέρ., Ενύπν.2 102, Μαχ. 430, 4444, Σφρ., Χρον. (Maisano) 649, Διήγ. Βελ. N2 150, Διήγ. Βελ. χ 15, Θησ. Β΄ [474], Χούμνου, Κοσμογ. 50, Βουστρ. 437, Αλεξ. 160, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 183, Απόκοπ.2 284, Συναξ. γυν. 372, Διήγ. Αλ. G 289, Χρον. σουλτ. 8528, Ιστ. πολιτ. 3613, Ιστ. πατρ. 14121, Αλφ. 104, Πτωχολ. (Κεχ.) P 203, Κυπρ. ερωτ. 1014, Πανώρ. Ε΄ 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 44, Γ΄ 305, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β΄ 51, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 204, Διγ. Άνδρ. 39335 δις, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 223, Γ΄ 370, Θυσ.2 80, 406, Στάθ. (Martini) Β΄ 69, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 67v, Πτωχολ. A 146, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [580], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 127, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 164, Διακρούσ. 8613, Τζάνε, Κρ. πόλ. 31010, 53213, κ.π.α.· μτχ. παθητ. ενεστ. οριζάμενος, Αλφ. 108· παρατ. ήριζα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1839· όρεζα, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3118· οριστ. αορ. ήρισα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 97, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 38· προστ. αορ. όρσε, Στάθ. (Martini) Β΄ 171· ’ρίζω, Ανακάλ. 50, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 460, Γεωργηλ., Θαν. 490, Αλεξ. 2828, Κορων., Μπούας 94, Ρίμ. θαν. 112, Αχέλ. 1175, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 570, Θρ. Κύπρ. M 526, Δαρκές, Προσκυν. 116, Κυπρ. ερωτ. 1214, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 579, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 137, Πιστ. βοσκ. I 4, 30, Παλαμήδ., Βοηβ. 345, Σταυριν. 408 Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1402, Θυσ.2 1000, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 246, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22222, κ.α.· παρατ. έριζα, Μαχ. 54633· αόρ. έρισα, Ασσίζ. 943, Μαχ. 1423, 502, 541, 886, 11031, 16015, 18227 (ερίσεν), 43023, 43429, 49615, 55633, 62224, Βουστρ. 416, 417, 438, 451 κριτ. υπ., 453, 455 (ερίσεν), Αλεξ. 1502.
Το αρχ. ορίζω. Η προστ. αορ. όρσε στο Somav. (λ. ορίζω) και σήμ. υβριστ. Ο τ. ’ρίζω και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 770, λ. ρίζω, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 248, λ. ρίζω, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. λ. ρίζω και Pern., Ét. linguist. I 217 σημ. 1). Ο παρατ. έριζα και ο αόρ. έρισα στο Somav. (λ. ορίζω) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 770, λ. ρίζω). Η λ. και σήμ.
(Μτβ. και αμτβ.) 1) α) Διατάζω: Χρον. Μορ. H 1129, Μαχ. 147, Χρον. Μορ. P 5825, Μαχ. 1440· (με την πρόθ. εις + αιτιατ. προσ.): Αυθέντη μου πανένδοξε και ρήγα και τοπάρχα,| είτι ορίσεις εις εμέν ας γένει θέλημά σου Ιμπ. 307· ήλθεν ο σουλτάν Μουράτης από το Ρεβάνι εις την Πόλην … και όρισεν εις τον κόσμον του και έκαμαν δεύτερον ντουνανμάν ωσάν το πρώτο Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 46v· (με σύστ. αντικ.): αν έμελλε (ενν. ο πανιέρης) να ορίσει άλλον ορισμόν, έβγαινεν το μεσομέριν και δεν τους εγύριζεν ως τη νύκταν Μαχ. 65419· Τον ορισμόν, τόν όρισεν, θέλω να τον πληρώσω Χρον. Μορ. P 4473· (αμτβ.) όρισε και εκράξασιν μισίρ Ντζεφρέ τον μπάιλον Χρον. Μορ. H 2321· ωσάν ορίζεις, πατέρα, ούτως να ποιήσομεν Διήγ. Αλ. G 2675· (μέσ. αμτβ.): Λοιπόν ευθύς ορίσατο κι έγινε το γεφύρι,| την δε τέχνην κι εφεύρεσιν ο κάθεεις ετήρει Κορων., Μπούας 61· β) παραγγέλλω: ούτως σε ορίζω, θυγατέρα μου, μεγάλες τιμές να κάμνεις του Αλεξάνδρου και, αφού σεβαίνεις εις τα χέρια του, να τον έχεις αφέντην και βασιλέαν με όλην σου την καρδίαν Διήγ. Αλ. G 28132· όξω απο κείνο, μ’ όριζε ό,τι σου φανεί άλλο.| Και ανίσως κι έρθει σου αρρωστιά κιαμιά φορά, σου τάσσω| τορνέσι απού το χέρι σου ποτέ μου να μην πιάσω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 324· (προκ. για το Θεό, τους προφήτες ή την εκκλησία): να είμεστεν αληθινοί, λέγει και μας ορίζει (ενν. ο Θεός) Ιστ. Βλαχ. 1458· έτσι ορίζει ο Δαβίδ ο προφήτης: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. 128r· Η αγία του Θεού εκκλησία ορίζει μετά επιτιμίων μεγάλων άπαντας τους ορθοδόξους, ίνα μη δέχονται εις τους καιρούς των θανατικών τούς βουλκολάκους Μάρκ., Βουλκ. 3394· γ) (νομ., προκ. για διαθέτη) βάζω όρο: Εάν άνθρωπος αφήσει μου εν διαθήκῃ κέρδος, ορίσει δε με ότι μετά θανάτου αυτού να ελευθερώσω την δούλην του και να την επάρω εις γαμετήν, ανάγκη μου ότι την ελευθερίαν να την ποιήσω, το δε να την επάρω γαμετήν ουκ αναγκάζομαι Ασσίζ. 53914. 2) α) Κυβερνώ, εξουσιάζω έναν τόπο, κυριαρχώ: τη χώρα την εξακουστή, την όμορφη Γορτύνη,| όριζε κι αποφέντευγεν αυτός, την ώρα κείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 590· Αυθέντης ένι δυνατός ο Τούρκος, ξεύρετέ το,| Δύσιν τε και Ανατολήν ορίζει, πιστωθείτε Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 638· Τσ’ αφέντες οπού ορίζουσιν οι δούλοι προσκυνούσι| κι όχι με κτύπους και φωνές να πα να τους ξυπνούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 563· Στους περαζόμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα| κι οπού δεν είχε η πίστη τους θεμέλιο μηδέ ρίζα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 19· (προκ. για το Θεό): κατέχει το ουρανός κι εκείνος απ’ ορίζει| τον κόσμο, κι όλα τα κουρφά πάσα καρδιάς γνωρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 55· Ω βασιλεύ των ουρανών, οπού τα πάντα ορίζεις Θυσ.2 965· β) έχω κάπ. υπό τις διαταγές μου, διοικώ: να ορίζει το φουσσάτον του ωσάν και το δικό του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1618· Φραντζέσκου του ηγαπητού, οπού ’τονε απάνω| και όριζεν ένα κάτεργον, εχθρός του Οτωμάνο Τζάνε, Κρ. πόλ. 39912· Γίνωσκε ο πλανήτης μου να στέκω σ’ αμελείαν| ουδόλως δεν μου έδωκε, μα να ’ρίζω στρατείαν Κορων., Μπούας 40· (με εμπρόθ. προσδιορ.): απάνω στα φουσσάτα του να ’ρίζω επόθεκέ με Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 46· γ) διαχειρίζομαι, διευθύνω, έχω στη δικαιοδοσία μου: Λόγιασε πως, σα σμίξετε, σε θέλει κανακίζει| κι όλα του τα ’ποστατικά μόνια πως θες ορίζει Πανώρ. Γ΄ 220· τώρα ’μαι θλιμμένη| που βλέπω την Αγιάν Σοφιάν …| οπού ’τον το πατριαρχείον κι είχε πολλήν αξία·| και τώρα την ορίζουσιν άλλοι και την κρατούσι,| τα τέκνα της ’μποδίζουσιν εκεί να μην εμπούσιν Θρ. πατρ. 43· όσα σταυροπήγια έγιναν ύστερα και είχαν κτισθεί εις τους καιρούς οπού τα όριζαν οι μητροπολίται και επίσκοποι, ποίον μνημονεύουν, ποίον υποτάσσονται Βακτ. αρχιερ. 179· δ) καταλαμβάνω, κυριεύω: Ως δε το τέλος είδασιν, ότι για να νικήσουν,| το κάστρο με αρτιλαριάν ουδέν πορούν να ’ρίσουν Κορων., Μπούας 95· ε) εξουσιάζω, κυβερνώ κάπ.: ανισώς κι ορίζουσιν άλλοι την εμαυτή μου,| τη βασιλειά σκλαβιά κρατώ, την αφεντιά φλακή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 59· Κρατούν την πρίκαν τως χωστή, κιανείς δεν τους γνωρίζει,| γιατί εφοβούντανε πολλά το ρήγα οπού τσ’ ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1184· εχάσαμε την δόξαν μας, σκήπτρα και βασιλείαν,| και μας ορίζουν οι εχθροί, το γένος των βαρβάρων Ιστ. Βλαχ. 2321· Περί δούλου αγορασμένου, ότι τον ορίζει ο αφέντης του Βακτ. αρχιερ. 147· επροσδέκτην τον Μπουτζεγκάτ πολλά καλά, και έπεψέν του τον φρονιμότερον άνθρωπον τόν είδεν ποτέ του και εχάρισέν τον βαρύτιμα κανισκία· και εποίκαν αγάπην με τους Γενουβίους, ότι ο Πουτζεκάτ έριζεν απάνω τους Μαχ. 6204· (μεταφ.) εξουσιάζω, έχω κάπ. υπό την επιρροή μου: το ριζικό δεν το ψηφώ· η Μοίρα δε μ’ ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1022· δε θε να δείξει (ενν. η Αρετή) κι εύκολα ο πόθος την ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2159· το νου και την ψυχή και την καρδιά μου ορίζεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 162· είντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μια καρδιά π’ ορίζει·| σαν τη νικήσει, ουδέ καλό ουδέ πρεπό γνωρίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1037· (μεταφ. με την πρόθ. εις + αιτιατ.): Εις τα καρτσά πρέπει να ορίζουσιν αμμέ όχι να τους υποτάσσουνται Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 105· ϛ) (με αντικ. τις λ. εαυτός, εξά και τη γεν. του λόγου μου) εξουσιάζω, ορίζω, ελέγχω τον εαυτό μου: Ποιος είναι οπού τη γνώμη σου κι αυτό το λογισμό σου| τονε κρατεί και δεν μπορείς να ορίζεις τον εαυτό σου; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 54· Πάσκω, βοηθούμαι όσο μπορώ, το σφάλμα μου γνωρίζω,| μα την εξά μού επήρανε και πλιο δεν την ορίζω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 960· Είπεν (ενν. ο γάδαρος): «εγώ ας χαίρομαι και ας την μακαρίζω| την εδικήν μου την ζωήν, του λόγου μου π’ ορίζω» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 11010. 3) Έχω κ. υπό την κατοχή μου, είμαι κύριος, ιδιοκτήτης κάπ. πράγματος, ζώου ή τόπου: Δουκάτα είχεν πάμπολλα, οσά ’ριζεν ατός του,| άλλος ουδέν ευρίσκετον στο πλούτος όμοιός του Ιμπ. (Legr.) 19· αν έναι και έχει τινάς ένα πράγμα και το ορίζει εκατόν χρόνους, πλέον δεν ημπορεί τινάς να το επάρει από το χέρι του Ιστ. πατρ. 17014· Τότες εβάλασι φωτιά σ’ όλα τα σπίτια ’κείνα,| κι εκείνοι οπού τ’ όριζαν πύρινα δάκρυα ’χυνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 18814· Η χήρα που την όριζεν (ενν. την όρνιθα) έβαλεν εις τον νουν της,| ωσάν το δώσει περισσόν κριθάρι του ορνιθιού της,| θέλει γεννήσει περισσά … Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 233· Βοσκός ωσάν το Γύπαρη στην Ίδα δε γυρίζει| πλειότερα πρόβατα κανείς και τόπους πλια να ορίζει.| Ετούτοι όλοι οπού θωρείς οι τόποι είναι εδικοί του Πανώρ. Γ΄ 30· Παράδεισον τον πάντερπνον και ωραίον του χαρίζει (ενν. ο Θεός του Αδάμ),| δένδρη, καρπούς με τους ανθούς, εκεί να τα ορίζει Χούμνου, Κοσμογ. 50· (ειρων.): Μέσα έμπα γλήγορα κι εσύ να στέκεις μετά τούτη,| και δίδω σας να ορίζετε τση φυλακής τα πλούτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 566. 4) α) (Προκ. για νόμους) καθορίζω, θεσπίζω· επιβάλλω: ειδέ εποίησεν εκείνην την κακοπραξίαν ή εκείνην την ανομίαν, διά τό του ετάχθηκα να του δώσω, ορίζει το δίκαιον ότι ουδέν είμαι κρατημένος να του δώσω τίποτες Ασσίζ. 15620· Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος εχωρίστην την γυναίκαν του … και έχουν τέκνα, και το δίκαιον ορίζει ότι, εάν τα παιδία ένι παρακάτω των δ΄ χρονών, εντέχεται να τα θρέβει η μητέρα τους έως όπου να γενούν ζ΄ ετών Ασσίζ. 12411· εποίκεν εκείνον τό όριζεν η ασσίζα να ποίσει και το εγνώρισεν η αυλή να ποίσει Ασσίζ. 21720· ούτως ένι ορισμένον κατά τον νόμον Ασσίζ. 5814· β) (προκ. για το Χριστό, τους εκκλησιαστικούς κανόνες ή τα ιερά βιβλία) καθορίζω, θεσπίζω· διδάσκω: έτσι ορίζει το αψευδές στόμα του Χριστού, ότι: «Ο ελεήμων άνθρωπος εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν την αιώνιον κληρονομήσει» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 103v· ποτέ του δεν ήθελε να ειπεί ή να παρέβει έξω από εκείνο οπού όριζαν οι θείοι νόμοι Ιστ. πατρ. 9821· Ο δε καλός Βασίλειος ευλογήθη την κόρην, καθώς ορίζει ο νόμος των ευσεβών χριστιανών Διγ. Άνδρ. 3622· Ιδέ τό ορίζουν οι γραφές και τα βιβλία όπου έχουν (ενν. οι Έλληνες) Χρον. Μορ. H 805· γ) (προκ. για το Θεό) καθορίζω κ. αμετάκλητα: τις μπορεί ν’ αντισταθεί εις ό,τι κι αν ορίσει (ενν. ο Κύριος)| και να ειπεί τα μέλλοντα και να το ερευνήσει; Διακρούσ. 10123· κόποι δε μπορούσι| μηδέ βουλές μηδ’ άρματα ποτέ ν’ αντισταθούσι| στό ’ρίσασιν οι ουρανοί Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ΄ 93· —Βάρος εις τούτο δεν έχεις, Χάροντα, ’μολογώ το,| εκείνος οπού σ’ έστειλε τιμώ και προσκυνώ το.| —Βάρος εσύ μηδέν πάρεις και να με καταγνώσεις,| γιατ’ έτσι ’ν’ οριζάμενο το χριος σου να πλερώσεις Αλφ. 108. 5) (Με αντικ. τις λ. ημέρα και ώρα) προσδιορίζω, καθορίζω (χρονική στιγμή): αμμέ ουδέν πρέπει να στερεώσου την ορμασίαν, τουτέστιν να ορμαστού παρά τας ημέρας τας ορισμένας Ασσίζ. 37829· ως το έκαμαν άρτζι εις τον σουλτάνον ότι δίδουν φλωρία πεντακόσια να εβγάλουν τον πατριάρχην, να έλθει πάλιν εις τον θρόνον ο πρώτος πατριάρχης, κύρις Ιωακείμ, όρισε της ώρας και έβγαλαν τον αυτόν κύριν Ιωακείμ Ιστ. πατρ. 1407. 6) Διορίζω, αναγορεύω: Την γαρ αυτοκρατόρισσαν, τήν όρισες κυράν μας (παραλ. 10 στ.) εκείνη δε μηχάνημαν εσκεύασε και δόλον Καλλίμ. 2258. 7) α) Επιθυμώ, θέλω: Εμέν αρέσει με καλά και συμβουλεύω σε το,| και ποίησέ το απόκοτα, με προθυμίαν μεγάλην (παραλ. 3 στ.). Εν τούτῳ λέγω, αδελφέ, ορίζω κι αγαπώ το·| άνοιξον το λογάρι μου κι έπαρον όσον θέλεις Χρον. Μορ. H 286· κατά την στίμα οπού κάνουνε, ας πάρουνε την στίμα και εις την Αυθεντία μας και ας κάμει ό,τι ορίσει Σεβήρ., Διαθ. 19182· Ετούτο είναι το σύγγραμμα του Αγκύλα … και, αν ορίζετε, ακούσετε τι έπαθεν εκείνος εις το ύστερον Διγ. Άνδρ. 38010· όντεν ορίζεις κι όπε θες, ας πάμε σ’ ένα τόπο| μακρά, γιατί βαριούμαι το το πλήθος των ανθρώπω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 907· β) διαλέγω: βρει θέλει (ενν. ο Πανάρετος) τρόπον όμορφο να δει να τση (ενν. της Ερωφίλης) μιλήσει,| τον ένα απού τσι δυο τωνε να πάρει, όποιον ορίσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 20. 8) Αποδεικνύω, τεκμηριώνω κ. με παράδειγμα: Ο μύθος λέγ’: η παίδευσις η πρώτη ’ναι π’ αξίζει,| καθώς το είπ’ ο Αίσωπος κι εις το χαρτί τ’ ορίζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 4728. 9) Μπορώ: Αντάμ με πόθον δυο καρδιές ποθούνται (παραλ. 1 στ.) την ζήλαν ’δέ το φτόνος, δεν φοβούνται| ’δέ μισιτιά μεσόν τους να ’ρτει ορίζει Κυπρ. ερωτ. 434. 10) α) Λέω, μιλώ: όσα με είπες και λαλείς, όρισές τα με δίκαιον,| επεί ατός μου εγροικώ το φταίσιμον, τό έχω Χρον. Μορ. P 5833· «Σίμωσε και άκουσέ το·| τοσούτον θέλω ειπείν, Σιμών, και καλοδιάκρινέ το».| «Δάσκαλε», τ’ αποκρίθηκεν, «όρισε και αφουκρούμαι·| τό μ’ ερωτήσεις να σου πω …» Σκλέντζα, Ποιήμ. 143· (με είδος σύστ. αντικ.): «Ω φίλοι μου, υπαγαίνω έμπροσθεν διά να εύρω συγχαρίκια από την ποθητήν μου, διά να μην με προλάβει άλλος τινάς και πάρει το, και εγώ θέλω φανείς εις εκείνην ράθυμος πολλά». Απεκρίθησαν οι άνθρωποί του και είπαν: «Άξια ορίζεις και ποίησον ως θέλεις το γληγορότερον» Διγ. Άνδρ. 3398· β) (προκ. για γραπτό κείμ.): Ακούω από την Θείαν Γραφήν οπού ορίζει διά τον Ιώβ και διά τον άγιον Ευστάθιον το πως έπαθαν πολλά κακά Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 64v· γ) διαβεβαιώνω: ο βασιλεύς κυρ Ιωάννης όριζέ μας, αλλά και άλλοι οι ιδόντες και ομιλήσαντες αυτόν, ότι φρονιμότερον άνθρωπον εις την Ιταλίαν ουκ είδον Σφρ., Χρον. (Maisano) 13620. 11) Ζητώ να μάθω· ρωτώ: Τώρ’ αν ορίζεις ποια ’ν’ η αφορμή μου| λοιπόν κι έγραψα προς την αφεντιά σου,| έξευρε κι ένι πρώτα η ομορφιά σου Κυπρ. ερωτ. 9121. 12) Αποφασίζω: Αφού δε τότε η αυθεντία τούς λόγους του νοήσαν,| μεθ’ όλον το συμβούλιον μετά χαράς ορίσαν| αρχηγός να γένει σ’ άλογα εκ τον Μόριά ’ξακόσια Κορων., Μπούας 113. 13) α) Προσκαλώ: Όρνεα και πουλία μου, μικρά τε και μεγάλα,| ουδέν σας ήφερα εδώ διά να γενολογάστε·| διά τιμήν σάς όρισα, ήλθετε εις την χαράν μου,| να φάγετε, να πίετε και να χαρείτε άμα Πουλολ. (Τσαβαρή)2 656· β) (Νομ.) καλώ κάπ. στο δικαστήριο, κλητεύω: όσοι εις το οφίτσιο τούτο γράφονται διά να δουλεύουσι είναι ωσάν να είναι οι ’φαντάδες, ήγουν οφιτσιάλοι αφεντικοί και αγκαλά και δεν πιάνουνε ανθρώπους, κάνουν έτερες υπηρεσίες του λαού της χώρας, ωσάν να ορίζουνε τους ανθρώπους να έρχουνται εις την κρίσην, ομοίως και να αμαχεύουν Σουμμ., Ρεμπελ. 171. 14) (Νομ.) καταγγέλλω, μηνύω: να τον έχει ορισμένο το λεγόμενο κυρ Νικολό οδιά ένα κτήμα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 234· η κερά Ζαμπέτα … να όρισεν το μισέρ Τζουάνε, το κύρην της, πρετεντέροντας να τση δώσει αλιμέντα, εις το οποίον δεν ασεντίριζεν ο λεγόμενό τση κύρης Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6372. 15) (Μεταφ.) αφήνω, εναποθέτω: εκείνος που μου τα ’κοψεν (ενν. τα χέρια), εγώ δεν τον γνωρίζω.| Μα εις την κρίσην του Θεού, ας ξέρει, τον ορίζω Ευγέν. 812. 16) (Με την πρόθ. διά + αιτιατ.) φροντίζω, ενδιαφέρομαι για κ.: να μη λυπάται ορφανόν, να μην πονεί την χήρα,| αμμή να ορίζει πάντοτε διά εδικήν του μοίρα Σαχλ., Αφήγ. 334. 17) Εξετάζω ως παράδειγμα, «κοιτάζω»: Ίδετε τον φαρισαίον, καταμάθετε και τον τελώνην τον άδικον … Όρισε, αν ορίσεις, και τον μοιχόν και τον κλέπτην και πάντα άνθρωπον κακόν Πηγά, Χρυσοπ. 283 (19). 18) Επιφυλάσσω κ. σε κάπ.: Χριστιανούς δε συντηρώ, γυναίκες και παιδάκια,| μόνο τσ’ εχθρούς που μου ’ριζαν μουράγια και χαντάκια Τζάνε, Κρ. πόλ. 56516. 19) Αφήνω, επιτρέπω: Ω Κύριε, μην τ’ ορίσεις,| τον λόγον σου μετάστρεψε, μηδέν μας θανατώσεις Ρίμ. θαν. 103· φρ. μη(δέν)/να μην τ’ ορίσει/ —ουν o/οι Θεός/—οί/η Τύχη (προκ. να δηλωθεί απευχή, κατηγορηματική άρνηση ή έντονη αποποίηση μιας κατηγορίας· πβ. τη φρ. Θεός φυλάξοι!): Μηδέν τ’ ορίσει γείς θεός ποτέ, χρουσοκερά μου,| τόσο κακό να δούσινε τ’ αμμάτια τα δικά μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 163· ανέν και τούτο γροικηθεί, που η Τύχη μην τ’ ορίσει,| λόγιασε, βάλε το στο νου, τά θε να κάμει η κρίση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 241· Κύρη, δεν είναι μπορετό οπίσω να σ’ αφήσω| και μην τ’ ορίσουν οι Θεοί δίχως σου να κινήσω Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 180· λέγει έμπροστεν της αυλής: «μη τ’ ορίσει ο Θεός ότι έδωκά του το αυτόν να το πουλήσει τούτον το πράγμαν!» Ασσίζ. 1972· εφειδήν ουδέν ομολόγησαν εκείνον το κακόν έργον, αμμέ λέγουν «μη το ορίσει ο Θεός!», εντέχεται όλοι να ένι εις την φυλακήν ένα χρόνον και μίαν ημέραν Ασσίζ. 45923· Να μην τ’ ορίσει ο Θεός ότ’ είν’ αυτός χαΐμης,| αμ’ είν’ πιστός και δουλευτής του βασιλέως όλος Στ. Βοεβ. 14. 20) Έρχομαι· η σημασ. πιθ. όπως στη φρ. «καλώς να ορίσουν»: εάν τα μελίσσια μου λείπουν έξω εις έναν δένδρον άγριον οπού ουδέν έχει αυθέντην … και τα μελίσσια ποιούν μέλιν απάνω του, το δίκαιον ορίζει και κρινίσκει ότι πάσα άνθρωπος ημπορεί να πάρει απ’ εκείνον το μέλιν με το κείμενον, χωρίς παράπτωμαν οπού πολεμά τινος, διότι ένι τόπος κοινός (έκδ. καινός· διορθώσ.) και λαλεί να ορίσουν Ασσίζ. 19911. 21) (Η προστ. αορ. όρσε ως δεικτ. μόρ. όταν δίνουμε κ. σε κάπ.) ορίστε, να: ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: ρεάλι ένα δανεικό μού δώσε, από ’χω χρεία (παραλ. 1 στ.). ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Si non expendo, durum est; modo obtinere intentum,| darem, si mihi peteres, non solum hoc, sed centum).| Όρσε Πετρούτσο. ΠEΤΡΟΥΤΣΟΣ: Αφέντη μου, καλώς την αφεντιά σου,| πε μου είντα θέλεις, ογιατί γροικώ τη την καρδιά σου Στάθ. (Martini) Β΄ 171. Φρ. Ορίζω συμπάθειον εις + αιτιατ. = έχω, δείχνω κατανόηση για κ.: δέομαι του κάλλους σου και του χρυσού σου τρόπου| ίνα ορίσεις συμπάθειον εις τους πολλούς μου πόνους Στίχ. ερωτ. 24. Το θηλ. και το ουδ. της μτχ. παθητ. παρκ. ως ουσ. = καθορισμένη ώρα: μη βραδύνω το σύνολον κατά την ορισμένην| κι ονειδισθώ εις υποστροφήν και ζην με ου συμφέρει Διγ. (Trapp) Gr. 633· να μην αργήσω σήμερον κατά το ορισμένον,| ονειδισθώ εις το γένος μου, δεν θέλω ζην εις κόσμον Διγ. Z 877.
ορισμός- ο, Καλλίμ. 69, 2036, Διάτ. Κυπρ. 50111, Ελλην. νόμ. 54425, Ασσίζ. 91, 437, Βέλθ. 611, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 2910 (Δωδώνη 8, 1979, 378), Ερμον. πρόλ. 32, Ω 141, Χρον. Μορ. H 780, Χρον. Μορ. P 2339, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 87, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 41, Φλώρ. 836, Απολλών. 255, Λίβ. Sc. 2918, Λίβ. N 3524, Αχιλλ. L 74, Αχιλλ. N 265, Αχιλλ. (Smith) O 101, Ιμπ. 501, Χρον. Τόκκων 3740, Φαλιέρ., Ιστ.2 162, Διήγ. Βελ. χ 14, Μαχ. 47, 1107, Δούκ. 42326, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3430, Διήγ. Βελ. N2 171, Θησ. Β΄ [84], Ch. pop. 804, Χούμνου, Κοσμογ. 299, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 219, Γεωργηλ., Θαν. 495, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 27, Βουστρ. 434, Διήγ. Αλ. V 21, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 145, Ριμ. κόρ. 633, Έκθ. χρον. 301, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [514], Συναξ. γυν. 20, 112, Κορων., Μπούας 53, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 72v, Τριβ., Ρε 123, Πεντ. Αριθμ. XXVII 14, Πεντ. Δευτ. I 26, Πτωχολ. α 173, Μαλαξός, Νομοκ. 365, Αχέλ. 275, Χρον. 307, Χρον. σουλτ. 6629, Ιστ. πατρ. 801, Αλφ. 1029, Πηγά, Χρυσοπ. 119 (29), Δωρ. Μον. XIX, Κυπρ. ερωτ. 624, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 312, Β΄ 290, Γ΄ 91, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 10, Παλαμήδ., Βοηβ. 213, Ιστ. Βλαχ. 489, Διγ. Άνδρ. 32921, Θυσ.2 24, Στάθ. (Martini) Ιντ. β΄ 49, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 438, Ε΄ 366, Βακτ. αρχιερ. 152, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 190, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 139, Δ΄ 47, Ροδινός (Βαλ.) 73, Διακρούσ. 926, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17416, Hagia Sophia V 5433, Μπερτολδίνος 169, κ.π.α.· ’ρισμός, Παρασπ., Βάρν. C 458, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 392.
Το αρχ. ουσ. ορισμος. Η λ. και σήμ.
1) α) Διαταγή, εντολή: πράξω και τους ορισμούς και τα προστάγματά σου| και όλα σου τα βουλεύματα ετοίμως να πληρώσω Φλώρ. 173· Εμίσεψεν ο δουλευτής και μετά μέρες σώνει| στη χώρα, και τ’ αφέντη του τον ορισμό πλερώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 786· (ως σύστ. αντικ.): αν έμελλε (ενν. ο πανιέρης) να ορίσει άλλον ορισμόν, έβγαινεν το μεσομέριν και δεν τους εγύριζεν ως τη νύκταν Μαχ. 65420· τον ορισμόν, τόν όρισεν (ενν. ο πρίγκηπας), θέλω να τον πληρώσω Χρον. Μορ. P 4473· (προκ. για το Θεό, τους αγίους ή την εκκλησία): Ούτως γαρ ένι πρόσταγμα και ορισμός Κυρίου Πένθ. θαν.2 631· επειδή εχάλασες τον ορισμόν (έκδ. οργισμόν· διορθώσ.) των αγίων και την οδόν του Θεού, … ουκ εί Χριστιανός Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 63· δεν είναι μοναστήρι οπού να έχει κανένα παιδευμένον άνθρωπον, εις τον οποίον να ξομολογούνται και να φυλάγουσι τον ορισμόν της εκκλησίας Ροδινός (Βαλ.) 143· (προκ. για τον προφήτη Μωάμεθ): διά να φυλάγει τον ορισμόν του προφήτου εκατεφρόνησεν την βασιλικήν δόξαν Διγ. Άνδρ. 32719· β) έγγραφη διαταγή: άνοιξε τον ορισμόν του ρηγός και τον εδιάβασαν, ότι να τον έχουν διά μπάιλόν τους και γοβερναδόρον, να του δίδουν όλα τα συνηθισμένα τέλη τα αφεντικά και να τον τιμούν και να τον έχουν όλοι καθώς να ήτον και το πρόσωπον αυτού του ρηγός Δωρ. Μον. XLI· απέστειλεν (ενν. ο Σουλτάν Σουλεϊμάνης) αυτόν (ενν. τον καπετάνιο της αρμάδας) μετά φοβερού ορισμού εις την Χίο προς τους πρώτους του τόπου και εις όλον τον λαόν, ίνα καθώς ιδούν και αναγνώσουν τον ορισμόν της βασιλείας αυτού να του παραδώσουν το κάστρον καθώς είναι με τες σκευές και με άλλα άρματα Κώδ. Χρονογρ. 49 δις· εγράψαμεν ορισμούς εις πάντας τους εν τῃ περιοχῄ της Ανδρούσης, … ίνα έλθωσι μετά αρμάτων και των πλειόνων ανθρώπων της αρχής ενός εκάστου αυτών Σφρ., Χρον. (Maisano) 4219· (στην έκφρ. γραφή ορισμός): του (ενν. του Σελίμη) έστειλε (ενν. ο σουλτάνος) γραφή ορισμό με την βούλλα του ότι να ’ρθει εις την Πόλη Χρον. σουλτ. 1384· γ) έγγραφο με το οποίο παραχωρούνται δικαιώματα ή προνομιακή μεταχείριση, παραχωρητήριο: εγώ βασιλεύς σουλτάν Μεχεμέτης διά του παρόντος μου εγγράφου ορισμού κάμνω ψυχικόν εις τον βασιλέαν της πόλης Κωνσταντίνον τον Παλαιολόγον και εις τους άρχοντας αυτού να τους δώσω … να έχουν διά να ζουν ευημερημένα ως άρχοντες, να έχουν αναπαύσεις και δούλους …· τον δε επίλοιπον λαόν θέλω ότι να είναι ελεύθεροι από πάσαν εγγαρείαν και βάρος τινός Ιστ. πατρ. 16716· ως είδε ο σουλτάνος την δουλοσύνην αυτών (ενν. των Κορωναίων), εδέκτη τους με μεγάλην ευσπλαχνίαν και αγάπην και ορισμόν τούς έδωσε ότι να είναι ελεύτεροι από άπασαν εγγαρείαν. Και ούτως εγράφτη ο ορισμός εις την ώρα εκείνην Χρον. σουλτ. 13332, 33· δ) νομική διάταξη: Διά του συνμπαμού και διά τους αρχηγούς εθεσπίστην, ότι πάντες οπού ένι υποταχτικοί της αφεντίας της Ρώμης εντέχεται να ζιουν με ειρήνη και με ανάπαυσιν, και διά τούτον ένι διαφεντεμένον όλους εκείνους εις την αφεντίαν της βασιλείας των Ιεροσολύμων, ότι κανείς να μηδέν σηκώνει ταραχήν κατά τον άλλον και πολεμώντα του άδικον και αγανάκτησιν ού χωριατοσύνην, αμμέ να συνηθίζουν και να κρατούν καλήν αγάπην μέσο τους· και είτινες θελήσουν να παν κατά πρόσωπα τούτους τους καλούς ορισμούς … Ασσίζ. 45430. 2) α) Εξουσία, κυριαρχία σε τόπο: ο βασιλεύς, οπόταν γυρεύει να επάρει πολύν ορισμόν και κάστρη και χώρας, τον εδικόν του και ηγαπημένον ενεμπιστεύεται Διήγ. Αλ. V 29· (μεταφ.): αφ’ την θνήσιν την κακήν τα σπίτια εβρωμίσαν·| τόσον καιρόν να βρίσκουνται κλεισμένα, βουλλωμένα,| κι απ’ ορισμόν της σανιτάς να ’ναιν διαυθεντεμένα Γεωργηλ., Θαν. 71· β) εξουσία, δικαιοδοσία: Τον Πέντε-Βόιον εις εξουσιάν, είτα σ’ ορισμόν του (ενν. του πάπα),| εις χείρας του τον έδωκεν (ενν. ο Μερκούριος) ως σκλάβον εδικόν του Κορων., Μπούας 72· Φαίνεταί σου διά τες αφορμές όπου λαλείς να μείνομεν εις τον ορισμόν σου και εις την αφεντίαν σου; Το ποίον παρακαλώ να μηδέν γενεί Μαχ. 60013· (μεταφ.): αφήννω ’δά στον ορισμόν σου| όλον τον εμαυτόν μου, αγγέλισσά μου Κυπρ. ερωτ. 223. 3) α) Θέληση, επιθυμία: ει μεν και βούλει, βασιλεύ, και έναι ορισμός σου,| ορίσε να μου δώσουσιν εμέναν την κιθάραν Απολλών. 218· Θεέ μεγαλοδύναμε, αν είναι ορισμός σου (παραλ. 1 στ.), … δος σ’ αυτούς τα σπίτια τους, δος και τα πατρικά τους Διακρούσ. 1147· Πατήρ μου, αυθέντη θαυμαστέ …,| τον ορισμόν, το θέλημαν τό έχρηζες έποικά το Ιμπ. 451· «Κρατώντα το, κυράτσα μου, το λαμπιρό σου χέρι| από τα πλια ακριβότερα μέλη μού θέλει φέρει».| Και με την άλλην άπλωσα και πιάνω το λαιμόν της| και προς εμέν την ήφερα δίχως τον ορισμόν της Φαλιέρ., Ιστ.2 448· Τούτην δέ οπού με ερωτάς (παραλ. 1 στ.), αν έναι ο ορισμός σου να την πάρεις,| εις γυναίκα να την πάρεις,| κέρατα θέλουν φυτρώσει| στην αυλήν της βασιλείας σου Πτωχολ. (Κεχ.) P 247· β) καλή, φιλεύσπλαχνη διάθεση: Εγώ παρακαλώ τον ορισμόν του (ενν. του χάρου)| για να λευτερωθώ τέλεια ’πό κείνον| απού μ’ έκαψεν πια παρά κανέναν Κυπρ. ερωτ. 149. 4) α) Άδεια, συγκατάθεση: εσηκώθην ένας αμιράς και λαλεί του σουλτάνου: «Δος μου ορισμόν εμέν του δούλου σου να σου συντύχω· παρακαλώ πολλά την μεγάλην σου αφεντίαν έμπροσθεν τους αμιράδες σου να μου ακούσεις» Μαχ. 18224· η τάμε Μαρία τε Πλισίε διά το θαύμαν τό είδεν εις την αδελφοτέκνην της και διά να κατευοδωθεί ο άντρας της … εζήτησεν με όλην της την καρδίαν του ρηγός να της δώσει ορισμόν και τόπον να κτίσει ναόν του Τιμίου Σταυρού απού γης Μαχ. 6833. Τα παιδία εκείνους τους ανθρώπους οπού δαιμονίζουνται οι γονείς αυτών, εάν θελήσουν τα παιδία να ορμαστούν, ημπορούν να ορμαστούν δίχως να επάρουν τον ορισμόν τούς γονείς αυτών Ελλην. νόμ. 52620· Εάν η γυναίκα υπάγει μετά ξένων ανθρώπων εις παραδιάβασιν ή να μείνει έξω του οίκου της άνευ του ορισμού του ανδρός αυτής, χωρίζεται Ελλην. νόμ. 5384· έκφρ. με τον ορισμόν σου = εφόσον το εγκρίνεις (πβ. σημερ. φρ. «με την άδειά σου/σας»): Αύριον το πρωί θέλω με τον ορισμόν σου να καβαλικεύσω να έλθω να πολεμήσω άλλην μίαν φοράν, διά να εγνωρίσεις καθαρότερα την μάθησιν οπού έχω εις τον πόλεμον Διγ. Άνδρ. 39332· β) άδεια αναχώρησης: Οι μαντατοφόροι ευκαρίστησάν του (ενν. του ρήγα) πολλά από το καλόν θέλημαν όπου τους εποίκεν και επήραν ορισμόν και επήγαν εις το Κάργιος Μαχ. 15827· έδωκέν τους (ενν. ο ρήγας τούς μαντατοφόρους) ορισμόν να στραφούν εις την Αμόχουστον και να ποίσουν το ταξίδιν τους Μαχ. 1789· γ) άδεια άσκησης επαγγέλματος: αν ευρεθεί (ενν. ο ξενικός ιατρός) άξιος να γιατρέψει, ο επίσκοπος να του δώσει ορισμόν απώδε και ομπρός να γιατρεύγει όπου θέλει εις την χώραν Ασσίζ. 4382· αν γίνεται ότι κανείς γιατρός γιατρέψει εις την χώραν άνευ ορισμού, η αυλή εντέχεται να ποιήσει να τον πιάσουν και να τον κιβεντίσουν έξω της χώρας Ασσίζ. 4387. 5) Λόγος, ομιλία, κουβέντα: «Είτιναν εύρω όπισθεν τρεπόμενον και φεύγει| … να τον διχοτομήσω».| Επαίνεσαν τον ορισμόν του θαυμαστού Αχιλλέως| και πάντες προσεκύνησαν Αχιλλ. O 170. Φρ. 1) Βγαίνω εκ τον ορισμόν κάπ. = παρακούω κάπ., απειθώ σε κάπ. (Πβ. και βγαίνω 27): Καλώς τη θυγατέρα μου την πολυαγαπημένη,| οπού ποτέ εκ τον ορισμό τ’ αφέντη τση δε βγαίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 328· Μόνον διά την παράβασιν εκείνην, τήν εποίκα,| εκ του Θεού τον ορισμόν κι υπακοής εβγήκα Χούμνου, Κοσμογ. 310. 2) Δίδω ορισμόν, βλ. δίδω I Α΄ 12 φρ. 3) α) Είμαι αποκάτω τον ορισμόν σου, βλ. αποκάτω (I) 3 β φρ.· β) είμαι εις ορισμόν (κάπ.), βλ. είμαι Γ΄ 4· γ) είμαι εις τους ορισμούς (κάπ.) = (προκ. για πράγμα) είμαι στη διάθεση κάπ.: Η αγιοσύνη σου, παπακυρ Ιωάννη πέμψε μου με τον άνθρωπον αυτόν το βιβλίον του αγίου Αθανασίου, και πάλιν, αν το χρειασθείς ποτέ, είναι εις τους ορισμούς σου, επειδή τα των φίλων και είναι και λέγουνται κοινά Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 11211· δ) είμαι του ορισμού κάπ. = ανήκω στην εξουσία κάπ.: και η ψυχή και το κορμίν έναι του ορισμού σου Αχιλλ. N 1545. 4) Κάνω ορισμόν, βλ. κάμνω Φρ. 5) Περνώ τον ορισμό (του Κυρίου) = παραβαίνω τις εντολές (του Κυρίου): δεν ημπορώ να περάσω τον ορισμό του Κυρίου να κάμω καλό γή κακό από τη καρδιά μου· το ος να συντύχει ο Κύριος αυτό να συντύχω Πεντ. Αριθμ. XXIV 13. 6) Ποιώ ορισμόν = διατάζω: ο αμιραλλής εγύρισεν και είπεν του ρηγός: «Ανέν και θέλει να πάγει ο θείος σου ο κοντοστάβλης εις τες δουλλειές σου απού τον πέμπεις με το κάτεργον το δικόν σου, ποίσε ορισμόν να το πάρει Μαχ. 52017.
ορμητικός,- επίθ., Ορισμ. Μαμελ. 945, Διήγ. Βελ. χ 575.
Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ.
1) Πολεμικός, βίαιος: Το γένος των Ισμαηλιτών σπουδήν μεγάλην έχει| και μηχανάς πολεμικάς καθημερνόν ξετρέχει·| μονάφεντον, ορμητικόν, θάνατον ου φοβείται Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 991. 2) Ανδρείος, γενναίος: άνθρωπον δόκιμον πολλά και τεχνεμένον πλέον,| πανούργον, επιδέξιον, ορμητικόν εις μάχην Χρον. Τόκκων 2080· Ίσασι γαρ οι πάντες των επιφανών την σην ορμητικήν ψυχήν και το προς τας παραταγάς των πολέμων το τολμηρόν και θρασύ και λεόντειον Δούκ. 21722. 3) τολμηρός· παράτολμος: ο άνθρωπος ουδέν πρέπει να είναι πολλά ορμητικός και θρασύς, ουδέ πάλιν άτολμος και δειλός Σοφιαν., Παιδαγ. 276. Το ουδ. ως ουσ. = 1) Βιαιότητα, επιθετικότητα: ει εκ των χειρών αυτού (ενν. του Μεχέμετ) αποδράσει Κωνσταντινούπολις, προς το θρασύ και άγριον και ορμητικόν αυτού λέγω, γινώσκων γνώσομαι Δούκ. 29333. 2) Ανδρεία, γενναιότητα: Μπερνάρδος, κράλης άριστος, ο πολέμων αλογίας·| δοξάζω σου το ορμητικόν, τρισμάκαρ ρήγα, κράλη Αργυρ., Βάρν. K 55.
Ούγγρος- ο, Ερμον. Γ 239, Χρον. Μορ. H 3707, 4035, Διήγ. Βελ. χ 573, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 121, κριτ. υπ., Παλαμήδ., Βοηβ. 662, 1150, Ιστ. Βλαχ. 1103, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 312, 372· γεν. Ουγγρών, Ερμον. Υ 16, Σφρ., Χρον. (Maisano) 13611, 15, Ιστ. Βλαχ. 1102, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 388.
Για τη λ. και την προέλ. της βλ. Mor., Byzantinot. Β΄ 225-7 και Milan Adamovič, Balkan Studies 22, 1981, 109-13. Η λ. και σήμ.
Το εθν. Ούγγρος: οι Ούγγροι είναι γένος δυνατόν και πολεμικόν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 329.
ουδεκανείς,- αντων., Αχιλλ. (Smith) O 685, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 103, Κορων., Μπούας 125, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2094, Αχέλ. 1723, Χριστ. διδασκ. 61, Λεηλ. Παροικ. 530· ουδεκανένας, Χριστ. διδασκ. 2, 65, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. δ΄ 24· ουδεκιανείς, Πανώρ. Ε΄ 306, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 890, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 223· θηλ. ουδεκαμία, Άνθ. χαρ. 29410, Λούκαρ., Διάλογ. 22217, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. δ΄ 26· ουδεκαμιά, Άνθ. χαρ. 29012, 29438, 29616· ουδεκιαμιά, Ερωφ. Α΄ 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. δ΄ 742, Ε΄ 662· ουδ. ουδεκανένα, Διήγ. Βελ. χ 179· ουδεκανέναν, Άνθ. χαρ. 28819, 29432, ουδεκιανένα, Πιστ. βοσκ. III 7, 1.
Από το σύνδ. ουδέ και την αντων. κανείς.
Κανένας, ούτε ένας: όλοι αγαπούν τα ψόματα να λεν, να μας γελούσι| και την αλήθεια ουδεκανείς δε θε να την ακούσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 132· Δε μου ’δωκε (ενν. η Πανώρια) ουδεκαμιά απόκριση, Φροσύνη,| μα τ’ όμορφο τση πρόσωπο χίλιω λογιών εγίνη Πανώρ. Α΄ 355 κριτ. υπ.· ’Σ τούτο, ωχ οϊμέ, συγκλίνω| στον θάνατον, στην γην τα γόνατά μου| και ουδεκιανένα (έκδ. ουδέν κιανένα· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 284) λόγον| δε συντυχαίνω) πλια μου Πιστ. βοσκ. V 3, 122. — Πβ. μηδεκανείς.
όχλησις ‑ση- η, Σπαν. (Ζώρ.) V 320, Λόγ. παρηγ. L 591, Καλλίμ. 901, Βέλθ. 875, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 4106 (Δωδώνη 8, 1979, 394), Χρον. Μορ. H 874, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 30, 57, 100 χφ ΑΖ κριτ. υπ., 217, 267, 409, 416, 517, 659, 665 χφ Ρ κριτ. υπ., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 105, 1071, Πανάρ. 7031, Αχιλλ. N 168, Λίβ. Sc. 1785, Ιακ., Παραιν. 8, Χρον. Τόκκων 356, 603, 2658, Σφρ., Χρον. (Maisano) 787, Θησ. Ε΄ [835], Ζ΄ [733, 5], Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 803, Βυζ. Ιλιάδ. 765, 881.
Το αρχ. ουσ. όχλησις. Η λ. και σήμ. στον τ. όχληση.
1) Ενόχληση, αναστάτωση, στενοχώρια· ανησυχία: Απολλών. 680, Σκλάβ. 124. 2) Θόρυβος, φασαρία, ταραχή από συγκεντρωμένο πλήθος: ακούομεν όχλησιν πολλήν έξω του καλυβίου,| φωνάς από ανεγνώριστον γλώσσαν να συντυχαίνουν Λίβ. Esc. 2944· υπάγει το φουσσάτον| με όχλησιν και ταραχήν Διήγ. Βελ. χ 446· όχλησιν και ταραχήν, την έποικαν τα ζώα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 993· εις τον τοίχον έχει μίαν θυρίδα μαρμάρινην και απ’ αυτής εξέρχεται όχλησις και βρυγμός, ώσπερ μελισσίου πολλού, και λέγουσι τινές πως έναι εκεί η κόλασις Προσκυν. Κουτλ. 156 7915. 3) α) Έριδα, διαμάχη: γροικήσετέ το| για τι αφορμή έναι όχλησις μέσα στους δύο Θηβαίους Θησ. Ζ' [32]· για να παύσει απ’ εσάς η όχλησις και μάχη,| κάμνει σας χρεία με τ’ άρματά του να πολεμηθείτε Θησ. Ε΄ [971]· β) λογομαχία, φιλονικία: εγένετο όχλησις μέσον του κονσούλου και του παΐλου Πανάρ. 7529· Εκείνα ουκ εσίγησαν την όχλησιν τήν είχαν| και η κουκουβάγια ήρξατο υβρίζειν το ορτύκιν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 467· γ) πόλεμος, μάχη: ουδέποτε του εποίκαμεν ανορεξίαν καμίαν,| διά να έχει τίποτε αφορμή όχληση να μας ποίσει| και να γυρεύει άδικα τον τόπον μας να βλάψει Θησ. (Foll.) Ι 28· μόνον ο καπετάνος| έχει … ολίγους διά βίγλα·| αμή φουσσάτο διά όχλησιν ουδέν ευρίσκεις ’δένα Χρον. Τόκκων 567. 4) α) Δυσκολία, εμπόδιο: εξανοίξασιν απέσω και τριγύρου| όλα τα παραγιάλια …| … κι είδασιν ποιο ’ν’ το κάλλιον| που με ολιγότερη όχλησιν εκείνοι να σκαλώσουν Θησ. (Foll.) I 44· προσεπιφθέγγομαι ταχύ κακώς καταφλεχθήναι| αυτόν (ενν. τον Ισμηνίαν) τον προς την άλωσιν όχλησιν προσελθόντα Βίος Αλ. 2375· β) (στον πληθ.) αντίξοες συνθήκες: αμελέστεροι υπάρχομεν των μαθημάτων αυτών (ενν. των αρχαίων σοφών) υπό της ημετέρας ραθυμίας και διά τας οχλήσεις του νυν καιρού διά τε των ακαταστασιών και οχλήσεων του νυν αιώνος Μάρκ., Βουλκ. 3421. 5) Παράπονο, διαμαρτυρία: Ειδ’ ούτως κατακρίνεις με δίχα τινός αιτίας,| από οχλήσεως τινών ανθρώπων χαιρεκάκων,| ένι και κρίμα και κακόν, εικάζω, και αμαρτάνεις Προδρ. (Eideneier) II 71.
οχυρωμένα,- επίρρ., Διήγ. Βελ. χ 189, Διήγ. Βελ. N2 192.
Ο πληθ. του ουδ. της μτχ. παθητ. παρκ. του οχυρώ ‑ώνω ως επίρρ.
Με φροντίδα για την άμυνα: να πολεμείτε εύτολμα ως άνδρες, τιμημένα,| ανδρειωμένα, πρακτικά, σπουδαία, οχυρωμένα Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 290.
πάγκαλος,- επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 319, 662, 713, 953, Διγ. Z 3770, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 442, 1738, Ερμον. Α 17, Περί ξεν. A 145, Φυσιολ. (Legr.) 440, Θησ. Η΄ [512], Θησ. (Foll.) I 19, Διγ. Άνδρ. 3343, Διγ. O 554, 1598· υπερθ. παγκάλλιστος, Διγ. (Trapp) Gr. 207, 1646, 2692, 3142, Διγ. Z 430, 1888, 2071, 2229, 3227, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1672, Διγ. Άνδρ. 3607.
Το αρχ. επίθ. πάγκαλος. Ο υπερθ. βαθμός σε επιγρ. (L‑S, λ. παγκάλλιστος). Το αρσ., και στον τ. πάγκαλλος (Λουκά, Γλωσσάρ.), ως ουσ. και σήμ. στην Κύπρο με διαφορετική σημασ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 707). Η λ. και σήμ.
1) Πάρα πολύ ωραίος, πανέμορφος: Διγ. Z 907, Διγ. (Trapp) Gr. 1214, Πόλ. Τρωάδ. 308, Ερμον. Α 279, Διγ. Z 543· (εδώ πλεοναστικά): είδα την λαμπρότητάν της (ενν. της κόρης) και την ωραιότητάν της και τα πάγκαλά (έκδ. παγκάλη· εσφαλμ. γρ. αντί πάγκαλα· διορθώσ.) της τα κάλλη Διήγ. Αλ. E (Lolos) 30910. 2) α) Πάρα πολύ ενάρετος, έντιμος, ηθικός: Βεντράμ., Γυν. 167· (σε προσφών.): συ δε μοι, ω παγκάλλιστε (ενν. Φιλόπαππε), πώς έχεις μετά τέκνων| και ότου χάριν προς ημάς τούτων χωρίς παρήκες; Διγ. Z 3268· Ω βασιλεύ παγκάλλιστε και των Ρωμαίων το κράτος Διήγ. Βελ. χ 140· β) (προκ. για τη χριστιανική εκκλησία): Γινώσκετε πως ο Χριστός υπάρχει το κεφάλιν| εις ετούτην την εκκλησίαν την μίαν την παγκάλην Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. α 124· γ) (προκ. για το Θεό): Θεόν έχουσα μάρτυρα τον πάσι βοηθούντα| εκδικητήν παγκάλλιστον, μη με παροδηγήσεις Διγ. (Trapp) Gr. 1467.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Προδρ. ΙΙΙ 132b χφφ HgSA κριτ. υπ., Απολλών. 690, Κορων., Μπούας 143, Βυζ. Ιλιάδ. 874, Αχέλ. 194· εξεβαίνω, Βυζ. Ιλιάδ. 414, 936· (ε)ξηβαίνω, Διήγ. Βελ. χ 527, Άνθ. χαρ. 29114· αόρ. (ε)ξέβηκα, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 112, Βέλθ. 832, Πόλ. Τρωάδ. 321, Χρον. Μορ. H 2759, Χρον. Μορ. P 252, 1100, Λίβ. P 1111, Λίβ. Esc. 289, Λίβ. N 1525, Αχιλλ. L 1102, Χρον. Τόκκων 128, Κορων., Μπούας 16, 80, 133, Σταυριν. 539, Διγ. Άνδρ. 33629, κ.α.· (ε)ξέβη(ν), Καλλίμ. 968, 975, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1721, Χρον. Μορ. H 5061, Χρον. Μορ. P 7261, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 501, Φλώρ. 640, Απολλών. 643, Λίβ. Esc. 3434, Αχιλλ. N 1373, Ιμπ. 652, Χρον. Τόκκων 601, 759, Μαχ. 15026, 20425, Θησ. Β΄ [482], Βουστρ. 495, Αλεξ. 1593, Αχέλ. 2419, 2432, κ.π.α.· εξήβηκα, Ιμπ. (Lambr.) 233· (ε)ξήβην, Χρον. Μορ. P 8824· υποτ. αορ. (ε)ξέβω, Χρον. Μορ. H 4314, Χρον. Μορ. P 5601, Ιμπ. 245, 660, Χρον. Τόκκων 125, Θησ. (Foll.) I 108, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 468, Κορων., Μπούας 144, Αχέλ. 1857· (ε)ξεβώ, Πόλ. Τρωάδ. 12, Χρον. Τόκκων 117, 1698, Θησ. Β΄ [506], Θησ. (Foll.) I 72, Κορων., Μπούας 136· (ε)ξηβώ, Χρον. Μορ. P 1117, Ιμπ. 491, Διήγ. Βελ. χ 391.