Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- γρίζο
- το, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 503.
Από το ιταλ. grigio.
Ρούχο γκρίζου χρώματος: ακόμη το χοντρόν μαλλίν κάμνουσιν και τα γρίζα,| κάμνουσιν ράσα υψηλά, τσοχοϋφανδωμένα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 503.
δεκανίκι(ν)- το, Λόγ. παρηγ. L 234, Λόγ. παρηγ. O 238, Καλλίμ. 1069, Διήγ. Βελ. 530, Γεωργηλ., Βελ. 689, Ριμ. Βελ. 898, Έκθ. χρον. 196,4621, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 462 δις· δεκανίκιον, Έκθ. χρον. 3219, Ιστ. πολιτ. 2720, Μ. Χρονογρ. 3619· δικανίκι, Ιστ. πατρ. 8111, Χίκα, Μονωδ. 150· δικανίκιον, Κώδ. Χρονογρ. 572, Ιστ. πατρ. 1141, 1167, 1796· δοκανίκι(ν), Χρον. Τόκκων 3208, Σεβήρ., Διαθ. 191· δοκανίκιον, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 917.
Από το ουσ. δεκανός και την κατάλ. ‑ίκιν (Ανδρ., Λεξ. Βλ. όμως και Θαβώρ., Ουσιαστ. 64 και Γεωργακ., Αφ. Άμ. 427). Για τη λ. βλ. Du Cange (λ. δικανίκιον). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. δεκανίκι(ον) και δοκανίκι).
1) Μπαστούνι αναπήρων ή γερόντων (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. δεκανίκι(ον) 1): μίαν γυναίκαν απού επεριπάτει με δύο δεκανίκια Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 462· οι γέροντες (ενν. πενθήσατε) το δικανίκι σας Χίκα, Μονωδ. 150· το ’να του χέριν να κρατεί καυχίν ελεημοσύνης| και τ’ άλλον χέριν να κρατεί ξύλενο δεκανίκιν Γεωργηλ., Βελ. 689· να περπατούν, να διακονούν …| … όλοι με δοκανίκια Χρον. Τόκκων 3208. 2) Βακτηρία του αρχιερέα, πατερίτσα: ιερά καλύμματα, διάφορα δεκανίκια εξ αργύρου Έκθ. χρον. 4621.
δέμα(ν)- το, Παράφρ. Μανασσ. B 300, Ερμον. K 195, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 627, Λίβ. P 1427, Λίβ. Sc. 377, 752, Λίβ. Esc. 1494, 1844 (κριτ. υπ.), Λίβ. N 1343, 1645, Αχιλλ. N 377, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 590, Σκλέντζα, Ποιήμ. 39, Πεντ. Αρ. XXX 3, 13, 15, Στάθ. Γ́́ 439, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ [428], Ροδολ. Έ́ [81], Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [831], Έ́ [216], Τζάνε, Κρ. πόλ. 27226· δήμμαν, Μαχ. 2017, 29, 2212, 25214, 25, 65428.
Το μτγν. ουσ. δέμα. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. δέμα) και ως τοπων. (Βλ. Σαρρή I., Αθ. 40, 1928, 136).
1) Αυτό με το οποίο δένομε κ., σκοινί, ταινία (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. δέμα I): έλυσε με τα χέρια της του πιττακίου το δέμαν Λίβ. Sc. 377· (εδώ προκ. για κορδόνια παπουτσιών): Διά ποίαν αφορμήν τα δέματα του βασιλείας είναι μαύρα, τα δε παπούτσια σου είναι του Φαμπριάνου; Μπερτόλδος 28. 2) Δέμα, δεμάτι (Η σημασ. τον 5. αι., Lampe, Lex., λ. δέμα 1 και σήμ., Δημητράκ., λ. δέμα 3): λάβρες, βερτόνια, δέματα καλά έτσι σοθεμένα Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ [428]. 3) Δεσμός: εσύ το άδετον το δέμα της Τριάδος| είσαι και μονοούσιος αγάπη της μονάδος Σκλέντζα, Ποιήμ. 39· μέσα εις τη φιλιά που ’ναι σ’ εσάς η τόση| απόμενε παντοτινό δέμαν ανάμεσάσας Ροδολ. Έ́ [81]. 4) Δεσμά: ’χ τα χέρια λύσετέ την| κι από τ’ ανάξια δέματα λεύτερη αφήσετέ την Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [216]. 5) Δεσμός γάμου: το δέμα της παντρειάς σου| θέλει σου λύσει να μπορείς να ’χεις την λευθεριά (έκδ. ‑ριάν) σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [831]. 6) (Προκ. για μέταλλο) δέσιμο: η τέντα του ην εξάμιτος, κόκκινη, ωραιωμένη,| με τα αργυρά τα δέματα, τα ξύλα και κουσπία Αχιλλ. N 377· μέσα αντί του δέματος του σιδηρομαγνήτου είχεν (ενν. το δακτυλιδόπωλο) χρυσάφιν Λίβ. N 1645. 7) Σωρός από χώματα και πέτρες που συγκρατεί τα νερά ποταμού (Βλ. Κουκ., Αθ. 59, 1955, 184 και Δημητράκ., λ. δέμα 3): Ώσπερ ποταμός γαρ μέγας| μετ’ ορμής γαρ κατεβαίνων| και μετά φοράς ρεόντι| ούτε γέφυροι κρατούσιν,| ούτε δέματα τυχόντα Ερμον. Κ 195. 8) (Φρ.) δένω δέμα ιπί την ψυχή = επιβάλλω απαγόρευση, στέρηση στην ψυχή (μου): ανήρ ότι να τάξει τάγμα του Κυρίου γή έμοσεν όμοσμα να δέσει δέμα ιπί την ψυχή του Πεντ. Αρ. XXX 3. 9) Συνθήκη, συμμαχία: μετά το καβαλλίκεμαν εποίκαν δήμμαν και όρκον Μαχ. 25214· θέλω ποίσειν στερεόν δήμμαν μετά σου Μαχ. 2212.
δερμάτι(ν)- το, Διγ. (Trapp) Esc. 515, 747, 821, Πουλολ. Z 56, Πουλολ. Αθ. 57, Πουλολ. 54, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 210, 301, 513, 878, Θησ. (Morgan) I 27, Θησ. Ϛ́ [271, 368], Ιστ. Βλαχ. 1322, Ερωτόκρ. Β́ 340, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 18, 64, 70, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1228], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 77, Διγ. O 1455· δερμάτιον, Διγ. Z 1587.
Το αρχ. ουσ. δερμάτιον. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. δερμάτι και Αντιχάρ. Ανδρ. 241).
1) α) Το δέρμα του ζώου (Βλ. Δημητράκ., λ. δερμάτι): ήτον η τρίχα ντου ψαρή, μπαλώματα γεμάτη·| κόκκινα, μαύρα, μούρτζινα σ’ όλο ντου το δερμάτι Ερωτόκρ. Β́ 340· β) το γδαρμένο και ακατέργαστο περίβλημα του σώματος των ζώων, τομάρι (Η σημασ. και σήμ. στη λογοτ., Δημητράκ., λ. δερμάτι): Ελάβωσες ένα βοσκόν οπού ’τουνα ντυμένος| μ’ ένα δερμάτι λύκινο Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1228]. 2) (Συνεκδ.) ασκί από δέρμα (εδώ ανθρώπου) (Βλ. Δημητράκ., λ. δερμάτι 2): Είχαν και άλλον σύντροφον τυφλόν από ’να μάτι,| κι εκείνον τον εφούσκωσαν, τον έκαμαν δερμάτι Ιστ. Βλαχ. 1322· έκφρ. ζαμάρα με δερμάτι, βλ. λ. ζαμάρα.
δερματογουνάρης- ο, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 211.
Από τα ουσ. δέρμα και γουνάρης.
Αυτός που επεξεργάζεται δέρματα: να σύρω το δερμάτιν σου, να χάψω την ουράν σου| και να το δώσω τον γναφιά (έκδ. γναφέα), τον δερματογουνάρην Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 211.
δερματοραπτάρης- ο, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 389.
Το ουσ. *δερματοράπτης με επίδρ. ουσ. σε ‑άρης.
Ράφτης ή διορθωτής δερμάτινων ειδών: ούτε τσαγγάρης ή σελάς ή δερματοραπτάρης να ράψει δύναται ποσώς άχρι κεντέαν μίαν Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 389.
δέρνω,- Σταφ., Ιατροσ. 7192, Σπαν. (Ζώρ.) V 460, Λόγ. παρηγ. O 486, Καλλίμ. 987, 1337, Ασσίζ. 731, 21015, 4805, Διγ. (Trapp) Esc. 1118, Χρον. Μορ. H 1780, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 785, Περί ξεν. A 157, 195, 400, Ερωτοπ. 627, Απολλών. (Wagn.) 619, Λίβ. Sc. 506, 3049, Λίβ. Esc. 731, Λίβ. N 606, 627, 697, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 276, 277, 295, 314, 375, Αχιλλ. (Haag) L 430, Αχιλλ. L 412, 614, 1244, Αχιλλ. N 529, 1715, Αχιλλ. O 18, 275, 563, Ανακάλ. 40, 80, Μαχ. 4622, Θησ. Β́ [262, 676], Ή́ [202], ΙΆ́ [83], Βουστρ. 474, Γαδ. διήγ. 10, Συναξ. γυν. 982, Σαχλ., Αφήγ. 674, Έκθ. χρον. 302, Ιμπ. (Legr.) 242, Κορων., Μπούας 42, 95, 118, Δεφ., Σωσ. 208, Δεφ., Λόγ. 374, 380, Πεντ. Γέν. XLI 23, Έξ. II 11, III 20, VII 27, IX 15, XXI 12, Λευιτ. XXVI 24, Αρ. III 13, XXV 14, XXXV 21, Δευτ. IV 46, XXVII 24, XXVIII 27, Αιτωλ., Μύθ. 104, 1107, Αιτωλ., Βοηβ. 83, Θρ. Κύπρ. M 523, Χρον. σουλτ. 8720, Πανώρ. Β́ 40, Ερωφ. Έ́ 100, Φαλλίδ. 128, Κατά ζουράρη 36869, Σταυριν. 1182, Ιστ. Βλαχ. 897, 1957, Ερωτόκρ. Γ́ 451, 1238, Δ́ 240, 517, 525, Έ́ 1057, Θυσ.2 72, Στάθ. Β́ 6, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 134, Συναδ., Χρον. 41, Ροδολ. Έ́ [544], Διήγ. ωραιότ. 717, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [187], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 113, Δ́ 83, Μαρκάδ. 345, Ιστ. Βλαχ. 2398 [= Γέν. Ρωμ. 40], Λεηλ. Παροικ. 599, Διγ. O 2028, 2456, 2852, Διακρούσ. 10514, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18718, 2497, 2996, 31615, 3192, 4054, 41319, 54920, 56711, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 502, κ.π.α.· δέρω, Γλυκά, Στ. 274, Προδρ. I 142, III 367 (χφ g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 12630, 1475, 2694, 2714, Διγ. (Trapp) Gr. 1133, Αχιλλ. L 410, Μαχ. 2082, 22822, 67230, Πεντ. Γέν. III 15 δις, IV 15, XIV 15, XXXVII 21, Έξ. II 12, VIII 12, Λευιτ. XXIV 17, Αλφ. (Μπουμπ.) I 60, Θρ. Κων/π. (Mich.) 86, κ.π.α.· εδέρνω, Χούμνου, Κοσμογ. 1208, Ευγέν. 313· μτχ. δερμένος, Παλαμήδ., Βοηβ. 250.
Από το αρχ. δέρω (βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Χτυπώ, ραβδίζω, ξυλοκοπώ (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. δέρω II. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος δέρνει έτερον άνθρωπον, … το δίκαιον ορίζει … Ασσίζ. 21015· άλλον στα πλευρά έδερνεν και άλλον στο κεφάλι Διγ. O 2456. 2) α) (Προκ. για ήλιο, θάλασσα, άνεμο) πλήττω, προσβάλλω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., στη λ. 2): Εάν τον δείρει ο ήλιος πολλά και πονεί την κεφαλήν αυτού Σταφ., Ιατροσ. 7192· τρέχει και δέρνει (ενν. η θάλασσα) αδιάκριτα (έκδ. αδιάτρητα· βλ. ά. αδιάκριτα) της γης το περιγιάλι Στάθ. Β́ 6· ιδού εφτά στάχια (έκδ. στάχα) δαρμένα του λίβα Πεντ. Γέν. XLI 23· (μεταφ.) βασανίζω, ταλαιπωρώ (Βλ. Δημητράκ., στη λ. 2): τον λογισμόν του δέρνει Δεφ., Λόγ. 380· πόθου χαλάζιν έδειρεν απέσω την ψυχήν σου Λίβ. Sc. 3049· όποιος τήν στράτα τους (ενν. της ζήλειας και του έρωτα) κρατεί, δέρνουν και τον παιδεύουν Δεφ., Λόγ. 374· έδειρεν (ενν. τον άνθρωπο) η τύχη Λόγ. παρηγ. O 486· δέρνει τους η ξενιτειά Περί ξεν. A 157· να απλώσω το χέρι μου και να δείρω την Αίγυφτο Πεντ. Έξ. III 20· δέρνω όλο το σύνορό σου με τους βατρακούς Πεντ. Έξ. VII 27· φρ. δέρω το νου μου = βασανίζω τη σκέψη μου: συμβουλεύτουν με την βουλήν σου και με τους εδικούς σου, και μόνος και μοναχός σου και δέρε (έκδ. ʼδέ· διόρθ. Χατζ., Διασπ. Β′ 90) τον νους σου Μαχ. 21217· β) (προκ. για κάστρα, τείχη) προσβάλλω, επιτίθεμαι (Βλ. Δημητράκ., στη λ. 2): τότε προς τον πόλεμον κίνησε τον του κάστρου,| παράπεσε και δείρε το και θέλεις το κερδαίσειν Καλλίμ. 987· έδερνε τα τείχη της με την αρτιλαρίαν Κορων., Μπούας 118. 3) Καταβάλλω, νικώ: αλλάγια δέκα έδειραν και εξέβησαν ως άνδρες Αχιλλ. (Haag) L 430. 4) Τιμωρώ κάπ. (Η σημασ. στο Meursius): να δείρω εσάς απατά εγώ εφτά ιπί τα φταισίματά σας Πεντ. Λευιτ. XXVI 24. 5) Θανατώνω κάπ.: έδερεν τον Αίγυφτο και επαράχωσέ τον εις τον άμμο Πεντ. Έξ. II 12. 6) Φρ. δέρω ψυχή = παίρνω τη ζωή κάπ., θανατώνω κάπ.: ανήρ ότι να δέρει παν ψυχή αθρώπου θανατωμό να θανατωθεί Πεντ. Λευιτ. XXIV 17· μη τον δέρωμε ψυχή Πεντ. Γέν. XXXVII 21. Β´ (Αμτβ.) παραδέρνω, βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι: εσύ γαρ, ελεεινέ, οπού στα ξένα δέρνεις Περί ξεν. A 195. II. Μέσ. 1) (Προκ. για μάχη) συγκρούομαι, χτυπιέμαι με κάπ. (Βλ. και Παπαδ. Α., Λεξ., λ. δέρω 1β): εδέρνονταν οι βασιλείς στο σύγκρουσμα το πρώτον Θησ. Ή́ [202]. 2) Χτυπιέμαι από απελπισία, κόπτομαι· οδύρομαι, θρηνώ (Βλ. Μέγα [Θυσ.2 σ. 221]. Η σημασ. «θρηνώ» και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., Παπαδ. Α., Λεξ., λ. δέρω 2): κρούει εις το στήθος, δέρνεται, εξανασπά τας τρίχας Αχιλλ. N 1715· Κλαί’ η Φροσύνη, δέρνεται Ερωτόκρ. Δ́ 525.
δεσμεύω,- Φυσιολ. M 205, Στ. Αδάμ 16, Καλλίμ. (Pichard) 1208, Διγ. (Trapp) Gr. 3267, Διγ. Z 185, 3971, 4256, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 533, Φλώρ. 455, Λίβ. Sc. 1078, Χρον. Τόκκων 1020, Σφρ., Χρον. μ. 12419, Διγ. Άνδρ. 3164.
Το αρχ. δεσμεύω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Ά Ενεργ. 1) Βάζω σε δεσμά, φυλακίζω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I. Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 1): πάντες εδεσμεύθησαν και οι πόδες αυτών ησφαλίσθησαν σιδήροις Σφρ., Χρον. μ. 12419· Τις χείρα σου εδέσμευσε; τίς την ισχύν αφείλε; Διγ. Z 3971· ορίζει και σεβάζουσιν εις φυλακήν την κόρην,| ειρκτῄ κατασφαλίζουσιν, δεσμεύουν ανοσίως Φλώρ. 455· (μεταφ.) (1) (προκ. για τον έρωτα): δεσμεύει (ενν. ο έρωτας) και δουλώνει τον, πτωχόν τον κατασταίνει Διγ. Z 185· (2) (προκ. για κόρη): καρδίας δεσμεύει (ενν. η κόρη) ελεύθερας και αισθήσεις υποτάσσει Λίβ. Sc. 1078· (3) (προκ. για αμαρτίες): κατασπά με ο τύραννος προς την αυτού δουλείαν| δεσμεύων, κατατρύχων με δεσμοίς αμαρτημάτων Στ. Αδάμ 16. 2) (Προκ. για ζώο) δένω: αι τρίχες μου πληρούσιν άλλην χρείαν· πλέκουν σκοινία δυνατά, δεσμεύουσιν τα ζώα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 533. 3) (Προκ. για πλοίο) δένω στη στεριά (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I): οι ναύται δεσμεύουσι τα πλοία αυτών εις την νήσον Φυσιολ. M 205. 4) «Δένω με μάγια»: γράμμασι κακομαγικοίς και λόγοις μαντευμάτων| επέδευσεν, εδέσμευσεν, ως ήθελεν εκείνη Καλλίμ. (Pichard) 1208. 5) Κρατώ ακίνητο κάπ.: οι πόδες εδεσμεύθησαν οι τας οδούς κρατούντες Διγ. Z 4256. Β´ (Μέσ.) εγκαθίσταμαι: δεσμευθείς (ενν. ο Χριστός) διά του Σταυρού εις τας καρδίας ημών Φυσιολ. (Offerm.) G 15216.
δεσποινάτος,- επίθ., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 916.
Από το ουσ. δέσποινα και την κατάλ. ‑άτος.
Που ανήκει στη βασίλισσα (βλ. Eideneier, Ελλην. 28, 1975, 459): θρονία δεσποινάτα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 916.
δεσποτάτος- ο, Χρον. Μορ. H 3731, 3905, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 916, Χρον. Τόκκων 1841, 3627, 3680, 3813, 3817.
63, 1959, 207.
1) Αξιωματούχος κοντά στο «δεσπότη», συχνά της Ηπείρου: οι δεσποτάτοι ως το ήκουσαν, εθλίβησαν εις σφόδρα Χρον. Μορ. H 3905· Τους δεσποτάτους έστειλεν ο δούκας ο αφέντης Χρον. Τόκκων 1841. 2) (Ως επίθ.) που ανήκει στους άρχοντες «δεσποτάτους»: καθίσματα βασιλικά, θρανία δεσποτάτα Διήγ. παιδ. 917.
δεύτερο(ν),- επίρρ., Προδρ. III 80 (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), 148, IV 62, 63 (χφφ SA) (κριτ. υπ.), 129q (χφ g) (κριτ. υπ.), 206, Ιερακοσ. 3759, 4797, Χρον. Μορ. H 1231, Πουλολ. Z 190, 364, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 622, Μαχ. 18435, 54016, Ch. pop. 450, Σαχλ., Αφήγ. 802, Κορων., Μπούας 102, 121, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 195, Ψευδο-Σφρ. 37230, Βίος Δημ. Μοσχ. 273, Έγγρ. του 1643 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1968, 110).
Το αρχ. επίρρ. δεύτερον (L‑S, λ. δεύτερος και Steph., Θησ., λ. δεύτερον). Η λ. στον τ. δεύτερον και σήμ. (Πρωίας Λεξ., λ. δεύτερος και Παπαδ. Α., Λεξ., λ. δεύτερος 2).
1) Για δεύτερη φορά, ξανά (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. δεύτερος Ι2α. Βλ. και Steph., Θησ., λ. δεύτερον 1025 Ρ. Η σημασ. και σήμ., Παπαδ. Α., Λεξ., λ. δεύτερος 2): Η αγάπη πρώτη έτυχε περίσσια ν’ αγαπάται| και οπ’ αγαπήσει δεύτερο της πρώτης δεν θυμάται Ch. pop. 450· Πείνα μου, πάλιν πείνα μου, και δεύτερον σε γράφω Προδρ. IV 206. 2) Κατόπιν, στη συνέχεια, κατά δεύτερο λόγο (σε αντιδιαστολή με το πρώτα) (Βλ. L‑S, λ. δεύτερος Ι2α. Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ., λ. δεύτερος): Πρώτά ’πιεν η βασίλισσα και δεύτερ’ ο υιός του Βίος Δημ. Μοσχ. 273· Πρώτας την ευκήν του, δεύτερο τάσσει το λιόφυτο Έγγρ. του 1643 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1968, 110). 3) Δυο φορές (Η σημασ. τον 4. αι., L‑S, λ. δεύτερος ΙΙ2): οι Φράγκοι λαλούσιν: «απού διδεί γλήγορα, διδεί δεύτερον» Μαχ. 18435· αυτός τον μήνα δεύτερον εις τον λουτρόν υπάγει Προδρ. III 80 (χφφ CSA) (κριτ. υπ.). 4) Έκφρ.: εκ δευτέρου = για δεύτερη φορά, ξανά (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. δεύτερος Ι2α): Ο δε σινιόρ Μερκούριος είπε τον εκ δευτέρου Κορων., Μπούας 121. 5) Έκφρ.: προς δεύτερον = για δεύτερη φορά, ξανά: έπιασιν και προς δεύτερον να των διαβεί η δίψα Σαχλ., Αφήγ. 802.
δεύτερος,- αριθμητ. επίθ., Λόγ. παρηγ. O 315, Προδρ. III 400 m (χφφ gv) (κριτ. υπ.), IV 249, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34535, Καλλίμ. (Lambr.) 884, Διγ. (Trapp) Gr. 2101, Χρον. Μορ. H 1365, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 394, Γράμματα Μετεώρ. 42, Απολλών. 651, Μαχ. 38436, 66829, Κορων., Μπούας 41, Χρον. σουλτ. 7730, 9723, Σεβήρ., Διαθ. 18915, Τζάνε, Κρ. πόλ. 45018.
Το αρχ. αριθμητ. επίθ. δεύτερος. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Που ακολουθεί μετά τον πρώτο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και 2α και σήμ., Πρωίας Λεξ.): πρώτην βούκαν έβαλα και δεύτερην και τρίτην Προδρ. IV 249· την δευτέρην ώραν της νυκτός είπεν τους καβαλάρηδες της βουλής του Μαχ. 38436· β) μικρότερος στην ηλικία, νεώτερος (Πβ. L‑S στη λ. I2b): Είχεν κι άλλους δύο αδελφούς δευτέρους από αύτον Χρον. Μορ. H 1365. 2) Άλλος (Βλ. L‑S στη λ. II2): Οι Φράγκοι εχαμηλώνασιν τσι λάκκους για να μπαίνουν| και τότες απού τα Χανιά δεύτεροι Τούρκοι βγαίνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 45018. 3) Που κατέχει τη δεύτερη θέση, που τιμάται αμέσως ύστερα από κάπ. (εδώ το βασιλιά) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ., Πρωίας Λεξ.): να κάθηται δεύτερος από τον βασιλέα Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34535. 4) Που έχει δευτερεύουσα, μικρότερη αξία, υποδεέστερος (σε αντιδιαστολή με το υψηλός) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Ούτε ζωγράφος δύναται ποσώς να ιστορήσει (παραλ. 1 στ.) και κάμνει άλλα υψηλά και δεύτερα και τρίτα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 394. 5) (Με γεν.) όμοιος με κάπ. (Η σημασ. αρχ., Steph., Θησ., λ. δεύτερος 1023· βλ. και Τσοπ., Ελλην. 17, 1960, 93): ήψατο γαρ μου της ψυχής το απόρρητον κάλλος,| ώστε δευτέραν της εμής ταύτην είναι νομίσαι Διγ. (Trapp) Gr. 2101. 6) (Με το ουσ. παρουσία) πρόκ. για τη «δευτέρα παρουσία» (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex., λ. παρουσία B3c και σήμ., Δημητράκ., λ. παρουσία 2): ικετεύων και παραγγέλλων … ευρείν έλεος εν τε της ώρας της εκδημήσεώς μου και εν τῃ δευτέρᾳ και φρικτῄ αυτού παρουσίᾳ Σεβήρ., Διαθ. 18915. Το θηλ. Δευτέρα ως κύρ. όνομ. = 1) Η δεύτερη μέρα της εβδομάδας (Πβ. L‑S στη λ. III3. Βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 2. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): τούτον εποίκαν το διά να πάρουν απλαζίριν όλην την Δευτέραν Μαχ. 66829. 2) Η «ημέρα της κρίσεως», η «δευτέρα παρουσία» (Πβ. Lampe, Lex., λ. παρουσία B3c και Δημητράκ., λ. παρουσία 2): εν τῃ Δευτέρῃ τῃ φρικτῄ οι καθαροί αλλήλως| να ίδωσι και να χαρούν εις τας μονάς Κυρίου Απολλών. 651. Το ουδ. πληθ. ως ουσ. (εδώ προκ. για εξουσία) = η δεύτερη θέση: ούτοι οι δύο βασιλείς (ενν. ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός) εποίησαν Κωνστάντιον και Μαξιμιανόν τον Γαλέριον να έχουσιν τα δεύτερα της εξουσίας αυτών Χρονογρ. (Λαμψ.) 231.
διαλαλητής- ο, Ασσίζ. 616, 4026, 28, 433, 5, 10, 1528, 19626, 28, 1974, 6, 8, 16, 18, 21, 25, 28922, 40323, Χρον. Μορ. H 3894, Πουλολ. Z 114, Πουλολ. Αθ. 116, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 44, Μαχ. 4042, 45612, 4586, 63428.
Από το διαλαλώ και την κατάλ. ‑τής. Η λ. σε δημ. τραγ. και σήμ. στη λογοτ. (Δημητράκ.). Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ σ. 524).
Κήρυκας, ντελάλης (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1. Βλ. και Σακ., Κυπρ., Β́ σ. 524): Αν δεν σιγήσεις (ενν. γλάρε), το λοιπόν θέλω σε καταβρίσει·| διαλαλητήν με την φωνήν Πουλολ. Αθ. 116· Πάλε ο διαλαλητής εδιαλάλησεν Μαχ. 4586· Περί του διαλαλητή οπού πουλήσει έναν αμάχιν δίχως την είδησιν του αυθέντη του Ασσίζ. 616.
διαλαλώ,- Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34532, Ιων. 2132, Ασσίζ. 4026, 6321, 23, 11620, 1522‑3, 8, 18514, 1956‑7, 2238, 22910, 23125, 23218, 28922, 3043, 31318, 40330, 47325, 48115, 48711‑2, Διγ. (Trapp) Gr. 1548, Διγ. Z 1964, Χρον. Μορ. H 3901, 8983, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 41, Ιμπ. 327, Καναν. 68 Α, Χρον. Τόκκων 646, 3862, Μαχ. 502, 5214, 14813, 19413, 19613, 29430, 36035, 3647, 37413, 32‑3, 38014, 45433, 45634, 4586, 62823, 6304‑5, 6843, Νεκρ. βασιλ. 56, Βουστρ. 477, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 423, 609, Σαχλ., Αφήγ. 806, 808, 906, Συναξ. γυν. 468, 657, Αχέλ. 1494, Χρον. σουλτ. 13837, Σοφ. πρεσβ. B 34, Δωρ. Μον. XVIII, Διγ. Άνδρ. 35719, Ερωτόκρ. Β́ 5, 105, 1197, 1607, Κρ. συμβόλ. 241, Ευγέν. 226, 1021, 1208, 1301, Διήγ. ωραιότ. 215, Χριστ. διδασκ. 404, Λεηλ. Παροικ. 29, Τζάνε, Κρ. πόλ. 35311.
Το αρχ. διαλαλέω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Διακηρύσσω, ανακοινώνω κ. δημόσια (Η σημασ. και σήμ. στη λογοτ., Δημητράκ. στη λ. 4. Βλ. και Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 539]): Με βούκιν’ απού την αυγή στη χώρα διαλαλούσι,| οι ανήμποροι και τα μικρά παιδιά να φυλαχτούσι Ερωτόκρ. Β́ 105· Παραύτα εδιαλαλήσαν τον ορισμόν του ρηγός Μαχ. 45433· Περί του διαλαλημού τόν διαλαλούν εις την χώραν Ασσίζ. 23125· β) διατυμπανίζω, διαδίδω κ. (Η σημασ. και σε δημ. τραγ., Δημητράκ. στη λ. 4. Βλ. και Πρωίας Λεξ.): οι γειτονίες τα γέμουν,| διαλαλούν τα (δηλ. τες πομπές) ωσάν τραγούδια Συναξ. γυν. 657· γ) (προκ. για καμπάνα) σημαίνω (ένα γεγονός): Λοιπόν την Τρίτη αποσπερού καμπάνες διαλαλούσι,| Τετράδη εάν ξημερωθεί, όλοι να μαζωκτούσι Διήγ. ωραιότ. 215· δ) διαλαλώ κ. που προορίζεται για πούλημα, βγάζω κ. σε δημοπρασία (με νομική χροιά): να ορίσουν με δίκαιον τον διαλαλητήν της αυθεντίας να διαλαλήσει εις την χώραν δύο ημέρες εκείνον το σπίτιν Ασσίζ. 4026. 2) Ανακοινώνω: Της δε φωνής ως ήκουσαν του στρατηγού αι βίγλαι,| διελάλησαν άπασιν εις το καβαλικεύσαι Διγ. (Trapp) Gr. 1548· Όλους τους εδιαλάλησαν ότι να συναχθούσιν Χρον. Τόκκων 3862. 3) Προκηρύσσω, ορίζω κ.: ο Ρήγας εις την Νίνο| γκιόστρα, λέγω, εδιαλάλησε Ευγέν. 1208. 4) Ανακηρύσσω, αναγορεύω κάπ.: εδιαλαλήσαν την ρήγαινα κατά το συνήθιν Μαχ. 6843· ομόσαν του κυρού της Τύρου και εδιαλαλήσαν τον διά κυβερνούρην Μαχ. 5214. 5) Διαπομπεύω, διασύρω κάπ. (Η σημασ. ιδιωμ.σήμ., Κουκ., ΒΒΠ Γ́ 186 σημ. 4): να δω τες τες πολιτικές και να τες γεβεντίσουν (παραλ. 1 στ.) … ν’ ατιμωθούν και να τες διαλαλήσουν Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 423· γεβεντίζοντά τον, τουτέστιν διαλαλώντα ούτως άχρις τον τόπον οπού μέλλει να τον κάψουν Ασσίζ. 2238. Η μτχ. διαλαλημένος ως επίθ. = ξακουστός, ονομαστός (Βλ. Βλαστού, Συνών. σ. 72, λ. δοξασμένος): μέγας κοσμοκράτορας ήμουν διαλαλημένος Νεκρ. βασιλ. 56.
διάλεξις ‑η- η, Διάλ. Ευθυμ. 1141, Ωροσκ. 402, 4218, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 565, Ψευδο-Σφρ. 1827, Ιστ. πολιτ. 3016, Αλφ. 11α, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433, Αποκ. Θεοτ. II 33.
Το αρχ. ουσ. διάλεξις. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Συζήτηση, συνομιλία (Για τη σημασ. βλ. L‑S στη λ. I): εις διάλεξιν τινά εκάλει … τον κυρ-Γρηγόριον τον Παλαμάν, … ίνα μετά τον Καλαβρού διαλεχθεί Ψευδο-Σφρ. 1827.
διαπαντός,- επίρρ., Διγ. Z 3300, 3352, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 852, Βεν. κείμ. 2, Χειλά, Χρον. 353, Δούκ. 11510.
Από τη συνεκφ. της πρόθ. διά και της γεν. του επιθ. πας. Η έκφρ. αρχ. (L‑S, λ. διά AII1). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
α) Για πάντα, παντοτινά (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. διά AII1 και σήμ., Δημητράκ.): οξούγγιν το ημέτερον διαπαντός το χρώνται| εις ρεύματα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 852· β) συνέχεια, διαρκώς: διαπαντός έγραφεν εν τῃ Θράκῃ προς τον Μουσουλμάν Δούκ. 11510.
διασώζω,- Τρωικά 52319, Προδρ. III 441, Hist. imp. Β́ 5, Ιερακοσ. 37226, Διγ. (Trapp) Gr. 684, Βίος Αλ. 4511, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1076, Βίος οσ. Αθαν. 243, Αχιλλ. N 313, Μαχ. 49619 (προστ. διασώθου), Δούκ. 1913, Έκθ. χρον. 324, Κορων., Μπούας 29, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 129, 19.
Το αρχ. διασώζω. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (Δημητράκ.).
Α´ Ενεργ. 1) Σώζω κάπ. ή κ. από κίνδυνο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): εδόξασαν τον διασώσαντα τούτον Κύριον Βίος οσ. Αθαν. 243· ταύτην (ενν. την ψυχήν του) διέσωσεν Κορων., Μπούας 29· η σκοτία της νυκτός διέσωσεν και τούτους Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1076. 2) Μετακομίζω, φέρνω κ. με ασφάλεια (Βλ. Steph., Θησ. 1337 D και Δημητράκ. στη λ. 2): όμως την γυναίκα και τα χρήματα κρατώ τα εγώ να τα διασώσω μετά δικαιοσύνης εις τον Έλληνα Τρωικά 52319· την παρακαλούμεν όλῃ ψυχῄ να διασώσει καν τώρα το γράμμα μέχρι των τιμίων αυτής χειρών Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 1219. Β´ Μέσ. 1) Σώζομαι (Η σημασ. αρχ., Steph., Θησ. 1337 A και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): φυγών διεσώθη Έκθ. χρον. 324· Ει και λύκος το διασωθέν εν τῃ εμῄ μάνδρᾳ Δούκ. 1913. 2) Δραπετεύω: Διά τον Θεόν διασώθου, μηδέν μας χάσουν όλους Μαχ. 49619.
δρόμιον- το, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 994· δρόμιον ή δρομίον, Χρον. Μορ. P 6973· δρομιόν, Θησ. Ή́ [1038] (έκδ. δρομίον).
Από το ουσ. δρόμος και την κατάλ. ‑ιον. Βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 401. Η λ. τον 4./5. αι. (L‑S). Σήμ. τ. δρομί (Andr., Lex., λ. δρόμιον και Δημητράκ., λ. δρομί).
1) Τρέξιμο (Βλ. και Πολ. Λ., Πριν Άλ. σελ. 181): να είδες και πηδήματα και δρόμια εκείσε Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 994. 2) Σοκάκι, δρόμος (Η σημασ. και σήμ., Andr., Lex. και Δημητράκ., λ. δρομί 1): Θησ. Ή́ [1038]. (Βλ. και ά. αποδρομίον, αποδρομού, προσθ. δ́ τόμου).
δυνατός,- επίθ., Σπαν. A 603, Διδ. Σολ. Ρ 12, 115, Προδρ. III 16 (χφ g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 8912, 29516, 29918, Διγ. (Trapp) Gr. 2272, Διγ. Z 160, 324, Διγ. A 2968, Διγ. (Trapp) Esc. 1105, Ερμον. Η 290, Ωροσκ. 4521, Χρον. Μορ. H 869, 1045, 1774, 2153, 2168, 2734, 4427, 5847, 8141, Βίος Αλ. 2882, 3001, 4497, 4542, Διήγ. παιδ. 90, 98, Διήγ. Βελ. 88, Συναξ. γαδ. 31, Φλώρ. 507, 620, 1313, Απολλών. (Wagn.) 116, 451, Αχιλλ. L 964, Αχιλλ. N 260, 426 (έκδ. γενναιού και δυνατού· διόρθ. Lavagnini R., RSBN 6-7, 1970, 171 σε γενναίων και δυνατών), Ιμπ. 299, Καναν. 77C, Χρον. Τόκκων 1039, 1703, 1908, 2507, Παρασπ., Βάρν. C 226, Μαχ. 7229, 15211, 19222, 36830, 42419, 52619, 55410, 57212, 64227, Δούκ. 26323, Σφρ., Χρον. μ. 7810‑1, 1024, Θησ. Β́ [195], Ζ́ [256], Χούμνου, Κοσμογ. 1038, Βουστρ. 448, Γαδ. διήγ. 244, Συναξ. γυν. 211, 739, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15428, Σαχλ., Αφήγ. 247, Κορων., Μπούας 14, 126, 127, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 275, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 42, 50, Βεντράμ., Φιλ. 273, Πεντ. Γέν. XLIX 7, Εξ. VII, Δευτ. IV 34, XXI 4, XXVIII 52, XXXII 30, Αχέλ. 893, 918, Θρ. Κύπρ. M 106, Χρον. σουλτ. 287, 528, 9433, 11327, 12636, Μηλ., Οδοιπ. 641, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 452, Κυπρ. ερωτ. 9023, 1435, Πανώρ. Ά́ 208, Γ́ 417, Ερωφ. Ά́ 413, Γ́ 26, 161, Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών υψϛ́, Επιστ. Ηγουμ. 175, Βλαστού, Επιστ. 177, Ιστ. Βλαχ. 1680, Διγ. Άνδρ. 32017, 39326, 41138, Ερωτόκρ. Ά́ 439, 1326, Β́ 1771, 2094, 2388, Γ́ 396, Δ́ 167, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 99, 167, Αποκ. Θεοτ. III 37, Διήγ. ωραιότ. 263, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1319], Φορτουν. (Vinc.) Β́ 8, Διγ. O 2388, κ.π.α.· αδυνατός, Πανώρ. Δ́ 308, Ερωφ. Β́ 171, Γ́ 52, 136, 217, 336, Ιντ. γ́ 29, 66, Κατζ. Πρόλ. 29, Β́ 82, 103, Δ́ 351, Πιστ. βοσκ. I 1, 313· IV 8, 237 (έκδ. αδυνητό· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 279 σε αδυνατό)· V 5, 27, Ερωτόκρ. Έ́ 156, Θυσ.2 529, Στάθ. Ά́ 140, Ιντ. β́ 132, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 195, Ιντ. γ́ 102, Δ́ 196, Ιντ. δ́ 67, Ζήν. Γ́ 60, 371, Ε΄ 51, 135, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16818 (έκδ. αδύνατη· διορθώσ. σε αδυνατή), 2704, 30020, 31611 (έκδ. αδύνατε· διόρθωσ. Ξανθ., BZ 18, 1909, 596 σε αδυνατέ), 40119 (έκδ. αδύνατο· διόρθ. Ξανθ., BZ 18, 1909, 596 σε αδυνατό), κ.π.α.
Το αρχ. επίθ. δυνατός. Ο τ. αδυνατός και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ., λ. αδυνατός). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) (Προκ. για πρόσ.) ισχυρός, ρωμαλέος, ακμαίος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Ήτονε δυνατός στο κορμί Χρον. σουλτ. 287· εκείνον τον αδυνατό και φοβερό Τροχάλη| εγώ τον έκαμα κουτσό ’ς μια μας μαλιά μεγάλη Κατζ. Δ́ 351· σαν πύργος στέκω αδυνατός και τρέμω σαν καλάμι Ερωφ. Γ́ 217· β) γενναίος, ανδρείος, θαρραλέος: τον φοβερόν και δυνατόν κατέλαβεν ο Άδης, τον οποίον δεν εδυνήθη να τον βοηθήσει η ανδρεία του και ο πλούτος Διγ. Άνδρ. 41138· ως δυνατοτέρους τοίνυν και μαχιμωτέρους έδωκεν αυτήν προς τους Ούγγρους, ίνα φυλάττωσιν Δούκ. 26323. 2) (Προκ. για πράγμα) α) ισχυρός, δυνατός (Βλ. L‑S στη λ. I1. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): τσι κονταρές τσι δυνατές και φοβερές περίσσα Ερωτόκρ. Β́ 2388· να σπάσουσι τ’ αδυνατό του γιού σου το δοξάρι Πανώρ. Δ́ 308· ’κράτει τοξάρι δυνατόν, μεγάλα κορδισμένον Διγ. Z 160· άρματα είχον δυνατά και άλογα καθάρια Διγ. A 2968· β) γερός, στερεός, ανθεκτικός (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): δυναμεροί και απόκοτοι σ’ όλα τα τείχη πηαίνα,| θωρώντα πού ’ναι δυνατά και πού ’ναι χαλασμένα Αχέλ. 893· εις εκείνην την μερέαν δεν έβαλαν δυναμάρια δυνατά ωσάν έβαλαν εις τους νάρθηκους Διήγ. Αγ. Σοφ. 15428· Τα σίδερα για βλέπηση στο παραθύριν ήσα,| διπλά διπλά τα κάμασι και δυνατά περίσσα Ερωτόκρ. Γ́ 396· αγόρασεν έναν καράβιν δυνατόν Μαχ. 55410· γ) (προκ. για κρασί) που περιέχει πολύ οινόπνευμα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Πίνει ο χωριάτης τα κρασιά τα δυνατά και ακράτα Σαχλ., Αφήγ. 247· δ) (προκ. για συναίσθημα) ισχυρός: εποίησαν στοιχήματα και δυνατήν αγάπην Διήγ. παιδ. 90· αλλά (ενν. να έχουσιν) αγάπην στερεάν και δυνατήν φιλίαν Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 98· είχεν λύπην δυνατήν ο δούκας Χρον. Τόκκων 1908· γιατί πόσα ’ναι δυνατός γνώθουσιν ο θυμός μου Φορτουν. (Vinc.) Β́ 8. 3) Ικανός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 12 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): ώσιν δυνατοί του γράφειν και στιχίζειν Προδρ. III 16 (χφ g) (κριτ. υπ.)· δυνατούς προς πόλεμον εποίει και προς μάχην; Βίος Αλ. 3001. 4) Που μπορεί να γίνει, κατορθωτός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): Χωστό τον πόθο να κρατώ δεν είναι δυνατό μου Πανώρ. Γ́ 417· Η πτωχή η κερά Θεόκλητη, η αδελφή σου, αν ήτονε δυνατόν, ήρχετον να πέσει εις τους πανιέρους πόδας της πανιερότητός σου Επιστ. Ηγουμ. 175· έκφρ. κατά το δυνατόν = όσο είναι μπορετό (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II. Βλ. και Πρωίας Λεξ.): εγώ κατά το δυνατόν μου ήγραψα ό,τι εμπόρεσα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 452· Φουσάτα καλά σύναξε κατά το δυνατόν του Κορων., Μπούας 14. 6) Σκληρός, άτεγκτος (Βλ. Somav.): Εμέρων’ όλα τ’ άγρια, τα δυνατά ’παλαίνα Ερωτόκρ. Ά́ 439· Κόρη περίσσια βγενική, όσ’ είν’ η ομορφιά σου| πολλή, τόσ’ είν’ απόκοτη κι αδυνατή η καρδιά σου Ερωφ. Ιντ. γ́ 66· Έννοια γλυκειά, που τόσ’ αγαλιασμένη εποίκες και μετέχτηκα μιτά της,| θωρείς πώς έναι δυνατή καρδιά της| τόσον να πεις ότ’ είναι διαμαντένη Κυπρ. ερωτ. 9023. 7) (Προκ. για τόπο ) τραχύς, άγονος: να κατεβάσουν οι γέροντες του κάστρου εκείνου το μουσκάρι προς ποταμό δυνατόν, ός δε δουλεύγεται εις αυτόν και δε σπείρνεται Πεντ. Δευτ. XXI 4. 8) Άγριος, φοβερός: έχουν σκύλους δυνατούς κι ότινα πιάσουν τρων τον Γαδ. διήγ. 244. 9) (Προκ. για όρκο) σταθερός: Όρκον ποιούσιν δυνατόν να μη αποχωρισθούσιν Ιμπ. 299. 10) (Προκ. για τόπο, πόλη, κάστρα κλπ.) καλά οχυρωμένος· ασφαλής (Η σημασ. στο Βλάχ.): εβάλανε τις γυναίκες τους και τα παιδία τους εισέ δυνατούς τόπους Χρον. σουλτ. 9433· είμαι σαν έναν ακριβό πόχει τσι θησαυρούς του| χωσμένους ’ς τόπο αδυνατό Ερωφ. Γ́ 136· Ο πύργος είναι δυνατός, γύρωθεν έχει κάστρον Φλώρ. 1313· με την χάριν του Θεού επήραν την Αλεξάνδραν, οπού είναι περίτου δυνατή παρά ούλες τές έχουν οι Σαρακηνοί κοντά εις θάλασσον Μαχ. 15211· Κλεισούρες ήσαν δυνατές, στενώματα μεγάλα Χρον. Τόκκων 2507. 11) (Προκ. για καιρό) άσχημος, κακός, βαρύς: οι πραματευτάδες οπού παν της θαλάσσου ού έτεροι λας αν λάχει ότι έχουν δυνατό καιρόν και ρίπτουν διά εκείνον τον κακόν καιρόν απέ τον βίον τους Ασσίζ. 29918· αν έν’ η ελπίδα σου εις γην, σ’ αμπέλια και εις χωράφια| από χειμώνος δυνατού, από ανυδριάς και ξήρας| ξηραίνονται και χάνονται Διδ. Σολ. Ρ 12. 12) (Προκ. για πόλεμο) σφοδρός, φοβερός: εδώσανε πόλεμο με τα φουσάτα του Μαμαλούκου πολλά δυνατό Χρον. σουλτ. 12636· Από του πλήθους του λαού, του δυνατού πολέμου,| τινάς ουκ ίσχυσεν ποσώς να φύγει από την Πόλιν Χρον. Μορ. H 869· άρχισε μάχην δυνατήν να πολεμεί τους Φράγκους Χρον. Μορ. H 1045. 13) (Προκ. για ομιλία, φωνή) βροντερός, δυνατός: Σκιάς οχ την εμιλιά μου| ποιος είμαι, την αδυνατή, μπορείς να με γνωρίσεις Κατζ. Β́ 103· με μία φωνή αδυνατή όλοι τους εγυρίσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 16818. 14) α) Σπουδαίος, σοβαρός: αν έρτουν εις την γην, είναι πολλοί Συργιάνοι και ζαρπότηδες και δεν μας αφήνουν να συντύχωμεν τα ζητήματά μας και είναι βαρετά και δυνατά Μαχ. 36830· Υιέ μου, αν ίδεις γέροντας και μυστικώς λαλούσιν| και έχουν λόγους δυνατούς, μηδέν τους περικόψεις Διδ. Σολ. Ρ 115· ανέν και τώρας συμπαθήσεις τους, άλλην φοράν θέλουν ποίσειν δυνατόττερην παραβουλίαν Μαχ. 57212· ήρτεν του κίνδυνος δυνατός και εμποδίστην Ασσίζ. 8912· ελπίδαν είχεν δυνατήν και θάρρος μέγα εις αύτον Χρον. Μορ. H 2153· β) (προκ. για συνέλευση) μεγάλος (Βλ. Ζέπ., ΕΕΒΣ 18, 1948, 215): να ποίσει κούρτην δυνατήν, να ιδούν τες μαρτυρίες του Χρον. Μορ. H 8141. 15) Πολύς, υπερβολικός: τα χιόνια ηύρεν δυνατά, πολλά πηχτά εις τα όρη Χρον. Μορ. H 2168· εις όσα γαρ εκέρδισε ο αφέντης και πατήρ μας| με βίαν και μόχθον δυνατόν, το εξεύρουσιν οι πάντες Χρον. Μορ. H 2734. Το ουδ. ως ουσ. α) δύναμη: το ακέραιον του φρονήματος, το δυνατόν του πόθου Φλώρ. 507· ηθέλησε να δείξει το δυνατόν του, το δίκαιον και το σοφόν Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών υψϛ́ βοήθησον τους πάντας,| όσον έν’ το δυνατόν σου Ερμον. Η 290· β) σκληρότητα: Τελειώνουν τα ξηλώματα, το δυνατό απαλαίνει Ερωτόκρ. Δ́ 167.
δυόδοντος,- επίθ., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 326.
Από το αριθμητ. δύο και το ουσ. δόντι.
Που έχει δύο δόντια: Δυόδοντε, κακόδοντε (ενν. λαγωέ) Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 326.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 503.