Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- προθυμία
- η, Σπαν. P 257, Ιερακοσ. 5027, Διγ. (Trapp) Gr. 1819, Διγ. Z 1138, Ερμον. Η 263, Μ 117, Ψ 179, Ωροσκ. 4219, 4327, Χρον. Μορ. H 144, 282, 1089, 1216, 4750, 6334, Χρον. Μορ. P 6, 144, 282, 303, 517, 1089, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 272, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 389, Αχιλλ. (Smith) O 97, Χειλά, Χρον. 348, Μαχ. 15016, 16635, Κορων., Μπούας 46, 49, 58, 68, 70, 105, Πένθ. θαν.2 604, Βεντράμ., Φιλ. 99, 150, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 357r, Αχέλ. 709, 710, 899, 1846, Χρον. σουλτ. 13523, Lucar, Sermons 111, Μεταξά, Επιστ. 47, Λίμπον. Αφ. 64, 145, Διγ. O 681, Διακρούσ., Στίχ. ηθ. (Κακλ.) 65, Διακρούσ. (Κακλ.) 339, 982, 1200, κ.α.· προθυμιά, Σαχλ., Αφήγ. 15, Φαλιέρ., Ιστ.2 56, 641, Χούμνου, Κοσμογ. 1024, 1185, 1398, 2303, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 279, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 82, Κορων., Μπούας 15, 23, 35, 49, Κυπρ. ερωτ. 424, Πανώρ.2 Β́ 107, Γ́ 100, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 63, 515, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ́ 62, Πιστ. βοσκ. ΙΙ 4, 19, Βοσκοπ.2 133, Παλαμήδ., Βοηβ. 261, 591, 1278, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 208, 370, 699, 1371, Β́ 622, 1886, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 623, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 415, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [41], Δ́ [1030], Έ [544], [1468], Λίμπον. 69, 326, 501, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 41, Μαρκάδ. Πρόλ. 31, Λεηλ. Παροικ. 58, Διγ. O 524, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 27117, 44526, 48323, 54125, κ.α.
[Το αρχ. ουσ. προθυμία. Ο τ. και σήμ. λαϊκ. Η λ. και σήμ.]
1) α) Διάθεση, επιθυμία, ζήλος να πραγματοποιηθεί κ., ο οποίος εκδηλώνεται με την επίδειξη ανάλογης δραστηριότητας: Ιερακοσ. 5049, Χούμνου, Κοσμογ. 605· εκφρ. (1) μετά πάσης προθυμίας (ήδη μτγν., TLG)/συν πάσῃ προθυμίᾳ/με πάσης προθυμίας/με όλην προθυμίαν = με πολύ μεγάλη προθυμία· ολόψυχα (βλ. και Κεχαγιόγλου [Πτωχολ. α σ. 427]): εβγάζει το καπάσιν του, πίπτει εν παρρησίᾳ| και προσκυνεί, συντάσσεται συν πάσῃ προθυμίᾳ| τον ορισμόν του άνακτος πληρώσαι μετά έργου Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 42· ο στόλος όρθωνε με πάσης προθυμίας Αχέλ. 1797· είχε λογισμόν (ενν. ο μοναχός) του απελθείν εις πόλιν| της θείας Ιερουσαλήμ με προθυμίαν όλην,| ίνα σεπτώς ασπάσηται τους σεβασμίους τόπους Παϊσ., Ιστ. Σινά 502· Άκουσον, υιέ μου πρώτε,| λόγους ταπεινού πατρός σου,| δέξου τούτους μετά πάσης| της καλής σου προθυμίας Πτωχολ. α 82· (2) με (την) προθυμιά(ν) = πρόθυμα: Κάμετε εσείς με προθυμιά τά σασε θέλω ορίσει Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 249· μπορώ να ειπώ δεν έμεινε φωτι’ άλλη στην κυρά μου,| να κάψει αλλουνού καρδιάν, ...,| γιατί όλην με την προθυμιάν την έχυσε σ’ εμένα,| από την ώραν κείνηνε, που τούτα τα καημένα| τα σωθικά μου εδόξεψε Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [439]· φρ. έχω προθυμίαν (ήδη αρχ.) = δείχνω προθυμία, προθυμοποιούμαι: Χρον. Μορ. P 717· β) (ειδικ.) β1) φιλεργία, φιλοπονία: εκείνα (ενν. τα παιδιά) οπού ’χτάσσουνται καλά ...| ... και πρόθυμα κοπιούσι| ν’ ανέβουσι στη σβίγα μου, αϊδάρω και ψηλώνω (παραλ. 1 στ.). Και πάλι εκείνα απού ’νιαι οκνά και προθυμιά δεν έχου,| μα μόνο με την πεθυμιά κάθουνται και ξετρέχου| με δίχως κόπο στου τροχού τα ύψη ν’ ανεβούσι,| πάντα στο βάθος στέκουσι, το ψήλος δε θωρούσι Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 51· οι προθυμιές κι οι πρόκοψες κι οι κόποι των αθρώπω| πλούσους και μπορεζάμενους τσι κάνει ’ς κάθα τόπο Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 41· (προκ. για πνευματικό έργο): Εν αυτῴ γουν (ενν. τῳ σπηλαίῳ) ησκήτευαν με τόσην κακουχίαν, (παραλ. 1 στ.), δύο κλεινοί αυτάδελφοι, ... (παραλ. 5 στ.). Εύγε της διακρίσεως αυτών και προθυμίας!| ουαί δε αύθις της εμής κακίστης ραθυμίας! Παϊσ., Ιστ. Σινά 185· β2) ζήλος για ανδραγαθήματα· γενναιότητα, ανδρεία: « ... Άρτι ποθώ δοξάσασθαι και το γένος λαμπρύναι (παραλ. 3 στ.)». Και κατένευσεν ο πατήρ τῃ προθυμίᾳ του νέου,| φύσεως γαρ το ευγενές εκπαιδόθεν προφαίνει Διγ. (Trapp) Gr. 1051· εις πολλά βασίλεια έδειξε (ενν. ο Θησέος) την ανδρειάν του·| εις φήμην, δόξαν και τιμήν ήλθε ’κ την προθυμιάν του Θησ. (Foll.) I 6. 2) α) Καλή διάθεση, ευμένεια: αφότου επαρέλαβεν ο πρίγκιπας το Ανάπλιν| με προθυμίαν το εχάρισεν τότε τον Μέγαν Κύρη Χρον. Μορ. P 2876· Κοίταξε τώρα προς εμέν, δέξου με προθυμίαν| την προσευχήν μου, Κύριε· δείξε μου ευσπλαγχνίαν Παλαμήδ., Ψαλμ. 427· β) διάθεση για βοήθεια σε όσους έχουν ανάγκη, φιλευσπλαχνία: Κάλλιο ’ναι το λιγότερον μετά της προθυμίας| παρά χιλιάδες πράγματα μετά περηφανείας Κομν., Διδασκ. Δ 304. 3) Σπουδή, βία, ζέση ερωτική: Στο πράσινον του πόθου το λιβάδιν| πολλοί τραντάφυλλα κι αθθούς θωρούσιν| αμμέ τ’ αγκάθια που ’χουσιν ομάδιν| απού την προθυμιάν δεν τα βιγλούσιν Κυπρ. ερωτ. 422. 4) Βοήθεια, προστασία: Αύτη (ενν. η Παναγία) στους ξένους γνώριμος είναι και προστασία,| απελπισμένων τε ελπίς είναι και βοηθεία.| Αύτη εις χείρας κι ορφανά είναι η προθυμία Διακρούσ. (Κακλ.) 1291· φρ. κάνω/ποιώ προθυμία = βοηθώ πρόθυμα: Το κοντάριν τό εβάσταζεν εγίνη δυο κομμάτια· ευτύς πολλά εγλήγορα έσυρεν το σπαθί του (παραλ. 3 στ.). Κι ως ήβλεπαν οι έτεροι οπού ’σαν μετ’ εκείνον,| ανάρια όλοι εβάλθηκαν και προθυμίαν τού εκάμναν,| τους Αλαμάννους έσφαξαν και εθανάτωσάν τους Χρον. Μορ. P 4031· ου δύναμαι του να κρατώ σπαθίν ουδέ κοντάριν| του να σταθώ εις πόλεμον να έχω πολεμήσει·| αλλά να ποίσω δι’ εσάς τούτην την προθυμίαν·| του πρίγκιπος το φλάμουρον θέλω να το βασταίνω (παραλ. 1 στ.). Την τέντα του δομέστικου θεωρώ την ... ·| ομνύω σας εις τον Χριστόν ολόρθα εκεί να απέλθω Χρον. Μορ. P 4750. 5) (Εδώ) ενθάρρυνση (βλ. Lex. Chron. Mor. 393): ο πάπας ’κ την χαράν όπου είχεν διά τον κόντον| και διά να δώσει προθυμίαν του κόντου, καθώς πρέπει,| ατός του εκαβαλίκεψεν με τους γαρδιναλίους,| ομοίως με τους ευγενείς ανθρώπους εκ την Ρώμην,| κι απήλθεν εις συναπαντήν του κόντου της Προβέντσας Χρον. Μορ. P 6142.
σαγίτ(τ)α- η, Τρωικά 5301, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4715, Ερμον. Η 195, Χρον. Μορ. H 4036, 5035, Χρον. Μορ. P 1075, 4036, 5035, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 380, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 625, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 20, Λίβ. διασκευή α 1274, 1279, 1297, 1298, 1305, 1307, 1395, 1516,1770, Λίβ. Esc. 1305, Λίβ. Va 1077, 1121, 1160, Αχιλλ. L 203, 206, 627, 711, Αχιλλ. (Smith) N 1026, Αχιλλ. (Smith) O 387, Καναν. (Pinto) 84, 181, 187, 396, 489, 492, Χρον. Τόκκων 249, Φαλιέρ., Ενύπν.2 26, 28, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 81, Μαχ. 11226, 6501, 67019, Χούμνου, Κοσμογ. 262, 265, Παράφρ. Χων. (v. Dieten) III 38, 41, Αλεξ.2 1215, 1379, 2762, Απόκοπ.2 8, 418, Πένθ. θαν.2 190, 218, 623, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 160r, 191v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 6210, 1324, 1415, Πεντ. Αρ. XXIV 8, Δευτ. XXXII 23, 42, Βυζ. Ιλιάδ. 516, Αχέλ. 1532, 1714, Κώδ. Χρονογρ. 5220, Παϊσ., Ιστ. Σινά 152, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 16814, Ονειροκρ. Ιβ. 48, Πανώρ.2 Ά 341, Β́ 62, 71, Γ́ 165, Βοσκοπ.2 23, Χρον. βασιλέων 1246, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. 42, Διγ. Άνδρ. 35210, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 5220, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 130, Διακρούσ., Στίχ. ηθ. (Κακλ.) 63, Διακρούσ. (Κακλ.) 249, 345, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 28113, 28423, Παλαμήδ., Ψαλμ. 428· σαΐτ(τ)α, Διγ. Z 161, 168, Βέλθ. 494, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5200, Λίβ. Esc. 1190, Χρον. Τόκκων 694, Θησ. (Foll.) I 49 δις, 55, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 34, Θησ. Β́ [538], ΣΤ́ [377], Χρον. Μορ. P 4920, Χρον. σουλτ. 2720, 6413, 808, 8525, 892, 6, Αχιλλ. L 722, Φαλιέρ., Ενύπν.2 17, Μαχ. 43017, 63031, Χούμνου, Κοσμογ. 246, Αλεξ.2 545, Λίβ. Va 487, 1046, 1067, 1069, 1524, 2624, Διήγ. Αλ. G 26716, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 17310, Τριβ., Ταγιαπ. 17, Αλφ. 1176, Αλφ. (Μπουμπ.) III 13, Ονειροκρ. Ιβ. 46, 48, Πανώρ.2 Ά 330, 343, Β́ 126, 213, 281, 457, Έ 5, 33, 45, 61, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 339, Γ́ 165, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 40, Πιστ. βοσκ. I 2, 216, 4, 190, II 3, 71, IV 2, 201, 7, 75, 8, 77, 131, V 7, 58, Βοσκοπ.2 23, Διγ. Άνδρ. 31531, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 151, 712, Γ́ 270, 317, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 105, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 5, 23, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1451], Έ [1295], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 87, 125, 128, 323, 337, 338, 399, 424, Διγ. O 97, 1750, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15215, 1737, 38822, 47423, 49626, 5065, Αλφ. (Mor.) IV 78, κ.α.
Από το λατ. sagitta. Ο τ. σαΐτ(τ)α (<σαγίτ(τ)α με αποβολή του μεσοφωνηεντικού ‑γ‑, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 345, 417, Τριαντ., Άπ. 1, 360) στο Meursius (λ. σαγίτα), στο Βλάχ. (λ. σαγίτα) και σήμ. (γρ. σαΐτα, Κριαρ., Λεξ., Μπαμπιν., Λεξ.). Η λ. τον 5.-6. αι. (Lampe, Lex., λ. σαγίττα, TLG) και σήμ. (γρ. σαγίτα, Κριαρ., Λεξ., ΛΚΝ).
1) Βέλος τόξου: είχαν μετά τους τζακρατόρους και δοξιώτες και εσύραν απάνω τους σαΐττες και βερετουνία Μαχ. 43017· Εβουλήθη δε ο πρίγκιπος να πάρει μερικούς καβαλαραίους να φύγει, αμή δεν ημπόρεσεν, ότι το πλήθος του φουσσάτου των Ρωμαίων τους ετριγύρισε και τους έβαλεν εις την μέσην και δεν είχαν που να φύγουν, μόνον τους εκατέσφαζαν με τες σαΐττες Δωρ. Μον. XXXVIII· Έδωσαν πόλεμον μέγαν με τες λουμπάρδες και τουφέκια και με σαΐτες και δοξάρια Διον., Ιστ. Ρωσ. 403· Με τας σαγίττας απομακρά τους εκαταδοξεύαν| κι ούτως τους αποκτείνασιν κι εθανατώσανέ τους Χρον. Μορ. H 1075· (σε παρομοίωση): οι Κουμάνοι της Αλαμανίας εποίησαν μέγαν πόλεμον, τόσον ότι έπεπταν οι σαΐτες εις το κάστρον ωσάν βροχή Διήγ. Αλ. E (Lolos) 16914· (προκ. να δηλωθεί η μεγάλη ταχύτητα συχν. και σε παρομοίωση): Και εγώ να γένω άλογον και το άλογον εκείνο| να ένι εις πλάσιν εύμορφον και εις την περπατησίαν| να δάζει ως ένι ο ποταμός, γοργόν ως η σαΐττα Λίβ. διασκευή α 2978· Ετούτος στο πιλάλημα κι εις την γληγοροσύνη| τόσα ευρίσκετον ’λαφρός, ότι καμία σαΐτα| βγαλμένη από ... καλόν δοξότην Θησ. ΣΤ́ [532]· (εδώ ως μέσο για αποστολή γραπτού μηνύματος): Έγραψα πάλιν την γραφήν, δένω την εις σαγίτα| και εις το κελίν την έσυρα της πανωραίας κόρης Λίβ. Va 1277· Έστειλε μιαν επιστολή δεμένη σ’ μιά σαΐτα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1983· Έγραψα, φίλε, την γραφήν, δένω την με σαΐταν| και ως είχα την συνήθειαν πάλιν ετόξευσά την Λίβ. Va 1589· (προκ. να δηλώσει το μήκος της απόστασης (πβ. και σαγιτ(τ)όσυρμα)): εις την γην τους έβγαλαν τα άλογα να δράξουν,| εκεί εις τα νησόπουλα μέσα να τα σεβάσουν·| κολύμπου τα σεβάζουσιν όσον σαΐττας σύρμα Χρον. Τόκκων 694· Προβαίνεις δε αριστερά, όσον με το δοξάριν| να ρίξεις την σαγίταν σου, ως καλόν παλληκάριν.| Και παρευθείς οράς εκεί πέτραν μεγάλην μίαν Προσκυν. Ξηρ. 27 (Σινά) 152· (προκ. για ένδειξη αγάπης ή συμπάθειας όταν δινόταν ως δώρο): ο Ιωνάθας ο υιός του Σαούλ αγάπησε τον Δαβίδ πολλά και εχάρισέ του το ρούχο του και το δοξάρι του με όλες τες σαγίτες διά σημείον πως τον αγαπά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 191v. 2) α) (Μεταφ.): η μέθη το φαρμάκιον είναι του διαβόλου,| τον μεθυστήν τον άνθρωπον νεκρώνει τον διόλου·| σαγίττα είναι δολερή, είναι φαρμακωμένη Ιστ. Βλαχ. 2089· Ω αδελφέ μου ... εάν είσαι και χηρευάμενος, να προσέχεσαι να μην καθίσεις ποτέ σου με νέαν γυναίκα και πας και φας και πίεις μετ’ αυτήν, διότι το κάλλος της γυναικός είναι σαΐτα φαρμακερή και σεβαίνει μέσα εις την καρδίαν του ανδρός Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 94v· (σε μεταφ.): Ανέλπιστα δυό ’μμάτια μ’ εσκλαβώσα| μ’ έναν τους βλέμμαν όμνοστον με θάρρος,| με μιαν χρυσήν σαγίτταν μ’ ελαβώσαν| εις την καρδιάν Κυπρ. ερωτ. 283· Απάνου εις όλα παίρνοντες το σκουτάρι της πίστεως, με το οποίον θέλετε δυνηθεί να σβέσετε όλες τες σαΐτες τες πεπυρωμένες του Πονηρού Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εφεσ. Ϛ 16· (προκ. για τα βέλη του θεού Έρωτα): Εζωγράφισεν δε και τον Έρωτα και ήτον| πτεροφόρος και εβάστα εις τα χέρια του φωτία,| δοξάριον και σαγίτταν Διγ. Άνδρ. 31524· ’κράτει (ενν. ο Έρως) τοξάρι δυνατόν, ...,| και την σαΐταν έριπτε κι ετόξευ’ ένα νέον,| κείνος ο νέος έστεκε με προσοχήν μεγάλην| είχεν τα στήθη του γυμνά, σαΐτα στην καρδίαν Διγ. Z 161, 163· συναπαντώ τον Έρων·| εβάσταν και εις το χέριν του δοξάριν και σαγίτα Λίβ. Va 569· Ήτον γαρ η καρδίτσα του σφαμένη εκ την σαΐτταν| απέ την ακριβότερη του Έρωτος οπού έχει Θησ. (Foll.) I 132· οι σαΐτες μου (ενν. εμένα, του Έρωτα) κανεί δε θανατώνου| μόνο γλυκιά κι απάλαφρα πάσα καρδιά πληγώνου Στάθ. (Martini) Πρόλ. 15· (προκ. για το βέλος του Χάρου, του θανάτου κλπ.): Θάνατος βλέπεις έρχεται κι εσύ δεν τον εγνώθεις| σαν σύρει τη σαγίτα του πάραυτα θανατώθης Αλεξ.2 1378· Kι είδα το Χάρο κι έμπαινε κι έβγαινε θυμωμένος,| σαν μακελάρης και φονιάς τα χέρια ματωμένος·| μαύρον εκαβαλίκευε, εβάστα και κοντάρι| κι εκράτιεν εις την χέραν του σαγίτα και δοξάρι Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 69· Είντα κακό σου έκαμα (ενν. Χάρο) και θε να με δοξέψεις| με την σαΐτα της πρικιάς για να με ’ξολοθρέψεις; Αλφ. 1078· β) (θεολ. προκ. για το Χριστό): λέγεται και τόξον και σαΐτα και βραχίων, και δύναμις του Πατρός ο Υιός ωσάν και λόγος του και σοφία του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 405.
Σαρακηνός- ο, Ασσίζ. 5614, 16, 17‑8, 4027, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 21, 431, 935, Σπανός (Eideneier) Α 281, Β 190, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 70, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1260, Διαθ. Αλ. 25524, Διήγ. Βελ. χ 386, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 438, Βουστρ. 1043, 1166, 13415, 1384, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 115, κριτ. υπ., Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 455874, Μορεζ., Κλίνη φ. 145v, 365r, 369r, Προσκυν. Διον. 301 (Σινά) 13715, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 960, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 80· Σαρακενός, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 596· Σαρακήνος, Βουστρ. (Κεχ.) 7615, 12616, 13417, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 127r, Διακρούσ., Στίχ. ηθ. (Κακλ.) 14· Σαρεκηνός, Χρον. Μορ. P 13, 27, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1293, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 5823· πληθ. Σαρακηναίοι, Διήγ. Βελ. χ 392.
Το μτγν. ουσ. Σαρακηνός (TLG). Ο τ. Σαρακενός (με επιβίωση της αρχικής προφοράς του -η-) σε δημ. τραγ. του Πόντου και της Ρόδου και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. Σαρακενός, Προμπονάς, Ακριτικά Α′ 225). Ο τ. Σαρακήνος (αντιδ. από παλαιότ. ιταλ. Saracino (Kahane, Sprache 402)) σε έγγρ. του 12. (ως κύρ. όν.· Caracausi, λ. Σαρακήνος) και 16. αι. (ΝΕ 10, 1913, 331). Ο πληθ. Σαρακηναίοι με μεταπλ., από επίδρ. αρχ. εθν. ονομ. σε ‑αίοι, βλ. ΛΚΝ λ. ‑αίοι. Η λ. και σήμ. (ιστ.).
Ά 1) (Εθν.· για τον όρο βλ. V. Christides, BZ 65, 1972, 331-3, Άμ., Γλωσσ. μελετ. 547)· α) Κάτοικος της Αραβίας, Άραβας (για τη σημασ. βλ. Kahane-Pietrangeli, Homenaje a Antonio Tovar 225): Οι πέντε εκαβαλίκευσαν και υπάν στο Χαλκοπέτριν.| Εκεί ηύραν τους Σαρακηνούς, ευγενείς Αραβίτας Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 333· από τούτο το παιδί οπού εγεννήθη από την σκλάβαν (ενν. τον Ισμαήλ) γεννώνται οι Σαρακήνοι αυτείνοι οι μαύροι και άλλοι άνθρωποι εις το μέρος της Αραβίας Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 127v· έρχονται οι Σαρακήνοι καταπάνω των Αιγυπτίων και κάνουν και αυτοί φουσσάτα και πολεμούνται Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 155v· β) κάτοικος της Συρίας και του Λιβάνου (για τη σημασ. βλ. Άμ., Γλωσσ. μελετ. 547, Kahane-Pietrangeli, Homenaje a Antonio Tovar): Εάν είς άνθρωπος ... να πάρει πράγμαν κωλυμένον εις την γην της Σουρίας, ήγουν εις τους Σαρακηνούς Ασσίζ. 4914· έδωκέν του χαρτιά, διά να πάγει εις την Τρίπολην, να φέρει Σαρακηνούς Βουστρ. (Κεχ.) 11815· γ) κάτοικος χωρών της Αφρικής (για τη σημασ. βλ. Άμ., Γλωσσ. μελετ. 547): εις τον Σαρεκηνόν σουλτάνον Βαρβαρίας (ενν. εμέναν επεστείλασιν)| και ρήγαν εις την Τύνιστον και αυθέντην Αραβίας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1252· Σοβά έναι ένα έθνος των Αιθιόπων, ήγουν των Σαρακηνών Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 203v· δ) Τούρκος (εδώ ειδικ. Σελτζούκος· για τη σημασ. βλ. Egea [Χρον. Μορ. Egea σ. 459 σημ. 4], Mor., Byzantinot. 268, λ. Σαρακηνοί): κι ολπίζω εις έλεος Χριστού να τους παρακινήσω (ενν. τον Πάπα και τους ρηγάδες),| να έλθουν με τα φουσσάτα τους εδώ στο μέρος τούτο,| να εβγάλουν τους Σαρεκηνούς εκ του Χριστού τον τάφον Χρον. Μορ. P 27· ε1) (ως πραματευτής): έπαρον ... και απ’ αυτά, τά πουλεί ο Σαρακηνός· κάπα σαρακήνικην, ανηθέλαιον ... Σπανός (Eideneier) Α 521· ε2) (ως πειρατής, κατακτητής· για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ́ 162-3, Έ Παράρτ. 30, Kahane-Pietrangeli, Homenaje a Antonio Tovar, 226): Τούτον (ενν. τον Κολοσσόν) τον έριξε κάτω ο Μανίας, αρχηγός των Σαρακηνών, ελθών εις Ρόδον με μεγάλην αρμάδαν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 265. 2) Μουσουλμάνος (για τη σημασ. βλ. Kahane-Pietrangeli, Homenaje a Antonio Tovar, 225-6): περί των απίστων ... ήγουν Ιουδαίων, και Σαρακηνών, και Μανιχαίων, και άλλων, οίτινες προσποιούνται τον Χριστιανισμόν, μη όντες Χριστιανοί Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 228· τα παιδιά αρέσαν του αμίρα, και έθελεν να τα ποίσει σαρακηνούς. Και έφτασεν ο ρήγας και με πολλές παρακαλέσες εγλύτωσέν τα Βουστρ. (Κεχ.) 11217. 3) (Συνεκδ.) α) αυτός που είναι μελαψός, μαύρος στην απόχρωση του δέρματος (για τη σημασ. βλ. Άμ., Γλωσσ. μελετ. 547): η περιστέρα γύρισε και λέγει προς εκείνον (ενν. τον κόρακα):| «Αράπη και Σαρακηνέ, μαυρέα, κακομύτη ...» Πουλολ. (Τσαβαρή)2 ΑΖ 9· (σε παρομοίωση): Την δε γε χροιάν ούτε ... λευκός ην και χιονώδης, ούτε μην μέλας ως Σαρακηνός Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 69, κριτ. υπ.· Ήτον ομίχλη περισσή, λέγω, στον τόπον κείνον,| και ιερέα είχασι μαύρον ως Σαρακήνον Αλεξ.2 2630· β) σκλάβος: Περί εκείνου οπού ένι ελεύτερος, και απομένει να τον πουλήσουν με το θέλημάν του σκλάβος τουτέστιν Σαρακηνός Ασσίζ. 4025. Β́ (Ως επίθ.) που ανήκει ή αναφέρεται σε Σαρακηνούς (η χρ. και σήμ.· Κριαρ., Λεξ.): Πλήρωμαν πέντε ημερών κουρσάρικον τον ηύρεν,| κουρσάρικον σαρακηνόν και επήραν τον Ιμπέρην Ιμπ. 561.
σελήνη- η, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 453, Ερμον. Χ 126, Χρον. Μορ. P 3918, Ερωτοπ. 127, Λίβ. διασκευή α 2541, Λίβ. Esc. 2409, Αχιλλ. (Smith) N 94, 873, 1672, Αχιλλ. (Smith) O 57, Ανακάλ. 101, 102, Ch. pop. 168, Λίβ. Va 1602, Κορων., Μπούας 87, Μορεζ., Κλίνη φ. 490r, 493r, Ονειροκρ. Ιβ. 46 (πεντάκις), Κυπρ. ερωτ. 1035, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 40, Διακρούσ., Στίχ. ηθ. (Κακλ.) 95, Διακρούσ. (Κακλ.) 522, 647, κ.α.
Το αρχ. ουσ. σελήνη. Η λ. και σήμ.
1) Το πλησιέστερο προς τη Γη ουράνιο σώμα που αποτελεί το μοναδικό φυσικό της δορυφόρο· το φεγγάρι: Βίος Αλ. 4443, Πτωχολ. α 890, Διήγ. Αλ. V 29· έκφρ. εις ώραν/τον καιρόν της σελήνης = όταν έχει πανσέληνο: πέμπει (ενν. ο διάβολος) ακάθαρτα πνεύματα να κατοικούσιν εις κάποιους άνδρας ή και γυναίκας, και αυτά … τως κάνουσιν πολλές πείραξες και ταράματα· και μάλιστα εις τον καιρόν της σελήνης … τους κάνουσι να πέφτουσι όπου ευρεθούσι, να ταράσσουν, να αφρίζουν το στόμα, να αλλάσσουν τα μέλη, να μην έχουσιν ανάπαυσιν, μα να κάνουσιν μίαν κίνησιν τόσα φοβεράν και άσχημον, απού όσοι τους θεωρούσιν φρίττουσιν Μορεζ., Κλίνη φ. 490r· Άλλους (ενν. ο δαίμων) σεληνιάζει τους και άλλους δαιμονίζει,| και κάμνει τους εξεστηκούς εις ώραν της σελήνης,| διά να υβρίζεται Θεός, ο ποιητής σελήνης Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1286· α) συχν. σε παρομοιώσεις: Λάμπει ως σελήνη την αυγήν, ως ήλιος την ημέραν,| ως άστρον το μεσάνυκτον το κάλλος της ωραίας Φλώρ. 971· σαν κρίνο ευωδέστατον της ταχινής ημέρας,| ώσπερ αστέρας πάμφωτος που λάμπει την εσπέραν,| ούτως και αυτείνη (ενν. η σουλτάνα) έλαμπεν με υψηλόν καμάρι| σαν την σελήνη που λαμπρεί τον μήνα τον Γεννάρη Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1362· ωσάν γερτή καμάρα,| ωσάν σελήνη τρίων μερών, ωσάν μισό στεφάνι| ζωγραφισμένα θαυμαστά, ήσαν τα δύο της φρύδια,| μακρέα, μαύρα και λιγνά, έμορφα συνθεμένα Θησ. ΙΒ́ [554]· παρείκαζεν (ενν. η κόρη) ως βέβαια τον κύκλον της σελήνης| όταν έναι ολόκυκλος, καθάριος και γεμάτος| ως προς την στρογγυλότητα του ξένου της προσώπου Λίβ. Va 2216· όσον γουν γαρ διαφέρει| η ολόγομος σελήνη| των νυκτερινών αστέρων,| τόσον γαρ υπήρχεν αύτη (ενν. η Ελένη)| των γε γυναικών ωραίων (παραλ. 2 στ.) ωραιόκαλλος τα πάντα Ερμον. Β 292· β) σε προσωποπ.: Κλαι τον (ενν. τον Βελισάριον) ο ήλιος αυτός, κλαι τον και η σελήνη,| και τα στοιχεία τα άψυχα συγκλαίουν, συλλυπούνται Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 474· σήμερον οι βοθράκοι αγάλλονται και οι αχελώνες τραγουδούσιν το παράνομον ορώσαι μυστήριον. Η θάλασσα είδεν και έφυγεν· η σελήνη το φέγγος απέκρυψεν· ο σπανός ο πονηρός, ο σπανός ο τριγένης Σπανός (Eideneier) A 24-5· Εκ της σελήνης έπεσεν εκείνη (ενν. η κόρη) τας αγκάλας,| και το λαμπρόν της μερτικόν απέσπασεν και απήρεν Βέλθ. 680· γ) σε επίκληση: Σελήνη μου καλόφωτε, βλέπεις τι τυραννούμαι·| και γαρ βραδύ, παρακαλώ, πέμψον μικράν ακτίναν Καλλίμ. 1682· κι εσύ, Σελήνη τ’ ουρανού, την γην μην την φωτίσεις,| κι εσείς, νερά τρεχάμενα, σταθείτε, μη κινείσθε,| και, θάλασσα, βρουχήσθησε στην συμφοράν της Πόλης Θρ. Κων/π. διάλ. 8· Και από του νυν επέμεινα, Φεγγάρι μου, εις εσένα,| Σελήνη πανεξαίρετε, καλή μαντατοφόρε Λίβ. Va 1624· (εδώ προκ. για όρκο· βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Γ́ 372): κι οι δυο ρηγάδες … ν’ αμνόγουσιν αρχίζου:| «Μα τ’ Άστρη, μα τον Ουρανό, μ’ Ανατολή και Δύση| και μα τη Γη που τα κορμιά θε να μας καταλύσει| και μα τον Ήλιο το ζεστό, μα Φέγγος, μα Σελήνη,| ποτέ να μη δολώσομεν ετούτον οπού εγίνη·| κι εκείνον οπού εγράψαμε πάντα να το κρατούμε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1623· δ) ως ερωτική προσφών.: Φως μου, ψυχή μου, ομμάτια μου, πνοή μου, ανασασμός μου,| ήλιε, σελήνη ολόφωτος, και άστρον της Αφροδίτης,| ας μάθω μόνον θέλημαν, κόρη, το εδικό σου,| και αφού γνωρίσω τον σκοπόν και πάσαν την βουλήν σου,| ως πέρδικαν εις το κλουβίν, ούτως να σε αρπάξω Αχιλλ. (Smith) N 1000· Αγάπη, πόθε μου καλέ (δηλ. Φλώριε), γλυκοπερίπλοκέ μου,| ήλιε μου, αυγή μου, ημέρα μου, ζωή, εμψύχωσίς μου,| σελήνη μου αστροφύτευτη, τα φύλλα της καρδιάς μου,| ζωή μου οπού ’ζιουν απ’ εσέν, τώρα διά σε αποθνήσκω,| δι’ εσένα θανατώνομαι αδίκως και αναιτίως Φλώρ. 469· ε) ως αντικείμενο ονείρων: Σελήνην αιματώδη ει ίδοις, ζημίαν, θλίψιν δηλοί Ονειροκρ. Ιβ. 46· Σελήνης επάνω καθεσθήναι, δόξαν δηλοί Ονειροκρ. Ιβ. 48· Σελήνην μία ή πολλές ιδείν, αρχάς και εξουσίας δηλοί Ονειροκρ. Ιβ. 46· στ) προκ. για την υπερφυσική, μαγική της επίδρ.: Αλάθητον ποιεί τον νουν μεθ’ ύδατος και οίνου οριγάνη βρασμένη και κατά γένναν της σελήνης πινομένη Γιατροσ. Ιβ. 48· κάνει τα ταράματα (ενν. ο μιαρός δαίμων) τες πλιότερες φορές τον καιρόν απού γεμίζει η σελήνη, και διά τούτο και τους πάσχοντας το αυτό πάθος σεληνιαζομένους τους ονομάζουσι. Και πολλοί αποκοτούσι και βλασφημούσι την σελήνην, λογιάζοντας πως εκείνη είναι η αιτία του αυτού μεγάλου πάθους, όμως αμαρτάνουσιν, διότις η σελήνη δεν είναι αιτία του τοιούτου πάθους, μα είναι το πονηρόν πνεύμα, απού ονόμασεν ο κύριος πνεύμα άλαλον και κωφόν Μορεζ., Κλίνη φ. 492v· ζ) μεταφ. ζ1) προκ. για ωραία γυναίκα: Υπήρχε γαρ ευγενική (ενν. η κόρη), το είδος κρυσταλλόχροια,| εξαίρετος εις ηλικιάν, πλην ήτον ωραιωμένη.| Εις ηλικιάν κυπάρισσος, σελήνη εις την όψιν,| ο κύκλος του προσώπου της τον ήλιον αντηύγει Φλώρ. 7· Εκείνον τοίνυν το λαμπρόν άστρον της Αφροδίτης (ενν. η κόρη),| η ακτίς του ηλίου η υπέρλαμπρος, η ολόφωτος σελήνη,| το μάλαγμαν το καθαρόν και το μαργαριτάριν, (παραλ. 4 στ.) εις την πικρήν αστένειαν εκείτον του θανάτου Αχιλλ. (Smith) N 1672· ζ2) προκ. για την Παναγία: ο ουράνιος Θεός, απού φυλάγει την κληρονομίαν του, ήγουν τους χριστιανούς, έδωκεν την μεγάλην βοήθειαν της νοητής σελήνης, ήγουν την δεδοξασμένην Μαρίαν την Παρθένον Μορεζ., Κλίνη φ. 492v· ζ3) προκ. για την Κων/πολη (βλ. και Κριαράς [Ανακάλ. σ. 50, 52]): Ήλιον τάξε νοητόν τον Μέγαν Κωνσταντίνο·| σελήνη επονόμασε την νέαν του την Πόλην Ανακάλ. 91. 2) Ως θεότητα: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 323, Αχιλλ. (Smith) N 857.
στάχυ- το, Κορων., Μπούας 71, 80, Πεντ. Δευτ. XXIII 26, Hist. imp. (Iadevaia) I 1875, Χίκα, Μονωδ. 138, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. β́ 23· αστάχυ, Λίβ. Esc. 1054, Ch. pop. 360, Πιστ. βόσκ. I 5, 2, Διακρούσ. (Κακλ.) 416· αστάχυ(ν), Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 44v, 148v, 374r, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 201, Ροδινός (Βαλ.) 102· αστάχυν, Λίβ. διασκευή α 1136, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2923· αστάχυον, Μπερτόλδος 21· στάχυ(ν), Τρωικά 5291, Λίβ. διασκευή α 1138, Λίβ. Va 915, Χούμνου, Κοσμογ. 1779, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 17214, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 17314, Παλαμήδ., Βοηβ. 134, Ροδινός (Βαλ.) 102· στάχυν, Ερωτοπ. 182, Λίβ. διασκευή α 1136 κριτ. υπ.· πληθ. στάχα, Πεντ. Γέν. XLI 5, 6, 7.
Από το ουσ. στάχυς και την, υποκορ. κατάλ. ‑ιον. Ο τ. αστάχυ (με προθετ. α· πβ. και αρχ. ουσ. άσταχυς) στο Βλάχ. και σήμ. λαϊκ. (ΛΚΝ, Κριαρ., Λεξ. λ. στάχι και αστάχι), καθώς και στο ΑΛΝΕ. Ο τ. αστάχυν σε έγγρ. του 13. αι. (LBG, TLG) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., στάχι(ν) και αστάχ#14(ν)). Πληθ. αστάχυα και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου). Ο τ. στάχυν και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., ό.π.). Τ. αστά#20’, στά#20’, στά#20υν καθώς και πληθ. στά#20#6 σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. στά#20υν). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. (γρ. στάχυ και στάχι).
1) α) Το ανώτερο τμήμα του στελέχους των περισσότερων δημητριακών (κυρίως του σιταριού) που φέρει τον καρπό: η γη απατή της κάμει καρπόν, πρώτα χορτάρι και ύστερα στάχυ· είτα, γεμάτον σιτάρι το στάχυ Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. δ́ 28 δις· Εις εκείνον τον καιρόν επήγεν ο Ιησούς τα Σάββατα από μέσα από τες σπορές, και οι μαθηταί του επείνασαν, και άρχισαν να μαδούν στάχυα και να τρώγουν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιβ́ 1· β) το στάχυ και το καλάμι των δημητριακών μαζί: τον Ιούλιον είδα τον τέτοιον, φίλε, (παραλ. 2 στ.) το έναν του χέρι να κρατεί δραπάνι να θερίζει| και το άλλον να αγωνίζεται τ’ αστάχυα να μαζώνει Λίβ. Esc. 1056· (μεταφ.): Επέτα (ενν. ο Χάρος) με διχώς φτερά κι εκράτιε το δρεπάνι (παραλ. 1 στ.)· αστάχυα εθέριζε ξερά κι άλλα ξεσταχιασμένα,| κι άλλα ’κοφτε πλησότατα, μόνο ξεφυτρωμένα·| τούτοι ’τον άντρες του σπαθιού και γέροντες ομάδι,| νέοι, γυναίκες και παιδιά και τσ’ έπαιρνε στον Άδη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16725· (σε παρομοίωση): Έτσι και το χωράφι του κόσμου τούτου, βλέπεις όλους τους ανθρώπους, ωσάν τα στάχυα. Άλλοι ψηλοί, και τούτοι είναι εύκαιροι και χωρίς καρπόν, άλλοι χαμηλοί, αμή γεμάτοι καρπόν Ροδινός (Βαλ.) 102· χαλασμούς πολλούς στη χώρα| είχασι την κάθε ώρα| και αλύπητα βαρούσαν| και ποτέ δεν εσιγούσαν,| νέους, γέρους εχωρίζαν,| σαν αστάχυα τσ’ εθερίζαν Διακρούσ., Στίχ. ηθ. (Κακλ.) 74. 2) Ταξιανθία και καρπός φυτών που μοιάζει με το στάχυ των δημητριακών: Διάλεγε την τρυφερήν ρούκαν και κάρδαμον, ότι, αφού κάμουν αστάχυν είναι πολλά πυρά και βλάπτουσι περισσότερον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 206· η φάκλα, το οποίον εις άλλους τόπους ονομάζουσι κόκλαστον ... Τούτο κάμνει αστάχυ μεγάλο μίαν οργίαν σχεδόν και έχει σπειρία τριγύρου ωσάν πιπέρι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 155.
σύγχυσις- η, Καλλίμ. 369, Πουλολ. (Τσαβαρή) AZ 99, 115, Πανάρ. 6919, Σφρ., Χρον. (Maisano) 14420, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 25, Ιστ. πατρ. 10520, 10611, 1356, 1467, 1584, 1781, Μορεζ., Κλίνη φ. 92r, 351v, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) VII 1, Δωρ. Μον. XXXII, Παλαμήδ., Βοηβ. 431, Διγ. Άνδρ. 32619, 36626, Λίμπον. Αφ. 33, Ροδινός (Βαλ.) 105, Διγ. O 699, Διακρούσ., Στίχ. ηθ. (Κακλ.) 28, Διακρούσ. (Κακλ.) 631, 1245, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1494, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 270, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. κς́ 5· σύγχεσις, Ψευδο-Σφρ. 52230· σύγχυση, Χούμνου, Κοσμογ. 2454, Byz. Kleinchron. Á́ 49731, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 93, 323, Μαλαξός, Νομοκ. 330, Αχέλ. 4, Άλ. Κύπρ. 1521, Πανώρ.2 Πρόλ. 29, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. β́ 516, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά́ 74, Ιστ. Βλαχ. 2200, Σουμμ., Ρεμπελ. 165, 170, 172, 183, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1046, Χριστ. διδασκ. 449, Ροδινός (Βαλ.) 76, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 120, Έ́ 118, Λεηλ. Παροικ. 47, 258, 288, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26814, 4195 κ.α., Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11517, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Αναστ. 83· σύχυση, Χρον. σουλτ. 6330, 9019, 12329, 1288, Βλαστού, Επιστ. 177, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 612, Γ́ 171, Έ́ 178, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. ά́ 115, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 3· σύχυσις, Χρον. Τόκκων 3096· πληθ. συγχύσες.
Το αρχ. ουσ. σύγχυσις. Ο τ. σύχυση σε έγγρ. του 18. αι. (Τουρτόγλου, ΕΚΕΙΕΔ 15, 1968 <1972>, 31) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., λ. σύγχυση). Τ. σύ#20#20ιση (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.) και σύχχυση (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου) σήμ. ιδιωμ. Ο τ. σύγχυση και σήμ.
1) α) Ανακάτεμα, μπέρδεμα: το ζαφείριν είναι πέτρα και είναι και σάπφειρος ... καθώς από το ζαφείριν δεν ημπορείς από την φύσιν της πέτρας να χωρίσεις τες χάριτες του ζαφειρίου, μα είναι έτσι ηνωμένες απού δεν ημπορούσι να διαχωρίσουν, αλλά ουδεμίαν σύγχυσιν κάνουσιν, έτσι και αι δύο φύσεις του Ιησού του Θεανθρώπου ουδέ δύνεται τινάς να τες διαχωρίσει, διότις είναι αχώριστες ούτε καμίαν σύγχυσιν κάνουσι Μορεζ., Κλίνη φ. 351v· (εδώ προκ. για εξακρίβωση πατρότητας): Η μετά τον θάνατον του ανδρός αυτής κατηγορηθῄ εν τῳ δεκάτῳ μηνί εγέννησεν ... ως πόρνη λογίζεται ..., ως ... ουδέν εφύλαξεν την τιμήν αυτού, ότι η τιμή του πενθίμου καιρού ... υπάρχει χρονιαίος καιρός, και ως διά την σύγχυσιν της γονής μήνας θ́, διά δε την τιμήν της συζυγίας χρόνος σώος και πλέον Ελλην. νόμ. 5857· β) στην έκφρ. τούρη της Συγχέσεως = ο πύργος της Βαβέλ: Και έτσι δι’ εκείνην την τούρην άλλαξαν οι άνθρωποι τες γλώσσες τους, οπού πρώτα ήτονε μία γλώσσα ολουνών. Και διά τούτο την κράζουν πυργοποιίαν, ήγουν τούρη της Συγχέσεως, διότι εκεί εσυγχέσθησαν οι άνθρωποι Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 104v. 2) α) Πολιτική αναταραχή: Ειδώς δε ο Σαχ Ισμαήλης ότι εγένετο η ηγεμονία εν ακαταστασίᾳ και ουκ έστι γνήσιος αυθέντης, αλλά γέγονε πολυαρχία και σύγχυσις, εισπηδήσας έλαβε την ηγεμονίαν απονητί Έκθ. χρον. 6216· β) (γενικ.) διατάραξη της τάξης: Και λουμπαρδιές ερίχτανε ’πό μια μεριά κι απ’ άλλη| και σύγχυση στα κάτεργα εγίνετο μεγάλη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 37116· (προκ. για την εκκλησιαστική τάξη): ρακομαντάρω όλα μου τα ιντερέσε της αυθεντία σας, αμάδι με τα οποία και τον πανοσιότατον ... πατέρα Πρόχορον, όπου διά επίτροπόν μου άφησα ... διά να μην είναι καμία σύγχυσις εις την αγίαν μας Εκκλησία Βελλερ., Επιστ. 7725. 3) α) Φασαρία, θόρυβος: Εκεί οπού τραγούδιενε (ενν. η κόρη), σύγχυσιν εγροικήσαν,| εις τα βουνά το πρόσωπον οι δύο εγυρίσαν| και βλέπουσιν και ήρχουνταν άνδρες αρματωμένοι ... Διγ. O 2437· β) ταραχή, επεισόδια: δεν ημπόρουνα να πιστεύσω πως το θηλυκόν γένος να είναι τόσον ζουρλόν να παρακινηθεί ως το να κάμει τόσην μεγάλην σύγχυσιν, χωρίς μεγάλον δίκαιον Μπερτόλδος 21· εγένετο πολλή σύγχυσις και ταραχή εις την εκκλησίαν των Ρωμαίων εις τον Mέγαν Γεώργιον και εκινδύνευσαν πολλοί των Ρωμαίων να θανατωθούν Ιστ. πατρ. 14821· γ) αναστάτωση, αναταραχή: έρχεται (ενν. ο Ιησούς) εις το σπίτι του αρχισυναγώγου και βλέπει σύγχυσιν, και τους ανθρώπους οπού έκλαιαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. έ́ 38· Κι έβλεπες τόση σύγχυση, μέσα να κουβαλούσι (ενν. οι Ρωμαίοι)| όλα τα πράματά τωνε, ογιά να μην τα βρούσι (ενν. οι Τούρκοι) Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 25113· (προκ. για θαλασσοταραχή· εδώ σε μεταφ.): απού την άγρια εβγαίνω| τση θάλασσας τη σύχυση κι εισέ λιμνιώνα μένω Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 140. 4) α) Ψυχική αναστάτωση, ανησυχία, ταραχή· στενοχώρια: ο βασιλεύ είχε μεγάλην σύχυση και δεν ήξερε πλέο το τι να κάμει Χρον. σουλτ. 843· Και έλαχε και εις τούτον τον καιρόν είχε (ενν. ο Νώε) πολλές συγχύσες και ανακατώματα, ότι ο διάβολος τον έσκωπτε πολλά, οπού εκείνην την δουλείαν οπού έκανεν την ημέραν, ο διάβολος την νύκτα την εχάλα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 95v· Και αυτός (ενν. ο σουλτάν Μουράτης) ητοιμάσθη και εις ολίγας ημέρας εμίσευσεν από την Ανδριανούπολιν μετά την πόρταν αυτού και υπήγεν εις την Μαγνησίαν ... και έκτισε νέα σαράγια βασιλικά ωραιότατα και εκαθέζετο εις αυτά αμέριμνος, χωρίς καμίαν σύγχυσιν Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 25· β) θυμός, αγανάκτηση: Ο γενεράλες τσ’ άνοιξε (ενν. τες γραφές) και να τες δει, μανίζει| και με μεγάλη σύγχυση τότες αποφασίζει| να βγάλουσι τα τσούρματα, τη χώρα (ενν. την Πάτινο) για να γδύσου,| το πράμα τως (ενν. των Πατινιωτών) να πάρουνε όλο, να μην αφήσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4139· γ) (εδώ) ανάμεικτα συναισθήματα: Ω γέρον, πώς μου δίνεις| θυμό και γέλιο εις μια στιγμή και σύγχυση μ’ αφήνεις!| Λοιπόν, για δώρον έλαβες εκείνο που χαρισμένο| είχες εσύ πρωτύτερα στον άνθρωπο τον ξένο; Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 672. 5) Μάλωμα, διένεξη: Περί ιερέων και καλογήρων, ότι όταν έχουν σύγχυσιν είς υπέρ του άλλου, εις τον επίσκοπον να κρένονται και όχι εις κοσμικόν κριτήριον Νομοκριτ. 109· εις τον καιρόν εκείνον ήθελε συνέβει και κανένας άρχοντας ήθελε έλθει εις σύγχυσιν με κανέναν ποπολάρον, ... εσυμμαζωνόντανε τριακόσιοι εις ενάντιον του αρχόντου και τον αποκλειούσαν εις το σπίτι του και δεν ετρόμα να έβγει έξω Σουμμ., Ρεμπελ. 182· έκφρ. τόπος της Συγχύσεως = ο τόπος μετά από την έρημο του Σιν όπου οι Εβραίοι στράφηκαν εναντίον του Μωυσή κατά την Έξοδο (πβ. ΠΔ (Rahlfs), Έξ. 17, 7): Και έτσι ο Μωυσής επονόμασεν τον τόπον εκείνον τόπον Συγχύσεως, διά την σύγχυσιν οπού έκαμαν υιοί του Ισραήλ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 173v δις. 6) Βιασύνη, φόρα: Σκλαβούνος ένας έτρεξεν έξω και τον κοιτάζει| και πιάνει πέτρα, δίδει του, και τούρκικα χουγιάζει,| και με μεγάλη σύγχυσιν έσυρε το σπαθί του| κι ήρθε στο λάκκο και πατεί, κόφτει την κεφαλή του Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18617· Με δίχως σύγχυση πολλή μέσα ο βιζύρης μπαίνει (ενν. στο κάτεργο)| και με καιρό γλυκότατο απού την Πόλη βγαίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 46417.
συντέλεια- η, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 8831, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2744, 2858, Μαχ. 628, 4787, Ιστ. πατρ. 829, Ιστ. Βλαχ. 2555 [= Γέν. Ρωμ. 145], Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ. 5616‑17, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 13v, 145r, 146v, 185r‑v, Διήγ. εκρ. Θήρ. 10922· συντελεία, Σπανός (Eideneier) D 1284, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4737, Λαυρ., Οπτασία Λ. 379, Διακρούσ. (Κακλ.) 367· συντελειά, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 130· ?συντελειάς, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 926.
Το αρχ. ουσ. συντέλεια. Ο τ. συντελεία στο Du Cange και σήμ. ιδιωμ. (Γιαγκουλλής, Κυπρ. διαλ., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., κ.α.), καθώς και στο ΑΛΝΕ λογοτ. Τ. συντιλεία σήμ. ιδιωμ. (Γιαγκουλλής, ό.π., Κοσμάς, Ιδίωμ. Ιωανν., λ. συdιλεία, Κουβέλης, Λεξιλόγιο Ξηρομέρου, λ. συντιλία). Τ. συντελέα σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
1) Ημέρα της Κρίσεως, το τέλος του κόσμου: ημείς δε πάντοτε κτίζομεν σπίτια και αμπέλια,| και της ψυχής μας μέριμναν ουδεποσώς ποιούμεν.| Και θέλει έλθειν η συντέλεια και θέλει μας πλακώσει| και θάνατος αιφνίδιος και θέλει μας χαώσει Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 688· Να φύγομεν εκ την πορνεία και εκ την πολλήν ζηλεία| και να βρεθούμεν καθαροί όντ’ έλθει η συντελεία Σκλάβ. 248· δει πιστεύειν πάντων των ανθρώπων τα σώματα … αναστήσονται εν τῳ της συντελείας καιρῴ … αυτά αύθις συσθήναι, ου φθαρτά … αλλ’ άφθαρτα, και ενωθήναι έκαστον τῃ ψυχῄ Κανον. διατ. Β 169· έκφρ. έως της συντελείας (του αιώνος), βλ. Επιτομή, λ. αιών Εκφρ. 3. 2) Αφανισμός, εξόντωση (προκ. για πόλεμο): είχες δειν τα μακελλειά, την τόσην συντελείαν,| τόσους θανάτους των Τουρκών με φοβερήν λαλίαν| να πέφτουν οι μασέλες τους, κεφάλια να πετούνται Αχέλ. 1472· ’κεί να δεις τα μακελλεία| και την τόση συντελεία,| που πηγαίναν σαν πουλάκια| τα κομμάτια στα χαντάκια Διακρούσ., Στίχ. ηθ. (Κακλ.) 76. 3) Σφοδρή κακοκαιρία, χαλασμός: Ο κόμης τον εμάνισε (ενν. τον Απολλώνιο): «Για ’φησ’ την πελελία,| να μην πνιγούμεν όλοι μας ’ς τούτην την συντελεία,| για πιάστε να βγοδώσομε για την αποθαμένη| κασέλα, να την βάλομεν, και ας έν’ συμπαθημένη,| όξω να τηνε ρίξομεν, α θες να μη χαθούμε| ...» Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 920· γοργό μην πάθουσι κακόν στην συντελειάν τ’ ανέμου,| γιατ’ είναι πάντες δίκαιοι και άνδρες του πολέμου Αχέλ. 1328· (σε παρομοίωση): και ως ακλουθά καμιάν φοράν, ευθύς όταν βροντήσει,| στρόβιλος μέγας, φοβερός, και τον γιαλόν βρουχίσει (παραλ. 2 στ.) και αυτή την τόσην συντελειάν φεύγουσιν τα θηρία, (παραλ. 1 στ.) ούτως, οντάν εγροίκησεν η άξα συντροφία| τρόμπες, ταμπούρλα, βούκινα και άλλην μελωδία,| ευθύς με τ’ άλογά ’δραμεν και πάντες τότ’ αμάδι| εδείξασιν προς τους εχθρούς ως λύκοι στο κουράδι Αχέλ. 1464. Φρ. 1) Δίδω συντελείαν, κάμνω συντέλειαν/συντελείας = καταστρέφω, αφανίζω: Τες τρίχες του ο ήλιος δε είχεν προβαλμένες| ακόμ’ από την γην καλά, κι εδείχναν θαμπωμένες,| όταν αυτείνοι άρχισαν με την αλτελαρίαν| να δίδουν πάλιν των τειχιών που ’στέκαν συντελείαν Αχέλ. 2087· Νίκην την παντελέστατον έκαμαν τους εχθρούς τους,| τους ασεβείς Αγαρηνούς εσκύλευσαν ετούτους| και κατά κράτος εις αυτούς συντέλειαν εκάμαν Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 8345· Εις τους εχθρούς των χύνονται (ενν. οι Ρούσοι) και πάντα τους νικούσι (παραλ. 1 στ.). Εβραίους και Αρμένηδες, εχθρούς της ευσεβείας,| εις το σπαθί και εις σκλαβιάν έκαμαν συντελείας Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 5936. 2) Πέφτω/πίπτω εις/σε συντελεία = καταστρέφομαι: Απιλογήθη (ενν. ο Κροίσος) κι είπε του (ενν. του Κύρου) του Σόλου την σοφία,| που του είπε βίος και βασιλεία στο τέλος κάμνει χρεία.| «Εγώ δεν του αφκρούστηκα οκ την φιλαργυρία,| και διατ’ εκείνο έπεσα ’ς τούτη την συντελεία| ...» Βεντράμ., Φιλ. 76.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Σπαν. P 257, Ιερακοσ. 5027, Διγ. (Trapp) Gr. 1819, Διγ. Z 1138, Ερμον. Η 263, Μ 117, Ψ 179, Ωροσκ. 4219, 4327, Χρον. Μορ. H 144, 282, 1089, 1216, 4750, 6334, Χρον. Μορ. P 6, 144, 282, 303, 517, 1089, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 272, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 389, Αχιλλ. (Smith) O 97, Χειλά, Χρον. 348, Μαχ. 15016, 16635, Κορων., Μπούας 46, 49, 58, 68, 70, 105, Πένθ. θαν.2 604, Βεντράμ., Φιλ. 99, 150, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 357r, Αχέλ. 709, 710, 899, 1846, Χρον. σουλτ. 13523, Lucar, Sermons 111, Μεταξά, Επιστ. 47, Λίμπον. Αφ. 64, 145, Διγ. O 681, Διακρούσ., Στίχ. ηθ. (Κακλ.) 65, Διακρούσ. (Κακλ.) 339, 982, 1200, κ.α.· προθυμιά, Σαχλ., Αφήγ. 15, Φαλιέρ., Ιστ.2 56, 641, Χούμνου, Κοσμογ. 1024, 1185, 1398, 2303, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 279, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 82, Κορων., Μπούας 15, 23, 35, 49, Κυπρ. ερωτ. 424, Πανώρ.2 Β́ 107, Γ́ 100, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 63, 515, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ́ 62, Πιστ. βοσκ. ΙΙ 4, 19, Βοσκοπ.2 133, Παλαμήδ., Βοηβ. 261, 591, 1278, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 208, 370, 699, 1371, Β́ 622, 1886, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 623, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 415, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [41], Δ́ [1030], Έ [544], [1468], Λίμπον. 69, 326, 501, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 41, Μαρκάδ. Πρόλ. 31, Λεηλ. Παροικ. 58, Διγ. O 524, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 27117, 44526, 48323, 54125, κ.α.