Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 5 εγγραφές  [0-5]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Διον., Ιστ. Ρωσ.

  • ραστρίγας
    ο.
    Από το ρωσ. расстригачь.
    Ρώσος ιερωμένος που έχει αποσχηματιστεί (για τη σημασία βλ. Κεχ., Πεζογρ. Ανθολ. 1444): ο ραστρίγας έκαμε μίαν τέχνην: τους ανθρώπους του όλους και τα άλογά των όρισε και ενδύθηκαν με αρκουδόπετσα και προβάτων δέρματα με το μαλλί απάνω, και ούτως εξέβησαν εις τον πόλεμον Διον., Ιστ. Ρωσ. 403.
       
  • σαγίτ(τ)α
    η, Τρωικά 5301, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4715, Ερμον. Η 195, Χρον. Μορ. H 4036, 5035, Χρον. Μορ. P 1075, 4036, 5035, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 380, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 625, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 20, Λίβ. διασκευή α 1274, 1279, 1297, 1298, 1305, 1307, 1395, 1516,1770, Λίβ. Esc. 1305, Λίβ. Va 1077, 1121, 1160, Αχιλλ. L 203, 206, 627, 711, Αχιλλ. (Smith) N 1026, Αχιλλ. (Smith) O 387, Καναν. (Pinto) 84, 181, 187, 396, 489, 492, Χρον. Τόκκων 249, Φαλιέρ., Ενύπν.2 26, 28, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 81, Μαχ. 11226, 6501, 67019, Χούμνου, Κοσμογ. 262, 265, Παράφρ. Χων. (v. Dieten) III 38, 41, Αλεξ.2 1215, 1379, 2762, Απόκοπ.2 8, 418, Πένθ. θαν.2 190, 218, 623, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 160r, 191v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 6210, 1324, 1415, Πεντ. Αρ. XXIV 8, Δευτ. XXXII 23, 42, Βυζ. Ιλιάδ. 516, Αχέλ. 1532, 1714, Κώδ. Χρονογρ. 5220, Παϊσ., Ιστ. Σινά 152, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 16814, Ονειροκρ. Ιβ. 48, Πανώρ.2 Ά 341, Β́ 62, 71, Γ́ 165, Βοσκοπ.2 23, Χρον. βασιλέων 1246, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. 42, Διγ. Άνδρ. 35210, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 5220, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 130, Διακρούσ., Στίχ. ηθ. (Κακλ.) 63, Διακρούσ. (Κακλ.) 249, 345, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 28113, 28423, Παλαμήδ., Ψαλμ. 428· σαΐτ(τ)α, Διγ. Z 161, 168, Βέλθ. 494, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5200, Λίβ. Esc. 1190, Χρον. Τόκκων 694, Θησ. (Foll.) I 49 δις, 55, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 34, Θησ. Β́ [538], ΣΤ́ [377], Χρον. Μορ. P 4920, Χρον. σουλτ. 2720, 6413, 808, 8525, 892, 6, Αχιλλ. L 722, Φαλιέρ., Ενύπν.2 17, Μαχ. 43017, 63031, Χούμνου, Κοσμογ. 246, Αλεξ.2 545, Λίβ. Va 487, 1046, 1067, 1069, 1524, 2624, Διήγ. Αλ. G 26716, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 17310, Τριβ., Ταγιαπ. 17, Αλφ. 1176, Αλφ. (Μπουμπ.) III 13, Ονειροκρ. Ιβ. 46, 48, Πανώρ.2 Ά 330, 343, Β́ 126, 213, 281, 457, Έ 5, 33, 45, 61, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 339, Γ́ 165, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 40, Πιστ. βοσκ. I 2, 216, 4, 190, II 3, 71, IV 2, 201, 7, 75, 8, 77, 131, V 7, 58, Βοσκοπ.2 23, Διγ. Άνδρ. 31531, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 151, 712, Γ́ 270, 317, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 105, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 5, 23, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1451], Έ [1295], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 87, 125, 128, 323, 337, 338, 399, 424, Διγ. O 97, 1750, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15215, 1737, 38822, 47423, 49626, 5065, Αλφ. (Mor.) IV 78, κ.α.
    Από το λατ. sagitta. Ο τ. σαΐτ(τ)α (<σαγίτ(τ)α με αποβολή του μεσοφωνηεντικού ‑γ‑, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 345, 417, Τριαντ., Άπ. 1, 360) στο Meursius (λ. σαγίτα), στο Βλάχ. (λ. σαγίτα) και σήμ. (γρ. σαΐτα, Κριαρ., Λεξ., Μπαμπιν., Λεξ.). Η λ. τον 5.-6. αι. (Lampe, Lex., λ. σαγίττα, TLG) και σήμ. (γρ. σαγίτα, Κριαρ., Λεξ., ΛΚΝ).
    1) Βέλος τόξου: είχαν μετά τους τζακρατόρους και δοξιώτες και εσύραν απάνω τους σαΐττες και βερετουνία Μαχ. 43017· Εβουλήθη δε ο πρίγκιπος να πάρει μερικούς καβαλαραίους να φύγει, αμή δεν ημπόρεσεν, ότι το πλήθος του φουσσάτου των Ρωμαίων τους ετριγύρισε και τους έβαλεν εις την μέσην και δεν είχαν που να φύγουν, μόνον τους εκατέσφαζαν με τες σαΐττες Δωρ. Μον. XXXVIII· Έδωσαν πόλεμον μέγαν με τες λουμπάρδες και τουφέκια και με σαΐτες και δοξάρια Διον., Ιστ. Ρωσ. 403· Με τας σαγίττας απομακρά τους εκαταδοξεύαν| κι ούτως τους αποκτείνασιν κι εθανατώσανέ τους Χρον. Μορ. H 1075· (σε παρομοίωση): οι Κουμάνοι της Αλαμανίας εποίησαν μέγαν πόλεμον, τόσον ότι έπεπταν οι σαΐτες εις το κάστρον ωσάν βροχή Διήγ. Αλ. E (Lolos) 16914· (προκ. να δηλωθεί η μεγάλη ταχύτητα συχν. και σε παρομοίωση): Και εγώ να γένω άλογον και το άλογον εκείνο| να ένι εις πλάσιν εύμορφον και εις την περπατησίαν| να δάζει ως ένι ο ποταμός, γοργόν ως η σαΐττα Λίβ. διασκευή α 2978· Ετούτος στο πιλάλημα κι εις την γληγοροσύνη| τόσα ευρίσκετον ’λαφρός, ότι καμία σαΐτα| βγαλμένη από ... καλόν δοξότην Θησ. ΣΤ́ [532(εδώ ως μέσο για αποστολή γραπτού μηνύματος): Έγραψα πάλιν την γραφήν, δένω την εις σαγίτα| και εις το κελίν την έσυρα της πανωραίας κόρης Λίβ. Va 1277· Έστειλε μιαν επιστολή δεμένη σ’ μιά σαΐτα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1983· Έγραψα, φίλε, την γραφήν, δένω την με σαΐταν| και ως είχα την συνήθειαν πάλιν ετόξευσά την Λίβ. Va 1589· (προκ. να δηλώσει το μήκος της απόστασης (πβ. και σαγιτ(τ)όσυρμα)): εις την γην τους έβγαλαν τα άλογα να δράξουν,| εκεί εις τα νησόπουλα μέσα να τα σεβάσουν·| κολύμπου τα σεβάζουσιν όσον σαΐττας σύρμα Χρον. Τόκκων 694· Προβαίνεις δε αριστερά, όσον με το δοξάριν| να ρίξεις την σαγίταν σου, ως καλόν παλληκάριν.| Και παρευθείς οράς εκεί πέτραν μεγάλην μίαν Προσκυν. Ξηρ. 27 (Σινά) 152· (προκ. για ένδειξη αγάπης ή συμπάθειας όταν δινόταν ως δώρο): ο Ιωνάθας ο υιός του Σαούλ αγάπησε τον Δαβίδ πολλά και εχάρισέ του το ρούχο του και το δοξάρι του με όλες τες σαγίτες διά σημείον πως τον αγαπά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 191v. 2) α) (Μεταφ.): η μέθη το φαρμάκιον είναι του διαβόλου,| τον μεθυστήν τον άνθρωπον νεκρώνει τον διόλου·| σαγίττα είναι δολερή, είναι φαρμακωμένη Ιστ. Βλαχ. 2089· Ω αδελφέ μου ... εάν είσαι και χηρευάμενος, να προσέχεσαι να μην καθίσεις ποτέ σου με νέαν γυναίκα και πας και φας και πίεις μετ’ αυτήν, διότι το κάλλος της γυναικός είναι σαΐτα φαρμακερή και σεβαίνει μέσα εις την καρδίαν του ανδρός Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 94v· (σε μεταφ.): Ανέλπιστα δυό ’μμάτια μ’ εσκλαβώσα| μ’ έναν τους βλέμμαν όμνοστον με θάρρος,| με μιαν χρυσήν σαγίτταν μ’ ελαβώσαν| εις την καρδιάν Κυπρ. ερωτ. 283· Απάνου εις όλα παίρνοντες το σκουτάρι της πίστεως, με το οποίον θέλετε δυνηθεί να σβέσετε όλες τες σαΐτες τες πεπυρωμένες του Πονηρού Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εφεσ. Ϛ 16· (προκ. για τα βέλη του θεού Έρωτα): Εζωγράφισεν δε και τον Έρωτα και ήτον| πτεροφόρος και εβάστα εις τα χέρια του φωτία,| δοξάριον και σαγίτταν Διγ. Άνδρ. 31524· ’κράτει (ενν. ο Έρως) τοξάρι δυνατόν, ...,| και την σαΐταν έριπτε κι ετόξευ’ ένα νέον,| κείνος ο νέος έστεκε με προσοχήν μεγάλην| είχεν τα στήθη του γυμνά, σαΐτα στην καρδίαν Διγ. Z 161, 163· συναπαντώ τον Έρων·| εβάσταν και εις το χέριν του δοξάριν και σαγίτα Λίβ. Va 569· Ήτον γαρ η καρδίτσα του σφαμένη εκ την σαΐτταν| απέ την ακριβότερη του Έρωτος οπού έχει Θησ. (Foll.) I 132· οι σαΐτες μου (ενν. εμένα, του Έρωτα) κανεί δε θανατώνου| μόνο γλυκιά κι απάλαφρα πάσα καρδιά πληγώνου Στάθ. (Martini) Πρόλ. 15· (προκ. για το βέλος του Χάρου, του θανάτου κλπ.): Θάνατος βλέπεις έρχεται κι εσύ δεν τον εγνώθεις| σαν σύρει τη σαγίτα του πάραυτα θανατώθης Αλεξ.2 1378· Kι είδα το Χάρο κι έμπαινε κι έβγαινε θυμωμένος,| σαν μακελάρης και φονιάς τα χέρια ματωμένος·| μαύρον εκαβαλίκευε, εβάστα και κοντάρι| κι εκράτιεν εις την χέραν του σαγίτα και δοξάρι Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 69· Είντα κακό σου έκαμα (ενν. Χάρο) και θε να με δοξέψεις| με την σαΐτα της πρικιάς για να με ’ξολοθρέψεις; Αλφ. 1078· β) (θεολ. προκ. για το Χριστό): λέγεται και τόξον και σαΐτα και βραχίων, και δύναμις του Πατρός ο Υιός ωσάν και λόγος του και σοφία του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 405.
       
  • σκιάζω (II),
    Σπαν. (Ζώρ.) V 582, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 375, 559, Χρον. Μορ. H 3840, Βίος Αλ.2 115, Χρον. Τόκκων 3250, Θησ. (Foll.) Ι 32, Θησ. Β́ [621], Έ́ [813], Διήγ. Αλ. G 27910, 28317, Ζήνου, Βατραχ. 419, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 212, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1318, 3096, Δεφ. (Σωσ.) 125, Χρον. σουλτ. 9029, 12032, Σουμμ., Ρεμπελ. 179, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) Πρόλ. 95, Μπερτόλδος 40, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ελεάζ. 348, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [85], Ροδινός (Βαλ.) 210, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Á́ 210, Γ́ 24, Λεηλ. Παροικ. 272, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26910, 57512, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 2361, κ.α.
    Το αρχ. σκιάζω με διαφορ. σημασ. Η λ. το 12. αι. (LBG), στο Βλάχ. (λ. σκιάζω, σκιάζομαι), στο Κατσαΐτ., Θυ. Έ́ 131, Κλ. Β́ 22, σε έγγρ. του 16. αι. (Έγγρ. 16. αι., 111 δις) και σήμ. λαϊκ.
    I. (Ενεργ., μτβ.) τρομάζω, εκφοβίζω κάπ.: έπαρέ με να σκιάζω τα παιδία (ενν. σου) να μην κλαίουν Βίος Αισώπ. (Eideneier) K 15226· Αν του σπαθίου σου του φρικτού, το κρούσμα ζάλισέ με,| ουκ έσκιαξέ με τίποτες, πάλι εγώ συνήλθα Θησ. Έ́ [734Είτα ο ραστρίγας έκαμε μίαν τέχνην: τους ανθρώπους του όλους και τα άλογά των όρισε και ενδύθησαν με αρκουδόπετσα και προβάτων δέρματα με το μαλλί απάνω, και ούτως εξέβησαν εις τον πόλεμον. Τα δε άλογα των στρατιωτών του Μπορίση εσκιάχθησαν απ’ αυτούς καταπολλά και ερίχνονταν εδώ και εκεί Διον., Ιστ. Ρωσ. 403· πάραυτα εφάνηκεν ένας άγγελος … και έσκιαζε τους στρατιώτες, οπού τον επαίρνασι (ενν. τον άγιον Μάμαν) να τον καταποντίσουν και τους έκαμε να φύγουν Ροδινός (Βαλ.) 213. II. Μέσ. Α´ Μτβ. α) Φοβάμαι κάπ. ή κ.: Το θάνατο δε σκιάζομαι, το φόνο δε φοβούμαι,| γιατί μετά το θάνατο στ’ άστρα θε να πετούμε Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 362· Αμή ο άγιος Μάμας μήτε τες φοβέρες του εσκιάστηκεν ούτε εδείλιασεν εις τα λόγια οπού του έλεγεν (ενν. ο Δημόκριτος) Ροδινός (Βαλ.) 211· το θηρίον εκείνο … είχεν σηκωμένες τες τρίχες του, και δείχνοντας τα δόντια του εστραβοκοίταζε και από βάθος της καρδίας του εμούγκριζε. Τάχα δεν ήθελε σκιαχτεί κανείς το λεοντάρι ετούτο και μόνον με το να το ακούσει; Ροδινός (Βαλ.) 227· β) με δευτερεύουσες προτάσεις β1) φοβάμαι, διστάζω να κάνω κ.: Και τηνΣωσάννα βλέπασι (ενν. οι δυο κακόγεροι) στο περιβόλι μέσα,| στην εμορφιά της την πολλήν αυτείνοι δύο πέσα·| κι ένας τον άλλον σκιάζετον αυτό να μολογήσει,| κι ένας τον άλλον λόγιαζεν τι μέθοδον να ποίσει Δεφ., Σωσ. 81· ο αφέντης της Μπόσινας … εμάζωξε τα φουσσάτα του και εβγήκε εις τον κάμπο και ακαρτέριε τον Ισά, να του αντισταθεί. Αμή έμαθε πως έχει πολλή δύναμη ο Ισάς και εσκιάχτη να πολεμήσει Χρον. σουλτ. 6429· β2) φοβάμαι μήπως συμβεί κ.: Πάμε, παιδί μου, κι όρπιζε στον ουρανόν απάνω.| Μα σκιάζομαι πως τη ζωή για λόγου σου τη χάνω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 444· Πάγει και μπαίνει στο λουτρόν (ενν. η Σωσάννα) να νίψει το κορμί της,| σκιάζεται μη και την ιδούν, κι ήτονε διά ντροπή της Δεφ., Σωσ. 104. Β´ (Αμτβ.) τρομάζω, φοβάμαι, τα χάνω: Και εις όσον καιρόν εφιλεύουνταν εκείνοι οι καβαλλαραίοι, ήλθασι κατά την συνήθειάν των τα θηλυκά ζώα διά να τα αμέλξει ο άγιος, τα οποία βλέποντας εκείνοι εσκιάστησαν, και από τον φόβον τους αφήκασι το τραπέζι και εδράμασιν εις τον άγιον Ροδινός (Βαλ.) 214· Εβόησε ο Κύριος κι είπε: «Καταραμένε| όφη, … (παραλ. 2 στ.) … κάνω σε αποδά και ομπρός φοβέριστρο του κόσμου,| όποιος σε δει να σκιάζεται· φύγε λοιπό απομπρός μου!» Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1143· Εις την πρώτην πράξιν τον εζωγράφισαν πώς τον έσυρναν και τον εράβδιζαν (ενν. τον Ιγνάτιον)· και επανωθιόν της κεφαλής του είχαν γραμμένον έτσι: ο διάβολος. Τάχα δεν εσκιάκτητε ακούοντας τόσην μεγάλην βλασφημίαν; Αμή μην θαυμάζετε, αν τον αφέντην τον Χριστόν τον εκάλεσαν Βεεζεβούλ, τι θαυμαστόν, αν εις τους φίλους του κάμνουν τα όμοια; Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 10118· (σε σχ. κατά το νοούμενο): Η χώρα εταράχθηκεν κάτω εις το κουλλούριν,| ετρόμαξαν, εσκιάσθηκαν, εκίνησαν να φεύγουν.| Ηκούσθη, εδόθην η φωνή ολόγυρα τον τόπον,| το πως ο Φράγκος έπιασεν τον πύργον και κρατεί τον Χρον. Τόκκων 906· Και ως είδαν οι Μακιδόνες τον Φιλόνη οπού ήλθεν, αντρειώθηκαν πολλά από την χαράν τους. Και του Πώρου το φουσσάτον σκιάστηκαν δυνατά Διήγ. Αλ. G 28523.
       
  • σκιάξιμον
    το.
    Από τον αόρ. του σκιάζω (ΙΙ) και την κατάλ. ‑ιμον. Η λ. και σήμ. λαϊκ. στον τ. σκιάξιμο.
    α) Τρόμαγμα, τρομάρα: Είτα ο ραστρίγας έκαμε μίαν τέχνην: τους ανθρώπους του όλους και τα άλογά των όρισε και ενδύθησαν με αρκουδόπετσα και προβάτων δέρματα με το μαλλί απάνω, και ούτως εξέβησαν εις τον πόλεμον. Τα δε άλογα των στρατιωτών του Μπορίση εσκιάχθησαν απ’ αυτούς καταπολλά και ερίχνονταν εδώ και εκεί. Εκείνοι δε εις το σκιάξιμον αυτό των αλόγων έκοφταν τους καβαλαραίους, και έτσι το σεφέρι του Μπορίση, φοβηθέντες, έδωσαν νώτα και έφευγον Διον., Ιστ. Ρωσ. 403· β) φόβητρο, μπαμπούλας: Λέγει τον (ενν. τον πραγματευτήν) ο Αίσωπος: —Δεν έχεις μικρά παιδία εις το σπίτι σου και κλαίουν; Βάλε με αντί βάγια ή ώσπερ σκιάξιμον να τα φοβερίζω Βίος Αισώπ. K 15214.
       
  • συμπολεμώ,
    Διον., Ιστ. Ρωσ. 403.
    Το αρχ. συμπολεμέω. Η λ. και σήμ.
    1) Μάχομαι εναντίον κάπ. (σε αγώνισμα): πάλι άλλοι στο πάλεμα συμπολεμούν ομάδι| και το κοντάρι άλλοι πετούν, νά ’βρουσι το σημάδι Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Πρόλ. 71. 2) Μάχομαι στο πλευρό κάπ., συμπολεμώ (εδώ μεταφ.): αν είσαι εις τον πόλεμον αυτοί συμπολεμούσιν,| να υποτάξεις τους εχθρούς Θεόν παρακαλούσιν Ιστ. Βλαχ. 1781.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης