Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγγαρεύω,
- Μυστ. (Vogt) 60, Επιστ. Μωάμ. (Λάμπρ.) 6727, Δούκ. (Grecu) 3016, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 173 ις́· αγγαρεύω ή εγγαρεύω, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1792· αγγαρεύγω, Δωρ. Μον. (Buchon) XLII· ʼγγαρεύγω, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 212. ’γγαρεύω, Άσμα διερμ. 212· μτχ. αγγαρεμένος, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 234, Δούκ. (Grecu) 14912· εγγαρεμένος, Σπαν. (Hanna) A 224.
Η λ. ήδη σε επιγρ. (L‑S) και παπυρ. (Preisigke-Kiessling). Ο τ. ’γγαρεύω πιθ. από μετρ. αν. Για τον τ. εγγαρεύω βλ. και Frisk, Wört. λ. άγγαρος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Επιβάλλω αναγκαστική εργασία σε κάποιον: και τινάς να μηδέν τους εμποδίζει, ουδέ να τους αγγαρεύγει, κατά το χρυσόβουλλον Δωρ. Μον. XLII· Περί πλεονεξίας των αρχιερέων και κληρικών, Ότι να μην είναι πλεονέκται, ουδέ να αγγαρεύουν τους λαϊκούς χριστιανούς Βακτ. αρχιερ. 173 ις́· οι άρχοντες και οι πραματευτάδες να μηδέν αγγαρεύονται Επιστ. Μωάμ. 6727.
άδεια- η, Τρωικά (Praecht.) 52721, Σπαν. (Hanna) A 45, 137, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 141, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 575, Παράφρ. Μανασσ. (Praecht.) 306, Ασσίζ. (Σάθ.) 6626, 28026, Διγ. (Mavr.) Gr. I 55, Διγ. (Καλ.) A 2488, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 590, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1701, Αχιλλ. (Hess.) N 1313, Ιμπ. (Κριαρ.) 409, 410, 630, Καναν. (PG 156) 73 A, Επιστ. Μωάμ. (Λάμπρ.) 6721, 28, Δούκ. (Grecu) 2771, 3736, Θησ. (Βεν.) Ϛ́́ [678], Ζ́́ [1366], Ή́ [438], Έκθ. χρον. (Lambr.) 7416, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 5227, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 1319, 2921, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1484, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 36917, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́ 782, Γ́́ 400, Δ́́ 1805, Ευγέν. (Vitti) 1140, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 38722, 48914 κ.π.α.· αδεία, Ερμον. (Legr.) Φ 216, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 614, Αχέλ. (Pern.) 1205, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 875, Διγ. (Lambr.) O 1768· αδειά, Ch. pop. (Pern.) 30, Αχέλ. (Pern.) 2077, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ́́ 1, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 2, 23, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́́ 318, 346, Στάθ. (Σάθ.) Β́́ 83, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́́ 155, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ́́ 91, 96, 261, 1369, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 3221, 3584, 46716· ’δειά, Ασσίζ. 1291 (έκδ. διάν).
Το αρχ. ουσ. άδεια. Ο τ. αδεία απ. και σήμ. στην Κ. Ιταλία (Rohlfs, Et. Wört. σ. 12). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Ελευθερία να κάνει κανείς κάτι, δικαίωμα (Η σημασ. ήδη μτγν., Sophocl., και σημερ., ΙΛ στη λ. 1): Ουδέν εντέχεται ποτέ να τελειωθεί εις κοσμικήν αυλήν, χωρις να τους δώσουν άδειαν οι λεγάδες Ασσίζ. 28626· να έχουν άδειαν να βάλουν πρωτόγηρον εις το μέσον των Επιστ. Μωάμ. 6721· άδειαν να τα έχουσιν (ενν. τα εδάφη) κατά κληρονομιάν Χρον. Τόκκων 2285· β) απόλυτη ελευθερία, ασυδοσία: αυθέντην τον εποίησεν … Δίδει τόν άδειαν και τιμήν, φουρκίζει και απολλαίνει.| Πλιο ετρέμαν τον Ιμπέριον, πλιο τον επροσκυνούσαν Ιμπ. 630. 2) α) Ευχέρεια χρόνου, καιρός διαθέσιμος (πβ. Άννα Κομν. II, IV 3 και ΙΛ στη λ. 3): και όταν ευρίσκεις άδειαν, και ψάλλε και προσεύχου Σπαν. V 141· β) ευκαιρία: η βίγλα οπού εφύλαττε το μέρος εκείνο από την αγρυπνίαν την πολλήν και τον κόπον … απεκοιμήθη και ηύραν άδειαν τα φουσάτα και ανέβησαν απάνω Κώδ. Χρονογρ. 5227· ολονυκτίς σέ πάντεχα εγώ με αγρυπνία| να φύγωμεν κι ευρίσκουντον σ’ εμάς πολλή αδεία,| γιατ’ όλοι εκοιμούντανε Διγ. O 1768 (πβ. αδειάση)· γ) ευκαιρία, δυνατότητα: τούτο το παιγνίδι,| καθώς θωρώ, καμιάν αδειά δε βλέπω να μου δίδει| που να μπορώ ο βαριόμοιρος στό πεθυμώ να σώσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́́ 96· ιδών ο λαός τα κακά οπού έκαμνε ο Ιουστινιανός ο Κοψομύτης ευρόντες άδειαν τον αποκεφάλισαν Χρον. βασιλέων 802. 3) Άνεση, ξεκούραση: Ω Μιχαήλ ταλαίπωρε, παιδίν της δυστυχίας,| έχεις καιρόν αναπνοής, έχεις καιρόν αδείας Γλυκά, Στ. 575· πλια βια ’χα ογιά το δάσκαλο και πλια ήπαιρνα τα ζάλα| παρά γαϊδάρα όντας γλακά και κόβει τη το γάλα (παραλ. 2 στ.)· δαμάκι ακροστάθηκα για νά βρω την αδειά μου Στάθ. Β́́ 83. 4) α) Άνεση χρόνου, ευρυχωρία (πβ. ΙΛ στη λ. 4): ο Αχιλλεύς εδιέβαινεν· όλοι άδειαν του κάμνουν Πόλ. Τρωάδ. 590· ίνα παραμερίσουσιν και άδειαν να ποιήσουν Ιμπ. 409· για να σταθεί τόπο πολύ, μεγάλη αδειά γυρεύγει Ερωτόκρ. Β́́ 346· Ορκίζω σε εις τον Θεόν να φύγεις απ’ ομπρός μου.| Άδεια οκ το δάσος τούτονε παρακαλώ σε δώσ’ μου Ευγέν. 1140· β) κενός χώρος, δίοδος: Τραπέντες γαρ εις φυγήν ουχ εύρισκον άδειαν ως ότι εκ τριών μερών απέκλεισαν αυτούς Έκθ. χρον. 7416· Πέντ’ ώρες εμαχόντανε κι οι Τούρκοι τότ’ ευρήκαν| σε τρία μέρη την αδειάν και απόκοτοι σεβήκαν Αχέλ. 2077· γ) το κενό: Ώρες εσμίγαν τα σπαθιά κι ώρες την άδειαν βρίσκα Ερωτόκρ. Δ́́ 1805.
αμιράς (I)- ο, Διγ. (Mavr.) Gr. Ι 30, 100, IV 21, Διγ. (Καλ.) Esc. 129. 205, 719, 723, 1613, 1639, Διγ. (Hess.) Esc. 7, 126, 132, 196, 340, 348, 485, 494, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 122, 173, 272, 287, 321, 465, 467, 531, 705, 716, Διγ. (Καλ.) A 53, 281, 283, 301, 314, 514, 615, 1131, 1139, 1448, 2468, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 796, 921, 1066, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 494, 879, Φλώρ. (Κριαρ.) 1088, 1311, 1584, 1593, 1602, 1610, 1682, 1816, Πανάρ. (Λαμψ.) 7022, 7611, Δελλ. (Μανούσ.) Α΄ 1241, 1307, 1316, 1319, 1321, 1322, 1327, 1339, 1348, Ιμπ. (Κριαρ.) 649, Καναν. (PG 156) 64 C, Επιστ. Μωάμ. (Λάμπρ.) 611, Ανακάλ. (Κριαρ.) 44, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 660, 827, Μαχ. (Dawk.) 10821, 17631, 1785, 30, 18223, 18420, 18831, 2181, 28819, 29021, 6221, 6427, Ορισμ. Μαμελ. (Βόνν.) 9622, Δούκ. (Grecu) 20914, 41715, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 404, 14, 4410, 9611, 33, 9820, 1027, 11630, 12022, 15218, Θησ. (Βεν.) Z΄ [1052], Θησ. (Schmitt) 337 VII 99, Αρμούρ. (Κυριακ.) 104, Κάτης (Băn.) 79, Βουστρ. (Σάθ.) 442, Πικατ. (Κριαρ.) 284, Ιμπ. (Legr.) 722, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 1222, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 8315, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31316, 31811, 33, 3295, 36613, 3687, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́ 2045, Φορτουν. (Ξανθ.) Ά́ 266, Διγ. (Lambr.) O 52, 2121· αμεράς, Διγ. (Hess.) Esc. 530.
Από το αραβ. amir ή emir (Triand., Lehnw. 148 = Τριαντ., Άπ. Ά́ 451, Χατζ., Ξέν. στοιχ., 59, Mor., Byzantinot. B́ 66· βλ. και Nissen, BZ 38, 1938, 372). Ηλ. ήδη σε παπυρ. του 7. αι. (Preisigke-Kiessling, λ. αμίρ), στο Du Cange, λ. αμέρ., και σήμ. (ΙΛ).
α) Άρχοντας, στρατηγός, διοικητής (τίτλος στρατιωτικός και πολιτικός) (βλ. BZ 38, 1938, 372 και Έρ. Βρανούση, Τα αγιολογ. κείμ. οσ. Χριστοδούλου 160 σημ. 3· πβ. και ΙΛ): Ην αμιράς των ευγενών πλουσιότατος σφόδρα Διγ. Gr. I 30· αμήν και το δερμάτι μου έχουν το οι σουλτάνοι,| οι άρχοντες, οι ευγενείς, μεγάλοι αμιράδες Διήγ. παιδ. 879· ο δε στρατάρχης ο μέγας και πάντων εκείνων αμιράς και δεσπότης έφθασεν Καναν. 64 C β) (ως θωπευτική προσφών.· πβ. αμίρισσα) = άρχοντά μου, αφέντη μου: Να ζήσεις, αμιρά μου Φορτουν. Ά́ 266. Απαντά και βυζ. επών. Αμιράς (BZ 11, 406)· πβ. και το βυζ. επών. Αμιρούτσης. Το Αμιράς (και το Αμίρισσα) και ως βαπτιστ. σήμ. (Μπούτουρα, Τα νεοελληνικά κύρια ονόματα 108-9). — Πβ. αγάς, πασάς.
Γαλατιανός- ο, Επιστ. Μωάμ. 6721, Χρον. σουλτ. 8010, 19, 9311, Ιστ. πατρ. 1735, 8, 1742.
Από το τοπων. Γαλατάς και την κατάλ. ‑ιανός. Η λ. και στο Somav.
Κάτοικος του Γαλατά: οι Γαλατιανοί να έχουν άδειαν να βάλουν πρωτόγηρον εις το μέσον των Επιστ. Μωάμ. 6721.
διαυθεντεύω,- Βέλθ. 221, Πόλ. Τρωάδ. (Πολ. Λ.) 73, Γεωργηλ., Βελ. 237, κ.α.· δεφενδεύω, Act. Xér. 1511, Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 914 σχόλ., 131 σχόλ., Έ́ 129, Δούκ. 14725, 2279, 3037, 34310, Έγγρ. του 1530 (Ζακυθ., ΕΕΒΣ 13, 1937, 195 σημ. 3)· δεφεντεύω, Ελλην. νόμ. 55127, Χειλά, Χρον. 357· διαφεδεύγω, Ναξ. έγγρ. 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 5622)· διαφεδεύω, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 15064· διαφενδεύω, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 777, κριτ. υπ., Ιστ. πατρ. 998, 14516, Χριστ. διδασκ. 158, Ροδινός Νεόφ. 226· διαφεντεύω ‑γω, Ασσίζ. 3428‑9, 1264, 1792, 19230, 1937, 2055, 21418, 2251, 28322, 29724, 4456, 45425, 4577, 18, Ελλην. νόμ. 56128, Πόλ. Τρωάδ. 613, Χρον. Μορ. H 1474, 4735, 7532, Περί ξεν. A 501, Απολλών. 745, Επιστ. Μωάμ. 6713, Μαχ. 888, 10, 9013, 9432, 1509, 19827, 31223‑4, 3787, 3802, 4025, 43031‑2, 46827, 5306, 6008, 6368, Θησ. (Foll.) I 23, 53, 67, 87, 89, Θησ. Έ́ [326], Βουστρ. 529, Πένθ. θαν.2 182, 189, Πανώρ. Έ́ 47, Ναξ. έγγρ. 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1971, 5725), Τζάνε, Κρ. πόλ. 29314, 48418, 58424, κ.π.α.
Από το δηφενδεύω (που απ. και στο Μαυρικ., Στρατηγ. 7431, 3264, 24) <λατ. defendo (Για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 172, Psich., Qu. tr. IB σ. 815 και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 40). Ο τ. διαφεντεύω και σήμ. (Δημητράκ., λ. διαφεντεύω).
Α´ (Ενεργ.) 1) (Μτβ. και αμτβ.) υπερασπίζω, προστατεύω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. διαφεντεύω 1): Εις κάποιον κλεισουρότοπον, εις διάβαν Τουρκοβούνου| λησταί το εδιαυθέντευαν μετά μεγάλης τόλμης Βέλθ. 221· αγάπας μας, ετίμας μας, εδιαφέντευές μας Πόλ. Τρωάδ. 613· Τριγύρου τωνε (ενν. στα κορμιά των κορασίδω) πέτομαι, τριγύρου διαφεντεύγω Πανώρ. Έ́ 47. 2) Ορίζω: αμή κρατούμεν αυτούς (ενν. τους θείους νόμους) και διαφενδεύομεν να είναι ασάλευτοι Ιστ. πατρ. 998. 3) Διαχειρίζομαι, είμαι κύριος κάπ. πράγματος, κυβερνώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. διαφεντεύω 2): τάσσει η γιαυτήν πουλήτρια να τον (ενν. τον αγοραστή) διαφεδεύγει και να τον διακρατεί Ναξ. έγγρ. 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 5622)· οποίον (ενν. το νησίν) εδιαυθέντευεν ο ρήξ της Εγγλιτέρρας Γεωργηλ., Βελ. 237. 4) Εναντιώνομαι, απαγορεύω: με βλέπουν και διαφεντεύγουν με να μεν έβγω αππώδε Μαχ. 3802· μήνυσέν του να διαφεντέψει να μέν πάγει κανέναν ξύλο εις την Συρίαν Μαχ. 1509· ουδέν τον εδιαφέντεψεν ο ιατρός να φάγει Ασσίζ. 1792· διά τούτον ένι διαφεντεμένον όλους εκείνους εις την αφεντίαν της βασιλείας των Ιεροσολύμων, ότι κανείς να μηδέν σηκώνει ταραχήν Ασσίζ. 45425· εξαρχής ήτον ο γάμος διαφεντεμένος Ελλην. νόμ. 55127· λέγει περί του κακού χριστιανού οπού παίρνει βίον διαφεντεμένον εις την γην του Σαρακηνού Ασσίζ. 29724. Β´ (Μέσ.) αμύνομαι, υπερασπίζω τον εαυτό μου· επιμένω στις απόψεις μου: οι άλλοι εδιαφεντεύγουνταν και οι Φράγκοι εδυναστεύγαν τους Μαχ. 9013· γίνεται ότι εκείνος, οπού του απηδά, διαφεντεύγεται ούτως καλά Ασσίζ. 4577· τι άρματα να βρίσκαμεν για να διαφεντευθούμεν; Πένθ. θαν.2 182· Πολλά εδιαφεντεύγουνταν οι μαντατοφόροι, αμμέ δεν ημπορήσαν να ποίσουν τίποτες Μαχ. 9432.
εξοδεύω,- Ελλην. νόμ. 57314· εξοδεύγω ή ʼξοδεύγω· εξοδεύω ή ξοδεύω.
Το μτγν. εξοδεύω. Ο τ. ξοδεύω και σήμ. (Δημητράκ.). Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).
Α´ (Μτβ.) ξοδεύω, δαπανώ (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): έχουν και χρέος απαίρνοντες τα όσα εξόδευσαν, έχουν την άδειαν να τα μαζώξουν από την μέσην τους διά να έβγουν από το χρέος Επιστ. Μωάμ. 6725. Β´ Αμτβ. (προκ. για το στρατό) κάνω έξοδο: Οι Τούρκοι εξοδεύγασι μ᾽ ολπίδα να νικήσου| κι οι Φράγκοι εκολλούσασι, ογιά να τους γυρίσου Τζάνε, Κρ. πόλ. 2899.
μαγαζί- το, Πεντ. Έξ. I 11, Δευτ. XXVIII 12, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. 149v· μαγαζί(ο)ν, Επιστ. Μωάμ. 674, Βεντράμ., Φιλ. 371, Πορτολ. A 1674· μαγατζί, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22221, 34414 (πληθ. μαγατζά), 40911 (πληθ. μαγατζά), 51718. μαγαζάς· μαγαζένι(ν)· μαγατζές.
Από το ιταλ. magazzino με αραβ. προέλευση (Βλ. Κυριακίδη, ΛΑ 5, 1918/20, 117). Λ. μαγάζι στο Du Cange. Η λ. και σήμ.
α) Αποθήκη: πιάσασίνε τα βουνιά κι οι Χριστιανοί ανοίγαν| τα σπίτια και τα μαγατζιά, οπού ’χασιν τα στάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. 36011· β) κατάστημα ή εργαστήριο: Οι Τούρκοι σαν τ’ακούσανε, κλειούσι τα μαγατζά τως Τζάνε, Κρ. πόλ. 37913· γ) χώρος όπου φυλάγονται χρήσιμα αντικείμενα: αυτό κρυμμένο μετ’ εμέν, βουλλωμένο εις τα μαγαζιά μου; Πεντ. Δευτ. XXXII 34.
μουσάφι- το, Ορισμ. Σινάν 643.
Το τουρκ. Mushaf.
Αντίτυπο του Κορανίου: Ομνύω εις τον Θεόν του ουρανού και της γης και εις τον μέγαν ημών προφήτην τον Μωάμεθ και εις τα επτά μουσάφια, όπου έχομεν και ομολογούμεν Επιστ. Μωάμ. 665.
μπέης- ο, Byz. Kleinchron. Α΄ 4073, 53115, Προσκυν. Ιβ. 535 202568, Προσκυν. Ιβ. 845 236573, Χρον. σουλτ. 285, 406, 6511, Δωρ. Μον. XX, Λεηλ. Παροικ. 65, 211, 294, Διακρούσ. 8028, 8510, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15218, 15510, 4635, 5072, κ.α.· μπέγης, Αιτωλ., Βοηβ. 299, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 30v, 52r, Τζάνε, Κρ. πόλ. 26128· πέης, Byz. Kleinchron. Α΄ 56213.
Το τουρκ. bey. Ο τ. μπέγης, από το παλαιότ. τουρκ. beğ, σε έγγρ. του 17. αι. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, 1972/3, 213, Νικολόπουλος - Οικονομίδης, Σύμμ. 1, 1966, 285, 311, Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 57, 85, 92, 237, κ.α.) και στο Μακρυγιάννη (Κυριαζίδης Ν., Λεξ. Μακρυγ.). Ο τ. πέης σε έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ό.π. 113, 117) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.) με άλλη σημασ. Η λ. στο Du Cange (λ. μπέϊς), σε έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ό.π. 29, 51, 121, 123, 266, κ.α., Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 12, 1965, 79, Νικολόπουλος - Οικονομίδης, ό.π. 285), στο Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 575 και σήμ. Για τη λ. και τους τ. βλ. και Mor., Byzantinot. Β΄ 250, λ. πέκης).
Τιμητικός τίτλος για αξιωματούχους της οθωμανικής αυτοκρατορίας (Για το πράγμα βλ. και Δημητριάδη, Εβλ. Τσελ. 69): Εγώ ο μέγας αυθέντης και μέγας αμιράς σουλτάνος ο Μεχμέτ μπέης, ο υιός του μεγάλου αυθέντου και μεγάλου αμιρά σουλτάνου τον Μουράτ μπέη Επιστ. Μωάμ. 6622-3· Ο δε Νικόλαος, αφού έλαβε την αξίαν και έγινε μπέης, δεν έπαυε καθεκάστην ημέραν να γυμνάζει τους στρατιώτας του Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16124· Πώς ο καπετάν πασιάς εις αδυναμίαν μεγάλην ήλθε και εσύναξε τους μπέηδες να συμβουλευθεί ότι με ποίαν τέχνην να κάμει να νικήσει Διακρούσ. 852.
ομολογώ,- Διδ. Σολ. Ρ 81, Σπαν. (Μαυρ.) P 320, Διάλ. Ευθυμ. 11798, Λόγ. παρηγ. O 154, Ασσίζ. 6729, 20618, 25312, 30211, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 316, Χρον. Μορ. H 8748, Χρον. Μορ. P 6051, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 456, Φλώρ. 1763, Περί ξεν. A 212, Ερωτοπ. 369, Φυσιολ. 3728, Σκλέντζα, Ποιήμ. 132, Διήγ. Αλ. V 27, Αλεξ. 2785, Διήγ. Αλ. G 26622, Διγ. Άνδρ. 3949, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α 79, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 55v, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [85], Διακρούσ. 11627, κ.α.· ’μολογώ, Ασσίζ. 1673, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 385, Φλώρ. 755, Ερωτοπ. 377, Λίβ. Esc. 1346, Ιμπ. 498, 587, Χρον. Τόκκων 1283, Μαχ. 1217, Βουστρ. 426, Γαδ. διήγ. 211, Αλεξ. 2362, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1357], Χρον. σουλτ. 13722, Πανώρ. Γ́ 514, Έ́ 81, Πιστ. βοσκ. II 5, 128, Ευγέν. 1279, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1094, Β́ 28, Θυσ.2 116, 148, Στάθ. (Martini) Γ́ 487, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 511, Πτωχολ. A 243, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [597], Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 260, 364, Τζάνε, Κρ. πόλ. 41226, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 264, κ.π.α.· ’μολοώ, Στάθ. (Martini) Β́́ 300, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 417.
Το αρχ. ομολογέω. Ο τ. ’μολογώ σε έγγρ. του 17. αι. (Καζανάκη Μ., Θησαυρ. 11, 1974, 27346 και Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 375) και σήμ. Ο τ. ’μολοώ και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ., λ. μολοώ). Διάφ. άλλοι τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex.). Η λ. και σήμ.
Ά́ Μτβ. 1) α) Παραδέχομαι, αναγνωρίζω: Σαχλ., Αφήγ. 339, Ασσίζ. 16622· Μόνια σου ’μολογάς πως μια αγελιά ’σαι. Πιστ. βοσκ. II 7,54· (παρενθετικά): Μα ’σφαλα, ’μολογώ σου το, κι έμεινα νικημένος| απού τον πόθο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 663· Βάρος εις τούτο δεν έχεις, Χάροντα, ’μολογώ το,| εκείνος οπού σ’ έστειλε τιμώ και προσκυνώ το Αλφ. 105· φρ. ομολογώ χάριτας = χρωστώ ευγνωμοσύνη (Πβ. και Lampe, Lex., λ. ομολογέω 4): έχεις πρόσωπον και βλέπεις,| ουδέ χάριτας μοι λέγεις| και ομολογείς μεγάλως; Πτωχολ. α 775· β) (νομ.): Περί του εγγυτή οπού ουδέν ’μολογά παρά το ήμισον της εγγυμασίας Ασσίζ. 25430· γ) παραδέχομαι, αναγνωρίζω ως έγκυρο, αληθινό: ουκ οίδεν το ορθόδοξον ομολογείν την τύχην,| ώσπερ οι πρώτοι Έλληνες την ειμαρμένην δόξαν Σπαν. O 245· (θεολ.): Ομνύω εις ... τον μέγαν ημών προφήτην του Μωάμεθ και εις τα επτά μουσάφια όπου έχομεν και ομολογούμεν Επιστ. Μωάμ. 666· ομολογά η εκκλησία «έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών» Πηγά, Χρυσοπ. 293 (1)· δ) (με κατηγ.) αναγνωρίζω τη νομιμότητα του αξιώματος κάπ.: εποίησε δέ και ο πατριάρχης αφορισμόν κατά του ομολογήσαντος τον Καντακουζηνόν βασιλέα Byz. Kleinchron. Ά́ 8236· ε) (προκ. για το Θεό): Έναν Θεόν εμείς πιστεύομεν και ομολογούμεν, οπού εποίησεν τον ουρανόν και την γην Διήγ. Αλ. G 26618· αν θέλεις να ’μολογήσεις έναν μόνον Θεόν και τον Μαχομέτην τον προφήτην, τότε θέλω σε κρατήσειν διά ακριβόν μου φίλον και αδελφόν Μαχ. 229· (με κατηγ.): δος και αυτοίς την χάριν σου διά να σε γνωρίσουν,| μόνον Θεόν αληθινόν να σε ομολογήσουν Ιστ. Βλαχ. 2702· (εδώ, για την Παναγία): Εσέν (ενν. Μαρία) της γης και τ’ ουρανού δέσποινα ομολογούσι Σκλέντζα, Ποιήμ. 753· φρ. δε ’μολογώ θεόν = δε σέβομαι απολύτως τίποτε: συ δε ’μολογάς θεόν, μα θες να με ντροπιάσεις Ριμ. κόρ. 698. 2) α) Αποδέχομαι κάπ. κατηγορία, ομολογώ: ανέν και ο ρήγας σύρει μαρτυρίαν να μεν του πιστέψουν χωρίς να το ’μολογήσει ο ψουμάτος με το δικόν του θέλημαν Μαχ. 2426· το δίκαιον κρίνει ότι εκείνον να μην τον κρεμάσουν διά το αυτόν (ενν. το φόνο), εάν ου μη το ομολογήσει Ασσίζ. 45816· β) παραδέχομαι, ομολογώ (κάτω από ηθικό ή σωματικό εξαναγκασμό): απάνω εις βάρος αφορισμού να ομολογήσει το χρέος του Σεβήρ., Διαθ. 19040· εμαρτυρίσαν τον Νικολό τε Ναούν· και εμολόγησεν έμπροσθέν τους το πως ο άνωθεν σιρ Μάρκος ήτον αίτιος της αυτής υπόθεσης Μαχ. 30011. 3) Έχω τη γνώμη, πιστεύω: Όντα τα δυο σου μάτια| τα ’μορφα συντηρώ ...,| ... την αγάπη| πως μοιάζει ’μολογώ του παραδείσου Πιστ. βοσκ. II 2, 188. 4) Δίνω μαρτυρία για κ.: Ω κύρια και διδασκάλισσα ... (παραλ. 3 στ.). Κι η μαρτυρία κι η σύλληψις κι η θαυμαστή σου γέννα| τα ’μολογά για να βρεθείς μητέρα και παρθένα Φαλιέρ., Θρ. 62. 5) α) Εκμυστηρεύομαι, εμπιστεύομαι κ. σε κάπ. (με αιτιατ. και με γεν. ή αιτιατ. προσώπου): ειδέ και αν έπταισες ή φόνον εποιήσας,| υιέ μου, την γυναίκαν σου μηδέν τ’ ομολογήσεις Σπαν. (Ζώρ.) V 218· ξεύροντας το πως ποτέ από σένα| άλλος τινάς τά θέλω πει δε θέλει έχει ακουσμένα,| ελόγιασα τη σήμερο να σου τα ’μολοήσω Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 159· τά με βαραίνουσιν εσάς δεν κάνει χρεία| σήμερο να τα ’μολογώ για να ’βρω σωτηρία Θυσ.2 616· λέγουν τον (ενν. οι αγούροι τον Αχιλλέα): «Τι είχες, δέσποτα, και τι έναι τό σ’ εφάνη;»·| εκείνος ουκ ηθέλησεν τινά να ομολογήσει Αχιλλ. N 959· β) (θρησκ.) εξομολογούμαι: εξαγορεύσου τα κακά κι ειπέ τες αμαρτιές σου·| φώναξε την ασθένειαν σου, ’μολόγα την αιτιάν σου,| αν έναι ότι έχεις όρεξιν να λάβεις την υγειάν σου Πένθ. θαν.2 453. 6) Εκφράζω, εξωτερικεύω (συναίσθημα): ’μολόγησε τον πόνο σου, τα χείλη σου ας τον πούσι Θυσ.2 609· τον πόθο μου τον άμετρο ποτέ να ’μολοήσω Φορτουν. (Vinc.) Β́ 128· τα μάτια ήσανε μόνο| που εμολογούσαν τση καρδιάς τα πάθη και τον πόνο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 2156. 7) α) Δηλώνω, φανερώνω: δείχνει (ενν. το μωρόν) τη χρειά του το ζιμιό κι ομολογά τά θέλει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 2207· περί εκείνου οπού αγκαλέ έτερον άνθρωπον εις την αυλήν και επήρεν ημέραν όχι τακτήν χωρίς να ομολογήσει διά ποίαν αιτίαν τον εγκαλέ Ασσίζ. 34111· τα καμώματα συχνά ψέματα ’μολογούσι Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [687]· β) φανερώνω κ. κρυμμένο: την γυναίκα του εσκέντζεψαν μερικό και ομολόγησεν τα ασημικά της και την άφησαν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 56r· εκριτηρεύγαν (ενν. οι Γενουβήσοι) τους λας και ’μολογούσαν το δικόν τους και επαίρναν το Μαχ. 40223· γ) καταδεικνύω, κάνω ολοφάνερο: τα μάτια σου το ’μολογού το βάρος τση καρδιάς σου Θυσ.2 120· καλά και δε μιλείς, τα μάτια ’μολογούσι| εκείνο που τα χείλη σου δε θέλου να μου πούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1101· δ) εκδηλώνω, φανερώνω: νοούν και ’μολογούσι| μέσα τως το κορμί και ο νους την φύσιν τήν κρατούσι Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 25. 8) Αποκαλύπτω: επαρακάλεσαν αυτόν (ενν. τον Απόλλωνα) να τους ομολογήσει την άπασαν αλήθειαν διά τον βασιλέα τους Διήγ. Αλ. V 24· φοβούμενος μήπως το νοήσουν ... ή να μην το ομολογήσει η κόρη, όμοσέν την όρκους φρικτούς να μην την αρνισθεί ποτέ Διγ. Άνδρ. 3671· να σου το ’μολογήσω| από τι γενεάν είσαι| κι από τι φυλή κρατιέσαι Πτωχολ. B 303. 9) Ανακοινώνω: τον μπασιά το θάνατο σ’ όλους εμολογήσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 32714. 10) Γνωστοποιώ, πληροφορώ: καταπώς τα πράματα αλλάσσουν και περνούσι| τα γράμματά μου να ’ρχουνται να σου το ’μολογούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1676· ομολόγησέν του το πώς την έκτισεν (ενν. την εκκλησία) ο Σολομών ο βασιλεύς Διήγ. Αλ. G 26616. 11) Δίνω αναφορά (σε ανώτερο): ο συνορίτης ... επήγεν εις αυτόν (ενν. το βασιλέα) και ομολόγησέν του περί τα φουσσάτα, το πόσες χιλιάδες έρχονται Διήγ. Αλ. V 22. 12) Διακηρύσσω, διαλαλώ: Δεν ημπορώ να μη λέγω και ομπρός εις όλους να ομολογώ πως η καλοσύνη της ευγενείας σας ... να μην εστάθη έτσι μεγάλη Μεταξά, Επιστ. 47· Επήρανε το θέλημα ετότες να κινήσουν,| την νίκην σ’ όλη την Φραγκιά να παν να ’μολογήσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 3786. 13) α) Διηγούμαι, αφηγούμαι: Λαλούσιν την υπόθεσιν, ομολογούν την πράξιν Ιμπ. 686· η κόρη ουκ ομολόγησεν το όνειρον ως ήτον Λίβ. Sc. 223· τώρα σασε ’μολογώ το μέτρος οπού ’πέσα| ετότες και με τα σπαθιά και πιστολιές εσύραν| κι εσκοτωθήκανε πολλοί Τζάνε, Κρ. πόλ. 45110· β) περιγράφω: Το κάλλος το πανθαύμαστον (ενν. της βασίλισσας) τις να το ’μολογήσει| και τις ν’ αρχέψει να το πει και πώς να το ξηγήσει; Βίος Δημ. Μοσχ. 479· Φουσσάτα ήσανε πολλά ομπρός του (ενν. του πασιά) και οπίσω,| δεν έχω νουν και λογισμόν να σας τ’ ομολογήσω Διακρούσ. 969. 14) Αναφέρω, μνημονεύω, κατονομάζω: Εις την πούντα του Τραγγιλό εις την μερέα της όστριας του σιρόκου ... ήτον και μία χώρα χαλασμένη και δεν την ’μολογούν Πορτολ. A 24021. 15) Επαινώ, εγκωμιάζω (Βλ. Bauer, Wört. λ. ομολογέω 5): Ιούδα, εσύ να σε ’μολογούν τα αδέρφια σου· ... να προσκυνήσουν εσέν παιδιά του πατρός σου Πεντ. Γέν. XLIX 8. 16) (Νομ.) αποδεικνύω, βεβαιώνω, πιστοποιώ: αν ένι ότι εκείνος ομολόγησεν έμπροστεν του βισκούντη και έμπροσθεν τους κριτάδες ή άλλος διά λόγου του ότι ούτος ο τεθνηκώς είχεν του απηδήσει πρωτύτερα ..., εντέχεται να μείνει αμέριμνος άνευ τινός πολέμου Ασσίζ. 20521· (με κατηγ.): ομολογούμεν και μαρτυρούμεν τον άνωθεν πνευματικόν και εφημέριον ονόματι Αββακούμ Κοντολέον άξιον, σεμνόν, ήσυχον και τίμιον κατά πάντα Βλαστού, Επιστ. 177. 17) α) Εξαγγέλλω, υπόσχομαι, εγγυώμαι: Ταύτα δέ ως βέβαια και ομολογούμενα οι ασεβείς είχασι και διά τούτο τον Θεόν ημών ωνείδιζον ασεβώς ταύτα Καναν. 72Β· β) υπόσχομαι στον εαυτό μου, αποφασίζω: Περί παρθένων γυναικών, οπού ομολόγησαν να παρθενεύουν και ευρίσκονται ακόμη των γονέων τους Βακτ. αρχιερ. 178. 18) Καταδίδω, προδίδω: Ανέν κανένας ... και μας ιδει και δράμει (παραλ. 1 στ.) κι έρθει και ’μολογήσει μας επά στην χώραν μέσα; Ευγέν. 484· το βραδύ στον ίδιον τόπο| ευρίσκομέστα με ’πιδέξιον τρόπο| π’ άνθρωπος δεν εμπόρει να γνωρίσει,| ουδέ ποσώς να μασε ’μολοήσει| Βοσκοπ.2 236· ... έγινε καταδότης.| Εις του βιζίρη έσωσεν κι είχε του ’μολογήσει| ό,τι άκουσεν ... και τι θα καταντήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4769. 19) (Νομ.) καταγγέλλω: εκείνος ένι ομολογημένος με μάρτυρες ... οπού ηγνωρίζουν αληθινά ότι εποίκεν εκείνον το λάβωμαν Ασσίζ. 915. Β́ Αμτβ. 1) α) Παραδέχομαι: πάλι σε χέρια σ’ έβαλε (ενν. το ριζικό σου) και πας ’φκαριστημένα,| καθώς μόνιος σου ’μολογάς, και ας είσαι κι εις τα ξένα Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 246· β) (νομ.) αποδέχομαι κατηγορία, ομολογώ: εάν ομολογήσει ..., ας ορίσει ο κριτής και ας ποιήσει όρκον Ελλην. νόμ. 53015· εκείνος οπού έβαλεν το λαμπρόν ... αφ’ εαυτού τε εμολόγησεν Ασσίζ. 2233· γ) αναγνωρίζω, παραδέχομαι τα σφάλματά μου: τον φρόνιμον ληστήν, με το να ’μολογήσει,| μέσα εις τον παράδεισον τον έβαλε να ζήσει Ιστ. Βλαχ. 2291. 2) Μιλώ, λέω: γλώσσα δεν έχει να το πει, χείλη να ’μολογήσει Περί ξεν. V 73· πέμπει εδεκεί τεχνίτες και θωρούσι (παραλ. 1 στ.) ... αν είναι τόπος εύκολος σαν είχε ’μολογήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4773. 3) Εκθέτω· αποφαίνομαι: εις την Σοφίαν του ομολογά (ενν. ο Σολομών) και έγραψε με τας χείρας·| λέγει: «Πρώτον <εκ> της αρχής και έμπροσθεν τον αιώναν| την Παναγίαν εποίησεν ο πλάστης με την φρόναν» Συναξ. γυν. 75.
ορκωμοτικός,- επίθ., Διάτ. Κυπρ. 50623, Ασσίζ. 46016, 17, Πανάρ. 6621, Χρον. Μορ. H 2943, 8720, 8756, 8773, Επιστ. Μωάμ. 682, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 495, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1817, 262, 1509, Byz. Kleinchron. A΄ 8135, Πτωχολ. α 736, Ψευδο-Σφρ. 2209, 25219, 52633, ουδ. ορκωματικόν, Φαλιέρ., Ιστ.2 731 κριτ. υπ., Χρονογρ. (Λαμψ.) 227 δις.
Από το ουσ. ορκωμότης και την κατάλ. ‑ικός. Το ουδ. ορκωματικόν σε επιστ. του 1503 (Γιαννόπουλος, Θησαυρ. 11, 1971, 133). Η λ. σε σχόλ. (L‑S) και σε έγγρ. του 13.-15. αι. (Χατζ., Διπλωματ. 10, Καραγ., Βυζ. διπλ.2 132, Γράμματα Μετεώρ. 8223, 8456, Τσιρπανλής, BF 3, 1968, 197, κ.α.).
Που επικυρώνεται ή επιβεβαιώνεται με έγγραφα όρκου: εποίησεν ο αμιράς ο Μουράτμπεης ορκωμοτικήν αγάπην μετά των αυθεντών και βασιλέων ημών Byz. Kleinchron. Α΄ 11811· ο αυτός Γερμανός αρχιεπίσκοπος, ονόματι του θρόνου Σωλείας της δοθείσης αυτῴ παρά του Λατίνου αρχιεπισκόπου, ορκωμοτικήν ομολογίαν υπακοής ποιήσαι κατά την τάξιν τού άνωθεν εκδεδομένου Διάτ. Κυπρ. 5136. Το ουδ. ως ουσ. = έγγραφο παροχής όρκου, ένορκη γραπτή βεβαίωση ή υπόσχεση (Για το πράγμα βλ. Κεχαγιόγλου [Πτωχολ. σ. 511-2], Λαμψίδης [Πανάρ. σ. 92] και Μαλτέζου, Βυζαντιακά 2, 1982, 78): Όρισε (ενν. ο βασιλέας) ευθέως κι εγράψασιν τες συμφωνίες της τρέβας| κι εποίησεν ορκωμοτικόν κι εχρυσοβούλλωσέ το.| Απάνω εις αύτο όμοσεν ατός του ο βασιλέας| ενώπιον των καβαλαρίων κι απέκει τούς το εδώκεν Χρον. Μορ. H 8770· Άκουσον γαρ, δέσποτά μου (παραλ. 2 στ.), πίασον χαρτίον άρτι (παραλ. 1 στ.) αλλά δη και καλαμάριον,| ορκωμοτικόν μου ποίσον| με τας ίδιας σου τας χείρας Πτωχολ. α 729· εποιήσαμεν ορκωμοτικόν αγάπης μετά του αμιρά Αμουράτη και τότε τους πρέσβεις ηλευθέρωσε Ψευδο-Σφρ. 25630· εσύ λοιπόν, Ποθούλα,| φέρε γοργόν το κόνισμα, χριστιανών τη βούλλα,| τύπωσε τα ’ρκωμοτικά όλα και βούλλωσέ τα Φαλιέρ., Ιστ.2 731· εποίησεν (ενν. ο βασιλεύς ο Καντακουζηνός) κατάστασιν και ορκωμοτικόν έμπροσθεν της Θεοτόκου της Οδηγητρίας και των Αγίων Παθών, και όπως επάρει τον βασιλέα κυρ Ιωάννην τον Παλαιολόγον γαμβρόν εις την θυγατέραν αυτού κυράν Ελένην Byz. Kleinchron. Α΄ 8447· φρ. βαστάζω (το) ορκωμοτικόν = περνώ από δοκιμασία όρκου (Πβ. φρ. βαστάζω ορκωμοσίαν, ορκωμοσία φρ. και εμπαίνω εις την τζουίζαν, εις το δίκαιον, μπαίνω Φρ. 46): Καλά ηγνωρίζετε ότι εμπαλής, ουδέ οι κριταί ουδέν πρέπει να δυναστέψου τινάν να βαστάξουν ορκωμοτικόν λεγόμενον τζουίζαν κανένα άνθρωπον, ουδέ καμίαν γυναίκαν ούτως Ασσίζ. 46028· αν κανείς άνθρωπος ού γυναίκα να τον κράξουν περί κανενού πραγμάτου τό τους κατανμπλέκουν ότι εποίησάν το, κακείνος απαύτα διά της προαίρεσής του απομένει να βαστάξει το ορκωμοτικόν, το δίκαιον κελεύει και ορίζει ότι ουδέν εμπορεί πλέον να συρτεί να μηδέν την βαστάζει Ασσίζ. 4612.
οσπίτιον- το, Λίβ. P 2721, Notizb. 15067, Rechenb. 61 Βησσ., Επιστ. 285, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3820, Byz. Kleinchron. A΄ 829, 2066, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15416, Ιστ. πατρ. 8212, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Διγ. Άνδρ. 33914, 4028, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7232, Hagia Sophia ω 51214, 5146, κ.α.· εσπίτιν, Ασσίζ. 1010, 10829, 23329, 2435, Μαχ. 38611, 61014, κ.α.· ισπίτι, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1640, 2280· ισπίτιν, Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401 κριτ. υπ., Λίβ. Esc. 224, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1647, 3135, Απαρν. 14· οσπίτι, Χρον. Μορ. H 1419, 2060, 6039, Χρον. Μορ. P 2922, 5663, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 11913, Ιστ. πατρ. 13713, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 124, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v, 82v, κ.α.· οσπίτι(ν), Αχιλλ. N 657, Χρον. Τόκκων 302 (γεν. εν. οσπίτι), μετά στ. 640, 642, 2797, 2801, Επιστ. Μωάμ. 674, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 177, Δωρ. Μον. XXIX, Βακτ. αρχιερ. 162· οσπίτιν, Σπαν. (Ζώρ.) V 337, 505, Προδρ. (Eideneier) I 28, 75,152, II 42 χφ Η κριτ. υπ., Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401, 404, Ελλην. νόμ. 52914, Ασσίζ. 39416, 47322, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 127, Πτωχολ. α 550, κ.α.· οσπίτι(ο)ν, Σπανός (Eideneier) Α 183, D 1752, Πανάρ. 6924, Χειλά, Χρον. 351, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1584, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 339r, Κώδ. Χρονογρ. 617, Χρον. σουλτ. 9224, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5416, Lettres 1453 876, κ.α.· σπίτι, Βησσ., Επιστ. 262, Διγ. Z 3422, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 220, Απαρν. 16, Θησ. Β΄ [875], Χούμνου, Κοσμογ. 608, Αλεξ. 2268, Συναξ. γυν. 632, Κορων., Μπούας 48, Βεντράμ., Γυν. 142, Πεντ. Γέν. VIΙ 1, Έξ. I 21, Αρ. III 24, Δευτ. XIX 1, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 195v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1049, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7121, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 55, Μεταξά, Επιστ. 4733, 35, Στάθ. (Martini) Β΄ 97, Ιντ. α΄ 39, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 100, Βακτ. αρχιερ. 140, Λίμπον. 486, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 382, Διακρούσ. 7812, 11615, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16315, 17914, 40822, Hagia Sophia v 54310, f 5858, κ.π.α.· σπίτι (ν), Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2602, Αχιλλ. L 1036, Χρον. Τόκκων 1310, Byz. Kleinchron. A΄ 21017, 5084, Βεντράμ., Φιλ. 341, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Σεβήρ., Διαθ. 192, κ.α.· σπίτιν, Προδρ. (Eideneier) III 273-72 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Ασσίζ. 64, 7320, 23221, 48129 (έκδ. ‑ις), Ιατροσ. 23162, 165, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 601, Σπανός (Eideneier) Α 28, Χρον. Μορ. P 5094, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 215, 217, Σαχλ., Αφήγ. 230, Απολλών. 483, Χρον. Τόκκων 1174, Μαχ. 18411, 36214, Θησ. Ζ΄ [353], Άσμα σεισμ. 24, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 251, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 348 (πληθ. σπίδια), Πηγά, Χρυσοπ. 233 (6), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 448, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 14v, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 563, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 696, κ.π.α.· σπίτι(ο)ν, Σπαν. O 101, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 400, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 945, Εκλογής χειρόγρ. 24710, Αιτωλ., Βοηβ. 122, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄, Σουμμ., Ρεμπελ. 16923, Βακτ. αρχιερ. 26· σπίτιον, Αρσ., Κόπ. διατρ. [747], Διγ. Άνδρ. 34722, 35716, 36014, Διαθ. Νίκωνος 226, Βακτ. αρχιερ. 159, 167, 170, Μπερτόλδος 8, 15.
Από το λατ. hospitium. Ο τ. εσπίτιν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. ισπίτι σε βυζ. παροιμ. (Πολ. Ν., Επετ. Παρνασσ. 2, 1898, 118) και σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 35) και ισπίτιν σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 53, Μανούσ., Μεσ. Ν. Ελλ. Δ΄, 1992, 19). Ο τ. οσπίτι σε έγγρ. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 372) και σε γράμμα (Κυρίλλ., Επιστ. 1413) του 17. αι. Ο τ. οσπίτιν σε παπυρ. του 6.-7. αι. (Kaps., Vorunters. 98 και Ανδρ., ΕΕΒΣ 14, 1938, 533) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν). Ο τ. οσπίτι(ο)ν στο Lampe, Lex., λ. οσπίτι(ον), οσπήτιον. Ο πληθ. σπίδια σε κυπρ. ποιήμ. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 36, 1972, 10866, 41, 1977, 20553) όπου και άλλοι τ. της λ. Ο τ. σπίτι από τον 5. αι. (Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1), τον 8.-9. αι. (Lampe, Lex., λ. σπίτι) και σήμ. Ο τ. σπίτι(ν) και σήμ. στη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. σπίτι(ν)). Ο τ. σπίτιν στο Meursius (λ. σπήτιον) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. σπίτιον στο Meursius, λ. σπήτιον. Πληθ. χωσπίτια σε επιστ. του 17. αι. (Μαυροειδής, Δωδώνη 7, 1978, 15079) και σπίθια σε ποιήμ. (Τραγ. Αληδ. 112, 217, 299, 364, 368, Κρ. δημ. τραγ. XVI). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Ανδρ., Ελλην. 29, 1976, 232). Η λ. σε παπυρ. του 4.-5. αι., σε Σχόλ. και στη Σούδα (L‑S Suppl.)· βλ. και Lampe, Lex., λ. σπίτι και Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1.
1) α) Σπίτι, κατοικία κάθε είδους: τους βγάνουν απ’ τα σπίτια τους (ενν. οι Τούρκοι τους χριστιανούς) κι εκείνοι κατοικούσιν Διακρούσ. 10921· το τέτοιον και παράξενον του Έρωτος το σπίτιν Λίβ. Esc. 285· Πρεπό ’τονε να στρέψομε σπίτι συντροφιασμένες,| καθώς κι αποδεκεί ’μεστα κι οι δυο μας μισεμένες Πανώρ. Β΄ 423· (στον πληθ. αντί εν.): αν γεννήσει (ενν. η γυναίκα μου) παιδίν αρσενικόν και ζήσει και πανδρευθεί, αφήνω τα οσπίτια μου του υιού μου, εις το οποίον σπίτιν εγώ κατοικώ Διαθ. Ακοτ. 146· Ήξευρε, πατέρα, ότι ήμαθα και ήλεγες να εβγάλεις την νύφην σου από τα σπίτια της, α μου έρθει τίβοτας Γράμμα κρ. διαλ. 7· εκφρ. (1) έξω σπίτια, βλ. έξω 4β· (2) σπίτι ανοιχτό, βλ. ανοιχτός 1α1 εκφρ.· β) (συνεκδ.) πρόχειρο κατάλυμα, (εδώ) στρατιωτικό κατάλυμα: πριν τότε δε αυγερινού ’κ το σπίτι του εξέβη Κορων., Μπούας 60· εγώ ήλθα εις την ντέντα μου, εκείνη (ενν. η Μαξιμώ) δε πάλιν υπήγεν εις το οσπήτιόν της Διγ. Άνδρ. 3948. 2) (Στον εν. και τον πληθ.) παλάτι, αρχοντικό: μετ’ αυτόν επέζεψαν εις του ρηγός το σπίτι Χρον. Μορ. H 6434· τες νύκτες εβλέπαν τες πόρτες του σπιτίου τού κοντοστάβλη Μαχ. 37421· ο ρήγας επήγε ν’ αλλάξει τα φορήματά του εις τα σπίτια του σιρ Τεμένζ Πετρέ, πουρζέζης της Αμοχούστου Μαχ. 31213· έκφρ. οσπίτια της αφεντίας = παλάτι: όρισεν (ενν. ο μισίρ Ντζεφρές, ο μπάιλος του Μορέως) κι αππλικέψαν τον στης αφεντίας τα οσπίτια Χρον. Μορ. H 2317. 3) Κατάλυμα ζώου, φωλιά: εις ένα σπίτιν όμορφον να πα να κοιμηθούμε (ενν. ο λύκος και η αλουπού) Γαδ. διήγ. (Pochert) 15e· στρέφουνται (ενν. πάσα πτηνόν) ποιον στο σπίτιν ποιον στο δάσος Κυπρ. ερωτ. 1065. 4) Τμήμα σπιτιού α) δωμάτιο (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 92]): εφέραν μίαν μεγάλην σανία … γεμάτην μαργαριτάριν χοντρόν και πέτρες ατίμητες … και εχένωσεν εις την γωνίαν του σπιτίου Μαχ. 8218· β) υπνοδωμάτιο: το οσπίτιον δε τούτο, όπερ ανεπαύοντο οι βασιλείς, κείται κατά την αριστεράν πλευράν του ναού Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 224· γ) κεντρική αίθουσα θρόνου σε παλάτι: Ο Δάρειος εκάθισεν εις ένα θρονίν υψηλόν … Ήσαν στύλοι εις τες τέσσερεις κόχες του σπιτίου Διήγ. Αλ. G 2762· δ) βασιλικά διαμερίσματα: συνηθείας και τάξεως ούσης εις τα των βασιλέων οσπίτια ότι του πατρός οι κελιώται να χωρώσι και εις τα κελία των υιών αυτού Σφρ., Χρον. (Maisano) 348· ε) πάτωμα σπιτιού: γράψον τούς … ψαλμούς με το αίμαν του μαύρου πετεινού και χώσε το εις το σπίτιν να περιπατούν απάνω Σταφ., Ιατροσ. 23. 5) Οικογένεια, φαμελιά: είναι (ενν. οι πραγματευτάδες) άνθρωποι ξένοι … και τρέφουσι τα σπίτια τους με μόχθους και με κόπους Ιστ. Βλαχ. 2156· ο Ιωάννης να δίδει κάθα χρόνον … υπέρπυρα δώδεκα εις έξι οσπίτια καλών ανθρώπων Διαθ. Ακοτ. 147· Εξ εμού του γράψαντος Αλεξάνδρου του υιού σου,| να σ’ εύρει η γραφή καλά με όλους του σπιτιού σου Αλεξ. 2680· έκφρ. (άνθρωπος) του σπιτιού = αυτός που ανήκει στην υπηρεσία κάπ.: Ακόμη εδώσανε άλλα εκατό ρεάλια ενού ανθρώπου του σπιτιού τού άνωθεν πρεβεδούρου Σουμμ., Ρεμπελ. 16728· Γυναίκα είχε κάποιος κακόγνωμην στους τρόπους,| κι εμίσα του σπιτίου της τους άλλους τους ανθρώπους Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 932· είπεν ο Αβραάμ προς το σκλάβο του, πρωτόγερος του σπιτιού του οπού ’ξουσιάζει εις όλο ος αυτουνού Πεντ. Γέν. XXIV 2· εκφρ. (1) γέννημα του σπιτιού, βλ. γέννημα(ν) 1β· (2) σπίτι γονεού ή γονεών, σπίτι … πατρικόν = η οικογένεια στην οποία γεννιέται κάπ., η πατρική οικογένεια: σηκώσετε το λογαριασμό όλης της συναγωγής παιδιά του Ισραέλ από υιόν είκοσι χρόνος και απάνου εις σπίτι των γονεών τους Πεντ. Αρ. XXVI 2· μεγαλωσιάνος σπίτι γονεού τού Γερσονι Ελιασερ υιός τού Λαέλ Πεντ. Αρ. III 24· βουτάς … και τρώγεις την (ενν. την αθερίνα) ολώμην| ως έμαθες στο σπίτιν σου, πτωχή, εις το πατρικόν σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 349· (3) υιός του σπιτιού = οικογενής, αυτός που γεννήθηκε από γονείς στην υπηρεσία κάπ.: ιδού εμέν δεν έδωσες σπορά, και ιδού ο υιός του σπιτιού μου κλερονομάει εμέν Πεντ. Γέν. XV 3· (4) ψυχές του σπιτιού = υπηρέτες: επήρεν ο Εσαύ τις γεναίκες του και τους υιούς του και τις θεγατέρες του και όλες τις ψυχές του σπιτιού του και το ζωντόβολό του Πεντ. Γέν. XXXVI 6. 6) Το αφεντικό, ο κύριος του σπιτιού: τοιούτον άνθρωπον ακόμη| άλλο οσπίτι μη τον έχει Πτωχολ. α 281· ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Η ομορφιά με σκλάβωσε η τόση της κεράς σου| κι ήθελα να την ήκαμες …| δυο λόγια να μ’ αφουκραστεί, … (παραλ. 13 στ.) ΦΟΛΑΣ: Πού τό ’βρηκες το τόλαρο; ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Λόγο να πω στο σπίτι| μου το ’δωσε ο Δάσκαλος, κι επιάσε με μεσίτη Στάθ. (Martini) Β΄ 193· έκφρ. κυρά του οσπιτίου, βλ. κυρά 6 έκφρ· 7) (Με τα επίθ. καλός, μεγάλος) επιφανής οικογένεια ή καταγωγή: ήτον (ενν. ο σερ Τζονάν Αρόνιος) απού καλόν σπίτιν, Κατελάνος, και ο ρήγας εποίκεν του πολλά καλά Βουστρ. 479· άλλοι είναι από τα Χανιά, από μεγάλο σπίτι·| και αρχόντισσες ευγενικές εις διακονιάν γυρίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2336. 8) α) Βασιλικός «οίκος», δυναστεία: Ο δε μακαρίτης και αυθέντης μου ο βασιλεύς τι ουκ έπραξε κρυφίως και φανερώς προς βοήθειαν του οσπιτίου αυτού και των Χριστιανών ή της ζωής αυτού; Σφρ., Χρον. (Maisano) 14021· β) βασιλική «αυλή»: εν Κερκύρᾳ μετά της βασιλίσσης μείνω, άρχων του οσπιτίου αυτής Ψευδο-Σφρ. 5507· εγώ από τε του ελέους τού … Θεού, από τε της λύπης …, από τε της αταξίας πάντων των του οσπιτίου αυτού ανήκοος εγενόμην Σφρ., Χρον. (Maisano) 16824· γ) βασίλειο: επλήγωσεν ο Κύριος το Φαρώ πληγές μεγάλες και το σπίτι του ιπί αφορμή της Σαραί, γεναίκα του Αβράμ Πεντ. Γέν. XII 17· από της λύπης ήθελεν γενείν και ασθενέστερος και ολιγοχρονιότερος (ενν. ο αμιράς)· και μέσον τούτου ήθελεν αναρρωσθήναι και το οσπίτιον εκείνο Σφρ., Χρον. (Maisano) 1084. 9) α) Έθνος, φυλή: τα πρόβατα τα χαμένα του σπιτίου του Ισραήλ Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ι΄ 6· ανήρ από το σπίτι του Ισραέλ Πεντ. Λευιτ. XVII 8· (εδώ προκ. για μια από τις 12 φυλές του Ισραήλ): εδιάβην ανήρ από το σπίτι του Λεβί και επήρεν τη θυγατέρα του Λεβί Πεντ. Έξ. II 1· β) (συνεκδ.) ο λαός, οι πολίτες ενός έθνους: έκραξαν το σπίτι του Ισραέλ το όνομά του Μαν Πεντ. Έξ. XVII 31· έκφρ. τα σπίτια τούς λας, βλ. λαός 3γ έκφρ. γ. 10) Πατρίδα: εστράφην εις το σπίτιν του, στων Αθηνών την χώρα Βεντράμ., Φιλ. 26· επίστρεψαν όλοι οι Ιουδαίοι εις τα σπίτια τους εις την Ιερουσαλήμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 212r. 11) Σπιτικό, νοικοκυριό: Ταύτα δε πάντα (αναφ. σε φαγητά) χρήζουσι κατ’ έτος εις το οσπίτιν| και πλούσιοι και πένητες … Προδρ. (Eideneier) II 73· Εγώ κρατώ το οσπίτιν σου και την υποταγήν σου Προδρ. (Eideneier) I 90. 12) Περιουσία: Ορίζει ο νόμος και η ασσίζα ότι ο αυθέντης ένι κρατημένος να πλερώσει όλα, και ας βλέπεται ο καθές καλά ποταπού ανθρώπου δίδει το εσπίτιν του Ασσίζ. 1601· ας βλέπεται καλά πάσα άνθρωπος ποταπού ανθρώπου παραδίδει την εμπαλίαν του εσπιτιού του Ασσίζ. 41117. 13) Κτήριο, οικοδόμημα, οίκημα: έλεγε (ενν. η γυναίκα που ταυτίζεται με την πατρίδα): «να βουλίζανε κι εις τ’ άκταφα να πάσι| τα σπίτια και το πέλαγος εμένα να σκεπάσει …» Τζάνε, Κρ. πόλ. 17811· την χώραν την αφάνισεν που κάτω που τον πάτο,| τα σπίτια και τα τείχη της έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 198· έβαλε (ενν. ο ρε Λέουν) να πλερώννουν δέκατον το ρέντον τούς καβαλλάρηδες και παροίκους και ελευθέρους, και όλα τα σπίτια της Λευκωσίας, φούρνους, μύλους, λουτρά Μαχ. 60633. 14) α) Μοναστήρι: ημείς, αυθέντα, οι καλόγηροι, oπ’ ευρισκόμεσθεν εις αυτό το μοναστήριον, ήλθομεν να σε προσκυνήσομεν … να γλυτώσεις με την ευσπλαγχνίαν σου τούτο το σπίτι, όπου λέγεται και είναι οίκος Θεού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 194· πάντες (ενν. οι μοναχοί) εσηκώθησαν, εφύγασιν αυτίκα,| ελπίζοντες ότι χαλά το σπίτιν να τους πνίξει Προδρ. (Eideneier) III 253 χφ Ρ κριτ. υπ.· β) οίκημα στη δικαιοδοσία μοναστηριού: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος κανονισμένος οπού ένι αρχηγός ή οικονόμος ή οριστής και διδοί, ήγουν νοικιάζει σπίτια ή εις έφυτα και έρχεται και αγκαλεί εις την αυλήν Ασσίζ. 9322‑3· ο μέγας μάστορος να ορδινιάσει τοιούτον αδελφόν εμπαλήν επάνω εις τα σπίτια Ασσίζ. 9413· Εάν γίνεται οτι είς άνθρωπος οπού ένι της ευσεβείας, οπού ένι μαΐστορος ού κουμεντούρης ενού εσπιτίου Ασσίζ. 34317· γ) έκφρ. σπίτι ασκητικό = ασκητήριο, σκήτη: Έδωκε και τους κληρικούς κελλία τριγύρου από την εκκλησίαν κατά την τάξιν τους. Έδωκε και τες ψάλτριες σπίτια ασκητικά Hagia Sophia f 59728. 15) α) Λατρευτικός χώρος, οικοδόμημα αφιερωμένο στη λατρεία του Θεού: λεγόντων ημών των χριστιανών προς υμάς: «Πόθεν απέρχεσθε και προσκυνείτε;» Λέγετε δε υμείς ότι «Εις του Θεού το οσπίτι» Διάλ. Ευθυμ. 131α399, 403· (εδώ προκ. για το ναό της Αγ. Σοφίας): να σε δοξάζουν (ενν. Θεέ) ασεβείς στο άγιόν σου σπίτιν,| απέσω στην Αγιάν Σοφιάν, στα άγια των αγίων; Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 154· (εδώ προκ. για το όρος Χωρήβ, στη χερσόνησο του Σινά): Ο δε των πάντων Βασιλεύς Θεός … εδιάλεξε τούτο το αγιότατον όρος· το οποίον έκαμε σπίτι και παλάτιόν του με το να φανεί εις αυτό και να δώσει … τον Νόμον, λέγω, των δέκα εντολών Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 48· β) (προκ. για εβραϊκή συναγωγή): μη φέρεις δώσμα κούρβας και τιμή σκυλιού σπίτι του Κυρίου του Θεού σου εις παν τάγμα Πεντ. Δευτ. XXIII 19· γ) (προκ. για τον τάφο του Μωάμεθ στη Μέκκα): ει μεν επαναπαύεται ο Θεός εν τῳ οσπιτίῳ εκείνῳ και μόνῳ, εξ ανάγκης ην και φοβερόν μυστήριον εν τῳ τόπῳ Διάλ. Ευθυμ. 131407. 16) α) Ξενοδοχείο: FILOCRATE: Πού στέκει ο Δημόφιλος ο μέγας ξενοδόχος; (παραλ. 32 στ.) CALONIDE: (παραλ. 1 στ.) … μ’ ερωτάς διά τον πενθερόν μου.| Ημείς έναι καιρός πολύς όπου κανένα ξένον| εδέχθημαν στο σπίτιν μας Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 50· Έχω και φόβον ου μικρόν να πάγω εις άλλο σπίτιν,| ότι βαστώ πολύτιμα λιθάρια και χρυσάφιν Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 71· β) ξενώνας φιλοξενίας (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 135): ευθύς επρόσταξε (ενν. ο αυθέντης του Μπουκουρέστι) σπίτια να ετοιμάσουν| σ’ αυτά να τους πεζεύσουσι και να τους αναπαύσουν Μαρκάδ. 695· γ) ξενώνας φιλανθρωπικός (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 130 κε.): σπίτιν και απαντοχή να καλυβιστούν, να πέσουν| ξένοι τινές αιχμάλωτοι … Γεωργηλ., Θαν. 610. 17) (Εδώ) η κιβωτός του Νώε (Για τη σημασ. βλ. Τσαβαρή [Πουλολ.2 σ. 405]): Ηξεύρεις, όταν ήμεθεν εις ένα σπίτι οι δύο| έναν αυθέντην είχαμεν (ενν. το Νώε) Πουλολ. (Τσαβαρή)2 535. 18) Αποθήκη: έχεις (ενν. ασβέστην) ένα σπίτιον γεμάτο Διαθ. Νίκων. 22623· έκφρ. του σιταριού το σπίτι = αποθήκη σιταριού: Ήσωσεν ο Ρωτόκριτος στου σιταριού το σπίτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 573. 19) Μαγαζί, (εδώ) φούρνος, αρτοποιείο: Ως γαρ εδιέβαινα προχθές πλησίον μαγκιπείου,| και βλέπω την μαγκίπισσαν έσωθεν ισταμένην (παραλ. 2 στ.). Εσέβηκα στο σπίτιν της και προσεκύνησά την Προδρ. (Eideneier) III 171 χφ Ρ κριτ. υπ. 20) Κακόφημο σπίτι, πορνείο: έβαλε (ενν. ο Χέοψ) την θυγατέρα του εις ένα σπίτιον, όποιος θέλει να παγαίνει εις ταύτην με μισθόν αισχρού έργου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 239· εάν θέλει (ενν. κανείς άνθρωπος) να λάβει εκείνο τό έδωκεν της γυναίκας της αμαρτωλής, εντέχεται να ποιήσουν να έλθει είς Σαρακηνός εις ένα σπίτιν να πέσει μετά του με α΄ παλούκιν ξυλένον Ασσίζ. 4154. 21) Τόπος, επικράτεια: εγώ ήρτα εις τα χέρια σας ως γοιον απελπισμένος εις το σπίτιν σας, και εμόσετέ μου να με συντροφιάσετε ως την Βενετίαν εις τον έξοδόν μου Μαχ. 53222· ουδέν ουν εφάνη πρέπον εχθρούς … ημών να τους φήσομεν να επάρωσι τοιούτον κάστρον εις την μέσην του τόπου μας … Και εξετάσαντες το πράγμα εστήσαμεν να μηδέν γένηται και … ήλθομεν εις το οσπίτιον ημών Σφρ., Χρον. (Maisano) 5813. 22) Διοικητική έδρα (Για τη σημασ. βλ. Βρανούσης, ΕΜΑ 12, 1962, 61, 72): ήτον (ενν. ο Σπάτας) αυθέντης μέγας και εξουσιαστής εις το Δέλβινον, Φοινίκι και όλην την Αλβανίαν … υποκείμενος τῳ των Ρωμαίων βασιλεί, και το οσπίτιόν του ήτον εις το Φοινίκι Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 1728‑29. 23) Πόλη, (εδώ) η Κωνσταντινούπολη: αυτό το σπίτιν το άπειρον, η Κωνσταντίνου πόλις Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 644· τον αγριόπιστον να εβγάλετ’ εκ το σπίτι,| εκ την Κωνσταντινούπολιν, τη νέα Ρώμη λέγω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 610· Εχάσασιν (ενν. οι Ρωμαίοι) το σπίτιν τους την Πόλιν την αγία Ανακάλ. 3. Εκφρ. 1) Σπίτι σκλαβιών ή σκλάβων = τόπος, γη δουλείας: σε έβγαλεν από την ηγή την Αίγυφτο από σπίτι σκλαβιών Πεντ. Δευτ. XIII 11· είπεν ο Μοσέ προς τον λαό: «Θυμού την ημέρα ετούτη ος εβγήκετε από την Αίγυφτο, από σπίτι σκλάβων …» Πεντ. Έξ. XIII 3. 2) Του Πλούτωνος σπίτια = Άδης: εις σκοτεινά του Πλούτωνος σπίτια ουδέν εσέβη Κορων., Μπούας 62. 3) Σπίτι της φυλακής ή της φύλαξης = φυλακή: επήρεν ο αφέντης του Ιοσέφ αυτόν και έδωσέ τον προς σπίτι της φυλακής, τόπος ος οι φυλακωμένοι του βασιλεά Πεντ. Γέν. XXXIX 20· αδερφός σας ένας να φυλακωθεί εις σπίτι της φύλαξής σας Πεντ. Γέν. XLII 19. Η λ. και σε τοπων.: Πορτολ. A 2464, 6, 7· έκφρ. σπίτι του Πεόρ = (πιθ.) το βουνό Φογώρ (Για τη σημασ. βλ. ΠΔ, Δευτ. 34, 6): Πεντ. Δευτ. XXXIV 6.
περνώ,- Ασσίζ. 4554, Διγ. (Trapp) Gr. 3053, Διγ. A 2783, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1263, Βέλθ. 1064, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 442, Χρον. Μορ. H 322, Χρον. Μορ. P 59, Φλώρ. 32, Απολλών. (Κεχ.) 384, Λίβ. P 1904, Λίβ. Sc. 1851, Λίβ. Esc. 3005, Λίβ. N 2577, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 373, Αχιλλ. L 21, Φαλιέρ., Ιστ.2 374, Byz. Kleinchron. Á 50938, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 95, Αλεξ.2 145, Απόκοπ.2 98, Κορων., Μπούας 12, Γεωργηλ., Θαν. 409, Πεντ. Γέν. XXXII 23, Πορτολ. A 516, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 468, Αχέλ. 259, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 59, Ιστ. πατρ. 9510, Πτωχολ. (Κεχ.) P 63, Κυπρ. ερωτ. 8630, Πανώρ. Ά 131, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 149, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 182, Κατζ. Ά 150, Βοσκοπ.2 305, Παλαμήδ., Βοηβ. 59, Ιστ. Βλαχ. 1092, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Διγ. Άνδρ. 31611, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 103, Στάθ. (Martini) Ά 187, Διαθ. 17. αι. 3314, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 167339, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [428], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423, Φορτουν. (Vinc.) Ά 179, Ροδινός (Βαλ.) 218, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 72, Διγ. O 782, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2327, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ζ́ 13, Hagia Sophia ω 5164, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6911, κ.π.α.· απερνώ, Σπαν. (Ζώρ.) V 602, Διγ. Z 2384, Διγ. A 2425, Χρον. Μορ. H 409, Χρον. Μορ. P 46, Θρ. Κων/π. B 58, Θησ. (Foll.) Ι 19, Θησ. Β́ [252], Ch. pop. 469, Αλεξ.2 542, Κορων., Μπούας 51, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 67r, Πεντ. Γέν. XL 47, Πορτολ. A 3212, Αχέλ. 1686, Χρον. σουλτ. 2626, Παϊσ., Ιστ. Σινά 363, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12310, Δωρ. Μον. XXXVI, Παλαμήδ., Βοηβ. 799, Ιστ. Βλαχ. 75, Σουμμ., Ρεμπελ. 190, Διγ. Άνδρ. 40038, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 13324, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 90102, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [58], Ροδινός (Βαλ.) 84, Πτωχολ. B 126, Διγ. O 2815, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ιϚ́ 1, κ.π.α.· απερώ, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Υπόθ. ΙΓ́· επερώ, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1068· περώ, Ασσίζ. 31230, Βίος Αλ. 4812, Ιστ. Ηπείρ. XVIII5, XL4, Δούκ. 358, 6515, 8922, 11117 κ.π.α., Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΆ [474], Νομοκ. 38517· αόρ. επήρασε, Διήγ. ωραιότ. 931· μτχ. ενεστ. (άκλ.) περνών, Παρασπ., Βάρν. C 316· μτχ. απεραζόμενος, Τριβ., Ρε 14· περαζόμενος, Χούμνου, Κοσμογ. [1687], Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 524, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 183, 383, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 19, Έ 1357, Φορτουν. (Vinc.) Ά 349, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 37126· μτχ. αορ. (άκλ.) απεράσοντας, Πορτολ. B 1120, Χρον. σουλτ. 6211· περάσαντα, Ιστ. πατρ. 10515· περάσοντα, Ιστ. πατρ. 1409· περάσοντας, Κορων., Μπούας 6, Εκλογής χειρόγρ. 24522, Χρον. σουλτ. 3411, 30, 5231, 625, 11831-32, 11910, 1263, 13921, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 10938, 1131, Δωρ. Μον. XVIII, Διαθ. 17. αι. 357, 224, 1140, 194, Διήγ. πανωφ. 56, 57, 59· μτχ. παρκ. απερασμένος, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 23, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 354v, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΒ́ [135], Χρον. σουλτ. 14019, Σουμμ., Ρεμπελ. 176, 184, 192, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 65r, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. 4, Ά [260], Έ [708], Ροδινός (Βαλ.) 91, 142, 146, 161, 216, 229, Διακρούσ. 1189, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρ. Καθ. Επ. Ά δ́ 3, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 4616· περασμένος, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 12, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 324, Μαχ. 23, Θησ. Δ́ [416], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2191, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 356, Αχέλ. 19, Χρον. σουλτ. 1047, Πανώρ. Ά 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 396, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 21, Φαλλίδ. (Παναγ.) 158, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 11, Ιστ. Βλαχ. 56, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 539, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1127, Διαθ. 17. αι. 46, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 406, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [375], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422, Φορτουν. (Vinc.) Ά 12, Λεηλ. Παροικ. 513, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3641, Τζάνε, Φιλον. 58314, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Κορ. Ά ζ́ 36, κ.α.
Από τον αόρ. του αρχ. περάω (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 292). Ο τ. απερνώ στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 292, 432 434, 435) και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 9, Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.), όπως και τ. απερνάω (Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Ο τ. περώ και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. περνώ, όπου και τ. περού και απερού). Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 53, λ. απιρνάου, Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., λ. απιρνάου ‑ώ, Χριστοδούλου, Κουζιαν., λ. πιρνώ/απιρνώ). Η υποτ. αορ. επεράσω σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 292, 299). Η μτχ. περαζόμενος (για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά, 13, 17) σε έγγρ. του 16. αι. (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 295)· μτχ. περαζούμενος στο Somav. λ. απερασμένος και σήμ. ιδιωμ. (Ψάλτ., Θρακικά 35, 82). Η μτχ. περάσοντα το 14. αι. (Χρυσόβ. του 1364, 85) και σήμ. ως επίρρ. στο τσακών. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.)· μτχ. περάσοττα σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 256). Η μτχ. περάσοντας σε έγγρ. του 17. αι. (Παπαδάκη, Θησαυρ. 19, 1982, 145), το 18. αι (Στεφανόπ., Βιβλ. Στεφανοπ. 75, 76, 99) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.). Η μτχ. απερασμένος στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 37, 433, 434, 435) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.· πβ. και Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης, λ. απερασμένες). Η μτχ. περασμένος στο Βλάχ. και σήμ. H λ. τον 8-9. αι. (TLG· για πιθ. παλαιότ. μνείες βλ. αυτ. και Jannaris, Hist. Gramm. 272) στο Βλάχ. και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Διαβαίνω, διασχίζω ένα μέρος (και πηγαίνω σε άλλο): Και πάραυθα εσέβησαν εις την Τρανσυλβανίαν,| κι έτσι την επεράσασιν κι ήβγασιν στην Ουγγρίαν Παλαμήδ., Βοηβ. 1080· με την βοήθειαν του Θεού, την τρίτην την ημέραν| επέρασεν (ενν. ο Σερμπάνος) τα σύνορα κι ευρέθη από πέραν Ιστ. Βλαχ. 162· Αφού δε αποστάθηκαν (ενν. ο Μερκούριος και οι συντρόφοι του) εκ τον κομμόν που ’ποίκαν| την γέφυραν απέρασαν και εις την χώραν μπήκαν Κορων., Μπούας 62· (προκ. για θάλασσα ή ποτάμι): Και να περάσομεν ομού την θάλασσαν τήν βλέπεις,| να πάμε στην Ανατολήν, εις τον καλόν τον τόπον Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 82· Είναι δε το γένος τούτο των Τατάρων μαθημένοι να περνούσι με τα άλογά τως καβαλάροι τα μεγάλα ποτάμια κολυμβώντες Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· β) διέρχομαι, περνώ από ένα μέρος/σημείο: Εγώ πολλές χώρες και κάστρη είδα και επέρασα, και είδα γραφές πολλές και ανέγνωσα εις ετούτον τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 33633· και μικράν θύραν επεράς την κεφαλήν κυρτῴαν Παϊσ., Ιστ. Σινά 1068. 2) Διαπερνώ (με αιχμηρό όργανο), διατρυπώ κάπ. ή κ.: Και ηβλέποντας ο Σαούλ ότι οι εχθροί εσίμωναν να τον πιάσουν, βάνει το κοντάρι του και ακουμπάγει το εις ένα δένδρον και το ξίφος το βάνει εις την κοιλίαν του και αμπώνει το και απέρασέ τον έως την ράχην Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 192r· ένας άνθρωπος των αρμάτων ... είδεν τον υιόν του Τακκά ... και με το σπαθίν επέρασέν τον απέ την μίαν μερίαν ως την άλλην και απόθανεν Μαχ. 6629· (σε μεταφ.): και την καρδίαν μου δεινή επέρασε ρομφαία Θρ. Θεοτ. 64· (μεταφ., προκ. για το κρύο): Και όταν είναι ψύχρα μεγάλη, μη δουλεύεις πολλά, διατί το κρύος ευρίσκει τότε τους πόρους ανοικτούς, όταν είσαι ιδρωμένος, και σε περνά ευκολότατα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 176. 3) Οδηγώ/μεταφέρω κάπ. κάπου· (συν. στην απέναντι όχθη/ακτή): Βάρκες ορθώθησαν λοιπόν δώδεκα για να πιάσουν/ την νύκτα την ερχόμενη τσ’ ανθρώπους να περάσουν Αχέλ. 889· Ο δε Σελήμ ... έδραμεν ευθύς κάτω εις το ποτάμι, και έβαλε τους τουφεξήδες μέσα εις κάποιες μικρές βάρκες και τους επέρνα εις την πέραν μεράν του ποταμού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· το πλοίον διεσκόρπισεν, επνίγησαν οι πάντες,| μόνον ο Απολλώνιος μέσα εις μικρόν σανίδιν| το κύμαν τον επέρασεν της Τρίπολης τα μέρη Απολλών. 139. 4) α) Μετακινώ κάπ./κ. σε σχέση με (μέσα από, πάνω από κ.τ.ό.) κ. άλλο· (σε μαγικές πράξεις): περούσι τα παιδία των από στόμα λύκου, τάχα διά να ζήσουν Νομοκ. 38518· Μη ευρεθεί εις εσέν απερνάει τον υιό του και τη θεγατέρα του εις την ιστιά, μαντεύγει μαντειές ... Πεντ. Δευτ. XVIII 10· β) (εδώ) σουρώνω: έπαρε νερόν από περιστερών, τούτο το χόρτον, οπού το λέγουν φράγκικα μπέρμπενα, από πήγανον, από χελιδόνιον, τριαντάφυλλα και από αλόην και τούτζια πρεπαράτα από πάσα ένα μισήν δράγμα, κοπάνισε και πέρασέ τα από ψιλόν μανδήλιον και φύλαξέ τα εις μίαν αγαστέρα υαλίνην Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 229. 5) (Χρον.) διανύω, διάγω ένα χρον. διάστημα (κατά ορισμένο τρόπο): και δίχως πρίκες κι όχθρητες, δίχως ζηλειές και φθόνους| περνούσι (ενν. οι γιαθρώποι) τσ’ εβδομάδες τως, τσι μήνες και τσι χρόνους Πανώρ. Πρόλ. 60· Και έτσι με φόβον και τρόμον απεράσαμεν την ημέραν εκείνην και την νύκταν ως νεκροί εις την όψην και μισαπεθαμένοι Ιερόθ. Αββ. 333· Εις τον ποέτα βρίσκομε τον κωμικόν γραμμένο| κι έτσι από τον Τερέντσιο καλά ξεδηγημένο,| πως γιατί αγάπα ο Πάμφιλος την όμορφη Γλυτσέρε| με δίχως ύπν’ ολότελα le notti απέρνα intiere Κατζ. Δ́ 118. 6) (Με αντικ. τη λ. ζωή ) διάγω, ζω: οπού είμαι νέος, ας περάσω καλήν ζωήν, και δεν θέλει λείψει καιρός, διά να δοξάσομεν και τον Θεόν Ροδινός (Βαλ.) 67· Και ως έβλεπε (ενν. ο κύρης Ανδρόνικος) την ασθένειαν αυτού οπού αυξάνει, εδιελογίζετο τι να κάμει και πού να υπάγει και εις τι τόπον να περάσει την ζωήν του ότι το είχεν ως μεγάλην εντροπήν να φαίνεται εις τον λαόν του μετ’ αυτού του ασθενήματος Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19. 7) Βιώνω, υφίσταμαι κ., υποφέρω μια (συν. δυσάρεστη) εμπειρία: Τῳ αυτῴ χρόνῳ απέθανεν ο Χριστόδουλος ο βαφτισμένος ... και αυτός ήτον Εβραίος και εις την νεότητά του αγάπησεν την πίστιν και εγίνην χριστιανός και πολλά κακά επέρασεν από τους φθονερούς Ιουδαίους Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 23v· πολλές πρίκες και βάσανα έχεις περασμένα Μανολ., Επιστ. 1739· Λοιπόν οι δόλιοι Κρητικοί κίνδυνον επεράσαν| μέγαν από τες λουμπαρδιές, αλλ’ ουκ εδειλιάσαν Διακρούσ. 1087. 8) Υπερβαίνω ένα όριο, ξεπερνώ· (χρον.): να ζήσει (ενν. ο άρχοντας) χρόνους εκατόν και να τους απεράσει| με πλούτον και με έπαινον στον κόσμον να γηράσει Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 65· Δεν έναι (ενν. ο μισσέρ Γιαννούτσος) κύρης μου, σα λες, μ’ αλλότες είχε πράσσει| εις τα ταξιδια, και έρχοντας μια φούστα ν’ αγοράσει (παραλ. 2 στ.). Και μετά κείνη τοτεσά μ’ αγόρασε κι εμένα,| και ακόμη χρόνους δυόμισι δεν είχα περασμένα Φορτουν. (Vinc.) Β́ 206· (ποσ.): απερνώντες τα όσα εξόδευσαν (ενν. οι Γαλατιανοί), έχουν την άδειαν να τα μαζώξουν από την μέσην τους, διά να έβγουν από το χρέος Επιστ. Μωάμ. 6725· (τοπ.): όταν έγινεν ο κατακλυσμός οπού ήλθε το νερόν δεν απέρασε την κορυφήν αυτεινού του βουνού (ενν. του βουνού Τερέστρο), καλά και τινές λέγουν ότι το νερόν απέρασεν πάσα βουνόν ένδεκα πήχες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 70v. 9) Παραβαίνω κ.: δεν ημπορώ να περάσω τον ορισμό του Κύριου να κάμω καλό γή κακό από τη καρδιά μου Πεντ. Αρ. XXIV 13· Ότι να ευρεθεί μεσοθιό σου ... ανήρ γή γεναίκα ος να κάμει το κακό εις τα μάτια του Κύριου του Θεού σου να απεράσει τη διαθήκη του. Και έφυγεν και εδούλεψεν είδωλα άλλα και επροσκύνησεν αυτά Πεντ. Δευτ. XVII 2. 10) Παρακάμπτω, αποφεύγω κ.: εις το νησόπουλον ... έχει ξέρην εις την μερέαν της τραμουντάνας και εβγαίνει εις το πέλαγος μισόν μίλι. Και απεράσοντας την ξέρην και έμπεις μέσα το κανάλιν και την στερέα· ’ράξε όπου θέλεις ότι έχει φούντος όσον θέλεις Πορτολ. B 1120· (κ. δυσάρεστο): παρακαλώ ... να γράψει η αδελφότης υμών του εκλαμπροτάτου αυθεντός βαΐλου των Ενετών οπού ευρίσκεται εις την Βασιλεύουσαν ... να γένει επίμων να πάρει έκδοσιν από τον οικουμενικον πατριάρχην ... να μετατεθούμεν εις την Ζάκυνθον, διά να περάσομεν τους κινδύνους της στράτας του Κωνσταντίνου Βελλερ., Επιστ. 5543. 11) α) Aντιπαρέρχομαι κ., αδιαφορώ για κ.: Αλλά αλίμονον εις εσάς τους Φαρισαίους, ότι αποδεκατίζετε το δυόσμον και το πήγανον και κάθε λάχανον, και περνάτε την κρίσιν και την αγάπην του Θεού· Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιά 42· α) προσπερνώ, παραλείπω κ.: Ημπόρουν διά την φυλακήν να γράψω ακόμη και άλλα| αμή σχολάζω, αφήνω τα, διαβαίνω και περνώ τα,| διά να ’ρθω εις την υπόθεσιν και των φυλακατόρων Σαχλ., Αφήγ. 485. 12) α) Αντιμετωπίζω κ. ή κάπ. (επιτυχώς): Κι αυτός (ενν. ο δεσπότης Άρτας), ως ήτον φρόνιμος, καλά εδιορθώθη·| τους Φράγκους γαρ ερόγεψεν, τον πρίγκιπα Γουλιάμον| και τον αφέντην Αθηνών και τους Ευριπιώτας·| με αυτούς εβοηθήθηκεν κι επέρασεν την μάχην Χρον. Μορ. P 3084· β) κάνω κάπ. να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες μου, «καταφέρνω κάπ.»: Μα δίχως να το πεις εσύ και να το δικιμάσεις,| να θες με τα διατάματα μόνο να με περάσεις| εδώ με χάνεις και γοργό πάγω να βρω τον Άδη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 860· Εδάρτε συμβουλεύω σας όλες καλές κυράδες,| αμέτε και μαυλίζετε ύπανδρες και χηράδες,| γελάτε τες ανέγλυτες και τες νοικοκυράδες (παραλ. 2 στ.) τους άνδρες με τα λόγια σας όλους να τους πλανάτε.| Έχετε κι αγαπητικούς, μηδέν αδημονάτε,| κι οπού ’γαπούν και φλέγουνται, με λόγια τους περνάτε Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 651. 13) α) Δίνω, μεταβιβάζω κ. (σε κάπ.): Ανήρ ότι να απεθάνει και υιός δεν είναι αυτουνού … να απεράσετε τη κλερονομιά του εις τη θυγατέρα του Πεντ. Αρ. XXVII 8· Ένι καταστημένον με την ασσίζαν των Ιεροσολύμων ότι η αφεντία των πραγμάτων των χαμένων ουδέν πρέπει κανείς να των περάσει εις κανένα έτερον κορμίν, ότι εις όποιον τόπον οπού ο κύρης ημπορεί να εύρει το πράγμαν του κινητόν τό είχεν χάσει, εντέχεται να το αναλάβει διά όρκου τόν να ποιήσει Ασσίζ. 42323· β) προσφέρω, αφιερώνω κ.: να απεράσεις παν άνοιγμα μήτρας του Κύριου Πεντ. Έξ. XIII 12. 14) Θεωρώ, αντιμετωπίζω κάπ. ως ...: Παρακαλώ σας βασιλείς, αυθέντες και ρηγάδες,| ... σοφοί και διδασκάλοι,| μη με κατηγορήσετε εις τἄγραψα και είπα·| περάσετέ με ως άγνωστον ομάδιν με τον νουν μου,| και ψέξετε τον λογισμόν εμού δε και την γλώσσαν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 568. 15) Διηγούμαι, εξιστορώ: η υπόθεση ετούτη, την οποίαν εδιηγήθηκα με πάσαν αληθοσύνην και δεν έγραψα ένα πράγμα διά άλλον, μόνον πιστά τα επέρασα, μήτε περισσότερο μήτε ολιγότερο Σουμμ., Ρεμπελ. 193. 16) Δηλώνω, φανερώνω: είπεν (ενν. η Παρθένος) «ηγαλλίασεν» και δεν είπεν ευφράνθη, ή εχάρη. Είναι κάποια διαφορά ανάμεσα εις αυτά τα ρήματα, διότι το εχάρη φέρνει κάποιαν χαράν εις την ψυχήν, αμή δεν περνά τον τρόπον και την διάθεσιν εκείνου οπού χαίρεται Ροδινός (Βαλ.) 93. Β́ Αμτβ. 1) Μεταβαίνω, μετακινούμαι, πηγαίνω α1) σε κάπ. άλλο μέρος: Πλην όταν απεσώσαμεν εις τον αιγιαλόν ετούτον,| επαίρει (ενν. ο Βερδερίχος) το καμήλιν μου, πεζεύει με απ’ εκείνο| και με την κόρην μόνος του περνά εις γην Αιγύπτου Λίβ. Sc. 1734· άφησε (ενν. ο Ευστάθιος ο Πλακίδας) την αυθεντίαν οπού είχεν και έφυγεν να απεράσει εις άλλον τόπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390r· ο βάρβαρος εμάνισε και εις ολίγον καιρόν έρχεται πολεμώντας την Ανατολήν και κουρσεύοντας πολλούς τόπους. Επέρασε δε και εις την Θεσσαλονίκην Εγκ. αγ. Δημ. 109162· (στην απέναντι ακτή/ όχθη): Είχε δε μεγάλην αδημονίαν ο μισσέρ Ρομπέρτος και λύπην, πως δεν έβρισκε βάρκαν να περάσει εις τον Μορέαν Δωρ. Μον. XXIV· Και λέγω προς τον Λίβιστρον: «Εύξου με να περάσω,| και όταν με ίδεις επέρασα, στέκομαι εις την στερέαν,| τότε και συ την θάλασσαν άφοβα να την έμπεις,| και να έλθεις όπου με θεωρείς, δίχα τινός ανάγκης» Λίβ. Sc. 1864, 1865· Τούτη η ταραχή όχι μόνον εσύγχισε πολλά τους Τούρκους οπού ήσαν περασμένοι από το ποτάμι, αλλά πολλῴ μάλλον εκείνους, οπού ήσαν ακόμη εκείθεν του ποταμού διά να περάσουσιν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422· α2) (σε κάπ.): Τότε στον αρχιστράτηγον βουλήθη (ενν. τινάς σπαχής) να περάσει Αχέλ. 1200· Η δε, «Ω τρισκατάρατε γέρον», ανταπεκρίθη (ενν. η Μαξιμώ) | «και διά ένα κόπους μοι και τῳ λαῴ παρέσχες,| προς ον μόνη περάσασα, Θεῴ τε καυχωμένη,| άρω αυτού την κεφαλήν και προς υμάς εκφέρω;» Διγ. Z 3469· β) (μεταφ.) σε κάπ. άλλη κατάσταση: στανικώς μου μέλλομαι σε γάμον ν’ απεράσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [914]· και ν’ απεράσει (ενν. ο βοσκός) εις μιαν στιγμήν από τον θάνατόν του,| εις μιαν γλυκύτατην ζωήν, με τον ευτυχισμόν του; Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1460]. 2) Διέρχομαι από ένα μέρος/σημείο: Και περνώντας ο Ιησούς απεκεί, είδεν άνθρωπον οπού εκάθετον εις το κουμμέρκι και τον έλεγαν Ματθαίον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. θ́ 9· εκέντησεν ο Αχιλλεύς τον άσπρον τον φουδούλον,| χαμογελών επέρασεν εμπρός από την κόρην Αχιλλ. L 836. 3) Εκτείνομαι, φτάνω ως ...: Και έχει (ενν. η Πόλις) πόρτο μεγάλο και καλό. Και έχει κόρφον και περνά πέρα εις τον Γαλατά και έναι μίλι ήμισυ Πορτολ. A 23013. 4) Εισέρχομαι, μπαίνω: ... προβαίνει η Πετρονέλα (παραλ. 1 στ.) και με το γέλιο λέγει μου: «Πέρασε η αφεντιά σου,| κι η μάνα μου λιγοψυχά να ’χει την εμιλιά σου» Φορτουν. Ά 260. 5) (Δια)περνώ: εβάναν του (ενν. του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού) εις το κεφάλι ένα στεφάνι με αγκάθια, τα οποία αγκάθια απερνούσαν εις το κεφάλι του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 326v· (σε μεταφ.): Αμή όταν θέλει (ενν. ο πόθος) να χωθεί κι εις την καρδιάν να φτάσει| τότες το στήθος σου του κλεις, για να μην απεράσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1166]. 6) Αναχωρώ, αποχωρώ· φεύγω: Αυτού λέγει το δίκαιον περί εκείνων των εγγυτάδων οπού ουδέν έχου να ποιήσουν ως εγγυτάδες, ού αν επέρασαν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 31225· αν δεν αφήσει (ενν. ο Φαραώς) να απεράσει το πλήθος των υιών Ισραήλ, όλα τα νερά της Αιγύπτου θέλω τα κάμει να γένουν αίμα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 158v. 7) (Χρον.) παρέρχομαι, αποτελώ παρελθόν: Οϊμένα, αποκοιμήθηκα κι επέρασεν η ώρα! Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1079· Και δεν επέρασεν ένας μήνας και επάρθη η Θεσσαλονίκη υπό των Τουρκών Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 23· απέρασε το κολατσό κι ακόμη δεν εφάνη (ενν. η θυγατέρα μου) Πανώρ. Β́ 51· (συχνά μτχ. χρον. άκλ.): Και απεράσοντας πολλοί χρόνοι, εκατέβη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, Θεός και άνθρωπος Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12326· Περάσαντα δη μερικός καιρός εσυνάχθησαν πολλοί αρχιερείς, μητροπολίται και επίσκοποι, και έγινε σύνοδος μεγάλη Ιστ. πατρ. 10515· και πάλιν παρευθύς … περάσοντας μίαν ώραν εσήκωσεν πάλιν ωσάν άλλο νέφος πλέον μεγαλύτερον από το πρώτον Διήγ. πανωφ. 56· Περάσοντα δε ολίγος καιρός ηβουλήθη (ενν. ο Ιωακείμ) δευτέραν φοράν να υπάγει εις τον Πούγδανον Ιστ. πατρ. 1409. 8) Παύω, σταματώ, καταλαγιάζω: ωσάν περάσουν οι βροχές, πάλι καλοσυνεύγει Πανώρ. Β́ 256· (εδώ προκ. για υποχώρηση της στάθμης υδάτων): Και εσφαλίστηκαν οι βρύσες της άβυσσος και καταρράχτες του ουρανού και εποκόπην η βροχή από τους ορανούς. Και εστράφηκαν τα νερά αποπάνου την ηγή ... και επέρασαν τα νερά Πεντ. Γέν. VIII 3· (μεταφ.): ο πόνος να περάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 620· ... οι έγνοιες επεράσασι για την καημένη Κρήτη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18314· (με γεν. ή αιτ. προσωπ. αντων.): Το ξύλον οπού αρμένιζε κι εφάνιστή σου εχάθη| σημάδι είν’ Αρετούσα μου, πως σου περνούν τα πάθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 160· Θωρώ κι ο νους σου στο κακό κι εις τό σε βλάφτει ’ράσσει| κι ο λογισμός οπού ’βαλες δε θε να σου περάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 458· και εδιάβην ώρα περισσήν ώστε να τον περάσει| ο θρηνισμός, ο πικραμός όν είχεν εκ καρδίας Βέλθ. 399. 9) Ζω α) διαβιώνω (με ορισμένο τρόπο): Άλλοι να έχουν το φλουρί σεντούκια γεμισμένα,| και άλλοι να περνούν πτωχά και στενοχωρημένα Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 80· Ο δε καλός νεότερος και Διγενής Ακρίτης,| απέρνα μεν χαιράμενος ομού μετά της κόρης Διγ. A 2299· να μαθαίνομε πώς περνά η πανιερότη σου Μανολ., Επιστ. 17336· απέρνα ο νεούτσικος με τούτα και με κείνα,| με κόπους, με αναστεναγμούς και με περίσσιους πόνους Τριβ., Ρε 110· β) αντεπεξέρχομαι σε κ., τα βγάζω πέρα· επιβιώνω: Κι απήτις πέσου τα τειχιά, θα δω τι θα γενούσι (ενν. οι χριστιανοί),| πώς έχου να περάσουνε, πού θε να φυλαχτούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16517· ηξεύρω να περνώ, και όταν έχω και όταν δεν έχω Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Φιλ. δ́ 12 σημ.· Το λοιπόν κάνοντας τόσες μπονάτσες, και μην ημπορώντας οι μύλοι μας να αλέσουν επέσαμεν εις μεγάλη πείνα, και επερνούμαν με μαγέρεμα μόνον και με ό,τι άλλο ηθέλαμεν εμπορεί, όσον οπού ο Θεός ηθέλησεν και ήκαμεν άνεμον, και αλέσαμεν και εχορτάσαμεν και το ψωμί Διήγ. πανωφ. 59. 10) (Σε γ́ πρόσ., για γεγονότα, υποθέσεις κ.τ.ό.) κυλώ, εκτυλίσσομαι, συμβαίνω: Πατριαρχεύοντος δε αυτού, του κυρού Μαξίμου του λογίου, όλα τα της εκκλησίας επερνούσαν ειρηνικά και ασκανδάλιστα Ιστ. πατρ. 11616· εις τον τρόπον ετούτον απέρασε η υπόθεση ετούτη, την οποίαν εδιηγήθηκα με πάσαν αληθοσύνην Σουμμ., Ρεμπελ. 193· Το πράγμα πώς επέρασε κάμε με ν’ αγροικήσω,| και την αλήθειαν ξέσκεπην κι ίσια να την γνωρίσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [167]. 11) Έχω ισχύ, λαμβάνομαι υπόψη· γίνομαι (απο)δεκτός: Ο λόγος σου να απερνά εις όλους τους μπασιάδες,| να σκύφτουν να σε προσκυνούν όλοι οι βοϊβοντάδες Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 87· Τότε ωσάν είδε ο Αλή πασάς ότι δεν απέρασε η βουλή του ... έγραψε χαρτί και έστειλε κρυφά του βασιλέως Παλαιολόγου μέσα εις την Πόλη Χρον. σουλτ. 881· (εδώ προκ. για τη λήψη απόφασης από τη βενετική γερουσία, βλ. και πάρτη 2β): Εσουμπλικάρησα διά την Ζάκυνθον. Ούτως απέρασεν η πάρτε μου εις τας τρεις του Αυγούστου Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 12311. 12) Επικρατώ, υπερισχύω: Και μέρες περαζόμενες ήλθε να δοκιμάσει| το άλογό του καθαείς, το ποιος για να περάσει Αλεξ.2 332· (εδώ) υπερέχω (σε κ.): όταν δε εγένηκεν δώδεκα χρόνων κείνος (ενν. Βασίλειος ο Ακρίτης),| ως ήλιος απέλαμπεν εις όλα τα παιδία,| απέρνα εις την δύναμιν ώσπερ ανδρειωμένος Διγ. A 1398. 13) Παραβαίνω (κ.): δεν απέρασα από τις παραγγειλιές σου Πεντ. Δευτ. XXVI 13. 14) α) Θεωρούμαι ως ..., έχω συγκεκριμένη φήμη: Ακούσατε του Μωυσή του προφητικοτάτου,| που ’πέρνα διά φρόνιμος εν μέσῳ των Εβραίων Κρασοπ. (Eideneier) I 89· β) θεωρούμαι κ. που δεν είμαι: Τα ήθη μου τα θηλυκά με δαύτην (ενν. την φορεσία) να σκεπάσω,| εις τους βοσκούς ανάμεσα, βοσκός για ν’ απεράσω.| Για να ’κλουθώ και να θωρώ με την ανάπαυσίν μου,| τον Σίλβιον μου τον όμορφον, την ακριβήν ψυχήν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ 162. 15) Υφίσταμαι, υπάρχω: επέρνα καλή αγάπη αναμέσον τους Σουμμ., Ρεμπελ. 175. 16) Μεταβιβάζομαι: εκείνος (ενν. ο Ιησούς), ότι μένει εις τον αιώνα, έχει την ιεροσύνην οπού δεν περνάει· διά τούτο και δύναται να σώζει εις το παντελές εκείνους οπού πλησιάζουσι διά μέσου αυτουνού εις τον Θεόν, έστοντας να ζει πάντοτε εις το να παρακαλεί διά λόγου τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. ζ́ 24. II. Μέσ. Ά (Μτβ.) υπερβαίνω κάπ. χρον. όριο: Δεν είμαι γέρος ... (παραλ. 1 στ.) Ακόμη τη σαρανταρά δεν είμαι περασμένος,| μα απού την πρίκα έτσι ψαρός είμαι καταστεμένος Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 365. Β́ Αμτβ. 1) Μεταβαίνω στην απέναντι ακτή/ όχθη, διαπεραιώνομαι: και ούτως εμέτρησε (ενν. ο Τουμούτμπεης) τον καιρόν και την ώραν, από τες βίγλες μαθών, οπόταν είναι περασμένοι σχεδόν οι μισοί Τούρκοι εις το ποτάμι, να είναι και αυτός φθασμένος εις τον τόπον, και ευρίσκοντάς τους μοναχούς, χωριστά από τους άλλους, να πέσει απάνω τους να τους κόψει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422. 2) (Χρον.) παρέρχομαι, αποτελώ παρελθόν: να μη νυχτώσει ο καιρός και περασθεί το βράδυ Ιστ. Βλαχ. 2141· Τέσσερεις χρόνοι κάτεχε πως είναι απερασμένοι| απού στα φύλλα τση καρδιάς σ’ έχω ζωγραφισμένη Πανώρ. Β́ 285. Φρ. 1) Απερνά (απάνου μου) πνοά ζήλειας = (προκ. για συζυγική πίστη) καταλαμβάνομαι από καχυποψία: ανήρ ... να απεράσει απάνου του πνοά ζήλειας και να ζηλέψει την γεναίκα του ... Πεντ. Αρ. V 14· γή άντρας ος να απεράσει πνοά ζήλειας και να ζουλέψει την γεναίκα του Πεντ. Αρ. V 30. 2) Απερνάγει ο λογισμός μου = ξεχνιέμαι, ξεφεύγω (από την παρούσα πραγματικότητα): Και τούτα άπερ έκαμα και είπα της υμετέρας αγάπης, δεν τα έκαμα διά καύχησιν ή έπαινον, ... αλλ’ έστοντας να ευρίσκομαι εις φυλακήν ... μη έχων τι ποιήσαι εκαθεζόμην και έγραφα τούτα διά να απερνάγει ο λογισμός μου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390v. 3) Απερνώ κάπ. εις τα κάστρα = υποδουλώνω κάπ.: και τον λαό απέρασεν (ενν. ο Ιωσεφ) αυτόν εις τα κάστρα από άκρα σύνορο της Αίγυφτος και ως την άκρα του Πεντ. Γέν. XLVII 21. 4) Απερνώ κ. ’λαφρά/κ. μου απερνά ’λαφρά = δεν υφίσταμαι σοβαρές συνέπειες για μια πράξη μου: Ετούτο δε εσκόπησεν (ενν. ο αφέντης Καρυταίνου) στον λογισμόν του ετότε·| ότι, αν λείψει του πρίγκιπος ‒ διατό ήτον τάχα θείος του ‒ | να έχει την συμπάθειον του, ’λαφρά να το απεράσει Χρον. Μορ. H 3239· Ετούτο δε εσκόπησε (ενν. ο αφέντης Καρυταίνου) τότες στον λογισμόν του·| ότι, αν λείψει του πρίγκιπος ‒ διότι ήταν θείος του ‒ | να έχει την συμπάθειον, ’λαφρά να του απεράσει Χρον. Μορ. P 3239. 5) α) Απερνώ ξουράφι ιπί το κεφάλι μου = κόβω τα μαλλιά μου, κουρεύομαι: ανήρ γή γεναίκα ότι να χωρίσει να τάξει τάγμα χωρισμένο να χωρίσει του Κύριου ... όλες τις ημέρες τάγμα του χωρισμάτου ξουράφι να μην απεράσει ιπί το κεφάλι του Πεντ. Αρ. VI 5· β) απερνώ ξουράφι ιπί όλη τη σάρκα μου = ξυρίζω όλο το σώμα μου: Και έτσι να κάμεις αυτωνών να τους καθερίσεις· ράντισε απάνου τους νερά ράντισμα και να απεράσουν ξουράφι ιπί όλη τη σάρκα τους και να σκαμματίσουν τα ρούχα τους και να καθερίσουν Πεντ. Αρ. VIII 7. 6) Απερνώ σοφάρ (βουκίνισμα) = σαλπίζω: και να απεράσεις σοφάρ βουκίνισμα εις τον μήνα τον έφτατο εις τη δέκατη του μηνού, εις την ημέρα των συμπαθημάτων να απεράσετε σοφάρ εις όλη την ηγή σας Πεντ. Λευιτ. XXV 9. 7) (Α)περνώ στον Άδη(ν)/την στράταν της ζωής/από τούτην την ζωήν/από (απού) την ζωήν ετούτη(ν)/του κόσμου = πεθαίνω: Κι ο ’πίσκοπος αρρώστησε ετότες την Τετράδη,| μια μέρα μόνον έζησε κι επέρασε στον Άδη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22218· ... της άθλιας της ζωής απέρασε (ενν. ο Αρκύτας) την στράταν Θησ. ΙΆ [98]· με θεϊκόν στόμα εθέσπισαν (ενν. οι πνευματοφόροι πατέρες) και επαράδωκαν τες λειτουργίες, ευχές και ψαλμωδίες και τα χρονικά μνημόσυνα, να γινίσκουνται διά εκείνους οπού περνούν από τούτην την ζωήν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 424· ΡΟΔΟΛΙΝΟΣ: Πώς τούτο; τάχατες δε ζει πλιον ο δικός τση κύρης;| ΤΣΙΜΟΣΚΟΣ: Επέρασε απού την ζωήν ετούτη ο κακομοίρης Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 374· Εις τέτοια πάθη θες εμπεί και τότες να γεράσεις,| χρειά ’ναι το τέλος σου να ’ρθει, του κόσμου να περάσεις Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 320. 8) Αφήνω κ. να περάσει = δεν δίνω σημασία σε κ.· αντιπαρέρχομαι κ.: μα κείνος οπού δεν πονεί αφήνει να περάσει| το σφάλμα κι ουδέ βούλεται να το καταδικάσει· | παινά το κι ομορφίζει το … Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 137· ... άφησ’ τα αυτάνα, α μ’ αγαπάς, φίλε μου να περάσου·| θωρώ τη φρονιμάδα σου, γροικώ την πονηριά σου·| κατέχω τούτα, οπού μου λες κι οπού μ’ αναθιβάνεις| κι άφησ’ τα να περάσουσι, γιατί τον κόπο χάνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 64. 9) Κ. περνά από κάπ./από λόγου κάπ. = η έκβαση μιας υπόθεσης εξαρτάται από κάπ.: ΘΟΔΩΡΟΣ: Αφέντη Λούρα, η δουλειά τούτη περνά από σένα...| ΛΟΥΡΑΣ: Ανέν περνά από λόγου μου, τάξε τα καμωμένα Φορτουν. (Vinc.) Έ 191, 192. 10) Περνώ την αναγκαίαν χρείαν της ζωής μου = εξασφαλίζω τα απαραίτητα για την επιβίωσή μου: μήτε γεωργούσι (ενν. οι Άραβες), μήτε σπείρουσιν αλλά ... ή άγρια ζώα της ερήμου κυνηγούσι και τρέφονται από τα κρέατα τούτων ή παραφυλάττουσι τους δρόμους φονεύοντες τους οδοιπόρους, και με τούτο περνούσι την αναγκαίαν χρείαν της ζωής τως Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 109. 11) Περνώ άνεμο = (προκ. για το Θεό) στέλνω, εξαπολύω άνεμο: Και εθυμήθην ο Θεός τον Νοαχ και όλο το αγρίμι και όλο το χτήνο ος μετά κείνον εις το κιβωτό, κι επέρασεν ο Θεός άνεμο ιπί την ηγή και εκατάπρυαναν τα νερά Πεντ. Γέν. VIII 1. 12) Περνώ από μιαν ορμίδα, βλ. ορμίδα φρ. 13) Περνώ κάπ. από σπαθί/σπαθίου/σπαθιού, βλ. από 17 Φρ. 14) Περνώ εναντία κ. = αντιστέκομαι, πηγαίνω κόντρα σε κ.: έστοντας να αρπάσθει το καράβι και να μην δύνεται να περάσει εναντία τον άνεμον, έστοντας να αφήσομεν το καράβι εις τον άνεμον, εφερόμεσθαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κζ́ 15. 15) Περνώ εξεφάντωσιν, βλ. ξεφαντωσις ‑ση Φρ. 1. 16) Περνώ το θάνατο = θανατώνομαι, πεθαίνω: Ήτονε ο νόμος Σαλαμό και όποιο καταλύσου| κρασί καλό και όμορφο αυτόνο να ποτίσου,| για να τους παίρνει το κρασί το φόβο, να μην τρομάσσου,| και μετ’ αυτό το θάνατο άφοβα να περάσου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3561. 17) Περνώ τη φούρκα = απαγχονίζομαι: το effe μόνο εξώφευγες, καημένε, να διαβάσεις,| γιατί της φούρκας ήτονε, μην πα να την περάσεις Στάθ. (Martini) Β́ 154. 18) Περνώ στα χέρια κάπ. = περιέρχομαι στην εξουσία κάπ.: αυτοί δεν επεράσασι στα χέρια των εχθρών τους Διακρούσ. 9522. 19) Τα περνώ καλά = ζω ευτυχισμένα: μόνε να δώσει ο Θεός να ζήσεις, να γεράσεις,| χρόνους πολλούς στον θρόνο σου καλά να τα περάσεις Ιστ. Βλαχ. 1232. Η μτχ. περαζόμενος ως επίθ. = 1) α) Που έχει παρέλθει χρονικά, παλιός: να μη χρωστεί ο άνωθεν Μιχελής να πλερώσει τίβοτας για τα λεγόμενα καταλύματα τσι χρονές τσι περαζόμενες Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 25520· και κλαίει (ενν. η γυναίκα) περαζόμενα βάσανα και θυμάται Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17825· β) που έζησε στο παρελθόν: κι αυτός ο τόπος (ενν. η Τρανσυλιβανία) δεν ήτον ποτέ του βασιλέως,| μόνον εις την υποταγήν ήτον, όχι αλλέως,| του Τούρκου και τον όριζεν κι επαίρναν ’που την Πόλη| φλάμπορ’ οι περαζόμενοι οι αυθεντάδες όλοι Παλαμήδ., Βοηβ. 690. 2) Στην έκφρ. (εις/σε/με) (η)μέρες περαζόμενες = μετά από λίγο καιρό: Εις μέρες περαζόμενες μαλώνουν δυο Εβραίοι Χούμνου, Κοσμογ. 2105· Σε μέρες περαζόμενες εδιάβη ο Κανδάλης Αλεξ.2 2201· Με μέρες περαζόμενες πήγε (ενν. ο λύκος) να τον γυρεύει| εκεί οπού εσύντυχαν, τον σκύλον να τον εύρει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 3413· Ημέρες περαζόμενες, Φίλιππον πιάνουν πόνοι·| μαντάτα του ηφέρασι, απίστησε Μοθώνη Αλεξ.2 395· ... μέρες περαζόμενες ήλθε να δοκιμάσει| το άλογό του καθαείς, το ποιος για να περάσει Αλεξ.2 331. Η μτχ. παρκ. (α)περασμένος ως επίθ.= 1) α) Που ανήκει ή αναφέρεται στο παρελθόν, που έχει παρέλθει χρονικά, παλιός: ηξεύρουν (ενν. οι άγγελοι) τα πράγματα τα απερασμένα και τα παρόντα και τα μέλλοντα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 27v· Αγκαλιαστή τηνε (ενν. την Αρετούσα) κρατούν ο κύρης με τη μάνα,| την ώρα που τα χείλη της ετούτα ανεθιβάνα·| μ’ αγάπη τη γλυκοφιλού, με σπλάχνος την ευχούνται,| την περασμένην όργητα πλιο δεν τηνε θυμούνται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1282· Δι’ αυτό εγώ ο πολυπαθής, τέκνον μου ηγαπημένον,| τά έμαθα με πολλή πικριά εις καιρόν απερασμένον,| να σε διδάξω βούλομαι ... Δεφ., Λόγ. 12· Ω κόποι περασμένοι μου, πώς είστε πληρωμένοι| μ’ αντίμεψη πολλά ακριβή!... Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 71· εκφρ. τες απερασμένες ημέρες = τις προάλλες, προ ημερών: τες απερασμένες ημέρες ήλθεν εις το παλάτιον ένας γέροντας άνθρωπος Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 11936· περασμένος από τον καιρόν του = ηλικιωμένος, προχωρημένης ηλικίας (βλ. και Somav.): Και δεν είχαν (ενν. ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ) παιδίον, διατί η Ελισάβετ ήτον στείρα· και οι δύο τους ήταν περασμένοι από τον καιρόν τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ά 7· β) (αμέσως) προηγούμενος: Εγώ Ντιάνα Κορναροπούλα ... ήκαμα το τεσταμέντο μου με το χέρι εσένα του Γιακουμή Κουρτεζά, νοταρίου, την πρώτην του Φλεβαρίου του περασμένου Διαθ. 17. αι. 88· Τούτη ήτον η ξεφάντωση, τούτο το περιβόλι,| οπού μ’ εκάλεσες προχτές, την περασμένη σκόλη; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 798· έκφρ. τον (α)περασμένο(ν) χρόνο(ν)/την απερασμένη χρονιάν = πέρυσι: εμέναν μου έχει τον απερασμένον χρόνον οχτώ δουκάτα, και κάνω λογαριασμόν να μην χάσω τίποτες Μπερτολδίνος 162· Και τις μας το ’θελεν ειπεί τον περασμένο χρόνο,| όντε μ’ αποκαμάρωνεν ο κύρης με τη μάνα| κι όντε με σπλαχνικά φιλιά ’ς τσ’ αγκάλες τως μ’ εβάνα ... Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 592· με το να ασθενήσει (ενν. ο Θανάσης Καπούτζος) βαρέως την απερασμένη χρονιάν Έγγρ. μον. Φιλοσ. 114· γ) που έζησε στο παρελθόν: του Τιβερίου καίσαρος του απερασμένου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 330v· ο οποίος (ενν. ο Θεός) εις τες απερασμένες γενεές άφησεν όλα τα έθνη να περιπατούν τες στράτες τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ιδ́ 16. 2) Που έχει υπερβεί ένα χρον. όριο: Και ως είδεν ο κόντες το γράμμα της συμφωνίας, και τον καιρόν απερασμένον, και την απόφασιν των κριτάδων, εσιώπησεν Δωρ. Μον. XXIV· έκφρ. καιρόν τον περασμένο = για πολύ καιρό, επί μακρό χρονικό διάστημα: τες ελεεινές και ταπεινές ψυχές των πονεμένω| απού στον Άδη κρίνουνται καιρό τον περασμένο,| απού δεν έχουσι τινά για να τους ελυπάται| η ελεημοσύνη σου, Χριστέ, μόνο να τσι σπλαχνάται Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 863. 3) (Ως γραμμ. όρος) παρελθοντικός: «Μεγαλύνει». Δεν λέγει (ενν. η Παρθένος) εις μέλλοντα χρόνον μεγαλυνώ. Μηδέ εις χρόνον περασμένο εμεγάλυνε, αμή εις ενεστώτα, τουτέστι, τώρα. Αυτήν την ώρα μεγαλύνει Ροδινός (Βαλ.) 67. Ο πληθ. αρσ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = οι άνθρωποι που έζησαν στο παρελθόν: Εδιάβησαν οι παλαιοί χρόνοι των περασμένω| απού προυκιό κιανείς βοσκός δεν είχε γνωρισμένο Πανώρ. Έ 239. Ο πληθ. ουδ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = τα συμβάντα του παρελθόντος: Διού θέλω να εξηγηθώ, την ιστορίαν να αρχίσω,| να παύσω θέλω παντελώς τα περασμένα οπίσω Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 134· «Γιε μου, ας πάψουσιν όλα τα περασμένα,| γή εγώ ’σφαλα γή εσύ ’σφαλες, ας είν’ συμπαθημένα| ...» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1391.
πραγματευτής- ο, Προδρ. (Eideneier) IV 63-1 χφ Κ κριτ. υπ., Ασσίζ. 526, 20010, Σπανός (Eideneier) A 281, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 144, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 920, Φλώρ. 904, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 427, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 187, Σαχλ., Αφήγ. 662, Λεξ. IV 175, Λίβ. P 1074, 1959, Λίβ. Sc. 75, Λίβ. Esc. 2526, Λίβ. N 1051, 2898, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 449, Ιμπ. 674, Χρον. Τόκκων 650, Rechenb. 141, Επιστ. Μωάμ. 6723, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 303, Λίβ. Va 2323, Χούμνου, Κοσμογ. 1575, Έκθ. χρον. 8210, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 155, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 110v, Πτωχολ. α 298, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 413, Κώδ. Χρονογρ. 513, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 374, Ιστ. πατρ. 1751, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 11937, Ιστ. Βλαχ. 395, Σουμμ., Ρεμπελ. 191, Μπερτόλδος 8, Πτωχολ. A 147, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 6, 379, Ροδινός (Βαλ.) 129, Λεηλ. Παροικ. 142, Διγ. O 1413, Διακρούσ., Αφ. 53, Τζάνε, Φιλον. 58513, κ.π.α.· πραγματευθής, Λίβ. Esc. 1202, 2851, 3268, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 458, 1214· πραματευτής, Σπαν. O 143, Ασσίζ. 24326, 47825, Απολλών. (Κεχ.) 437, Μαχ. 17813, 2087‑8, 27418, 58024, 58431, 63824, 6666, Βουστρ. (Κεχ.) 1385, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 595, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 47, Πεντ. Γέν. XXIII 16, Βυζ. Ιλιάδ. 851, Αχέλ. 109, Θρ. Κύπρ. M 331, Χρον. σουλτ. 2622, Μηλ., Οδοιπ. 641, Πτωχολ. (Κεχ.) P 141, Στάθ. (Martini) Β́ 78, 332, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 62v, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 16, Ροδινός (Βαλ.) 89, 103, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4258, κ.α.· πληθ. πραγματεύται, Καναν. (Pinto) 169.
Το μτγν. ουσ. πραγματευτής. Ο τ. πραγματευθής πιθ. από υπερδιόρθωση. Ο τ. πραματευτής στο Meursius και σήμ. λαϊκ. Η λ. σε κείμ. του 18. αι. (Χρύσανθος Νοταράς, Οδοιπορ. 172, 251).
Έμπορος: έρχουνται όλοι οι πραματευτάδες … να πουλήσουν και να αγοράσουν Ασσίζ. 48315· Οι πραγματευτάδες έχουσι χρέος διά τας πραγματείας που κάμνουσιν εις βαρβάρους και ξένους τόπους, χρυσίον να μην δίδουν, αλλά με άλλα είδη να αλλάσσουν και να πραγματεύονται Zygomalas, Synopsis 273 Π 88· έκλαιον από τες στράτες Τούρκοι, Ρωμαίοι, Αρμένιοι, Εβραίοι και πάσα άλλη φυλή, κλαίγοντες και βοώντες μεγάλῃ τῃ φωνῄ: «Το πιτ παζάρι καίεται και το πεζεστένι». Έτρεχαν οι ελεεινοί πραγματευταί εις τα εργαστήρια αυτών, να γλυτώσουν από τα ρούχα της πραγματείας αυτών Ιστ. πατρ. 17419· (μειωτ. σε μεταφ.): εκείνους έχε αληθινούς φίλους, όσοι ουδέν σε αγαπούσι διά κέρδος, αλλά δι’ αγάπην. Εκείνος … οπού φιλεί διά κέρδος, πραγματευτής έναι, ουδέν έναι φίλος Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 115.
πρόσωπον- το, Σπαν. (Ζώρ.) V 341, Λόγ. παρηγ. L 231, Προδρ., Δεητ. 222, Ελλην. νόμ. 57321, Ασσίζ. 2759, Διγ. (Trapp) Gr. 1449, 2848, Διγ. A 258, Διγ. Z 200, 3398, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 83, 192, Βέλθ. 613, 634, Χρον. Μορ. H 1046, Χρον. Μορ. P 1374, Βίος Αλ. 889, Φλώρ. 8, Απολλών. (Κεχ.) 625, Λίβ. διασκευή α 289, 492, Λίβ. Va 458, 739, Λίβ. Esc. 836, Ιμπ. 814, Χρον. Τόκκων 1324, Rechenb. 8710, 886, Φαλιέρ., Ιστ.2 212, 405, Μαχ. 16216, 26621, 33835, Διήγ. Βελ. N2 207, Ch. pop. 795, Γεωργηλ., Θαν. 594, Βουστρ. (Κεχ.) 266, 506, 7617, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3110, 3133, Κορων., Μπούας 129, Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 4, Κώδ. Χρονογρ. 5310, Hagia Sophia ω 5191, Κυπρ. ερωτ. 364, 496, Βουστρ. Μεταφρ. 257, Σουμμ., Ρεμπελ. 185, Διγ. Άνδρ. 3828, 40413, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11618, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1250, Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 18345, Διγ. O 2028, 2438, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ί 1, κ.π.α.· πρόσωπο, Εβρ. ελεγ. 174 δις, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 510, 1525, 1927, 2249, 2535, 3417, 3597, 3879, 5319, Πανώρ.2 Αφ. 40, Πρόλ. 68, Β́ 388, 407, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 246, Έ 56, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 122, Δ́ 129, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1156, Έ 24, Στάθ. (Martini) Γ́ 332, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 24, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 71, Διακρούσ. (Κακλ.) 1113, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 53717· πρόσωπο(ν), Σπαν. A 166, Σπαν. B 167, Κομν., Διδασκ. Δ 215, Σπαν. P 91, 104, Αιν. άσμ. 28, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 106, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 566, Ερμον. Δ 116, 149, Η 181, Ψ 291, Αχιλλ. (Smith) O 18, Συναξ. γυν. 542, Σκλάβ. 270, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 310r, Πεντ. Γέν. I 2 δις, ΙΙ 6, XVI 12, Έξ. X 28, XX 3, Λευιτ. VI 7, XVII 10, Αρ. VIII 2, XII 3, XIX 4, Δευτ. IV 37, VII 10, XXXI 11, κ.α., Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1004, Δαμασκ. Στουδ., Θησαυρ. 194, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 405, Ψευδο-Σφρ. 2223, Διακρούσ. (Κακλ.) 1097· γεν. εν. πρόσωπου, Πεντ. Έξ. XXV 37· πληθ. προσώπατα, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2752, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 679, Μαλαξός, Νομοκ. 87, Σκορδύλης, Λόγ. Θεοτ. 430100‑1, Πανώρ.2 Β́ 463, Μπερτολδίνος 92.
Το αρχ. ουσ. πρόσωπον. Ο τ. προσώπατα ήδη αρχ. και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ.· για τον πληθ. σήμ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 43-5, αλλά και Προμπονάς, Γλωσσ. ομηρ. 42). Ο τ. πρόσωπο και σήμ. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. πρόσωπο(ν), Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου).
1) α) Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ανθρώπου από το μέτωπο μέχρι το πιγούνι: Διγ. (Trapp) Gr. 1149, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 523, Λίβ. Va 2231, Ch. pop. 232· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.· βλ. και Belleli, REG 3, 1890, 304): είδε την ο Ιουδα και ελογάριασέ την για κούρβα, ότι εσκέπασεν τα πρόσωπά της Πεντ. Γέν. XXXVIII 15· (σπανιότ. προκ. για ζώο· η χρ. ήδη αρχ.): Ορνεοσ. αγρ. 56410· β) (συνεκδ.) μορφή, όψη· φυσική παρουσία: Λίβ. διασκευή α 3450, Χάρο, και τις αξώθηκε να δει το πρόσωπό σου| να μην τον πάρεις μετά σε εις κατοικητήριό σου; Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 17, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 10525· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): είπεν ο Μωσέ· αλήθεια εσύντυχες μη να προσμίξω πλια να ιδώ τα πρόσωπά σου Πεντ. Έξ. X 29· (μεταφ.): εβάλθην προς εσέ ...| με της γραφής το πρόσωπον προθυμερώς να στείλω| εκείνην την παρηγοριά Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 16. 2) Συνεκδ. α) έκφραση, ύφος: Συναξ. γυν. 403, χαιράμενο είδα το πρόσωπό ντου Στάθ. (Martini) Γ́ 420· ομπρός του εσταλάρανε ...| με πρόσωπο λυπητερό, τα μάτια βουρκωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17414· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): και ερώτηξεν τους μουνούχους του Φαρω ός μετ’ αυτόν ... του ειπεί· γιατί τα πρόσωπά σας κακά σήμερα; Πεντ. Γέν. XL 7· β) η όραση· τα μάτια: Νεράιδα μου ομορφότατη ...,| θαράπειο του προσώπου μου Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 464. 3) Αναπαράσταση στην τέχνη της μορφής ανθρώπου, ζώου ή πράγματος: έχει τριγύρου ο τροχός πρόσωπα ιστορισμένα Λόγ. παρηγ. L 427· ειπέτε του να με γυρεύει όπου είναι τα αμάξια τα χρυσά, οπού είναι γραμμένα των λεόντων τα πρόσωπα Διήγ. Αλ. G 26831· (με την πρόθ. εις): Είχεν γραμμένους εις το παλάτι του και τους δώδεκα μήνες εις πρόσωπα έμορφα ανθρώπινα Διήγ. Αλ. G 28825. 4) (Προκ. για πράγμα) α) μπροστινή πλευρά· πρόσοψη: να κάμεις τα λυχνάρια της εφτά και να ανάψει τα λυχνάρια της και να φέγξει ιπί μεριά του πρόσωπού της Πεντ. Έξ. XXV 37· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): να διπλώσεις το βηλάρι το έξατο προς ανάγναντις πρόσωπα της τέντας Πεντ. Έξ. XXVI 9· (μεταφ.): άντικρυ του προσώπου μου κάστρον έκτισε μέγα Θρ. Κων/π. B 77· β) εξωτερική πλευρά: Είς πύργος είναι κτισμένος με τούβλα και με ασβέστην ... Και έναι πρόσωπα δ́, ήγουν τετράγωνος Rechenb. 872· γ1) (στις εκφρ. πρόσωπον της γης/του νερού) επιφάνεια, έκταση: εις του νερού το πρόσωπον πάλιν να τ’ ανηβάσω (ενν. τα ομμάτια) Βέλθ. 634· Επικατάρατος λοιπόν να τρέμεις και να φεύγεις,| κι από το πρόσωπον της γης όρη, βουνά να οδεύγεις Χούμνου, Κοσμογ. 200· εξολοθρευθήκασιν όλοι κακούς θανάτους,| από το πρόσωπον της γης εσβήσθη τ’ όνομά τους Ιστ. Βλαχ. 1324· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): Ιδού, έδιωξες εμέν σήμερα αποπάνου τα πρόσωπα της ηγής Πεντ. Γέν. IV 14· επορεύτην το κιβωτό ιπί πρόσωπα των νερών Πεντ. Γέν. VII 18· γ2) η εξωτερική επιφάνεια υφάσματος (για το πράγμα βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Β́2 33): ο ιεριάς ... να ραντίσει εφτά φορές ομπροστά στο Κύριο εις τα πρόσωπα της κουρτίνας Πεντ. Λευιτ. IV 17. 5) Ο άνθρωπος ως ξεχωριστή οντότητα, άτομο: εγώ γαρ και η εμή αδελφή υπάρχομεν προσώπατα δύο Ελλην. νόμ. 56829· Έρως εις την ασχόλησιν πρόσωπα ου διακρίνει Λίβ. διασκευή α 926· ο δίκαιος Κριτής γυρεύει να χωρίσει| το δίκαιο από το άδικο και πρόσωπον δεν βλέπει Πένθ. θαν.2 497· (στη θέση αντων.): οι αυτοί νόμοι και συνήθειαι να είναι οι αυτοί ... και να τους διαφεντεύω, ως καθώς διαφεντεύω το πρόσωπόν μου όλον Επιστ. Μωάμ. 6713· πάντα πλούτη και χαρές να ’ναι στ’ αρχοντικό σας| κι όλες του κόσμου τες τιμές να ’χει το πρόσωπό σας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13610· (σε περίφραση): από ομπροστά γερατειό να σηκωθείς και να διαπρεπίσεις πρόσωπα γέρου Πεντ. Λευιτ. XIX 32. 6) Το «πρόσωπο» του Θεού, ο Θεός (για τη σημασ. βλ. και Lampe, Lex., στη λ. IB): Έχομε θάρρος στο Θεό ...| να τωσε δώσει κόλαση, κρίση πολλά μεγάλη,| γιατί μας εχωρίσασι απού το πρόσωπόν Του| κι επέψασί μας εδεπά εις τον αφορεσμόν Του Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 239· (εδώ σε εβραϊσμό στον πληθ.): επαρακάλεσεν ο Μωσε τα πρόσωπα του Κύριου του Θεού του και είπεν Πεντ. Έξ. XXXII 11· (προκ. για το Χριστό): έστειλε (ενν. ο Ιησούς) μαντατοφόρους μπροστά εις το πρόσωπόν Του ... και εμπήκαν εις μίαν χώραν των Σαμαρειτών διά να τον ετοιμάσουν τόπον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. θ́ 52. 7) (Θεολ., προκ. για την αγία Τριάδα) υπόσταση: Πιστεύομεν ότι εισίν εν τῳ Θεῴ άλλα τρία ιδιώματα ... Και ταύτα τα τρία ιδιώματα ονομάζομεν τρεις υποστάσεις, ήγουν τρία πρόσωπα Ιστ. πατρ. 854· (εδώ προκ. για το θεό Έρωτα): λέγει με διά τα πρόσωπα του Έρωτος τα τρία Λίβ. Va 735. 8) Διάθεση, τρόπος συμπεριφοράς: ο βισκούντης εντέχεται ... με αγάπην και καλόν πρόσωπον να ακούσει το έγκλημαν του αγκαλεσίου Ασσίζ. 2623· φρ. δείχνω πρόσωπον (+επιθετ. προσδ.) = συμπεριφέρομαι (με ορισμένο τρόπο): επεί λείψουν χαρίσματα και τα δωρήματά σου,| δείχνει (ενν. η κοπέλα) σε άλλον πρόσωπον και σκυθρωπόν και μαύρον Σπαν. (Ζώρ.) V 380· να δείξει (ενν. η βασίλισσα Ευδοκία) πρόσωπον καλόν και αγάπην εις την χώραν Χρον. Τόκκων 1269· Διά καλόν πρόσωπον όπου τους έδειξεν ο κύρης της Τύρου εκόμπωσέν τους Μαχ. 4213· (προκ. να δηλωθούν ντροπή ή ενοχές): Εις εκατόν επιλεκτούς ποτέ ουκ εφοβήθην| και εδάρτε εις έναν μοναχόν θέλω στέκειν να εβλέπω;| Και μετά ποίον πρόσωπον την Μαξιμού να ιδούμεν; Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1438. 9) (Γραμμ.) κάθε τύπος αντωνυμίας ή ρήματος, που φανερώνει εκείνον που μιλά: η αντωνυμία, διά να γενεί τέλειος ο λόγος, δίδει τα πρόσωπα εις τα ρήματα Σοφιαν., Γραμμ. 77. Εκφρ. 1) α) Από προσώπου + γεν. = μπροστά από, ενώπιον: ηνίκα την εμήν ράβδον ετιναξάμην,| έφυγον ωσεί πρόβατα από προσώπου λύκου Διγ. Z 3093· β) από προσώπου μου, σου, του ... = δικός μου, σου, του ... (πβ. και Επιτομή, από (I) 5α): έτσι του κάμνει εκείνη η θαυμαστή Πουλιχερία η αδελφή αυτού· γράφει τον μίαν γραφήν ως από προσώπου του Κατάλ. οικουμ. συν. 98v. 2) Εις πρόσωπον + αιτιατ. = με τη μορφή κάπ.: να σμιχθεί (ενν. ο Κτεναβώ) με την βασίλισσαν την Ολυμπιάδα εις πρόσωπον τον θεόν των Ελλήνων τον Ναβόν Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1036. 3) α) Εις (το/τα)/στο πρόσωπον/α = (α) βλ. ά. εις Εκφρ. 31· (β) μπροστά, ενώπιον: καθένας εις το πρόσωπον του βασιλέως επολέμα προθυμότερον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 424· β) εις πρόσωπον + γεν. = για λογαριασμό, για όφελος κάπ.: το μεν άρρεν (ενν. παιδίον) ανδρωθέν λαμβάνομεν ενταύθα| εις πρόσωπον αυτού πατρός, εκεί δε προς μητέρα| το θήλυ συναυλίζεται Βίος Αλ. 4829. 4) Ιπί (τα) πρόσωπα + γεν. = (α) βλ. ά. επί Ά1 εκφρ.· (β) μπροστά· απέναντι· ενώπιον: επλίκεψαν από την Χαβιλα ως τη Σουρ ος ιπί πρόσωπα της Αίγυφτος ...· ιπί πρόσωπα ολωνών των αδερφιών του έπεσεν Πεντ. Γέν. XXV 18 δις· να μην είναι εσέν είδωλα άλλα ιπί τα πρόσωπά μου Πεντ. Δευτ. V 7· (με χρον. σημασ.): και απέθανεν ο Αραν ιπί πρόσωπα του Θεραχ, του πατρός του Πεντ. Γέν. XI 28. 5) Ιπί πρόσωπα + αιτιατ. = εις βάρος κάπ.: την ημέρα οπού κλερονομήσει τα παιδιά του το ός να είναι αυτουνού, να μη μπορέσει να πρωτοκοκίσει τον υιόν της αγαπημένης ιπί πρόσωπα υιόν της μισισμένης τον πρωτόκοκο Πεντ. Δευτ. XXI 16. 6) Με πρόσωπον = από πολύ κοντά: ουδείς πυρός πολλού την καύσιν δεν ’πομένει| με πρόσωπον να την ιδεί, αλλά μακρά πηγαίνει Κορων., Μπούας 58. 7) Προς πρόσωπα = μπροστά, απέναντι: να σιμώσουν αυτήν τα παιδιά του Ααρων ομπροστά στο Κύριο προς πρόσωπα το θεσιαστήρι Πεντ. Λευιτ. VI 7. 8) Πρόσωπον προς πρόσωπον = (προκ. να δηλωθεί άμεση επικοινωνία δύο ατόμων) πρόσωπο με πρόσωπο, αντικριστά: Των μαρτύρων οι λόγοι πιάνονται, ουχί των ανθρώπων εκεινών, οπού ακούσουν λόγους από τους μάρτυρας ...· πρόσωπον γαρ προς πρόσωπον ερωτώνται οι μάρτυρες Μαλαξός, Νομοκ. 95· τοιούτος (ενν. ο Μωυσής γίνεται), ώστε να μιλεί στόμα κατά στόμα με τον Θεόν και πρόσωπον προς πρόσωπον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 48· (στον πληθ.): Και δεν εσηκώθην προφήτης πλια εις τον Ισραελ σαν το Μωσε, ός τον ήξερεν ο Κύριος πρόσωπα προς πρόσωπα Πεντ. Δευτ. XXXIV 10. Φρ. 1) Βάνω τα πρόσωπά μου εις, προς ... = στρέφω το πρόσωπό μου προς μια κατεύθυνση· κατευθύνομαι: εσηκώθην και απέρασεν το ποταμό (ενν. ο Ιαακωβ), και έβαλεν τα πρόσωπά του εις το όρος του Γιλεαδ Πεντ. Γέν. XXXI 21· έβαλεν προς την έρημο τα πρόσωπά του (ενν. ο Βιλεαμ) Πεντ. Αρ. XXIV 1. 2) Βγαίνω από το πρόσωπο της γης, βλ. ά. βγαίνω 1β φρ. (α). 3) Βγαίνω από τα πρόσωπα κάπ. = φεύγω, απομακρύνομαι από κάπ.: εβγωμό εβγήκεν ο Ιαακωβ από τα πρόσωπα του Ιτσχακ του πατρός του Πεντ. Γέν. XXVII 30. 4) Γελώ (μέσα/ομπρός) στο πρόσωπον κάπ. = κοροϊδεύω, εμπαίζω φανερά: εσύ γελάς μας φανερά μέσα στο πρόσωπόν μας Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 60· εσύ γελάς μας φανερά ομπρός στο πρόσωπόν μας Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 107. 5) Γνωρίζω/θωρώ πρόσωπον/α = κάνω διακρίσεις, ξεχωρίζω, μεροληπτώ: μη κλίνεις κρίση, μη γνωρίσεις πρόσωπα και μη πάρεις φιλοδωριά Πεντ. Δευτ. XVI 19· να κρίνεις (ενν. βασιλεύ) την αλήθειαν με την δικαιοσύνην,| να μην θωρείς εις πρόσωπον, μηδέ να παίρνεις δώρα Ιστ. Βλαχ. 1389. 6) Δείχνω πρόσωπον, βλ. ά. δείχνω IÁ2. 7) Δίδω (το/τα) πρόσωπο/α, βλ. ά. δίδω IÁ7β φρ. 8) Δίδω εις πρόσωπον = μονομαχώ πρόσωπο με πρόσωπο: ει βούλει, ανάστηθι και λάβε σου τα όπλα| και δώσομεν εις πρόσωπον, ως δοκεί τοις ανδρείοις Διγ. (Trapp) Gr. 2601. 9) Έχω δύο πρόσωπα = είμαι υποκριτής, διπρόσωπος: όσ’ είχασι δυο πρόσωπα ανθρώπους να κομπώνου,| θέλουσι να ’χουν κατοικιά στο σπίτι του δαιμόνου Τζάνε, Κατάν. 429. 10) Έχω πρόσωπον = (α) έχω το θράσος, έχω τα μούτρα να ...: έχεις λοιπόν και πρόσωπον και στέκεις και δηγάσαι| και δε θυμάσαι τά ’καμες, να τρέμεις να φοβάσαι; Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1703· έχεις πρόσωπον και βλέπεις,| ουδέ χάριτας μοι λέγεις ...; Πτωχολ. α 773· (β) έχω το θάρρος, το κουράγιο να ...: κακορίζικες εμείς, πώς έχομεν πλέον πρόσωπον να γυρίσομεν ομπροσθά εις τον βασιλέα ...; Μπερτόλδος 39· (γ) έχω αξία, κύρος: πλέον εις τον βασιλέα δεν έχω πρόσωπον, μόνον εντροπήν και ονειδισμούς Δωρ. Μον. XXXVII. 11) Δε θωρώ Θεού πρόσωπο, βλ. ά. θεωρώ (Ι) IÁ1γ φρ. 12) Κάνω πρόσωπον = προσποιούμαι: Ο δε βασιλεύς, κάνοντας πρόσωπον πως μανίζει, λέγει ... Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 905. 13) Πέφτουν τα πρόσωπά μου, βλ. ά. πέφτω Φρ. 10. 14) Πηγαίνω στο πρόσωπο(ν) + γεν. = φθάνω κοντά σε κάπ.· παρουσιάζομαι: αυτός υπάρχει, γνώριζε, όπου κρατεί την κόρην·| ας μην πηγαίνομεν λοιπόν στο πρόσωπον εκείνου,| αλλά ας ερευνήσομεν ένθα την κόρην έχει Διγ. A 3462· Πούρι να πέψει η χάρη Του, σαν πάει στο πρόσωπό Του| τούτη η θυσία που μελετώ, να πάψει το θυμό Του Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 371. 15) Ποιώ πρόσωπον = (στρατ.) παρατάσσομαι μετωπικά: πρόσωπον εποίκασιν κοντά στο παραγιάλιν| κι εβλέπαν την αρμάδαν του έξω να μην την βγάλει Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 63. 16) Ποιώ καλόν/κακόν πρόσωπον, βλ. ά. ποιώ Φρ. 83. 17) Ποιώ το πρόσωπον, βλ. ά. ποιώ Ά9β. 18) Σηκώνω (τα) πρόσωπα, βλ. ά. σηκώνω. 19) Φέγγω τα πρόσωπά μου, βλ. ά. φέγγω. Η λ. ως επίρρ. = μετωπικά: στην χώραν ήταν καταυτού χωσμένοι μες στ’ αργάκιν,| και πρόσωπον εμπήκασιν σ’ όλον το παραγιάλιν Θρ. Κύπρ. M 21.
πρωτόγερος- ο, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2784, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1367, Έ 415, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v, 119r, Νομοκριτ. 109, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3655, 41314· πρωτόγηρος· πληθ. πρωτογέροι.
Από το ά συνθ. πρωτο‑ και το ουσ. γέρος. Ο τ. (με επίδρ. του ουσ. καλόγηρος) σε έγγρ. του 14. (Act. Vat. I 43139, II 8243, Act. Lavr. II 91 III117, 108342, κ.α.) και 15. αι. (Act. Lavr. III 16416). Η λ. στο Meursius, σε έγγρ. του 13. (Act. Vat. I 2641‑2) και 14. αι. (Act. Vat. I 3623) και σήμ. ιστ. (Κριαρ., Λεξ.)· βλ. και LBG.
1) α) Αρχηγός, επικεφαλής μιας κοινότητας ή αδελφότητας: αυτοί δε οι Γαλατιανοί να έχουν άδειαν να βάλουν πρωτόγηρον εις το μέσον των διά να διορθώνει τας δουλείας Επιστ. Μωάμ. 6721‑2· με το να τσακώνουνται οι πρωτογέροι ποίος να γένει πρωτόγερος ... εσυνέβαλαν τους Τούρκους Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 43r δις· β) (στον πληθ.) οι επικεφαλής (λόγω ηλικίας, πλούτου και κοινωνικής θέσης) άρχοντες, οι προύχοντες: Οι φρέρηδες της Ρόδου με όλους τους πρωτόγερους εμετανώσαν πολλά Μαχ. 5407· Απείτις βάρη άμετρα εις τα νησά εβάλα,| πρωτόγερους ευρήκανε αποδεκεί κι εβγάλα| να πάσινε του βασιλιού Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 46214. 2) Ηλικιωμένος σύμβουλος του βασιλιά που διακρίνεται για την πείρα και τη φρόνησή του: Ήκραξε δυο πρωτόγερους από τσι πλια μεγάλους| οπού ’σανε του παλατιού, πλια φρόνιμοι παρ’ άλλους Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 311. 3) (Εδώ) ο αρχαιότερος και μεγαλύτερος σε ηλικία υπηρέτης, που εποπτεύει τους υπόλοιπους και έχει την ευθύνη του σπιτιού: είπεν ο Αβρααμ προς το σκλάβο του, πρωτόγερος του σπιτιού του, οπού ’ξουσιάζει εις όλο ος αυτουνού Πεντ. Γέν. XXIV 2.
σημαντήριον- το, Σταφ., Ιατροσ. 1948· σημαντήρι, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 15, Ριμ. κόρ. A 2· σημαντήριν, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 635· σημαντήρι(ο)(ν), Επιστ. Μωάμ. 6715, Ιμπ. (Legr.) 1027, Ψευδο-Σφρ. 58831.
Το αρχ. ουσ. σημαντήριον. Ο τ. σημαντήρι τον 9.‑12. αι. (LBG, στη λ.), στο Βλάχ., σε έγγρ. του 17. αι. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 20, 1990, 486, 488) και σήμ. (Κριαρ., Λεξ., Μπαμπιν., Λεξ.)· βλ. και LBG.
Ξύλινη σανίδα ή πλάκα από μέταλλο που κρούεται ρυθμικά (συν. σε μοναστήρια, για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ ΣΤ́ 81· πβ. και ά. σήμαντρον): τας εκκλησίας κτίζομεν μέσα στης γης το βάθος| από τον φόβον των Τουρκών εις μήκος και εις πλάτος.| Καμπάνες δεν σημαίνομεν, μηδέ τα σημαντήρια,| τα ξύλα κάπου κρούουσιν έξω στα μοναστήρια Ιστ. Βλαχ. 2659· εσήμανε (ενν. ο μοναχός) το σημαντήριον κι εσυμμαζώχθη όλος ο λαός της χώρας εις τον ναόν του αγίου Διαθ. Νίκωνος 260· (σε επωδή): ύπαγε εις του Αραράτ το όρος, όπου σημαντηρίου φωνή ουκ ακούγεται, όπου αλέκτορος φωνή ουκ ακούεται· εκεί να φας, εκεί να πιεις, εκεί τον θυμόν σου να διαβάσεις Σταφ., Ιατροσ. 1715· (εδώ μεταφ.): Κόρη και νέος δικάζεται από ’να παρεθύρι,| μίαν νύκταν όσο ’πόδωσεν τσ’ αυγής το σημαντήρι.| Ο νεότερος ζητά φιλί κι η κόρη δακτυλίδι·| κι ο νέος το δακτυλίδι του της κόρης δεν το δίδει Ριμ. κόρ. V 2.
σκλάβος (ΙΙ)- ο, Ασσίζ. 181, 4312 (έκδ. σκλάβω εσφαλμ. αντί σκλάβου· βλ. και Hadjioannou, Beginning of Cypr. Dial. 300), Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 305, Αχιλλ. (Smith) O 101, Χρον. Τόκκων 2248, Επιστ. Μωάμ. 6720, 23, Μαχ. 28011, Σφρ., Χρον. (Maisano) 6616, Θησ. Β́ [914], Ch. pop. 281, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 424, Λίβ. Va 1435, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 772, Κορων., Μπούας 17, Δεφ., Σωσ. 41, Τριβ., Ρε 124, Πεντ. Γέν. XXIV 52, Έξ. IV 10, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 659, Αχέλ. 1164, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1812, Αιτωλ., Βοηβ. 363, Ιστ. πατρ. 18714, Zygomalas, Synopsis 130 A 51, Μορεζ., Κλίνη φ. 365r, Πανώρ.2 Γ́ 591, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. δ́ 749, Σταυριν. 483, Ιστ. Βλαχ. 714, Διγ. Άνδρ. 33116, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 104, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 53v, Πτωχολ. Α 107, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 337, 386, Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 130, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 348, Λεηλ. Παροικ. 612, Πτωχολ. Β 36, Διγ. Ο 1518, Διακρούσ. (Κακλ.) 22, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17713, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 252, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 3035, κ.π.α.· γεν. πληθ. σκλαβών, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1893.
Από το εθν. Σκλάβος (βλ. λ.), για τη σημασιολογική εξέλιξη του οποίου στο προσηγορικό ουσ. σκλάβος βλ. Kahane, Sclavus 360, Mihăescu, Βυζαντ. 13, 1985, 698, Άμ., Γλωσσ. μελετ. 355-7 και Αβραμέα, Ελλην. 25, 1972, 409-14. Η γεν. πληθ. σκλαβών από μετρ. αν. Η λ. το 12. αι. (LBG), στο Meursius και σήμ.
1) α) Αυτός που έχει στερηθεί την προσωπική του ελευθερία μετά από αγορά ή αιχμαλωσία και αποτελεί περιουσιακό στοιχείο κάποιου άλλου· υπηρέτης, δούλος· αιχμάλωτος: πολλές φορές γίνεται ότι είς άνθρωπος ή μία γυναίκα αγοράζει από άλλον άνθρωπον ή από άλλην γυναίκαν έναν σκλάβον ή μίαν σκλάβαν Ασσίζ. 4218· Οπού πάρει ένα πράγμα και δώσει άλλον, ήγουν πάρει ρούχον και δώσει σκλάβον, τούτο συνάλλαγμα δεν είναι Zygomalas, Synopsis 137 A 92· Δέσετέ με, ω παιδιά μου,| και αλσιδοφορέσετέ με| εκ τας χείρας και τους πόδας,| ώσπερ δένουσι τους σκλάβους,| σύρτε και πωλήσετέ με| στην μεγάλην Βυζαντίδα (παραλ. 1 στ.), την του Κωνσταντίνου πόλην,| για να ζήσετε, παιδιά μου,| τούτον τον στενόν τον χρόνον Πτωχολ. Α 23· Αύριον την πόλιν επαίρνομεν και εσάς αιχμαλώτους και σκλάβους έχομεν Καναν. (Pinto) 274· είπε τους Αλέξανδρος: «Εσείς τι πολεμείτε;| Αφέντη σας εχάσατε, σε ποιον τώρα θαρρείτε;»| Κι αυτείνοι ’πιλογήθησαν: «Να μη ’χμαλωτιστούμε,| ημείς στους στρατιώτες σου σκλάβοι να μη γενούμε» Αλεξ.2 1896· οι Τούρκοι εκατατρέχανε τους χριστιανούς, και άλλους εκόφτασι και άλλους επιάνασι σκλάβους Χρον. σουλτ. 339· έκφρ. σπίτι σκλάβων, βλ. οσπίτιον Εκφρ. 1· β) (θρησκ.) υπηρέτης του Θεού, πιστός στο θέλημα του Θεού· (πβ. σημερ. έκφρ. δούλος του Θεού· βλ. και ά. δούλος 2 και Επιτομή, λ. δούλος 1β): είδεν ο Ισραέλ τη χέρα τη μεγάλη ος έκαμεν ο Κύριος εις την Αίγυφτο και εφοβήθηκαν ο λαός τον Κύριο και επίστεψαν εις τον Κύριο και εις τον Μοσέ τον σκλάβο του Πεντ. Έξ. XIV 31· Κύριε Θεέ, εσύ εχέρισες να δείξεις του σκλάβου σου τη μεγαλότητά σου και τη χέρα σου τη δυνατή Πεντ. Δευτ. III 24. 2) (Μεταφ.) α) πλήρως υποταγμένος στο θέλημα κάπ.· (εδώ ως φιλοφρόνηση και ένδειξη αβρότητας σε κάπ. πρόσωπο): Δεν έχω παρά μια ζωή κι ως θέλεις τηνε κάμε (ενν. εσύ, αφέντη)| κι ώστε που να ’χω την πνοή σκλάβος σου θέλω να ’μαι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 256· Δούλος σας, κορασίδες μου, σκλάβος σας κι αδερφός σας| πάντα θέλω ’σται ώστε να ζιω Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά́ 151· Βασιλιοπούλα μου ακριβή κι ομορφοκαμωμένη (παραλ. 1 στ.), καθώς πάντά ’μου σκλάβος σου και δούλος μπιστικός σου| κι ουδένα πράμαν έκαμα δίχως τον ορισμό σου,| δεν είν’ πρεπό … και τώρα να θελήσω| να μπω στη γκιόστρα, θέλημα δίχως να σου ζητήσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 311· β) κυριευμένος από ερωτικό πάθος: όποιος αγαπά γονείς του δεν φοβάται,| ου συγγενείς εντρέπεται, ου γείτονας αιδείται,| αλλ’ είναι αδιάντροπος και σκλάβος της αγάπης Διγ. Ζ 1922· σφάκτην είχεν έρωτος (ενν. ο Αχιλλεύς) και πόνον της αγάπης,| και οπού δεν εδούλευσεν έτοιμα ’γίνη σκλάβος| διά την αγάπην την πολλήν της θαυμαστής της κόρης Αχιλλ. L 569· Έρωτ’, απού μ’ εδόξεψες και σκλάβο σου έκαμές με| και τόσες κακοριζικιές και πόνους άξωσές με Πανώρ.2 Β́ 443. 3) Αξιωματικός των γενιτσάρων στην υπηρεσία του σουλτάνου (συν. υπεύθυνος και για τη στρατολόγηση γενιτσάρων) (για τη σημασ. και το πράγμα βλ. Καραναστάσης, Μελ. 249, Schirò [Χρον. Τόκκων σ. 571], Maisano [Σφρ., Χρον. σ. 234]): Τῳ αυτῴ χρόνῳ ... ήλθεν ο Μπαριάμ πασιάς σκλάβος διά το γιανιτσαρομάζωμα ... και επήρεν από το Κάστρον παιδία ς́, εις τον καιρόν του σουλτάν Μουσταφά Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 27v· εθυμώθηκεν μεγάλως ο σουλτάνος| και σκλάβον έναν όρισεν, Ισμαήλ τον ελέγαν,| φουσσάτο του εδώκασιν να κατεβεί εις την Άρταν,| τον Κάρουλαν να εβγάλουσιν, να βάλουν τον Γιαγούπη Χρον. Τόκκων 2232· δεδωκώς ο μητροπολίτης τοις σκλάβοις χαρτία προς τε τον αμιράν και τον Τουραχάνην … Σφρ., Χρον. (Maisano) 661.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Μυστ. (Vogt) 60, Επιστ. Μωάμ. (Λάμπρ.) 6727, Δούκ. (Grecu) 3016, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 173 ις́· αγγαρεύω ή εγγαρεύω, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1792· αγγαρεύγω, Δωρ. Μον. (Buchon) XLII· ʼγγαρεύγω, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 212. ’γγαρεύω, Άσμα διερμ. 212· μτχ. αγγαρεμένος, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 234, Δούκ. (Grecu) 14912· εγγαρεμένος, Σπαν. (Hanna) A 224.