Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 18 εγγραφές  [0-18]

  Βιβλ.αναφορά : Επιστ. Αδελφ.

  • απολαύω,  
    Περί ξεν. A 463, Λόγ. παρηγ. L 682, Πένθ. θαν.2 412, 526, 529, Επιστ. Αδελφ. 52, Ιστ. Βλαχ. 1216, Διγ. Άνδρ. 41018, 41212, Διήγ. πανωφ. 61, Διγ. O 977, 1851 Τζάνε, Κρ. πόλ. 25629, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 724, 784.
    Το αρχ. απολαύω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Απολαμβάνω, χαίρομαι (κ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): απόλαυσεν την ζωήν της καλά ωσάν ήθελεν Διγ. Άνδρ. 41212, όλα σχεδόν τα χρήματα του κόσμου ν’ απολαύσουν Πένθ. θαν.2 529 (βλ. και αγαλλιάζω, αγαλλιώ, αγάλλομαι, αλεγριάζομαι, αναθάλλω A3, αναχαίρομαι, αποκερδαίνω α). 2) Ευχαριστούμαι (με κάπ.), χαίρομαι (κάπ.) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8· πβ. και ΙΛ στη λ. 3): να απολαύσω και υιόν τον αποθυμητόν μου,| Βασίλειον τον Διγενή Διγ. O 977 (βλ. και αναγαλλιώ 1, ανευχαριστούμαι).
       
  • βικάριος  
    ο, Διάτ. Κυπρ. 50228, 5092, Χρον. Μορ. H 7992, 8102, Δούκ. 22528, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 462, Επιστ. Αδελφ. 52· αβικάρης, Μαχ. 29612, 29824, 36821, Βουστρ. 427, 434, 477· αβικάριος, Ελλην. νόμ. 5304, 5483, Διάτ. Κυπρ. 5043, Επιστ. Αδελφ. 52.
    Το λατ. vicarious. Η λ. τον 4. αι. (L‑S Suppl.).
    1) Αναπληρωτής, τοποτηρητής (Η σημασ. τον 4. αι., L‑S Suppl. Βλ. και Du Cange): μπάιλος και βικάριος ντζενεράλ όλου του πριγκιπάτου Χρον. Μορ. H 7992· ο εμπαλής ... είχεν αβικάρην εις την Αμμόχουστον Μαχ. 29824. 2) Επίτροπος επισκόπου (Για τη σημασ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. 1 και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 68): εκ του μέρους του αυτού αρχιεπισκόπου Λευκουσίας και τους αβικαρίους αυτού Διάτ. Κυπρ. 5043.
       
  • γραμματικός  
    ο, Act. Lavr. 1656, 2734, Προδρ., Στ. δεητ. 5, 47, Προδρ. IV 82, 175, Μανασσ., Αρίστ. I β΄ 7 [= Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 251], Καλλίμ. 2298, Πωρικ. V 9, Ασσίζ. 1711, 14313, 22816, 2641, Βέλθ. 1022, 1024, Εβρ. ελεγ. 164, Ωροσκ. 399, Διήγ. παιδ. 403, Περί ξεν. A 402, Απολλών. 621, Ιμπ. (Lambr.) 300, Notizb. 150, Μαχ. 29623, 40631, 50821‑2, 61010, 67016, Σφρ., Χρον. μ. 9415, 21, 9830, 14028, Αλεξ. 2817, 2839, Ιστ. πολιτ. 2621, Έγγρ. του 1565 (Ευαγγελάτος, Θησαυρ. 7, 1970, 216), Επιστ. Αδελφ. 5216, Κατά ζουράρη 184149, Βίος Δημ. Μοσχ. 592, Ιστ. Βλαχ. 2211, Βακτ. αρχιερ. 170, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2518, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 1824.
    Η λ. στον Ιπποκράτη και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Γραμματοδιδάσκαλος (Η σημασ. στον Ιπποκράτη, L‑S στη λ. II1. Βλ. σχετικά Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 468 και Κουκ., ΒΒΠ Α1 105, 109, 136): Έχουν το οι γραμματικοί και πάντες οι σκουφάδες Διήγ. παιδ. 403. 2) Γραμματέας (Η σημασ. μτγν., Sophocl. στη λ. 3b): Περί του γραμματικού των διαθηκών και τις εντέχεται να το ποιεί Ασσίζ. 2641· Ακομή ορίσετε τον γραμματικόν να πέψει τον λογαριασμόν Μαχ. 50821‑2· Όρισε πάλι Αλέξανδρος γραμματικόν και κράζουν| και διαθήκην έκαμε Αλεξ. 2817.
       
  • γρήγορα,  
    επίρρ., Θρ. Κύπρ. M 232, 712· γλήγορα, Προδρ. III 216cc (χφ g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 898, Διγ. Z 1391, Διγ. (Trapp) Esc. 24, Πόλ. Τρωάδ. 412, Φλώρ. 882, Αχιλλ. L 68, Γράμμα κρ. διαλ. 67, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 864, Μαχ. 18435, Θησ. Β΄ [632], Ch. pop. 465, Χούμνου, Π.Δ. IX 23, Γαδ. διήγ. 42, Αλεξ. 521, Σαχλ., Αφήγ. 670, Ιμπ. (Legr.) 406, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 653, Δεφ., Λόγ. 197, Αιτωλ., Μύθ. 348, 4210, Αιτωλ., Βοηβ. 106, Θρ. Κύπρ. K 274, Άλ. Κύπρ. 930, Κυπρ. ερωτ. 1071, 5, Πανώρ. Γ΄ 632, Ερωφ. Β΄ 282, Βοσκοπ. 293, Βίος Δημ. Μοσχ. 560, Παλαμήδ., Βοηβ. 1071, Σταυριν. 142, Ιστ. Βλαχ. 774, Διγ. Άνδρ. 31616, Ερωτόκρ. Α΄ 258, Β΄ 1871, Θυσ.2 730, 973, Ευγέν. 758, 848, Στάθ. Γ΄ 369, Ροδολ. (Μανούσ.) Ε΄ [215], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [20], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 126, Ζήν. Α΄ 45, Διγ. O 192, 195, Διακρούσ. 921, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1478, κ.π.α.· γλήγορι, Αιτωλ., Μύθ. 594, Αιτωλ., Βοηβ. 313, Χρον. σουλτ. 12421· γλήγορις, Διγ. O 1677, 2128· εγλήγορα, Ασσίζ. 3031, Διγ. (Trapp) Esc. 451, Πόλ. Τρωάδ. 817, Χρον. Μορ. P 4026, Αχιλλ. L 179, Αχιλλ. N 1363, Θησ. Β΄ [85], Αρμούρ. 55, Διήγ. Αλ. V 22, 25, Αλεξ. 798, Σαχλ. N 125, Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 339, Σαχλ., Αφήγ. 478, Συναξ. γυν. 258, Τριβ., Ρε 355, Αιτωλ., Βοηβ. 75, Ξόμπλιν φ. 124v, κ.π.α.· εγρήγορα, Πόλ. Τρωάδ. 333, Χρον. Μορ. H 4026, 7007, 7046, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 682, Διήγ. Αλ. V 28, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 261, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 144· ογλήγορα, Ευγέν. Πρόλ. 43, Φλώρ. 1303, Αχιλλ. L 772, Γαδ. διήγ. 77, Αλεξ. 726, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15919, Αιτωλ., Μύθ. 12526, Χρον. σουλτ. 371, Ιστ. πατρ. 1003, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 416, Πανώρ. Α΄ 300, Ερωφ. Ιντ. β΄ 70, Κατζ. Β΄ 20, Παλαμήδ., Βοηβ. 1266, Ιστ. Βλαχ. 490, Σουμμ., Ρεμπελ. 161, Ερωτόκρ. Α΄ 868, 1328, Β΄ 1758, Γ΄ 1552, Δ΄ 130, Ε΄ 1286, Θυσ.2 1037, Βελλερ., Επιστ. 62, Στάθ. Α΄ 236, Β΄ 334, Ιντ. β΄ 38, Εγκ. αγ. Δημ. 111231, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [160], Διήγ. ωραιότ. 377, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1429], Μπερτολδίνος 92, 153, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 553, Ζήν. Β΄ 284, Διγ. O 1643, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18812, Αλφ. (Mor.) IV 12, κ.π.α.· ογρήγορα, Μαρκάδ. 410· συγκρ. γληγορύτερα, Θρ. Κύπρ. K 787, Χρον. σουλτ. 6326, Ερωφ. Γ΄ 338, Χίκα, Μονωδ. 112, Ερωτόκρ. Ε΄ 487, Ροδολ. Β΄ [287]· γληγορύτερο(ν), Θρ. Κύπρ. K 786, Χρον. σουλτ. 4812, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 400, 421, Ερωφ. Α΄ 378, Β΄ 26, Ερωτόκρ. Γ΄ 923, Δ΄ 2, Ε΄ 1209, Βελλερ., Επιστ. 77, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 306, Γ΄ 752, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14725· ογληγορύτερα, Χρον. σουλτ. 832· ογληγορύτερον, Επιστ. Αδελφ. 52.
    Από το επίθ. γρήγορος. Η λ. και ο τ. γλήγορα και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Γρήγορα, βιαστικά, σε λίγο χρόνο (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1, 2): Γλήγορα, σκυλογάδαρε, πιάσε κουπί να λάμνεις Γαδ. διήγ. 159· με νερό τα κάρβουνα γλήγορα να τα σβήσω Ερωτόκρ. Α΄ 258· Δεν το ’λπιζα έτσι ογλήγορα να μου ξαλησμονήσεις! Πανώρ. Α΄ 300. 2) Το συγκρ. με το άρθρο το = όσο γίνεται πιο γρήγορα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γρήγορος 2): να ’λθει το γληγορότερον εδώ διά την ώρα Ιστ. Βλαχ. 774.
       
  • διατί, 
    σύνδ., Ασσίζ. 5130, 998, 15630, 18627, 36726, Διγ. A 2625, Διγ. (Trapp) Esc. 1784, Χρον. Μορ. H 3006, Χρον. Μορ. P 2992, Απολλών. 716, Λίβ. Sc. 593, 901, Λίβ. N 1195, 2406, Χρον. Τόκκων 3513, Βεν. 12, Μαχ. 28632, 43812, 55018, 61624, Θησ. (Foll.) I 87, Νεκρ. βασιλ. 3, Αγν., Ποιήμ. Δ́ 49, Σαχλ., Αφήγ. 29, 239, Κορων., Μπούας 31, 57, 76, 124, Πένθ. θαν.2 561, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33, 44, 68,126, 285, Αιτωλ., Βοηβ. 316, Επιστ. Αδελφ. 52, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, Σταυριν. 175, 464, Επιστ. Ηγουμ. 175, Σεβήρ., Διαθ. 190 δις, 192, Σουμμ., Ρεμπελ. 174, Βελλερ., Επιστ. 54, 62, 77, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 328, Διήγ. πανωφ. 55, 57, Λίμπον. Αφ. 54, 70· 143, 258, 345, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23227· για, Ch. pop. 301, Κατζ. Γ́ 427, Ερωτόκρ. Ά́ 430· γιατί, Μαχ. 665, 37019, Κυπρ. ερωτ. 9817, 10137, Κορων., Μπούας 83, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33, Πεντ. Γέν.XII 18, Έξ. XXXII11, Αρ. IX 7, Αχέλ. 602, Ερωφ. Αφ. 61, Τσιρίγ., Επιστ. 168 δις, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 21, 51, 62, 96, Διγ. O 777, 1582, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23227, Αλφ. (Mor.) III 47v (έκδ. γιτί· διορθώσ. γιατί), III12 (έκδ. γιτ’· διορθώσ. γιατ’)· διατίς, Χρον. σουλτ. 3924, Πηγά, Χρυσοπ. 51· ογιατί, Κορων., Μπούας 9329, Πανώρ. Ά́ 89, Γ́ 295, Δ́ 278, Ερωφ. Γ́ 97, Κατζ. Δ́ 281, Τσιρίγ., Επιστ. 168 δις, 170, Μανολ., Επιστ. 173, Στάθ. Β́ 172, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 718, Έ́ 131· οδιατί, Συναξ. γυν. 9, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 396, 399· οδιατίν Ακ. Σπαν. (Eideneier) Ά́ 345· τι, Διδ. Σολ. Ρ 9, Πένθ. θαν.2 28, 465, 519, 630, Σταυριν. 397, Έγγρ. Σύρου Ά́ 31.
    Από τη συνεκφ. της πρόθ. διά και της αντων. τι. Η χρ. αρχ. (Βλ. L‑S, λ. τις B8h). Για τον αιτ. όμως τ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. 2, 87 και Ανδρ., Λεξ., λ. γιατί II. Για τον τ. για βλ. Δημητράκ., λ. για 11. Ο τ. γιατί και σήμ. (Δημητράκ., λ. γιατί).
    Α´ Ερωτημ. α) (σε ευθεία ερώτηση) γιατί, για ποιο λόγο (Η χρ. αρχ. Βλ. L‑S, λ. τις B8h. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 1): Πώς εφαντάσθης, και διατί ήτον τό εφαντάσθης; Λίβ. N 1195· β) ο τ. γιά με το αρν. δεν = γιατί δεν: για δε λαβαίνεις θάνατο, τι στέκεις κι ανιμένεις; Ερωτόκρ. Ά́ 430· γ) (σε πλάγια ερώτηση) γιατί, για ποιο λόγο (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 1): να στρέψεις τοιούτον πράγμαν ως γιον σου εδάνεισεν και να σου δείξω διατί Ασσίζ. 5130· διατ’ είμεστα να γνώθωμε και το γιατί να ’ρθούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 33. Β´ (Αιτ.) επειδή (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. για 3): ετρέχασι τ’ αμμάτια μου, διατί ’μουν κουρασμένος Νεκρ. βασιλ. 3· γιατί το μάκρος του καιρού τα πάντα παλαιώνει Πένθ. θαν.2 561· πε μου είντα θέλεις, ογιατί γροικώ τη την καρδιά σου Στάθ. Β́ 172· ο άδης κάτω κράζει με, πηγαίνω, τι φοβούμαι Αιτωλ., Βοηβ. 316. (Με το σύνδ. ως): ως γιατί γροικά η κερά μου,| τό ’χω χρειάν εις την πρικιά μου Αγν., Ποιήμ. Δ́ 49· ως διατί ουδέν έχεις τινάν εις ετούτον τον κόσμον Διγ. (Trapp) Esc. 1784.
       
  • δραστήριος, 
    επίθ., Μανασσ., Χρον. 1279, 3489, Επιστ. Αδελφ. 52.
    Το αρχ. επίθ. δραστήριος. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Που είναι ικανός για δράση, ενεργητικός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): άνδρα δραστηριώτατον Μανασσ., Χρον. 3489. 2) Αποτελεσματικός, δραστικός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): με τούτον τον τρόπον θέλει φανεί πλέον δραστήριον και το εδικόν σου καλόν και το εδικόν μας φιλόκαλον Επιστ. Αδελφ. 52.
       
  • εκλογή 
    η, Διάτ. Κυπρ. 5025, 50329, 30, 5041, 4, 50716, Χρον. Μορ. H 960, 972, 1003, 1004, 3233, Πανάρ. 622, Γεωργηλ., Βελ. 379, Κορων., Μπούας 96, Επιστ. Αδελφ. 52, Πανώρ. Πρόλ. Τίτλ.· εγλογή, Πανώρ. Έ́ 421, μετά στ. 422.
    Το αρχ. ουσ. εκλογή. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.). Ο τ. εγλογή από το ιταλ. egloga.
    1) (Προκ. για κατάληψη αξιώματος από πρόσ.) εκλογή (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): εγένετο η εκλογή κι εστέφτη βασιλέας … Χρον. Μορ. H 1004. 2) α) Ξεχώρισμα, διάλεγμα (Η σημασ. στον Αριστ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Πρωίας Λεξ.): ας μίξομεν και των αλλών, να ποιήσομεν ομάδα| των δώδεκα την εκλογήν, να πληρωθεί το πράγμα,| και ας ποιήσομεν διά βασιλέαν τον κόντον Βαλδουβίνον Χρον. Μορ. H 960· Τότε ο Βελισάριος …| απ’ όλους τους ανθρώπους του την εκλογήν εποίκεν Γεωργηλ., Βελ. 379· β) φρ. παίρνω εις εκλογήν = διαλέγω, προτιμώ: όσον εκατεσκόπισεν, εις εκλογήν απήρεν| εκείνο το χειρότερον, τό ουκ ήτον τιμής του Χρον. Μορ. H 3233. 3) (Ως προσφών.) το εκλεκτότερο μέρος κάπ. πράγματος (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II3): Ελλήνων εκλογή, περίφραγμα Αλβάνων (παραλ. 1 στ.) και περιττέ εις την ανδρείαν παρά τον Αχιλλέα Κορων., Μπούας 96. 4) Ποιμενικό δράμα: Πρόλογος της εκλογής, τον οποίο κάμνει η θεά τση χαράς Πανώρ. Πρόλ. Τίτλ.
       
  • επίσκοπος  
    ο, Ασσίζ. 987, Πόλ. Τρωάδ. 711, Χρον. Μορ. H 2016, Ιστ. Ηπείρ. XXXIV 7, Απολλών. 340, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2775, Μαχ. 5219, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 531, Θρ. Κύπρ. M 338, Αρσ., Κόπ. διατρ. [356, 786], Επιστ. Αδελφ. 52, Δωρ. Μον. XXII, Βελλερ., Επιστ. 532, Χριστ. διδασκ. 398· ’πίσκοπος, Βέλθ. 1330, Μαχ. 264, 6426, 19011, Βουστρ. 449, Απόκοπ. 471, Διγ. O 538, Τζάνε, Κρ. πόλ. 21911, 22217, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1045.
    Το αρχ. ουσ. επίσκοπος. Η λ. και σήμ. Ο τ. ᾽πίσκοπος και στον Κατσαΐτ.
    Επίσκοπος, δεσπότης (Η σημασ. και σήμ.): εξέβησαν επίσκοποι, έξαρχοι και παπάδες Πουλολ. 260· καθίσματα βασιλικά, θρονία δεσποτάτα·| κρατούν τα οι επίσκοποι και οι μητροπολίται Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 918· πάγω σαν ηγούμενος, σαν ᾽πίσκοπος γυρίζω Γαδ. διήγ. 202.
       
  • επιστασία  
    η, Act. Esph. 3041, Act. Xér. 1716.
    To μτγν. ουσ. επιστασία.
    1) Επίβλεψη: έχομεν ελπίδα να ζήσομεν ευδαιμόνως και θεαρέστως υπό την σην επιστασίαν Επιστ. Αδελφ. 527. 2) Έλεγχος: εις τον αγρόν αυτόν, ον έχουσι διά παλαιγενών και διαφόρων δικαιωμάτων, υπέρ ου και εγένοντο διάφοροι επιστασίαι και κρίσεις Act. Esph. 116.
       
  • κόνσουλος  
    ο, Πανάρ. 7530, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19, Δωρ. Μον. XXXIV· κόνσολο, Κυπρ. χφ. 158· κόνσολος, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19, Θρ. Κύπρ. K 6, Χρον. σουλτ. 8435, Επιστ. Αδελφ. 52· κούνσουλος, Ασσίζ. 35527, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19 (δις)· κούσουλος, Ασσίζ. 10428, 1057, 9, 15, 27, 3558,18, 3569, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1287, Μαχ. 3561.
    Το λατ. consul. Η λ. στη Σούδα (Sophocl.). Οι τ. κόνσολος, κούνσουλος και κούσουλος στο Somav. (λ. κούνσουλος). Τ. κόνσολας στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄).
    Αντιπρόσωπος της Βενετίας στη φραγκοκρατούμενη Ελλάδα, πρόξενος: έχουν οι Βενέτικοι κονσούλους εις την Πόλην, εις την Θεσσαλονίκην και εις άλλα κάστρη μεγάλα της βασιλείας Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19, ο Κόνσολος ως φρόνιμος φρόνιμα ’πιλογήθη (παραλ. 3 στ.). Εγώ δούλος ευρίσκομαι χώρας της Βενετίας,| πράγματα ξένα δεν δίδω της άλλης αυθεντίας Θρ. Κύπρ. K 9.
       
  • μακάριος, 
    επίθ., Κομν., Διδασκ. I 2, Ασσίζ. 3007, Σπανός (Eideneier) Α 370, 373, Χρον. Μορ. H 4783, Ηπειρ. 2358, Φυσιολ. 3672, Μαχ. 438, 44615, 47818, Σκλέντζα, Ποιήμ. 764, Γεωργηλ., Θαν. 601, Αχέλ. 679, Παϊσ., Ιστ. Σινά 46, 344, 428, 643, 792, Ιστ. Βλαχ. 2453 [= Γέν. Ρωμ. 77], Αποκ. Θεοτ. II 117.
    Το αρχ. επίθ. μακάριος. Η λ. και σήμ.
    1) α) Ευτυχισμένος, καλότυχος: Σκλέντζα, Ποιήμ. 549, Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 165177· β) αξιομακάριστος: τους τάφους των μακαρίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου προσεκύνησα Σφρ., Χρον. μ. 13030-1. 2) (Επί νεκρών) μακαρίτης: Χρον. Μορ. H 8477. έκφρ.: μακάριος ύπνος = θάνατος: πατριαρχεύσας ολίγον (ενν. ο κύριος Ισίδωρος) εκοιμήθη τον μακάριον ύπνον Ιστ. πολιτ. 3121. φρ.: δίδω μακάριον, βλ. δίδω φρ. Το ουδ. ως ουσ. = ευτυχία, καλή τύχη: ου μακάριον ηγήσω λανθανόντως| χωρίς εμής θελήσεως άρχειν Μακεδονίας Βίος Αλ. 1953· και εις εμάς (ενν. προσγέγονε) το μακάριον, επειδή έχομεν ελπίδα να ζήσομεν ευδαιμόνως …  υπό την σην επιστασίαν Επιστ. Αδελφ. 52. Η λ. στον υπερθ. βαθμό ως τίτλ. του αυτοκράτορα ή ανώτατου κληρικού: Αλέξιον Κομνηνού του μακαριωτάτου Σπαν. A 2· του μακαριωτάτου πάπα Δούκ. 1457.
       
  • μακαριστός, 
    επίθ., Επιστ. Αδελφ. 526.
    Το αρχ. επίθ. μακαριστός.
    Αξιομακάριστος: Σοφιαν., Γραμμ. 252. Το ουδ. ως ουσ. = μακαρισμός, καλοτύχισμα: Προσγίνεται εις το καλόν ομού με το επαινετόν και το μακαριστόν, όταν και τα από τύχης συνευδοκούσιν Επιστ. Αδελφ. 523.
       
  • ξέρω, 
    Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 94, Βουστρ. 452, Κορων., Μπούας 3, 55, Πεντ. Γέν. XII 11, Έξ. III 7, VIII 6, XIV 4, XXXIII13, Αρ. XXIV 16, XXXI 17, 35, XXXII 23, Δευτ. IV 35, IX 24, XIII 4, XXIX 15, XXXI 13, Χρον. σουλτ. 6932, Πηγά, Χρυσοπ. 88 (11), Σοφ. πρεσβ. B 47, Σταυριν. 1089, Ιστ. Βλαχ. 135, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 2003 κριτ. υπ., Β́ 1006 κριτ. υπ., κ.π.α.· εξέρω, Πεντ. Γέν. IV 17, 25, XX 7, Κυπρ. ερωτ. 12518· εξεύρω, Σπαν. A 36, Σπαν. V 161, Διδ. Σολ. Ρ 37, Προδρ. IV 167, Ασσίζ. 2747, Πόλ. Τρωάδ. 291, 292, 293, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 877 (Δωδώνη 8, 1979, 360), Ερμον. Μ 228, Χρον. Μορ. H 283, 4460, 5567, 6910, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 485 κριτ. υπ., 488 κριτ. υπ., Gesprächb. 26367, 591163, Ερωτοπ. 172, 177, Απολλών. 214, Λίβ. P 1750, Λίβ. Sc. 566, 1973, Χρον. Τόκκων 676, Βησσ., Επιστ. 3711, Μαχ. 39017, 64616, Θησ. (Foll.) I 120, Βουστρ. 450, Έκθ. χρον. 5311, Κυπρ. ερωτ. 597, 9123, κ.π.α.· εξηύρω, Gesprächb. 591168· ηξέρω, Ασσίζ. 33926, Αλφ. ξεν. 101, Πεντ. Γέν. IV 9, Έξ. IV 14, X 26, Αρ. XXII 6, Δευτ. III 19, XX 20, XXVIII 36, XXXI 21, Χρον. σουλτ. 6336, Επιστ. Αδελφ. 52, Ιστ. Βλαχ. 671, 1523· ηξεύρω, Σπαν. A 664, Σπαν. V 113, Προδρ. III 65 χφ g κριτ. υπ., Καλλίμ. 1196, Ασσίζ. 8023, 23818, Διγ. A 1584, Διγ. Z 1015, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1787, Χρον. Μορ. P 5327, 6955, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 485, 486, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 529, 722, Απολλών. 440, Λίβ. P 2161, Λίβ. Esc. 2235, Λίβ. (Lamb.) N 571, Λίβ. N 2799, Ιμπ. 670, Χρον. Τόκκων 2166, 2851, Φυσιολ. 3729, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 335, 347, Μαχ. 11413, 59211, Βουστρ. 443, Απόκοπ.2 160, 161, Πικατ. 380, Πένθ. θαν.2 510, Πεντ. Γέν. XXXVIII 26, Πτωχολ. α 245, Αχέλ. 1796, Πτωχολ. (Κεχ.) P 100, 102, Κυπρ. ερωτ. 535, 10218, Διγ. Άνδρ. 32731, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [501], Δ́΄ [492], Μπερτολδίνος 142, κ.π.α.· ξεύρω, Σπαν. A 172, Προδρ. IV 167 χφ g κριτ. υπ., Ασσίζ. 30016, Χρον. Μορ. P 4912, 5528, Ερωτοπ. 168, 321, 492, Αχιλλ. L 1305, Ιμπ. 764, 828, Μαχ. 1784, 48019, Γαδ. διήγ. 504, Κορων., Μπούας 87, Κυπρ. ερωτ. 186, 9’ 12, 397, 9368, Πανώρ. Ά́ 195, Β́ 287, Δ́ 331, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 529, Β́ 35, Δ́ 675, Ερωφ. Ιντ. Δ́ 63, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 265, Β́ 115, 416, Έ́ 1287, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 11, Ιντ. β́ 3, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 68, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 378, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 307, Γ́ 411, Έ́ 157, Ιντ. γ́ 106, Ζήν. Β́ 190, Έ́ 328, Διγ. O 898, 1647, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2644, 48117, κ.π.α.· μτχ. ενεστ. ξευράμενος.
    Από το (η)ξεύρω ή (ε)ξεύρω (αόρ. εξεύρον ή υποτ. να εξεύρω του αρχ. εξευρίσκω. Για την ετυμ. βλ. Κοραή, Άτ. Δ́ 164 και Ε΄ 524, Χατζιδ., ΛΑ 6, 1923, 6-12 και Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 392-96, Ανδρ., Λεξ. και Ν. Εστ. 56, 1954, 1334-35 (= Αντιχάρ. Ανδρ. 28-30). Για την αποβολή του υ(=β) βλ. Κακρ., Ελλην. 13, 1954, 173-4. Ο τ. εξέρω σε επιστ. του 1650 (Μαρκόπολις, Εστία, Ιούλ. - Δεκ. 1891, 374) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. ηξέρω σε διαθ. του 1634 (Αλιπράντης, Αθ. 75, 1974/5, 111), στο Somav. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 538). Ο τ. ηξεύρω σε επιστ. του 1501 και 1503 (Μανούσ., Θησαυρ. 13, 1976, 26, 33 και Γιαννόπουλος, Θησαυρ. 11, 1974, 133), στο Βλάχ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 554). Ο τ. ξεύρω σε επιστ. του 1498 και 1502 (Μανούσ., Θησαυρ. 13, 1976, 21, 29), στο Βλάχ. και σήμ. στην Κύπρο, όπου και η μτχ. ξευράμενος (Σακ., Κυπρ. Β́ 683· πβ. και μτχ. ηξευράμενος στο Somav.). Η λ. στο Somav., σε επιστ. του 1729 (Έγγρ. Σύρου 48) και σήμ.
    Ά́ Μτβ. 1) α) Γνωρίζω, μου είναι κάτι γνωστό (από προσωπική αντίληψη ή εμπειρία ή από πληροφορίες), ξέρω: Τη φρόνεση την τόση της αφεντιάς σου ξεύρω τη και την περίσσα γνώση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 458· Κυνήγια και ξεσκλίσματα ας έχουσιν οι άλλες,| απού δεν ξεύρου τη ζωή του πόθου τη δροσάτη Πανώρ. Γ́ 201· διά σέναν ήκουσεν και εγνώρισεν ο πατήρ μου| και ηξεύρει και πολέμους σου και ανδραγαθήματά σου Λίβ. P 899· ω μεγαλομάρτυς και μυροβλήτα Δημήτριε, ηξεύρομεν καλά τα μεγάλα σου κατορθώματα Εγκ. αγ. Δημ. 112265· Ειπεν ιδού, εδά εγέρασα, δεν ηξέρω την ημέρα του θανάτου μου Πεντ. Γέν. XXVII 2· Το σπίτιν σου δεν ήξευρα να ’ρθω κατά την ώραν Ερωτοπ. 617· β) με αντικ. πλάγια ερωτ. πρόταση: Οι πάντες γαρ ηξεύρουσιν ...| το κρέας το ημέτερον τι νοστιμάδαν έχει Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 363· αν ήξερες την σήμερον πώς βρίσκομ’ ο καημένος,| χαρά ʼχες πει την πρίκα σου σιμά στην εδική μου Πανώρ. Ά́ 68· δεν εξεύρομεν πότε μας θέλει επανέβει ο θάνατος ωσάν άγριος λέων Διήγ. πανωφ. 61· γ) με προηγ. αρνητ. μόρ. για να εκφραστεί η απορία, αμηχανία ή απόγνωση του υποκειμένου: απού τα δυο δεν ξεύρω ποιον να ποίσω Κυπρ. ερωτ. 9114· ο πασάς δεν ήξερεν απέξω τι να ποίσει,| γιατί δεν είχεν δύναμιν την Μάλτα να νικήσει Αχέλ. 2348· Δεν ξεύροντας εις τούτο πώς να διάξου,| τα ρούχα ντως ’ς ποιον τόπο να φυλάξου,| κλαίσι την συμφορά τως και τους πόνους Λεηλ. Παροικ. 247· πως κιντυνεύγει μοναχή τσ’ εφάνη στ’ όνειρό τση| και σκοτεινιάζει ο ουρανός, δεν ξεύρει πού να δώσει| και κλαίγοντας παρακαλεί, κοιμώντας, να γλυτώσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 63· μη ηξεύροντας (ενν. ο βασιλεύς) τι ποιήσαι, έκραξε τον Νέστορα και λέγει του Εγκ. αγ. Δημ. 108136· (παρενθετικά με ελλιπή πλάγια ερώτηση): Φτωχοί στο λάκκο κάτοικού, βουβοί με δίχως στόμα,| ψυχές γδυμνές, δεν ξεύρω πού, στη γη λιγάκι χώμα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 68· στέκομαι, δεν ξεύρω πώς, σ’ αγάπη κι εισέ μάχη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 27· σήμερον ο βασιλιάς, δεν ξεύρω σ’ είντα τρόπο,| το γροίκησε Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 41· δ) με αντικ. ειδική πρόταση: Ξεύρω καλά πως πεθυμού χίλιοι βοσκοί στην Ίδα| γυναίκα να σε πάρουσι Πανώρ. Γ́ 23· καλά να ηξεύρεις ότι αφού διαβεί το τέρμενον των επτά ημερών κανείς άνθρω­πος ουδέν ημπορεί να του το σηκώσει εκείνον απού το εγόρασεν Ασσίζ. 3911· Ξεύρω πως είσαι βασιλιού παιδί Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 141· Δεν ξεύρεις και άντε τρω τινάς δεν πρέπει να δηγάται; Φαλιέρ., Ιστ.2 497· (εδώ και με σύστ. αντικ. για έμφαση): ρωτημό ερώτησεν ο ανήρ γιατ’ εμάς ... Αν ηξερεμό να ξέρομε ότι να πει: «Κατεβάσετε τον αδερφό μας;» Πεντ. Γέν. XLIII 7· ε) (με υποκ. το Θεό, τους ουρανούς): αλήθεια, το ομολογώ, ως ο Θεός το ξεύρει Περί ξεν. V 213· αν με γελάσετε εμένα, παλληκάρια,| θεόν δεν τον λανθάνετε, που ξεύρ’ όλα καθάρια Αιτωλ., Μύθ. 258· οι γιορανοί το ξεύρουσι πόσα καλά για σένα| τση κορασάς απ’ αγαπάς έχ’ ως εδά ʼπωμένα Πανώρ. Β́ 547 φρ. ο Θεός ηξέρει (για κ. άγνωστο ή αβέβαιο): ας φύγομεν γοργά, ότ’ ο Θεός ηξέρει αν είναι και γλυτώσομεν απ’ αυτουνού το χέρι Σταυριν. 995. 2) α) Γνωρίζω κάπ. προσωπικώς: Ξεύρω τη (ενν. την Πανώρια), καθώς την ξεύρουν ούλοι Πανώρ. Ά́ 96· Απ’ όλες τες ευγενικές| ηξεύρω μιαν παγόνα| οπού έχει χείλη κόκκινα Ch. pop. 263· Εκείνη ουκ εγνωρίζει με, τις είμαι ουδέν με ηξεύρει Λίβ. P 1241· Πού ’ναι οι ανθρώποι ος ήρταν προς εσέν τη νύχτα; έβγαλε τους προς εμάς και να ξέρομε αυτουνούς Πεντ. Γέν. XIX 5· (εδώ σε ιδιάζ. χρ. προκ. για τη συνάντηση του Μωυσή με το Θεό): δεν εσηκώθην προφήτης πλια εις τον Ισραέλ σαν τον Μοσέ, ος τον ήξερεν ο Κύριος πρόσωπα προς πρόσωπα Πεντ. Δευτ. XXXIΥ 10· β) γνωρίζω κάπ. από πληροφορίες, έχω ακούσει για κάπ.: εσηκώθην βασιλέας καινούργιος ιπί την Αίγυφτο, ος δεν ήξερεν τον Ιοσέφ Πεντ. Έξ. I 8· είπεν ο Φαρώ: τις ο Κύριος ος να ακούσω εις τη φωνή του, ν’ απεστείλω τον Ισραέλ; δεν ηξέρω τον Κύριο και απατά τον Ισραέλ δεν απεστέλνω Πεντ. Έξ. V 2· γ) γνωρίζω το χαρακτήρα κάπ.: απαθείς άνθρωποι ευρίσκεσθε· εγώ ηξεύρω σας Χειλά, Χρον. 357· Εγώ γαρ, ταταρόκοπε, βουλγαρομουσουδάτε (παραλ. 1 στ.), οίδα σε και ηξεύρω σε το τις και πόθεν είσαι Πουλολ. (Τσαβαρή)2 626· δ) γνωρίζω ως ερωτικό σύντροφο, έχω ερωτικές σχέσεις με κάπ.: Ιδού εδά εμέν δύο θεγατέρες ος δεν ήξεραν ανήρ Πεντ. Γέν. XIX 8· η παιδοπούλα ομορφόθωρη πολλά, κορασίδα και ανήρ δεν την ήξερεν Πεντ. Γέν. XXIV 16· ο άθρωπος ήξερεν τη Χάβα τη γεναίκα του και εγγαστρώθην και εγέννησεν τον Κάιν Πεντ. Γέν. IV 1. 3) (Για τόπο, περιοχή): Οκάποιον ηύρεν άνθρωπον εντοπικόν εκείσε,| όπου καλά γαρ ήξευρεν τα μέρη της Πρινίτσας Χρον. Μορ. P 4831· όσοι δεν ηξεύρασι Μάλτας τοιούτον τόπον| ελέγαν πως τον παίρνουσιν γοργό με λίγον κόπον Αχέλ. 127· Σαν πού να καταφύγομεν μήπως και ουδέν μας εύρεις (ενν. Θάνατε), αλλά και γην και θάλασσαν εσύ όλην την ηξεύρεις Πένθ. θαν.2 184. 4) (Για γλώσσα): διότι έξευρεν φράγκικα, και το να ξηφωτίσει και να δουν τους Βουργάρους πως έμελλε να τους σκοτώσουν, εβάλαν του φωνήν φράγκικα Μαχ. 44033· την νύκταν αποχαιρέτησεν τον Αποστόλε και επήρε τον Ασαρχούς, διότι έξευρε την γλώσσαν και ετραχτίασεν όλην την νύκτα με τους αμιράδες Βουστρ. 443· όλας τας γλώσσας ηξεύρει (έκδ. ηξεύρει· διορθώσ. κατά Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 512, Β́ 158) (ενν. η γοργόνη), τας φωνάς των θηρίων Φυσιολ. (Legr.) 885. 5) Κατέχω (τέχνη ή συγκεκριμένη γνώση), έχω εκπαιδευτεί, εξασκηθεί σε κ.: Ξεύρω τέχνην, άρχοντα μου,| ότι είμαι λιθογνώστης| και γνωρίζω τι αξίζουν| τα πολύτιμα λιθάρια Πτωχολ. A 54· ήτον ο Εσαύ ανήρ ξέρει κυνήγι Πεντ. Γέν. XXV 27· ναύτης κανείς ουκ ήτον| να ξεύρει άστρον, να κρατεί αυτήν την τραμουντάνα Πουλολ. (Τσαβαρή)2 544· διά να ήτον βάρβαρος, γράμματα να μην ξέρει,| μίαν γραφήν εβούλλωσε με το δεξί του χέρι Ιστ. Βλαχ. 2213· τω χορτώ τσι χάρες όλες ξεύρει| και τη γιατρειά πάσ’ αρρώστιας δύνεται να την εύρει Πανώρ. Ά́ 271· ο Μπερτολδίνος ... έκανε ... πολλές ζουρλαμάδες, αμή διά να μην είναι εκεί κανείς οπού να ηξεύρει να γράφει, δεν γίνεται μηδεμία ενθύμησις Μπερτολδίνος 169. 6) Μαθαίνω, πληροφορούμαι: δεν είχανε ηξέρει ακόμη το κακό και τον τσακισμό οπού εσυνέβη του Μουσταφά Χρον. σουλτ. 5926· ο πατήρ μου του Αργυροκάστρου εγένετο, ήξευρέ το Λίβ. P 2167. (με ειδική πρόταση): ηξεύρετε ότι εις τούτο το ξύλον θέλει σταυρωθεί ο Υιός του Θεού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 204r· ο αετός οπού έβλεπες να ηξεύρεις ότι ο γαμπρός μας είναι Διγ. Άνδρ. 3307· Ξεύρε πως είμαι δάσκαλος di gran virtu e dotrina Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 259· (εδώ και με σύστ. αντικ.): είπεν (ενν. ο Θεός) του Αβράμ: «Ηξερωμό να ξέρεις ότι ξένος να είναι η σπορά σου εις ηγή όχι εκείνων και να τους καταδουλώσουν και να κακουχήσουν αυτουνούς τετρακόσια χρόνια» Πεντ. Γέν. XV 13. 7) α) (Με κατηγ. του αντικ.) θεωρώ κάπ. ή κ. (ως ...): έπεσεν εις μεγάλην αδημονίαν και λύπην, φοβούμενος τον Μαξέντιον, ότι ήξευρεν αυτόν μέγαν μάγον Χρον. 308· εκείνη (ενν. η αφεντιά σου) ... ξεύρει εμέ περισσά μπιστεμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 459· όντα γροικώ τα λόγια σου τα γλυκοσυθεμένα,| κιανένα καλορίζικο δεν ξεύρω σαν εμένα Ερωφ. Ιντ. Ά́ 102· (εδώ με προηγ. του κατηγ. την πρόθ. διά): Τούτο ηξεύρω, Ιασού, δι’ αλήθειαν πληρεστάτην Πόλ. Τρωάδ. 191· β) (με ειδική πρόταση στη θέση του κατηγ.): τον Ιερεμίαν ξεύροντας το πως είναι εχθρός του να τον εξαλείψει έβαλεν μέσα ο λογισμός του Παλαμήδ., Βοηβ. 767· Αν ήξευρα κι ο θάνατος εις έφελός σου να ʼτο,| να σκοτωθείς, κακότυχε, κι εγώ αποφάσιζά το Πανώρ. Β́ 571. 8) Είμαι βέβαιος, σίγουρος για κ.: ηξεύρω καλά ότι εάν έλθεις να βάλεις το χέρι σου απάνω της ανασταίνεται Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 258v· ξεύροντας το πως ποτέ από σένα| άλλος τινάς τά θέλω πει δε θέλει έχει ακουσμένα,| ελόγιασα τη σήμερο να σου τα μολοήσω Φορτουν. (Vinc.) Β́ 157· Κύριε Θεέ, με τι να ξέρω ότι να την κλερονομήσω; Πεντ. Γέν. XV 8. 9) α) Καταλαβαίνω, εννοώ, αντιλαμβάνομαι: ήρτεν προς αυτόν η περιστερά εις ώρα βραδιού και ιδού φύλλο ελαιάς αρπαγμένο εις το στόμα της και ήξερεν ο Νοάχ ότι αλάφρυναν τα νερά αποπάνου την ηγή Πεντ. Γέν. VIII 11· εξέβην ο ευνούχος,| βλέπει, γνωρίζει την γραφήν, εξεύρει πόθεν έναι Λίβ. Sc. 304· Εκείνος είπε: «Ξεύρω το τώρα τις με υβρίζει,| ο τόπος, αμμή όχι συ, οπού με εμποδίζει» Αιτωλ., Μύθ. 1385· Είντα μιλούσι τα πουλιά ξεύρει, σαν ειχ’ ακούσει,| όντε γυρίζου απεταχτά και γλυκοκιλαδούσι Πανώρ. Ά́ 267· β) συνειδητοποιώ: τη φορά ετούτη εγώ απεστείλνω όλα τα θανατικά μου προς την καρδιά σου, ... όμως να ξέρεις ότι δεν είναι σαν εμέν εις όλη την ηγή Πεντ. Έξ. IX 14· τώρα ήξερα ότι μεγάλος ο Κύριος από όλους τους θεούς Πεντ. Έξ. XVIII 11· γ) έχω επίγνωση, συνείδηση ενός πράγματος: ούτε γαρ αυτός ηξεύρει| τι πουλεί και τι γυρεύει,| μήτε σεις δεν ημπορείτε| να γνωρίσετε το κέρδος| που σας ήλθεν εις το χέρι Πτωχολ. B 102· «Θεέ μου, άφες αυτοίς», τουτέστι, συμπάθησέ τους, διότι δεν ηξεύρουσι τι κάμνουσι Ροδινός (Βαλ.) 136 δεν τως οργίζομαι σ’ ό,τι κι α θε να πούσι,| γιατί δεν ξεύρουσι ποσώς το τι λάλον για μένα,| μηδ’ ως εδά δεν έχουσι ποιος είμαι γνωρισμένα Πανώρ. Έ́ 15· δ) διακρίνω, ξεχωρίζω: τα παιδιά σας ... δεν ηξέρουν σήμερα καλό και κακό Πεντ. Δευτ. I 39· την ημέρα οπού φάτε από εκείνο και να ανοίξουν τα μάτια σας και να είστε σα Θεός ξέρουν καλό και κακό Πεντ. Γέν. III 5· Έτους ˏϛϡμα΄ εχάθη ο ήλιος κ(αι) έγινεν σκότος μέγα, όσον ουδέν ήβλεπεν ο άν(θρωπ)ος να οδεύει, ομοίως κ(αι) η σελήνη και τα άστρη, έ́ ημέρες ουδέν ήξευρε κανείς ουδέ ημέρα ουδέ νύκτα Μικρ. χρον. Yale 73v. 10) α) Αναγνωρίζω, καταλαβαίνω: την Μαργαρώνα ουκ ήξευρεν (ενν. ο Ιμπέριος) ποσώς από τα ράσα, ουδέ εκείνη πάλι αυτόν διά την ασθένειάν του Ιμπ. 741· Αν θέλεις ότι να ηξεύρεις την ξέρην οπού έναι αλάργο από τους Απαξούς, … ο λιμνιώνας τους ... και η ξέρη με το κάστρον ... θωρούν εις τον γρέγον λεμπέτζιο Πορτολ. A 4111· β) αναγνωρίζω, αποδέχομαι: Ψόφισμένη γαρ ευρέθη| η αγού με το πουλάριν,| έσχισάν την ψοφισμένην,| έβγαλαν το ζωντανόν γαρ,| εμεσόζιεν το πουλάριν·| έδωκάν το βουβαλάρην, έτρεφέν το με το γάλα,| άλλην μάνναν ουκ ηξεύρει,| μόνον γαρ και τας βουβάλας Πτωχολ. α 482. 11) α) Βάζω κ. στο νου μου· λαμβάνω, έχω κ. υπόψη μου: Τίμησε τον πατέρα σου και την μητέρα ομάδι,| τάδ’ έξευρε και ο θάνατος σε θέλει κάμ’ ορμάδι Χούμνου, Κοσμογ. 2688· Κανέναν άνθρωπον ποτέ μηδέν καταλαλήσεις,| τάδ’ έξευρέ το θαρρετά, συζώντανος να λύσεις Χούμνου, Κοσμογ. 2692· Ακούσετε, γειτόνισσες και συνανάθροφές μου| κι εσείς, κοράσια, ξεύρετε, και συνομήλικές μου,| αμέριμνα μην κάθεστε Ριμ. κόρ. 751· β) θυμούμαι, αναλογίζομαι: Δάρειε βασιλέα, ηξεύρεις, όταν έπαιρνες από τον πατέρα του Αλεξάνδρου, τον Φίλιππον, λιζάτο και φουσσάτο από της Μακιδονιας Διήγ. Αλ. G 27233· Ηξεύρεις, όταν ήμεθεν εις ένα σπίτι οι δύο, έναν αυθέντην είχαμεν ...| και το ψωμί του ετρώγαμεν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 535· καλάν ένι, τό έμαθες, πάντοτε να το ξεύρεις Σπαν. B 171. 12) α) (Με αντικ. βουλητική πρόταση) είμαι σε θέση, έχω τη δυνατότητα, μπορώ να ...: Ένας τον άλλον τως παινά εκεί που πολεμούσι·| τις να νικήσει από τους δύο δεν ξεύρουσι να πούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1742· Τα ʼπασι, τα μιλήσασι κι εις ό,τι κι αν εγίνη| κιανείς δεν ξεύρει να το πει, μόνον οι δυο τως κείνοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 1502· ο νους των περιορίζεται, ου ξεύρουν να μιλήσουν Περί ξεν. V 53· (εδώ με τελικό απαρέμφ.· βλ. και σημασ. 5): εκείνος έν’ γραμματικός, τεχνίτης αναγνώστης,| συ δε ουδέ την αλφάβητον εξεύρεις συλλαβίσαι Προδρ. III 65· τυγχάνεις πάρηχος και ψάλλειν ουκ εξεύρεις Προδρ. III 61 χφ V κριτ. υπ.· β) (με αντικ. τις λ. συμβούλευμα, βουλή) μπορώ να συστήσω κ., να συμβουλεύσω: ένι κρατημένος (ενν. ο κριτής) ... να δώσει βουλήν παντός ανθρώπου οπού να του ζητήσουν βουλήν εις καλήν πίστιν ... την καλλιότερην οπού να ηξεύρει Ασσίζ. 22012· εχάσα την γενεάν σας| παρ’ ουδέν απέ τον κόσμον| με τα συμβουλεύματά μου| τα παμπόνηρα τά ξεύρω Πτωχολ. α 150· γ) φρ. τόσα (ή-ον) έ(ή ή-)ξευρεν να ...  = με τέτοιο τρόπο μπόρεσε ή σκέφτηκε να ... (Η φρ. τόσο ξέρει τόσο ... και σήμ.): Και τόσον ήξεραν να ποίσουν και καταστήσαν έναν βαχλιώτην του Αποστόλε ... και εποίκεν μίαν μεγάλην παραβουλίαν του Αποστόλε Βουστρ. 424· τόσον έξευρε να ειπεί, τάσην βονλήν να δώσει, ότι εμεταστερέωσεν να γένει το πασσάτζο Χρον. Μορ. H 178· τόσα έξευρε να ποίσει με τους καβαλλάρηδες απού έξευρεν και εμισούσαν τον και λαλεί τους Βουστρ. 424. Β́ Αμτβ. 1) α) Γνωρίζω, είμαι ενήμερος: είχεν ορισμόν από τον ρήγα ό,τι ποίσει να του πέψει αντίλογον από το Καργίος με την σατίαν, μοναύτα διά να ξεύρει Μαχ. 17833· Τό δεν ετόλμησα ποτέ οξυπνά μου| να δω, ʼδέ να νοιαστώ στον εμαυτόν μου,| είδα κοιμώντας, δίχως τ’ αστρικόν μου| να ξεύρει Κυπρ. ερωτ. 124· να κατέβω εδά και να διω αν σαν την κραυγή της οπού ήρτεν προς εμέν έκαμαν τελειοσννη και αν όχι να ξέρω Πεντ. Γέν. XVIII 21· Δίχως να ηξεύρει η κόρη ή το παιδίν οπού μέλλουν να λάβουν τα μνήστρα ... ουδέν εξιάζουν όσα γενούν εις αυτούς Ελλην. νόμ. 52423· β) (με επανάληψη στην περίπτωση που εκλαμβάνεται ως σωστό κ. που ειπώθηκε, αλλά στο οποίο αντιτάσσεται κ. πιο σημαντικό): επεισμάτωσεν ο πατέρας του και είπεν: «Ηξέρω, υιέ μου, ηξέρω· απατά αυτός να είναι για λαός και απατά αυτός να μεγαλύνει· και αλήθεια ο αδερφός του ο μικρός να μεγαλύνει από αυτόν και η σπορά του να είναι γέμωσμα των εθνών» Πεντ. Γέν. XLVIII 19. 2) Αισθάνομαι· αντιλαμβάνομαι: δεν έδωκεν ο Κύριος εσάς καρδιά να ξέρετε και μάτια να διείτε και αφτιά ν’ ακούσετε ως την ημέρα ετούτην Πεντ. Δευτ. XXIX 3. 3) Παρενθετικά για να δοθεί έμφαση στα λεγόμενα α) (στο ά́ πρόσ.) είμαι σίγουρος, βέβαιος: Δύνασαι, ξεύρω, δύνασαι τόσον καλόν να κάμεις,| μόνον να μην ακριβευθείς και να τα παραδράμεις Ιστ. Βλαχ. 1663· Εκείνοι, ως είναι πρόθυμοι πολλά εις τον πόλεμόν τους,| ηξεύρω, μετά προθυμίας θέλουν έλθει προς αύτους Χρον. Μορ. P 6978· τότε να ήθελες ιδεί, να ήθελες πιστεύσει,| ξεύρω καλά, τους άτυχους ήθελες ξολοθρεύσει| από το πρόσωπον της γης Ιστ. Βλαχ. 1534· β) (στο β́ πρόσ.) μάθε, έχε υπόψη σου: Ό,τι περνά από λόγου μου σου τάσσω, και την ώρα,| ξεύρε, στην ψη μου, δε θωρώ να πάγει στην κακηώρα Φορτουν. (Vinc.) Β́ 454· δυο συβαστικοί, ξεύρε, εμηνύσασί μου| του ʼνους απού τσι δυο τωνε να δώσω το παιδί μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 401· (συν. σε πρόταση που αιτιολογεί κ. που ειπώθηκε πιο πριν): Δεν είμαστε, Γιαννούλη μου, μπλιο μας για πελελάδες.| Κακά ταιριάζει ο έρωτας, ξεύρε, με τσι ψαράδες Πανώρ. Γ́ 334· γογγυσμόν από τινός ουδέ ποσώς ευρήσεις (παραλ. 2 στ.). Ότι το κάστρον, έξευρε, μεγάλην μάχην έχει Καλλίμ. 991· Μικρότεροι ʼναι παρά σε, φοβούνται, τρέμουσι σε,| για κείνο, αφέντη, για δικό, ξεύρε, γυρεύγουσί σε Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 422· γ) φρ. σαν ξέρεις (για κ. που εξακολουθεί να συμβαίνει ή να ισχύει και είναι οικείο στο συνομιλητή): μέσα ʼς τούτο τον καιρό, σαν ξεύρεις, εσηκώθη| τση Πέρσιας ο πόλεμος Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 205· Δεν τυχαίνει| τη χάρην οπού μια φορά, σαν ξεύρεις, χαρισμένη| σόχω αποστά σ’ εγνώρισα να σου ξαναχαρίσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 334· Πόσους στρατιώτες έπιασα ... κι εσκλάβωσά τσι (παραλ. 1 στ.) κι ακόμη ʼθελα βρίσκεσθαι, σαν ξεύρεις, σφαλισμένοι| σε σκοτεινότατη φλακή ... Ερωφ. Ιντ. Γ́ 17· δ) (στο β́ πρόσ., όταν κ. εκφράζεται με δισταγμό): Ξεύρε, πολλά μ’ επρικανες, μ’ ας ει συμπαθισμένο Πανώρ. Έ́ 259· Άνδρα στανιόν μου εσκότωσα και τότες τον υιόν μου·| ο κύρης ήτον, ξεύρετε, αυτούνος των γονιών μου Χούμνου, Κοσμογ. 274. Η μτχ. ενεστ. ως επίθ. = α) έμπειρος, ικανός: ο κοντοστάβλης ως ξευράμενος του πολέμου έβαλεν αππέσσω ῄ ανθρώπους Βουργάρους και επήραν λαμπρόν μετά τους και έκαψαν τα β́ μάγγανα, το Φαλκόνιν και το κλουβίν Μαχ. 48412· β) γνωστός, οικείος: κάλλιο ν’ απεθάνομεν με αφέντην ξευράμενον παρά να ζιούμεν ως γιον κτηνά όπου να μεν έχουν βοσκόν Μαχ. 37425.
       
  • παρακαλεστικώς, 
    επίρρ.
    Aπό τον αόρ. του παρακαλώ και την κατάλ. ‑(τ)ικώς. Η λ. στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ.
    Παρακλητικά: μην ηξέροντας να γράφει παρακαλεστικώς (έκδ. ‑κος· διορθώσ.) έβαλε και έγραψα εγώ Επιστ. Αδελφ. 5217‑18.
       
  • σοτοαβικάριος 
    ο.
    Από την πρόθ. σότο (<βενετ. soto (Boerio)-ιταλ. sotto (Battaglia)· απ. σε έγγρ. του 16. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 478) και 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 24, 1981, 516 και ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 438) και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ́ 225, κ.α.) και στο ΑΛΝΕ) και το ουσ. αβικάριος (βλ. ά. βικάριος).
    Βοηθός επιτρόπου επισκόπου, υποεπίτροπος: Από Βενετίας ͵αχλε΄, … Δημήτριος Ξενάκης βικάριος …, Νικόλαος Τσελίκης σοτοαβικάριος, δούλος της θεοφιλίας σου Επιστ. Αδελφ. 52. — Βλ. και βικάριος.
       
  • σύνδικος 
    ο· σύνδιχος, Σουμμ., Ρεμπελ. 162, 164, 165, 176· σύντιχος, Ιερόθ. Αββ. 337, Επιστ. Αδελφ. 52· πληθ. συνδίχοι, Σουμμ., Ρεμπελ. 161· συδίχοι, Σουμμ., Ρεμπελ. 163.
    Το αρχ. ουσ. σύνδικος. Οι τ. αντιδ. από το διαλεκτ. ιταλ. sindico <υστλατ. syndicus <αρχ. σύνδικος (Battaglia λ. sindaco, Kahane, Sprache 362). Ο τ. σύντιχος σε έγγρ. του 17.-18. αι. (Ναξ. έγγρ. 17. αι. 7413, 31, 54, Σιφωνίου-Καράπα, Τουρτόγλου, Τρωιάνος, ΕΚΕΙΕΔ 16-17, 1969-70, 44) και σήμ. ιδιωμ. (Τσιτσέλη, Κεφαλλ. Σύμμ. 603). Η λ. και σήμ. με διαφορ. σημασ.
    Ανώτατος αιρετός τοπικός αξιωματούχος επί ενετοκρατίας (για το πράγμα βλ. Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Ά́ 625, Τουρτόγλου, ΕΚΕΙΕΔ 22, 1977, 2, Μαράς, Κατάστιχο 149 Δ́ 666· πβ. και Τσιτσέλη, ό.π.): οι συδίχοι, ως καλοί πατέρες και κυβερνητάδες οπού γίνονται διά όλον τον λαόν, αν ήθελαν γνωρίσει το πως η υπόθεση ετούτη δεν ήτον πρεπούμενη και εις σε ωφέλειαν ολονών δεν ... εμβαλλόντανε εις τέτοιο έργο Σουμμ., Ρεμπελ. 163· η θεοφώτιστος γερουσία των Ενετών ήπεψέ μας αρχιερέαν εξπερμεντάδο, απού εγνωρίσθη εις τα κοσμικά οφίκια, όχι μόνον μέσα εις την θεοφρούρητον Βενετίαν, μα και εδώ εις την Κρήτην όταν ήλθε σύντιχος Μορεζίν., Λόγ. 470· ο πρεβεδούρος εκείνος ... ο οποίος ονομαζότουνα Πιέρος Μαλιπιέρος ... έκραξε ... τους συνδίχους της χώρας και τους εξεκαθάρισε την έννοιαν την αυθεντικήν Σουμμ., Ρεμπελ. 161.
       
  • συνευδοκώ, 
    Διγ. Ζ 3275.
    Το αρχ. συνευδοκέω.
    1) α) Δίνω (και εγώ) τη συγκατάθεσή μου, συναινώ: Προστάσσω σε τον έπαρχον θαλάσσης ... (παραλ. 1 στ.), ίνα κατά της σήμερον, άνευ Θεού και μόνου,| συνευδοκούντος δε αυτού, κι αισχύνη του δαιμόνου,| πορεύθητε εις Αφρικήν Αξαγ., Κάρολ. Έ́ 926· β) επιδοκιμάζω από κοινού, επικροτώ: τελεσθέντων τοιγαρούν των γάμων Αλεξάνδρου| μετά Ρωξάνης, θυγατρός άνακτος του Δαρείου (παραλ. 1 στ.), συνευδοκούντων των Περσών πάντων τε Μακεδόνων,| ειρήνην έσχον άπαντα προς άλληλα τα γένη Βίος Αλ. (Aerts) 4137· (μτβ.): το πλήθος δ’ άπαν του λαού τοις υπό Δημοσθένους| προσλεγομένοις άπασι ταχίστως συνηυδόκει Βίος Αλ. (Aerts) 2742. 2) (Μεταφ.) συμβάλλω, συντρέχω: Προσγίνεται εις το καλόν ομού με το επαινετόν και το μακαριστόν, όταν και τα από τύχης συνευδοκούσιν Επιστ. Αδελφ. 524.
       
  • σωτηριώδης, 
    επίθ., Μαλαξός, Νομοκ. 309, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 454, Επιστ. Αδελφ. 52, Lucar, Sermons 72, Χριστ. διδασκ. 379.
    Το μτγν. επίθ. σωτηριώδης. Η λ. και σήμ. λόγ. (ΧΛΝΓ).
    Που συντελεί στη σωτηρία, σωτήριος: ίσως ...| και τον φυλάγει (ενν. τον Χουσεΐν πασία) ο Θεός εις ώραν οργισμένην| ή και μυστήριον τινά, ίσως σωτηριώδες Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 3552· Γένοιτο γουν τοιαύτα αγαθά και σωτηριώδη μηνύματα να ακούομεν Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 2530· (προκ. για το χριστιανικό βάπτισμα): ο Υιός του Υψίστου ... ήρπασεν εμένα από την πλάνην και ηξίωσέ με του λουτρού του σωτηριώδους βαπτίσματος Διγ. Άνδρ. 33713.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης