Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 37 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Θρ. αλ.

  • αρχηγός  
    ο, Σπαν. A 282, Γλυκά, Αναγ. 34, Μανασσ., Χρον. 488, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 96, Καλλίμ. 26, Ασσίζ. 9318, 1151, Χρον. Μορ. H 1787, 4282, Χρον. Μορ. P 1806, Διήγ. παιδ. 1011, Διήγ. Βελ. (Cant.) 106, Λίβ. N 318, Θρ. αλ. 17, Σφρ., Χρον. μ. 1201, Έκθ. χρον. 5219, Κορων., Μπούας 146, Ιστ. πατρ. 1128.
    Το αρχ. ουσ. αρχηγός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Ηγεμόνας, κυβερνήτης (Πβ. L‑S στη λ. II2· και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): Όταν σε στήσουν αρχηγόν και λάβεις εξουσίαν,| καλούς ανθρώπους φρόντιζε να στήσεις συνεργούς σου Σπαν. A 282· βλ. και αυθέντης 1· β) ο επικεφαλής (Πβ. L‑S στη λ. II3· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1 β): τίνα να βάλωμ’ αρχηγόν κι αυθέντην των κατέργων; Διήγ. Βελ. (Cant.) 106. 2) Αυτός που εξουσιάζει, αφέντης, άρχοντας: Έρως, αυθέντα, βασιλεύ, δέσποτα γης απάσης,| των αναισθήτων αρχηγέ Λίβ. N 318. Βλ. και αμιράλης 2, αμιράς α, αρχίπους, αυθέντης 1, πρίγκιπας. 3) (Με αφηρημένες έννοιες, όπως: σοφία, μίσος) αυτός που έχει κ. σε μεγάλο βαθμό: Πώς δ’ ο του μίσους αρχηγός κηρύξω την αγάπην; Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 96.
       
  • άσκεπος,  
    επίθ., Θρ. αλ. 39.
    Το μτγν. επίθ. άσκεπος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Ακάλυπτος (Πβ. ΙΛ στη λ. 1): τα σώματα ιεραρχών και ιερέων άμα| άσκεπα, άταφα, δεινά, κόνιν μεμεστωμένα Θρ. αλ. 39.
       
  • ασύγκριτος (I), 
    επίθ., Κομν., Διδασκ. Δ 340, Σπαν. P 181 (έκδ. ασύγγνωστον· διορθώσ.), Σπαν. (Λάμπρ.) Va 358 (έκδ. ασύγγνωστον· διορθώσ.), Γλυκά, Αναγ. 267, Προδρ. IV 184, Καλλίμ. 927, 1660, Διγ. (Trapp) Gr. 1098, Διγ. Z 4145, Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 547, Διήγ. παιδ. 340, Λίβ. P 983, Λίβ. Sc. 1255, Αχιλλ. (Haag) L 59, Αχιλλ. N 107, 1594, 1680, Αχιλλ. O 70, Θρ. αλ. 47, Σκλέντζα, Ποιήμ. 734, Λίμπον. 508, Επίλ. 13, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 620.
    Το μτγν. επίθ. ασύγκριτος. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (ΙΛ).
    1) Που δε μπορεί να συγκριθεί (Βλ. L‑S στη λ. I2 και ΙΛ) α) απαράμιλλος, ασυναγώνιστος, ακατανίκητος: αλλ’ ίδε την ασύγκριτον του θεανθρώπου κρίσιν Προδρ. IV 184· να επαινέσω θέλω| τες ασυγκρίτους του αρετές, την άκραν του σοφίαν Λίμπον. Επίλ. 13· απαρηγόρητον κλαυθμόν, ασύγκριτον τον πόνον Λίμπον. 508· τις μη θαυμάσει μέγεθος Θεού των χαρισμάτων| και την αυτού ασύγκριτον δύναμιν μεγαλύνει; Διγ. (Trapp) Gr. 1098· ήτον απλώς ασύγκριτος εις έρωτα και κάλλος Αχιλλ. N 107· βλ. και ακατάμαχος, ανείκαστος 2α· β) ανώτερος (Από κάπ. η κ.): Χαίρου της Ρώμης βασιλεύ, … των εν τῳ κόσμῳ δυναστών ασύγκριτε των όλων Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 547· Υψηλοτέρα ουρανών, ασύγκριτε αγγέλων,| η άχραντος και καθαρά παρθένος Θεοτόκος Θρ. αλ. 47· Το δε εμόν (δηλ. κρέας) του ελαφιού ασύγκριτον υπάρχει Διήγ. παιδ. 340· γ) (προκ. για πρόσ.) υπέροχος, έξοχος: Εγώ δουλεύσω πάλιν| το σώμα το παράξενου της ασυγκρίτου κόρης Καλλίμ. 1660. Βλ. και αιθέριος. 2) Φοβερός (Βλ. και Lampe, Lex. στη λ. Α4): Πολλοί πανταχού οι χειμώνες, ασύγκριτα, λογιώτατε, τα ναυάγια Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 620· Πλούσιος δε και άλλον πτωχόν αν αδικεί εξαιρέτως,| κόλασιν έχει ασύγκριτον και τιμωρίαν μεγάλην Κομν., Διδασκ. Δ 340. Βλ. και αγριόθροος, ανήμερος 1β.
       
  • άτακτος,  
    επίθ., Σπαν. A 157, 254, Σπαν. B 158, Σπαν. V 159, Κομν., Διδασκ. Δ 199, Σπαν. V Suppl. 8, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 169, 267, Μανασσ., Αρίστ. I ε΄ 50 [= Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1027], Μανασσ., Χρον. 6154, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 576, Παράφρ. Μανασσ. 312, Ασσίζ. 10528, 17828, Διγ. (Trapp) Gr. 2046, 2731, Διγ. (Trapp) Esc. 1555, Διγ. Z 1772, 2265, 2672, 3273, 4196, Ωροσκ. 4123, Ανακάλ. 47, Θρ. αλ. 24, Μαχ. 1409-10, Σφρ., Χρον. μ. 13225, Διαθ. Αλ. 2551, Ψευδο-Σφρ. 51212, Αχέλ. 2504, Αλφ. καταν. 63, Διγ. Άνδρ. 36215, 3729, 3867, Βακτ. αρχιερ. 213, Λεηλ. Παροικ. Αφ. 10, Τζάνε, Κρ. πόλ. 841.
    Το αρχ. επίθ. άταχτος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. άταχτος).
    1) Ακατάστατος (Πβ. L‑S στη λ. I2,II2· η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άταχτος 1): οι άνεμοι οξείς και άτακτοι Ωροσκ. 4123· ιδών τον τούτων διωγμόν άκαιρον και άπραχτον και άτακτον … επιστρέψας κατ’ αυτών, έτρεψε και εδίωξεν αυτούς Σφρ., Χρον. μ. 13225. 2) Αντικανονικός, παράνομος (Πβ. L‑S στη λ. III): είχεν από τον ρήγα πογέριν να σωρεύγει τους εισσόδους τους άτακτους Μαχ. 1409-10· Νεότης πάσα αληθώς ματαιότης υπάρχει,| οπηνίκα προς ηδονάς εκτείνει τας άτακτους Διγ. (Trapp) Gr. 2046· ουδέν ημπόρεσεν να βαστάξει τοιούτον ριζικόν καλόν και τόσην ευημερίαν της τύχης, αμή ήθελεν να πολεμεί άτακτα έργα Παράφρ. Μανασσ. 312. Βλ. και άθεσμος, άτοπος. 3) Που παραβαίνει κ.: Πάντα όσα διεταξάμην περί τους επιβούλους και άτακτους ανθρώπους Διαθ. Αλ. 2551. 4) Απειθάρχητος (Πβ. L‑S στη λ. III): όταν οι Τούρκοι άτακτοι σαν όρνιθες εμπήκαν| με τους καλούς Χριστιανούς και όλ’ ανακατωθήκαν Αχέλ. 2504· ένα καλόν παιδευτήριον, οπού να παιδεύουσι τους άτακτους τους πταίστας Βακτ. αρχιερ. 213 (βλ. και άπιστος Α1γ). 5) Αναιδής, θρασύς, βίαιος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άταχτος 3): πώλον παραζηλούντα| και πωλικά σκιρτήματα και λακτισμούς ατάκτους Μανασσ., Χρον. 6154· και θέσει πόδαν άτακτον εις τον εμόν αυχένα·| (εις βασιλέως τράχηλον δεν πρέπει πους ανόμου) Ανακάλ. 47· ως άτακτο στο ύστερο με διώξει η αρχοντιά σου Λεηλ. Παροικ. Αφ. 10· Μη χράσαι λόγον άτακτον ακαίρως, απαιδεύτως Σπαν. (Λάμπρ.) Va 267. Βλ. και αδιάκριτος 2β, αδιάντροπος, αυθάδης, αυθέκαστος 1α. 6) Ληστής, «απελάτης»: να αφανίσει τους ατάκτους εκείνους, οπού εκαταπατούσαν τους τόπους του Διγ. Άνδρ. 36215. Βλ. και αρχιληστής.
       
  • άταφος,  
    επίθ., Θρ. αλ. 39, Δούκ. 16732, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1605, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13812, 1604, 19713.
    Το αρχ. επίθ. άταφος. Η λ. και σήμ. από τη λόγ. παράδοση (Δημητράκ.).
    Άθαφτος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I· και σήμ., Δημητράκ.): εκείτουντάνε άταφοι κι ήτουν γεμάτοι οι κάμποι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1604.
       
  • αυστηρός,  
    επίθ., Γερμ., Ον. 16, Ον. Δανιήλ 323, Σταφ., Ιατροσ. 4108, 111, 112, 5117, 119, Γλυκά, Στ. Β΄ 52, Θρ. αλ. 18, Δούκ. 2619, Συναδ., Χρον. 42.
    Το αρχ. επίθ. αυστηρός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) (Προκ. για κρασί) στυφός (Η σημασ. στον Ιπποκράτη, L‑S, και σήμ., ΙΛ στη λ. 1. Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ ΕΊ23): Ρόδα ξηρά βράσον με το κρασίν το αυστηρόν Σταφ., Ιατροσ. 4108· αυστηρού οίνου Σταφ., Ιατροσ. 5119. 2) α) Σκληρός, άγριος: Κράτιστος πέλει αρχηγός, αγέρωχος τῳ τρόπῳ| και αυστηρός και απηνής, φονίσκος και οργίλος Θρ. αλ. 18· τον κρατήρα της οργής τον αυστηρόν εκχέει| ο γλυκασμός ο της ζωής τοις αμετανοήτοις Γλυκά, Στ. Β΄ 52· βλ. και αγριόθροος, αιμοχαρής, ανήμερος, ανήμπορος 1β, άσπλαγχνος, άστερνος, ασυγκατάβατος β, πικρός· β) (προκ. για ζώο) άγριος, εξαγριωμένος: Άρκος αυστηρά προσερχομένη σοι λύπην σημαίνει Γερμ., Ον. 16· Λύκον αυστηρόν ερχόμενον ιδείν εχθρόν σοι προσάγειν δηλοί Ον. Δανιήλ 323. Βλ. και αγριόπουλο, ανήμερος 1α, άσχημος 4.
       
  • Βούλγαρος  
    ο, Μανασσ., Χρον. 3962, 4610, 5202, 5955, 6004, Ερμον. Γ 238, Χρον. Μορ. H 1215, Χρον. Μορ. P 3708, Πουλολ. 503, Θρ. αλ. 10, Μαχ. 43013, 52413, Δούκ. 3377, Διήγ. αναιρεθ. 821, Παλαμήδ., Βοηβ. 663, Σταυριν. 464, Ιστ. Βλαχ. 863, 1032· Βόλγαρος, Byz. Kleinchron. A΄ 4813· Βούργαρος, Χρον. Μορ. P 1215, Μαχ. 3589, 40818, 43013, 44010, 45011, 45215, 45416, 54626, κ.α.· Βούρκαρος, Μαχ. 45223.
    Για τη λ. και την προέλ. βλ. Mor., Byzantinot. B΄ 100. Ο τ. Βούργαρος και σήμ. Ο τ. Βούρκαρος και σήμ. στην Κύπρο (ΙΛ, λ. Βούργαρος). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. Βούργαρος).
    Το εθνικό Βούλγαρος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. Βούργαρος 1): δεν εσυμφώνησαν οι Σέρβοι και Βούλγαροι Ιστ. Βλαχ. 863.
       
  • γλώσσα  
    η, Σπαν. A 126, Σπαν. (Ζώρ.) V 418, Κομν., Διδασκ. Δ 212, Σπαν. P 56, Προδρ. III 325n (χφφ HgVCSA) (κριτ. υπ.), Κρασοπ. 43, Μανασσ., Χρον. 5580, 6238, 6726, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 77, 242, Καλλίμ. 463, Ασσίζ. 2314, 335, 2104, 43523, Διγ. (Trapp) Esc. 28 (κριτ. υπ.), Βέλθ. 459, Πόλ. Τρωάδ. 337, Χρον. Μορ. H 1269, 3987, Βίος Αλ. 2557, Διήγ. παιδ. 585, Διήγ. Βελ. 8, Λίβ. P 711, Λίβ. N 2628, Αχιλλ. N 717, Χρον. Τόκκων 556, Φυσιολ. (Legr.) 885, Βεν. 2, Θρ. αλ. 11, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 569, Μαχ. 66410, Δούκ. 3634, Θησ. Πρόλ. [136], Σκλέντζα, Ποιήμ. 11, Ριμ. Βελ. 17, Διήγ. Αλ. V 67, Αλεξ. 1506, Έκθ. χρον. 3521, Συναξ. γυν. 458, 965, Πεντ. Γέν. X 31, XI 9, Έξ. XI 7, Αχέλ. 1406, 1551, Αιτωλ., Μύθ. 11214, Θρ. Κύπρ. M 202, 498, Χρον. σουλτ. 12125, Άλ. Κύπρ. 1287, Πανώρ. Α΄ 207, Ερωφ. Α΄ 123, 505, Γ΄ 81, 413, Σουμμ., Ρεμπελ. 170, Διγ. Άνδρ. 32116, 33524, Ερωτόκρ. Β΄ 1606, Γ΄ 83, 584, 1152, Ε΄ 436, Στάθ. Γ΄ 81, 569, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 74, δ΄ 11, Ροδολ. Αφ. [12], Α΄ [62], Αποκ. Θεοτ. I 127, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [253, 1383], Ζήν. Β΄ 287, Γ΄ 54, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 65, Διγ. O 138, Διακρούσ. 988, 10125, 11528, Τζάνε, Κρ. πόλ. 50025, 58022, 5847, κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. γλώσσα. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Γλώσσα (ως μέλος του ανθρώπινου οργανισμού) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): ορίζει το δίκαιον να κόψουν το τρίτον της γλώσσας του Ασσίζ. 2104. 2) Γλώσσα (ως όργανο του λόγου) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): Έχουν την γλώσσαν απαλήν και ακάνθινην καρδίαν Κομν., Διδασκ. Δ 212. 3) α) Ομιλία, λόγος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): τα μάτια ντου θαμπώσα,| το στόμα ντου βουβάθηκε και μπλιο δεν έχει γλώσσα Ερωτόκρ. Ε΄ 436· β) η ικανότητα να μιλά κανείς: παρακαλώ να χάσω| τη γλώσσα και την εμιλιά Ερωφ. Α΄ 123. 4) Γλώσσα έθνους ή ομάδας ανθρώπων γενικά (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6): Ήξερε πέντε γλώσσες καλά Χρον. σουλτ. 12125. 5) Έθνος, λαός (Η σημασ. μτγν., Sophocl. στη λ. 2): Περί τό εθέσπισαν ... οι Νεστούριοι και οι Αρμένηδες και πάσα ετέρα γλώσσα Ασσίζ. 2314· 6) Πληροφορία (Η σημασ. στην Άννα Κομν., Δημητράκ. στη λ. 2): Καλόν καιρόν ευρήκανε κι εις ένα τόπον σώσαν,| μάλιστα επί το αυτό διά να πάρουν γλώσσαν Άλ. Κύπρ. 1287.
       
  • γύροθεν,  
    επίρρ., Προδρ. IV 169, Ευγεν., Δρόσ. Α΄ 78, Θρ. αλ. 37, Καλλίμ. 1871, Διγ. (Trapp) Gr. 677, 1166, Διγ. Z 504, 3644, 3868, Βέλθ. 28, 448, Πόλ. Τρωάδ. 383, Έγγρ. του 1324 (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 44), Ερμον. Β 17, Χρον. Μορ. H 3000, Χρον. Μορ. P 1066, Χρυσόβ. του 1364 σ. 35, Φλώρ. 986, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 15, Λίβ. Sc. 1342, Αχιλλ. N 962, Ιμπ. 529, Αργυρ., Βάρν. K 390, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1561, Ψευδο-Σφρ. 4005, Ιστ. πατρ. 8121, 1804, 2028, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1588, Διγ. Άνδρ. 37423, 39432, 39810, 18, 40018, 4114, Τζάνε, Κρ. πόλ. 26626, Δωρ. Μον. (Hopf) 239· εγύροθεν, Διγ. (Trapp) Esc. 1612.
    Το μτγν. επίρρ. γύροθεν (Sophocl. Βλ. όμως και L‑S, λ. γυρόθεν). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. γύρωθε(ν)).
    α) Ολόγυρα, κυκλικά, απ’ όλες τις μεριές (Η σημασ. μτγν., Sophocl. και σήμ., Δημητράκ., λ. γύρωθε(ν)): όλος ο τόπος γύροθεν του πατριαρχείου ήτον έρημος Ιστ. πατρ. 8121· γύροθεν εκείνων των βουνίων Χρον. Μορ. H 3000· Τούτους ιδών ο δούλος σου γύροθεν καθημένους Προδρ. IV 169· κλίνην πάντερπνον γύροθεν χρυσωμένην Διγ. Z 504· επήγαν εις το μνήμα τους και εστάθησαν γύροθεν και έκλαιαν Διγ. Άνδρ. 4114· γύροθεν με πέτρινον τοίχον περιφραγμένος (ενν. κήπος) Παϊσ., Ιστ. Σινά 1588· β) (με το άρθρο το): το κάστρον ένι αφυρόν, απέσω εις λίμνην στέκει,| εν ῳ ένι Μέγας ο Οζερός το γύροθεν του κάστρου Χρον. Μορ. H 8798· Διγ. Άνδρ. 32425, 34634· Χρον. Τόκκων 779.
       
  • διασκεπαίνω, 
    Θρ. αλ. 36.
    Από το διασκέπω και την κατάλ. ‑αίνω.
    Σκεπάζω: νέφος μέλαν επί σε καπνόν διασκεπαίνει Θρ. αλ. 36.
       
  • επευλογώ. 
    Από την πρόθ. επί και το ευλογέω. Για τη λ. βλ. Δημητράκ.
    Ευλογώ: ταύτην επευλόγησαν πόλιν είναι κυρίαν Θρ. αλ. 8.
       
  • ιεράρχης 
    ο, Θρ. αλ. 38, Αρσ., Κόπ. διατρ. [1423], Παϊσ., Ιστ. Σινά 934, 951, 1250, 1908, 2144, Δωρ. Μον. XXXII.
    Η λ. σε επιγρ. (L‑S) και σήμ.
    1) α) Ανώτατος εκκλησιαστικός άρχοντας: Ιάκωβος υπάρχει,| ον είρηκ’ αδελφόθεον και πρώτον ιεράρχη Παϊσ., Ιστ. Σινά 730· β) επίσκοπος: πρώτα σέβη βασιλεύς, έπειτα πατριάρχαι,| κατόπι εσεβήκαμεν ημείς οι ιεράρχαι Αρσ., Κόπ. διατρ. [881]. 2) Ιερέας, ιερωμένος: εκτυπώματα αγίων και αγγέλων,| ιεραρχών μαρτύρων Αρσ., Κόπ. διατρ. [1047].
       
  • καινολεκτώ. 
    Από το επίθ. καινός και το λέγω (αν δεν πρόκειται για το κοινολεκτώ ].
    Λέω καινούργια πράγματα: Καταλογάδην λυπηρόν καινολεκτείν ηρξάμην| της Κωνσταντινουπόλεως, Βυζάντιον εκ πρώην Θρ. αλ. 1.
       
  • καταλαμβάνω,  
    Καλλίμ. 148, Διγ. (Trapp) Gr. 1355, 1715, 2155, Διγ. Z 940, 2464, 3096, 3420, 3958, 4231, Βέλθ. 665, Χρον. Μορ. H 2239, 4992, 6492, 7853, Βίος Αλ. 2062, 3297, Φλώρ. 541, 1658, Λίβ. P 593, Θρ. αλ. 22, Πανώρ. 6223, 7720, Λίβ. Sc. 1090, Λίβ. Esc. 866, Αχιλλ. N 454, 1088, Αχιλλ. O 449, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 194, Δούκ. 36318, Θησ. ΙΑ΄ [571], Ριμ. Βελ. 775, Γαδ. διήγ. 149, Έκθ. χρον. 917, 805, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 336, Αχέλ. 2324, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1748, Κυπρ. ερωτ. 13818, κ.π.α.
    — Βλ. και καταλαβαίνω.
    Α´ Μτβ. 1) Κυριεύω, κατακτώ: Μαΐῳ τε μηνός εις τας κθ΄ καταλαμβάνει ταύτην Θρ. αλ. 22· Είτα η βασιλεία σου μέλλει αποφασίσαι,| εφόσον αν καταληφθεί δικαιοσύνην ποίσαι Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1286· (με υποκ. λ. που δηλώνει συναίσθημα): ταραχή εκατέλαβεν τον λογισμόν του αγούρου Φλώρ. 488· Τρόμος λοιπόν κατέλαβε και φόβος την ψυχήν μου Γλυκά, Στ. 52. 2) Συλλαμβάνω: καταλαβόντες τον μέγαν δούκαν ... και άλλους πολλούς εκλεκτούς άρχοντας ευγενείς απεκεφάλισαν αυτούς Ιστ. πολιτ. 2319· ο Άδης καταλαμβάνει τον (ενν. το Διγενή) Διγ. Άνδρ. 41118. 3) α) Βρίσκω κάπ. (σε μια κατάσταση): Επανελθόντων δε από Ιταλίας, κατέλαβεν ο βασιλεύς την εαυτού φιλτάτην γυναίκα Μαρίαν ... τελευτήσασαν Ιστ. πολιτ. 913· β) συναντώ κ.: να καταλάβει φωλιά πουλιώ ομπροστά σου εις τη στράτα Πεντ. Δευτ. XXII 6· γ) προφταίνω: εκεί τους εκατέλαβον εις τους αδήλους κάμπους Διγ. (Trapp) Gr. 1572. 4) Φτάνω: Τον δρόμον επορεύετο, επήγαινε στην κόρην (παραλ. 10 στ.),| ... την αυγήν κατέλαβεν της κόρης το κουβούκλι Διγ. Z 1822. 5) Διαδέχομαι: Οκάποτε εκατέλαβεν η εσπέρα την ημέραν Λίβ. Esc. 168. 6) (Προκ. για χρόνο) συμπληρώνομαι: ως γουν εκατελάβασιν καν δεκαπέντε χρόνοι,| υπάγει Απολλώνιος εις την Ταρσόν απέσω Απολλών. 608. 7) Αντιλαμβάνομαι: τον χρόνον βλέπομεν ’τι τρέχει ωσάν ποτάμι| και ουδέν καταλαμβάνομεν το τι μας θέλει κάμει Πένθ. θαν.2 508. 8) Υπολογίζω: τριών σταδίων άνοδος υπάρχει έως άνω| της ακρωρείας του βουνού, όπως καταλαμβάνω Παϊσ., Ιστ. Σινά 1680. Β´ Αμτβ. α) Φτάνω: έτσι εκατέλαβεν και το τέλος της ζωής του Ακρίτου Διγ. Άνδρ. 40614· εξήλθεν ο χειμών, κατέλαβεν το έαρ Πόλ. Τρωάδ. 346· δι’ εκείνον τον Ρομπέρτον| το πότε εκατέλαβεν εκεί εις την Βενετίαν Χρον. Μορ. H 2222· β) προσέρχομαι: Ότε δε παρασταθεί ο Ιησούς, ... ας καταλάβωσιν οι ψευδομάρτυρες λέγοντες Μυστ. 55.
       
  • κατάσκιος,  
    επίθ., Διγ. (Trapp) Esc. 1084, 1366, 1612, Θρ. αλ. 46, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1415.
    Το αρχ. επίθ. κατάσκιος. Η λ. και σήμ. (Βλαστού, Συνών. 83, λ. ησκιερός).
    Σκιερός: Όρος, χαίρε, κατάσκιον και μυστική νεφέλη Αλφ. 829.
       
  • καταστρώνω,  
    Διγ. (Trapp) Gr. 3194, Πόλ. Τρωάδ. 560, Βίος Αλ. 2629, 2742, 5626, Θρ. αλ. 28, Δούκ. 34921, Σφρ., Χρον. μ. 4228, Παϊσ., Ιστ. Σινά 825.
    Από το καταστρώννυμι. Η λ. και σήμ.
    1) Στρώνοντας σκεπάζω: των δενδρών τα φύλλα (παραλ. 1 στ.) εκ τας δρύας αποπίπτουν| και την γην την καταστρώνουν Ερμον. Φ 311. 2) Κατατάσσω, διευθετώ: ενετείλατο αυτῴ ίνα συγγράψει πάσαν την διάλεξιν και εν κεφαλαίοις καταστρώσει Ιστ. πολιτ. 3017.
       
  • κρανίον  
    το, Ιατροσ. 1829, 30.
    Το αρχ. ουσ. κρανίον. Η λ. και σήμ.
    Κεφάλι: Κόκκοι ωφελούντες τον στόμαχον και το κρανίον ανώδυνον Ιατροσ. κώδ. πδ΄· γύροθεν και έσωθεν άνδρες άνευ κρανίων| και σώματα ιεραρχών και ιερέων άμα| άσκεπα, άταφα, δεινά, κόνιν μεμεστωμένα Θρ. αλ. 37. Εκφρ. τόπος κρανίου = ο Γολγοθάς: Χριστός εσταυρώθη εν τόπῳ κρανίου Ιατροσ. 1818.
       
  • κύριος, 
    επίθ., Προδρ. IΙΙ 272c χφ g, κριτ. υπ., Ασσίζ. 1335, 21331, Διγ. Z 1182, Βέλθ. 1073, Χρον. Μορ. H 835, Βίος Αλ. 4066, 5343, Απολλών. 343, 775, Αχιλλ. N 650, Ιμπ. 823, Μαχ. 625, Σφρ., Χρον. μ. 11014, Θρ. Κων/π. P suppl. 24823, Χούμνου, Κοσμογ. 85, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1206, Γεωργηλ., Θαν. 242, Γαδ. διήγ. 309, Συναξ. γυν. 145, Πεντ. Γέν. IV 1, VIII 21, XIV 22, 'Έξ. VI 3, Πανώρ. Αφ. τίτλ., Πτωχολ. A 325· γύριος, Ιων. 2149, 2158· γεν. εν. κυριού, Σφρ., Χρον. μ. 562· κλητ. εν. κυριέ, Διγ. (Trapp) Esc. 1797· θηλ. κυριά, Πουλολ. Z 98, Αχιλλ. N 48.
    Το αρχ. επίθ. κύριος. Η λ. και σήμ.
    α) Που έχει ισχύ, εξουσία σε κάπ. ή κ.· ο επικρατέστερος, ο ανώτερος: Βέλθανδρε, πώς την σύγκρισιν, ειπέ μοι, την εποίκες;| Και ποίαν εδώκες το βεργίν να ’ναι κυρία εις όλες; Βέλθ. 673· Με δίκιο πρέπει το λοιπόν να ’ν’ της αρσενικότης| κυριότατον το θέλημα παρά της γυναικότης Φαλιέρ., Ιστ.2 502· Τον λεγάτον τον αποστολικού θρόνου, όν κύριον υπάρχων γνωρίσας …, τιμήσω Διάτ. Κυπρ. 50710· β) κυρίαρχος, δεσπόζων: ταύτην επευλόγησαν πόλιν είναι κυρίαν (ενν. την Κων/πολιν) Θρ. αλ. 8· πάλι καταστήθη| κυρία (ενν. η Βενετιά) ως το πρότερον Κορων., Μπούας 147· (προκ. για θεότητα): Ναι, κύριε Υμέναιε, ως έχεις εξουσίαν,| νυμφίους τούτους ένωσον με πλήσιαν ησυχίαν Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1524]. Φρ. Είμαι κύριος του ενιαυτού μου = ορίζω τον εαυτό μου: ένι … κύριος του ενιαυτού του να ποίσει το θέλημάν του όπον θέλει Ασσίζ. 1967. Το αρσ. και το θηλ. ως ουσ. = 1) α) Κυρίαρχος, εξουσιαστής: δέομαι κυρίῳ τῳ Θεῴ Μανολ., Επιστ. 1722· τον Χριστόν εσταύρωσαν (ενν. οι Ιουδαίοι) τον κύριον της δόξης Φυσιολ. (Legr.) 425· β) βασιλιάς, άρχοντας: Η μέντοι πόλις των Ιωαννίνων … ουκ είχε πράως της φυσικής κυρίας (ενν. της βασίλισσας Αγγελίνας Δούκαινας της Παλαιόλογίνας) αυτών την στέρησιν ενεγκείν Ιστ. Ηπείρ. XXXVI 5· εάν ακουσθεί ετούτο εις την κυρία μας την Μαξιμώ Διγ. Άνδρ. 38814· γ) αφέντης: Ο ρήγας πάλιν έστρεψε πίσω την Φαιδροκάζαν.| «Πε, λέγει, την κυρίαν σου προικιά πόσα σου δίδει» Βέλθ. 997· Ελευθερίαν ημπορεί να δώσει ο αυθέντης ή η κυρία του σκλάβου Ασσίζ. 1496. 2) α) (Ως τιμητική προσηγορία ή προσφών. σε αυτοκράτορες ή ηγεμόνες, εκκλησιαστικούς άρχοντες και γενικά σε πρόσωπα σεβαστά): του βασιλέως Ρωμαίων κυρίου Μανουήλ του Παλαιολόγου Ιστ. πολιτ. 32· Καλώς ήρθες, κυρία μου (ενν. η Μαξιμού), ανθέντρια ευγενεστάτη Διγ. (Trapp) Esc. 1405· β) (ως προσφών. αγαπημένου προσώπου, κυρίως συζύγου): Είτα παραγενόμενος προς την εμήν φιλτάτην (παραλ. 4 στ.): «Εν άπασιν ευχαριστώ, αντέφη, κύριέ μου …» Διγ. Z 3726· άκουσον, κυρία μου …| Αφού καιρού εμίχθημεν δέκα επεράσαν μήνες Βέλθ. 1063. 3) α) Ο Θεός ή ο Χριστός: θυμός του Κύριου οργίστην εις το λαό Πεντ. Αρ. XI 33· άγιον ξύλον του Τιμίου Σταυρού· έπειτα και κομμάτι από το βεστιμέντο του Κυρίου Σεβήρ., Διαθ. 19187· επεριπάτησεν ο Κύριος σ’ εμένα (ενν. την Ιερουσαλήμ) Θρ. πατρ. Ο 25· β) η Παναγία: Δέσποινά μου πανύμνητε, Κυριά μου ευλογημένη Διγ. (Trapp) Esc. 811· να παρακαλέσουσιν εξόχως την Κυρίαν| να δεηθεί προς Κύριον του να μας δώσει νίκος Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 294· να ’μόσεις πρώτα στον Χριστόν, δεύτερο στην Κυρία Φαλιέρ., Ιστ.2 726· Κυρία μου ολόδοξε Εις Θεοτ. 2. 4) Η ιδιότητα της κυρίας, της δέσποινας: Χαίρε, κορόνα της κυριάς, στέμμα της παρθενιότης (ενν. συ, η Μαρία) Ύμν. Παναγ. 1. 5) α) Ο πατέρας: Ο νεότερος τέτοια την κόρην λέγει:| «ο κύρης μου τον κύριο σου καλά τον εγνωρίζει …» Διγ. (Trapp) Esc. 1039· β) ο σύζυγος: διά τό εποίησεν ο κύριός μου (ενν. εμού, της δαμού Τζουάνας) την διαθήκην του Ασσίζ. 16631· 6) (Με τα ουσ. ναυς, ξύλον) καπετάνιος: τους άλλους κυρίους των νηών αλλάξας στολάς βαρυτίμους … απέλυσεν αυτούς ευχαριστήσας εν ειρήνῃ Δούκ. 22733. 7) Κάτοχος, ιδιοκτήτης: λέγει ότι επλέρωσεν τον κύριον του πραγμάτου Ασσίζ. 7818· ο κύριος της γης Ασσίζ. 20224. 8) Έκφρ. η Κυρία των Αγγέλων, βλ. ά. άγγελος Α 1α Φρ. 9) Φρ. (ως επίκληση στο Θεό) Κύριε, ελέησον: Έκραζον μεγαλοφώνως όλοι οι χριστιανοί το «Κύριε ελέησον» Διήγ. πανωφ. 60· είπε το «Κύριε, ελέησον» και ήρξατο ρουκανίζειν Προδρ. IV 75. Το θηλ. ως τοπων.: Σουμμ., Ρεμπελ. 177.
       
  • μεστώνω. 
    Το αρχ. μεστόω. Τ. μουστώνω στην Ήπειρο (Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 623). Η λ. στο Somav. και σήμ.
    1) α) Γεμίζω κ. εντελώς: Ει δε πλησίον της θέσεως αποκλασθεί (ενν. ο όνυξ), όμοιον οχήμα ποιήσας χαλκού όνυχος και τούτο μεστώσας αξουγγίῳ χοιρείῳ, περίδησον τον κόνδυλον του ορνέου Ιερακοσ. 4992· κιβωτός μία μεγάλη,| μεμεστωμένη ιερά πάντερπνα εις τα κάλλη Παϊσ., Ιστ. Σινά 658· β) καλύπτω: σώματα ιεραρχών και ιερέων άμα| άσκεπα, άταφα, δεινά, κόνιν μεμεστωμένα Θρ. αλ. 39. 2) Κάνω κ. να ωριμάσει, καθιστώ ώριμο: καρπούς πληθαίνεις (ενν. εσύ, η ακτίνα τ’ ουρανού),| μεστώνεις πωρικά Ερωφ. Δ΄ 724.
       
  • μήπως,  
    σύνδ., Σπαν. O 122, Καλλίμ. 2425, Διγ. Z 809, Πουλολ. (Τσαβαρή) 376, Φλώρ. 1296, Ερωτοπ. 711, Φαλιέρ., Ιστ.2 527 κριτ. υπ., Θρ. αλ. 45, Μαχ. 38021, Γαδ. διήγ. 70, Αιτωλ., Μύθ. 4114, Χρον. σουλτ. 961, 13834, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1168, Πτωχολ. P 330, Ερωφ. Δ΄ 515, Κατζ. Γ΄ 63, Παλαμήδ., Βοηβ. 917, Σταυριν. 273, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1712, Δ΄ 776, 887, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. 54r, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2529, 27010, κ.α.· (?) μως, Προδρ. III 272b χφφ SA κριτ. υπ., 325f χφ V κριτ. υπ., 400ρ χφφ CSA κριτ. υπ.
    Ο αρχ. σύνδ. μήπως. Ο τ. από συγκ. (αν δεν πρόκειται για εσφαλμ. γρ.· βλ. και Hesseling-Pernot [Προδρ. σ. 206]). Η λ. και σήμ.
    1) Μη τυχόν, μπας και (σε ενδοιαστ. πρόταση· συχν. ακολουθείται από το και πλεοναστικά, βλ Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 26): Φοβούμαι μήπως και κιανείς βοσκός την απαντήξει Πανώρ. Β΄ 53· δειλιάζω το μήπως με απολογιάσεις Ερωτοπ. 543· ου φρίττεις μήπως πέσει| εξ ουρανου κεραυνός …; Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι VII 41· πρόσεχε, πολλά μη συντυχαίνεις,| μήπως και μετά θάνατον καταδικάσουσί σε … Προδρ.IV 147· ας φυλάσσομεν μήπως και μας γελάσει (ενν. ο κλέπτης) Πένθ. θαν.2 516· να κρυβηθεί εγύρευσεν, μήπως τον ατιμώσουν Πουλολ. 318· Φύγε …, μήπως και σε σκοτώσουν Διγ. O 1643· ελώφαξα, μήπως μ’ εκβάλουν έξω Προδρ. III 173a χφφ CSA κριτ. υπ.· γιατί πολλά φοβάτον| τον Μιχαήλ κατόπιν του μήπως και κυνηγά τον Παλαμήδ., Βοηβ. 370· την δε σέλαν εσκέπαζεν μήπως κορνιακτούται Διγ. Z 1524· (με προηγ. το μόρ. να) εφοβείτον να μήπως έλθει ο αδελφός του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 137v. 2) (Σε είδος πλάγιας ερώτησης μετά πρόταση που δείχνει γενικά ενέργεια, για να δηλωθεί κ. το ενδεχόμενο ή επιδιωκόμενο και επιθυμητό): Εβάστα το δοξάρι του, …| μήπως και λάχει τίβοτσι άγριο να κυνηγήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 668· Ακροκαρτέρησε να ʼρθουν και αυτοί οπού λείπα,| μήπως και θέλουσιν και αυτοί κάτι να παραγγείλουν … Απόκοπ.2 461· εκαρτέρει τον άγουρον, μήπως και υποστρέφει Διγ. Z 2457· πολέμησον αυτόν, μήπως και τον νικήσεις Διγ. Z 327· με παρηγοριές πάσκει να την περάσει,| μήπως και ξελησμονηθεί ο πόθος σα γεράσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 42· ας βγάλομεν ʼκονίσματα Θεού να δεηθούμεν (παραλ. 1 στ.) μήπως και πάψει τον θυμόν και να μεταγνωμίσει Διήγ. ωραιότ. 201· (με επόμ. το μόρ. να) εγέμισε σύντομα το δοξάριν| και ρίκτει τάχα εις τον αετόν μήπως να τον δοξεύσει Λίβ. Esc. 2694· Λίγο να τραγουδήσω| θέλω σε τούτο το στενό, μήπως να την ξυπνήσω,| στο παραθύρι της να βγει Κατζ. Α΄ 124.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης