Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1215 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Διγ. (Trapp) Gr.

  • αποτομίζω·
    Διγ. (Trapp) Gr. 393, εσφαλμ. γρ. αντί να ποταμίσουν (Πβ. Andr., Lex., λ. ποταμίζω και βλ. Προμπονάς, Ακριτικά Α′ 215).
    ν’ αποτομίσουν
       
  • Απρίλιος
    ο, Διγ. (Trapp) Gr. 2326, Χρον. Μορ. H 147, Λίβ. (Lamb.) N 889, Φυσιολ. (Legr.) 762, Μαχ. 428, Θησ. Γ΄ [503], Έκθ. χρον. 126· Απρίλης, Λίβ. Esc. 1029, Μαχ. 4419, Περί γέρ. 164, Ερωτόκρ. Α΄ 1378.
    Το μτγν. ουσ. Απρίλιος (λατ. aprilis (Sophocl.). Η λ. και ο τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. Απρίλις).
    Ο τέταρτος μήνας του χρόνου (βλ. ΙΛ, λ. Απρίλις 1): επορεύετο εν Αδριανουπόλει ειπών ότι τον Απρίλιον έρχομαι πάλιν Έκθ. χρον. 126· του νεούτσικου το φίλημα και τ’ αγκαλιάσματά του | μοιάζουν στ’ Απρίλη τες δροσιές, τ’ άνθη και τα καλά του Περί γέρ. 164· σε προσωποποίηση: Απρίλης ήτον άπ’ αυτόν, να είδες ποιμέναν άνδρα | ασκέπαστος, ακτένιστος, άντραλος εις την πλάσιν Λίβ. Esc. 1029 (βλ. και κριτ. υπ.).
       
  • απροσφύλακτος·
    Διγ. (Trapp) Gr. 24 (κριτ. υπ.), πιθ. εσφαλμ. γρ. αντί απροφυλάκτων (διόρθ. Καλονάρος [Διγ. (Trapp) Gr. 24, κριτ. υπ.]· πβ. και L‑S, λ. προοφυλακή).
    απροσφυλάκτων,
       
  • απροφύλακτος,
    επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 24 (βλ. απροσφύλακτος).
    Το αρχ. επίθ. απροφύλακτος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. απροφύλαχτος).
    Αφύλαχτος (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 2. Πβ. ΙΛ, λ. απροφύλαχτος 2): πλήθη ηχμαλώτευσε λαού αναριθμήτου, | απροφυλάκτων των μερών εκείνων τυγχανόντων Διγ. (Trapp) Gr. 24 (βλ. και αφρούρητος).
       
  • αρχαίος,
    επίθ., Κεκ., Στρατ. 89ροε, 2812, Σπαν. V 53, Γλυκά, Στ. 116, Γλυκά, Αναγ. 163, Στ. Αδάμ 14, Προδρ. IV 1bbb (χφφ. CSA) (κριτ. υπ.), Διγ. (Trapp) Gr. 414, Διγ. Z 659, 4471, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 31, Σαχλ., Αφήγ. 95, 853, Έκθ. χρον. 2511, Ιστ. πολιτ. 3618, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 403· αρχιός, Φαλιέρ., Λόγ. 232, Δεφ., Λόγ. 23 (έκδ. αρχαιών Κριαρ., Αθ. 46, 1935, 137 διόρθ. σε αρχιών), Πανώρ. Ε΄ 171.
    Το αρχ. επίθ. αρχαίος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Α´ Προκ. για πράγμα ή κατάσταση 1) Που είναι παλαιό και διατηρείται ως σήμερα (Πβ. L‑S στη λ. I1. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): ο σάκος ο αρχαίος έως του νυν Ιστ. πολιτ. 3618· μνησθήναι τον βασιλέα αρχαίαν αγάπην Κεκ., Στρατ. 89ροε· ου γαρ ποτέ λανθάνεται αρχαιότερος πόθος Διγ. Z 659. 2) (Προκ. για την πατρίδα) που υφίσταται από παλαιά· σεβαστός: πατρίδα την αρχαίαν Γλυκά, Αναγ. 163. Β´ Προκ. για πρόσωπο 1) Που είναι παλαιός, που υφίσταται από πολύν καιρό· έμπειρος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II· πβ. τη σημερ. χρ. του συγκρ., Δημητράκ. στή λ. 1): απέστειλεν εν αυτῄ (δηλ. τῃ πόλει) στρατιώτην αρχαίον και έμπειρον εις τα πολέμια Κεκ., Στρατ. 2812· εγώ ’μαι πρώτη πολιτική, εγώ ’μαι αρχαία μαυλίστρα (χωρίς λόγο ο Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 370 διόρθ. σε αρχιμαυλίστρα) Σαχλ., Αφήγ. 853. 2) Που έζησε σε προγενέστερη εποχή (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., ΙΛ): γενναίων ο καλλωπισμός, το άλσος των ενδόξων,| των ευγενών η καλλονή, ο τύπος των αρχαίων Διγ. Z 4471. Βλ. και αλλοτινός. Το ουδ. του επιθ. στον πληθ. ως ουσ.= 1) η παλαιά, η προηγούμενη κατάσταση (Πβ. τη σημερ. χρ., ΙΛ): να τήνε φέρει (δηλ. την πόλη) εις τα αρχαία της Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 403· 2) το αρχικό χρηματικό ποσό, το κεφάλαιο: Θεσπίζομεν μηδεμίαν ανάγκην εκ νόμου καθεστάναι τοις κηδεμόσι τα των νέων χρήματα δανείζειν, άλλ’ ασφαλώς αποτίθεσθαι και φυλάττειν αυτοίς, κάλλιον όν την επί τοις αρχαίοις αυτοίς ασφάλειαν μένειν ή τῃ των τόκων εφέσει και των αρχαίων εκπεσείν … Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 1238.
       
  • ασκεύαστος,
    επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 1876.
    Το μτγν. επίθ. ασκεύαστος.
    Ευνούχος (Βλ. Mavrogordato [Διγ. Gr. σ. 130, κριτ. υπ.]. Πβ. Διγ. Άνδρ. 36119): ο πρώτος γυναικάδελφος δέδωκε δέκα νέους| ασκευάστους και ευειδείς και τῃ κόμῃ ωραίους,| ημφιεσμένους περσικήν στολήν από βλαττίου Διγ. (Trapp) Gr. 1876.
       
  • ασπίς (II),
    η, Μανασσ., Χρον. 3184, 5937, 6008, Διγ. (Trapp) Gr. 2549, Διγ. Z 3061, 3644, Ερμον. Προλεγόμ. 79 (έκδ. ταις άσπαις), Κ 97 (έκδ. την άσπιν), Σ 91 (έκδ. τοις άσποις), 148 (έκδ. τας άσπεις), Τ 103 (έκδ. τας άσπεις), 228 (εκδ. άσπιν), X 5 (εκδ. άσπις).
    Το αρχ. ουσ. ασπίς.
    Αμυντικό όπλο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1): ασπίδα αργυρήν κρατών γύροθεν χρυσωμένην Διγ. Z 3644.
       
  • άσπρος (I),
    επίθ., Σταφ., Ιατροσ. 113, 12346, Λόγ. παρηγ. L 290, Προδρ. IV 101, Κρασοπ. 96, Ασσίζ. 49111, Ιατροσ. 20117, 121, Ορνεοσ. αγρ. 55212, Διγ. (Trapp) Gr. 1149, Διγ. Z 716, 3635, 4504, Βέλθ. 35, Ακ. Σπαν. 37289, Πόλ. Τρωάδ. 746, Διήγ. παιδ. 508, Φλώρ. 939, Ερωτοπ. 238, Λίβ. P 2765, Λίβ. Sc. 1281, Λίβ. N 435, Αχιλλ. (Haag) L 57, 159, 272, 372, 573, 822, Αχιλλ. N 105, 1111, Αχιλλ. O 68, Ιμπ. 266, Μαχ. 42033, 64430, Τάξ. Πόρτ. 95, Θησ. Γ΄ [185], Ζ΄ [1028], Ch. pop. 65, 364, 772, Χούμνου, Π.Δ. VII 9, X 8, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15011, 15826, Σαχλ., Αφήγ. 187, Κυπρ. ερωτ. 1511, 1082, 1271, Απόκοπ. 50, Πένθ. θαν.2 243, Φαλιέρ., Ιστ. V 443, Πεντ. Γέν. XXX 37, Έξ. XVI 31 (έκδ. άσπρο), Λευιτ. XIII 3 (έκδ. άσπρο), 4 (έκδ. άσπρη), Ιστ. πατρ. 819, 2016, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 393, Πανώρ. Α΄ 264, Β΄ 200, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 87, Πιστ. βοσκ. IV 8, 238, Βοσκοπ. 15, Διγ. Άνδρ. 3199, 34711, 38436 (συγκριτ. ασπρύτερος), Ερωτόκρ. Α΄ 1671, Δ΄ 654, 1893, Ε΄ 1050, Στάθ. Α΄ 213, Συναδ., Χρον. 55, Ροδολ. Ε΄ [274] (συγκριτ. ασπρύτερος), Βακτ. αρχιερ. 167, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1186], Λίμπον. 318, Φορτουν. Α΄ 215, Ε΄ 308, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18917, 38515, 42024, Διακρούσ. 7719.
    Το μτγν. επίθ. άσπρος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Λευκός (Πβ. Sophocl. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1α): Γράφε τον αυτόν ψαλμόν με αίμα άσπρου πετεινού και διάβασέ τον Ιατροσ. 22117· ηύρηκα την μαγκίπισσαν έσωθεν ισταμένην| και ταις χερσίν κατέχουσαν άσπρον σεμιδαλάτον Προδρ. IV 101· βλ. και ασημένιος (ως στοιχείο ομορφιάς): τες δύο μου θυγατέρες| απού ’ναι άσπρες και άμορφες σαν τ’ ουρανού αστέρες Χούμνου, Π.Δ. X 8· βλ. και ασημένιος β) (στον πληθ. του ουδ.) κατά παράλ. του ουσ. ρούχα (βλ. ΙΛ στη λ. Β1α): Και κάπου αν ευρεθεί καιρός οπού να βάλωμ’ άσπρα,| παρόμοιον γίνεται εις εμάς σαν του χειμώνος τ’ άστρα Πένθ. θαν.2 243. 2) Ασημένιος (Βλ. και ΙΛ στη λ. Α1β): επήρεν το κοντάριν του και τ’ άσπρον το σκουτάριν Αχιλλ. L 352. Βλ. και ασημωτός. 3) (Προκ. για πρόσ.) ήρεμος, γαλήνιος: ει τινος έβλεπεν άσπρον το πρόσωπον και θέαν,| γνώριζεν την καρδίαν του, καθόλου δεν φοβάται Αχιλλ. (Haag) L 159. Βλ. και ατάραχος, αχείμαστος, ημερώνω. 4) Χλομός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): πέφτει στη γης άσπρη κρυγιά, πλιά παρ’ απού το χιόνι Ερωτόκρ. Ε΄ 1050. Βλ. και χλομ(ι)αίνω μτχ. 5) (Προκ. για θάλασσα) αφρισμένος: Και το γιαλό άσπρο και θολό βαθιά ανακατωμένο Ερωτόκρ. Δ΄ 654. 6) Αρσενικό άσπρο = τριοξείδιο του άνθρακος, κοιν. ποντικοφάρμακο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αρσενικό 1): Το δικαίωμαν του αρσινικίον τον άσπρου κελεύει το δίκαιον να λάβουν εις τα ρ΄ πέρπυρα Ασσίζ. 49111. Εκφρ. 1) άσπρα άρματα = όπλα επιθετικά μη φλογοβόλα· ιταλ. arma bianca (βλ. Baştav, Ordo portae σ. 15): όμως δε ο αμιράς πάντοτε βαστά μετά κείνον … άσπρα άρματα Τάξ. Πόρτ. 95· 2) άσπρος Γενουβήσος = υπήκοος Γενουάτης γεννημένος σε περιοχή της γενουατικής επικράτειας (Βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 110, 156]): επήγαν οι τοπικοί και εκουρσεύσαν τα σπιτία τους Γενουβήσους τους άσπρους Μαχ. 42033. Το ουδ. του επιθ. ως ουσ. = η πάθηση του ματιού «γλαύκωμα» (Πβ. Lampe, Lex.· η σημασ. και σήμ., ΙΛ, στη λ. Β1η): Εις άσπρ(ον) ομματίου αλόγου Ιατροσ. κώδ. σξς΄. Η λ. και σε τοπων. Άσπρη Βρύση: Χρησμ. (Λάμπρ.) 1071.
       
  • αστεράτος,
    επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 869, 3050, Διγ. Z 304,1174, 3617, Διγ. (Trapp) Esc. 10.
    Από το ουσ. αστέρι και την κατάλ. ‑άτος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    (Προκ. για ζώο) που έχει στο μέτωπο στίγμα σε σχήμα άστρου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): φαρίν εκαβαλίκευεν φιτυλόν, αστεράτον·| έμπροσθεν εις το μέτωπον χρυσόν αστέρα είχεν Διγ. Z 304.
       
  • αστραπή
    η, Γλυκά, Στ. 357, Ευγεν., Δρόσ. Β΄ 368, Καλλίμ. 1305, Διγ. (Trapp) Gr. 1069, Διγ. Z 1403, Ερμον. Ν 91, Chron. br. (Loen.) 75, Βίος Αλ. 5406, Ιατροσ. κώδ. φλδ΄, Αχιλλ. (Haag) L 151, Αχιλλ. L 429, 1172, Αχιλλ. N 209, 549,1492, Αχιλλ. O 143, Καναν. 64Β, Θρ. Κων/π. H 97, Θρ. Κων/π. διάλ. 99, 114, Δούκ. 11113, Θησ. Δ΄ [13], Διήγ. Αγ. Σοφ. 1606, Σκλάβ. 57, 126, Κορων., Μπούας 50, Βεντράμ., Γυν. 243, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 443, Αχέλ. 1023, 1337, Αιτωλ., Βοηβ. 382, Πανώρ. Γ΄ 472, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 3, Ε΄ 505, Πιστ. βοσκ. V 6, 176, Σταυριν. 468, Ιστ. Βλαχ. 2523, Διγ. Άνδρ. 34416, Ερωτόκρ. Β΄ 1157, 1622, 2299, Δ΄ 1685, Ε΄ 1039, Ροδολ. Α΄ [249], Διήγ. πανωφ. 56, 57δίς, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [911, 1092], Φορτουν. Ιντ. α΄ 17, Ζήν. Β΄ 235, Δ΄ 338, Β΄ 176, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 7, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1445, 3338, 37511, Διακρούσ. 8312, 891· ’στραπή, Θρ. Κων/π. B 108.
    Το αρχ. ουσ. αστραπή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Το μετεωρολογικό φαινόμενο αστραπή (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): οι δόξες είναι αστραπές που φέγγου, μα πετούσι Ζήν. Δ΄ 338· (προκ. να δηλωθή ταχύτητα): Κεντούν, φουσκώνουν τ’ άλογα κι ως αστραπή χυθήκα Ερωτόκρ. Β΄ 2299·   ωσάν μεγάλη αστραπή έφθασεν αποπέρα Σταυριν. 468. 2) Κεραυνός (Η σημασ. καί σήμ., ΙΛ στη λ. 2): δεν του στέλνεις αστραπήν να τον καταπόντισεις Ιστ. Βλαχ. 2523. Βλ. και αερικόν, αστροπελέκι. Έκφρ. πέτρα τσ’ αστραπής=κεραυνός Ερωτόκρ. Δ΄ 1685. 3) Λάμψη, φωτοβόλημα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 3 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): των λουρικών την αστραπήν, των σκυταριών τους κτύπους Αχιλλ. N 209· με την αστραπήν που το παιδί σου| ρίχνει την ξαφνικήν στον λογισμόν σου| σ’ έκαμε την βροντήν να μην ακούσεις| τσ’ ουρανικής φωνής Πιστ. βοσκ. Υ 6, 176. 4) (Προκ. για όπλο) εκπυρσοκρότηση (Πβ. τη χρ. στον Ευστ., Ιλ. 471, 41): Οι αστραπές κι οι κανονιές κι οι μπάλες να μουγκούνται Τζάνε, Κρ. πόλ. 37511. Η λ. και ως παρων. σε τ. Αστροπή: Χρον. σουλτ. 4126.
       
  • αστραπηβόλος,
    επίθ., Μακρεμβ., Υσμ. 21613, Διγ. (Trapp) Gr. 3190.
    Από το ουσ. αστραπή και το βάλλω. Η λ. ήδη τον 11. αι. (Sophocl.) και στον Ιωάννη Γεωμέτρη και το Συμεών Μεταφραστή (Βλ. Trapp, ΕΕΦΣΠΚ 5, 1989, 187).
    1) (Προκ. για κεραυνό) που συνοδεύεται από αστραπές (Πβ. Sophocl.): ως γάρ εκ τινος αστραπηβόλου σκηπτού των του Σωσθένους ρημάτων όλην επερράγην την κεφαλήν Μακρεμβ., Υσμ. 21613. 2) (Μεταφ.) που απαστράπτει: μετά μαρμάρων φαεινών λίαν αστραπηβόλων Διγ. (Trapp) Gr. 3190. Βλ. και ακτινολαμπροστόλιστος, αργυρός 2β, ασημένιος Β.
       
  • αστράπτω·
    Κρασοπ. 29, Μανασσ., Χρον. 2586, Καλλίμ. 868, Διγ. (Trapp) Gr. 1200, 3162, Διγ. A 3798, Διγ. Z 311, 1534, Πόλ. Τρωάδ. 317, 692, Βίος Αλ. 5235, 5243 5409, Φλώρ. 117, Λίβ. N 1889, Αχιλλ. L 54, Ιμπ. 350, Γεωργηλ., Βελ. 131, Διήγ. Αγ. Σοφ. 152, Απόκοπ. 87, 347, Ιμπ. (Legr.) 376, Κορων., Μπούας 64, Διγ. Άνδρ. 3962, Τζάνε, Κρ. πόλ. 44815· αστράφθω. Σαχλ., Αφήγ. 869· αστράφτω, Συναξ. γαδ. 350, Περί ξεν. A 186, Αχιλλ. L 360, Χρησμ. (Λάμπρ.) 10619, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 49, Γαδ. διήγ. 177, 496, 499, Ριμ. Απολλων. 6, Ρίμ. θαν. 75, Πανώρ. Β΄ 47, 260, Ερωφ. Γ΄ 47, Πιστ. βοσκ. V 1, 34, Βοσκοπ. 457, Ερωτόκρ. Α΄ 1546, 2076, Γ΄ 1557, Δ΄ 660, 1690, 1701, Ροδολ. Αφ. [12], Ροδολ. (Μανούσ.) χορ. ε΄ [6], Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [353], Ε΄ [909], Φορτουν. Γ΄ 744, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20615, 54713· παρατ. έστραπτον, Διγ. Z 1511, Ακ. Σπαν. 34192, Βίος Αλ. 4424, Διήγ. Βελ. (Cant.) 450, Φλώρ. 1773, Αχιλλ. O 243, Διγ. Άνδρ. 3476, 3758· ’στράφτω, Ερωτόκρ. Β΄ 754, 1307, 1337, 1904, Γ΄ 115, Δ΄ 700, 1791, Ε΄ 1187, Μαρκάδ. 96, 321.
    Το αρχ. αστράπτω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αστράφτω).
    1) (Προκ. για το μετεωρολογικό φαινόμενο) αστράφτω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1, 2 και σήμ., ΙΛ, λ. αστράφτω Α1): εδά θωρώ ’στράφτ’ ουρανός και συννεφιά και βρέχει Ερωτόκρ. Γ΄ 115· η θάλασσα εβρουχίσθην· εσυχνοβρόντα κι ήστραπτεν Απόκοπ. 347· Φρ. αστράπτει η ανατολή και βροντά η δύση: Ακ. Σπαν. 34192, Χρησμ. (Λάμπρ.) 10619, Γαδ. διήγ. 177, Ερωτόκρ. Α΄ 1546, Γ΄ 1557, Τζάνε, Κρ. πόλ. 44815. Βλ. και αστραπηβολώ. 2) α) (Προκ. για πράγμα) εκπέμπω λάμψη όπως η αστραπή, απαστράπτω, λαμποκοπώ (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., ΙΛ, λ. αστράφτω Α2): εις το παλάτιν το χρυσόν το περιμουσειωμένον,| όπου οι λίθοι αστράπτουσι την νύχτα ως ημέραν Πόλ. Τρωάδ. 692· ήτον το σελοχάλινον ολόχρυσον και αστράπτει Αχιλλ. L 54· Είδον του κάστρου το λαμπρόν αστράπτον ώσπερ άστρον Καλλίμ. 868· (προκ. για νερό) λαμπυρίζω: κατείδομεν πηγήν έχουσαν νάμα πλήρες·| ύδωρ γάρ ταύτης έστραπτεν ημάς καταφωτίζον Βίος Αλ. 4424· βλ. και αναλάμπω α, απαστράπτω, απαυγάζω, αστραπτίζω· β) (προκ. για κάλλος προσώπου η μελών του σώματος) ακτινοβολώ (Βλ. τις σημερ. χρ., ΙΛ, λ. αστράφτω Α2): κάθεται σα ζγουραφιστός και ’στράφτει μες στα κάλλη| κι ωσάν ετούτους και τους δυο θαρρώ δεν είν’ επά ’λλοι Ερωτόκρ. Β΄ 1337· Ο δε χιτών της Μαξιμούς υπήρχεν αραχνώδης,| τα μέλη ταύτης ήστραπτον τα πάντα ως ακτίνες Διγ. A 3798· βλ. και αναλάμπω β· γ) (προκ. για τα μάτια) βγάζω αστραπές, σπίθες (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II και σημερ., ΙΛ, λ. αστράφτω Α2): τα μάτια μου οπού εστράφτασι σα τζόγια του πιρόπου Φορτουν. Γ΄ 744· δ) (προκ. για ποικιλία χρωμάτων) είμαι ολόφωτος: ο λειμών φαιδρώς έθαλλε των δένδρων υποκάτω| ποικίλην έχων την χροάν, τοις άνθεσιν αστράπτων Διγ. (Trapp) Gr. 3162. 3) Μτβ. (προκ. για συναίσθημα) εκφράζω έντονα (Πβ. την αρχ. χρ., L‑S στη λ. I1): το πρόσωπόν της άστραψε θυμόν σ’ εμέ περίσσιον Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [353]. — Βλ. και εξαστράπτω.
       
  • ασύγκριτος (I),
    επίθ., Κομν., Διδασκ. Δ 340, Σπαν. P 181 (έκδ. ασύγγνωστον· διορθώσ.), Σπαν. (Λάμπρ.) Va 358 (έκδ. ασύγγνωστον· διορθώσ.), Γλυκά, Αναγ. 267, Προδρ. IV 184, Καλλίμ. 927, 1660, Διγ. (Trapp) Gr. 1098, Διγ. Z 4145, Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 547, Διήγ. παιδ. 340, Λίβ. P 983, Λίβ. Sc. 1255, Αχιλλ. (Haag) L 59, Αχιλλ. N 107, 1594, 1680, Αχιλλ. O 70, Θρ. αλ. 47, Σκλέντζα, Ποιήμ. 734, Λίμπον. 508, Επίλ. 13, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 620.
    Το μτγν. επίθ. ασύγκριτος. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (ΙΛ).
    1) Που δε μπορεί να συγκριθεί (Βλ. L‑S στη λ. I2 και ΙΛ) α) απαράμιλλος, ασυναγώνιστος, ακατανίκητος: αλλ’ ίδε την ασύγκριτον του θεανθρώπου κρίσιν Προδρ. IV 184· να επαινέσω θέλω| τες ασυγκρίτους του αρετές, την άκραν του σοφίαν Λίμπον. Επίλ. 13· απαρηγόρητον κλαυθμόν, ασύγκριτον τον πόνον Λίμπον. 508· τις μη θαυμάσει μέγεθος Θεού των χαρισμάτων| και την αυτού ασύγκριτον δύναμιν μεγαλύνει; Διγ. (Trapp) Gr. 1098· ήτον απλώς ασύγκριτος εις έρωτα και κάλλος Αχιλλ. N 107· βλ. και ακατάμαχος, ανείκαστος 2α· β) ανώτερος (Από κάπ. η κ.): Χαίρου της Ρώμης βασιλεύ, … των εν τῳ κόσμῳ δυναστών ασύγκριτε των όλων Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 547· Υψηλοτέρα ουρανών, ασύγκριτε αγγέλων,| η άχραντος και καθαρά παρθένος Θεοτόκος Θρ. αλ. 47· Το δε εμόν (δηλ. κρέας) του ελαφιού ασύγκριτον υπάρχει Διήγ. παιδ. 340· γ) (προκ. για πρόσ.) υπέροχος, έξοχος: Εγώ δουλεύσω πάλιν| το σώμα το παράξενου της ασυγκρίτου κόρης Καλλίμ. 1660. Βλ. και αιθέριος. 2) Φοβερός (Βλ. και Lampe, Lex. στη λ. Α4): Πολλοί πανταχού οι χειμώνες, ασύγκριτα, λογιώτατε, τα ναυάγια Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 620· Πλούσιος δε και άλλον πτωχόν αν αδικεί εξαιρέτως,| κόλασιν έχει ασύγκριτον και τιμωρίαν μεγάλην Κομν., Διδασκ. Δ 340. Βλ. και αγριόθροος, ανήμερος 1β.
       
  • ασύγχυτος,
    επίθ., Διγ. (Trapp) Gr. 3366, 3680, Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 84, Ιστ. πατρ. 14619, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 393.
    Το μτγν. επίθ. ασύγχυτος. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση (Δημητράκ.).
    (Προκ. για την Αγ. Τριάδα) που δε συγχέεται· που τα πρόσωπά της δεν επιδέχονται ταύτιση (Βλ. Lampe, Lex. στη λ. Β): ομότιμος, ασύγχυτος, Τριάς υπεραγία Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 393. Το ουδ. ως ουσ. = το να μην υπάρχει σύγχυση (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. Α2): Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 84.
       
  • ασυμπαθώς,
    επίρρ., Μανασσ., Χρον. 1973, 2097, Διγ. (Trapp) Gr. 1613.
    Το μτγν. επίρρ. ασυμπαθώς. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση (Δημητράκ.).
    Χωρίς συμπάθεια, χωρίς οίκτο· ανελέητα (Βλ. L‑S, λ. ασυμπαθής I, επίρρ.): εκόλαζε πικρώς πολλούς των αναιτίων| ασυμπαθώς μιαιφονών Μανασσ., Χρον. 1973· Ο γάρ εχθρών φειδόμενος εν ώρᾳ του πολέμου| υπ’ εκείνων ασυμπαθώς κατεβλήθη πολλάκις Διγ. (Trapp) Gr. 1613.
       
  • ασυνέτως,
    επίρρ., Διγ. (Trapp) Gr. 2664.
    Το μτγν. επίρρ. ασυνέτως.
    Χωρίς σύνεση, ανόητα (Πβ. L‑S, λ. ασύνετος I): Ταύτα και τούτοις όμοια λέγοντες ασυνέτως| ο γέρων ο Φιλοπαππούς γηραιόν έφη λόγον Διγ. (Trapp) Gr. 2664.
       
  • ασχολούμαι,
    Σπαν. A 310, 444, 468, Σπαν. B 421, Σπαν. P 164, 224, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 332, 466, 490, Σπαν. (Μαυρ.) P 46, Προδρ. I 213, Ευγεν., Δρόσ. Α΄ 65, Ιερακοσ. 5067, Διγ. (Trapp) Gr. 2120, 2841, 2875, Φλώρ. 1679, Λίβ. P 575, Λίβ. Sc. 689, 825, 2934, Λίβ. N 723, 1589, 1716, 1934, 3537, Αχιλλ. N 1434, Δούκ. 612, 28310, 3734, Φαλιέρ., Λόγ. 98, 122, κ.π.α.· ασκολούμαι, Λίβ. Esc. 847, 1791, 1907· ’σχολούμαι, Διγ. Gr. VI 508, Βέλθ. 798, Λίβ. P 1661, 1688.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) (Συνήθως με εμπρόθ. προσδιορ.) είμαι απασχολημένος, καταγίνομαι (με κ.) (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. ασχολέω Ι· και σήμ., Δημητράκ., λ. ασχολούμαι 2): αυτός εις πόλεμον ησχολείτο Δούκ. 612· ίνα μη … και επανέλθωσι προς σε, εμού ασχολουμένου,| και προφανής ο κίνδυνος εκ τούτου μοι επέλθει Διγ. (Trapp) Gr. 2875. Βλ. και ασχολώ 1. 2) α) (Μτβ.) περιποιούμαι, φροντίζω, νοιάζομαι (με αγάπη) (Βλ. και Χατζιδ., Βυζαντίς 2, 1911-12, 516 και Ανδρ., Προσφ. Κυριακ. 54-55): Ασχολουμένων τοιγαρούν των γυναικών και πάντων (παραλ. 1 στ.) του βρέφους τῳ συμπτώματι και του παιδός τῳ πάθει Προδρ. I 213· πώς το εκράτησα το χαρτίν και πώς το ασχολήθην| και μετά ποίας μου της χαράς ουκ ημπορώ του λέγειν Λίβ. Sc. 689· Αγάπα και τους συγγενείς και τίμα κι ασχολού τους,| ότι ο νόμος λέγει το Σπαν. A 310· βλ. και αγωνούμαι 2β, αναγράφω 5, αναθυμούμαι 2β, αναμάσσομαι, αναπαύω Α΄1ε, ανατρέφω Α΄1β, αποκρατώ Ά́7, εγνοιάζομαι, κανακίζω, λογιάζω, σπουδάζω· β) (μτβ.) ενδιαφέρομαι, δίνω προσοχή, χρησιμοποιώ: αφήκεν την ως άχρηστον (ενν. την βουλήν των γερόντων), ουδέν την ασχολήθην Σπαν. A 444· βλ. και αναμνιάζω 2, αργάζω 2, κρατώγ) (με τη λ. νους) προσέχω και περιμένω: ιστάμην δε εγώ τηρών ει εγερθήναι έχει. Και ως εν τούτῳ μου τον νουν εις ώραν ησχολούμην,| λαθών με ο Φιλοπαππούς … Διγ. (Trapp) Gr. 2841. Βλ. και ακοή 2 φρ., ανοιχτός 1α φρ. (3), αντιπροσέχω, απαντέχω 1, 8, βλέπω, στοχάζομαι. 3) (Προκ. για φιλοφρόνηση) αγκαλιάζω: ασπασίως χαιρετούν, αλλήλους ασχολούνται Αχιλλ. N 1434. 4) α) Αγαπώ (κάπ.), είμαι ερωτευμένος (με κάπ.): Κοράσιον ηλιογέννητον στρατιώτην ασχολείται Λίβ. Sc. 825· βλ. και μυριορέγομαι, ορέγομαι, πιάνω φρ., πολυαγαπώ· β) αγκαλιάζω, φιλώ ερωτικά (κάπ.): αντί εμέναν κράτει το (δηλ. το μαξιλάρι), φίλει, περίπλεκέ το, νόμιζε ότι είμαι μετά σε και εμέναν ασχολείσαι Λίβ. Sc. 2934 (κριτ. υπ.)· βλ. και αγκαλιάζω, αναγκαλίζω, αναπλέκομαι 1, ανασπάζομαι, περιλαμπάνω, φιλώ· γ) αγκαλιάζω, ενώνομαι (ερωτικά): ώσπερ κισσός εις το δενδρόν, ούτως περιεπλακήκαν,| γλυκοφιλούν ενήδονα, αλλήλως ασχολούνται Φλώρ. 1679. Βλ. και ανταμώνω IIΒ΄3. 5) (Με αιτιατ. προσ. και αντ.) παρακαλώ (κάπ. για κ.): έπαρε μίσσον εξ ημών, τούτο ’σχολούμαι σε το Βέλθ. 798.
       
  • άτακτος,
    επίθ., Σπαν. A 157, 254, Σπαν. B 158, Σπαν. V 159, Κομν., Διδασκ. Δ 199, Σπαν. V Suppl. 8, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 169, 267, Μανασσ., Αρίστ. I ε΄ 50 [= Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1027], Μανασσ., Χρον. 6154, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 576, Παράφρ. Μανασσ. 312, Ασσίζ. 10528, 17828, Διγ. (Trapp) Gr. 2046, 2731, Διγ. (Trapp) Esc. 1555, Διγ. Z 1772, 2265, 2672, 3273, 4196, Ωροσκ. 4123, Ανακάλ. 47, Θρ. αλ. 24, Μαχ. 1409-10, Σφρ., Χρον. μ. 13225, Διαθ. Αλ. 2551, Ψευδο-Σφρ. 51212, Αχέλ. 2504, Αλφ. καταν. 63, Διγ. Άνδρ. 36215, 3729, 3867, Βακτ. αρχιερ. 213, Λεηλ. Παροικ. Αφ. 10, Τζάνε, Κρ. πόλ. 841.
    Το αρχ. επίθ. άταχτος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. άταχτος).
    1) Ακατάστατος (Πβ. L‑S στη λ. I2,II2· η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άταχτος 1): οι άνεμοι οξείς και άτακτοι Ωροσκ. 4123· ιδών τον τούτων διωγμόν άκαιρον και άπραχτον και άτακτον … επιστρέψας κατ’ αυτών, έτρεψε και εδίωξεν αυτούς Σφρ., Χρον. μ. 13225. 2) Αντικανονικός, παράνομος (Πβ. L‑S στη λ. III): είχεν από τον ρήγα πογέριν να σωρεύγει τους εισσόδους τους άτακτους Μαχ. 1409-10· Νεότης πάσα αληθώς ματαιότης υπάρχει,| οπηνίκα προς ηδονάς εκτείνει τας άτακτους Διγ. (Trapp) Gr. 2046· ουδέν ημπόρεσεν να βαστάξει τοιούτον ριζικόν καλόν και τόσην ευημερίαν της τύχης, αμή ήθελεν να πολεμεί άτακτα έργα Παράφρ. Μανασσ. 312. Βλ. και άθεσμος, άτοπος. 3) Που παραβαίνει κ.: Πάντα όσα διεταξάμην περί τους επιβούλους και άτακτους ανθρώπους Διαθ. Αλ. 2551. 4) Απειθάρχητος (Πβ. L‑S στη λ. III): όταν οι Τούρκοι άτακτοι σαν όρνιθες εμπήκαν| με τους καλούς Χριστιανούς και όλ’ ανακατωθήκαν Αχέλ. 2504· ένα καλόν παιδευτήριον, οπού να παιδεύουσι τους άτακτους τους πταίστας Βακτ. αρχιερ. 213 (βλ. και άπιστος Α1γ). 5) Αναιδής, θρασύς, βίαιος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άταχτος 3): πώλον παραζηλούντα| και πωλικά σκιρτήματα και λακτισμούς ατάκτους Μανασσ., Χρον. 6154· και θέσει πόδαν άτακτον εις τον εμόν αυχένα·| (εις βασιλέως τράχηλον δεν πρέπει πους ανόμου) Ανακάλ. 47· ως άτακτο στο ύστερο με διώξει η αρχοντιά σου Λεηλ. Παροικ. Αφ. 10· Μη χράσαι λόγον άτακτον ακαίρως, απαιδεύτως Σπαν. (Λάμπρ.) Va 267. Βλ. και αδιάκριτος 2β, αδιάντροπος, αυθάδης, αυθέκαστος 1α. 6) Ληστής, «απελάτης»: να αφανίσει τους ατάκτους εκείνους, οπού εκαταπατούσαν τους τόπους του Διγ. Άνδρ. 36215. Βλ. και αρχιληστής.
       
  • ατεκνία
    η, Διγ. (Trapp) Gr. 3318, Διγ. Z 4027.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. ως λόγ.
    Έλλειψη τέκνων (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S· και σήμ.): Εν μόνον τούτων τας ψυχάς ελύπει καθ’ εκάστην,| ατεκνίας η άσβεστος και δεινότατη φλόγα Διγ. (Trapp) Gr. 3318.
       
  • ατελεύτητος,
    επίθ., Στ. Αδάμ 18, Διγ. (Trapp) Gr. 798, Διγ. Z 1081, Πένθ. θαν.2 551, Χρον. σουλτ. 8934, Δωρ. Μον. XXXIV, Ιστ. Βλαχ. 1934, Διακρούσ. 11917.
    Το αρχ. επίθ. ατελεύτητος.
    α) Αιώνιος (Η σημασ. ήδη στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. I2): ζωήν την ατελεύτητον του μέλλοντος αιώνος Διγ. (Trapp) Gr. 798· υπήγαν εις τον Τάρταρον και του κλαθμού τον τόπον| και (έκδ. και ’ς) σκύτος ατελεύτητον εκεί να κατοικούσι Πένθ. θαν.2 551· βλ. και αδιάδοχος, ακατάλυτος, άλυτος 2, αμάραντος 2, παντοτινός· β) άπειρος: εις θλίψιν ατελεύτητον και πόνους βαρυτέρους Στ. Αδάμ 18. Βλ. και αναρίθμητος γ, ατελείωτος 2.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης