Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 120 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Ευγέν. (Vitti-Spadaro)

  • μασκαρεύγομαι,
    Κατζ. Α΄ 285, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 569· μασκαρεύομαι, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 789, 791· μασκαρεύουμαι, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 123.
    Από το ουσ. μασκαράς και την κατάλ. ‑εύγομαι. Τ. μασκαρεύομαι και σήμ. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. στην Κρήτη (Βλ. Κοντοσόπουλος, Κρητολ. 3, 1976, 57).
    Αστειεύομαι, περιπαίζω: Μούστρουχε, μασκαρεύγεσαι· εγώ, μα την αλήθεια,| δεν τ’ αγαπώ τοσοσταλά τούτα τα παραμύθια Κατζ. Α΄ 283· Μηδέ γλακάς, μηδέ γλακάς κι εμασκαρεύτηκά σου Πανώρ. Γ΄ 279.
       
  • παιδάκι
    το, Καλλίμ. 1075, Ιμπ. 277, Χρον. Τόκκων 81, Θησ. Η΄ [562], Χούμνου, Κοσμογ. 1038, Ιμπ. (Legr.) 307, Κορων., Μπούας 8 δις, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 231, Δ΄ 362, Πιστ. βοσκ. IV 6, 1, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 671, Γ΄ 141, Ε΄ 1431, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 942, 954, 1469, Στάθ. (Martini) Γ΄ 333, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [219], Δ΄ [883], Ε΄ [702], Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 115, 352, κ.α.· παιδάκι(ν), Αλφ. 1045, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 271, Ε΄ 383, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 70, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2605, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. ιγ΄ 13· παιδάκιν, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 544, 549, 562, 574, 575, 591, Θρ. Κύπρ. M 500, 547, Ροδινός (Βαλ.) 209 δις, Γύπ. Πρόλ. θεάς 70, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 30· γεν. εν. παιδακιού, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1008.
    Από το ουσ. παιδίον και την κατάλ. ‑άκι. Η γεν. παιδακιού και σήμ. στη Μάνη (Vitti [Ευγέν. σ. 140]· για το σχηματ. βλ. Τριαντ., Άπ. Β΄ 141 κε.). Τ. παιδάκιον στο Meursius. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
    1) α) (Προκ. για συγγενική σχέση) γιος ή κόρη· παιδί: νύκταν και μέραν έκλαιγεν η μάννα εις τα ξένα,| κλαίοντας τα παιδάκια της, οπού ’ταν σκλαβωμένα Θρ. Κύπρ. M 518· εγώ, ωσάν εγέννησα, έγραψα σου χαρτάκι,| και σου ’γραφα πως έκαμα αρσενικό παιδάκι Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1344·   β1) αγόρι ή κορίτσι μικρής ηλικίας, παιδάκι: Μαλταίοι και γυναίκες τους, άρχοντες, καβαλάροι| και τα παιδάκια έδραμαν και πάντες με την βία Αχέλ. 2198· Τα αδέρφια του και οι εδικοί και ξένοι| πολλά ’πομείναν τότες πικραμένοι,| γιατί, καλά και αν ήτον κοπελάκι,| ήτονε χαριέστατον παιδάκι Λεηλ. Παροικ. 450· β2) βρέφος, μωρό: Ετούτος εκατέβαινεν από ρηγάδων αίμα,| κύρη είχεν οπού στην αντρειά παντόθες τον ετρέμα,| κι απόθανε κι αφήκε τον τριών ημερώ παιδάκι| κι ανάθρεψέ το η μάννα του δίχως κυρού κανάκι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 597· ένα παιδάκιν φασκιωτόν εις την κορφήν του δένδρου| ως νήπιον βυζανόμενον έκλαιγεν δίχως μέτρου Χούμνου, Κοσμογ. 355· γ) (με την κτητ. αντων. μου σε προσφών. που φανερώνει οικειότητα, συμπάθεια, τρυφερότητα): Πού ’στε εσείς, παιδάκια μου, κουφέρτιασις δική μου| να σας ιδούν τ’ αμμάδια μου, προτού να βγει η ψυχή μου Θρ. Κύπρ. M 531· Παρηγορά τη η νένα τση … (παραλ. 1 στ.): «Παιδάκι μου, η απομονή είν’ γιατρικό μεγάλο …» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 671· (σε προσφών. ιερωμένου προς λαϊκό): μακάρι κι αν είσαι σοφός ωσάν Αριστοτέλης| και δυνατός σαν ο Σαμψών και Σολομών στην γνώση,| τον θάνατον, παιδάκι μου, δεν θέλεις τον γλυτώσει Ιστ. Βλαχ. 2784. 2) α) Νεαρός άντρας, έφηβος: θωρείς αυτήν την λεμονιά ομού άνθησε ’ς λουμάκι,| έτσι έν και η δόλια κορασιά οπού αγαπάει παιδάκι Ch. pop. 463· Ο Ράδουλ βόδας ήτονε τότε μικρόν παιδάκι,| στην Βενετίαν έφυγε να παιδευθεί λιγάκι, να μάθει γράμματα καλά και φρόνεσιν και τάξη Ιστ. Βλαχ. 461· (σε προσφών.): Ω δοξασμένον κι άξιον παιδάκι Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [951]· β) (σε επιθετ. χρ.) νέος, μικρός σε ηλικία: εκείνον τον καιρόν επήγεν ο σιρ Γγαλιωτή Ταπέρες με τον σιρ Μπερτουλάτζε Τράρε, Φλουρουντίνοι, και επήραν και τον αδελφόν του, τον σιρ Πολ Μαχαιρά, παιδάκιν βαχλιώτην τους και εγυρίσαν πολλύν τόπον διά δουλείες του ρηγός Μαχ. 9626· γ) (προκ. για νεαρό και ανώριμο ή ασήμαντο άνθρωπο): αν νικήσεις συ εμέν, ολίγον έν δαμάκι,| διότι δεν ενίκησες, σαν γράφεις, μόν’ παιδάκι Αλεξ. 752· Ο Δάρειος ανάγνωσε εκείνο το πιττάκι| κι εγνώρισε Αλέξανδρον ότι δεν έν παιδάκι·| εγνώρισε ο Δάρειος ότι έναι τιμημένος| Αλέξανδρος και τολμηρός, μάλιστα κι αντρωμένος Αλεξ. 766· (ειρων. σε προσφών.): Γύρισε και εσύ λοιπόν κι άμε μ’ αυτούς οπίσω,| τί πέβω να σε πιάσουσι και να σε τυραγνήσω·| άμε, παιδάκι, το λοιπόν, να παίζεις στο τσουγκάνι,| κι ο κόσμος να μαζώνεται, τίποτες δε σου κάνει Αλεξ. 691. 3) Νεαρός δούλος, υπηρέτης: «Μηδέν κακοκαρδείς πολλά, ω νέον παλληκαράκιν,| στην Αίγυπτον ν’ αναθραφείς ως αυθεντός παιδάκι» (παραλ. 3 στ)· εβγάλουν τον στην αγοράν, σ’ όλους το αναφαίνου Χούμνου, Κοσμογ. 1636 κριτ. υπ.
       
  • παιδί(ο)ν
    το, Προδρ. (Eideneier) I 91, 125, 150, Ασσίζ. 1520, 46416, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 746, Χρον. Μορ. H 4246, 5966, Λίβ. Sc. 1616, 1624, 1715, Λίβ. Esc. 767, 2765, 2773, Λίβ. (Lamb.) N 646, Αχιλλ. L 1128, Μαχ. 9422, 23, 41035, 58028, Διγ. O 1901, κ.π.α.· μπαιδί, Χρον. σημ. του 1514 16677· παιδί, Διγ. Z 3206, Βέλθ. 171, Χρον. Μορ. P 3054, Λίβ. P 1043, Λίβ. Sc. 1343, Λίβ. N 2537, Αχιλλ. (Smith) O 221, Μαχ. 7234, 19618, Γεωργηλ., Θαν. 166, Απόκοπ.2 95, Πεντ. Γέν. XXXII 12, XLII 11, Έξ. I 7, 9, Πανώρ. Β΄ 44, Δ΄ 413, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 443, Β΄ 411, Δ΄ 408, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 46, Β΄ 2444, Γ΄ 171, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 356, 665, Στάθ. (Martini) Γ΄ 357, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 335, Δ΄ 549, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 318, Β΄ 170, Διγ. O 2642, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16126, 38919, 43120, κ.π.α.· παίδι(ν), Εβρ. ελεγ. 162, Πεντ. Δευτ. XVIII 5· παιδίν, Τρωικά 5208, 5216, Προδρ. (Eideneier) II 26-8 χφ Η κριτ. υπ., 58, III 109, 112, 116, 117, IV 103, 104, Ασσίζ. 2926, 2121, 7, 27831, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 610, 618, Χρον. Μορ. P 2517, Λίβ. P 578, Αχιλλ. L 12, 23, 114, Αχιλλ. N 36, Αχιλλ. (Smith) O 11, 43, Μαχ. 24416, 35, 36, 37, 38, 6445, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 138, Βουστρ. 487, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 99, 114, 123, 150, Κυπρ. ερωτ. 1815, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 14, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16016· παιδίο, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 232r, Βυζ. Ιλιάδ. 85, Παϊσ., Ιστ. Σινά 275· παιδίον, Σταφ., Ιατροσ. 16463, Σπαν. A 40, Βέλθ. 1146, Αχιλλ. (Smith) O 44, 77, 127, Διγ. (Trapp) Gr. 999, 1362, Διγ. Z 1825, 4055, Λίβ. N 2881, Σφρ., Χρον. (Maisano) 44, Διήγ. Αλ. V 26, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 390v, Βυζ. Ιλιάδ. 160, 164, 213, Πτωχολ. α 174, Διγ. Άνδρ. 3135, 13, 34527, 32, 37525· παιδιόν, Αχιλλ. N 192· ονομ. πληθ. παιδιάν, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 45.
    Το αρχ. ουσ. παιδίον. Ο τ. παιδί στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. παίδι(ν) σε έγγρ. του 17. αι. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, 1972-73, 213). Ο τ. παιδίν και σήμ. σε ιδιώμ., όπου και άλλοι τ. της λ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. παιδί(ν), Λουκά, Γλωσσάρ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 708, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παιδί(ν), Θαβώρης, Ελλην. 19, 1966, 265, Κριαρ., B-NJ 19, 1966, 82). Ο τ. παιδίο σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 418).
    1) (Προκ. για οικογένεια ή γενιά) α) παιδί, γιος ή κόρη: Καθώς όλοι το ξέρετε όσοι έχετε παιδία,| λογιάζω πως για λόγου τους πονεί σας η καρδία Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 167· Να ’ρίξει ο κύρης το παιδί σ’ όλους μας είν’ δοσμένο| κι όποιο παιδί το θέλει αλλιώς είν’ καταδικασμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 61, 62· Κάτεχε για γυναίκα σου πως παίρνεις το παιδί μου| σήμερο, την Πανώρια μου, κι ας εί με την ευκή μου Πανώρ. Ε΄ 333· εάν κάμει η γυναίκα μου αγόρι παιδί, να έχει το παιδί από τον βίον μου μερτικόν ένα Rechenb. 45· το θηλυκόν μου παιδίν ή το αρσενικόν Διαθ. Ακοτ. 14720· (σε παροιμ. φρ.): εχάθησαν οι χριστιανοί Ρωμαίοι και Λατίνοι (παραλ. 3 στ.)· έχασε μάννα το παιδί και το παιδίν την μάνναν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 197· να κλαίει η μάννα το παιδί και το παιδί την μάνναν,| τα κλάματα να λούνουνται ο φίλος με τον φίλον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 220· Κάμε παιδιά να ’λπίζεις| χαρά να πάρεις απ’ αυτά! Πανώρ. Δ΄ 101· Την παίδα δίδουν τα παιδιά, γιαύτος παιδιά τα λέσι Πανώρ. Δ΄ 105· εκφρ. (1) παιδί γεροντικό = παιδί που γεννήθηκε από γέρους γονείς: είπαμε προς τον αφέντη μου· είναι εμάς πατέρας γέρος και παιδί γεροντικό μικρό Πεντ. Γέν. XLIV 20· (2) παιδί σπλαγχνικό/φυσικό = γνήσιο παιδί: το ηύρα το παιδί εις τον γιαλόν, στον άμμον (παραλ. 1 στ.), και ώσπερ παιδί μου σπλαγχνικόν εκ το εμόν συκώτιν,| ούτως εθάρρουν, ήλπιζα εις το εμά ν’ αφήσω Βυζ. Ιλιάδ. 268· Είντα δεν είναι κύρης σου τούτος; Αμ’ είντα σου ’ναι;| Και πούρι όλοι για φυσικό παιδίν του σε κρατούνε Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 200· φρ. (1) βαστάζω παιδί = (για γυναίκα) κυοφορώ, είμαι έγκυος: Τώρα είσαι ευχαριστημένη εις όλες τες γυναίκες, Ολυμπιάδα· σήμερον του κόσμου ολουνού βασιλέα βαστάζεις, παιδί άρρεν Διήγ. Αλ. V 26· (2) κάμνω παιδί = (α) αποκτώ παιδί: παιδιά να κάμεις όμορφα, να δεις κλερονομιά σου,| «μάννα» ν’ ακούγεις τ’ όνομα, ν’ αναγαλλιά η καρδιά σου Πανώρ. Γ΄ 159· ο θαυμαστός Ακρίτης, ο οποίος είχεν όλα του Θεού τα χαρίσματα …, είχε δε λύπην εις όλην του την ζωήν, πώς δεν έκαμνε παιδίον Διγ. Άνδρ. 3661‑5· (β) (ειδικά για γυναίκα) γεννώ: σήμερον του κόσμου ολουνού βασιλέα βαστάζειν παιδί άρρεν· και όταν θέλεις κάμει το παιδί, να στείλεις διά τ’ εμένα να έλθω, και είτι σου ειπώ, ούτως να κάμεις και εις ποίαν ώραν να γεννήσεις το παιδί Διήγ. Αλ. V 26· (3) ποιώ παιδί = τεκνοποιώ, γεννώ: Περί γυναικός εάν ου ποιεί παιδίν, περί στείρας Ιατροσόφ. (Oikonomu) 1021· (4) ρίχνω το παιδί = αποβάλλω: Ο μς΄ (ενν. ψαλμός) έχει ωφέλειαν εις γυναίκαν οπού ρίκτει τα παιδία Ιατροσ. 21101· (5) συλλαμβάνω παιδί = (για γυναίκα) μένω έγκυος: Ω βασιλεύ πανθαύμαστε, ευγενικέ, ωραίε,| η δέσποινα συνέλαβεν, η ση γυνή, παιδίον,| ούτινος επί γέννησιν χαράν έξεις μεγάλην Διγ. Z 47· β) (ειδικά) γιος (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 14): ήρταν εις την Αίγυφτο ο Ιαακώβ και όλη η σπορά του μετ’ αυτόν. Τα παιδιά του και παιδιά των παιδιών του μετ’ αυτόν· θεγατέρες του και θεγατέρες των παιδιών του Πεντ. Γέν. XLVI 7· να έρτεις προς το κιβωτό εσύ και τα παιδιά σου και γεναίκα σου και γεναίκες των παιδιών σου μετά σεν Πεντ. Γέν. VII 18· γ) (προκ. για θετό παιδί): Είπα πως είν’ παιδί μου| και όχι ποτέ από μένα γεννημένον Πιστ. βοσκ. V 5, 64· έκφρ. αναθρεφτό παιδί / παιδί τσ’ αγάπης = υιοθετημένο παιδί: Εγώ παιδί δεν έκαμα ποτέ μου στον καιρό μου,| μα συντηρώντας σήμερο τούτο τ’ αναθρεφτό μου| παιδί, το Φορτουνάτο μου, το οποίο έχω αναθρεμμένο (παραλ. 1 στ.) βγάνω από τούτο και θωρώ καλά και λογαριάζω| και την αγάπη των παιδιώ τω φυσικώ λογιάζω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 585· ΜΟΝΤΑΝΟΣ: πώς μπορεί να στέκει| «παιδί» και «όχι παιδί σου»;| ΚΑΛΟΓΟΝΟΣ: Καλά μπορεί να στέκει·| παιδί τσ’ αγάπης, ναι, και όχι της φύσης Πιστ. βοσκ. V 5, 77· φρ. κανω κάπ. παιδί μου = υιοθετώ κάπ.: μία γυναίκα … είδεν εις το όνειρό της ότι ένας νέος την όριζε … να πάρει … το παιδάκιν … και να το κάμει παιδίον της Ροδινός (Βαλ.) 209· δ) (στον πληθ.) οι απόγονοι, οι μέλλουσες γενιές: ημείς, το γένος των Ρωμαίων, δούλοι σου ν’ απεθάνουν,| τούτο ζητούμε, λέγομε, μεθ’ όρκου να μας ποίσεις| εγράφως, να το έχομε εμείς και τα παιδία μας|· από του νυν και έμπροστεν Φράγκος μη μας βιάσει| να αλλάξομεν την πίστιν μας Χρον. Μορ. P 2092· σύρτε αγοράσετε χώρες εις την Φραγκίαν| να έχετε παντοτινά εσείς και τα παιδία σας Χρον. Μορ. P 4246· εκφρ. από παιδί ως παιδί, παιδία παιδιών, παιδίων παιδίων (προκ. για κληρονομική μεταβίβαση περιουσίας ή υποχρέωσης από γενιά σε γενιά· συχνά για να δηλωθεί πλήρης και διά παντός κατοχή και κυριότητα ενός πράγματος· βλ. και Βουρδουμπάκις, Χρ. Κρ. 1, 1912, 478): αφήνω τα οσπίτια μου του υιού μου, εις το οποίον σπίτιν εγώ κατοικώ και να μηδέν εμπορεί να το πωλήσει ή να το αφήσει τινός αμέ να παγαίνει από παιδίν ως παιδίν Διαθ. Ακοτ. 1469· εχάρισεν του αυτού σιρ Νικόλου τα Πιλιομάσαρα παιδία παιδιών του Μαχ. 55015, 16· ο αδελφός μου ο Ιωάννης, οπού θέλει κληρονομήσει το σπίτι μου, να έναι κρατημένος τες τρεις λειτουργίες να κάμνει κάθα χρόνον, της Λαμπράς τες τρεις και την μίαν τα Χριστόγεννα παιδίων παιδίων του Διαθ. Ακοτ. 14841· όρισεν ο μισέρ Τζεντεφρές να ιδούν ποία κάστρη δεν επροσκύνησαν και ηύραν …, τα οποία κάστρη … να πολεμηθούν …, αμή του είπαν … να τον προσκυνήσουν, αμή να είναι παντελεύθεροι από πάσαν εγγαρείαν παιδίων παιδίων τους Δωρ. Μον. XXIII· ε) (προκ. για δήλωση κοινής καταγωγής): οι άρχοντες και όλ’ οι στρατιώτες (παραλ. 1 στ.), όλοι εσυμφώνησαν … (παραλ. 1 στ.), πήραν τον κυρ Γαβριήλ …,| αφέντη τον εσήκωσαν …·| «ημείς εσένα θέλομεν …| να σ’ έχομεν αφέντην μας …,| εσένα εγνωρίσαμεν με όλην μας καρδία| και μετ’ εσένα είμεστεν ενός πατρός παιδία» Ιστ. Βλαχ. 794· στ) (συνεκδ.) το μικρό ζώου: να πάρει αυτηνής δυο τρυγόνια ή δυο παιδιά περιστεράς και να πάρει αυτά προς τον ιεριά Πεντ. Λευιτ. XV 29· Αν κυνηγήσει τίποτες (ενν. η άρκος), εκείνη τρώγει πρώτα| και τότε τα παιδία της δίδει τους διά να φάσιν Φυσιολ. 37120· το πουλάκι …| όνταν ιδεί τον άνθρωπο να πάγει στη φωλιά ντου,| πώς λακταρίζει, πώς πονεί, μη χάσει τα παιδιά του Π. Ν. Διαθ. φ. 335 α 23· κριάρια πέντε, βαρβάτα πέντε πρόβατα παιδιά χρονιάρικα πέντε Πεντ. Αρ. VII 17· ζ) (με τις κτητ. αντων. μου ή μας σε προσφών. που εκφράζει συμπάθεια, οικειότητα, τρυφερότητα): Τέκνον μου ποθεινότατον, παιδίν μου ηγαπημένον,| οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου Σπαν. A 6. Δώστε κι οι δυο τα χέρια σας φιλήσετε, παιδιά μου Πανώρ. Ε΄ 345· Τι έχεις, παιδί μου, με λαλεί (ενν. η Μοίρα) κι εχάθης και φοβάσαι; Φαλιέρ., Ιστ.2 267· Μην λυπάσαι, Διγενή μου,| μην ταράττεσαι, παιδί μου·| η καρδιά σου μην λυπάται Διγ. O 2516· (εδώ σε επίπληξη): αυτά εθάρρουν εις εσέν, παιδίν μου, να κερδίσω;| ήλπιζα εύρειν θησαυρόν κι ηύρα καρβούνιν μέγα Σπαν. A 28· (εδώ σε αφήγηση): (Πάλιν η γραία η ταλαίπωρος τούτα τους συντυχαίνει)| και μετά την συμπλήρωσιν των δυο χρόνων, παιδιά μου,| ο Λίβιστρος εξέβηκεν και η κόρη εκ το κυνήγιν Λίβ. N 2556· (συχνά σε έναρθρ. κλητ.): Τότε τους ερμηνεύει (ενν. ο γέρων):| «Ακούετε, τα παιδιά μου …» Πτωχολ. P 57· ω Ισαάκ, ξύπνησε, το παιδί μου,| ξύπνησε, γείρου να ντυθείς, που να ’χεις την ευκή μου Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 479. 2) (Προκ. για συγγένεια εξ αγχιστείας) α) γαμπρός: δείξει (ενν. ο βασιλεύς) τό ήθελεν καλά του μισίρ Ντζεφρέ εκείνου,| το πως το έποικε άσκημον …| την θυγατέρα του να ευλογηθεί άνευ θελήματός του (παραλ. 5 στ.)· … ο μισίρ Ντζεφρές …| ως φρόνιμος … οπού ήτον (παραλ. 1 στ.) … μαντατοφόρους στέλνει| εκείσε εις τον βασιλέαν …,| παρακαλεί … να του έχει συμπαθήσει| σ’ εκείνο οπού έποικεν κι εγίνετον παιδί του Χρον. Μορ. H 2547· β) νύφη: για παιδί μου το λοιπό και νύφη ποθητή μου| εγώ την Πετρονέλα μου παίρνω με την ευκή μου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 287· Πλιότερα θα την αγαπώ τώρα, γιατί παιδί μου| θε να την κάμω, σα θωρείς, και νύφην ακριβή μου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 201. 3) (Μεταφ.) α) (σε περίφραση, για πρόσωπο που κατάγεται από κάπ. τόπο): Πολλά μεγάλη δύναμην έχει ο Καραμανίτης,| πλιας τέχνης και πλιας μαστοριάς είν’ το παιδί της Κρήτης Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1068· (στον πληθ., για λαό που κατοικεί σε κάπ. τόπο ή σε σχέση με το γενάρχη του): εσήκωσεν ο Ιαακώβ τα παιδάρια του και εδιάβην εις ηγή παιδιά της Ανατολής Πεντ. Γέν. XXIX 59· εκαταδούλωσαν η Αίγυφτο τα παιδιά του Ισραέλ με σκληρότητα Πεντ. Έξ. I 12· σύρε και να σε απεστείλω προς τον Φαρώ και έβγαλε τον λαό μου παιδιά του Ισραέλ από την Αίγυφτο Πεντ. Έξ. III 10· εσύντυχεν ο Κύριος προς τον Μοσέ και προς τον Ααρών τον ειπεί: «Σήκωσε το κεφάλι παιδιά του Κεάθ από μεσοθιό παιδιά του Λεβί εις τις γενεές τους, εις το σπίτι των γονεών τους» Πεντ. Αρ. IV 2· β) (ως χαρακτηρισμός προσώπου· με γεν. ονόμ. φανταστικού ή μυθικού προσώπου ή αφηρημένου ουσ., που δίνει μια ξεχωριστή ιδιότητα στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται): Καίσαρε, μη ονειρεύγεσαι, τέρατα μη λογιάζεις| πως είναι ετούτα τα παιδιά του Άδη, καθώς τα κράζεις| ετούτα είναι ορφανά από μάννα και πατέρα| και την περίσσα πίκραν τους στα πόδια σου εφέρα Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 176· Ο ξένος πάλιν λέγειν την: «Μάννα, παρακαλώ σε,| τις έναι, πώς την λέγουσιν και τι έναι η κόρη;» «Της δυστυχίας έναι παιδί, αναθροφή και πράγμαν| και εις κόσμον την απέστειλε να ίδει τους δυστυχούντας» Λόγ. παρηγ. L 298· Ο Διγενής του Κίνναμου λέγει: «δε σε σκοτώνω,| κοιτούμενο εις την ηγή …| Αλλά σηκώσου αφ’ την γη αν είσαι παλληκάρι| να ξαναπολεμήσομεν ωσάν παιδιά του Άρη» Διγ. O 2635· Θόδωρε, ξόμπλι τσ’ ευγενειάς και τση τιμής καρφίχτης,| απού ολωνώ των αρετώ παιδί πως είσαι δείχτεις,| χίλια καλώς επρόβαλες Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 620· Ώφου, παιδί τσ’ απακοής, πού μέλλεις να στρατέψεις; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 347· γ) (για άτομα που ανήκουν σε μια ομάδα· εδώ μαθητές): τα ’γραψα εις την φυλακήν διά τες αρχιές μαυλίστριες …| και τα παιδία του σκολειού πολλά τα τραγουδούσαν Σαχλ., Αφήγ. 112· Ω στύλε μέγιστε της Εκκλησίας, πώς έπεσες; Τάχα να ακούεις τες φωνές μας; Τάχα να αισθάνεσαι τα δάκρυά μας; Τάχα να γροικάς τους στεναγμούς μας, το ώχου και την θλίψιν των παιδίων σου; Χίκα, Μονωδ. 39186· δ) (προκ. για τους πιστούς που ανήκουν στο ποίμνιο ενός ιερέα): Ο πάπας … μήνυσέν του (ενν. του ρήγα): «Παιδίν μου γλυκύν, εκείνοι όπου μηνιάζουνται εις το θέλημα είναι εκείνονε όπου τους μηνιάζουσιν» Μαχ. 2613· ε) (προκ. για τους πιστούς ως τέκνα του Θεού ή της Παναγίας): φυλακές και βάσανα διά το όνομά σου (ενν. Κύριε),| όλα τα υπομένομεν, ότ’ είμεστε παιδιά σου Ιστ. Βλαχ. 2614· παιδιά εσείς του Κύριου του Θεού σας Πεντ. Δευτ. XIV 1· στείλε τη χάρη σου σ’ εμάς, αγιότατη Μαρία,| να ’χομε μοίρα εις εσέ, ως μάννα στα παιδία (παραλ. 6 στ.). Λοιπό, μητέρα μας γλυκιά, στρέψε προς τα παιδιά σου,| φίλησε και συργούλισε, βάλε τα στην ποδιά σου| και την ελεημοσύνη σου δώσ’ τωνε να βυζάσου Π. Ν. Διαθ. φ. 335α 10. 4) Νέος ακόλουθος· φίλος: αναπετώ την τέντα μου, σταίνω το φλάμουλόν μου,| συνάγω τα παιδία μου τα συνομήλικά μου,| δίδω βουλήν να μείνομεν πάλιν εις αυτόν τον τόπον Λίβ. P 509· βάνουν και δώδεκα παιδιά με τούτον (ενν. τον Πάριν) εις τον πύργον,| πρώτων αρχόντων ευγενών, όμοιοι σαν εκείνον,| λιθαρωτά, πανεύμορφα το εικοστόν το έτος Βυζ. Ιλιάδ. 355. 5) (Προκ. για άνθρωπο απερίσκεπτο, επιπόλαιο): Την όρεξή της (ενν. της γυνής σου) τσάκιζε, μηδέν βαλθεί και θέλει| τραγούδια, γάμους και χορούς και γλυκαθεί το μέλι.| Ωσάν το κάμνει η μέλισσα, θέλει πνιγεί απέσω,| δεν ξεύρω πλιο τιμητικά τέτοιον αιτιάν να χύσω.| Διατί αυτείνη η σαϊτιά εις την καρδιάν σου φτάνει| και δεν ευρίσκεται ιατρός τέτοιαν πληγήν να γιάνει (παραλ. 2 στ.). Δι’ αυτό ο Μαρκέζης έλεγεν, όποιος και αν γλυτώσει| να τονε κράζουνε παιδί, διότι απ’ ανθρώπου γνώση| δεν είναι μπορεζάμενον τινάς να κολυμπήσει| εις τέτοιον πέλαγος βαθύ και να μηδέν βουλίσει.| Χαρά σ’ αυτείνον που θωρεί τον κίνδυνον εκείνον| και στέκει απόξω και θωρεί καλύτερον τον κρίνον Δεφ., Λόγ. 502. 6) Δούλος· νεαρός υπηρέτης: Διγ. Z 4144, Σφρ., Χρον. (Maisano) 10814· Εκείνη δε μηχάνημαν εσκεύασε και δόλον| και πόρνη τις εγένετο …| ου προς τινάν των ευγενών ουδ’ από των μεγάλων,| αλλά προς ένα μισθαργόν, παιδίν του κηπουρού μας Καλλίμ. 2272. 7) (Σε σχέση με την ηλικία του ανθρώπου) α) μωρό, νήπιο: αυτός επαίρνει το παιδί και φέρνει το στο σπίτιν,| φέρνει το την γυναίκα του, πολλά το καμαρώνει (παραλ. 2 στ.), βυζάνου, θεραπεύουν το, κηδεύουσιν το βρέφος Βυζ. Ιλιάδ. 154· μέσα στη φούστα ευρέθηκε και το παιδίν αυτείνο| και ακόμη δυόμισι χρονώ να μην επέρνα κρίνω Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 561· Καμία εκκλησία ου ψάλλετον, αλλ’ ούδε ελειτουργάτον,| παιδία ουδέν εβάφτιζαν, νεκρούς ουδέν εψάλλαν Χρον. Μορ. P 5966· (προκ. για το Χριστό ως βρέφος): Με το άστρον λοιπόν ήλθον (ενν. οι μάγοι) … και εύρασι το παιδί με την Μαρίαν, την μητέρα του, και προσέπεσαν και επροσκύνησαν Πηγά, Χρυσοπ. 256 (16)· β) παιδί, αγόρι ή κορίτσι: Διήγ. Αλ. V 41, Μαλαξός, Νομοκ. 537· Θρήνος πολύς εγίνηκεν από μικρούς μεγάλους,| γέροντες, βρέφη και παιδιά, παπάδες, διδασκάλους Λίμπον. 462· έκφρ. από παιδίον = από την παιδική ηλικία: Φίλιππον τον ελέγασι … (παραλ. 1 στ.), οποίον τον εθέλασι έχει από παιδίον| κλεμμένον ’κ των γονέων του τα πλήθη των αθλίων Αχέλ. 1195· γ) (ειδικά) αγόρι (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Β΄2 165): τοσούτον δε ηγάπησεν ο λαός πας| ατόν τον υιόν αυτού ως και παιδία ελάλουν το όνομα αυτού και παιδίσκαι Ιστ. πολιτ. 6514· Αφέντης τώρα όρισεν: «Οι γέροντες κι οι γράδες| ας πάσι να μισέψουσι (μόνον μη μπου στσ’ αρμάδες)| παιδιά μικρά και κορασές, γυναίκες παντρεμένες| και τσ’ άντρες τως ν’ αφήσουσιν οι παραπονεμένες» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19416· δ) (προκ. για τον Έρωτα): Πολλά μεγάλην αφεντιά, πολλά μεγάλη χάρη| έχει τ’ ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι·| βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει| και το κακό που μελετά δε μας το φανερώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 274· ε) (συνεκδ.) άγαλμα, ομοίωμα μικρού παιδιού: Εις της Φιοκίνας γύροθεν ιστέκουνται τα ζώδια| και έμορφα και τορνευτά, γυαλόκοπα παιδία Λίβ. Esc. 2484· ϛ) νέος άντρας, παλληκάρι: παιδίν ξανθόν, αρτιγενές, μακρόν τῃ ηλικίᾳ Διγ. (Trapp) Gr. 2210· είχεν η φράσις ούτως δε των τριών παιδιών εκείνων:| «αυθέντη μέγα, βασιλεύς … (παραλ. 1 στ.), ημείς, γινώσκεις βασιλεύ, διά σέναν καρτερούμεν,| ποίον θελήσεις εκ τους τρεις γαβρόν διά να πάρεις» Απολλών. (Wagn.) 285· Δίχως να ηξεύρει η κόρη ή το παιδίν οπού μέλλουν να λάβουν τα μνήστρα, ήγουν την ευχήν και τον ασπασμόν, ουδέν εξιάζουν όσο γενούν εις αυτούς Ασσίζ. 52423· (σε προσφών.): Ευγενικότατον παιδί, που την ζωήν σου δίδεις| για την ζωήν των αλλωνών κι ουδεποσώς την χρήζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [903].
       
  • παλληκαράκι(ν)
    το, Δεφ., Λόγ. 592, Λούκαρ., Διάλογ. 225, Διήγ. ωραιότ. 758· παλληκαράκι, Χούμνου, Κοσμογ. 224, 1528, 1696, Άσμα Μάλτ. 43, Δαρκές, Προσκυν. [52], Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1214, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [541], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 342, 373· παλληκαράκιν, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1983.
    Από το ουσ. παλληκάριον και την κατάλ. ‑άκι(ν). Ο τ. παλληκαράκι στο Meursius (λ. παλικαράκη) και σήμ.
    1) Αρσενικό παιδί, αγόρι, γιος: Έβαλαν τα κοράχια τους, διά να φυλαχθούσιν,| με τα παλληκαράκια τους, για να μην σκλαβωθούσιν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 328. 2) α) Νεαρό αγόρι, μικρός στην ηλικία: παλληκαράκι νιούτσικο, άφημα του πατρός μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [7]· αφέντης ήτονε μικρός, νέον παλληκαράκι Ιστ. Βλαχ. 571· β) νέος άντρας, παλληκάρι: ήτονε η καρδία της γεμάτη το φαρμάκι,| οδιά τον Ιμπέριον, τ’ άξιον παλληκαράκι Ιμπ. (Legr.) 398· αλίμονον, Ροδίτες μου, καλά παλληκαράκια,| το τι έπαθεν η νεότη σας και αυτή η ελικιά σας Γεωργηλ., Θαν. 38.
       
  • παραιτώ,
    Σπαν. (Λάμπρ.) Va 286, Καλλίμ. 1121, Φλώρ. 1139, Λίβ. N 1519, Ιστ. πολιτ. 919, Διγ. Άνδρ. 3168· απαρατώ, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) Πρόλ. 138, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1154]· παρατώ, Αχιλλ. (Smith) O 732, Θησ. Β́ [56], [457], Σκλέντζα, Ποιήμ. 1135, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 294, Διήγ. Αλ. G 2678, Μαλαξός, Νομοκ. 153, Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) 212, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. ά 118, Διγ. Άνδρ. 33534, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [559], Δ́ [1023], Χριστ. διδασκ. 290, Λεηλ. Παροικ. 598, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 29622, 45712, 5439· μέσ. παρατιέμαι, Θησ. Ά́ [1272].
    Το αρχ. παραιτέομαι. Ο τ. απαρατώ σε έγγρ. του 17.-19. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 503, 26, 1983, 433, 27, 1984, 394, Κονόμος, Εραν. 8, 1970, 237), στον Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 101, Β́ 73, 112, Θυ. Γ́ 201 και σήμ. ιδιωμ. (Χαντζιάρας, Θεσσαλ. γλωσσάρ., λ. απαρατάου/ ‑ώ, Ηλιούδης, ΛΔ 15, 1989, 266). Ο τ. παρατώ, για το σχηματ. του οποίου βλ. Χατζιδ., Αθ. 1, 1889, 287-8, σε έγγρ. του 18. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 1, 1948, 133, Τριανταφύλλου, Αθ. 71, <1969/70>, 1970, 26), στον Κατσαΐτ., Κλ. Προσφών. 41 και σήμ. Το μέσ. παραιτούμαι και σήμ. Η λ. σε έγγρ. του 17. αι. (Μανούσ., Θησαυρ. 6, 1969, 47), στο Βλάχ. και σήμ.
    I. Ενεργ. 1) α) Εγκαταλείπω, απαρνούμαι κάπ.: Πώς κι εσύ μ’ απαρατάς ξένην και πικραμένην;| Κύρη, παιδί μονάκριβον μ’ έχεις, και να μ’ αφήσεις,| σήμερον να με σφάξουσι, δίχως να μου βοηθήσεις; Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ’ [812]· Μ’ αδίκησε του λόγου της με το να παρατήσει έναν,| που πάντα ... της είχε αγάπην καθαράν Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ’ [1016]· τον κύρη σου απαράτησε και κύρη εγώ σου τάσσω| να ’χεις εμένα κι εις ψηλές δόξες να σ’ ανεβάσω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 332· β) εγκαταλείπω, αφήνω κατά μέρος κ.: Επαρατήσαν τα φορτιά κι ετρέχανε να φύγου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 41824· Την πίστη επαράτησε ο Καίσαρ και φονεύγει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 13· Ώχου, Μυρτίνε μου, να ζεις, ειδές να μη θελήσεις,| τύχη ακριβήν σαν τούτηνε να την απαρατήσεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1084]· μετάνοιαν εκάνασι με ευλάβεια περίσσα| και τες επιθυμίες τους όλες επαρατήσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2718· το βιζίρη εύρηκε (ενν. γείς λουμπαρδάρης) κι επήε μετά κείνο| και την αιτία παραιτώ και δε μιλώ, μ’ αφήνω Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 46614· γ) εγκαταλείπω (αξίωμα): εγώ με την ιδίαν μου θέλησιν και αγαθήν προαίρεσιν επαραίτησα το σκήπτρον και τον θρόνον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 346. 2) Σταματώ, παύω να: από τα τοιαύτα σκάνδαλα ..., επαραίτησαν οι μοναχοί του μοναστηρίου το να κάνουσιν αρχιεπίσκοπον εις το μοναστήριον και έκαναν μόνον ηγούμενον έναν ιερομόναχον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 215. 3) Παραμελώ, αδιαφορώ, δε δίνω σημασία σε κάπ.: και σεις δεν εβαρούσετε φωτιές και με μαχαίρι,| όταν το είχετε σφικτά εις το δικό σας χέρι|, αλλά τον παραιτήσετε (ενν. τον Τούρκο) τότες η αφεντιά σας| και πήρε σας την χώραν σας, τα κάστρη τα δικά σας Διακρούσ. 1019. II. Μέσ. 1) α) Εγκαταλείπω, απαρνούμαι κάπ.: γονείς του επαρῃτήσατο διά την εμήν αγάπην Λίβ. Sc. 2003· Δεν παρατιέσαι παντελώς τον αγαπητικόν σου, τον πλάνον, τον πικρότατον Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. β́ 19· πώς μας επαρατήθητε στον Άδην και κοιμάστε; Πένθ. θαν.2 70· β) εγκαταλείπω, παρατώ κ.: τόπον και χώραν την εμήν και γην και γονικά μου| και κόσμον και πατρίδα μου όλα παραιτησάμην Λίβ. N 1322· Όλες του κόσμου τες χαρές ας τες παρατηθούμεν Πένθ. θαν.2 19· παρατιώνται τ’ άρματα, όλα χάμου τα ρίχνουν Θησ. (Foll.) I 133· γ) παραιτούμαι από αξίωμα: παραιτείτο (ενν. ο βασιλεύς) την αρχήν εκ της αποτυχίας Καλλίμ. 1059· (αμτβ.): ος (ενν. ο πατριάρχης Γρηγόριος) και το σκάνδαλον αυξανόμενον ορών και την άλωσιν προλέγων παρῃτήσατο Ιστ. πολιτ. 1011. 2) (Προκ. για όρκο, υπόσχεση, κ.τ.ό.) αθετώ, αναιρώ: και όρκους αν είχες εκατόν, να τους επαραιτήσουν Λίβ. Sc. 616· οποίος λάβει αρραβώνας και παραιτήσεται τα γεγονότα, διπλάσιον δίδει τους αρραβώνας Ελλην. νόμ. 52728‑9. 3) α) Αποφεύγω κ., απέχω από κ.: Αρχή φιλίας έπαινος, αρχή δε μάχης ψόγος·| λοιπόν το ψέγειν παραιτού, εχθρόν μηδέν ποιήσεις Σπαν. (Μαυρ.) P 17· β) αποστρέφομαι κ.: το όνειρον ορέγετον ο νους μου να το βλέπω,| το φως επαρατούμου το εμίσουν την ημέραν Λίβ. N 559. 4) Σταματώ, παύω: άμε εις τον χορόν ατή σου| και το κλάημα (έκδ. κλαί‑) παραιτήσου Συναξ. γυν. 593. 5) Παραμελώ, αδιαφορώ, δε δίνω σημασία σε κ.: Όμως δε της μητρός αυτού ταύτα διδασκομένης| ου παρῃτήσατο παιδός την συμβουλίαν ταύτην Διγ. Z 1127. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = εγκαταλειμμένος: οι παρατημένες,| που ’ναι πάντα πομπεμένες,| πάσιν όλες εις τα μπουρδέλια Συναξ. γυν. 1207.
       
  • παρακάλιο
    το, Πιστ. βοσκ. Ι 2, 201, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 14733, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [498]· παρακάλι, Πιστ. βοσκ. II 1, 55· παρακάλι(ο), Πανώρ. Ά́ 408, Δ́ 353, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 411, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 58, Πιστ. βοσκ. I 2, 210, I 3, 213, I 4, 293, II 6, 10, V 2, 67, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 529, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 606, Αποκ. Θεοτ. II 146, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [856], [1252], Έ́ [1518], [1576], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 90, Χριστ. διδασκ. 112, 328, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15724· παρακάλιο(ν), Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 9115, 1488· παρακάλιον, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 1632· παρεκάλιο, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 464.
    Από το παρακαλώ και την κατάλ. ‑ιο (Για το σχηματ. βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. παρακάλι(ο), Χατζιδ., Αθ. 6, 1894, 57 και Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 67). Ο τ. παρακάλιον στο Somav. Τ. παρακάλιν σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Βλάχ., στον Κατσαΐτ., Ιφ. Γ́ 615, Δ́ 249, 582, Θυ. Β́ 238 και σήμ. στον πληθ.
    Παράκληση, παρακάλεσμα· δέηση, ικεσία: Στη δούλεψ’ είν’ ανέγνωρη, κουφή στα παρακάλια (ενν. η κόρη) Πανώρ. Ά́ 129· Σ’ τούτα τα παρακάλια τα κλιτά μου| λυπητερά τ’ αμμάτια σου (ενν. του Δία) ας στραφούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 442· με παρακάλιο προσκυνώ, ωσάν κριματισμένος, του Πλάστη κάνω δέηση κλιτός, γονατισμένος Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 101.
       
  • παραπικραίνω,
    Γλυκά, Στ. Β’ 50, Λόγ. παρηγ. L 516, 617, Λόγ. παρηγ. O 1, 532, 636, 692, Λίβ. P 2422, Λίβ. Sc. 2292, 2698, Λίβ. Esc. 3860, Δούκ. 3897, Μαλαξός, Νομοκ. 207, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 9616, 10035, Αγαπ., Βίος Ιωάσ. 14028, Χριστ. διδασκ. 434, 435, 445.
    Το μτγν. παραπικραίνω. Η λ. και σήμ.
    I. (Ενεργ.) πικραίνω, δυσαρεστώ, λυπώ πολύ κάπ.: λέγω τά έπαθα και τά είδα και τά επεστάθην| και τά με παρεπίκρανεν η μοίρα μου εις τον κόσμον Λίβ. Esc. 3476· ειδέ παραπικραίνεις με και την ψυχήν μου θλίψεις,| πάντως να σύρω το σπαθίν και να σφαγώ ατός μου Διγ. Z 783· ημείς μάλλον αυτόν (ενν. τον Θεόν) παροργίζομεν και παραπικραίνομεν Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XI 87. IΙ. (Μέσ.) βασανίζομαι, υποφέρω πολύ: άλλοι παρεπικραίνοντο δεινοίς κολαστηρίοις,| ως άνδρες δολιότητος, ως άνδρες των αιμάτων Γλυκά, Στ. 494. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Που προξενεί πολλή λύπη, πίκρα· θλιβερός: Έβγα, πτωχέ αγαπητικέ, οχ τον βασανισμένον| τον θάνατον ετούτονε, τον παραπικραμένον Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1260]. 2) Υπερβολικά λυπημένος: εμοιρολόγα μοναχή κι έκλαιγε η καημένη,| κι όστις την ’γροίκα επόνιε την την παραπικραμένη Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1236. 3) Κακόμοιρος, δύστυχος: ελάβωσες έναν βοσκόν απού ’τονα ντυμένος| μ’ ένα δερμάτι λύκινο, ο παραπικραμένος Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ’ [1228].
       
  • πάραυτα,
    επίρρ., Προδρ. (Eideneier) IV 135 χφ C κριτ. υπ., Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 464, 566, 1118, Βέλθ. 134, 696, 743, 959, 1194, Φλώρ. 804, Αχιλλ. (Smith) N 1592, Ιμπ. 432, Γεωργηλ., Θαν. 437, Απόκοπ.2 327, 356, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1607, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 560, 661, 796, κ.π.α.· πάραυθα, Κορων., Μπούας 111, Δαρκές, Προσκυν. [237], Παλαμήδ., Βοηβ. 83, 97, 105, 113, 126, 229, 300, 620, 759, 1061, Βίος αγ. Νικ. (Κακλ.) 50, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1204· παραύθα, Μαχ. 3823, Δαρκές, Προσκυν. [132]· πάραυθε, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 23215· πάραυθες, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 259, 266, 780· παραύτα, Αναγν., Στ. πολιτ. 9, Ασσίζ. 5911, Βέλθ. 947, Αχιλλ. (Smith) O 735, Μαχ. 1420, 448, 6212, 1029, 42022, 4221, 43010, 55435, 66631, Βουστρ. (Κεχ.) M 4514, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 101, 156, 213, 226, 626· παραυτά, Σοφιαν., Παιδαγ. 98, 99, 117· πάραυτας, Πανώρ. Ά́ 333, Έ́ 48 κριτ. υπ., Γύπ. Πρόλ. Διός 71, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 320, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ πριν στ. 27, 38, 97, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 11, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 12018, 12317, 13212, 1417, Βοσκοπ.2 376, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 335, Β́ 280, Γ́ 1285, Δ́ 997, Έ́ 1075, Στάθ. (Martini) Ά́ 17, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 282, Δ́ 220, Έ́ 315, Διήγ. πανωφ. 61, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 163, Δ́ 244, Έ́ 248, Ιντ. ά́ 164, β́ 163, γ́ 134, Πρόλ. άγν. κωμ. 10, Λεηλ. Παροικ. 13, 27, 78, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 29312, 30518, 3378, 3697, 44817, 54619, κ.α.· παραύτας, Πιστ. βοσκ. II 1, 328, V 5, 271· παραυτάς, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3496· πάραυτε, Κορων., Μπούας 79· πάραυτες, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 138, Άλ. Κύπρ. 1204, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 131, 1238· πάρευθα, Χρον. Τόκκων 2513· πάρευτα, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [484], Δ́ [245], Έ́ [1212]· πάρφτας, Κατά ζουράρη 144.
    Το αρχ. επίρρ. πάραυτα ή παραυτά. Ο τ. πάραυθα (με δάσυνση του τ· βλ. Meyer, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 112) στο Somav. (λ. παρευθύς) και σε κυπρ. δημ. τραγ. του 19. αι. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 36, 1972, 114). Ο τ. πάραυτας αναλογ. με επιρρ. σε ‑ας (Γεωργακ., B-NJ 14, 1938, 81). Ο τ. πάραυτες και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ.). Ο τ. πάρευθα (απ. στο Somav., λ. παρευθύς) και πάρευτα πιθ. με επίδρ. του επιρρ. παρευθύς. Η λ. και σήμ. λόγ. (ΛΚΝ).
    1) (Χρον. επίρρ.) αμέσως: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1262, Λίβ. Esc. 3792, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6726, 8224· Εγώ αν ήθελα αγαπήσει το βασίλειόν σας, εμένα ο αυθέντης μου ο Αλέξανδρος πάραυθα με το ήθελεν δώσει Διήγ. Αλ. E (Lolos) 23317· απέζευσεν παραύθα απ’ το αλογάρι Δαρκές, Προσκυν. [71]. 2) (Με επόμ. το σύνδ. οπού· πβ. όπου (Ι) Γ́1δ) μόλις: πάραυτα οπού εκείνος (ενν. ο Μπερτόλδος) είχεν έμπει εις την αυλήν, αυτοί (ενν. οι σκυλοφύλακες) να είχαν αφήσει τα σκυλία να υπάν καταπάνω του Μπερτόλδος 54· πάραυτα οπού τον είδεν (ενν. η βασίλισσα τον Μπερτολδίνο), γελώντας είπεν ... Μπερτολδίνος 152.
       
  • παρευθύς,
    επίρρ., Προδρ. (Eideneier) I 200, 254, Καλλίμ. 1211, 2484, Ασσίζ. 4712, 1986, 39212, Διγ. (Trapp) Gr. 470, 1057, 3129, Διγ. Z 319, 1721, 2650, Βέλθ. 720, Φλώρ. 920, Λίβ. P 2490, Λίβ. Sc. 941, Λίβ. Esc. 1491, Λίβ. N 2540, Αχιλλ. (Smith) N 1350, Αχιλλ. (Smith) O 576, Ιμπ. 96, 268, Χρον. Τόκκων 1168, 1489, 1923, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 49, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2341, Θυσ.2 1013, Στάθ. (Martini) Ά́ 158, Γ́ 82, Διγ. O 2449, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15121, 5743 κ.π.α.· παραευθύς, Λαυρ., Οπτασία Λ. 376· παραυθύς, Δαρκές, Προσκυν. [87], [111], Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1076· παραυτύς, Ασσίζ. 1842, Θυσ.2 454 κριτ. υπ., Κυπρ. ερωτ. 1344· παρευθύ, Βίος Αλ. 5279· πάρευθυς, Αχέλ. 1494, 1572, 2470· παρευτύς, Ασσίζ. 6327, 1527, 20918, 21622, 2999, 2302, 29521, 3094, 6, 36012-13, 38813, 38928, 39921, 44730, 44914, 45811, 46016, Χρον. Μορ. H 3919, Χρον. Μορ. P 251, 389, 3346, 5180, 5825, 5836, 6551, 7693, 7702, 8230, 8360 κ.π.α.
    [Το μτγν. επίρρ. παρευθύς. Ο τ. παρευθύ τον 5. αι. (Lampe, Lex.). Ο τ. παρευτύς και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 718). Η λ. και σήμ.]
    1) α) Αμέσως: ο δε (ενν. ο Διγενής) αρπάσας παρευθύς εκ στόματος τον άρκον| απεσφονδύλησεν αυτόν κι εξέψυξεν ο άρκος Διγ. Z 1418· ο Αλαμάνος το να ιδεί άνθρωπον καβαλάρην,| αγγελοσουσσουμίαστον, λαμπροαρματωμένον,| εγνώρισέν τον παρευθύς ότι έναι ανδρειωμένος Ιμπ. 407· β) (ως χρον. σύνδ. με επόμ. το ότι, βλ. ότι II, Ά1β) ευθύς ως, αμέσως μόλις: ο είς αδελφός ένι κρατημένος να μοιράσει με τον άλλον πάντα όσα έχουν εις το ήμισον, παρευθύς ότι να τον τάξουν Ασσίζ. 1697. 2) Πριν από λίγο: ηύραμεν τούτον τον άνθρωπον ... εις την στράταν νεκρόν και ήτον ακόμη ζεστός ώσπερ να τον είχαν σκοτώσει παρευτύς Ασσίζ. 22425.
       
  • παρθενία
    η, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 166, 175, Ασσίζ. 971, Διγ. (Trapp) Gr. 1455, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 122, Βέλθ. 1042, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. II 181, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 147, Έκθ. χρον. 314, Ιστ. Βλαχ. 1947, Διγ. Άνδρ. 39524, 39624· παρθενιά, Απολλών. 582, 606, 729, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. II 175, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1202, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 425, 466, Δ́ 280, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [358], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β́ 82.
    [Το αρχ. ουσ. παρθενία. Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. και σήμ.]
    1) α) Το να είναι κάπ. παρθένος/α: Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 408, Απολλών. 571, 736· έκφρ. κανίσκιν της παρθενίας = δώρο, προγαμιαία δωρεά του γαμπρού προς τη μέλλουσα σύζυγό του (βλ. και κανίσκιν 3) όπου δώσει (ενν. η γυναίκα) προικαίον έναι δίκαιον να λάβει και κανίσκιν της παρθενίας Ελλην. νόμ. 58316· β) η ιδιότητα της αγνότητας, καθαρότητας που προέρχεται από την αποχή κάπ. από σεξουαλικές επαφές: Εγώ τινά δεν ήθελα, αλλά με παρθενία| να ζήσω ελογάριαζα και όχι με λαγνεία Διγ. O 1819· (προκ. για την Παναγία): Αρχή η Άννα εγέννησε μήτηρ Χριστού Μαρία,| και ως για την παρθενία της εμνήσθη Παναγία Βεντράμ., Γυν. 215· (προκ. για ιερωμένους και μοναχούς): ως είδαν (ενν. οι κληρικοί και οι λαϊκοί) την καθαρότητα και παρθενίαν αυτού (ενν. του πατριάρχη), όλοι εξεπλάγησαν και εθαύμασαν Ιστ. πατρ. 1104· Περί μικροσχήμων και ότι οι μικρόσχημοι δεν είναι τέλειοι μοναχοί, ήγουν καλόγεροι, μόνον εισίν ομολογηταί της παρθενίας Βακτ. αρχιερ. 165· φρ. ασκώ παρθενία = διάγω ζωή αγαμίας, τηρώ αγαμία: έστι και μοναστήριον ... (παραλ. 1 στ.) ένθα οσιομάρτυρες, ανήρ τε και γυναίκα, (παραλ. 1 στ.) ο Γαλακτίων ο κλεινός παρθενίαν ασκήσας,| οποίος και την μνηστευτήν εις εαυτόν ελκύσας,| την Επιστήμην την σεμνήν, μοναζουσών το κλέος ... Παϊσ., Ιστ. Σινά 305. 2) (Συνεκδ.) α) προκ. για τον παρθενικό υμένα· φρ. (1) χάνω την παρθενίαν, ‑ιά = υφίσταμαι διακόρευση, παύω να είμαι παρθένος: Εξύπνησεν η λυγερή στα κανακέματα της| και γνώρισεν ότι έχασε εισμιό την παρθενιά της Ριμ. κόρ. 727· εννοιάζοντα εκείνη (ενν. η Αρτζεντίνα), πως έχασεν την παρθενίαν της την ποιαν δεν ημπόρεν να την λικουβριάσει διά καμιάν λογήν του κόσμου … επιάσεν και εφουρκίστην Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 138· (2) φθείρω/παίρνω την παρθενίαν, ‑ιά κάπ. = διακορεύω: ο βασιλεύς ο Ζήνων λέγουν ότι υπήρε μία γυναίκα παρθένον από τας χείρας της μητρός της και έφθειρε την παρθενίαν της Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 316r· μίαν των ημερών εξαίφνης και αθρόως| άκων και βούλεται κακώς φθείρει (ενν. ο κύρης της) την παρθενιάν της (ενν. της Αναστασίας) Απολλών. 18· τότε επιδεξιεύτηκα και ηύρηκα σκουτέρι,| και επήρε μου (ενν. ο καύχος) την παρθενιά εις το παράτοιχόν μου Σαχλ., Αφήγ. 858· ο βιασάμενος κόρην και οπού την φθείρει και πάρει την παρθενίαν της, ρινοκοπείσθω Zygomalas, Synopsis 144 Β 18· β) προκ. για το αίμα από τη ρήξη του παρθενικού υμένα: η δε (ενν. η Μαξιμώ) προς ύδωρ λούσασα αυτής την παρθενίαν| εμήν την υποχώρησιν ηνάγκαζε βαρέως Διγ. Z 3719· ύστερα σαν της το κάμει (ενν. ο άντρας)| και το αίμα της να δράμει,| τότε με τα ψέμματά της| δείχνει τον την παρθενίαν της Συναξ. γυν. 678. 3) (Συνεκδ.) προκ. για τη νεανική ηλικία της γυναίκας: βούλομαι να έχω| υποκλίνην ημετέραν| την ωραίαν Χρυσηίδα,| και προκρίνω Κλυταιμνήστρης| γυναικός μου της ιδίας,| της εκ παρθενίας ούσης Ερμον. Η 358.
       
  • παρτιζάνα
    η· μπαρτιζάνα.
    [Το ιταλ. partigiana (Spadaro, Byz. 38, 1969, 457)· πβ. και βενετ. partesana (Boerio).]
    Είδος όπλου, που αποτελούνταν από ένα κοντάρι (μήκους μέχρι 3 μέτρα), το οποίο έφερε στη μία άκρη του αμφίστομη σιδερένια λεπίδα, συν. με δρέπανο και γάντζους στη βάση της (Για τη σημασ. βλ. Battaglia, λ. partigiana): δεν ευρέθηκε κανείς ποτέ να μου μιλήσει| σ’ αστρονομία και σοφία ... (παραλ. 1 στ.) ούτε εις πίκα και σπαθί, μήτε σε μπαρτιζάνα·| οπού μ’ εβλέπαν κι έπιανα, κάτω ζιμιό τα ’βάνα.| Άρματα εις τα χέρια μου, όλοι τους ετρομάσσα Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 19.
       
  • πασαείς,
    αντων., Φαλιέρ., Ιστ.2 437, 675, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 65, 126, 330, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 493, Μαχ. 43, 1223, 17623, 33615, 51437, Χούμνου, Κοσμογ. 1868, Γεωργηλ., Θαν. 240, Βουστρ. (Κεχ.) 385, 887, Αλεξ. 840, 1727, Συναξ. γυν. 1124, 1163, Βεντράμ., Φιλ. 388, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 61, 156, 345, 631, Πηγά, Χρυσοπ. 69 (7), 196 (17), 288 (32), 323 (4), Παϊσ., Ιστ. Σινά 407, 409, Πανώρ. Γ́ 11, Δ́ 290, Έ́ 226, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 497, Κατζ. Ά́ 231, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2453, 14, Βοσκοπ.2 93, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1023, 2356, Στάθ. (Martini) Ά́ 234, Γ́ 551, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 258, Δ́ 224, Έ́ 9, Διήγ. ωραιότ. 948, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 270, Λεηλ. Παροικ. 43, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3894, κ.π.α.· πασαγείς, Μαχ. 2861, 41634, Πανώρ. Γ́ 443, Διαθ. 17. αι. 5113· πασαένας, Rechenb. 96, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 312, Αλεξ. 1938, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 204, 207, 760, Θρ. Κύπρ. M 355, 716, Πηγά, Χρυσοπ. 65 (29), 104 (40), 108 (51), 132 (20), (21), 134 (27), 142 (47), 143 (49), 148 (63), 178 (16), Ιστ. Βλαχ. 1201, Στάθ. (Martini) Γ́ 464, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 254· πασάνας, Χούμνου, Κοσμογ. 558, 559, Αλεξ. 1789, 2057, 2108, 2338, 2674, 2728, 2800, 2826, 2874, Διήγ. Αλ. G 28936, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 138, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 348, 618, 906, Θρ. Κύπρ. M 306, 574, Κυπρ. ερωτ. 9436, 9739, Ιστ. Βλαχ. 1613, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 894· πασανείς, Βουστρ. (Κεχ.) 388, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 29015‑16, Κυπρ. ερωτ. 192, 15416, Πανώρ. Γ́ 152, Βοσκοπ.2 279, Ιστ. μακαρ. Μαρκ.πασένας, Πένθ. θαν.2 563, Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 167235, Πανώρ. Πρόλ. 4, Παλαμήδ., Βοηβ. 186, 258, Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 16, Δ́ 155, Έ́ 281, 366, Διήγ. ωραιότ. 144, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 190· γεν. εν. πασαενού, Rechenb. 83, Διήγ. Αλ. G 28825, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 694· πασάνα, Γεωργηλ., Θαν. 314· πασανός, Φαλιέρ., Ιστ.2 674, Θησ. ΙΒ́ [343], Σκλέντζα, Ποιήμ. 166, Γεωργηλ., Θαν. 354, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) 1659, Πανώρ. Ά́ 288, Β́ 309, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2459, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 148, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 54620· πασανού, Μαχ. 830, 1424, 15418, 25219, 47625, 50422, 55426, 59831, 6128· πασενός, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 7· αιτιατ. εν. πασαέν, Δεφ., Σωσ. (1569) 13· πασαέναν, Μαχ. 10229, Πηγά, Χρυσοπ. 125 (54)· πασάνα, Χούμνου, Κοσμογ. 1866, Γεωργηλ., Θαν. 185, 473, 477· πάσαναν, Κυπρ. ερωτ. 9818· πασάναν, Μαχ. 22010, 43613‑14, Γεωργηλ., Θαν. 595· πασανένα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 227· πασανέναν, Μαχ. 5018‑19· πασένα, Πανώρ. Ά́ 344, Δ́ 420, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 80, Β́ 118, Δ́ 105· πασέναν, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 59· θηλ. πασαμιά, Πανώρ. Γ́ 148, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 580, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 139· γεν. εν. πασαμίας, Μαχ. 547, 22433· ουδ. πασαένα, Γεωργηλ., Θαν. 138, Πηγά, Χρυσοπ. 56 (13), 98 (19), 130 (16), 141 (45), 255 (11), Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 31124, Λεηλ. Παροικ. 35, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4438· πασαέναν, Μαχ. 22621, Αχέλ. 1777· πασένα, Πανώρ. Ά́ 160, Γ́ 120, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52410.

    I. (Ως ουσ.) 1) α) Ο καθένας, κάθε πρόσωπο (χωριστά)· (έναρθρ.): θέλει ανταποδώσει ο Θεός του πασανού κατά τα έργα του Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 64· Καλά κι εις μάχην δεν θεν να κοπιάζω| αμμέ γιατί δεν θέλει να σιγήσω| μάχομαι και τον πάσαναν πειράζω Κυπρ. ερωτ. 9818· (χωρίς άρθρο): Μεσίτρια γένου το λοιπόν, κερά, διά πασαένα| και παρακάλει τον Χριστόν διά όλους και δι’ εμένα Σκλέντζα, Ποιήμ. 1215· Σήμερο θέλω πασαείς να δει τη μπόρεσή μου,| για να φοβάται, ώστε να ζει, περίσσα την οργή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 625· (σε σχ. κατά το νοούμενο): πασαείς ας βλέπετε, κανείς μηδέν πιστέψει| ποτέ του την πολιτικήν κι εισμιάν χειροτερέψει Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 412· β) ο καθένας, η καθεμιά, το καθένα από ένα σύνολο (συν. ύστερα από λ. που δηλώνουν σύνολο ανθρώπων ή πραγμάτων, πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Ά́ 110, α)· (έναρθρ.): ο βασιλεύς θωρώντα την στενήν ζωήν τους αρχιερείς της Κύπρου ... έδωκέ τους χωριά και άλλα εισοδέματα του πασανού κατά του εφάνην Μαχ. 2634· (χωρίς άρθρο): εφάνησα σε γούργουθα βαθύτατον ελίγοι| ναύτες, πασένας πάσκοντας το θάνατο να φύγει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 272· (σε σχ. κατά το νοούμενο): έδωσε θέλημα του φουσσάτου και εδιάβη πασαείς εις τον τόπον του χαρούμενοι Χρον. σουλτ. 943· (με επόμ. εμπρόθ. προσδ. ή τους εγκλιτικούς τ. της προσωπ. αντων. ως γεν. διαιρετική, βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Ά́ 67, 4β): έξω ’κ την χώραν ήβγηκεν μ’ όλην του την στρατεία| με άνδρες πολλά θαυμαστούς όσους έκαμνεν χρεία,| ήτον χιλιάδες έως επτά πεζοί και καβαλάροι| και πασένας απ’ εκεινούς ήτ’ άξιον παλληκάρι Παλαμήδ., Βοηβ. 586· Στρατιώτες ξακουστοί, κι εσείς, απόκοτοι και νιοι άξοι,| ό,τι μπορεί πασένας σας ογιά τιμή του ας πράξει Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 56· (με προηγ. το επίθ. όλοι): εμόσαν όλοι πασαείς, ότι να κρατούν το αυτόν κάστρον διά τον αφέντην τον ρε Πιέρ Μαχ. 10017· έκφρ. εις όλους (...) κι/ ακόμη εις πασαένα = (για έμφαση) σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά: Πολλά θαυμάσματά ’καμα στου Ισραήλ την γέννα,| πολλήν θαράπαψη έδωκα σ’ όλους κι εις πασαένα Χούμνου, Κοσμογ. 2648· στέλνω το διάθεμα σ’ εμένα κι εις εσένα| σ’ όλους από το γένος σου, ακόμη εις πασαένα Χούμνου, Κοσμογ. 526· έκφρ. πασαένας και πολλοί μαζί = (για έμφαση) ο καθένας ξεχωριστά (από σύνολο) και όλοι μαζί: η κακία έχει τα της κακίας πνεύματα, οπού πασαένα και πολλά μαζί περιτρέχουσι τον άνθρωπον Πηγά, Χρυσοπ. 306 (4). 2) (Με επόμ. την άκλ. αντων. οπού, βλ. όπου IΒ́) ο καθένας (που), όποιος· (έναρθρ.): ο πασαείς οπού παραδέρνει διά την σωτηρίαν του πλησίου του πρώτα ωφελεί τον εμαυτόν του και τάπισα τον πλησίον του Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 395· (χωρίς άρθρο): πασαείς οπ’ αγαπά να γιάνει την ζωήν του| ας διώχνει τά πικραίνεται από την θύμησίν του Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 163. 3) Οποιοσδήποτε, ο τυχών· (έναρθρ.): να έχουν (ενν. οι Τεμπλιώτες) απομονήν ό,τι τους πει ο πασαείς Μαχ. 1234· (χωρίς άρθρο): μην πιστεύεις έτσι εύκολα πασαενός Πηγά, Χρυσοπ. 181 (27). 4) Κάποιος, ένας: Είτι εκράτει πασαείς, πάλι ας το μετέχει (παραλ. 1 στ.). Είτις επήρε άρματα, ...,| πάλι ας τα στρέψει όπισθεν Αλεξ. 1425. 5) (Σε αρνητ. πρόταση) κανένας: πασαένας εξ αυτόν (ενν. από τον θάνατον) δεν ημπορεί να γλύσει Αλεξ. 2822. II. (Ως επίθ.) κάθε: αντιβολώ, παρακαλώ εις πάσαναν αυθέντην,| Σπανιόλους, Προβεντζιάλους τε με των Μπουρτογαλέων· μόνον να ομονοιάσουσιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 436· αμελούμεν τούτα, τα έργα τα εύχολα, τα δυνατά πασαενός ανθρώπου κατά την δύναμίν του και κατά την τάξιν του Πηγά, Χρυσοπ. 145 (56)· Τούτ’ είναι γνώσις πασανός αξίου στρατιώτη| όταν θωρεί απάνω του καιρού εναντιότη Παλαμήδ., Βοηβ. 1073· (προκ. για καθένα από δύο άτομα): Τα ... δουκάτα ... θέλω να μοιράσουν τα ήμισυ πασαενός μου παιδίου (ενν. του Ανδρέα και της Ελένης) οι ειρημένοι κουμεσάριοι Διαθ. Ντεφαΐτζ. 77.
       
  • πατίρω,
    Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 268, Φαλλίδ. (Παναγ.) 132, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6013, 12912, 15835, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 397, Λεηλ. Παροικ. 404.
    [Από το βενετ. patir - ιταλ. patire. Τ. παρτίρω, παρτέρνω και πατέρνω σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ́ 200, λ. παρτέρνω, 204, λ. πατέρνω, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., λ. παρτίρω, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., λ. πατέρνω· πβ. Χατζιδ., Αθ. 23, 1911, 498). Η λ. στο Somav. (πατήρω), σε έγγρ. του 17. (Βαρζελιώτη, Θησαυρ. 30, 2000, 331) και του 18. αι. (Κουρσάρ. 2042, Τουρτόγλου, ΕΚΕΙΕΔ 22, 1977, 12) και σήμ. ιδιωμ. (Πασπ., Γλωσσ., Pern., Ét. linguist. B́, 500, Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Κασιμάτης, Βενετ. γλωσσ. στοιχ. Κυθήρ., Ζώη, Λεξ. Ζακ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.).]
    Α´ (Μτβ.) παθαίνω, υφίσταμαι κ. επιζήμιο, δυσάρεστο: η Μαρία Λιτινοπούλα ... ντουπιτάροντας μήπως και ο καβαλάρης έρθει να τη πειράξει για να πληρώνει τσι εντριτίες των λεγομένων αμπελίων, για τούτο, για να μη πατίρει εκείνο το βάσανο, ... δίδει ... του κυρ Κωνσταντή Καλοσυνά και των κλερονόμων του αιωνίως τα λεγόμενα ερημάμπελα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 7304. Αμτβ. α) παθαίνω κακό, βλάπτομαι σωματικά: μία βάρκα είδαμεν κι η θάλασσα την παίρνει| και πάλι μεταγύρισε στον άμμο την εφέρνει.| Λέμεν: «παιδιά ας πάγουσι άνδρες να την γλυτώσου ...» (παραλ. 1 στ.). Αμή τινάς δεν ήθελεν να πάγει να την σύρει| καλλιά η βάρκα να χαθεί παρ’ άλλος να πατίρει Διήγ. ωραιότ. 376· β) υποφέρω, βασανίζομαι: αυτείνη την χρονιάν λίγον κριθάρι γίνη (παραλ. 1 στ.) και όλοι επατίραμεν μην έχοντες κριθάρι| και πασαείς επήγαιναν εις τα νησά να πάρει Διήγ. ωραιότ. 947.
       
  • πατώ,
    Χρον. Μορ. H 4543, 4551, 5548, Ερωτοπ. 6, 31, Λίβ. P 227, 2073, Λίβ. Sc. 444, 1351, Λίβ. Esc. 1716, 2491, Λίβ. N 1396, Χρον. Τόκκων 1911, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 243, 415, Απόκοπ.2 247, Πεντ. Δευτ. I 36, XI 24, 25, Χρον. σουλτ. 3715, 1281, Κυπρ. ερωτ. 58, Πανώρ. Ά́ 427, Β́ 458, Γ́ 473, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1916, Γ́ 923, 1714, Διγ. O 2122, 2667, 2681, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18618, 24611, 54015, κ.π.α.
    [Το αρχ. πατέω. Η λ. και σήμ.]
    Α´ Μτβ. 1) Βαδίζω, περπατώ: Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 986· (σε μεταφ.): Ο πόθος όντε βουληθεί και θέλει να νικήσει (παραλ. 5 στ.). Την ίσα στράτα δεν πατεί, μα τη στραβή γυρεύγει,| φαρμακεμένες μαγεριές πάντα μας μαγερεύγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 277· τις να ειπεί τους πόνους του τούς έπαθεν ο ξένος| ωσότου το κατήφορον εκείνο να κατέβει| και να πατήσει ελεύθερα το ομάλιν τό επεθύμα; Λόγ. παρηγ. L 390. 2) Βάζω το πόδι μου πάνω σε κ. (συν. τόπο): Λίβ. Sc. 1851, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [37], Λίβ. P 1051· (σε μεταφ.): εκείνη (ενν. η γυνή), μάθε, να σε ειπεί τι έν’ τό θέλεις ποίσειν| και τότε θέλεις το σκαλί της Ευτυχίας πατήσειν Λόγ. παρηγ. L 295. 3) Διαμένω, κατοικώ σε έναν τόπο: Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55726. 4) (Με αντικ. πρόσωπο) α) πατώ πάνω στο πόδι κάπ.: αν τύχει και κανένας τον ηκόντισε (ενν. τον αυθάδη) στανικώς του, να μην τον συγχωρήσει· ή αν τύχει και επάτησεν, να μην τον συμπαθήσει, αν και χωρίς το θέλημά του τον επάτησε Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 128 δις· β) στηρίζομαι με τα πόδια πάνω σε κάπ.: όταν εκαβαλίκευε (ενν. ο Ταμερλάνος), τον έβαλλε (ενν. τον Μπαγιαζίτη) και έπεφτε εις την γη και επάτιε τον εις την ράχη του και εκαβαλίκευε Χρον. σουλτ. 4120. 5) α) Ποδοπατώ, τσαλαπατώ, συνθλίβω (με την πίεση του ποδιού μου): Αχέλ. 1478, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 148· (σε μεταφ.): Τώρα πληθαίνει η πρίκα μου (ενν. εμού, του Κάστρου), τώρα τα βάσανά μου·| ώφου, τσαλμάδες με πατού και σπου τα κόκαλά μου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56220· Ρίξε μ’ αυτό το σίδερο εκείνο οπού σε ρίχτει,| οπού δεμένο σε κρατεί σαν το πουλί στο δίχτυ.| Πάτησε με το πόδι σου εκείνο οπού πατεί σε!| Στο αίμα αυτού το σίδερο το εδικό σου σβήσε! Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 141 δις· β) (προκ. για σταφύλια) πιέζω με τα πόδια μου (για να βγάλω μούστο), εκθλίβω: Είδες ποτέ σου στον ληνόν σταφύλια πώς πατούσι| και τρέχ’ ο μούστος απ’ αυτά και τον ληνόν γεμούσι,| έτσι τους Τούρκους τ’ άλογα των χριστιανών πατούσαν| και με τα αίματ’ αυτονών τα βούρκα εγεμούσαν Παλαμήδ., Βοηβ. 301· γ) (μεταφ.) περιφρονώ, καταφρονώ: Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 726, Τρωικά 52317· δ) (μεταφ. προκ. για όρκο, νόμο, κ.τ.ό.) αθετώ, καταπατώ, παραβαίνω: Εσύ άφηκες τον πρίγκιπα ..., όπου έχει μάχην δυνατήν μετά τον βασιλέαν,| κι επάτησες τον όρκον σου, όπου έχεις γαρ εις αύτον,| κι είσαι αφίορκος, άπιστος στον λίζιον σου αφέντην Χρον. Μορ. H 5812· ο δε άνθρωπος οπού να ελθεί εις τον τέταρτον γάμον πατεί και καταφρονεί τους νόμους και παραβαίνει αυτούς και ποιεί χείρον περί τον πορνεύοντα Μαλαξός, Νομοκ. 326· ε) (μεταφ. προκ. για την τιμή κάπ.) προσβάλλω, μειώνω, εξευτελίζω: Λέγει τον εκείνη (ενν. η γυναίκα του Πεντεφρή): «Εγώ θέλω να είσαι αγαπητικός μου αφέντης ... και να κοιμηθείς μετ’ εμένα». Τότε ο Ιωσήφ ... λέγει: «Να μην το ορίσει ο Θεός να κάμω εγώ τοιούτον αμάρτημα και να γένω επίβουλος του αυθεντός μου, να πατήσω την τιμήν του ...» Βίος Ιωσήφ 271. 6) Συμπιέζω, πατικώνω κ. (με τα χέρια): πάτησέ το (ενν. το άλευρον) όσον δύνεται να είναι καλά τυλωμένον Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 140. 7) (Προκ. για ύφασμα) (πιθ.) χτυπώ: γή έραφτε γή έξαινε μαλλιά γή τη ρασέν επάτει| γή ολημερνίς την έβλεπες την ρόκα της κι εκράτει Πανώρ. Β́ 95. 8) α) Επιτίθεμαι, εφορμώ εναντίον κάπ.: ούτοι ... ουδέν στρατιωτικόν εποίησαν, αλλ’ είχον θάρρος όπως αιφνιδίως πατήσωσιν αυτούς και εύρωσιν αυτούς ανετοίμους και νικήσωσι τούτους Έκθ. χρον. 743· είναι συμφωνισμένοι εκείνοι απέξω και ούτοι απομέσα να πατήσουσι τους Τούρκους μίαν νύκτα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 420· β) παραβιάζω, εισβάλλω βίαια σε ένα χώρο: επεριπάτεν με τους χασάσηδες (ενν. ο Αλεξανδρής), και έτσι επάτησαν ένα οσπίτι· και επίασαν έναν Τούρκον και πολλά τον είχαν δείρει Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v· (σε μεταφ.): σαν βρύση είν’ τα κάλλη σου, σαν μήλο εις περιβόλι,| τα έμορφά σου τα μαλλιά φραγμός στο περιβόλι| κι οπού πατήσει τον φραγμόν, ας σέβει εις περιβόλι| κι ας πέσει ν’ αποκοιμηθεί εις έμορφες αγκάλες Ch. pop. 212· γ) κυριεύω, καταλαμβάνω· εκπορθώ: «Παράδεισον» ετύχαινε να λέσι τ’ όνομά του,| κι Αγαρηνός το πάτησε κι οι τόποι ’ναι δικοί του,| τα όρη κι όλα τα χωριά, ογιά ξεφάντωσή του Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2361· Και συ, Κωνσταντινούπολις, ...| ... από γένος μιαρόν εκατακυριεύθης (παραλ. 1 στ.)· και σε ορίζουν βάρβαροι ...| και πάτησαν τα τείχη σου και πήραν την στολή σου| και στέφος το βασιλικόν επήραν οι εχθροί σου Ιστ. Βλαχ. 2379 [= Γέν. Ρωμ. 21]· ο κόντε Μάρκος κι οι Ρωμιοί ένα φορτί πατούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 42413· (μεταφ.): Βλέπε και συ, ω άνθρωπε, μη σε πατήσει έρως| και σκύψεις εις τα γήινα θηλομανής ως όνος Φυσιολ. (Legr.) 936· δ) λεηλατώ: τον κλέπτην έπιασα εδώ εις το φουσσάτον,| εκείνον που επάτησε τόπον της αφεντιάς σου| κι έφθειρε την γραδίνα σου Ιστ. Βλαχ. 1297· Και ην ιδείν, φευ, αρπαζόμενα εκ των μοναστηρίων σκεύη ιερά και ναούς πατουμένους και λεηλατούντες άπαντα Έκθ. χρον. 154· ε) ιδιοποιούμαι ξένη περιουσία: Οπού χωρίς κρίσιν τα πράγματα του χρεώστου πατήσει, χάνει το χρέος και το τρίτον από ό,τι έχει και γίνεται άτιμος Zygomalas, Synopsis 306 Χ 15· στ) καταστρέφω: Εκεί υπήρχε θαυμαστός ναός, πάνυ ωραίος,| ον έκτισεν ο Σολομών ..., και άρτι εξηφάνισται και ένι πατημένος·| υπό των Ισμαηλιτών όλος είν’ χαλασμένος Προσκυν. Ιβ. 845 588· οι Μαλακασαίοι απέστησαν και τον Σπάταν προσκυνούσι, τα δε λήια πατούσι και τους αμπελώνας αναιρούσι Ιστ. Ηπείρ. XXXIV6 κριτ. υπ. 9) Κατανικώ, καταβάλλω, κατατροπώνω: ο Λουνυάδης με τους ανθρώπους του ... εδιάβη εις τους Τούρκους και τους επάτησε και επήρε τις λουμπάρδες τους όλες, διατί εφεύγανε οι Τούρκοι Χρον. σουλτ. 9638· όλοι εμονοίασαν εις χαλασμόν του δούκα| από το ζήλος το πολύ τό είχασιν εις αύτον.| Και όλους τους επάτησεν με του Θεού την χάριν Χρον. Τόκκων 1903· (μεταφ.): ωσάν τον εκοιτάξανε (ενν. τον πατριάρχη), πλήσοι εμετανίσα| και τότε τσ’ αμαρτίες τως με τα καλά επατήσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 41022· Σταυρωθέντος Σου, Χριστέ, ανῃρέθη η τυραννίς, επατήθη η δύναμις του εχθρού Ιατροσ. 1959. 10) (Με αντικ. που δηλώνει χρόνο) φθάνω σε ορισμένη ηλικία: Τους δέκα χρόνους πάτησε (ενν. η Ευγένα) και τους εννέα αφήνει Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 211. Β́ Αμτβ. 1) Βαδίζω, περπατώ: Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2598. 2) Βάζω το πόδι μου πάνω σε κ. (συν. τόπο): Κυπρ. ερωτ. 1149, Διακρούσ. 8923· (σε μεταφ.): Στο ψήλος του τροχού πατώ τση τύχης και τα βάθη| βλέπω τση κακοριζικιάς κι έχω περίσσα πάθη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 221. 3) Ποδοπατώ, τσαλαπατώ· (εδώ σε μεταφ.): και να άρχουνται οι οχτροί σου εσέν και εσύ ιπί τα ψηλά τους να πατήσεις Πεντ. Δευτ. XXXIII 29· η αρετή κι η φρόνεψη μόνιες τως σε (ενν. τύχη) νικούσι| και κάτω εις τα πόδια τως σε βάνου και πατούσι·| η αρετή κι η φρόνεψη τον κύκλο σου καρφώνου·| του φρόνιμου να ορίζει σε είναι δοσμένο μόνου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 264. 4) (Προκ. για τόπο) α) πηγαίνω· έρχομαι: Δυο τρεις εκατεβήκασι κάτω κι ετριγυρίσα| και χριστιανό δεν είδασι όπου κι αν επατήσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22316· (σε αρνητ. προτάσεις): βλασφημούσιν τον Θεόν παίζοντες τα αζάρια (παραλ. 1 στ.). Εις εκκλησίαν ουδέν πατούν, ’ς πνευματικόν ουδόλως Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 782· Μίαν φρεάδαν έστειλε (ενν. ο Τούρκος) διά να ’ξωβικλίσει,| αν εύρ’ αρμάδαν στον γιαλόν, εδώ (ενν. στην Κύπρον) να μην πατήσει Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 26· ο γιος σου μην πατήσει πλιο ’ς τσι τόπους οπ’ ορίζω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 926· β) φθάνω: Ω, πώς οι μάγοι του είπασι, στη Μέμφην ως πατήσει,| σε θλίψες κι αιματοχυσές ο γάμος θα γυρίσει! Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 597· ωσάν επάτησεν (ενν. ο αμιράς) εις τα σύνορα της Ρωμανίας, ελευθέρωσεν όλους τους αιχμαλώτους Διγ. Άνδρ. 32512. 5) Ακουμπώ· στηρίζομαι: Εις τη γη το σκήνωμα κάτω πατεί, η ψυχή απάνω μεριά πορπατεί Rebâb-nâmè 67· Θεμέλιον ουκ είχασιν, εις γην ουκ επατούσαν·| εκρέμαντο οι τέσσαρεις τοίχοι του κουβουκλίου Βέλθ. 451. Φρ. 1) Γίνομαι στράτα/χώμαν να (με) πατείς/πατώσιν = είμαι πρόθυμος να κάνω οτιδήποτε για χάρη κάπ.: Στέργομαι την αγάπην σου, έρχομαι εις θέλημάν σου,| να γένω στράτα να πατείς και γης διά να περάσεις Ερωτοπ. 253· Πρόσσχες, παιδίν μου, ακριβώς τως γαρ ετάχθης φίλος·| έχε τιμήν κι ασχόλησιν και καθαράν αγάπην| και χώμαν γίνου, αν ηπορείς, να σε πατώσιν όλοι Σπαν. A 98. 2) Πατώ απάνω στον έρωταν = είμαι ερωτευμένος: Οπὄναι νιος και δεν πατεί στον έρωταν απάνω| στην συντροφιά των ζωντανών εγώ δεν τονε βάνω Ριμ. κόρ. 662. 3) Πατώ τα πόδια (μου) = στηρίζομαι με τα πόδια μου στο έδαφος: Δεν ημπορώ τα πόδια μου καλά να τα πατήσω,| μ’ αγάλια αγάλια προπατώ και κάνω ό,τι θελήσω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 151.
       
  • πέμπω,
    Καλλίμ. 1683, Διγ. (Trapp) Gr. 682, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 94, Φλώρ. 398, Απολλών. 340, Λίβ. P 441, 1237, Λίβ. Sc. 105, 320, Λίβ. Esc. 1440, Λίβ. N 1083, Μαχ. 8024, 50223, 25, 52016, 6449, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 613, 614, Ιστ. πολιτ. 6016, Κυπρ. ερωτ. 1413, Κατζ. Γ́ 417, Σουμμ., Ρεμπελ. 174, 175, 177, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1288, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [271], Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 159, Ιντ. δ́ 192, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 10, Λεηλ. Παροικ. 169, Διγ. O 40, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2862, 5148, κ.π.α.· επέβω, Μανολ., Επιστ. 173, Σταυριν. 562· πέβγω, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 240, Δεφ., Σωσ. (1569) 320· πέβω, Σπαν. O 16, Θρ. Κων/π. (Mich.) 38, Αλεξ. 426, 690, 717, 814, 1004, 2182, 2183, 2543, 2687, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 21r, 32v, 214r, 298v, Δεφ., Σωσ. (1569) 310, 332, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [254], [429], κ.α.· ?πέπω, Αχιλλ. (Smith) O 382· αόρ. έ/ήπεψα, Καλλίμ. 2375, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1415, Μαχ. 3807, 64227, Αλεξ. 50, 913, 1032, 1040, 2179, 2396, Απόκοπ.2 138, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 22v, Δεφ., Σωσ. (1569) 334, Κυπρ. ερωτ. 2417, Κατζ. Δ́ 431, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1042, 1233, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 165, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2307, 41727· γ́ πληθ. παθητ. αορ. επεμφήκασιν, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3316· μτχ. ενεστ. πεμπάμενος, Μαχ. 65015, Δαρκές, Προσκυν. 57, Αλφ. 104, Πανώρ. Αφ. 31, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 542, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ πριν στ. 1, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3834, Αποκ. Θεοτ. II 67, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 359, Ροδινός (Βαλ.) 176, 203, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5112· μτχ. παρκ. πεμμένος, Λίβ. P 1686.
    [Το αρχ. πέμπω. Ο τ. πέβγω (<πέβω με ανάπτυξη του ‑γ‑, βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 49-50, 185) στον Κατσαΐτ., Ιφ. Αφ. 56 και στο Στεφανόπ., Βιβλ. Στεφανοπ. 36, 37, 78, 84. Ο τ. πέβω (αναλογ. με τα αρχ. και μτγν. ρ. σε ‑βω, βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 284) στον Κατσαΐτ., Ιφ. Αφ. 128, Γ́ 389, 390, Θυ. Αφ. 20, 59, Κλ. Ά́ 715 και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., Ζώη, Λεξ. Ζακ., κ.α.). Για τον τ. πέπω που απ. σε κυπρ. έγγρ. του 17. αι. βλ. Μηνάς, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 255 σημ. 11. Ο αόρ. έπεψα και σήμ. ιδιωμ. (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 161, κ.α.). Η μτχ. πεμπάμενος στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Σακ., Κυπρ. Β́ 725). Η λ. και σήμ. λόγ. (ΛΚΝ).]
    1) α) Στέλνω κάπ. (κάπου ή σε κάπ): Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 123, Σφρ., Χρον. (Maisano) 15018, Βίος Αλ. 2644· Ο μέγας μάστρος αρμάτωσεν δ́ κάτεργα και έπεψεν ρ́́ φρέρηδες Μαχ. 14834· τω Χανιών οι άρχοντες ήθελαν να γυρέψου| κανένα μαθηματικόν έξω να τονε πέψου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15728· αρμάτωσεν ο κουβερνούρης μίαν σατίαν και έβαλεν απάνω τους σιρ Χαρρήν τε Ζιπλέτ και έπεψέν τον εις τον ρήγα, λαλώντα του πώς το στόλος είναι δηγημένον Μαχ. 14430· ο Ηρώδης έκραξεν τους Μάγους κρυφά διά να μάθει ... Και τότες τους πέβει εις την Βηθλεέμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 239v· β) προκ. για αγγελιοφόρο: Λίβ. N 1083· ο κοντοσταύλης έπεψεν μαντατοφόρον τον Μουντολίφ τε Βερνή Μαχ. 51613· γ) προκ. για στρατό, στόλο: ο αφέντης της Ατάλειας ... έπεψεν μαντατοφόρους ... να μην πέψει (ενν. ο ρήγας) την αρμάδα απάνω του Μαχ. 1062. 2) α) Στέλνω κ. σε κάπ.: Βίος Αλ. 4110· παρακαλώ τη πανιερότη σου να μου πέψεις έξι εφτά πράτσα σέτα τη μαύρη και ένα σκιάδι Μανολ., Επιστ. 173· (σε προσωποπ.): εις τ’ αρμαριού την άνοιξη τη δεύτερην ευρίσκει| πράμ’ ακριβό που τση ’πεψεν ο Έρωτας κανίσκι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1490· β) σε μεταφ.: Να ’πιχαρείς, ω λυγερή, πέψε με ολίγον πόθον,| ότι λιγώνομαι, κυρά, διά την πολλήν σου αγάπην·| εσύ κρατείς τους έρωτες και δος εμέν τον πόθον Ερωτοπ. 87· Χείλη γλυκιά και ονόστιμα ...| ... ας μου ’τονε ... δοσμένο| τόση δροσά φιλώντας σας να πέψω στην καρδιά μου,| να πάψουσι οι πόνοι μου κι όλα τα βάσανά μου Πανώρ. Β́ 197· γ) στέλνω γράμμα, μηνώ, ειδοποιώ γ1) (με αντικ. τις λ. μαντάτο, μήνυμα, πιττάκιν, χαρτί, κ.τ.ό.): Ω Κύριε παντοδύναμε, ...| δόξα στην ευσπλαχνία σου με το γλυκύ μαντάτο| που ’πεψες ανιπόλπιστα κι αφνίδια εις τη Σάρρα Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1069· Ο βασιλεύς ο Φίλιππος μηνύματα σας πέμπει·| πωλεί σας μίαν εξαίρετον, ωραιωμένην κόρην Φλώρ. 937· και το πιττάκιν έπεψεν (ενν. η κόρη) εις τον Αχιλλέαν Αχιλλ. L 621· Χαρτί σε πέμπω, λυγερή, αφέντρ’, ανάγνωσέ το Ch. pop.γ2) (με ειδική πρόταση): Ο δε βασιλεύς έπεμψε προς τον Αίσωπoν ότι ελυπήθη πολλά Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 4513· δ) (με αντικ. το ουσ. σημάδι(ν)) στέλνω κ. ως ένδειξη ερωτικής ανταπόκρισης: γράφω σε, δεσποτείαν μου, μυριοπαρακαλώ σε,| πέψε σημάδιν εις εμέν να το έχω αντί εσένα Λίβ. Sc. 736· αν δε πάλιν ου πέμψεις με σημάδιν ιδικόν σου,| δίδεις με πάλιν αναμονήν, ελπίζω το του χρόνου Λίβ. Sc. 740. 3) α) Στέλνω κάπ. να κάνει κ.· (με τελική πρόταση): ο αμιράς ...| ... δύο εκ των αγούρων του έπεμψεν εις το κάστρον,| όπως είπωσι τῃ μητρί την επάνοδον τούτου Διγ. Z 962· ο πατήρ μου ο βασιλεύς την βασιλείαν έχει,| και εμέναν έπεψε να πολεμώ μετά σας Αχιλλ. L 149· (με το σύνδ. κι αντί τελικού συνδ., βλ. και 9): ο Αλέξανδρος ... ανθρώπους τότε πέβει,| κι ήφεραν τον Βουκέφαλον Αλεξ. 1209· (με επόμ. εμπρόθ. προσδ. του σκοπού): Ο βασιλεύς γροικώντα την παρακάλεσίν τους, έπεψεν πολλύν λαόν των αρμάτων εις βλέπησιν του αυτού τόπου Μαχ. 826· β) στέλνω μήνυμα/διαταγή να πραγματοποιηθεί κ.: ωσάν απέρασαν κάμποσες ημέρες και δεν ήλθεν, έπεμψεν ο Ξάνθος προς αυτήν (ενν. την κυράν του), διά να την φέρουν οι γονείς της εις το σπίτιόν της Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 10430· είπεν του (ενν. του ρηγός) ο αμιράλλης: «Πέψε να έλθει η μητέρα σου και οι καβαλλάρηδές σου ...» Μαχ. 49031· γ) στέλνω και καλώ: αυτή διά καύχον πέμπει Συναξ. γυν. 808. 4) α) α1) Στέλνω κάπ. ξένο πίσω (στην πατρίδα του, στο σπίτι του): Δούκ. 28116· ανέν και τούτο κάμετε, ευθύς να σας πιστέψω,| και πάλιν με θροφίματα στο σπίτι σας να πέψω Χούμνου, Κοσμογ. 1816· α2) στέλνω κάπ. εκτός συνόρων, μακριά: Τούτου (ενν. του Αλεξάνδρου) δ’ η πόλις μάλιστα πάσας τας μυριάδας| των στρατοπέδων θρέψειε καὐτών των πολεμίων,| ανυστερήτους πέμπουσα πάντας μη μόνον τούτους| τους κατοικούντας εν αυτῄ, αλλά και πάντα κόσμον Βίος Αλ. 2780· β) διώχνω, απομακρύνω: αλλ’ ο θεός δεν ήθελε πάλιν να αφεντέψει (ενν. ο Σερμπάνος),| μα εις την Αλαμάνιαν μακρά να τον επέψει,| να ενθυμάται την Βλαχιάν, να καίεται η καρδιά του Ιστ. Βλαχ. 358· (μεταφ. προκ. για ψυχικό πόνο): να ελθεί μετά σεν, ξένε μου, να τον ιδώ,| και να πέψω τους πόνους τούς έχει η ψυχή μου Λίβ. Esc. 3709. 5) (Προκ. για το Θεό) α) χορηγώ, παρέχω: ο Θεός έναι εκείνος οπού σας πέβει τον πλούτον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 380r· αναληφθείς γαρ έπεμψεν (ενν. ο Χριστός) εις εκείνων (ενν. των μαθητών) παρηγορίαν, φωτισμόν και δύναμιν Lucar, Sermons 147· φρ. να πέψει η χάρη του (σε ευχή) = είθε να συγκατατεθεί, είθε να δώσει ο Θεός: Πούρι να πέψει η χάρη του, σαν πάει στο πρόσωπό του| τούτη η θυσία που μελετώ να πάψει το θυμό του Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 371· β) (προκ. για φυσική καταστροφή) προξενώ, προκαλώ: Πέμπει (ενν. ο Θεός) σεισμόν με την βοή, ο κόσμος σκοτεινιάζει,| και από τον φόβον ο λαός το «Κύριε ελέησον» κράζει Σκλάβ. 19. 6) (Σε προσωποπ. με υποκείμ. λ. όπως πόθος, ουρανός, νόμος, κλπ.) α) στέλνω, δίνω: πέμπει μου (ενν. ο Πόθος) την οργήν του| και κάμνει με διπλά ν’ αναστενάζω Κυπρ. ερωτ. 9362· (με παράλ. του αντικ.): Ίσως να θέλει ο ουρανός καμιά βολά να πέψει,| τ’ αποθαμένου τον χαημόν να μου τον αντιμέψει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [955]· β) προκαλώ, προξενώ κ.: Και συ, πολλά σκληρότατε νόμε, γιατί να πέβεις| στην φύσιν τόσον βλάψιμον και να τηνε παιδεύεις; Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [561]. 7) Ρίχνω, εκτοξεύω, πετώ κ. εναντίον κάπ.: Ιερακοσ. 50326, Ερμον. Η 193, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 28515· (σε προσωποπ.): ευστόχως πέμπει (ενν. ο Έρωτας) τας βολάς και τοξεύει καρδίας Διγ. (Trapp) Gr. 612· φρ. να πέψει ο Θεός φωτία να με καύσει (ως όρκος, προς επίρρωση της αλήθειας των λεγομένων κάπ.): Δεν είναι έτσι, ωσάν ορίζεις, αυθέντα μου, ότι να φανερώσω την βουλήν σου. Και εάν εγώ έκαμα τέτοιον πράγμα να πέψει ο Θεός φωτία να με καύσει Διγ. Άνδρ. 3327. 8) α) Λέω, εκστομίζω: Γλυκά, Στ. 506· εγώ εμαχόμην κατά νουν, πώς να την χαιρετήσω,| και ποίαν αρχήν ερωτικήν να πέμπω συντυχίαν Λίβ. Esc. 2191· β) (προκ. για δοξολογία, προσευχή) αναπέμπω: δοξολογίαν πέμψας Θεῴ απετμήθη την κεφαλήν Δούκ. 38330· Να πέψει (ενν. η ψυχή) εκ βάθους καρδίας την προσευχήν της Ροδινός (Βαλ.) 70. 9) α) (Προκ. για ακτινοβολία, φως, λάμψη κ.τ.ό.) εκπέμπω: Φέγγος, ... πέψε εις αυτούς ακτίνα σου Λίβ. N 3502· ο ήλιος ... ούτε ... πέβει προς ημάς πλέον ενέργειαν παρά οπού έχει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 48r· όντα το λαμπιρόν του φως ο ήλιος θέλει πέψει Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ́ 168· μάλλον δε όταν ο ήλιος έλαμπε τας ακτίνας,| πυρωδεστάτην την αυγήν έπεμπε το χρυσίον Διγ. Z 3835· (σε μεταφ., με παράλ. του αντικ.): Ίδετε και το άπειρον κάλλος της φαινομένης| τηλαυγέστερον πέμπον τε ηλιακών ακτίνων Διγ. (Trapp) Gr. 2662 κριτ. υπ.· β) (προκ. για ήχο) παράγω: κιθάραι ήχον έπεμπον και παν μουσικόν είδος Διγ. (Trapp) Gr. 1781· γ) (προκ. για οσμή) αναδίδω: εισήλθεν, ω του θαύματος, και το μονοκυθρίτσιν,| υπερατμίζον ολιγόν και πέμπον ευωδίαν Προδρ. (Eideneier) IV 203· δ) (προκ. για σκόνη) σηκώνω: οι κλάδοι ... συρόμενοι προς γην, και πάσαν κόνιν| μέχρις Ολύμπου πέμποντες, εφόβουν πάντας Πέρσας Βίος Αλ. 3338· ε) (προκ. για σωματικές εκκρίσεις) αποβάλλω: ίδοις γαρ αν ιλυώδη φλέγματα ... πέμποντα τον ιέρακα Ιερακοσ. 42020· στ) (προκ. για νερό που χύνεται στη θάλασσα) εκβάλλω: η ... θάλασσα ... ποτέ τση δεν περηφανεί στο βάθος τση να βάλει| εκείνο το λιγούτσικο νερό απού τα ορυακάκια| πέμπουσιν εις του λόγου τση Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 62. 10) (Νομ.) ζητώ αναβολή στην εκδίκαση υπόθεσης: αμέ καλά να ηγνωρίζεις ότι αν ουκ είχε να πέψει την ημέραν του πριν μίαν ημέραν έμπροστεν εις την αυλήν, ουδέν πρέπει να αξιάζει έτερον ανάστελμαν Ασσίζ. 903. Φρ. 1) Πέμπω κάπ. εις (τον ) Άδη(ν)/στον Άδη(ν) = (α) σκοτώνω κάπ.: Διγ. Z 4273, Παλαμήδ., Βοηβ. 608· κι ως έμπουσι στου βασιλιά μέσα, και το σημάδι| τως κάμω, πέψετέ τονε ογλήγορα στον Άδη Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 442· (μεταφ., προκ. για τον έρωτα): Ει δε και τύχει τινάς και αποφύγει, τον φθάνει (ενν. ο Έρωτας) με τα πτερά οπού έχει και βάλλει φωτία και κεραυνόν εις την καρδίαν τούτου. Κατά καρδίας δοξεύει τον και εις Άδην τον πέμπει. Διγ. Άνδρ. 3163· (β) χάνω κάπ. λόγω θανάτου: Αλί ... οπού στον Άδην έπεψαν ... τούς είχασιν παρηγοριάν, δυο υιούς και θυγατέραν! Απόκοπ.2 405. 2) Πέμπω εις τον άνεμο, βλ. άνεμος Φρ. (δ). 3) Πέμπω δαγκωματιά = δαγκώνω (παιγνιωδώς): Στα χείλη, οπού μου εσφάξασι λίγ’ έλειψε να πέμψω| μίαν δυνατή δαγκωματιά, και να τα σημαδέψω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [271]. 4) Πέμπω θάνατον = θανατώνω, αφαιρώ τη ζωή κάπ.: (εδώ σε υπερβολή): τα ρούχα του ανδρός τα δίδει (ενν. η πονηρή γυναίκα) ωσάν εβραίικα.| Και αν τη συντύχει άνδρας της να της τ’ αναγυρέψει,| την ώρα αυτή μανιώνεται θάνατον να του πέψει Βεντράμ., Γυν. 68. 5) Πέμπω όνομα, βλ. όνομα Φρ. 9. 6) Πέμπω κάπ. στην οργή, βλ. οργή Φρ. 12. 7) Πέμπω προξενιές = διαπραγματεύομαι συνοικέσιο: παίρνοντας τον Πανάρετο, κι όχι απ’ αυτούς κιανένα| απού σου πέψα προξενιές Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 474. 8) Πέμπω κάπ. εις το σουλάτσο = καταστρέφω, συντρίβω (πβ. και Croce 79-80, Battaglia, λ. spasso σημασ. 7): Γνωρίζοντας ... ότι όλοι εμείς θνητοί είμεστεν, ίδιον είναι σαν τόσες πρησμένες ουρήθρες, πως κάθε μικρή στιγμάτισις μας πέμπει εις το σουλάτσο Μπερτόλδος 81. 9) Πέμπω κάπ. σε στράτα = καθοδηγώ, δείχνω σε κάπ. τι να κάνει: Για ταύτο σε εκράτησα επά, να μ’ ορμηνέψεις,| … σε στράτα να με πέψεις Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 316· Σώπασε, κυρα-Ρήγισσα, κι εγώ να σ’ ορμηνέψω,| α θέλεις να με κουρμαστείς, σε στράτα να σε πέψω Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 320. 10) Πέμπω κάπ. εις τάφον = στέλνω στον τάφο, σκοτώνω: ο μόρος| έπεμπεν αυτούς εις τάφον Ερμον. Μ 112. 11) Πέβω φιλιά = φιλώ: αρχίνησε κι αυτή το στόμα να σαλεύει,| ν’ ανοιγοκλεί τα ρόδα του, γλυκιά φιλιά να πέβει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [254]. 12) Πέμπω κάπ. στην φούρκα = καταδικάζω κάπ. σε θάνατο δι’ απαγχονισμού: Πολλοί από βιαν του παιγνιδιού επήγασιν κι εκλέψαν,| κι ευρήκασιν και πιάσαν τους, στην φούρκαν τους επέψαν Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 167. 13) Πέμπω/πέβω χαιρετισμόν/χαιρετισμούς/χαιρετίσματα (με γεν. ή αιτιατ. ή εμπρόθ. προσδιορ.) = στέλνω χαιρετίσματα σε κάπ., χαιρετώ κάπ.: ο δουξ του τόπου| ... επιθυμά, υιέ καλέ, να ιδεί την ηλικιάν σου (παραλ. 1 στ.), δι’ αυτό σε πέμπει πάντοτε κείνος χαιρετισμούς του Φλώρ. 233· Χαιρετισμόν από ψυχής πέμπω σου, καλή κόρη Ερωτοπ. 133· Βασιλεύς μέγας Δάρειος, γράφω τον ορισμόν μου,| πέβω και χαιρετίσματα εις όλον τον λαόν μου Αλεξ. 772. 14) Πέμπω κάπ. στα χέρια κάπ. = παραδίδω κάπ.: την Έλενα στα χέρια μας να πέψεις Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 28.
       
  • περίσσια,
    επίρρ., Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2124, 2306, Θησ. Γ́ [502], Αλεξ.2 165, Τριβ., Ρε 166, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 5812, 12815, Πανώρ. Γ́ 56, Δ́ 202, Κατζ. Έ 251, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 130, Β́ 129, Γ́ 56, Δ́ 20, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, 164, 166, 190, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 58, 330, 635, 1081, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [228], Γ́ [357], Δ́ [475], Διγ. O 18, 95, 230, 1511, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18119, 2136, 25120, κ.π.α.· περίσσα, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1051, 2412, 2528, 5136, Αχέλ. 294, Πανώρ. Πρόλ. 6, Ά 145, Β́ 89,  Γ́ 92, 249, Δ́ 10, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 23, Β́  146, Γ́ 28, Δ́ 12, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 213, 434, Β́ 327, 1423, Γ́ 887, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 14, Ά 79, Β́ 13, Γ́ 284, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 12, Δ́ 19, Έ 543, Φορτουν. (Vinc.) Ά 11, Γ́ 613, Έ 98, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 23728, 3195, 46217, κ.π.α.
    Από το επίθ. περίσσιος. Ο τ. περίσσα στο Βλάχ. (περίσα, λ. περίσια) και σήμ. (ΛΚΝ, λ. περίσσιος). Τ. περίττα σήμ. στο κρητ. ιδίωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Η λ. στο Βλάχ. (περίσια) και σήμ.
    Παρά πολύ, υπερβολικά: Κι εγώ μια κόρη από μικρός αγάπησα περίσσα Πανώρ. Δ́ 235· Την θυγατέρα τ’ Απτουλά Αϊσέ την ελέγαν·| τα κάλλη του Ευδόξιου περίσσια την εφλέγαν Διγ. O 2240· ώρες γλυκύς μου φαίνετο κι ώρες πρικύς περίσσα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 29· Λύκος επεριπάτιε περίσσια πεινασμένος| κι εις ένα τόπον στάθηκε, σαν ήταν λιμασμένος Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1371· (πλεοναστικά με επίθ. υπερθ. βαθμού, βλ. Κριαρ., Πεπρ. Β́ ΔΚρ. Σ Δ́ 1969, 269): Εκαβαλίκευγε άλογο αγριότατο περίσσα,| οπού το φοβηθήκασι στο φόρο όσοι κι αν ήσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 335· μ’ αυτείνη δεν τον ήθελε και πάντα τον εμίσα,| γιατί ήτον άσκημος πολλά κι αγριότατος περίσσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 466· (σε σύγκρ., με επόμ. τις προθ. από, παρά) πιο πολύ, περισσότερο από κάπ. ή κ.: Τ’ απεθαμένου ζήλευε τότε ο λαβωμένος,| γιατί απ’ άλλους ήτονε περίσσα πλακωμένος Διακρούσ. 8920· Ξένοι, δικοί το ρέγονται το τέκνο, όσοι το δούσι,| γιατί περίσσα γνωστικό παρά άλλο το κρατούσι Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 686. — Βλ. και περισσά.
       
  • περίσσιος,
    επίθ., Αλεξ.2 104, 980, 2605, Τριβ., Ρε 111, 312, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 6910, 10211, Αρσ., Κόπ. διατρ. [442], [1332], Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 153, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 4, Ιστ. Βλαχ. 430, Σουμμ., Ρεμπελ. 166, 173, 180, 186, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 426, 635, 1114, 1228, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [353], Λίμπον. Εισαγ. 15, 100, Επίλ. 80, Διγ. O 193, 2499, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14810, κ.α· περίσσος, Χούμνου, Κοσμογ. 1158, 1887, 2747, Βουστρ. (Κεχ.) Β 3717, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 136, 374, Αχέλ. 336, 1586, 2090, Κυπρ. ερωτ. 1506, Πανώρ. Πρόλ. 40, 43, Ά 46, 76, 130, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 134, 235, Β́ 92, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 120, 130, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 230, Δ́ 1319, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 907, Στάθ. (Martini) Ά 314, Γ́ 362, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 126, 574, Φορτουν. (Vinc.) Ά 48, 87, 273 , Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 290, Β́ 178, Γ́ 119, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3006, 42322, 4671, κ.π.α.
    Από το αρχ. επίθ. περισσός αναλογ. με το ίσιος (Χατζιδ., ΜΝΕ Β́, 128). Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 503, λ. περίσσο, Βογιατζ., Γλώσσα Άνδρ., στη λ., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. περίσσο)· σήμ. λογοτ. (ΛΚΝ, στη λ.). Η λ. στο Βλάχ. (περίσιος) και σήμ.
    1) α) (Προκ. για αριθμό, ποσότητα) (πάρα) πολύς, αναρίθμητος: ήλθασιν και άλλοι άρχοντες από περίσσους τόπους,| με φούστες και με κάτεργα, και του πολέμ’ ανθρώπους Αχέλ. 345· Ήξευρε, η ευγενική, ότι είμαι από την Σκότζια,| ρήγας έναι ο πατέρας μου και έχει περίσσια μπέτζια· Τριβ., Ρε 126· Ω θαύμα που ’δαμεν εκεί, άρχοντες τιμημένοι| στα πλούτη τα περίσσια και στο πολύ χρυσάφι Αρσ., Κόπ. διατρ. [615]· β) πολύ μεγάλος· υπερβολικός: Απιλογάται τότες το κοράσο,| λέγει μου: «Το κορμί σου επά στο δάσο| ευρέθηκε σε κίντυνο περίσσο …» Βοσκοπ.2 63· Δώσ’ μου, Κυρά, τα χέρια μου, πέψε και ιάτρευσέ με,| κι οκ τον περίσσιον τον καημόν τούτονε λύτρωσέ με Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1156· Εις μια μεγάλη συμφορά, εις μια περίσσια θλίψη,| εις δυστυχιάν πολύθρηνον ξεύρω πως θέλουν λείψει Λίμπον., Εισαγ. 1· τώρα τόσα πεθυμώ να τονε δω απού κρίνω (παραλ. 1 στ.) τούτ’ η περίσσα πεθυμιά με θέλει θανατώσει Πανώρ. Έ 185. 2) Παραπανίσιος· περιττός: Αφέντη, παρηγόρησε την αγανάκτησίν μας,| κι ελάφρυνε μας όλιγον το βάρος το περίσσον Κομν., Διδασκ. Δ 278· Δε μου ’πε τίποτας αυτός περίσσο, μ’ άλλα πάθη| μου γροίκησε, κι εις το ’στερο πάλι γι’ αυτό θες μάθει Στάθ. (Martini) Β́ 41· λοιπόν είναι βαρύ και περίσσον πάλιν ημείς να τα λέγομεν, είναι δε αναγκαίον... Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 135· (εδώ ειρων.): Τσι δυο παλιοπιστόλες,| απὂχω εκεί και κρέμουνται, θέλω να τση χαρίσω,| κι είναι και κιόλας πλέρωμα στον κόπο τση περίσσο Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 62. 3) Εξαιρετικός, ξεχωριστός, έξοχος: ω θάμασμα περίσσο,| ω πράμα ανεπίστευτο, μες στο γιαλό γυρίζω Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 14· Διά την περίσσαν του (ενν. του Ιωσήφ) ομορφιάν διάφορον ανιμένου,| εβγάνουν τον στην αγοράν, σ’ όλους τον αναφαίνου Χούμνου, Κοσμογ.1639· Εσέν τα Χερουβείμ υμνούν τα Σεραφείμ κι οι Θρόνοι,| οι Δύναμες και οι Αρχές και πάσα ένα σώνει| έπαινον τον περίδοξον, το μέλος το περίσσιο ... Προσοψάς, Δράμα γενν. Τυφλού 93· (με γεν.) εξαιρετικός, σπουδαίος σε κάτι: Ω Χάροντα αλύπητε, μαύρε κι αραχνιασμένε,| πώς παίρνεις νέες κι ερωταριές στον Άδην, πρικαμένες,| άνδρες περίσσιους του σπαθιού, κι άπονα τους σκοτώνεις Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 695. Το αρσ. ως ουσ. στον πληθ. = (πάρα) πολλοί: είδασι και τ’ αμμάτια μας περίσσους ν’ αποθαίνου| κι οι επαρχιές τωνε ζιμιό στον άνεμο να πηαίνου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 525· κι εμπήκασι κι εκόψασι περίσσιους κι ενικήσαν Τζάνε, Φιλον. 58217. Το ουδ. ως ουσ. = το μεγαλύτερο κακό· το χειρότερο: Μα το περίσσο έγινε επά στην Σαντορίνην| οπού λογιάζομεν πως ποτέ έτοιον να μην εγίνη Διήγ. ωραιότ. 123. Το ουδ. ως επίρρ. = (πάρα) πολύ, περισσότερο από ό,τι χρειάζεται: μα τούτον ας τ’ αφήσω| γιατί κιανείς για λόγου του δε θα μιλεί περίσσο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 354. Το θηλ. Περίσσα ως τοπων.: Διήγ. πανωφ. 57 (έκδ. Περίσα), Διήγ. ωραιότ. 715 (έκδ. περίσσα). — Βλ. και περισσός.
       
  • περισσός,
    επίθ., Τρωικά 5287, Λόγ. παρηγ. L 172, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 725, Ερμον. Ζ 142, Χρον. Μορ. P 8451, Ερωτοπ. 63, Λίβ. (Lamb.) N 212, Αχιλλ. L 329, Χρον. Τόκκων 766, Μαχ. 14036, 1747, 32813·, Ch. pop. 453, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 398, Βουστρ. (Κεχ.) 8616, Απόκοπ.2 391, Κορων., Μπούας 75, 108, 112, Πένθ. θαν.2 199, Βεντράμ., Φιλ. 330, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 234, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 758, Αρσ., Κόπ. διατρ. [236], Άλ. Κύπρ. 1497, Κυπρ. ερωτ. 566, 9310, Παλαμήδ., Βοηβ. 1045, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. ά 51, Σουμμ., Ρεμπελ. 157, Διγ. O 157, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 454, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 27v, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 17, Διακρούσ. 914, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3107, 40315, 5194, κ.π.α.· περισσιός Σουμμ., Ρεμπελ. 160· περσός Θησ. Β́ [595], Έ [1037], Αλεξ.2 507· συγκρ. περισσότερος, βλ. ά.· υπερθ. ουδ. ονομ. πληθ. περσότατα, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1018.
    Το αρχ. επίθ. περισσός. Ο τ. περισσιός από επίδρ. του επιθ. περίσσιος (βλ. ά.). Ο τ. περσός και σήμ. ιδιωμ. (Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Η λ. και σήμ.
    1) α) (Ως προς τον αριθμό) (πάρα) πολύς: Σταυριν. 757, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2151· (ως σύστ. αντικ.): Σαχλ., Αφήγ. 78, Φαλιέρ., Ενύπν.2 89· (προκ. για χρον. διάστημα): ώραν εστάθην περισσήν ο Βέλθανδρος προσέχων| του γρύψου την κατασκευήν και του νερού το ξένον Βέλθ. 307· Υπήγεν και παράδειρε, έσωσεν εις την χώρα,| στην Εγγλιτέραν την λαμπράν, ...| έκαμεν χρόνον περισσόν, μήνες πολλές και ημέρες,| και βλέποντά την έχαιρε Τριβ., Ρε 101· β) (ως προς την ποσότητα) άφθονος: έπεψέν του και τα πράγματα τά εκούρτσεψεν, σαπούνιν κανταρία κέ και σιτάριν περισσόν Βουστρ. M 10512· να χύσουν δάκρυα περισσά διά την πτωχήν την πόλιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 16· γ) (ως προς το μέγεθος) μεγάλος· υπερβολικός: Καλλίμ. 1842· (μεταφ.): Να επιχαρείς τα κάλλη μου, την περισσήν σου ανδρείαν,| έπαρε το λαβούτο σου και παίξε το ολίγον Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1141· έχουσι κρίμα περισσόν και αμαρτίες μεγάλες Περί ξεν. (Μαυρομ.) 75· πολλές βολές η περισσή χαρά συμβαίνει να σκοτώνει τον άνθρωπον Ροδινός (Βαλ.) 87· δ) (ως προς την ένταση) δυνατός: γίνεται θρήνος περισσός, ηκούστηκεν εις το κάστρον Λίβ. Esc. 2557. δ) (προκ. για πρόσωπο) υπερβολικός· (εδώ) φλύαρος: Εδώ ήθελα να σωπάσω, διά να μην φαίνομαι περισσός εις το λέγειν Ροδινός (Βαλ.) 153. 2) Περιττός, άχρηστος: Γλυκά, Στ. 280· Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [137]· (προκ. για λόγο): Αρχή φιλίας έπαινος, αρχή δε μάχης ψόγος.| Λοιπόν τους λόγους άφηνε τους περισσούς, υιέ μου,| αργά και μετά προσοχής πολέμα τες δουλειές σου Κομν., Διδασκ. Δ 328. Το αρσ. ως ουσ. στον πληθ. = (πάρα ) πολλοί: Και την αυτήν ημέραν επιάσαν τον σιγκριτάριον του αρχιπίσκοπου, διά να τον σύρουν, να μάθουν πάσα πράμα, ... και εμολόγησεν και περισσούς οπού ήσαν μετά τους Βουστρ. 2228· Τότες εδράμαν περισσοί και εκάμαν τον κομμάτια,| κι εχύσασί του τους μυαλούς και εβγάλαν του τα μάτια Λίμπον. 379. Το ουδ. ως ουσ.= αυτό που απομένει, το υπόλοιπο: Ότι ανάμεσα εις στενορρύμην ή πλατείαν οδόν κτίζει τινάς σπίτι του, εάν και πλέον των δώδεκα ποδών είναι το μέτρος του στενορρυμνίου ή της πλατείας οδού, να μην επάρει το περισσόν να το προσθέσει εις το σπίτι του Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 952 ρθ́, ρί 13. Η αιτιατ. ουδ. ως επίρρ.= (πάρα) πολύ: και απότες πιούσιν περισσόν και απήν καλοκαρδίσουν| μοίρα τους ρίκτει εις όρχησμα, μοίρα να τραγουδήσουν Σαχλ., Αφήγ. 196· ως εμοίρασεν ο Αίσωπος το ψωμί, εμισοκόπησε το καλάθι, ότι ήσαν από τον δρόμον και έφαγαν περισσόν Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά  715. Το αρσ. ως τοπων.: Διαθ. Νίκωνος 256 κριτ. υπ. — Βλ. περιττός και περίσσιος.
       
  • περνώ,
    Ασσίζ. 4554, Διγ. (Trapp) Gr. 3053, Διγ. A 2783, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1263, Βέλθ. 1064, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 442, Χρον. Μορ. H 322, Χρον. Μορ. P 59, Φλώρ. 32, Απολλών. (Κεχ.) 384, Λίβ. P 1904, Λίβ. Sc. 1851, Λίβ. Esc. 3005, Λίβ. N 2577, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 373, Αχιλλ. L 21, Φαλιέρ., Ιστ.2 374, Byz. Kleinchron. Á 50938, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 95, Αλεξ.2 145, Απόκοπ.2 98, Κορων., Μπούας 12, Γεωργηλ., Θαν. 409, Πεντ. Γέν. XXXII 23, Πορτολ. A 516, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 468, Αχέλ. 259, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 59, Ιστ. πατρ. 9510, Πτωχολ. (Κεχ.) P 63, Κυπρ. ερωτ. 8630, Πανώρ. Ά 131, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 149, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 182, Κατζ. Ά 150, Βοσκοπ.2 305, Παλαμήδ., Βοηβ. 59, Ιστ. Βλαχ. 1092, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Διγ. Άνδρ. 31611, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 103, Στάθ. (Martini) Ά 187, Διαθ. 17. αι. 3314, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 167339, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [428], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423, Φορτουν. (Vinc.) Ά 179, Ροδινός (Βαλ.) 218, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 72, Διγ. O 782, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2327, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ζ́ 13, Hagia Sophia ω 5164, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6911, κ.π.α.· απερνώ, Σπαν. (Ζώρ.) V 602, Διγ. Z 2384, Διγ. A 2425, Χρον. Μορ. H 409, Χρον. Μορ. P 46, Θρ. Κων/π. B 58, Θησ. (Foll.) Ι 19, Θησ. Β́ [252], Ch. pop. 469, Αλεξ.2 542, Κορων., Μπούας 51, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 67r, Πεντ. Γέν. XL 47, Πορτολ. A 3212, Αχέλ. 1686, Χρον. σουλτ. 2626, Παϊσ., Ιστ. Σινά 363, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12310, Δωρ. Μον. XXXVI, Παλαμήδ., Βοηβ. 799, Ιστ. Βλαχ. 75, Σουμμ., Ρεμπελ. 190, Διγ. Άνδρ. 40038, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 13324, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 90102, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [58], Ροδινός (Βαλ.) 84, Πτωχολ. B 126, Διγ. O 2815, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ιϚ́ 1, κ.π.α.· απερώ, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Υπόθ. ΙΓ́· επερώ, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1068· περώ, Ασσίζ. 31230, Βίος Αλ. 4812, Ιστ. Ηπείρ. XVIII5, XL4, Δούκ. 358, 6515, 8922, 11117 κ.π.α., Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΆ [474], Νομοκ. 38517· αόρ. επήρασε, Διήγ. ωραιότ. 931· μτχ. ενεστ. (άκλ.) περνών, Παρασπ., Βάρν. C 316· μτχ. απεραζόμενος, Τριβ., Ρε 14· περαζόμενος, Χούμνου, Κοσμογ. [1687], Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 524, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 183, 383, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 19, Έ 1357, Φορτουν. (Vinc.) Ά 349, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 37126· μτχ. αορ. (άκλ.) απεράσοντας, Πορτολ. B 1120, Χρον. σουλτ. 6211· περάσαντα, Ιστ. πατρ. 10515· περάσοντα, Ιστ. πατρ. 1409· περάσοντας, Κορων., Μπούας 6, Εκλογής χειρόγρ. 24522, Χρον. σουλτ. 3411, 30, 5231, 625, 11831-32, 11910, 1263, 13921, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 10938, 1131, Δωρ. Μον. XVIII, Διαθ. 17. αι. 357, 224, 1140, 194, Διήγ. πανωφ. 56, 57, 59· μτχ. παρκ. απερασμένος, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 23, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 354v, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΒ́ [135], Χρον. σουλτ. 14019, Σουμμ., Ρεμπελ. 176, 184, 192, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 65r, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. 4, Ά [260], Έ [708], Ροδινός (Βαλ.) 91, 142, 146, 161, 216, 229, Διακρούσ. 1189, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρ. Καθ. Επ. Ά δ́ 3, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 4616· περασμένος, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 12, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 324, Μαχ. 23, Θησ. Δ́ [416], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2191, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 356, Αχέλ. 19, Χρον. σουλτ. 1047, Πανώρ. Ά 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 396, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 21, Φαλλίδ. (Παναγ.) 158, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 11, Ιστ. Βλαχ. 56, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 539, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1127, Διαθ. 17. αι. 46, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 406, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [375], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422, Φορτουν. (Vinc.) Ά 12, Λεηλ. Παροικ. 513, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3641, Τζάνε, Φιλον. 58314, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Κορ. Ά ζ́ 36, κ.α.
    Από τον αόρ. του αρχ. περάω (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 292). Ο τ. απερνώ στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 292, 432 434, 435) και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 9, Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.), όπως και τ. απερνάω (Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Ο τ. περώ και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. περνώ, όπου και τ. περού και απερού). Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 53, λ. απιρνάου, Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., λ. απιρνάου ‑ώ, Χριστοδούλου, Κουζιαν., λ. πιρνώ/απιρνώ). Η υποτ. αορ. επεράσω σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 292, 299). Η μτχ. περαζόμενος (για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά, 13, 17) σε έγγρ. του 16. αι. (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 295)· μτχ. περαζούμενος στο Somav. λ. απερασμένος και σήμ. ιδιωμ. (Ψάλτ., Θρακικά 35, 82). Η μτχ. περάσοντα το 14. αι. (Χρυσόβ. του 1364, 85) και σήμ. ως επίρρ. στο τσακών. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.)· μτχ. περάσοττα σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 256). Η μτχ. περάσοντας σε έγγρ. του 17. αι. (Παπαδάκη, Θησαυρ. 19, 1982, 145), το 18. αι (Στεφανόπ., Βιβλ. Στεφανοπ. 75, 76, 99) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.). Η μτχ. απερασμένος στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 37, 433, 434, 435) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.· πβ. και Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης, λ. απερασμένες). Η μτχ. περασμένος στο Βλάχ. και σήμ. H λ. τον 8-9. αι. (TLG· για πιθ. παλαιότ. μνείες βλ. αυτ. και Jannaris, Hist. Gramm. 272) στο Βλάχ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Διαβαίνω, διασχίζω ένα μέρος (και πηγαίνω σε άλλο): Και πάραυθα εσέβησαν εις την Τρανσυλβανίαν,| κι έτσι την επεράσασιν κι ήβγασιν στην Ουγγρίαν Παλαμήδ., Βοηβ. 1080· με την βοήθειαν του Θεού, την τρίτην την ημέραν| επέρασεν (ενν. ο Σερμπάνος) τα σύνορα κι ευρέθη από πέραν Ιστ. Βλαχ. 162· Αφού δε αποστάθηκαν (ενν. ο Μερκούριος και οι συντρόφοι του) εκ τον κομμόν που ’ποίκαν| την γέφυραν απέρασαν και εις την χώραν μπήκαν Κορων., Μπούας 62· (προκ. για θάλασσα ή ποτάμι): Και να περάσομεν ομού την θάλασσαν τήν βλέπεις,| να πάμε στην Ανατολήν, εις τον καλόν τον τόπον Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 82· Είναι δε το γένος τούτο των Τατάρων μαθημένοι να περνούσι με τα άλογά τως καβαλάροι τα μεγάλα ποτάμια κολυμβώντες Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· β) διέρχομαι, περνώ από ένα μέρος/σημείο: Εγώ πολλές χώρες και κάστρη είδα και επέρασα, και είδα γραφές πολλές και ανέγνωσα εις ετούτον τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 33633· και μικράν θύραν επεράς την κεφαλήν κυρτῴαν Παϊσ., Ιστ. Σινά 1068. 2) Διαπερνώ (με αιχμηρό όργανο), διατρυπώ κάπ. ή κ.: Και ηβλέποντας ο Σαούλ ότι οι εχθροί εσίμωναν να τον πιάσουν, βάνει το κοντάρι του και ακουμπάγει το εις ένα δένδρον και το ξίφος το βάνει εις την κοιλίαν του και αμπώνει το και απέρασέ τον έως την ράχην Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 192r· ένας άνθρωπος των αρμάτων ... είδεν τον υιόν του Τακκά ... και με το σπαθίν επέρασέν τον απέ την μίαν μερίαν ως την άλλην και απόθανεν Μαχ. 6629· (σε μεταφ.): και την καρδίαν μου δεινή επέρασε ρομφαία Θρ. Θεοτ. 64· (μεταφ., προκ. για  το κρύο): Και όταν είναι ψύχρα μεγάλη, μη δουλεύεις πολλά, διατί το κρύος ευρίσκει τότε τους πόρους ανοικτούς, όταν είσαι ιδρωμένος, και σε περνά ευκολότατα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 176. 3) Οδηγώ/μεταφέρω κάπ. κάπου· (συν. στην απέναντι όχθη/ακτή): Βάρκες ορθώθησαν λοιπόν δώδεκα για να πιάσουν/ την νύκτα την ερχόμενη τσ’ ανθρώπους να περάσουν Αχέλ. 889· Ο δε Σελήμ ... έδραμεν ευθύς κάτω εις το ποτάμι, και έβαλε τους τουφεξήδες μέσα εις κάποιες μικρές βάρκες και τους επέρνα εις την πέραν μεράν του ποταμού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· το πλοίον διεσκόρπισεν, επνίγησαν οι πάντες,| μόνον ο Απολλώνιος μέσα εις μικρόν σανίδιν| το κύμαν τον επέρασεν της Τρίπολης τα μέρη Απολλών. 139. 4) α) Μετακινώ κάπ./κ. σε σχέση με (μέσα από, πάνω από κ.τ.ό.) κ. άλλο· (σε μαγικές πράξεις): περούσι τα παιδία των από στόμα λύκου, τάχα διά να ζήσουν Νομοκ. 38518· Μη ευρεθεί εις εσέν απερνάει τον υιό του και τη θεγατέρα του εις την ιστιά, μαντεύγει μαντειές ... Πεντ. Δευτ. XVIII 10· β) (εδώ) σουρώνω: έπαρε νερόν από περιστερών, τούτο το χόρτον, οπού το λέγουν φράγκικα μπέρμπενα, από πήγανον, από χελιδόνιον, τριαντάφυλλα και από αλόην και τούτζια πρεπαράτα από πάσα ένα μισήν δράγμα, κοπάνισε και πέρασέ τα από ψιλόν μανδήλιον και φύλαξέ τα εις μίαν αγαστέρα υαλίνην Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 229. 5) (Χρον.) διανύω, διάγω ένα χρον. διάστημα (κατά ορισμένο τρόπο): και δίχως πρίκες κι όχθρητες, δίχως ζηλειές και φθόνους| περνούσι (ενν. οι γιαθρώποι) τσ’ εβδομάδες τως, τσι μήνες και τσι χρόνους Πανώρ. Πρόλ. 60· Και έτσι με φόβον και τρόμον απεράσαμεν την ημέραν εκείνην και την νύκταν ως νεκροί εις την όψην και μισαπεθαμένοι Ιερόθ. Αββ. 333· Εις τον ποέτα βρίσκομε τον κωμικόν γραμμένο| κι έτσι από τον Τερέντσιο καλά ξεδηγημένο,| πως γιατί αγάπα ο Πάμφιλος την όμορφη Γλυτσέρε| με δίχως ύπν’ ολότελα le notti απέρνα intiere Κατζ. Δ́ 118. 6) (Με αντικ. τη λ. ζωή ) διάγω, ζω: οπού είμαι νέος, ας περάσω καλήν ζωήν, και δεν θέλει λείψει καιρός, διά να δοξάσομεν και τον Θεόν Ροδινός (Βαλ.) 67· Και ως έβλεπε (ενν. ο κύρης Ανδρόνικος) την ασθένειαν αυτού οπού αυξάνει, εδιελογίζετο τι να κάμει και πού να υπάγει και εις τι τόπον να περάσει την ζωήν του ότι το είχεν ως μεγάλην εντροπήν να φαίνεται εις τον λαόν του μετ’ αυτού του ασθενήματος Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19. 7) Βιώνω, υφίσταμαι κ., υποφέρω μια (συν. δυσάρεστη) εμπειρία: Τῳ αυτῴ χρόνῳ απέθανεν ο Χριστόδουλος ο βαφτισμένος ... και αυτός ήτον Εβραίος και εις την νεότητά του αγάπησεν την πίστιν και εγίνην χριστιανός και πολλά κακά επέρασεν από τους φθονερούς Ιουδαίους Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 23v· πολλές πρίκες και βάσανα έχεις περασμένα Μανολ., Επιστ. 1739· Λοιπόν οι δόλιοι Κρητικοί κίνδυνον επεράσαν| μέγαν από τες λουμπαρδιές, αλλ’ ουκ εδειλιάσαν Διακρούσ. 1087. 8) Υπερβαίνω ένα όριο, ξεπερνώ· (χρον.): να ζήσει (ενν. ο άρχοντας) χρόνους εκατόν και να τους απεράσει| με πλούτον και με έπαινον στον κόσμον να γηράσει Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 65· Δεν έναι (ενν. ο μισσέρ Γιαννούτσος) κύρης μου, σα λες, μ’ αλλότες είχε πράσσει| εις τα ταξιδια, και έρχοντας μια φούστα ν’ αγοράσει (παραλ. 2 στ.). Και μετά κείνη τοτεσά μ’ αγόρασε κι εμένα,| και ακόμη χρόνους δυόμισι δεν είχα περασμένα Φορτουν. (Vinc.) Β́ 206· (ποσ.): απερνώντες τα όσα εξόδευσαν (ενν. οι Γαλατιανοί), έχουν την άδειαν να τα μαζώξουν από την μέσην τους, διά να έβγουν από το χρέος Επιστ. Μωάμ. 6725· (τοπ.): όταν έγινεν ο κατακλυσμός οπού ήλθε το νερόν δεν απέρασε την κορυφήν αυτεινού του βουνού (ενν. του βουνού Τερέστρο), καλά και τινές λέγουν ότι το νερόν απέρασεν πάσα βουνόν ένδεκα πήχες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 70v. 9) Παραβαίνω κ.: δεν ημπορώ να περάσω τον ορισμό του Κύριου να κάμω καλό γή κακό από τη καρδιά μου Πεντ. Αρ. XXIV 13· Ότι να ευρεθεί μεσοθιό σου ... ανήρ γή γεναίκα ος να κάμει το κακό εις τα μάτια του Κύριου του Θεού σου να απεράσει τη διαθήκη του. Και έφυγεν και εδούλεψεν είδωλα άλλα και επροσκύνησεν αυτά Πεντ. Δευτ. XVII 2. 10) Παρακάμπτω, αποφεύγω κ.: εις το νησόπουλον ... έχει ξέρην εις την μερέαν της τραμουντάνας και εβγαίνει εις το πέλαγος μισόν μίλι. Και απεράσοντας την ξέρην και έμπεις μέσα το κανάλιν και την στερέα· ’ράξε όπου θέλεις ότι έχει φούντος όσον θέλεις Πορτολ. B 1120· (κ. δυσάρεστο): παρακαλώ ... να γράψει η αδελφότης υμών του εκλαμπροτάτου αυθεντός βαΐλου των Ενετών οπού ευρίσκεται εις την Βασιλεύουσαν ... να γένει επίμων να πάρει έκδοσιν από τον οικουμενικον πατριάρχην ... να μετατεθούμεν εις την Ζάκυνθον, διά να περάσομεν τους κινδύνους της στράτας του Κωνσταντίνου Βελλερ., Επιστ. 5543. 11) α) Aντιπαρέρχομαι κ., αδιαφορώ για κ.: Αλλά αλίμονον εις εσάς τους Φαρισαίους, ότι αποδεκατίζετε το δυόσμον και το πήγανον και κάθε λάχανον, και περνάτε την κρίσιν και την αγάπην του Θεού· Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιά 42· α) προσπερνώ, παραλείπω κ.: Ημπόρουν διά την φυλακήν να γράψω ακόμη και άλλα| αμή σχολάζω, αφήνω τα, διαβαίνω και περνώ τα,| διά να ’ρθω εις την υπόθεσιν και των φυλακατόρων Σαχλ., Αφήγ. 485. 12) α) Αντιμετωπίζω κ. ή κάπ. (επιτυχώς): Κι αυτός (ενν. ο δεσπότης Άρτας), ως ήτον φρόνιμος, καλά εδιορθώθη·| τους Φράγκους γαρ ερόγεψεν, τον πρίγκιπα Γουλιάμον| και τον αφέντην Αθηνών και τους Ευριπιώτας·| με αυτούς εβοηθήθηκεν κι επέρασεν την μάχην Χρον. Μορ. P 3084· β) κάνω κάπ. να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες μου, «καταφέρνω κάπ.»: Μα δίχως να το πεις εσύ και να το δικιμάσεις,| να θες με τα διατάματα μόνο να με περάσεις| εδώ με χάνεις και γοργό πάγω να βρω τον Άδη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 860· Εδάρτε συμβουλεύω σας όλες καλές κυράδες,| αμέτε και μαυλίζετε ύπανδρες και χηράδες,| γελάτε τες ανέγλυτες και τες νοικοκυράδες (παραλ. 2 στ.) τους άνδρες με τα λόγια σας όλους να τους πλανάτε.| Έχετε κι αγαπητικούς, μηδέν αδημονάτε,| κι οπού ’γαπούν και φλέγουνται, με λόγια τους περνάτε Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 651. 13) α) Δίνω, μεταβιβάζω κ. (σε κάπ.): Ανήρ ότι να απεθάνει και υιός δεν είναι αυτουνού … να απεράσετε τη κλερονομιά του εις τη θυγατέρα του Πεντ. Αρ. XXVII 8· Ένι καταστημένον με την ασσίζαν των Ιεροσολύμων ότι η αφεντία των πραγμάτων των χαμένων ουδέν πρέπει κανείς να των περάσει εις κανένα έτερον κορμίν, ότι εις όποιον τόπον οπού ο κύρης ημπορεί να εύρει το πράγμαν του κινητόν τό είχεν χάσει, εντέχεται να το αναλάβει διά όρκου τόν να ποιήσει Ασσίζ. 42323· β) προσφέρω, αφιερώνω κ.: να απεράσεις παν άνοιγμα μήτρας του Κύριου Πεντ. Έξ. XIII 12. 14) Θεωρώ, αντιμετωπίζω κάπ. ως ...: Παρακαλώ σας βασιλείς, αυθέντες και ρηγάδες,| ... σοφοί και διδασκάλοι,| μη με κατηγορήσετε εις τἄγραψα και είπα·| περάσετέ με ως άγνωστον ομάδιν με τον νουν μου,| και ψέξετε τον λογισμόν εμού δε και την γλώσσαν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 568. 15) Διηγούμαι, εξιστορώ: η υπόθεση ετούτη, την οποίαν εδιηγήθηκα με πάσαν αληθοσύνην και δεν έγραψα ένα πράγμα διά άλλον, μόνον πιστά τα επέρασα, μήτε περισσότερο μήτε ολιγότερο Σουμμ., Ρεμπελ. 193. 16) Δηλώνω, φανερώνω: είπεν (ενν. η Παρθένος) «ηγαλλίασεν» και δεν είπεν ευφράνθη, ή εχάρη. Είναι κάποια διαφορά ανάμεσα εις αυτά τα ρήματα, διότι το εχάρη φέρνει κάποιαν χαράν εις την ψυχήν, αμή δεν περνά τον τρόπον και την διάθεσιν εκείνου οπού χαίρεται Ροδινός (Βαλ.) 93. Β́ Αμτβ. 1) Μεταβαίνω, μετακινούμαι, πηγαίνω   α1) σε κάπ. άλλο μέρος: Πλην όταν απεσώσαμεν εις τον αιγιαλόν ετούτον,| επαίρει (ενν. ο Βερδερίχος) το καμήλιν μου, πεζεύει με απ’ εκείνο| και με την κόρην μόνος του περνά εις γην Αιγύπτου Λίβ. Sc. 1734· άφησε (ενν. ο Ευστάθιος ο Πλακίδας) την αυθεντίαν οπού είχεν και έφυγεν να απεράσει εις άλλον τόπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390r· ο βάρβαρος εμάνισε και εις ολίγον καιρόν έρχεται πολεμώντας την Ανατολήν και κουρσεύοντας πολλούς τόπους. Επέρασε δε και εις την Θεσσαλονίκην Εγκ. αγ. Δημ. 109162· (στην απέναντι ακτή/ όχθη): Είχε δε μεγάλην αδημονίαν ο μισσέρ Ρομπέρτος και λύπην, πως δεν έβρισκε βάρκαν να περάσει εις τον Μορέαν Δωρ. Μον. XXIV· Και λέγω προς τον Λίβιστρον: «Εύξου με να περάσω,| και όταν με ίδεις επέρασα, στέκομαι εις την στερέαν,| τότε και συ την θάλασσαν άφοβα να την έμπεις,| και να έλθεις όπου με θεωρείς, δίχα τινός ανάγκης» Λίβ. Sc. 1864, 1865· Τούτη η ταραχή όχι μόνον εσύγχισε πολλά τους Τούρκους οπού ήσαν περασμένοι από το ποτάμι, αλλά πολλῴ μάλλον εκείνους, οπού ήσαν ακόμη εκείθεν του ποταμού διά να περάσουσιν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422· α2) (σε κάπ.): Τότε στον αρχιστράτηγον βουλήθη (ενν. τινάς σπαχής) να περάσει Αχέλ. 1200· Η δε, «Ω τρισκατάρατε γέρον», ανταπεκρίθη (ενν. η Μαξιμώ) | «και διά ένα κόπους μοι και τῳ λαῴ παρέσχες,| προς ον μόνη περάσασα, Θεῴ τε καυχωμένη,| άρω αυτού την κεφαλήν και προς υμάς εκφέρω;» Διγ. Z 3469· β) (μεταφ.) σε κάπ. άλλη κατάσταση: στανικώς μου μέλλομαι σε γάμον ν’ απεράσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [914]· και ν’ απεράσει (ενν. ο βοσκός) εις μιαν στιγμήν από τον θάνατόν του,| εις μιαν γλυκύτατην ζωήν, με τον ευτυχισμόν του; Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1460]. 2) Διέρχομαι από ένα μέρος/σημείο: Και περνώντας ο Ιησούς απεκεί, είδεν άνθρωπον οπού εκάθετον εις το κουμμέρκι και τον έλεγαν Ματθαίον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. θ́ 9· εκέντησεν ο Αχιλλεύς τον άσπρον τον φουδούλον,| χαμογελών επέρασεν εμπρός από την κόρην Αχιλλ. L 836. 3) Εκτείνομαι, φτάνω ως ...: Και έχει (ενν. η Πόλις) πόρτο μεγάλο και καλό. Και έχει κόρφον και περνά πέρα εις τον Γαλατά και έναι μίλι ήμισυ Πορτολ. A 23013. 4) Εισέρχομαι, μπαίνω:  ... προβαίνει η Πετρονέλα (παραλ. 1 στ.) και με το γέλιο λέγει μου: «Πέρασε η αφεντιά σου,| κι η μάνα μου λιγοψυχά να ’χει την εμιλιά σου» Φορτουν. Ά 260. 5) (Δια)περνώ: εβάναν του (ενν. του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού) εις το κεφάλι ένα στεφάνι με αγκάθια, τα οποία αγκάθια απερνούσαν εις το κεφάλι του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 326v· (σε μεταφ.): Αμή όταν θέλει (ενν. ο πόθος) να χωθεί κι εις την καρδιάν να φτάσει| τότες το στήθος σου του κλεις, για να μην απεράσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1166]. 6) Αναχωρώ, αποχωρώ· φεύγω: Αυτού λέγει το δίκαιον περί εκείνων των εγγυτάδων οπού ουδέν έχου να ποιήσουν ως εγγυτάδες, ού αν επέρασαν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 31225· αν δεν αφήσει (ενν. ο Φαραώς) να απεράσει το πλήθος των υιών Ισραήλ, όλα τα νερά της Αιγύπτου θέλω τα κάμει να γένουν αίμα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 158v. 7) (Χρον.) παρέρχομαι, αποτελώ παρελθόν: Οϊμένα, αποκοιμήθηκα κι επέρασεν η ώρα! Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1079· Και δεν επέρασεν ένας μήνας και επάρθη η Θεσσαλονίκη υπό των Τουρκών Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 23· απέρασε το κολατσό κι ακόμη δεν εφάνη (ενν. η θυγατέρα μου) Πανώρ. Β́ 51· (συχνά μτχ. χρον. άκλ.): Και απεράσοντας πολλοί χρόνοι, εκατέβη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, Θεός και άνθρωπος Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12326· Περάσαντα δη μερικός καιρός εσυνάχθησαν πολλοί αρχιερείς, μητροπολίται και επίσκοποι, και έγινε σύνοδος μεγάλη Ιστ. πατρ. 10515· και πάλιν παρευθύς … περάσοντας μίαν ώραν εσήκωσεν πάλιν ωσάν άλλο νέφος πλέον μεγαλύτερον από το πρώτον Διήγ. πανωφ. 56· Περάσοντα δε ολίγος καιρός ηβουλήθη (ενν. ο Ιωακείμ) δευτέραν φοράν να υπάγει εις τον Πούγδανον Ιστ. πατρ. 1409. 8) Παύω, σταματώ, καταλαγιάζω: ωσάν περάσουν οι βροχές, πάλι καλοσυνεύγει Πανώρ. Β́ 256· (εδώ προκ. για υποχώρηση της στάθμης υδάτων): Και εσφαλίστηκαν οι βρύσες της άβυσσος και καταρράχτες του ουρανού και εποκόπην η βροχή από τους ορανούς. Και εστράφηκαν τα νερά αποπάνου την ηγή ... και επέρασαν τα νερά Πεντ. Γέν. VIII 3· (μεταφ.): ο πόνος να περάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 620·  ... οι έγνοιες επεράσασι για την καημένη Κρήτη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18314· (με γεν. ή αιτ. προσωπ. αντων.): Το ξύλον οπού αρμένιζε κι εφάνιστή σου εχάθη| σημάδι είν’ Αρετούσα μου, πως σου περνούν τα πάθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 160· Θωρώ κι ο νους σου στο κακό κι εις τό σε βλάφτει ’ράσσει| κι ο λογισμός οπού ’βαλες δε θε να σου περάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 458· και εδιάβην ώρα περισσήν ώστε να τον περάσει| ο θρηνισμός, ο πικραμός όν είχεν εκ καρδίας Βέλθ. 399. 9) Ζω α) διαβιώνω (με ορισμένο τρόπο): Άλλοι να έχουν το φλουρί σεντούκια γεμισμένα,| και άλλοι να περνούν πτωχά και στενοχωρημένα Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 80· Ο δε καλός νεότερος και Διγενής Ακρίτης,| απέρνα μεν χαιράμενος ομού μετά της κόρης Διγ. A 2299· να μαθαίνομε πώς περνά η πανιερότη σου Μανολ., Επιστ. 17336· απέρνα ο νεούτσικος με τούτα και με κείνα,| με κόπους, με αναστεναγμούς και με περίσσιους πόνους Τριβ., Ρε 110· β) αντεπεξέρχομαι σε κ., τα βγάζω πέρα· επιβιώνω: Κι απήτις πέσου τα τειχιά, θα δω τι θα γενούσι (ενν. οι χριστιανοί),| πώς έχου να περάσουνε, πού θε να φυλαχτούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16517· ηξεύρω να περνώ, και όταν έχω και όταν δεν έχω Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Φιλ. δ́ 12 σημ.· Το λοιπόν κάνοντας τόσες μπονάτσες, και μην ημπορώντας οι μύλοι μας να αλέσουν επέσαμεν εις μεγάλη πείνα, και επερνούμαν με μαγέρεμα μόνον και με ό,τι άλλο ηθέλαμεν εμπορεί, όσον οπού ο Θεός ηθέλησεν και ήκαμεν άνεμον, και αλέσαμεν και εχορτάσαμεν και το ψωμί Διήγ. πανωφ. 59. 10) (Σε γ́ πρόσ., για γεγονότα, υποθέσεις κ.τ.ό.) κυλώ, εκτυλίσσομαι, συμβαίνω: Πατριαρχεύοντος δε αυτού, του κυρού Μαξίμου του λογίου, όλα τα της εκκλησίας επερνούσαν ειρηνικά και ασκανδάλιστα Ιστ. πατρ. 11616· εις τον τρόπον ετούτον απέρασε η υπόθεση ετούτη, την οποίαν εδιηγήθηκα με πάσαν αληθοσύνην Σουμμ., Ρεμπελ. 193· Το πράγμα πώς επέρασε κάμε με ν’ αγροικήσω,| και την αλήθειαν ξέσκεπην κι ίσια να την γνωρίσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [167]. 11) Έχω ισχύ, λαμβάνομαι υπόψη· γίνομαι (απο)δεκτός: Ο λόγος σου να απερνά εις όλους τους μπασιάδες,| να σκύφτουν να σε προσκυνούν όλοι οι βοϊβοντάδες Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 87· Τότε ωσάν είδε ο Αλή πασάς ότι δεν απέρασε η βουλή του ... έγραψε χαρτί και έστειλε κρυφά του βασιλέως Παλαιολόγου μέσα εις την Πόλη Χρον. σουλτ. 881· (εδώ προκ. για τη λήψη απόφασης από τη βενετική γερουσία, βλ. και πάρτη 2β): Εσουμπλικάρησα διά την Ζάκυνθον. Ούτως απέρασεν η πάρτε μου εις τας τρεις του Αυγούστου Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 12311. 12) Επικρατώ, υπερισχύω: Και μέρες περαζόμενες ήλθε να δοκιμάσει| το άλογό του καθαείς, το ποιος για να περάσει Αλεξ.2 332· (εδώ) υπερέχω (σε κ.): όταν δε εγένηκεν δώδεκα χρόνων κείνος (ενν. Βασίλειος ο Ακρίτης),| ως ήλιος απέλαμπεν εις όλα τα παιδία,| απέρνα εις την δύναμιν ώσπερ ανδρειωμένος Διγ. A 1398. 13) Παραβαίνω (κ.): δεν απέρασα από τις παραγγειλιές σου Πεντ. Δευτ. XXVI 13. 14) α) Θεωρούμαι ως ..., έχω συγκεκριμένη φήμη: Ακούσατε του Μωυσή του προφητικοτάτου,| που ’πέρνα διά φρόνιμος εν μέσῳ των Εβραίων Κρασοπ. (Eideneier) I 89· β) θεωρούμαι κ. που δεν είμαι: Τα ήθη μου τα θηλυκά με δαύτην (ενν. την φορεσία) να σκεπάσω,| εις τους βοσκούς ανάμεσα, βοσκός για ν’ απεράσω.| Για να ’κλουθώ και να θωρώ με την ανάπαυσίν μου,| τον Σίλβιον μου τον όμορφον, την ακριβήν ψυχήν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ 162. 15) Υφίσταμαι, υπάρχω: επέρνα καλή αγάπη αναμέσον τους Σουμμ., Ρεμπελ. 175. 16) Μεταβιβάζομαι: εκείνος (ενν. ο Ιησούς), ότι μένει εις τον αιώνα, έχει την ιεροσύνην οπού δεν περνάει· διά τούτο και δύναται να σώζει εις το παντελές εκείνους οπού πλησιάζουσι διά μέσου αυτουνού εις τον Θεόν, έστοντας να ζει πάντοτε εις το να παρακαλεί διά λόγου τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. ζ́ 24. II. Μέσ. Ά (Μτβ.) υπερβαίνω κάπ. χρον. όριο: Δεν είμαι γέρος ... (παραλ. 1 στ.) Ακόμη τη σαρανταρά δεν είμαι περασμένος,| μα απού την πρίκα έτσι ψαρός είμαι καταστεμένος Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 365. Β́ Αμτβ. 1) Μεταβαίνω στην απέναντι ακτή/ όχθη, διαπεραιώνομαι: και ούτως εμέτρησε (ενν. ο Τουμούτμπεης) τον καιρόν και την ώραν, από τες βίγλες μαθών, οπόταν είναι περασμένοι σχεδόν οι μισοί Τούρκοι εις το ποτάμι, να είναι και αυτός φθασμένος εις τον τόπον, και ευρίσκοντάς τους μοναχούς, χωριστά από τους άλλους, να πέσει απάνω τους να τους κόψει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422. 2) (Χρον.) παρέρχομαι, αποτελώ παρελθόν: να μη νυχτώσει ο καιρός και περασθεί το βράδυ Ιστ. Βλαχ. 2141· Τέσσερεις χρόνοι κάτεχε πως είναι απερασμένοι| απού στα φύλλα τση καρδιάς σ’ έχω ζωγραφισμένη Πανώρ. Β́ 285. Φρ. 1) Απερνά (απάνου μου) πνοά ζήλειας = (προκ. για συζυγική πίστη) καταλαμβάνομαι από καχυποψία: ανήρ ... να απεράσει απάνου του πνοά ζήλειας και να ζηλέψει την γεναίκα του ... Πεντ. Αρ. V 14· γή άντρας ος να απεράσει πνοά ζήλειας και να ζουλέψει την γεναίκα του Πεντ. Αρ. V 30. 2) Απερνάγει ο λογισμός μου = ξεχνιέμαι, ξεφεύγω (από την παρούσα πραγματικότητα): Και τούτα άπερ έκαμα και είπα της υμετέρας αγάπης, δεν τα έκαμα διά καύχησιν ή έπαινον, ... αλλ’ έστοντας να ευρίσκομαι εις φυλακήν ... μη έχων τι ποιήσαι εκαθεζόμην και έγραφα τούτα διά να απερνάγει ο λογισμός μου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390v. 3) Απερνώ κάπ. εις τα κάστρα = υποδουλώνω κάπ.: και τον λαό απέρασεν (ενν. ο Ιωσεφ) αυτόν εις τα κάστρα από άκρα σύνορο της Αίγυφτος και ως την άκρα του Πεντ. Γέν. XLVII 21. 4) Απερνώ κ. ’λαφρά/κ. μου απερνά ’λαφρά = δεν υφίσταμαι σοβαρές συνέπειες για μια πράξη μου: Ετούτο δε εσκόπησεν (ενν. ο αφέντης Καρυταίνου) στον λογισμόν του ετότε·| ότι, αν λείψει του πρίγκιπος ‒ διατό ήτον τάχα θείος του ‒ | να έχει την συμπάθειον του, ’λαφρά να το απεράσει Χρον. Μορ. H 3239· Ετούτο δε εσκόπησε (ενν. ο αφέντης Καρυταίνου) τότες στον λογισμόν του·| ότι, αν λείψει του πρίγκιπος ‒ διότι ήταν θείος του ‒ | να έχει την συμπάθειον, ’λαφρά να του απεράσει Χρον. Μορ. P 3239. 5) α) Απερνώ ξουράφι ιπί το κεφάλι μου = κόβω τα μαλλιά μου, κουρεύομαι: ανήρ γή γεναίκα ότι να χωρίσει να τάξει τάγμα χωρισμένο να χωρίσει του Κύριου ... όλες τις ημέρες τάγμα του χωρισμάτου ξουράφι να μην απεράσει ιπί το κεφάλι του Πεντ. Αρ. VI 5· β) απερνώ ξουράφι ιπί όλη τη σάρκα μου = ξυρίζω όλο το σώμα μου: Και έτσι να κάμεις αυτωνών να τους καθερίσεις· ράντισε απάνου τους νερά ράντισμα και να απεράσουν ξουράφι ιπί όλη τη σάρκα τους και να σκαμματίσουν τα ρούχα τους και να καθερίσουν Πεντ. Αρ. VIII 7. 6) Απερνώ σοφάρ (βουκίνισμα) = σαλπίζω: και να απεράσεις σοφάρ βουκίνισμα εις τον μήνα τον έφτατο εις τη δέκατη του μηνού, εις την ημέρα των συμπαθημάτων να απεράσετε σοφάρ εις όλη την ηγή σας Πεντ. Λευιτ. XXV 9. 7) (Α)περνώ στον Άδη(ν)/την στράταν της ζωής/από τούτην την ζωήν/από (απού) την ζωήν ετούτη(ν)/του κόσμου = πεθαίνω: Κι ο ’πίσκοπος αρρώστησε ετότες την Τετράδη,| μια μέρα μόνον έζησε κι επέρασε στον Άδη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22218·  ... της άθλιας της ζωής απέρασε (ενν. ο Αρκύτας) την στράταν Θησ. ΙΆ [98με θεϊκόν στόμα εθέσπισαν (ενν. οι πνευματοφόροι πατέρες) και επαράδωκαν τες λειτουργίες, ευχές και ψαλμωδίες και τα χρονικά μνημόσυνα, να γινίσκουνται διά εκείνους οπού περνούν από τούτην την ζωήν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 424· ΡΟΔΟΛΙΝΟΣ: Πώς τούτο; τάχατες δε ζει πλιον ο δικός τση κύρης;| ΤΣΙΜΟΣΚΟΣ: Επέρασε απού την ζωήν ετούτη ο κακομοίρης Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 374· Εις τέτοια πάθη θες εμπεί και τότες να γεράσεις,| χρειά ’ναι το τέλος σου να ’ρθει, του κόσμου να περάσεις Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 320. 8) Αφήνω κ. να περάσει = δεν δίνω σημασία σε κ.· αντιπαρέρχομαι κ.: μα κείνος οπού δεν πονεί αφήνει να περάσει| το σφάλμα κι ουδέ βούλεται να το καταδικάσει· | παινά το κι ομορφίζει το … Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 137·  ... άφησ’ τα αυτάνα, α μ’ αγαπάς, φίλε μου να περάσου·| θωρώ τη φρονιμάδα σου, γροικώ την πονηριά σου·| κατέχω τούτα, οπού μου λες κι οπού μ’ αναθιβάνεις| κι άφησ’ τα να περάσουσι, γιατί τον κόπο χάνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 64. 9) Κ. περνά από κάπ./από λόγου κάπ. = η έκβαση μιας υπόθεσης εξαρτάται από κάπ.: ΘΟΔΩΡΟΣ: Αφέντη Λούρα, η δουλειά τούτη περνά από σένα...| ΛΟΥΡΑΣ: Ανέν περνά από λόγου μου, τάξε τα καμωμένα Φορτουν. (Vinc.) Έ 191, 192. 10) Περνώ την αναγκαίαν χρείαν της ζωής μου = εξασφαλίζω τα απαραίτητα για την επιβίωσή μου: μήτε γεωργούσι (ενν. οι Άραβες), μήτε σπείρουσιν αλλά ... ή άγρια ζώα της ερήμου κυνηγούσι και τρέφονται από τα κρέατα τούτων ή παραφυλάττουσι τους δρόμους φονεύοντες τους οδοιπόρους, και με τούτο περνούσι την αναγκαίαν χρείαν της ζωής τως Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 109. 11) Περνώ άνεμο = (προκ. για το Θεό) στέλνω, εξαπολύω άνεμο: Και εθυμήθην ο Θεός τον Νοαχ και όλο το αγρίμι και όλο το χτήνο ος μετά κείνον εις το κιβωτό, κι επέρασεν ο Θεός άνεμο ιπί την ηγή και εκατάπρυαναν τα νερά Πεντ. Γέν. VIII 1. 12) Περνώ από μιαν ορμίδα, βλ. ορμίδα φρ. 13) Περνώ κάπ. από σπαθί/σπαθίου/σπαθιού, βλ. από 17 Φρ. 14) Περνώ εναντία κ. = αντιστέκομαι, πηγαίνω κόντρα σε κ.: έστοντας να αρπάσθει το καράβι και να μην δύνεται να περάσει εναντία τον άνεμον, έστοντας να αφήσομεν το καράβι εις τον άνεμον, εφερόμεσθαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κζ́ 15. 15) Περνώ εξεφάντωσιν, βλ. ξεφαντωσις ‑ση Φρ. 1. 16) Περνώ το θάνατο = θανατώνομαι, πεθαίνω: Ήτονε ο νόμος Σαλαμό και όποιο καταλύσου| κρασί καλό και όμορφο αυτόνο να ποτίσου,| για να τους παίρνει το κρασί το φόβο, να μην τρομάσσου,| και μετ’ αυτό το θάνατο άφοβα να περάσου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3561. 17) Περνώ τη φούρκα = απαγχονίζομαι: το effe μόνο εξώφευγες, καημένε, να διαβάσεις,| γιατί της φούρκας ήτονε, μην πα να την περάσεις Στάθ. (Martini) Β́ 154. 18) Περνώ στα χέρια κάπ. = περιέρχομαι στην εξουσία κάπ.: αυτοί δεν επεράσασι στα χέρια των εχθρών τους Διακρούσ. 9522. 19) Τα περνώ καλά = ζω ευτυχισμένα: μόνε να δώσει ο Θεός να ζήσεις, να γεράσεις,| χρόνους πολλούς στον θρόνο σου καλά να τα περάσεις Ιστ. Βλαχ. 1232. Η μτχ. περαζόμενος ως επίθ. = 1) α) Που έχει παρέλθει χρονικά, παλιός: να μη χρωστεί ο άνωθεν Μιχελής να πλερώσει τίβοτας για τα λεγόμενα καταλύματα τσι χρονές τσι περαζόμενες Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 25520· και κλαίει (ενν. η γυναίκα) περαζόμενα βάσανα και θυμάται Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17825· β) που έζησε στο παρελθόν: κι αυτός ο τόπος (ενν. η Τρανσυλιβανία) δεν ήτον ποτέ του βασιλέως,| μόνον εις την υποταγήν ήτον, όχι αλλέως,| του Τούρκου και τον όριζεν κι επαίρναν ’που την Πόλη| φλάμπορ’ οι περαζόμενοι οι αυθεντάδες όλοι Παλαμήδ., Βοηβ. 690. 2) Στην έκφρ. (εις/σε/με) (η)μέρες περαζόμενες = μετά από λίγο καιρό: Εις μέρες περαζόμενες μαλώνουν δυο Εβραίοι Χούμνου, Κοσμογ. 2105· Σε μέρες περαζόμενες εδιάβη ο Κανδάλης Αλεξ.2 2201· Με μέρες περαζόμενες πήγε (ενν. ο λύκος) να τον γυρεύει| εκεί οπού εσύντυχαν, τον σκύλον να τον εύρει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 3413· Ημέρες περαζόμενες, Φίλιππον πιάνουν πόνοι·| μαντάτα του ηφέρασι, απίστησε Μοθώνη Αλεξ.2 395· ... μέρες περαζόμενες ήλθε να δοκιμάσει| το άλογό του καθαείς, το ποιος για να περάσει Αλεξ.2 331. Η μτχ. παρκ. (α)περασμένος ως επίθ.= 1) α) Που ανήκει ή αναφέρεται στο παρελθόν, που έχει παρέλθει χρονικά, παλιός: ηξεύρουν (ενν. οι άγγελοι) τα πράγματα τα απερασμένα και τα παρόντα και τα μέλλοντα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 27v· Αγκαλιαστή τηνε (ενν. την Αρετούσα) κρατούν ο κύρης με τη μάνα,| την ώρα που τα χείλη της ετούτα ανεθιβάνα·| μ’ αγάπη τη γλυκοφιλού, με σπλάχνος την ευχούνται,| την περασμένην όργητα πλιο δεν τηνε θυμούνται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1282· Δι’ αυτό εγώ ο πολυπαθής, τέκνον μου ηγαπημένον,| τά έμαθα με πολλή πικριά εις καιρόν απερασμένον,| να σε διδάξω βούλομαι ... Δεφ., Λόγ. 12· Ω κόποι περασμένοι μου, πώς είστε πληρωμένοι| μ’ αντίμεψη πολλά ακριβή!... Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 71· εκφρ. τες απερασμένες ημέρες = τις προάλλες, προ ημερών: τες απερασμένες ημέρες ήλθεν εις το παλάτιον ένας γέροντας άνθρωπος Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 11936· περασμένος από τον καιρόν του = ηλικιωμένος, προχωρημένης ηλικίας (βλ. και Somav.): Και δεν είχαν (ενν. ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ) παιδίον, διατί η Ελισάβετ ήτον στείρα· και οι δύο τους ήταν περασμένοι από τον καιρόν τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2  Λουκ. ά 7· β) (αμέσως) προηγούμενος: Εγώ Ντιάνα Κορναροπούλα ... ήκαμα το τεσταμέντο μου με το χέρι εσένα του Γιακουμή Κουρτεζά, νοταρίου, την πρώτην του Φλεβαρίου του περασμένου Διαθ. 17. αι. 88· Τούτη ήτον η ξεφάντωση, τούτο το περιβόλι,| οπού μ’ εκάλεσες προχτές, την περασμένη σκόλη; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 798· έκφρ. τον (α)περασμένο(ν) χρόνο(ν)/την απερασμένη χρονιάν = πέρυσι: εμέναν μου έχει τον απερασμένον χρόνον οχτώ δουκάτα, και κάνω λογαριασμόν να μην χάσω τίποτες Μπερτολδίνος 162· Και τις μας το ’θελεν ειπεί τον περασμένο χρόνο,| όντε μ’ αποκαμάρωνεν ο κύρης με τη μάνα| κι όντε με σπλαχνικά φιλιά ’ς τσ’ αγκάλες τως μ’ εβάνα ... Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 592· με το να ασθενήσει (ενν. ο Θανάσης Καπούτζος) βαρέως την απερασμένη χρονιάν Έγγρ. μον. Φιλοσ. 114· γ) που έζησε στο παρελθόν: του Τιβερίου καίσαρος του απερασμένου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 330v· ο οποίος (ενν. ο Θεός) εις τες απερασμένες γενεές άφησεν όλα τα έθνη να περιπατούν τες στράτες τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ιδ́ 16. 2) Που έχει υπερβεί ένα χρον. όριο: Και ως είδεν ο κόντες το γράμμα της συμφωνίας, και τον καιρόν απερασμένον, και την απόφασιν των κριτάδων, εσιώπησεν Δωρ. Μον. XXIV· έκφρ. καιρόν τον περασμένο = για πολύ καιρό, επί μακρό χρονικό διάστημα: τες ελεεινές και ταπεινές ψυχές των πονεμένω| απού στον Άδη κρίνουνται καιρό τον περασμένο,| απού δεν έχουσι τινά για να τους ελυπάται| η ελεημοσύνη σου, Χριστέ, μόνο να τσι σπλαχνάται Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 863. 3) (Ως γραμμ. όρος) παρελθοντικός: «Μεγαλύνει». Δεν λέγει (ενν. η Παρθένος) εις μέλλοντα χρόνον μεγαλυνώ. Μηδέ εις χρόνον περασμένο εμεγάλυνε, αμή εις ενεστώτα, τουτέστι, τώρα. Αυτήν την ώρα μεγαλύνει Ροδινός (Βαλ.) 67. Ο πληθ. αρσ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = οι άνθρωποι που έζησαν στο παρελθόν: Εδιάβησαν οι παλαιοί χρόνοι των περασμένω| απού προυκιό κιανείς βοσκός δεν είχε γνωρισμένο Πανώρ. Έ 239. Ο πληθ. ουδ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = τα συμβάντα του παρελθόντος: Διού θέλω να εξηγηθώ, την ιστορίαν να αρχίσω,| να παύσω θέλω παντελώς τα περασμένα οπίσω Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 134· «Γιε μου, ας πάψουσιν όλα τα περασμένα,| γή εγώ ’σφαλα γή εσύ ’σφαλες, ας είν’ συμπαθημένα| ...» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1391.
       
  • περπατησιά
    η, Θησ. (Foll.) I 133, Πτωχολ. B 267· παρπατησιά· ?περβατησέ, Πανώρ. Γ́ 298 κριτ. υπ.· περιπατησία· περπατησία, Λίβ. P 1954, Θησ. Θ́ [454πορπατέ, Πανώρ. Γ́ 298· πορπατηξά, Πανώρ. Ά 426, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 742· πορπατηξιά, Βέλθ. 715· πορπατησία, Προσοψάς, Δράμα γενν. Τυφλού 214· πορπατησιά, Αχιλλ. L 560, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 744, Βεστάρχης, Πρόλ. Θεοτ. 67.
    Από το μτγν. ουσ. περιπάτησις (TLG· βλ. Ανδρ., Λεξ.) ή από το περπατώ (βλ. περιπατώ) και την κατάλ. ‑σιά. Για το σχηματ. των τ. βλ. περιπατώ. Ο τ. παρπατησιά και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 719, Λουκά, Γλωσσάρ. 360). Τ. περπατησά σήμ. στο ΑΛΝΕ (λογοτ.) και τ. πιρπατ’ξά, πιρπατσ’ά, πιρπατ#13ά, πιρπατησχά σήμ. ιδιωμ. (Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. πιρπατ’ξά, Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ. 182, λ. πιρπατσ’ά, Παπαϊωάννου, Γλωσσάρ. Γρεβ. 102, λ. πιρπατ#13ά, Ανδρ., Ιδ. Μελ. 69, λ. πιρπατησχά). Ο τ. πορπατηξά και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Ιδιώμ. Καρπάθου 142, λ. πορπατηξιά, Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης Γ́ 87). Ο τ. πορπατηξιά και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Ιδιώμ. Καρπάθου 142, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πορπαταριά, Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., λ. πορπατώ, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., λ. προπατηξιά, Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., λ. περπατησιά, και στο ΑΛΝΕ (λογοτ.). Τ. πορπατηξία στο Du Cange (λ. περπατείν). Ο τ. πορπατησιά και σήμ. ιδιωμ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πορπαταριά, Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.) και στο ΑΛΝΕ (λογοτ.). Τ. πορπατησά στο Βλάχ. (λ. πορπάτημα), τ. πορπατεσία και πουρπατησία στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. περπατησία), καθώς και άλλοι τ. σήμ. ιδιωμ. (Κοντονάτσιου, Διάλεκτ. Λήμν. 380, λ. πουρπατσά, Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, λ. προβατησία, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., λ. προβατηξά). Η λ. και τ. περπατηξιά (λαϊκ.) και σήμ.
    1) α) Περπάτημα, βάδισμα: Χίλιες τ’ αφτιά εμολύβωνα, για να μηδέ γροικούσι, (παραλ. 1 στ.) χίλιες με την πορπατηξά, χίλιες με μια και μ’ άλλη| στράτα τη θέρμη του έσβηνα στο νου μου τη μεγάλη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 23· β) η ικανότητα να περπατάει, να βαδίζει κανείς: πόδια μου κακορίζικα, πού ’ναι η πορπατησιά σας| και τώρα ο Άδης ο πικρός τρώγει την ανδρειά σας Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 709· (εδώ προκ. για το θαύμα κατά το οποίο ο Ιησούς περπάτησε πάνω στη θάλασσα): εξηγήθησαν άλλοι έναν προς έναν| έξω της φύσης θαύματα, όλα τα του Χριστού μου| την των νεκρών ανάστασιν, τους ασθενείς υγείαν, (παραλ. 3 στ.) παρπατησιάν της θάλασσας και άλλες προφητείες Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 284· γ) (μεταφ. προκ. για τις ακτίνες του ήλιου) πορεία, διαδρομή: Ακτίνα τ’ ουρανού χαριτωμένη,| οπού με τη φωτιά σου τη μεγάλη| σ’ όλη χαρίζεις φως την οικουμένη·| τον ουρανό στολίζει ’ς μια κι εις άλλη| μερά κι όλη τη γη η πορπατηξά σου| δίχως ποτέ τη στράτα τση να σφάλει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. δ́ 715. 2) α) Ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο περπατά κανείς, περπατησιά: είχε (ενν. ο Αίσωπος) καμπούραν εις την ράχην ... και η περπατησία του ήτον σκυπτή και καμπουριασμένη Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6128· (σε παρομοίωση): περιπατησίαν εύμορφην (ενν. είχεν η Σεμίραμις), ωσάν το περιστέριν Διήγ. Αλ. Σεμίρ. B 13· (εδώ προκ. για άλογο): εγώ να γένω άλογον, και το άλογον εκείνο| να ένι εις πλάσιν εύμορφον και εις περπατησίαν,| να δάζει ως ένι ο ποταμός, γοργόν ως η σαΐτα Λίβ. Sc. 1690· β) παράστημα, κορμοστασιά: το κάλλος του προσώπου της και το κορμίν της όλον,| το βάδισμα, το κίνημα και την πορπατηξιάν της Βέλθ. 614· Μα ’δα θ’ αρχίσω να παινώ πλήσα την ομορφιά ντου| να ρέγομαι τα ήθη του και την πορπατηξά ντου Πανώρ. Έ 96. 3) Βήμα: Η άργητα δεν έσωνε ’ς τούτην την συντροφίαν| που σύρνει την περπατησιάν, με τόσην παρρησίαν Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ 1677. 4) (Μεταφ.) τρόπος ζωής: να κατευοδώσεις τες περπατησίες μας με το άγιόν σου Πνεύμα Χριστ. διδασκ. 437. — Βλ. και περιπάτημα.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης