Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 112 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Ημερολ.

  • άγουρος (Ι),  
    επίθ., Μαχ. (Dawk.) 26, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 40, Πιστ. βοσκ. (Joann.) II 5, 29, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ά́ 426· άγγουρος, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 2, 131· άγωρος, Ημερολ. 65.
    Από το αρχ. επίθ. άωρος. Βλ. και άγουρος ο. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Βλ. και Du Cange.
    1) Που δεν έχει ωριμάσει (προκ. για καρπούς) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): κι εμείς καταλυούμεν τους καρπούς άγουρους Μαχ. 26· είχεν (ενν. το κλωνάρι) και ολίγες ελιές άγουρες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 98r. 2) Που σχετίζεται με την παιδική ή τη νεανική ηλικία, μη ώριμος: Στους χρόνους σου τους άγουρους, καθώς θωρώ, σου μέλλει νά ’βρεις μεστό το πωρικόν Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ 426.
       
  • άκληρος,  
    επίθ., Ασσίζ. (Σάθ.) 5436-7, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 135 οα΄, οβ΄, ογ΄· άκλερος, Μαχ. (Dawk.) 40429.
    Το αρχ. επίθ. άκληρος. Η λ. και σήμ. κοιν. και σε ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ). Για τον τ. άκλερος, που και σήμ. (ΙΛ, λ. άκληρος), βλ. Παντ., Φωνητ. Κύπρ. 14, και Σακ., Κυπρ. Β΄, λ. άκλερος.
    α) Που αποκλείεται από την κληρονομική μερίδα που του ανήκει (Πβ. Preisigke-Kiessling στη λ. 2. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Περί αποκλήρων παιδίων, οπού τα κάμνουν οι γονείς τους άκληρα. Ότι από ποίας αιτίας γίνονται Βακτ. αρχιερ. 135 οα΄· β) που δεν κληρονόμησε τίποτα: αν σε λάχει το κοινόν, άκληρα τα παιδία σου Ημερολ. 57. — Πβ. και ακληρονόμητος.
       
  • βαρυχειμωνία  
    η, Λίβ. P 802, Λίβ. Esc. 1104, Λίβ. N 957, Ημερολ. 63.
    Από το επίθ. βαρύς και το ουσ. χειμώνας. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βαρυχειμωνιά).
    Βαρύς χειμώνας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βαρυχειμωνιά): Διά του καιρού θερμαίνομαι την βαρυχειμωνίαν Λίβ. N 957.
       
  • βαρώ,  
    Σπαν. A 369, Μανασσ., Χρον. 80, Καλλίμ. 2283, Εβρ. ελεγ. 164, Πόλ. Τρωάδ. 452, Ερμον. Η 241, Χρον. Μορ. H 4766, Χρον. Μορ. P 482, Αρμεν., Εξάβ. Β΄ 468, Σατιρ. ποίημ. 1, Rechenb. 573, 6, 7, Μαχ. 7617, 46219, Δούκ. 34515, Θησ. Ζ΄ [884], Γεωργηλ., Βελ. 750, Αλεξ. 839, 841, 964, 1346, 1864, 1876, 1892, 2716, Αλφ. (Μπουμπ.) II 44, Συναξ. γυν. 758, 988, Κορων., Μπούας 51, 79, 99, Φαλιέρ., Ιστ. V 25, 381, Φαλιέρ., Ενύπν. 31, Τριβ., Ταγιαπ. 102, Αιτωλ., Μύθ. 133, Χρον. 314, Χρον. σουλτ. 8513, 9935, Παϊσ., Ιστ. Σινά 340, Δωρ. Μον. XIX, XXX, Κυπρ. ερωτ. 742, 9413, Φαλλίδ. 61, Παλαμήδ., Βοηβ. 615, 1040, 1332, Σταυριν. 171, 637, 1036, Έγγρ. του 1616 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 2924), Ιστ. Βλαχ. 181, 824, 2090, Ερωτόκρ. Α΄ 755, Β΄ 1590, 1675, 1979, Γ΄ 101, Δ΄ 515, Ευγέν. 500, 1359, Συναδ., Χρον. 31, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1281], Γ΄ [123, 135], Λίμπον. 375, 377, Χριστ. διδασκ. 49, Ζήν. Δ΄ 386, Διακρούσ. 6950, 7824, 8524, 28, 1017, 10413, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15211, 2263, 2666, 42228, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 404· αόρ. (ε)βάρηκα, Κορων., Μπούας 126, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 446, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20521· (ε)βάρησα, Χρον. Μορ. P 4022, Κορων., Μπούας 93, 104, 121, Χρον. σουλτ. 3235, 4124, 5222, Σταυριν. 1087.
    Το αρχ. βαρέω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    I. Ενεργ. Α´ (Μτβ.) 1) α) Πιέζω με το βάρος (μου) (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. Ι1 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1α): Ο έχων τα ανώγεα τοις ιδίοις επικτίζει όσον θέλει, μη βαρών, μέντοι τα κατώγεα υπέρ δύναμιν Αρμεν., Εξάβ. Β΄ 468· (μεταφ.): Πόθε, σου νιώθεις, και μ’ εσέν θλιβούμαι| πόσον βαρεί ζημιά μου Κυπρ. ερωτ. 9413· β) (προκ. για χρέος) επιβαρύνω (Βλ. L‑S, λ. βαρέω Ι1): ως χρέεσι βαρούμενον οία δεσμοίς αφύκτοις Μανασσ., Χρον. 3450· Ο μηνυτής βαρείται ταις αποδείξεσι και ουχ ο καταμηνυόμενος, πόθεν έχει Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 53· γ) (μεταφ.) ενοχλώ, λυπώ, στενοχωρώ (Πβ. τη μτγν. σημασ., L‑S, ό.π. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Ι1γ): Σβέσε την φλόγαν την πολλήν και την φωτίαν την τόσην,| που ξάναψε την πεθυμίαν, όπου πολλά βαρεί με Θησ. Ζ΄ [884]· Τι σας βαρούν οι λόγοι μου και σφάζουν την καρδιάν σας; Γεωργηλ., Βελ. 750· Τι να σε λέγω τα πολλά και να βαρώ το νου σου; Χρον. Μορ. P 482. Βλ. και βαρυκαρδίζω, βλάπτω Α4. 2) α) Κτυπώ, πλήττω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2α): Δούλε μου, βάρ’ την πόρτα αυτή του παλατιού Ευγέν. 1359· από την πίκρα του εβάρησε το κεφάλι του εις τον τοίχο και απόθανε Χρον. σουλτ. 4124· Αν και βαρείς στη χέρα σου, στο ’να δαχτύλι μόνο Ερωτόκρ. Δ΄ 515· ο καθεείς ...| άρπαξε ραβδί να του βαρέσει Ιστ. Βλαχ. 824· βλ. και βαρύνω Ι4, βαρώ ΙΑ6α, βροντώ Β1, κρούω· (προκ. για οσμή) «κτυπώ»: οσμή βαρέα μου εβάρυσεν Ημερολ. 46· β) επιτίθεμαι: Στο πρώτον που εβαρέσασιν επέσαν εκ τους Φράγκους| καλά το τρίτον απ’ αυτούς Χρον. Μορ. H 4766· εις τη μπροστέλα βάρησεν απάσης της στρατίας Κορων., Μπούας 121. Βλ. και βιστίρω, βιστιρώ 1. 3) Φρ. βαρώ τουφεκιά, λουμπάρδα = πυροβολώ (Βλ. ΙΛ στη λ. Α6): Γιανίτσαροι εκτίσανε τριντζέρες κι εβαρούσαν| μέσα στην χώραν τουφεκιές Τζάνε, Κρ. πόλ. 15211· Δώδεκα μερονύκτια λουμπάρδες εβαρούσαν Κορων., Μπούας 99. Βλ. και απολύω Α16 φρ., αρκομπουζάρω. 4) Φρ. βαρώ πόλεμο = πολεμώ: έξω στον κάμπον στέκασι και πόλεμον βαρούσαν Αλεξ. 1864· αυθέντης ο Μερκούριος με τον στρατόν βαρούσαν| εκ τ’ άλλο μέρος πόλεμον Κορων., Μπούας 79. Βλ. και αντιμάχομαι 1, αντιμαχώ, άρμα (Ι) 1 φρ., μαλώνω, μάχομαι. 5) Πετυχαίνω κάπ. (στο σημάδι): σαϊτιές ερίκτα να του δώσουν (παραλ. 1 στ.). Τότες δεν του βαρήκασι Τζάνε, Κρ. πόλ. 20521· 6) α) (Προκ. για αντικ. που εκπέμπουν ήχους) σημαίνω, χτυπώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2α): εις τους χρόνους ͵αρμθ΄ έκτισαν το καμπανέλι, οπού βαρούν τες καμπάνες Χρον. 314· β) παίζω μουσικό όργανο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α13): βαρούσαν τα τουμπάκια Τριβ., Ταγιαπ. 102. Βλ. και ακροπαίζω, σονάρω. Β´ (Αμτβ.) 1) Έχω βάρος, ζυγίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1α): θαρρούσαν κι είχε κάτι,| ότι εβάριε περισσά Αιτωλ., Μύθ. 133· οτόσον ασήμιν έχουν τα καρτζά τα κδ́ όσον βαρεί το γρόσιν το αργυρόν Μαχ. 7617· του γενέσθαι πτώσιν ενός λίθου βαρούντος λίτρας μιας Δούκ. 34515· (μεταφ.): Ω πόσον λίγο που βαρεί, λίγον μυαλό βασταίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1281]. 2) Ισοδυναμώ, αξίζω (Για τη σημασ. βλ. Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 282): βαρεί τσικίνια εννέα Έγγρ. του 1616 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 2924). 3) Παράγω ήχο, κροτώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β9): σαν βούκινο βαρέσει,| τότε να κάμει πασαείς εκείνο που μπορέσει Αλεξ. 839. II. Μέσ. Α´ (Αμτβ.) 1) Δυσανασχετώ (Η σημασ. και σε έγγρ. του 15. αι., Laurent, Trisépiscopat Matthieu Ιer και σήμ., ΙΛ στη λ. Γ1α): ουκ εποίσαμεν θυσίας| κι ένεκεν τούτου βαρείται Ερμον. Η 241. Βλ. και βαρυγγωμώ. 2) Στενοχωρούμαι (Βλ. ΙΛ στη λ. Γ1δ): Αν τύχει να κακίζουσιν τινές και να βαρούνται Καλλίμ. 2283. Βλ. και βαριούμαι Ι2. B´ (Μτβ.) δεν ανέχομαι (κάπ.) (Βλ. ΙΛ στη λ. Γ1β): οι δε καλοί βαρούνται σε ως άχρηστον την γνώμην Σπαν. A 369. — Βλ. και βαρίσκω, βαρυγγωμώ, βαραίνω.
       
  • γάλα  
    το, Κρασοπ. 60, Μανασσ., Χρον. 1589, 4032, Έκφρ. ξυλοκ. 1620, Ιερακοσ. 3962 (δοτ. γάλατι), 40825 (γεν. γάλατος), Ορνεοσ. αγρ. 5434 (δοτ. γάλατι), Διγ. (Trapp) Gr. 2885, 3165, Ερμον. Β 256, Βίος Αλ. 1578 (γεν. γαλάκτου), 1704, 4729, Διήγ. παιδ. 132, Φλώρ. 829, Λίβ. P 740, Λίβ. Esc. 1034, Λίβ. N 457, Δούκ. 20510, Θησ. Ι΄ [905], Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 391, Σαχλ., Αφήγ. 31, Συναξ. γυν. 1197, Πεντ. Γέν. XLIX 12, Έξ. III 8, 17, XXIII 19, XXXIV 26, Λευιτ. XX 24, Δευτ. VI 3, XIV 21, Βίος γέρ. V 446, Αχέλ. 1001, Ερωφ. Ε΄ 301, Ερωτόκρ. Α΄ 2120, Γ΄ 91, 1228, 1584, Δ΄ 409, Ε΄ 412, Θυσ.2 398, Στάθ. Β΄ 80, 135, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ΄ [2], Τζάνε, Κρ. πόλ. 5592· γάλαν, Μαχ. 3219, 49421· γάλας, Διήγ. παιδ. 597, Ημερολ. 94.
    Το αρχ. ουσ. γάλα. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Για τον τ. γάλας βλ. και Kahane, BZ 66, 1973, 10.
    1) Γάλα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): Είμαι ποιμήν και πρόβατα ποιμαίνω διά το γάλα Λίβ. P 740· Ακόμη μες στο στόμα μου είν’ τω βυζώ το γάλα Ερωτόκρ. Δ΄ 409· Το χρώμα των μαλλίων της ήτον ωσάν το γάλα Λίβ. N 457. 2) (Μεταφ.) (με τη λ. μέλι ή τις λ. μέλι και δροσιά) χαρά, ευτυχία: άμε και να ’ν’ η στράτα σας γάλα, δροσές και μέλι Θυσ.2 398· η πρίκα να γυρίσει,| μέλι και γάλα να γενεί να σας παρηγορήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 5592· πάτε να βρείτε στη φλακή το μέλι και το γάλα Ερωτόκρ. Ε΄ 412. 3) Φρ. Ρέω γάλα και μέλι = παρέχω πλούσια αγαθά (Η χρ. μτγν., Bauer, Wört. στη λ. 1): η γης ρεγούσα γάλα και μέλι Πεντ. Δευτ. VI 3. 4) Φρ. ποτίζω (κάπ.) το μέλι και το γάλα = γίνομαι πηγή ευτυχίας (για κάπ.): ανέβηκε τη σκάλα| εκείνης που τον πότιζε το μέλι και το γάλα Ερωτόκρ. Α΄ 2120. 5) Ο οπός της συκιάς (Βλ. και Steph., Θησ.) σε χρ. παροιμιακή προκ. για ανύπαρκτη συγγένεια (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2· βλ. και Βαγιακ., Αφ. Τριαντ. 1960, 75): από της συκέας το γάλα| εξάδελφον τον λέγει μεγάλα Συναξ. γυν. 1197.
       
  • γιρλάντα  
    η, Ερωφ. Ιντ. α΄ μετά στ. 164· γριλάντα, Ημερολ. 99.
    Το ιταλ. ghirlanda. Ο τ. με μετάθεση (Βλ. Eideneier, Ελλην. 31, 1979, 409). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Ταινία, στεφάνι από άνθη (Βλ. Παπατριανταφύλλου-Θεοδωρίδη Ν., Ελλην. 25, 1972, 426-7· η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): απέκεις φέρουσι μία φορεσιά λασίβα και γιρλάντα και στολίζουν τονε Ερωφ. Ιντ. α΄ μετά στ. 164.
       
  • γνέθω (I),  
    Δεφ., Λόγ. 688, Ιστ. Βλαχ. 707· νέθω, Ημερολ. 81, Άνθ. χαρ. 2973.
    Από συμφ. των αρχ. νέω και νήθω (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Γνέθω, κλώθω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): μόνε (ενν. οι γυναίκες) να ’πιχειρίζονται την ρόκα και λινάρι,| να κάθονται στο σπίτι τους να γνέθουν, να κεντούσι Ιστ. Βλαχ. 707· ήφερέν τον εις τόσον ότι ένδυσέν τον γυναίκεια ρούχα και έποικέν τον και ένεθεν και τη ρόκα και έσυρέν τον όπου ήθελεν εκείνη Άνθ. χαρ. 2973.
       
  • γούνα  
    η, Ασσίζ. 24211, 49312, Διήγ. παιδ. 177, Σατιρ. ποίημ. 5, Λεξ. II 158, Λίβ. P 799, 2792, Λίβ. Esc. 323, 1100, Λίβ. N 462, 954, Ημερολ. 60.
    Πιθ. από το λατ. gunna (Βλ. Χατζ., Ξέν. στοιχ. 40) ή από το σλαβικό guna (Βλ. Mor. [Πορφυρογ., Προς Ρωμαν. σ. 318]). Η λ. στον Πορφυρογ., Προς Ρωμαν. 154 και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Δέρμα ζώου (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): έναι και σκύλος κυνηγός και να σε κυνηγήσει,| τινάξει και την γούναν σου, να κόψει την οφρύν σου Διήγ. παιδ. 177. 2) (Συνεκδ.) επανωφόρι από γούνα ή με υπένδυση γούνινη (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): ρούχον πανευμορφώτατον εφόρει αποκάτω| χρυσόν άσπρον ... επάνω μετά γούνας Λίβ. N 462.
       
  • γρήγορος,  
    επίθ., Γλυκά, Στ. Β′ 35, Δούκ. 394, Μαρκάδ. 216· γλήγορος, Διγ. Z 1744, Διγ. (Trapp) Esc. 679, Πουλολ. Αθ. 495, Περί ξεν. A 358, Αχιλλ. (Haag) L 373, Πεντ. Αρ. XXXII 17, Αιτωλ., Μύθ. 555, Χίκα, Μονωδ. 158, Διγ. Άνδρ. 3204, 3433, 34417, Ερωτόκρ. Α΄ 1207, Β΄ 703, 1157, Δ΄ 1703, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1675], Ζήν. Α΄ 143· εγλήγορος, Αχιλλ. L 353, 1283, Χρον. Τόκκων 2441, Ξόμπλιν φ. 129v· εγρήγορος, Ερμον. Ε 175, Ημερολ. 73, Σκλέντζα, Ποιήμ. 313, Νεκρ. βασιλ. 43· ογλήγορος, Χρον. σουλτ. 2914, 14411, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 416, 421, Παλαμήδ., Βοηβ. 546, Ερωτόκρ. Β΄ 1051, Ροδολ. Ε΄ [122, 431], Ζήν. Ε΄ 346· συγκρ. γληγορύτερος, Μορεζίν., Λόγ. 467, Ερωτόκρ. Α΄ 1326, Δ΄ 1090.
    Το μτγν. επίθ. γρήγορος (Sophocl.). Η λ. και ο τ. γλήγορος και σήμ. (Δημητράκ.). Ο τ. ογλήγορος και σήμ. στην Κρήτη (Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 531]).
    1) α) Ταχύς, ευκίνητος, σβέλτος (Βλ. Sophocl. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): Τα γληγορύτερ’ άλογα και δυνατά διαλέγει Ερωτόκρ. Α΄ 1326· εκείνος ήτον γλήγορος κι απάνω του εκατέβην Διγ. (Trapp) Esc. 679· έστειλε ... ταχυδρόμους ογλήγορους Χρον. σουλτ. 14411· β) (προκ. για το νου) εύστροφος: ήτον γλήγορος εις τον νουν Διγ. Άνδρ. 3433· γ) (προκ. για μάτι) ζωηρός: μάτι γοργόν και γλήγορον Διγ. Z 1744· δ) (προκ. για ποτάμι) ορμητικός: ως ποταμός εγλήγορος τα δάκρυα τους ετρέχαν Αχιλλ. L 1283. 2) Βιαστικός: Παρά πολλά είσαι γλήγορος και πλήσια σπούδαν έχεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1680]. 3) Πρόθυμος: συ, άγιε Νικόλαε, γρήγορος βοηθός μου Μαρκάδ. 216· εσύ η ογλήγορη βοηθός, σπούδαξε εις την βοήθειάν μου Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 416. 4) Ζωηρός, δραστήριος: Αλλ’ ω πώς η γληγορωτάτη φύσις μένει ακίνητος! Χίκα, Μονωδ. 158.
       
  • δαμινός,  
    επίθ., Ερωτόκρ. Β΄ 708, Γ΄ 582, Στάθ. Β΄ 36, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 157.
    Από το επίρρ. δαμίν και την κατάλ. ‑ινός (Βλ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 536]).
    Ασθενικός, αμυδρός: κι αν ήσυρε και δαμινή φωνή, δεν εγροικήθη Ερωτόκρ. Β΄ 708· ει τις με βλέπει (ενν. εμένα τον Σεπτέμβριο) δαμινόν, τον Μάην ας με ρωτήσει Ημερολ. 13. Το ουδ. ως επίρρ. = λίγο: αϊλί τον χριστιανόν τόν βοηθούν οι Τούρκοι·| αν βοηθήσουν δαμινόν, ύστερα πνίγουσίν τον Χρον. Τόκκων 426.
       
  • διψώ, 
    Προδρ. III 412g (χφφ gVCSA) (κριτ. υπ.), Κρασοπ. 66, Μανασσ., Χρον. 4, 5311, 6227, Ερωτοπ. 557, Λίβ. Esc. 1065, 2682, 3411, Λίβ. N 923, 924, 3032, Σκλέντζα, Ποιήμ. 617, Συναξ. γυν. 294, 724, Πεντ. Έξ. XVII 3, Αιτωλ., Μύθ. 401, 511, 1191, Χρον. σουλτ. 3937, Ιστ. Βλαχ. 299, 2256, 2260, 2618, Διγ. Άνδρ. 36733, 37521, Ερωτόκρ. Γ́ 2· εδιψώ, Ερωτοπ. 557· μτχ. διψασμένος, Σκλέντζα, Ποιήμ. 628, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 619, Πεντ. Δευτ. XXIX 18, Ρίμ. θαν. 108, Αχέλ. 1095, Θρ. Κύπρ. M 271, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1718, Ερωφ. Ιντ. ά́ 175, Β́ 333, Γ́ 83, Ιστ. Βλαχ. 2253, 2806, Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 256, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [434], Έ́ [453], Διγ. O 2301, Διακρούσ. 10626, Τζάνε, Κρ. πόλ. 38412.
    Το αρχ. διψάω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    α) (Αμτβ.) διψώ (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. διψάω 1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): «Περιστεράκι δίψησε …» Αιτωλ., Μύθ. 1191· όταν διψάσει διά νερό Συναξ. γυν. 294· από την κάψαν την πολλήν περίσσα διψασμένοι Διακρούσ. 10626· β) (μεταφ.) (μτβ. και αμτβ.) επιθυμώ πολύ, ποθώ (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. διψάω 2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4): ο βαθυγνώμων Φώτιος, αεί διψών τον θρόνου Μανασσ., Χρον. 5311· την σωτηρίαν μας διψάς και την γυρεύεις Ιστ. Βλαχ. 2618· διότι εδιψούσανε να πάγουν στην Ουγγρίαν Ιστ. Βλαχ. 299. γ) προκαλώ δίψα: πολλά διψά το κάμα Ημερολ. 117.
       
  • δρεπάνι(ν) 
    το, Λίβ. P 758, Λίβ. N 914, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2526, Αλφ. (Μπουμπ.) II 16, Ερωτόκρ. Β́ 361, Λίμπον. 327, 519, Διακρούσ. 8929, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16723, 1938, 52618· δερπάνι, Πεντ. Δευτ. XVI 9, XXIII 26· δραπάνι, Λίβ. Esc. 1055, Ερωφ. Πρόλ. Χαρ. 2, Χίκα, Μονωδ. 97, Ευγέν. 696, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13824· δραπάνιν, Ροδολ. Έ́ [441]· δρεπάνιν, Ημερολ. 113.
    Το μτγν. ουσ. δρεπάνιον. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.). Ο τ. δραπάνι στο Βλάχ. (λ. δραπάνι) και σήμ. (Ανδρ., Λεξ., λ. δραπάνι και Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 235).
    Θεριστικό κοφτερό εργαλείο, δρεπάνι (Η σημασ. στο Βλάχ., λ. δραπάνι και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1 και 2): δερπάνι μη υψώσεις ιπί την καλαμιά του σύντροφού σου Πεντ. Δευτ. XXIII 26· το έναν του χέρι (ενν. του Ιουλίου) να κρατεί δρεπάνιν να θερίζει Λίβ. N 914· (μεταφ.) έκφρ. το δρεπάνι του Χάρου = θάνατος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): υπήντησες κι εσύ στερρά του Χάρου το δρεπάνι Λίμπον. 519.
       
  • ειδέα 
    η, Δούκ. 3215· ειδέα τα, Ημερολ. 2.
    Το αρχ. ουσ. ειδέα.
    1) Είδος: ήσαν ουν νήαι … συνάγουσαι εκ πάντων των χρειωδών … κριθών και πάσης άλλης ειδέας οσπρίων Δούκ. 3215. 2) Μορφή, όψη: Σεπτέμβριος άνδρας και αυτός, εύμορφος την ειδέαν Ημερολ. 4.
       
  • ειλητάριον 
    το· ’λητάρι(ν), Λίβ. P 14, Λίβ. Esc. 5, 3566, Λίβ. N 40, Σαχλ., Αφήγ. 140, 337.
    Από το επίθ. ειλητός και την κατάλ. ‑άριον (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 137). Η λ. τον 6. αι. (L‑S). Ο τ. ’λητάριν και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex.).
    1) Σχοινί, λουρί με το οποίο έδεναν τα σκυλιά (Η σημασ. και σήμ. σε ιδιώμ., Andr., Lex. Βλ. και Παπαδ. Α., Λεξ., λ. λητάριν): φαρίν εκαβαλίκευεν, εβάσταζε γεράκιν| και οπίσω του εκολούθησε σκυλίν με το ’λητάριν Λίβ. N 40. 2) Σπάγγος: αρμαθούς (ενν. με σύκα) εσκεύαζεν (ενν. ο Αύγουστος) με πλάκας και ’λητάρια Ημερολ. 139.
       
  • εξαγριαίνω. 
    Το αρχ. εξαγριαίνω. Η λ. και στο Βλάχ. (λ. ξαγριεύγω).
    (Μεταφ.) οξύνομαι (Πβ. τη μτγν. σημασ., L‑S στη λ. II. Βλ. και τη σημασ. στο Βλάχ. (λ. ξαγριεύγω): το πάθος εξηγρίαινε καθ’ ημών Χορτασμ., Ημερολ. 246.
       
  • έτσι,  
    επίρρ., Φλώρ. 749, Αλεξ. 1370, 1881, 2258, Πικατ. 470, Πένθ. θαν.2 506, Πεντ. Γέν. XI 9, Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 20, Ιστ. πατρ. 8111, 9816, 1375, Δωρ. Μον. XVIII, Κυπρ. ερωτ. 217, 347, Ερωφ. Αφ. 58, Α΄ 66, 471, 541, Ιντ. β΄ 83, γ΄ 79, Δ΄ 219, Σταυριν. 716, Ιστ. Βλαχ. 983, 1515, Σουμμ., Ρεμπελ. 19213, Διγ. Άνδρ. 33130, Ερωτόκρ. Α΄ 119, 164, 515, 595, 1087, Β΄ 424, 768, Ροδολ. (Μανούσ.) Α΄ [705], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [425], Τζάνε, Κρ. πόλ. 10913, 3218 κ.π.α.· έτις, Χούμνου, Κοσμογ. 1423, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 605, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 397, 400, 436, Έγγρ. του 1617 (Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 3, 1972, 283)· έτσε, Ερωτοπ. 160, 501, 554, Αχιλλ. L 364, 445, 654, 775, 940, 1009· έτσου, Κυπρ. ερωτ. 216, 6923· ίτις, Βεν. 11, Χούμνου, Κοσμογ. 242, 860, 980, 1387, Σκλέντζα, Ποιήμ. I36, Καραβ. 4929, 49620, Σαχλ., Αφήγ. 443, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 5, 41, 259, 373, 630, 633, 635· ίτους, Ημερολ. 39· ίτσι, Ιμπ. 430, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 543 (κριτ. υπ.), Έγγρ. του 1565 (Ευαγγελάτος, Θησαυρ. 7, 1970, 218, 219), Διγ. O 2694, Τζάνε, Κρ. πόλ. 32618· ίτσου, Ασσίζ. 17828, 20426, 4218, 4323, 4776 Μαχ. 24, 437, 626, 1211, 5429, 7233, 17218, 25210, 31422, 32219, 39827, 40236, 43428, 43624, 5502, 66019, Βουστρ. 417, 430, 436, 454, 498, 532, Δαρκές, Προσκυν. 47, Αλφ. 1027, Κυπρ. ερωτ. 164, 9, 462, 685, 784, 7910, 9712, 9921, 10119 κ.π.α.
    Για τη λ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 591. Ο τ. έτσου και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 545). Η λ. και σήμ.
    1) (Με ρ. και ενδεχόμενη συνοδεία των ως, καθώς, ως γιον, κλπ.) (τροπ.) έτσι, με τον ίδιο τρόπο (Η σημασ. και σήμ.): έτσι τ’ αποφάσισε της ερωτιάς η κρίση Ερωτόκρ. Α΄ 1184· τους αγούρους του έκραξεν, έτσε τους συντυχαίνει Αχιλλ. L 731· έτσε τους εσυνέτριβεν ως φάλκονας περδίκιν Αχιλλ. L 66· έτσι εστέκετον καθώς τες ζωντανές γυναίκες Ιστ. πατρ. 12010· διατί ίτσου ως γιον δεν ημπορεί ο άνθρωπος να ζήσει χωρίς τα τέσσερα στοιχεία, ίτσου δεν ήθελεν εμπορήσει ν’ απαντήσει χωρίς γυναίκας Άνθ. χαρ. 29230· έκφρ. (προκ. για κίνηση κεφαλής) έτσι και έτσι = δεξιά και αριστερά, ολόγυρα: έγνεψε έτσι και έτσι και είδεν ότι δεν είναι ανήρ Πεντ. Έξ. II 12. 2) (Με ουσ. ή επίθ. και επόμενο το ωσάν) τόσο … όσο, και … και: ηξιώθησαν εις μεγάλες αξίες έτσι εκκλησιαστικές ωσάν και αυθεντικές Μορεζίν., Λόγ. 470· Τη νιάκαρην έπαιζαν και ταμπούκι,| ξυπνώντας πάσα ένα παλληκάρι,| έτσι πεζόν ωσάν και καβαλάρη Λεηλ. Παροικ. 36. 3) α) Εξαιτίας αυτού του γεγονότος: Περί ψευδοϊερέων οπού δεν έλαβαν χειροτονίαν και έτσι λαϊκοί ανίεροι περιπατούν και γελούν τον κόσμον και βαπτίζουν παιδία Βακτ. αρχιερ. 188· β) (επιτατ.) τόσο, τόσο πολύ: κόρη μας, τ’ έχεις κι έτσι φωνάζεις; Διγ. O 105· ευρίσκοντάς τους ο βασιλεύς έτσι στερεούς εις την ευσέβειαν Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 148· το δεντρό οπού ’καμε αθό έτσι μυρισμένο Ερωτόκρ. Α΄ 703· έτσι ψηλά να σώσω Ερωτόκρ. Β΄ 155. 4) Σύνδ. α) μόλις: έτσι τον εσιδέρωσε, στον Δρύστορον τον φέρει Ιστ. Βλαχ. 1293· β) (συμπερασμ.) γι’ αυτό, επομένως: λόγον ως τη σήμερο λογιάζω ψοματένιο| να μη μου γροίκησε ποτέ· κι έτσι ας χαλινώσει| τη μάνητα και το θυμό Ερωφ. Δ΄ 461· τούτος ο νιος μας ’ρίζει σήμερο, κι έτσι σιμώσετέ του| κι ως βασιλιού τα πόδια του κλιτά φιλήσετέ του Ερωφ. Ιντ. α΄ 137· γ) (με ακόλουθο το να) στην περίπτωση που …, αν: έτσι να ήτον τίποτες πράγμαν πολλά μεγάλον,| εμένα επιβουλεύουσου, μ’ έχανες εκ τον κόσμον Ιμπ. 147· δ) (με προηγούμενο το και, με επόμενο το (ω)σάν) παρόλο που, αν και: Δουλειάν, κανίσκι ή εγγαρειά, ουδέν έναι κρατημένος| να επάρει από άνθρωπον τινά, και ίτις έναι ομοσμένος Σαχλ., Αφήγ. 359· όλοι μικροί μεγάλοι τε για να τονε τιμήσουν| στην τόλμην γαρ τήν έποικεν και την πολλήν ανδρείαν,| ίτις παιδί σαν ήτονε, και την παλληκαρίαν Ιμπ. (Legr.) 142. 5) (Σε επιθ. χρ.) τέτοιος: Αρρωστημένοι φεύγασι στες στράτες αποθαίναν κι ουδέ τινάς τους έθαπτε, μόνον έτσι εμέναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2368. 6) α) (Σε θέση δεικτ. αντων.) Τέτοιος, τέτοιας λογής (Η χρ. και σήμ. στην Κρήτη και την Κύπρο, Κονομής, Κρ. Χρ. 7,1953, 156): έτσι χάρη| να ’χει δεν ημπορεί παρά βασιλικό κλωνάρι Ερωφ. Ε΄ 353· Δρακόμαχος εκράζετο κι έτσ’ ήτον τ’ όνομά του Ερωτόκρ. Β΄ 249· β) (σε θέση σύστ. αντικ. με δεικτ. αντων.): επαράγγειλέ τους έτσι: ότι «ειπέτε του βασιλέως Ιουστινιανού … να κτίσει την Αγίαν Σοφίαν» Διήγ. Αγ. Σοφ. 1543. 7) α) (Καταφατ.) ναι, μάλιστα: Κι έχεις το τούτο θαρρετό; — Ίτις, πιστεύγω να ʼρθει Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 317· β) (επεξηγ.) δηλαδή: εξακόσα ζα, έτσι πρόβατα, αιγίδια, αρνιά, χοίρους Κατά ζουράρη 155. 8) Μακάρι, είθε (Βλ. Ανδρ., Σημασ. εξ. 93): Ο δε ιερεύς ελάλει τους: «Ίτσου να σας βουηθήσει ο Θεός!» Μαχ. 51430.
       
  • ζεύω, 
    Ημερολ. 30, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙϚ́́́ [88].
    Από τον αόρ. του ζευγνύω (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 287). Η λ. και σήμ.
    Ζεύω: άφνω απόθαναν οι ταλαίπωροι και όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά και βόδια οπού είχαν ζεμένα Διήγ. πανωφ. 60· (μεταφ.): δεύρο, δάμαλις η εμή, ήν έζευξεν ο έρως,| την οδόν διανύσομεν Διγ. (Trapp) Gr. 1718.
       
  • ήχος 
    ο, Διγ. (Trapp) Gr. 1750, 1781, Διγ. Z 857, 2888, Ερμον. Η 188, Βίος Αλ. 4585, Αργυρ., Βάρν. K 440, Δούκ. 22319, Δεφ., Λόγ. 63, Αχέλ. Πρόλ. 4, Διγ. Άνδρ. 4035· ηχός, Λόγ. παρηγ. L 176, 358, Διγ. (Trapp) Esc. 910, 1140, Λίβ. P 646, Λίβ. Esc. 933, Λίβ. N 796, Θησ. Δ΄ [731].
    Το αρχ. ουσ. ήχος. Η λ. και σήμ.
    α) Ήχος: άμα ακούσετε τους ήχους των βουκίνων Αχιλλ. N 255· Τι να ποιήσεις, ω ψυχή, όταν φωνιάξει η σάλπιγξ;| Εκείνον λέγω τον ηχόν τον φοβερόν και μέγαν Ντελλαπ., Υπομν. 19· εις τον ηχόν τον έμνοστον κι εις την φωνήν εκείνην| Ακρίτας εσηκώθηκε που ’τον φυλακωμένος Θησ. Γ΄ [111]· β) θόρυβος: πάμπολλα κωδωνίτσια και ήχος ετελείτο Διγ. (Trapp) Gr. 1186· εκ τόπου δε κινούμενος ήχον βροντής ετέλει Διγ. Z 2831. Έκφρ. κατά ήχου = σύμφωνα με το ρυθμό, μελωδικά: ωραίον τραγούδιν έλεγεν και κατά ήχου το υπάγει Ημερολ. 89.
       
  • θερμασία 
    η, Σταφ., Ιατροσ. 14396, Κυνοσ. 5991, Ημερολ. 130, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 8114.
    Το αρχ. ουσ. θερμασία. Τ. θερμασέα και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Τ. θερμασιά στον Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 759.
    1) Θερμότητα: οι ακτίνες του ηλίου χάνουν την θερμασίαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 917. 2) Πυρετός: Αντίδικον έχω εγώ ο δείνα την θερμασίαν και αϋπνίαν Σταφ., Ιατροσ. 12330.
       
  • ιλαρώνω, 
    Ημερολ. 97.
    Το μτγν. ιλαρόω.
    Κάνω κάπ. πρόθυμο, χαρούμενο: τον λαόν ιλάρωσαν να στέρξουν την κυράν τους Χρον. Τόκκων 1224.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης