Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγχίθυρον
- το, Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 275.
Το ουδ. του αρχ. επιθ. αγχίθυρος ως ουσ. Η λ. ήδη στο Μένανδρο Προτ. (PG 113, 921D).
Γειτνίαση: τοπίον έλαβεν ο εν τῳ Στυλῳ οικών προνόμιον παρά των ηγεμονευόντων πάλαι και κατέχει αυτό μέχρι της δεύρο· τινές δε των Σταγινών διά το αγχίθυρον και άλωνας εσκευάσαντο Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 275.
αδιαφορία- η, Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 275.
Το μτγν. ουσ. αδιαφορία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Έλλειψη ενδιαφέροντος (πβ. L‑S στη λ. Ι) (Η σημασ. και σήμ. ΙΛ): Και συνανατραφείς (κώδ. συνατραφής· διορθώσ.) τῃ αδιαφορίᾳ Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 275.
αισχροπραγία- η, Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 274.
Πιθ. από το μτγν. αισχροπραγώ με επίδρ. του ουσ. ευπραγία. Η λ. ήδη στον Παλλάδιο (Sophocl.). Πβ. και το σημερ. αισχροπραξία (Δημητράκ.).
Αισχρή, επονείδιστη πράξη (Η σημασ. ήδη στον Παλλάδιο, βλ. Sophocl.): ούτος ορμήσας, δι’ αισχροπραγίαν, ανελθείν εν τῳ του στόλου λίθῳ και συλληφθείς, … θἀτέρου ποδός εστέρηται Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 274.
αιχμαλωτίζω,- Γλυκά, Αναγ. (Ευστρ.) 254, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 55410, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1623, 3304, Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 275, Chron. br. (Loen.) 18, Βίος Αλ. (Reichm.) 1928, 2625, 3333, Αχιλλ. (Hess.) N 180, 588, 639, 653, Αχιλλ. (Hess.) L 103, 459, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 243, Πανάρ. (Λαμψ.) 6812, Λίβ. (Μαυρ.) P 1371, 1374, 1383, 1417, Λίβ. (Lamb.) Sc. 285, 288, 298, 357, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1411, 3983, Λίβ. (Wagn.) N 1259, 1267, 1323, 1371, 1721, Καναν. (PG 156) 65A, 65D, 69C, 80D, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) Πρόλ., Μαχ. (Dawk.) 4444, Δούκ. (Grecu) 33710, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 11418, 1169, Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 344, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 2221, 7211, 7413, 1679-10, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 33116, 33614, 37132· ’χμαλωτίζω, Τριβ., Ταγιαπ. (Irmsch.) 232, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Δ΄ 863, Διακρούσ. (Ξηρ.) 719, 1059.
Το μτγν. αιχμαλωτίζω. Η λ. και σήμ. ως λόγ. και ως δημ. στο Λιβύσσι (Λυκίας) (ΙΛ).
I. Ενεργ. 1) Πιάνω κάποιον αιχμάλωτο (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S και σήμ, ΙΛ στη λ. 1): Αλλά δη και αυτοί οι Τούρκοι ... τους μεν ηχμαλώτιζον τους δε απέκτεινον, τους δ’ αυθέντας και τους άρχοντας κατεγέλων Σφρ., Χρον. μ. 11418· Ορίζει αιχμαλωτίζουν τους και σιδηρώνουσίν τους Αχιλλ. N 588· ήκαψε δάση και χωριά κι ανθρώπους ’χμαλωτίζει Ερωτόκρ. Δ΄ 863· αυτός ην ο προ τεσσάρων ετών ελθών εν τῃ Λέσβῳ και αιχμαλωτίσας αιχμαλωσίαν άπειρον Δούκ. 33710· και έκλαιεν εκείνον οπού την ήρπασεν από τους γονείς της και έφερέν την εκεί να αιχμαλωτισθεί Διγ. Άνδρ. 37132· και καθ’ εκάστην τους εχθρούς πάντα να πολεμούμεν,| να τους αιχμαλωτίζομεν και να τους κατελούμεν Αχιλλ. N 653· παρού ότι αιχμαλωτίζομαι διά πόθον ιδικόν σου Λίβ. N 1371. (πβ. ιδιάζουσα χρήση): Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 105. 2) α) Υποδουλώνω, κυριεύω: Θρήνος της Κωνσταντινουπόλεως. Ηχμαλωτίσθη δε υπό των Τούρκων Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. Πρόλ.· όπως δουλώσομεν τους Ρωμαίους και αιχμαλωτίσομεν και την Πόλιν Καναν. 69C· να πάρομεν και να αιχμαλωτίσομεν την Κερυνίαν Μαχ. 4444. β) κυριεύω, κατακτώ (μεταφ.): το κάστρον της καρδίας μου μόνη να το υποτάξεις| και αυθεντικά να το διαβείς, τον πύργον της ψυχής μου,| του φθόνου το επιβούλευμα να λείψει από την μέσην| και από το αιχμαλωτίζομαι να λάβω ελευθερίαν και όσα πονώ να τα χαρώ, να μη νικήσει ο φθόνος Λίβ. Sc. 298· και το πτερό σου οπού πετά και αιχμαλωτίζει ανθρώπους Λίβ. Sc. 3983. 3) Λεηλατώ: να αιχμαλωτίσουν τα χωρία και να σφαγούν ανθρώποι Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1623· τες χώρες σου κουρσεύουν,| καταπατούν και καύτουν τες, αιχμαλωτίζουσίν τα Αχιλλ. L 103· να λυπηθεί από καρδιάς και να αναστενάξει| και τα λοιπά περίχωρα πώς αιχμαλωτισθήκαν| από το γένος των Τουρκών και καταρημασθήκαν Διακρούσ. 719. 4) (Προκ. για πράγματα) αρπάζω, οικειοποιούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): αιχμαλωτίσας πάμπολλα πρόβατα της Περσίδος (παραλ. 2 στ.) προσέταξεν ακολουθείν όπισθεν στρατοπέδου Βίος Αλ. 3333· Έρριψαν δε και πολλά ων εκείθεν ηχμαλώτισαν μη έχοντες φέρειν αυτά Ιστ. πολιτ. 7413. 5) Συλλαμβάνω, κατακτώ κάτι (διανοητικώς): τούτον τον λόγον ει μεν τις ούτω απλώς νοήσει,| προς μόνον το φαινόμενον, ουδέν σπουδαίον έχει (παραλ. 6 στ.)· εγώ δε τούτο το ρητόν πιστώς αιχμαλωτίζων| εις εκδοχήν ανάγομαι τούτου τιμιοτάτην Γλυκά, Αναγ. 254. II. (Παθητ.) δε σημειώνω ανάπτυξη, πρόοδο, μαραζώνω: τα μεν ουν σωματικά ηύξανεν ως αι ημέραι ..., τα δε ψυχικά λίαν ηχμαλωτίζετο και εις άκρον επτώχευε Εξήγ. πέτρ. 275. Η μτχ. παρακ. ως επίθ. = σκλάβος, δούλος: Διά αιχμαλωτισμένη σε επήρα από τους εδικούς σου και έγινες αυθέντρια Διγ. Άνδρ. 33116· Τότε λοιπόν εβγαίνασιν ως αιχμαλωτισμένοι, μαύροι και ολολύπητοι και καταδικασμένοι Διακρούσ. 1059. — Πβ. και αιχμαλωτεύω.
άκρον- το, Ευγεν., Δρόσ. (Hercher) Ϛ΄ 196, Διγ. (Καλ.) A 496, Βέλθ. (Κριαρ.) 366, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 778, Ερμον. (Μαυρ.) 753, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7841, 8932, Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 275, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 907, 1004, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 242, Δούκ. (Grecu) 25127, 43122, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 9, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 41118, Λίμπον. (Legr.) 14, 114· άκρος, Διγ. (Mavr.) Gr. I 31, Πουλολ. (Krawcz.) 85 (απίθανη η υπόθεση του Κυριακ., Λαογρ. 8, 1925, 574, ότι πρόκειται για άλλη λ.), Δούκ. (Grecu) 16127, 18718, 40117, Θησ. (Foll.) I 14, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 74, 83, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 73, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 375.
Το αρχ. ουσ. άκρον. Για τον τ. άκρος βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 64.
1) α) Τα όρια μιας χώρας, τα σύνορα (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. Ι3): Εκείνον οπού εφοβήθη πολλά η Ανατολή και η Δύσις, εκείνον οπού εκατασκόπευαν τα άκρα της Ρωμανίας Διγ. Άνδρ. 41118· και των άκρων εκείνων είς αρχηγός του τυράννου θέλων δείξαι αριστείαν τινά Δούκ. 43122· β) περίχωρα: Κι ο ρε ντε Φράντσας ήθελεν ο Κάρλος ν’ αφεντεύσει| ούλην την Πούλιαν μοναξός τότε να διαφεντεύσει·| Και ήθελε και Λομπαρδιάς τα άκρα και την πόλιν Κορων., Μπούας 9· γ) απομακρυσμένο σημείο: πατέρας μας εξορίσθηκεν διά τινάς μωρίας,| απήλθεν εις τα άκρα γης λαόν να συναθροίσει Διγ. A 496. 2) Τα ακραία μέλη του σώματος (πόδια, χέρια) (Η σημασ. ήδη μτγν., Δημητράκ. στη λ. 5): Και τρώγουσιν τα άκρη μου οι άρχοντες κρασάτα Πουλολ. 85· τ’ άκρη μου μοιάζει να είναι κρυά, μ’ άφτουν τα σωθικά μου Φαλιέρ., Ιστ. V 73. 3) Αντικειμενικός σκοπός: ... ’ς διδάσκαλον τον βάνει,| με του οποίου την παίδευσιν εις κάθε άκρον φθάνει Λίμπον. 114. 4) (Επιρρ. σημασ.) πάρα πολύ, υπερβολικά, πέρα για πέρα (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. 1Β και Κεκ., Στρατ. (Wass.-Jern.) 5228). Εκφρ. 1) Εις άκρον· εις άκρος: Εις άκρον ήτον πλούσιον εκείνον το κιβούριν Πόλ. Τρωάδ. 778· Λοιπόν πολλά εθυμώθηκεν κι εχόλιασεν εις άκρος Θησ. (Foll.) Ι 14· 2) Απ’ άκρον έως άκρον = από τη μια άκρη ως την άλλη (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 2): Είδεν πάντα ο Βέλθανδρος απ’ άκρον έως άκρον Βέλθ. 366.
αμπελώνας- η, Ασσίζ. (Σάθ.) 10410, Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 274, Φυσιολ. (Zur.) LIV 2.
Από το αρχ. αμπελών. Για την αλλαγή του γένους πβ. σωλήνας ο <σωλήνα η, κ.ά. Η λ. και σήμ., ΙΛ, λ. αμπελώνας.
Αμπελώνας, όπως και σήμ.: ει δε έρτει κανείς εις τον αμπελώνα μου, τουτέστιν εις τον μελισσιώναν μου Ασσίζ. 44921· Εάν γένηται μία πούληση εις την αυλήν ενώπιον του βισκούντη και τους κριτάδες γης ή αμπελώνας ή οικιών Ασσίζ. 10410· αμπελώνα μικράν εφύτεψεν Εξήγ. πέτρ. 274.
αντίκρυ,- επίρρ., Διήγ. πόλ. Θεοδ. (Merc. S. G.) 64, Λίβ. (Lamb.) Sc. 34, Θρ. Κων/π. (Ζώρ.) B 45, 75, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ [477]· αντικρύ, Ιερακοσ. (Hercher) 34226, Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 274, Λίβ. (Μαυρ.) P 503, Δωρ. Μον. (Buchon) ΧΙΧ· άντικρυ, Διήγ. πόλ. Θεοδ. (Merc. S. G.) 24, Θρ. Κων/π. (Παπαδ.-Κερ.) H 268107, Δούκ. (Grecu) 23919, Έκθ. χρον. (Lambr.) 95, 5020, 5114, 6612, 7114, 7220, 7324, 7410, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 635. αντίκρυς, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 51410, Διγ. (Mavr.) Gr. VIII 66 (έκδ. άντικρυς· διορθώσ.), Φλώρ. (Κριαρ.) 815, Απολλών. (Janssen) 175, Λίβ. (Lamb.) N 640, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 87 (έκδ. άντικρυς· διορθώσ.), Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 1591, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 35716, 37534· αντικρύς, Ψευδο-Σφρ. (Grecu) 3986· άντικρυς, Σπαν. (Lundström) U 84, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 237, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 1160, 3445, 4553, 5032, 5262, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 51415, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 3164, Διγ. (Καλ.) A 1998, 2898, Βίος Αλ. (Reichm.) 929, Απολλών. (Wagn.) 175, Αχιλλ. (Hess.) N 30, 707, Θησ. (Schmitt) 338 VII 108, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 84, Ψευδο-Σφρ. (Grecu) 50819, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1992, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 38928, 40710, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 319· άντικρυν, Έκθ. χρον. (Lambr.) 729· αντίκρυτα, Ασσίζ. (Σάθ.) 21427, Λίβ. (Lamb.) Esc. 759, 3068, Βεν. (Λάμπρ.) 79, Διήγ. Αλ. (Μητσάκ.) G 254, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 3, 63, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 956, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 178δις, 179, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 1271, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 14927, 15126, 4955, 5123.
Τα αρχ. επίρρ. αντικρύ και άντικρυς. Η λ. και οι τ. της, εκτός των τ. άντικρυς και άντικρυν, και σήμ. (ΙΛ). Για τον τ. αντίκρυτα βλ. Χατζιδ., ΕΕΠ 7, 1910 /11, 83. Ο τ. αντικρύς στο Δοκειαν. (Hopf) 253.
1) Απέναντι (Πβ. L‑S, λ. αντικρύ ΙΙ 1· η σημασ. και σήμ., ΙΛ): εβγαίνω από την τέντα μου, θεωρώ αντικρύ το κάστρο Λίβ. P 503· ο Τούρκος καστελώνεται, τριντζέρες είχε κτίσει| εις τα Χανιά αντίκρυτα Τζάνε, Κρ. πόλ. 15126· από την χώρ’ αντίκρυτα είχανε εξαμώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 14927· τεντώσαντες απ’ αλλήλων άντικρυ, απέχοντες ως στάδια πέντε Δούκ. 23919· Βλέπεις ... εκείνον το αναλίβαδον, τό είναι αντίκρυτά μας Λίβ. Esc. 3068· το κάτεργο έστεκε αντίκρυτα του μοναστηρίου διά ναν τα περιλάβει Σουμμ., Ρεμπελ. 179. 2) Εναντίον (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S, λ. άντικρυς ΙΙ): ου βλέπει (ενν. ο κριτής) πρόσωπον πτωχού εις κρίσιν την δικαίαν,| αλλ’ ούτε εις άρχοντα ορά αντίκρυς του δικαίου Ελλην. νόμ. 51410· Τρεις είν’ που θε να πολεμού και δέκα αντίκρυτά ντως| να δείξουσι την τέχνη ντως και την παλληκαριά ντως Ερωτόκρ. Β΄ 1271· Ήτον αντίκρυς μου ο λαός στην χώραν οργισμένος Χούμνου, Π.Δ. VIII 87. 3) (Αντί επιθ.) αντικρινός: τα άντικρυ βουνά τα αντιπέραν Διήγ. πόλ. Θεοδ. 24. 4) (Αντί επιθ.) απολύτως όμοιος (Πβ. L‑S, λ. άντικρυς ΙΙ· πβ. το σημερ. αντίκρυ χαραυγή, ΙΛ στη λ. Φρ.): δος με ολίγον έντερον ... λαπάραν τραγανόδεχτον, την άντικρυς νευρώδη Προδρ. IV 237· Η κόρη δε ην εξαίρετος ... της Αφροδίτης άντικρυς και Ελένης Μενελάου Αχιλλ. N 707· σύζυγον ... ερωτικήν, εξαίρετον, άντικρυς Αφροδίτην Αχιλλ. N 30.
αποδίδω,- Σπαν. (Hanna) A 649, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 370, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ill 7, Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 17017, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 929, 2221,2239, 3120, Καλλίμ. (Κριαρ.) 2147, Ασσίζ. (Σάθ.) 53130, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 54620, 56524 Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 47, Ερμον. (Legr.) Ζ 90, Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 275, Βίος Αλ. (Reichm.) 2728, Πανάρ. (Λαμψ.) 6528, Δούκ. (Grecu) 7713, 16318, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 7612, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 235, Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 352, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 9514, Αλφ. (Μπουμπ.) 116, Αλφ. (Κακ.) 1470, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 153, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 256, 1105, 1363, Γ΄ 51 (επόδωκα), 486, 531, 732, 791, Ε΄ 714, 870, Φορτουν. (Ξανθ.) Δ΄ 88, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 35116· απεδίδω, Σπαν. (Hanna) A 358.
Το αρχ. αποδίδωμι. Η λ. με διάφορους τ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αποδίνω).
1) Επιστρέφω (κάτι) (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., ΙΛ στη λ. αποδίνω Α): την εμήν δε θυγατέραν, (παραλ. 1 στ.) αποδότε προς εμέναν Ερμον. Ζ 90· και το κτηθέν, ει βούλοιτο, πάλιν αποδιδόναι Μανασσ., Χρον. 2221. 2) α) (Μετά από συμφωνία) παραδίδω: υποσχεθέντος του επιδούναι μοι πραότηταν προικός τόσην, μετά δε του πληρώσαι τον γάμον ουκ άπέδωκάν μοι τι Ελλην. νόμ. 54620. Βλ. και αποβγάνω 7 β) κληροδοτώ: αν ούκ έχει ή τέκνα ή γονείς ... ευρήσεις το ζητούμενον πρόσωπον το πλέον κοντότερα και ούτως απόδος την κληρονομίαν Ελλην. νόμ. 56524 Βλ. και απαριάζω 2, απαφήνω 4, αποθέτω 2. 3) Ανταποδίδω, δίνω για αντάλλαγμα: είπε πως θεν να δώσει (ένν. ο αγάς)| τον τόπον του· κι ο βασιλιάς τί θέλει τ’ αποδώσει; Εμένα κόπτει και παιδιά, δικούς μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 35116 . Βλ. και ανταμείβω, ανταποδίνω 2, αντιμεύω 1α. 4) (Προκ. για κατάθεση καταγγελίας) καταθέτω: ουδέν οφείλω του απολογηθήναι αυτής εν τη αιτήσει, ην απέδωκεν κατ’ εμού Ασσίζ. 53130. 5) (Συνήθως με αντικ. λ. όπως ίασις, δόξα, κλπ.) παρέχω: αναμαθείν τους πόνους του νοσούντος,| είθ’ όντως και την ίασιν εντέχνως αποδούναι Προδρ. ΙΙΙ 7· πάσι δ’ ημίν απέδωκε δόξαν, τιμήν μεγίστην Βίος Αλ. 2728. Η χρ. και σε παροιμ. (Βλ. και Πολ. Ν., BZ 7, 1898, 163): Κατά ρογίν τον ελαδάν ο Θεός ούκ αποδίδει Γλυκά, Στ. 370. 6) α) Φρ.: αποδίδω την ψυχήν, απ. το ζήν, απ. το χρεών, απ. το τέλος = πεθαίνω (Βλ. και L‑S Κων/νίδη, λ. αποδίδωμι II 4): έδωκε το κοινόν χρέος, τον θάνατον, και απέδωκε την ψυχήν αυτού εις χείρας Θεού Ιστ. πατρ. 9514· επεριωρίσθησαν εις τα Λιμνία και εκεί το ζήν απέδοικαν Πανάρ. 6528· επιληψίας εισπεσούσης και φωνήν και γλώτταν κωλυθείς εσπέρας ήδη καταλαβούσης απέδωκε το χρεών επί τής στρωμνής αυτού Δούκ. 16318· όταν ο θάνατο(ς) σ’ ευρή, το τέλος ν’ αποδώσεις; Αλφ. (Μπουμπ.) 116· β) αποκάμνω, εξαντλούμαι (συνήθως μτχ. αποδομένος) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αποδίνω Β2. Βλ. και Βογιατζ., Αθ. 29, 1917, ΛΑ 72): απέδωκε (ενν. το σώμα μου) τοις στεναγμοίς, απέδωκε τοίς θρήνοις Καλλίμ. 2147· Η Νένα τζη να τη θωρεί εδέτσι αποδομένη| φοβώντας τα περσότερα το διάταμα σωπαίνει Ερωτόκρ. Γ΄ 531. Βλ. και αποδώνω· γ) καταλήγω, καταντώ (συνήθως μτχ. αποδομένος) (Βλ. Ξανθουδίδη, Ερωτοκρ., σ. 502 και Βογιατζ., Αθ. 29, 1917, ΛΑ 71. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αποδίνω Β1): Οκ τη φιλαργυρία τους κακά θέλ’ αποδώσουν Βεντράμ., Φιλ. 352· θωρώ σε, πως απόδωκες, και στην καρδιά πονεί μου Ερωτόκρ. Γ΄ 732· επόνεσε ... να δεί για κείνο μίαν κερά, πως είν’ αποδομένη Ερωτόκρ.Ε΄ 870. Βλ. και κακαποδίδω. 7) Φρ.: α) αποδίδω λόγον = δίνω λόγο (για κάτι): όταν ουν μέλλει να κριθεί, τι λόγον ν’ αποδώσει; Αλφ. (Κακ.) 1470· β) αποδίδω τούς οφθαλμούς = προσηλώνω το βλέμμα, βλέπω επίμονα: οίς (ενν. μαργάροις) εγώ τούς οφθαλμούς όλους αποδούς είπαν μετά θάμβους και ηδονής Μακρεμβ., Υσμ. 17017.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Εξήγ. πέτρ. (Βέης) 275.