Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 13 εγγραφές  [0-13]

  Βιβλ.αναφορά : Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.)

  • αβάστακτος,  
    επίθ., Καλλίμ. (Κριαρ.) 1874, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 770, Λίβ. (Μαυρ.) P 625, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 4, 71, 651· αβάσταγος, Καλλίμ. (Κριαρ.) 27, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 555, Λίβ. (Wagn.) N 765, Σαχλ. (Vitti) N 309, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 352, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 512.
    Το μτγν. επίθ. αβάστακτος. Ο τ. αβάσταγος στο Βίο Νείλ. νεωτ. (PG 120) 156 B. Για την κατάλ. ‑γος βλ. Κακρ., Αθ. 38, 1926, 194 κε. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αβάσταχτος).
    Α´ Κυριολ.: που δεν μπορεί κανείς να τον κρατήσει εξαιτίας του βάρους του, ασήκωτος, πολύ βαρύς (πβ. L‑S. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. αβάσταχτος 1): Γομάρια αβάστακτα, φορτώματα μεγάλα Διήγ. παιδ. 770. Β´ Μεταφ.: ανυπόφορος, αφόρητος (πβ. Preisigke-Kiessling και Lampe, Lex. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. αβάσταχτος 1β. Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Ϛ́ 483): Ότι πολλά είναι αβάσταγοι οι απ’ απέσω πόνοι Φαλιέρ., Λόγ. 352.
       
  • αεροκρυστάλλινος,  
    επίθ., Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 551.
    Από το ουσ. αέρας και το επίθ. κρυστάλλινος.
    Διάφανος σαν το κρύσταλλο και τον αέρα, αιθέριος: Σώματα τά εκαλλώπισεν η φύσις υπέρ φύσιν (παραλ. 1 στ.)· το σον αεροκρυστάλλινον εμψυχωμένον σώμα Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 551.
       
  • άλλος,  
    αντων., Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 191, 225, 275, 284, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 19, III 37, 84α (χφ C) (κριτ. υπ.), 115, 205, 216a (χφ g) (κριτ. υπ.), 216q (χφ g) (κριτ. υπ.), 404d (χφ g) (κριτ. υπ.), 404i (χφ g) (κριτ. υπ.), 404j (χφ g) (κριτ. υπ.), 404k (χφφ gV) (κριτ. υπ.), 412h (χφ g) (κριτ. υπ.), IV 32, 52, 107α (χφ g) (κριτ. υπ.), 108, Καλλίμ. (Κριαρ.) 150, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 559, Διγ. (Mavr.) Gr. IV 599, Διγ. (Καλ.) Esc. 349, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 551, Βέλθ. (Κριαρ.) 279, 402, 458, 485, 575, 580, 588, 593, 595, 598, 625, 626, 641, 676, 679, 805, 822, 827, 912, 1102, 1206, 1261, Ερμον. (Legr.) Υ 104, Λίβ. (Lamb.) Sc. 379, 2171, 2545, Λίβ. (Lamb.) Esc. 13, 1088, 4179, Αχιλλ. (Haag) L 1046, Αχιλλ. (Hess.) L 1026, Αχιλλ. (Hess.) N 1618, 1636, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1957, Μαχ. (Dawk.) 32233, Δούκ. (Grecu) 637, 10513, 3036, Ch. pop. (Pern.) 34, Αρμούρ. (Κυριακ.) 1, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VII 78, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) γ 54, Βουστρ. (Σάθ.) 500, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 28, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 1481, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 479, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 113, 135, 136, 141, 148, 171, 172, 177, 182, 195, 196, 267, 340, 342, 365, 387, 408, 476, Συναξ. γυν. (Krumb.) 965, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 40, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) A 654, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 644, Αχέλ. (Pern.) 1350, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 12814, Άρχ. Μεγ. (Μπουμπ.) P 41, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 71, 118, 305, Γ΄ 110, 363, Δ΄ 84, 141, Ε΄ 261, 446, 493, Πανώρ. (Κριαρ.) Ε΄ 198, Ερωφ. (Ξανθ.) Ιντ. γ΄ 49, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 2, 319, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2210, Θυσ. (Μέγ.)2 354, Στάθ. (Σάθ.) Γ΄ 23, 96, Στάθ. (Μανούσ.) Γ΄ 345, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 58, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [357], Λίμπον. (Legr.) Αφ. 31, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 51.
    Η αρχ. αντων. άλλος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Για τους τ. της λ. σε ορισμένες πτώσεις βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 155-6 και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., Γλωσσ. σ. 486.
    1) Κάποιος άλλος (Η σημασ. ήδη αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ 1): ’φόντας τρως και ξεφαντώνεις δίδε και αλλονού πτωχού Άρχ. Μεγ. P 41· Σπαθί αλλονού τον άτυχο τούτον ας θανατώσει Ερωφ. Ιντ. γ΄ 49· κι εφάνιστή ντου κι η Αρετή αλλού γυναίκα γίνη Ερωτόκρ. Β΄ 2210· πώς να γροικήσω αλλού φωνή κι όχι την εδική σου; Θυσ.2 354. Εκφρ. (1) ο ένας και ο άλλος = και οι δύο: Το ’να και τ’ άλλο το ’καμα για να σε δοκιμάσω Κατζ. Ε΄ 493· (2) άλλοι ..., άλλοι = μερικοί ..., μερικοί ...: Άλλες με το διαβαστικόν, άλλες με ολίγον βρώμα Απόκοπ. 195· (3) ένα ... τ’ άλλο ... = ο ένας λόγος ... ο άλλος λόγος ... (πβ. ΙΛ στη λ. 1ε): Ένα για να μην δώσω αιτιά ... (παραλ. 1 στ.), τ’ άλλο γιατί ... Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [357]. 2) Κάποιος δεύτερος, τρίτος, κλπ., που είναι όμοιος με τον προηγούμενο ή τους προηγούμενους (Η χρήση αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ 7· ως προς τη βυζ. χρήση πβ.: και ην το σπήλαιον εκείνο κεκοσμημένον ως άλλος ναός άγιος σε κείμενο της πρωτοβυζ. εποχής, Tabachovitz, Museum Helveticum 3, 1946, 161-2, όπου όμως ο Tabachovitz εσφαλμ. βλέπει πλεονασμό του άλλος· πβ. πάντως και τη  βυζ. επίσης χρήση: έστι γαρ τι χρήμα οίον ουκ άλλο Ευστ., Opusc. 3552· βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄, 6, 1955-6, 234): επειδή φίλος ο καλός είναι άλλος σαν εμένα, ως λέγουσι Λίμπον. Αφ. 31· να οικοδομήσει ναόν να μην έγινεν άλλος δεύτερος απ’ αυτόν εις τον κόσμον από Αδάμ έως την σήμερον Διήγ. Αγ. Σοφ. 1481· κι είχε και τον Μερκούριον, τον άλλον Αχιλλέα Κορων., Μπούας 40. Εκφρ. (1) η άλλη μου (ενν. χέρα) = το άλλο χέρι μου: και η άλλη του εβάσταζε χαρτίν μετά γραμμάτων Λίβ. Esc. 1088· (2) άλλος τόσος (= που έχει το ίδιο μέγεθος, την ίδια σημασία): την θλίψιν μου άλλην τόσην Λίβ. Sc. 2171· (3) άλλο(ν) τόσο(ν), επίρρ. (= σε διπλάσιο βαθμό): ... γιατί άλλον τόσο τη χαρά διπλώνει η συντροφιά σου Στάθ. Γ΄ 96. 3) Πρόσθετος, συμπληρωματικός: και πάλιν εξαφείτε τον άλλας και τρεις ημέρας Προδρ. ΙΙΙ 412h (χφ g) (κριτ. υπ.)· Ίσταντο τρεις και τέσσαρες και πάλιν άλλες πέντε Βέλθ. 598· Αλλά εδιέβην κι έμαθε νέον και άλλον πράμα Αχέλ. 1350· Και θέλω άλλο να σε ειπώ πάλιν διά τον δούκα Χρον. Τόκκων 1957. Έκφρ. άλλη(ν) μία(ν) (ενν. φοράν): Για τούτο εξανατρέξα και ρωτήξα| στ’ Απόλλω άλλη μια φορά το τι να κάμου Πιστ. βοσκ. Ι 2, 319· και του ποταμού το ρείθρον| άλλην μίαν τον σκελίζει Ερμον. Υ 104. 4) Υπόλοιπος, εκείνος που απομένει (Η χρήση και αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ 6, αλλά και νεοελλ., βλ. ΙΛ στη λ. 3β): Και πρήσκεται η κοιλία μου, τα δ’ άλλα μη τα λέγω Προδρ. III 216· και τ’ άλλον τότε του λαού ουκ είδαμεν τι εγένη,| αμ’ εχωρίσαμεν εμείς και αυτοί από μας ως ξένοι Απόκοπ. 365· τ’ άλλα, σαν έμπω σπίτι τους, όλα τους τα τελειώνω Κατζ. Ε΄ 446· κι έρχοντ’ οι δέκα: οι δύο από μπρος κι οι γιἄλλοι δυο από πίσω Στάθ. Γ΄ 23. 5) Διαφορετικός: αρπάζω το ’κ το χέριν της και άλλην οδόν επήρα Προδρ. IV 107α (χφ g) (κριτ. υπ.)· άλλην διέβην ρύμην Προδρ. IV 108· Σήμερον άλλος ουρανός, σήμερον άλλη ημέρα Αρμούρ. 1· Κι εγώ ο κακορίζικος πὀλόγιαζ’ άλλο πράμα Κατζ. Ε΄ 261· να ’τρωγα και να χόρταινα, γιατί, μα την αλήθεια,| γεμίσει ήθελα την κοιλιά άλλο παρά ροβίθια Κατζ. Γ΄ 110· και την αρχήν επιάσαμεν και τον σκοπόν εκείνον,| οπού είχεν στράτας εκατόν εις άλλην και άλλην χώραν Λίβ. Esc. 4179· άλλας και άλλας Λίβ. Sc. 3014. Εκφρ. (1) ο άλλος κόσμος (= ο Άδης· βλ. και ΙΛ στη λ. 1 Φρ.): στον άλλον κόσμον κρίνουνται Σκλέντζα, Ποιήμ. γ 54· (2) την άλλην (ενν. οδόν = πορεία, κατεύθυνση, μέθοδο): Ο βασιλεύς ουν, ιδών ότι εις τέλος προχωρούσι τα του τυράννου βουλεύματα, την άλλην ετράπετο Δούκ. 3036· Τότε ο Καντακουζηνός, ορών ότι ... ουκ ην το παράπαν χειρώσασθαι, την άλλην έφερε και δη διά πολεμικών και διά των εντός ευρισκομένων οικείων αυτῴ είσεισιν εν τῃ πόλει Δούκ. 637· (3) δεν [εδώ: ρήμα] άλλο παρά να ... = μόνο [εδώ: ρήμα] για να  ...: πιστεύγω, δεν ήρτεν άλλο παρά να σε φουρκίσει Βουστρ. 500· (4) άλλα των αλλώνε = ασυναρτησίες: Και έλεγε άλλα των αλλώνε, ό,τι έφτανε Χρον. σουλτ. 12814· (5) άλλος εξ άλλου = (α) πολύ διαφορετικός από τον εαυτό του, έξαλλος (πβ. Caratz., Aevum 25, 1951, 110-1· για τη χρήση πβ. Ατταλ. 2673· βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄, 6, 1955/6, 234): άλλος εξ άλλου γίνομαι και τήκομαι τας φρένας Προδρ. ΙΙΙ 37· (β) που έχει πάθει σύγχυση, σαστισμένος (πβ. Caratz., Aevum 25, 1951, 110-1 ): άλλος εξ άλλου γέγονεν ουκ έχων ό,τι δράσαι Διγ. Gr. IV 599· (γ) «τρελλός» από χαρά (πβ. Caratz., Aevum 25, 1951, 110-1· πβ. Κεκ., Στρατ. (Wass.-Jern.) 5620: άλλον αντ’ άλλου εποίησεν): και πας όστις ετύγχανεν εις την χαράν εκείνην άλλος εξ άλλου γέγονεν από της θυμηδίας Διγ. Gr. IV 837· (δ) (προκ. για πόλη) που παρουσιάζεται σε «άλλη», δηλ. σε διαφορετική κατάσταση, που είναι ανάστατος: καθώς έφημεν, περικυκλώσαντες την άπασαν άλλην εξ άλλης πριν ακουσθήναι καταλαμβάνοντες Δούκ. 10513· (6) αλλής (ή άλλης) λο(γ)ής = με διαφορετικό τρόπο: τα δόντια των ανδρών αλλής λογής πληγώνει Φαλιέρ., Ιστ. A 654· και πάσα άλλης λογής ζώον Διήγ. πανωφ. 58. 6) Ιδιότυπος, ασυνήθιστος, παράξενος, εξαιρετικός (Η χρήση και αρχ., L‑S στη λ. ΙΙΙ 1· για τη χρήση στο Βυζάντιο πβ.: εποίησε δε (Ιουστινιανός) και σκεύη ολόχρυσα των δώδεκα εορτών άλλα και άλλα Πάτρια Κων/π. (Preger) 1, 99, 8· βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄, 6, 1955-6, 234· για τη νεοελλ. χρήση βλ. ΙΛ στη λ. 2β): Η Γιακουμίνα απέσωσε με το ξανθόν τριχάριν,| του Γκουλτζουνή του μεθυστή οπού ’χει άλλην χάρην Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 479· λιβάδιν άλλης χάριτος, παράξενον οκάτι Καλλίμ. 150· τούτα κι άλλα πολλά ’λεγα, μα ’δά τα μεταγνώθω,| γιατ’ άλλην εις τα σωθικά φωτιά και λάβρα γνώθω Πανώρ. Ε΄ 198. 7) Προηγούμενος (Η χρήση και σήμ., ΙΛ στη λ. 4): φοβούμαι στην κεράτσα μου μη θα με καταβάλει| κι αξιώσει μου τα βάσανα τσ’ άλλης ημέρας πάλι Κατζ. Δ΄ 84. Εκφρ. (1) προ της άλλης = πριν από λίγες μέρες (πβ. το νεοελλ. τις προάλλες, ΙΛ στη λ. 4): δώσ’ με και το άλλο το χαρτί, τό εύρες προ της άλλης Λίβ. Sc. 379 (… άλλον το χαρτίν ... τό ηύρες Λίβ. Esc. 1496)· (2) την άλλη(ν) (ενν. ημέρα) = πριν από λίγες ημέρες: μια κοπελιά μας έφερε την άλλη ο μετοχάρης Κατζ. Α΄ 71· Τ’ Αρμένη επαραγροίκησα την άλλη από σένα| πώς να τη δώσει ελόγιαζε Κατζ. Α΄ 363. 8) Επόμενος (Η χρήση και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): ημέρα επαρέδραμεν, την άλλην έφθασά τον Λίβ. Esc. 13· Το να κινήσεις μετ’ εμάς τούτην την άλλην νύκταν Λίβ. Sc. 2545. Έκφρ. την άλλη(ν) (ενν. ημέρα) = την επόμενη μέρα (Η χρήση και παλαιότ.: και σήμερον και αύριον και εις την άλλην και επί τοις εφεξής Ευστ., Opusc. 10738· πβ. Κουκ., Ευστ. Γραμμ. 71· βλ. και ΙΛ στη λ. 3): τα δε μετά την σήμερον και τα μετά την άλλην Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 551· ρεμέδιο ’ς τούτη τη δουλειά θέλομε βρει την άλλη Κατζ. Α΄ 118· Ήλθε δε άλλην πτωχός και λαβών αυτόν ο γέρων απήλθεν Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 13511. Το ουδ. ως ουσ. = το αιδοίο (Για τη σημασ. βλ. Κεχαγιόγλου [Πτωχολ. σ. 443]): Γύρισον τα νώτια μέρη,| γύρισόν μοι και το άλλον Πτωχολ. α 557. Το ουδ. ως επίρρ. = 1) Ακόμη, επιπροσθέτως (Πβ. άλλο άπαξ = άλλη μια φορά, Διδασκαλία Ιακώβου νεοβαπτίστου, Glotta 5, 1914, 287. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): Και διαβαίνοντα άλλ’ ολίγες ημέρες εποίκεν άλλον διαλαλημόν Μαχ. 32233· να με δέρνει με το ξύλον| και άλλον πάντα με την γλώσσαν Συναξ. γυν. 965· Σ’ εμένα αν ήτο μπορετό, σήμερο δίχως άλλο (= χωρίς να χρειάζεται να προστεθεί κάτι, ασφαλώς, αναμφισβήτητα)| στο στρώμα με την κόρη σου ήθελα να σε βάλω Κατζ. Α΄ 305. Πβ. ακμήν 2. 2) Του λοιπού, πια (βλ. και ΙΛ στη λ. 1γ): όσα και αν το ποτίζουν άλλο ποτέ ου βλαστήσει Γλυκά, Στ. Β΄ 225· άλλο, αυθέντη, ου βλέπεις με, ο θάνατος με δράσσει Αχιλλ. N 1618· Άλλον (έκδ. αλλούν· διόρθ. Κριαρ., Αθ. 50, 1940, 179) τα χείλη μου ου κινούν προς σένα να συντύχουν Αχιλλ. N 1636· εκείνος, ως με φαίνεται, άλλο ουκ εσηκώθη Αχιλλ. L 1046· Είπον σοι: μάθε, κύρη μου, άλλον ου ψηλαφώμεν Βέλθ. 1261.
       
  • άμα,  
    επίρρ., Μακρεμβ., Υσμ. (Hercher) 18227, Ασσίζ. (Σάθ.) 11411, 13118, 21428, 21516, 27018, 42110, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 547, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 284, Λίβ. (Lamb.) N 133, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2101, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 1171, Έκθ. χρον. (Lambr.) 1612, 2410, 407, 5217, 5511, 6929, 7213, 748, 807, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 356, Πικατ. (Κριαρ.) 169, Φαλιέρ., Ενύπν. (Ζώρ.) 100, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 386, 10311, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 5113, Χρον. (Kirp.) 309, Σοφ. πρεσβ. (Schick) B 217, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 58, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 762, Θυσ. (Μέγ.)2 669, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Χορ. β΄ [3], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 23512, 3091· άμαν, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 386, Αχιλλ. (Haag) L 1050, Αχιλλ. (Hess.) L 1030, Θησ. (Foll.) I 43, 80, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 27, Πικατ. (Κριαρ.) 172, 282, 347, 382, 389, 391δις.
    Το αρχ. επίρρ. άμα. Ο τ. άμαν από επίδρ. του συνδ. όταν (ΙΛ). Η λ. και σήμ. κοιν. και στα ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ).
    Α´ Επίρρ. Με τον ίδιο τρόπο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): διά να έχουν το φως του ήλιου άμα ο είς, ώσπερ τον άλλον, ότι, αν έβαλαν τον έναν εις την ανατολήν του ηλίου και τον άλλον εις την δύσιν του ηλίου, ήθελεν είσθαι άδικον Ασσίζ. 21428. Εκφρ. (1) Άμα‑άμα = γρήγορα γρήγορα: και άρπαξε το βούνευρο κι έφαγεν άμα‑άμα Αιτωλ., Μύθ. 386. (2) Ως άμα = με έντονο ρυθμό, γρήγορα: και τα του γάμου ο βασιλεύς ηυτρέπιζεν ως άμα Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 547. (3) Εν τῳ άμα = (α) αμέσως: εχάρην το κατά πολλά και λέγει εν τῳ άμα Παλαμήδ., Βοηβ. 762· στο μοναστήρι έστειλε να δούσι πώς το κάμα| κι αν το καταχαλάσασιν οι Τούρκοι εν τῳ άμα Τζάνε, Κρ. πόλ. 23512· (β) μαζί: ότι αν είχεν ποίσει παιδία απ’ αυτήν την ορμασίαν όσον ήσαν εν τῳ άμα Ασσίζ. 11411. Β´ Ως πρόθ. 1) Με την πρόθ. μετά + αιτ. = μαζί με (κάποιον): ο Κύριος την ευλόγησε και μετά σένα άμα| τον Ισαάκ εσπείρετε κι εκάμετε αντάμα Θυσ.2 669. 2) Με ονοματικό απαρέμφ. (Πβ. Sophocl. στη λ. 3 και ΙΛ στη λ. Α3) = συγχρόνως με (γεγονός): άμα γαρ του ελθείν τον αυθέντην εν τῃ πόλει εποίησαν βουλήν οι γενίτσαροι Έκθ. χρον. 5217· άμα δε του βασιλεύσαι απέκτεινε τον καπετάνιον ονόματι Τζαφέρ αγά διά το είναι αυτόν άρπαγα Έκθ. χρον. 6929· και άμα τῳ σώσειν ήρπαξεν πάραυτα το τιμόνιν Απόκοπ. 356· και τάχα πόρταν ήνοιγε κι είπε μου να σιμώσω| και άμαν τ’ ανοίξει πάραυτα εμπήκαμεν απέσω Πικατ. 282. Έκφρ. Άμα πρωί = μόλις ξημέρωσε (Η σημασ. ήδη μτγν., Sophocl. στη λ. 2): άμα δε πρωί, ... επορεύθη προς τον πατέρα αυτού Έκθ. χρον. 5511. 3) Με γεν. = μαζί με...: στραφείς δε ο πένης άμα του μοσχαριού Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 12921· ο βασιλεύς κατέλαβεν άμα τον πατρικίου καί πάσης της συγκλήτου Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 14521. Γ´ Ως σύνδ. 1) (Χρον.) όταν (Πβ. Sophocl. στη λ. 3. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1 β): άμα τους βόας συσκεφθείς, δράμε γοργόν εις αύτους Πόλ. Τρωάδ. 284· συνών. αν 5. 2) (Αιτιολ.) αφού, εφόσον: ... από σήμερον κράτησον τον θυμόν σου,| άμαν ετόσες χάριτες σ’ εχάρισεν η τύχη Αχιλλ. L 1050· τις η αιτία ήτονε και ο άνθρωπος να γένει,| άμαν βαστά τον θάνατον κι άμαν στον Άδην μπαίνει; Πικατ. 391. 3) (Υποθ.) εάν (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β2): Λοιπόν ρωτώ σε· πες μου το, Χάρε, ανέν και ορίσεις| και άμαν το ξεύρεις, άρχισε να το διαχωρίσεις Πικατ. 389.
       
  • ανάπαυσις ‑ση  
    η, Σπαν. (Hanna) A 200, Σπαν. (Hanna) O 217, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 213, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 161, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 46, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5970, Καλλίμ. (Κριαρ.) 2032, 2331, 2416, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 786, 2561, Διγ. (Καλ.) A 3730, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 551, Βέλθ. (Κριαρ.) 1086, Βίος Αλ. (Reichm.) 4738, Φλώρ. (Κριαρ.) 782, 1009, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 245, Απολλών. (Janssen) 146, Λίβ. (Μαυρ.) P 21, 388, 533, 2266, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2195, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3377, Λίβ. (Lamb.) N 47, 669, Αχιλλ. (Haag) L 111, 245, 248, Αχιλλ. (Hess.) L 465, 1128, Αχιλλ. (Hess.) N 1663, 1743, Ιμπ. (Κριαρ.) 705, Μαχ. (Dawk.) 2607, 35224, 55226, Δούκ. (Grecu) 30721, 35321, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 1205, 14428, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. [247], Θησ. (Schmitt) 338 VII 108, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VII 67, ΙΧ 6, 30, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 526, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 105, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 171, 220, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 207, 326, 363, 366, 764, Αχέλ. (Pern.) 1349, 2162, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1997, Δωρ. Μον. (Buchon) XL, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1234, Ευγέν. (Vitti) 1291, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [670], Γ΄ [472, 812], Δ΄ [1513], Ε΄ [549], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 22428, 2402, 2796, 35514, 38215, 41013, 48623, 51923, 55615, 5728· ανάπαψη, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5593, 5707, 6458, 6604, 6780, 6883, 7208, 8405, 8706, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1681, Θησ. (Foll.) Ι 108, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 355, 6924, 7526, 949, 9729, 1452, Ιμπ. (Legr.) 658, 797, Βεντράμ., Φιλ. (Ζώρ.) 381, Πεντ. (Hess.) Γέν. VIII 9, 21, XLIX 15, Έξ. XXIX 18, 41, Λευιτ. I 9, III 5, VIII 21, XV 7, XXVI 31, Αρ. XVIII 17, XXVIII 2, 24, Δευτ. XII 9, XXVIII 65, Αχέλ. (Pern.) 1389, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 88, 100, 148, 162, Β΄ 150, 366, 478, 577, 582, Γ΄ 202, 498, 555, Δ΄ 180, 426, Ε΄ 70, 90, 332, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 183, Ιντ. α΄ 53, 76, 84, 93, 169, Β΄ 367, 501, 513, Ιντ. β΄ 33, 164, Γ΄ 14, 42, 140, 263, 400, Δ΄ 67, 507, 530, Ε΄ 494, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 1, 379, (χφ και έκδ. ανάπασες· διόρθ. Κριαρ. B-NJ 19, 1966, 279)· 3, 191· ΙΙ 5, 3· 7, 64· IV 6, 39· 6, 42· V 1, 61, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 358, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 465, 491, 728, 891, 1109, Β΄ 563, Γ΄ 14, 169, 220, 343, Δ΄ 366, 840, 1198, Ε΄ 48, 1530, Θυσ. (Μέγ.)2 104, 111, 860, 866, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 307, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Γ΄ 18, Δ΄ 34, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [136], Δ΄ [37], Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [979, 1150], Ε΄ [242], Φορτουν. (Ξανθ.) Πρόλ. 28, 128, Α΄ 250, Β΄ 442, Γ΄ 124, 388, Ιντ. γ΄ 22, Ζήν. (Σάθ.) Πρόλ. 22, Α΄ 12, 161, 178, 264, Β΄ 10, 12, 106, 206, Ε΄ 80, Διγ. (Lambr.) O 276, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 4484, Διακρούσ. (Ξηρ.) 7080.
    Το αρχ. ουσ. ανάπαυσις. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. ανάπαψι).
    1) α) Ξεκούραση (Η σημασ. αρχ. και σήμ. ΙΛ, λ. ανάπαψι 1α): άρτον είχεν δάκρυα και πότον μοιρολόγια| και κλίνην αναστεναγμούς και ανάπαυσιν τας λύπας Αχιλλ. (Hess.) N 1743· Και τα καημένα μάτι’ απού τον ύπνο| και την ανάπαψή τως τ’ άλλα μέλη| κι εγώ ’μαθα και βγάνω Πιστ. βοσκ. Ι 3, 191· να πάρουσιν ανάπαυσιν εκ τον πολύν τον κόπον Αχιλλ. (Hess.) L 465· Δεν είν’ καιρός γι’ ανάπαψη, δεν είν’ καιρός για στρώμα Θυσ.2 111· Χριστέ μου, δος ανάπαυσιν, Χριστέ μου, δος υπνίτσιν Γλυκά, Στ. 161· —Συνών.: ανασασμός 1· β) ανακούφιση: Εκεί ’βρηκεν ανάπαψη και δρόσος του καημού τση Ερωτόκρ. B΄ 563· ανάπαψη ’ς τσι πόνους μου ποτέ μου δεν ολπίζω Πανώρ. A΄ 148· Λοιπόν την θλίψησ σου, πουλλίν, γροικώντα| εις την δικήμ μου ανάπαψην ευρίσκω Κυπρ. ερωτ. 7526· —Συνών.: αναπνοή 3, ανασασμός 2, ανακουφισμός, κουφισμός· γ) άνεση: Αυτή (δηλ. η καυχίτσα) και το τραπέζιν μου, αυτή και την στρωμνήν μου| και πάσαν μου ανάπαυσιν σώζει να την δουλεύει Καλλίμ. 2416· διδούς γαρ αυτοίς ανθρώπους ίνα μετά ανέσεως και αναπαύσεως απέρχονται την οδόν Σφρ., Χρον. μ. 1205· δ) ικανοποίηση, χαρά (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. B1, C3, H): οι Γενουβήσοι ... δεν παίρνουν άλλην ανάπαυσην παρού εις το πλούτος και εις τον κάματον Μαχ. 55226· Μα σαν εμίσσεψ’ από κεί και μπλιο δεν τον εθώρει| καμιάς λογής ανάπαψη δεν ηύρισκεν η κόρη Ερωτόκρ. Γ΄ 14· τη ζωή του πόθου τη δροσάτη,| οπού χαρές κι ανάπαψες πάσα καιρό εί’ γιομάτη Πανώρ. Γ΄ 202· άλλη ανάπαψη να πάρω δεν εμπόρου| παρά την ώρα μοναχάς που την κερά μου θώρου Ερωφ. A΄ 183· και να καπνίσεις όλο το κριάρι εις το θεσιαστήρι ολοκαύτωμα αυτό του Κύριου μυρωδιά, ανάπαψη, πυριά του Κύριου Πεντ. Έξ. ΧΧΙΧ 18 (πβ. εις οσμήν ευωδίας ΠΔ, Tisch, Έξ. ΧΧΙΧ 18). —Συνών.: αναγάλλιαση α· έκφρ. εις την ανάπαυσήν (μου) = για ικανοποίησή (μου): Χαίρου, καυχού και λέγε το (έκδ. ’λέγετο· διορθώσ.) εις την ανάπαυσήν σου Τζάνε, Κρ. πόλ. 41124· ε) ασφάλεια, εξάσφάλιση (Η σημασ. και σε έγγρ. του 1639, Χρ. Κρ. 1, 1912, 224): μόνο αγάπη, αν μπορείς, κάμε μ’ αυτόν για να ’χεις| ανάπαψην και αφοβιά εις όποιον τόπο λάχεις Διγ. O 276· ηύραν το πέλαγος κακόν, ουδέν είχεν λιμιώναν,| να πιάσουσιν τα πλευτικά κι ανάπαψη να έχουν Χρον. Μορ. P 1681· Ϛ́) εξασφάλιση (οικονομική κυρίως): Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 72112, 79517· κάμνει τον ... αγοραστήν την παρών σιγουριτάν και ανάπαψη πως έναι πλερωμένος Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4876· ζ) περιποίηση: να ’ναι εις τα θελήματα και εις την ανάπαυσίν σου Σπαν. O 217·  ... την πάσαν σπουδήν εδείκνυτο ο Αθανάσιος χάριν της εις τον γέροντα αναπαύσεως και διακονίας Βίος οσ. Αθαν. 245. 2) Ησυχία, ηρεμία (Πβ. Lampe, Lex. στη λ.) (Η σημασ. και σήμ. ΙΛ, λ. ανάπαψι 1β): Πότες κι εμέ τ’ αμμάτια μου μιαν ώραν εστεγνώσα;| Πότες γλυκιά τα σφάλισα κι ανάπαψη μου δώσα; Ερωφ. Γ΄ 14· Τούτ’ είν’ εκείνη απ’ αγαπώ, τούτ’ είναι απού ξετρέχω·| τούτ’ είναι απού για λόγου τση ανάπαψη δεν έχω Πανώρ. A΄ 100· και δεν ευρίσκει ανάπαψη στο στήθος η καρδιά μου Ερωτόκρ. Γ΄ 343· Σαν εσκολάσα οι σκοτωμοί ογιά την ώρα κείνη| και τον οχθρό ντου πασανείς σ’ ανάπαψην αφήνει Ερωτόκρ. Δ΄ 1198· Ωσάν το φυλλοκάλαμο σ’ ανέμου κακοσύνη,| οπού κιαμάν ανάπαψη να πάρει δεν τ’ αφήνει Ερωτόκρ. Γ΄ 220· ανάπαψην δεν βρίσκω,| γιατί στο μίσσεμάν της εσηκώθην| πάσα χαρά κι η πλήξη μου πιντώθη Κυπρ. ερωτ. 949· και παρευθύς η θάλασσα την πρώτην καλοσύνη (έκδ. καλοσύνην· διορθώσ.)| και την πολλήν ανάπαψην σε μια μεριά αφήνει (έκδ. αφήνειν· διορθώσ.) Τζάνε, Κρ. πόλ. 4484. Πβ. αναπαημός β· έκφρ. μ(ε) (την) ανάπαυσίν (ή ανάπαψή) (μου) ή μετά αναπαύσεως = (α) (απλώς) ήσυχα, με την ησυχία μου (για την επιρρ. έκφρ. μετά α. πβ. Lampe, Lex. στη λ. I): Δός μου καιρόν κιας τόσον| με την ανάπαψή μου να μιλήσω Πιστ. βοσκ. II 7, 64· (β) ήσυχα, όχι βιαστικά: νά ’ρθει με πλια του ανάπαψη κι όχι με σπούδα τόση Ροδολ. Γ΄ [136]. 3) Ειρηνικός βίος, ευημερία (ενίοτε χώρας) (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. C4, F): Εκράτει τα ρηγάτα του με ανάπαψην κι ειρήνην Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6780· ο βλέπων να είδεν ένωσιν αστέρων δύο μεγάλων| δηλούσαν ανάπαυσιν και πλατυσμόν Ρωμαίων Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 551· Και άκουσον την βιοτήν τσαγγάρου και να μάθεις| την βρώσιν και ανάπαυσιν τήν έχει καθ’ εκάστην Προδρ. IV 46· χαίρουνται την ανάπαψην τα έθνη εις πάσα τόπον Ζήν. 22· δεν ήρθετε ως τώρα προς την ανάπαψη και προς την κλερονομιά Πεντ. Δευτ. XII 9. 4) Σταμάτημα, διακοπή (Πβ. συγγενική αρχ. χρήση, αλλά και στον Ευστ., Άλ. 13417: ανάπαυσις αιχμαλωσίας): και κείτομαι δίχως καμιάν ανάπαυσιν και κλαίγω Φαλιέρ., Ιστ. V 105· πβ. αναπαημός α. 5) Σταμάτημα, στήριγμα (Πβ. στάσις ΠΔ, Tisch. Γέν. VIII 9): δεν ηύρεν η περιστερά ανάπαψη εις απαλάμη του ποδαριού της Πεντ. Γέν. VIII 9· να μην είναι ανάπαψη εις την απαλαμιά του ποδαριού σου (πβ. στάσις ΠΔ, Tisch., Δευτ. XXVIII 65), Πεντ. Δευτ. XXVIII 65. 6) Ευκολία, ευκαιρία: Ετούτο μ’ άλλη ανάπαψην θέλομε το λογιάσει Σουμμ., Παστ. φίδ. B΄ [979]· Με άλλην σου ανάπαυσιν τά ’παθες θες μιλήσεις Ευγέν. 1450. 7) Τοποθέτηση, κατάσταση: Όλα της γης αλλάσσουν τα κινούμενα| ανάπαψην και ριζικόν την σήμερον Κυπρ. ερωτ. 9722. 8) Οκνηρία, τεμπελιά: η δείλιαση, η ανάπαψη, πως η αναμελιά τως| είναι αφορμή και στέκουσι πάντα τως ξεπεσμένοι Φορτουν. Πρόλ. 28· ότι διά την ανάπαυσιν πολλοί παραστρατίζουν Δεφ., Λόγ. 326· από την ανάπαψην εκείνη| την άκαρπη και ανέργα, οπού μισά (έκδ. μοσά· διορθώσ.) τον κόπον Πιστ. βοσκ. IV 6, 39· Εις την οκνιάν και ανάπαυσιν πολλά κακά ακλουθούσι Δεφ., Λόγ. 207. —Συνών.: ακαμασιά. 9) α) Κρεβάτι: Σμίγουσι ξύλα και καρφιά κι απάνω τονε βάνου| και με μεγάλη μαστοριά ανάπαψη του κάνου,| να μη σαλεύγει το κορμί Ερωτόκρ. E΄ 48· εις την μονήν, εις την στρωμνήν, εις την ανάπαυσίν του Καλλίμ. 2331· Δότε τ’ ανδρός ανάπαυσιν μετά της γυναικός του Χούμνου, Π.Δ. VII 67· την κεφαλή σου κλίνε την εις την ανάπαψή σου Θυσ.2 866· —Συνών.: κλινάρι(ν), κράβατος, κραβάτι(ν)· β) κατοικία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1γ· πβ. Lampe, Lex. στη λ. 6): Ενταύτα απηλογίασεν ο πρίγκιπας τον λαόν του| κι εδιάβηκεν ο καταείς εις την ανάπαψήν του Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5707· Γροικώντα την μαντατοφορίαν όρισεν και εδώκαν του ανάπαυσην Μαχ. 35224· Ανάπαυσην τους έδωκε και σπίτια να σταθούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 51923· —Συνών.: οσπίτιον· γ) κατασκήνωση: διά να έχουν τα φουσσάτα τους ανάπαψην κι απλίκιν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6604· ήτον χώρα εύκολη διά ανάπαψην φουσσάτου Χρον. Μορ. (Καλ.) H 5593. 10) α) Θάνατος (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. C 1,2 και ΙΛ, λ. αναπαμός 2 και Σπυριδ., ΕΕΒΣ 20, 1950, 101 σημ. 5): έστιν ημίν ανάπαυσις και τάφος μετά ταύτα Βίος Αλ. 4738· διά αναπαύσεις πολλών αρχιερέων και άλλων τιμίων προσώπων Ιστ. πατρ. 1997· Στου Αβραάμ και Ισαάκ εκεί να ’ναι η ψυχή του| στους κόλπους των προπάτορων με την ανάπαψή του Ζήνου, Πρόλ. (Legr., BH 1, 239)· β) μεταθανάτια, μακάρια ζωή (πβ. Lampe, Lex. στη λ. C 1,8,10· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2, Άσμ.): Και του Μαρτζέλλου ανάπαυση ο Θεός να του χαρίσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 38215· τση δείχνουσι την παράδεισον, τον κόλπον του Αβραάμ, την σύναξην των δικαίων και την ανάπαψη Αποκ. Θεοτ. II 95· γ) τάφος (βλ. Κοραή, Άτ. Δ΄ 13): και νά ’ρθα ν’ ανεπάηκα εις την ανάπαψή σου Θυσ.2 860. — Πβ. θεράπευσις, θεράπειο.
       
  • αναπνοή  
    η, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 17, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 575, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 52326, 27, Διγ. (Hess.) Esc. 371, 408, 540, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 555, Φυσιολ. (Zur.) ΧΧΙ 34, Θησ. (Βεν.) Θ΄ [45], Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 12511, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [602]· αναπνοά, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [376].
    Το αρχ. ουσ. αναπνοή. Η λ. και σήμ.· ο τ. αναπνοά σε ιδιώμ. (ΙΛ, λ. αναπνοή).
    1) α) Εισπνοή και εκπνοή (Η σημασ. και στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. II, και σήμ., ΙΛ): κείται υπτία (ενν. η αλώπηξ) κρατούσα εν αυτῄ τας αναπνοάς Φυσιολ. XXI 34· στην ύστερήν μου αναπνοά να θέλουν με κοιτάξει Σουμμ., Παστ. φίδ. A΄ [376]· β) (στον πληθ. προκ. για θυμό) συχνή αναπνοή: Παν πράγμα εφανέρωσε ... ει τι πεθύμα να γενεί και παρευθύς εβγήκε| πολύς θυμός κι αναπνοές Θησ. Θ΄ [45]· γ) εκπνοή:  ... γιατί τα χέρια φυσάς τα με το στόμα; (παραλ. 1 στ.) ότι εβγάν’ αναπνοή, φυσώ τα μην (έκδ. τα να μην) κρυώσω Αιτωλ., Μύθ. 12511· δ) (σε τρυφερή προσφών.): Τέκνον μου πολυπόθητον, ομμάτια μου, καρδιά μου,| αναπνοή μου Διγ. Esc. 540. —Συνών.: ανασασμός 4· 2) Δύσπνοια: Ο ιέραξ ει προς αναπνοήν κεφαλής (πβ. κεφαλικής δυσπνοίας Ορνεοσ. αγρ. 5247) έχει, ούτως νοήσεις: οι οφθαλμοί αυτού πεπρησμένοι και από του στήθους αναπνίγεται Ορνεοσ. αγρ. 52327. Πβ. ανάπνευσις. 3) Ανάπαυλα, ανακούφιση από δεινά (Πβ. L‑S στη λ. I): Ω Μιχαήλ ταλαίπωρε, παιδίν της δυστυχίας,| έχεις καιρόν αναπνοής, έχεις καιρόν αδείας Γλυκά, Στ. 575· του να έχω σε αναπνοήν και παραμύθιόν μου Σπαν. V 17. —Συνών.: ανακουφισμός, ανάπαυσις 1β, ανασασμός 2, κουφισμός.
       
  • ανασπώ,  
    Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 39, 443, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3862, Καλλίμ. (Κριαρ.) 1447, Ασσίζ. (Σάθ.) 9014, 10025, 11024, 20327, 4567, 15, 46410, Ιερακοσ. (Hercher) 42522, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 53529, Διγ. (Mavr.) Gr. ΙΙ 221, V 10, VIII 214, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 474, Διγ. (Καλ.) A 860, 987, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 552, Βέλθ. (Κριαρ.) 696, 1155, Ακ. Σπαν. (Legr.) 33156, Ερμον. (Legr.) Σ 13, Πουλολ. (Krawcz.) 320, 431, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 123, 156, 160, 228, 586, Λίβ. (Μαυρ.) P 310, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3955, 3967, 3972, 4082, Αχιλλ. (Hess.) N 827, Φυσιολ. (Legr.) 866, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 43, 325, Μαχ. (Dawk.) 35834, Ch. pop. (Pern.) 787, 788, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) ΧΙΙ 24, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 346, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 48, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΧΧΙΙ 26, Μ. Χρονογρ. (Τωμ.) 3410, Αλφ. (Κακ.) 1118, Κατζ. (Πολ. Λ.) Β΄ 48, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 74, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 185, 189, 482, Γ΄ 125, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙ 1, 73, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 368, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 33437, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 980, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 67, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [1198], Β΄ [60, 1248], Λίμπον. (Legr.)14, 451, Ζήν. (Σάθ.) Α΄ 113, 146· ανεσπώ, Ροδολ. (Μανούσ.) Χορ. ε΄ [8]· ’νεσπώ, Βέλθ. (Κριαρ.) 268, 815.
    Το αρχ. ανασπώ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    I.Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) (προκ. για δέντρα, φυτά, δόντια, τρίχες, κλπ.) τραβώ, ξεριζώνω (Πβ. ΙΛ στη λ. A2): Δύσκολον είν’ ένα δεντρό κιανείς να θ’ ανασπάσει Ερωφ. Α΄ 185· και το σπαθί μου σε καρδιές πασάδων να χορτάσω| και του σουλτάνου του Μεεμέτ τα γένια ν’ ανασπάσω Κατζ. Β΄ 48· έβγαλεν τα μαλλία του και δείχνει το πώς του τα ανάσπασεν Ασσίζ. 4567. οδόντας ανασπάσατε άπαντας του θηρίου Διγ. A 987· Την γλώσσα σου την σκύλινην θέλω να σου τραβήξω,| ν’ ανασπαστεί οχ τον λάρυγγα Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1248]· ανάσπασον τα πτερά των μηλίγγων αυτού Ιερακοσ. 42522· Εγώ δεν είδα να σταθεί τον ήλιο να μ’ ακούσει,| μα είδα χαράκια και δεντρά πολλά να ανασπαστούσι Πανώρ. Α΄ 74· Την πατρικήν ασέβειαν ανέσπασε ριζόθεν Μανασσ., Χρον. 3862· πβ. ανασπάζω 1· β) (προκ. για λόγχη, κλπ.) σύρω, τραβώ (Η σημασ. αρχ.): μετά ευτολμίας ανέσπασε μαχαίρι Κορων., Μπούας 48· γ) (μεταφ. προκ. για την καρδιά, την ψυχή) ξεριζώνω (Η χρήση και στα δημ. τραγούδια, ΙΛ στη λ. A2, Άσμ.): σύρριζον την καρδίαν της ανέσπασεν η λύπη Βέλθ. 1155· Ομμάτια είχα κι επήρες τα, καρδιάν και ανέσπασές την Ερωτοπ. 123·  ... φοβούμαι ταπεινός μη ανασπασθεί ψυχή μου Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 43· φρ. ανασπώμαι καρδίαν: Πολύν εγείρω κοπετόν, ανασπασθώ καρδίαν Καλλίμ. 1447. 2) α) Αποσπώ, τραβώ προς το μέρος μου, παίρνω στα χέρια μου: εκείνος κἄν εις φυλακήν κἄν εις δεσμούς εμπέσεις,| να σε ανασπάσει δύναται και να σ’ ελευθερώσει Γλυκά, Στ. 443· ελέους άνευ ανασπά και κατασπά προς Άδην Γλυκά, Στ. 39· βλέπεσαι αυτός ο λογισμός πλειότερα μη ριζώσει,| μ’ ανάσπασε και ρίξε τον μη σε κακαποδώσει Ερωτόκρ. Α΄ 980· προϋπάντησεν το άγιον λείψανον και το ανέσπασεν γυμνοκέφαλος με όλον του τον κόσμον Συναδ., Χρον. 67· Επτά ψυχές και αν έβαλεν ο πλάστης εις εμένα| και τες επτά με ανέσπασεν η περισσή σου αγάπη Ερωτοπ. 228· β) διεκδικώ (κάτι), ζητώ (δικαστικώς) να αποκτήσω (κάτι) στη δικαιοδοσία μου: διαφεντεύγουν με ν’ ακουμπίσω τας καμάρας μου εις τον τοίχον οποίας ακομή δείχνει φανερά εις τον τοίχον τας καμάρας μου και τα παραθύριά μου οπού ήσαν προς τον τοίχον προς το μέρος μου και διά το ένι ούτως φανερόν θέλω να ανασπάσω το ήμισον του τοίχου Ασσίζ. 11024· γ) αποσπώ, επιτυγχάνω (κάτι δικαστικώς): εκείνος οπού ήλθεν εις την ημέραν την ορισμένην θέλει ανασπάσει πάντα όσα τον αγκαλέσαντα και εκείνος οπού ουκ ήλθεν ... εχάσεν το δίκαιόν του με δίκαιον Ασσίζ. 9014· πβ. ανασπάζω 2· δ) δημιουργώ ζητήματα, ενοχλώ: εκείνος ένι συνηθισμένος να κακοποιεί και να ανασπά τους λας και έκλημαν έρχεται εις την αυλήν Ασσίζ. 46410. Β´ (Αμτβ.) ξεριζώνομαι: Γιατί ’ναι πράγμα (ενν. η δυστυχιά μας) οπού μπορεί να κάμει ν’ ανασπάσουν| τα δένδρη και να μείνουσι στην γην ξεριζωμένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [464]. II. Μέσ. 1) Αποτραβιέμαι, απομακρύνομαι: τότες ανασπάστην ένας απότορμος παιδίος ... και επήρεν μετά του πενήντα παλληκαρία Μαχ. 35834. 2) Ελευθερώνομαι, γλυτώνω: ελάλησε τα μέλλοντα και οκάποτε ανεσπάσθην| από του ονείρου την πλοκήν Λίβ. P 310. 3) Εκπηγάζω, προέρχομαι: οι στίχοι ανεσπάστησαν μέσα από την καρδιά μου Ερωτοπ. 156. — Πβ. εξανασπώ.
       
  • ανδράδελφος  
    ο, Λίβ. (Lamb.) Sc. Ι 37· ανδραδέλφη η, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 551· αντράδελφος, Μαχ. (Dawk.) 54613
    Από το ουσ. άνδρας και αδελφός. Η λ. στη Σούδα, το Ζωναρ. και τον Ευστ., Ιλ. (Stallb.) 3922 (Κουκ., Ευστ. Λαογρ. B́ 264-5). Παλαιότ. τ. ανδραδελφή, Lampe, Lex., λ. ανδραδελφή. (Η λ. και σήμ. στην κοινή νεοελλ. και στα ιδιώμ., ΙΛ, λ. αντράδερφος):
    Ο αδελφός του συζύγου. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αντράδερφος): θωρώντα η ρήγαινα ότι ο αντράδελφός της ο πρίντζης είχεν εις την συντροφίαν του πολλούς Βουλγάρους Μαχ. 54613. — Πβ. και αυτάδελφος.
       
  • ανεκλύτωτος,  
    επίθ., Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 555 8r, 8v· ανεγλύτωτος, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2847 (κώδ. ανεγλύτωτε· εσφαλμ. η Lambert διόρθ. πανγλυκύτατε).
    Από το στερ. αν‑ και το *εκλυτόω> *εκλυτώνω. Για τον τ. ανεγλύτωτος πβ. (ε)γλυτώνω <*εκλυτώνω και εκλύω> γλύω, εκλιστρώ> γλιστρώ, Ανδρ., Λεξ., λ. γλυτώνω και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 160. Πβ. επίσης ανέγλυτος (ετυμ.).
    Που δεν παντρεύτηκε, ανύπαντρος: Έλεγα: «Την ανέκπλοκον, την ανεκλύτωτόν μου,| την έχω ομμάτια και ψυχήν, αναπνοήν, καρδίαν» Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 555 8r· και ιδού την θυγατέρα μου, την ανεκλύτωτόν μου| νύμφην, κρατάρχα, πέμπω σε, την περιπόθητόν μου, Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 555 8v· στρατιώτα μου, ανεγλύτωτε, καρδία μου, αχώριστέ μου Λίβ. Sc. 2847. — Πβ. ανέγλυτος.
       
  • ανέκπλοκος,  
    επίθ., Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 555.
    Από το στερ. αν‑ και το επίθ. έκπλοκος.
    Που δεν είναι παντρεμένος: την ανέκπλοκον, την ανεκλύτωτόν μου,| την έχω ομμάτια και ψυχήν, αναπνοήν, καρδίαν Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 555. —Συνών.: ανεκλύτωτος.
       
  • άνω,  
    επίρρ., Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 4103, Σπαν. (Hanna) A 152, Σπαν. (Hanna) B 188, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 562, Προδρ. (Hess.-Pern.) Ι 214, ΙΙ Η 25b, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 752, Ασσίζ. (Σάθ.) 4420, 637, 29218, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 554, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1666, 1983, 2557, 4152, 6643, Βίος Αλ. (Reichm.) 4016, 4396, Διήγ. Βελ. (Cant.) 449, Πανάρ. (Λαμψ.) 7917, Περί ξεν. (Wagn.) V 113, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 430, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1368, Σταυριν. (Legr.) 1284, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 83, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ε΄ [1013]· άνων, Ασσίζ. (Σάθ.) 4234.
    Το αρχ. επίρρ. άνω. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ).
    1) α) Επάνω (σε κάτι): ουδέν έχει άνω της γης Ασσίζ. 4420· β) επάνω (σε κάποιους)· επικεφαλής: τον είχεν ο βασιλεύς άνω εις τον λαόν του Χρον. Μορ. P 6643· γ) περισσότερο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): όσοι κρατούνε και έχουσι άνω των φιέ τεσσάρων Χρον. Μορ. P 1983· ένα μάρκον ασήμιν και άνων Ασσίζ. 4234· δ) μεταξύ: εις αντρείαν εξάκουστος άνω των στρατιώτων Χρον. Μορ. P 4152· ε) (επιθ.) που βρίσκεται επάνω· εκλεκτός: Τον δ’ ευγενή, τον δ’ υψηλόν, τον εκ της άνω μοίρας Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 752· Εκφρ. (1)  (με άρθρο ενίοτε) οι άνω = οι ευγενείς: Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 554· (2) άνω εις την θάλασσαν = παραθαλασσίως: Τα κάστρη ...| που ένι άνω εις την θάλασσα ...| έως έχομε τα πλευτικά, εκεί ας απελθούμε Χρον. Μορ. P 1666· (3) η άνω βασιλεία = η βασιλεία των ουρανών: Γλυκά, Στ. 562· (4) η άνω πατρίς = η βασιλεία των ουρανών: Παϊσ., Ιστ. Σινά 1368· (5) η άνω θεία Πρόνοια = η θεία Πρόνοια: Βίος Αλ. 4016, 4396· (6) τ’ άνω φροντιστήρια = η θεία βούληση: Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1013] (πβ. αι άνω δυνάμεις Ιατροσόφ., Legr., XVIII)· (7) (με εμπρόθ. προσδιορ. προκ. για χρόνο) κατά τη διάρκεια: άνω εις την σταύρωσιν Περί ξεν. V 113. 2) Προς τα επάνω· προς τον ουρανό (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): ομνύετε μήτε άνω μήτε κάτω Σπαν. B 188· επήγεν κάτω το παιδίν κι άνω η ψυχή μου εξέβη Απόκοπ. 430· (προκ. για τον ουρανό με άρθρο) τα άνω = τα ύψη: Διήγ. Βελ. 449. 3) Προηγουμένως: ως φθάσας είπον άνω Προδρ. Ι 214· (με άρθρο) τα άνω = τα προηγούμενα: αν εξετάσεις ακριβώς έμπροσθεν και τοις άνω Προδρ. ΙΙ Η 25b. 4) Φρ. κενώνω άνω = βγάζω τροφή από το στόμα, κάνω εμετό: Σταφ., Ιατροσ. 4103.
       
  • απαραιτήτως,  
    επίρρ., Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 552, Λίβ. (Lamb.) Sc. 526, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1631 (κριτ. υπ.), Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 289, 835, 1281.
    Το αρχ. επίρρ. απαραιτήτως. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση.
    1) Αναπόφευκτα, δίχως άλλο: κἂν θάνατος επώδυνος με πρόκειται από τούτου| και απαραιτήτως εκ παντός χάνομαι από του κόσμου,| τολμήσειν θέλω, αυγούστα μου, τα της τιμής σου πάντα Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 552. 2) Ακατάπαυστα: το κατ’ ολίγον ολιγόν τρυπά το το λιθάριν| εκ του νερού τον σταλαγμόν τόν έχει απαραιτήτως Λίβ. Esc. 1631.
       
  • αποδοχή  
    η, Καλλίμ. (Κριαρ.) 1250, Εγκ. αγ. Δημ. (Λαούρδ.) 10773, Διγ. (Καλ.) Esc. 20, Διγ. (Καλ.) A 355, Επιθαλ. Ανδρ. Β' (Strzyg.) 555, Φλώρ. (Κριαρ.) 1144, 1148, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2248, Notizb. (Kug.) 75, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 2235, 4022, Ψευδο-Σφρ. (Grecu) 2661, Ερωφ. (Ξανθ.) Ιντ. α΄ 153.
    Το αρχ. ουσ. αποδοχή με συμφ. του αρχ. ουσ. υποδοχή.
    1) Υποδοχή (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I 2): εις τούτη ’φχαριστώ σας| την τιμημένη αποδοχή Ερωφ. Ιντ. α΄ 153· επροσηκώθηκαν είς αποδοχήν του Εγκ. αγ. Δημ. 10773. Βλ. και αναδοχή 1, απαντή β, απάντησις β. 2) α) Έγκριση, παραδοχή (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II): να ένι μετά αποδοχής και ορισμού τον αυθέντος του βασιλέως Σφρ., Χρον. μ. 2235. β) θέλημα, επιθυμία: συνεκατέβην, εποίκεν το ορέγετον ο νους μου| επλήρωσε το θέλημα και των αποδοχήν μου Λίβ. Sc. 2248· εγεννήθη μοι ο υιός μου Γεώργιος, ον, Χριστέ Βασιλεύ, φυλάττοις εις μακρούς χρόνους ευτυχούντα και ζώντα και πολιτευόμενον προς την σην αποδοχήν Notizb. 75 (βλ. και αγάπη 8α, ακρίβεια 3, απλαζίριν 1β)· γ) αυτό που περιμένει κανείς· ελπίδα (πβ. το μτγν. απεκδοχή, Δημητράκ.): Εκ των πολέμων των πολλών και της δοκιμασίας,| πάλιν έχω αποδοχήν και τούτον ίνα λάβω Διγ. A 355.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης