Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 14 εγγραφές  [0-14]

  Βιβλ.αναφορά : Ιακ., Παραιν.

  • άδεκτος,  
    επίθ., Ιακ., Παραιν. (Ζώρ.) 8.
    Το μτγν. επίθ. άδεκτος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. άδεχτος).
    Ο μη δεκτός (πβ. Lampe, Lex. και ΙΛ λ. άδεχτος 1): Ότι του μνησικάκου και η ευχή εις τον Θεόν άδεκτος Ιακ., Παραιν. (Ζώρ.) 8.
       
  • αξιώνω,  
    Σπαν. (Μαυρ.) P 363, Διγ. (Hess.) Esc. 1290, Διγ. (Καλ.) A 2229, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 330, 2494, Διήγ. Βελ. (Cant.) 247, Φλώρ. (Κριαρ.) 1813, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 144, Ιακ., Παραιν. (Ζώρ.) 9, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1994, Θρ. πατρ. (Krumb.) 94, Μαχ. (Dawk.) 46810, Θησ. (Foll.) Ι 110, Θησ. (Βεν.) Β΄ 246, 433, 444, 812], Ζ΄ [1448], Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 1122, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1195], Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 349, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 757, Πικατ. (Κριαρ.) 193, Ιμπ. (Legr.) 522, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 89, Συναξ. γυν. (Krumb.) 48, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 53, 75, 104, 150, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 151, Τριβ., Ταγιαπ. (Irmsch.) 8, Πεντ. (Hess.) Έξ. XV 2, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 233, Αχέλ. (Pern.) 921, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 299, Αλφ. (Κακ.) 2110, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ΄ 84, Ερωφ. (Ξανθ.) Α΄ 418, Β΄ 244, Γ΄ 348, Δ΄ 660, Ε΄ 392, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 2, 287, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 251, Βίος Δημ. Μοσχ. (Knös) 91, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 777, Σταυριν. (Legr.) 376, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1829, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 160, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 36430, Ευγέν. (Vitti) 418, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 132, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 47, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 217, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [578, 1236], Ζήν. (Σάθ.) Γ΄ 257, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 382, Διγ. (Lambr.) O 372, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 34625, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8028· ’ξιώνω, Ασσίζ. (Σάθ.) 8722, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 47, Ιμπ. (Legr.) 26· αξώνω, Κάτης (Băn.) 19, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 252, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [217, 439], Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 244α 17, Γύπ. Πρόλ. Διός 36, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 55, 348, Β΄ 437, 444, 494, Δ΄ 391, 411, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 46, Β΄ 521, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 263, Β΄ 18, 56, Γ΄ 516, Φορτουν. (Ξανθ.) Αφ. 1, 22, Πρόλ. 50, Ιντ. γ΄ 78, Ε΄ 412, Ζήν. (Σάθ.) Β΄ 295, Γ΄ 46, 90, Δ΄ 330, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 250, 465, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 41118, 5807· ’ξώνω, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 11, 147, Θυσ. (Μέγ.)2 387, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. β΄ 13, Ε΄ 40.
    Το αρχ. αξιόω. Η λ. στο νεώτερ. τ. ήδη στον 9. αι. (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 290), στο Du Cange, λ. αξιώννειν και σήμ. (ΙΛ).
    Α´ Ενεργ. 1) α) Θεωρώ ή καθιστώ (κάποιον ή κάτι) άξιο (για κάτι) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, στη λ. Α1): να τσ’ αξώσει και να δούν παιδί που πεθυμουσα Ερωτόκρ. Α΄ 46· ο Κύριος να σ’ αξώσει| στις πίκρες κι εις τους πόνους σου τέλος γοργό να δώσει Πανώρ. Α΄ 55· Εσείς και με αξιώσετε να εύρω άνεσην καμπόση Διήγ. ωραιότ. 47· ο Θεός ... να σε αξιώσει να χαίρεσαι τα πάντερπνά σου κάλλη Διγ. Άνδρ. 36430· β) γίνομαι άξιος, αποκτώ τιμή: τον Παλαμών’ αν νικήσετε, αξιώσει τ’ όνομά σας Θησ. Ζ΄ [1448]. 2) α) Τιμώ (παρέχοντας τιμές, αξιώματα) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α3): τιμά και αξιώνει τους σεβαστοκρατορίας Φλώρ. 1813· τιμά και αξιώνει τον και στήνει τον ομπρός του Ριμ. Βελ. 757· αξίωσαν κι εδόξασαν κι ως ρήγα τον τιμήσαν Κορων., Μπούας 75· β) επευφημώ (κάποιον) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): φημίζει και αξιώνει τους εις όλον τον λαόν του Γεωργηλ., Βελ. 349· γ) (προκ. για το Θεό) δοξάζω (Πβ. και δοξάζω αυτόν ΠΔ, Tisch., Έξ. XV 2): Θεός του πατρός μου και να τον αξιώσω Πεντ. Έξ. XV 2. 3) Παρέχω, προξενώ (καλό ή κακό) (Πβ. ΙΛ στη λ. Α4): πόνους άξωσές με Πανώρ. Β΄ 444· τη χαρά οπού μ’ άξωσες Στάθ. Β΄ 18. 4) Παρακαλώ θερμά: παρακαλεί κι αξιώνει την στην γην να έχει πεζέψει Χρον. Μορ. H 2494· τον αξιώνουσιν ως φίλον κι αδελφόν τους| να ποιήσει να έχουν πλευτικά Χρον. Μορ. H 330. 5) Δίνω αξία, σημασία (σε κάποιον): μηδέ αξιώνεις τον, αλλά άφηνέ τον και ας φλυαρεί Ιακ., Παραιν. 9. 6) Αναγνωρίζω και επανορθώνω (κάτι): τώρα το σφάλμα αξιώνω το περίσσιο Πιστ. βοσκ. Ι 2, 287. B´ Μέσ. 1) α) Θεωρούμαι άξιος (για κάτι): μεγάλης τιμής αξιώνουνται Βακτ. αρχιερ. 217· αξώθηκες τιμές στα ύστερά σου Τζάνε, Κρ. πόλ. 41118· β) γίνομαι άξιος (για κάτι) (Πβ. ΙΛ στήλ. Β2): ν’ αξιωθείς, να χαίρεσαι τα έτη της ζωής σου Διγ. Esc. 1290. 2) Κατορθώνω, πετυχαίνω (κάτι) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β3): χαίρε, διότι ’ξιώθηκες να βρείς τόν εστερεύθης Σκλέντζα, Ποιήμ. 47. 3) Υποχρεώνομαι: Περί εκείνου οπού μέλλει να ξημερωθεί εις την αυλήν και ουδέν έρχεται εις την τακτή ημέραν και τι μέλλειν ’ξιωθεί να δώσει εις την αυλήν Ασσίζ. 8722. Η μτχ. αξ(ι)ωμένος ως επίθ. 1) Άξιος, ικανός, γενναίος (Πβ. ΙΛ στη λ. Α1 μτχ.): κορμί αξωμένο Ερωτόκρ. Β΄ 521· αξωμένος στρατηγός Ροδολ. Γ΄ [217]· αφέντρα αξιωμένη Ερωφ. Α΄ 418. 2) Σπουδαίος, σημαντικός: μαντάτον αξωμένον Κάτης 19.
       
  • ζάρι(ν) 
    το, Χριστ. διδασκ. 366, Ασσίζ. 1227, Πουλολ. Αθ. 113, Φλώρ. 1444, Ιακ., Παραιν. 9, Γεωργηλ., Θαν. 312, Σαχλ. N 216, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 118, Έκθ. χρον. 284, Απόκοπ. 298, Κορων., Μπούας 8, Δεφ., Λόγ. 92, 455, Αιτωλ., Βοηβ. 41, Σοφιαν., Παιδαγ. 103, 119, Φαλλίδ. 32· αζάριν, Πουλολ. (Τσαβαρή) 121, Σαχλ. N 110, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 120, Απόκοπ. (Παναγ.) 298· αζάριον, Ιστ. πατρ. 1005.
    Από το αραβ. az-zahar (Για την ετυμ. βλ. και Ανδρ., Λεξ., Κουκ., ΒΒΠ Α΄ 193-4, Krawczynski [Πουλολ. σ. 57]· για τη λ. βλ. και Κ. Καραποτόσογλου (ΑΠ 37, 1982, 200-202). Η λ. και ο τ. αζάρι στο Du Cange. Ο τ. αζάριον στο Meursius. Η λ. και σήμ.
    Το ζάρι· παιχνίδι με ζάρια (Για τη σημασ. βλ. και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. 368 και Κουκ., ΒΒΠ Α΄ 200). Η σημασ. και σήμ.: το ταβλί εχαίροντο παίζοντες και το ζάρι Ριμ. Βελ. 118· Δεύτερον συμβουλεύω σε τα ζάρια να μην παίζεις Σαχλ. N 108· έπαιξες και τα ρούχα σου κι εχάσες τα στο ζάριν Πουλολ. 121· την τιμήν και δούλευσιν την του Βελισαρίου| σύντομα ταύτην έδωκε ως κτύπον αζαρίου Ριμ. Βελ. 532. Φρ. βάλλω την κεφαλήν (μου) στο ζάρι: βλ. ά. βάλλω 1ε φρ.
       
  • θεομάχος, 
    επίθ.
    Το μτγν. επίθ. θεομάχος.
    Που πολεμά το Θεό: ... διάβολος ... ο Θεομάχος Ιακ., Παραιν. 972.
       
  • κάτις — κάτινας.  
    αντων., Ασσίζ. 58, 1117, 4430, 701, 15729, 21030, 4239, Αχιλλ. L 192, 682, Μαχ. 1610, 4233, 445, 4262, 56420, 65830, Θησ. Β΄ [455], IB΄ [131], Γεωργηλ., Θαν. 568, Βουστρ. 414, 425, 431, κ. π.α.· κάντις, Ερμον. (Μαυρ., Εκλ. Α′ 1281437)· οκάτις - οκάτινας, Ασσίζ. 1514, 184, 1081, 12313, 15025, 22024, 36711, 38321, Βέλθ. 6, Γλυκά, Στ. 261, 266, Προδρ. III 344c (χφφ HV) (κριτ. υπ.), Λίβ. P 194, Λόγ. παρηγ. O 23, Χρον. Μορ. P 881, 882, Χρον. Τόκκων 1702, κ.α.· ουκάτις, Ασσίζ. 1552, 3, 22919, 2433, 3755, 3886, 47010, 47622, Ερμον. Γ 170.
    Από το καν και την αντων. τις. Πβ. όμως και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 405 σημ. 1. Για το ο των τ. οκάτις - οκάτινας βλ. Μαυρ., Εκλ. Α′ 507, λ. οκάποθεν αλλά και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 595-7. Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 584, λ. κάτις και κάτινας) και στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    α) (Ως επίθ. και ουσ.) ένας, κάποιος: Εάν γένηται ... ότι κάτις άνθρωπος, όποιος κι αν ένι ή καβαλάρης ή βουρζέζης και στείλει το κτηνόν του να το καλικώσουν Ασσίζ. 18019· Το δε αριστερόν μέρος του γυναικείου ... ήτον οσπίτιον κάτινος ξενοδόχου Διήγ. Αγ. Σοφ. 1504· Περί του δαρμένου οπού αγκαλεί εις την αυλήν, ότι οκάτις τον έδερεν Ασσίζ. 21727‑8· εφάνη μου στον ύπνον μου κάτινες μ’ ελαλήσαν Απόκοπ.2 427· για ν’ αρέσουν (ενν. οι κορασίδες) κάτινος, γένονται στολισμένες Θησ. Γ΄ [307]· (με κύρ. όνομ.): Δυνάστης ήτον βασιλεύς Ροδάφιλος οκάτις Βέλθ. 25· β) καθένας, οποιοσδήποτε: Μη γύρευε το τι πράττει οκάτις, αλλά πρόσεχε μόνον τον εαυτόν σου Ιακ., Παραιν. 39· είδε τες τέχνες που ’χασι την δύναμιν την τόσην| να κάμνουσιν οκάτιναν να ποίσει αταξία Θησ. Ζ΄ [615]· γ) πληθ. κάτινες = μερικοί, ορισμένοι: είδαν οι αθρώποι και αγρωνίσαν πως τα πράματα καταστήνουν τα κάτινες απού θέλουν να ποίσουν δισπλαζίριν του βισκούντη Βουστρ. 532· μηδέν θελήσει η αφεντία του διά κάτινες απού με μισούν να μου σηκώσει εκείνον οπού μου έδωκεν με το θέλημάν του Βουστρ. 422· Θεωρώντα οι Βενετίκοι τους Γενουβήσους πως έρχουνται απάνω τους, εβγάλαν κάτινες τα σπαθιά τους αξαυτής τους, τουτέστιν ο σιρ Γιαννάκης Κο(ρ)νέρ και ο σιρ Μαρρίν Μαρπίε Μαχ. 31221.
       
  • μνησίκακος,  
    επίθ., Ιακ., Παραιν. 829.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ.
    Εκδικητικός: ω μνησικάκου γείτονος, ως γλώσσης ψευδηγόρου Γλυκά, Στ. 71. Το ουδ. ως ουσ. = μνησικακία: ει γαρ την ημέραν ταύτην κατασβέσει (ενν. ο βασιλεύς) την πικρίαν (παραλ. 1 στ.),το μνησίκακον κρατεί το| εις το ίδιόν του στήθος Ερμον. Η 280· φεύγω το μνησίκακον ως φεύγει τις τον όφιν Γλυκά, Στ. 556.
       
  • μνησικακώ. 
    Το αρχ. μνησικακέω. Η λ. και σήμ.
    Α´ (Αμτβ.) θυμάμαι το κακό που μου έκαναν και θέλω να εκδικηθώ: Δεφ., Σωσ. 300. Β´ (Μτβ.) κρατώ κακία σε κάπ.: Ιακ., Παραιν. 829.
       
  • ουδετίποτε,  
    αντων., Διδ. Σολ. Ρ 148, Σπαν. P 263, Gesprächb. 1717, Λίβ. P 1182, Λίβ. Sc. 1499, Σφρ., Χρον. μ. 9827, Νεκρ. βασιλ. 78, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 31, Μαξίμου, Συναξ. αγ. Νικολ. 144· ’δετίποτα, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 242 χφ L κριτ. υπ.· ’δετίποτες, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 242· ουδετίβετας, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402· ουδετίβοτας, Ροδολ. (Αποσκ.) Β 57· ουδετίποτα, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 242 χφ Ν κριτ. υπ.· ουδετίποτας, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 421, Μορεζίν., Λόγ. 469, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Παπατρ.) 70· ουδετίποτες, Rechenb. 73, Μαχ. 5724, 64432, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 22r, φ. 54r, φ. 158r, φ. 190v, Πορτολ. A 3205, Διγ. Άνδρ. 37120, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 98, Χριστ. διδασκ. 199, 360, 451, Ροδινός (Βαλ.) 102, 114, 210, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 142 κ.α.
    Από το σύνδ. ουδέ και την αντων. τίποτε. Οι τ. ουδετίποτα, ουδετίποτε, ουδετίποτες, καθώς και τ. ουδετίποτις στο Somav., στη λ. Ο τ. ουδετίποτες και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 705). Η λ. στο Βλάχ.
    Τίποτε απολύτως: τι ήκουσες;| ουδέν ήκουσα ουδετίποτε Gesprächb. 28408· μηδέ φιλονικείς διά ουδετίποτε, ίνα μη εμπέσεις εις όχλησιν και ταραχήν Ιακ., Παραιν. 813· Όμως ομπρός εις την γνώσιν ούλα είναι ουδετίποτε Μαχ. 5722· (σε επιθετ. χρ.): ασήμαντος, μηδαμινός (Βλ. και Δημητράκ.): εβοήθαν τως (ενν. η παρθένος Μαρία) και με ολίγην δύναμιν και με ουδετίβετας φουσσάτον Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402· έτσι από τον σκάνθαρον να πειραχθεί αδίκως| οπού ’ναι ουδετίποτες μικρόν ζώον στο μήκος Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 241. Η λ. ως ουσ. (προκ. να δηλωθεί κ. το εντελώς ανάξιο λόγου) = απολύτως τίποτε, μηδέν: έκαμεν (ενν. ο Θεός) από το ουδετίποτες τον ουρανόν και την γην Χριστ. διδασκ. 39· θέλω να ειπώ, αυτά τα ταξίματα και τα όμορφα και πολλά λόγια, να καταντούν εις τον πηλόν, ήγουν εις το ουδετίποτες Ροδινός (Βαλ.) 66· (σε ειδική χρ.): αυτοί με καταζήλεψαν με διχώς Θεό, εκάκωσάν με με τα ουδετίποτέ τους Πεντ. Δευτ. XXXII 21. — Βλ. και ά. μηδετίποτε.
       
  • όχλησις ‑ση  
    η, Σπαν. (Ζώρ.) V 320, Λόγ. παρηγ. L 591, Καλλίμ. 901, Βέλθ. 875, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 4106 (Δωδώνη 8, 1979, 394), Χρον. Μορ. H 874, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 30, 57, 100 χφ ΑΖ κριτ. υπ., 217, 267, 409, 416, 517, 659, 665 χφ Ρ κριτ. υπ., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 105, 1071, Πανάρ. 7031, Αχιλλ. N 168, Λίβ. Sc. 1785, Ιακ., Παραιν. 8, Χρον. Τόκκων 356, 603, 2658, Σφρ., Χρον. (Maisano) 787, Θησ. Ε΄ [835], Ζ΄ [733, 5], Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 803, Βυζ. Ιλιάδ. 765, 881.
    Το αρχ. ουσ. όχλησις. Η λ. και σήμ. στον τ. όχληση.
    1) Ενόχληση, αναστάτωση, στενοχώρια· ανησυχία: Απολλών. 680, Σκλάβ. 124. 2) Θόρυβος, φασαρία, ταραχή από συγκεντρωμένο πλήθος: ακούομεν όχλησιν πολλήν έξω του καλυβίου,| φωνάς από ανεγνώριστον γλώσσαν να συντυχαίνουν Λίβ. Esc. 2944· υπάγει το φουσσάτον| με όχλησιν και ταραχήν Διήγ. Βελ. χ 446· όχλησιν και ταραχήν, την έποικαν τα ζώα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 993· εις τον τοίχον έχει μίαν θυρίδα μαρμάρινην και απ’ αυτής εξέρχεται όχλησις και βρυγμός, ώσπερ μελισσίου πολλού, και λέγουσι τινές πως έναι εκεί η κόλασις Προσκυν. Κουτλ. 156 7915. 3) α) Έριδα, διαμάχη: γροικήσετέ το| για τι αφορμή έναι όχλησις μέσα στους δύο Θηβαίους Θησ. Ζ' [32]· για να παύσει απ’ εσάς η όχλησις και μάχη,| κάμνει σας χρεία με τ’ άρματά του να πολεμηθείτε Θησ. Ε΄ [971]· β) λογομαχία, φιλονικία: εγένετο όχλησις μέσον του κονσούλου και του παΐλου Πανάρ. 7529· Εκείνα ουκ εσίγησαν την όχλησιν τήν είχαν| και η κουκουβάγια ήρξατο υβρίζειν το ορτύκιν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 467· γ) πόλεμος, μάχη: ουδέποτε του εποίκαμεν ανορεξίαν καμίαν,| διά να έχει τίποτε αφορμή όχληση να μας ποίσει| και να γυρεύει άδικα τον τόπον μας να βλάψει Θησ. (Foll.) Ι 28· μόνον ο καπετάνος| έχει … ολίγους διά βίγλα·| αμή φουσσάτο διά όχλησιν ουδέν ευρίσκεις ’δένα Χρον. Τόκκων 567. 4) α) Δυσκολία, εμπόδιο: εξανοίξασιν απέσω και τριγύρου| όλα τα παραγιάλια …| … κι είδασιν ποιο ’ν’ το κάλλιον| που με ολιγότερη όχλησιν εκείνοι να σκαλώσουν Θησ. (Foll.) I 44· προσεπιφθέγγομαι ταχύ κακώς καταφλεχθήναι| αυτόν (ενν. τον Ισμηνίαν) τον προς την άλωσιν όχλησιν προσελθόντα Βίος Αλ. 2375· β) (στον πληθ.) αντίξοες συνθήκες: αμελέστεροι υπάρχομεν των μαθημάτων αυτών (ενν. των αρχαίων σοφών) υπό της ημετέρας ραθυμίας και διά τας οχλήσεις του νυν καιρού διά τε των ακαταστασιών και οχλήσεων του νυν αιώνος Μάρκ., Βουλκ. 3421. 5) Παράπονο, διαμαρτυρία: Ειδ’ ούτως κατακρίνεις με δίχα τινός αιτίας,| από οχλήσεως τινών ανθρώπων χαιρεκάκων,| ένι και κρίμα και κακόν, εικάζω, και αμαρτάνεις Προδρ. (Eideneier) II 71.
       
  • πλέκω, 
    Γλυκά, Στ. Β́ 21, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 143, Βέλθ. 537, Ερμον. Α 179, Βίος Αλ. 911, 2269, Σαχλ. N 244, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 259, Ερωτοπ. 53, Λίβ. P 551, Λίβ. Esc. 814, 2147 χφ, Λίβ. (Lamb.) N 503, 690, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1954, Αχιλλ. (Smith) N 868, 1239, 1918, Αχιλλ. O 444, Δούκ. 3296, Διγ. Άνδρ. 1926, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 34, Β́ 239, Δ́ 90, Τζάνε, Φιλον. 58910· πλέκτω, Ερωτοπ. 86 (βλ. όμως και Πολίτης, Ελλην.13, 1954, 267)· μτχ. παρκ. πλεμένος, Λίβ. Sc. 1070, Λίβ. Esc. 319, 2147, Λίβ. (Lamb.) N 458, Λίβ. N 1887, Αχιλλ. L 544, Αχιλλ. (Smith) N 1201, Ch. pop. 403, Διήγ. Αλ. V 39, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 18113, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 18012, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 414.
    Το αρχ. πλέκω. Η μτχ. παρκ. πλεμένος (<πλεγμένος με σίγηση του γ, Χατζιδ., ΕΕΦΣΠΘ 1, 1927, 8· πβ. και μτχ. πεπλεμένας το 14. αι., Χρον. Μον. I 26, Χρον. Μον. K 61, Χρον. Μον. T 61), στο Meursius (λ. πλεμένον) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ. λ. πλέκω, Σπυριδάκις, Κρητικά 1, 1930, 49, Πρωτοψάλτης, Λαογρ. 11, 1934/37, 175). Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Πλέκω κ. ανάμεσα ή μαζί με κ. άλλο: Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2536, Αχιλλ. L 546, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3412· β) (συνεκδ. με αντικ. πρόσωπο) πλέκω τα μαλλιά κάπ.: την εχτένιζε με μόσχους και ζαμπέτι,| άλειφε τα μαλλάκια της κι απόκεις έπλεκέ τη Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 204· (προκ. για γυναίκα που έχει τα μαλλιά πλεγμένα σε πλεξίδες· βλ. και Cupane, Roman. cavall. biz. 381 σημ. 77, αλλιώς όμως Haag [Αχιλλ. σ. 94]): εις δύο πλεμένη χαμηλά και φράγκικα εζωσμένη Αχιλλ. (Smith) N 864· γ) τυλίγω κ. γύρω από κ. άλλο: ένα πουρνόν ταχιούτσικα εγέρθηκεν η κόρη| και τα ξανθά της τα μαλλιά στην κεφαλήν της πλέκει Θησ. Γ́ [102]. 2) α) Φτιάχνω κ. πλέκοντας: Αχιλλ. L 848· (μεταφ.): ξαίνει εις γην τους πλοκαμούς, τούς έπλεξεν ο πόθος Φλώρ. 1039· (προκ. για το υλικό που χρησιμοποιείται για το πλέξιμο): οι τρίχες μου (ενν. της αιγός) πληρούσιν άλλην χρείαν·| πλέκουν σκοινία δυνατά, δεσμεύουσιν τα ζώα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 533· β) κατασκευάζω με περίτεχνο τρόπο (βλ. και ά. πλεκόμορφος): φορεί (ενν. ο αρχιερεύς) το ’μόφορόν του,| χρυσόν σταυρόν πλεκόμενον βάνει εις τον λαιμόν του Προσκυν. Ιβ. 535 144· (εδώ με σύστ. αντικ.· βλ. Ανδρ., Αθ. 47, 1938, 190: Ο κοσμίτης του λουτρού πλοκήν επλάκην ξένην,| θαυμάζω χείρας τεχνιτών και του χρυσού την φύσιν Καλλίμ. 319. 3) Μεταφ. α) δημιουργώ χρησιμοποιώντας το λόγο, συνθέτω, πλάθω: Προδρ. (Eideneier) III 142, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [691], Πηγά, Χρυσοπ. 109 (55)· (με είδος σύστ. αντικ.): ας αρχίσω να σε πω στίχους διά την αγάπην.| Στιχοπλοκάδες θλιβερές τές έπλεξα διά σένα Ερωτοπ. 155· β) επινοώ, μηχανεύομαι, ετοιμάζω κ. εις βάρος κάπ.: Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1974, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [857], Ιακ., Παραιν. I 9· Αλλά πάλιν ο εχθρός τής έπλεκε βάσανα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 417. 4) Αγκαλιάζω σφιχτά: ηύρασιν τον βασιλέα, τον γέρον τον πατήρ τους,| πλέκουν, καταφιλούσιν τον Απολλών. (Κεχ.) 856. 5) Μπλέκω κάπ. σε δυσάρεστη κατάσταση: Ήταν καλό να μη ώμοσα μετά σου να πεθάνω (παραλ. 1 στ.) επεί δε εις τέτοιον με ήφερεν ο χρόνος να με πλέξει,| ήκουσε, ξένε, τις είμαι και χώρας από ποίας Λίβ. N 2310. Β́ (Αμτβ.) μπλέκομαι σε κ. δυσάρεστο: και απλώς και μη βουλόμενος εις μέριμναν εσέβην,| και εσκόπιζεν η καρδία μου μη πλέξω εις οδύνας Λίβ. (Lamb.) N 185. IΙ. Μέσ. Ά (Μτβ.) πλέκω στα μαλλιά μου κ.: βάνουσι ομορφάδες διαβολικές εις την μούρην ντως και ξυρίζουνται και πλέκουνται ξένες τρίχες Αποκ. Θεοτ. 131. Β́ Αμτβ. 1) α) Τυλίγομαι γύρω από κάπ. ή κ.: Διήγ. Αλ. V 29· ατρέμει κι η καρδία του βλέποντα τόσον κάλλος,| και από την γην σηκώνειν την, κρατεί, καταφιλεί την·| απάνου της επλέκετον και χόρτασιν ουκ είχεν,| πάρι ουκ ήθελεν ποτέ τον έρωτα πληρώσαι Αχιλλ. (Smith) O 443· β) αγκαλιάζομαι: Ως το φαρμάκιν τα θεριά ξαφήννουσιν,| συδυό μ’ αγάπην πορπατούν και πλέκουνται Κυπρ. ερωτ. 9723· την κόρην γαρ περιλαβών (ενν. ο αμιράς) αυτής φιλεί το στήθος| και πεπλεγμένοι ειστήκεισαν επί πολλάς τας ώρας Διγ. Z 1195. 2) Συμπλέκομαι, συγκρούομαι: Οι δύο βίγλες επλάκησαν, εκτύπησαν αλλήλους| και κονταριές εδώκασιν η βίγλα με την άλλη Χρον. Τόκκων 760. 3) Μπλέκομαι σε κ.: εκεί δε παίζει το θηρίον, τα κέρατά του βάλλει εις κλάδους τοίνυν του δεντρού, πλέκεται και κρατείται Φυσιολ. (Legr.) 1032. 4) Αναμειγνύομαι σε υπόθεση που μπορεί να μου δημιουργήσει προβλήματα: Μηνί Δεκεμβρίῳ, ινδικτιώνος έκτης, ... εξεφωνήθει τους ιερωμένους εις κοσμικά πράγματα να μηδέν πλέκονται Νομοκριτ. 109· Αλλά και τίνες εμείς, πολλές φορές, πλεμένοι εις χίλιες αμαρτίες Πηγά, Χρυσοπ. 302 (9)· Υιέ μου, βλέπε μη πλακείς, γυναίκα μη επάρεις| διά κάλλος, διά χρήματα, δι’ ευγένειαν και πλούτον Σπαν. (Μαυρ.) P 226. Φρ. πλέκω γαϊτάνιν, βλ. Επιτομή, γαϊτάνιν φρ. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = πλεκτός: εδώ σε σχ. αδύνατο: έτι δε δίδομεν τσαπίν ... βαμπακερήν αγελάδα και πλεμένον ξινόγαλα Σπανός (Eideneier) D 1696. Η μτχ. παρκ. ως ουσ. = (εδώ μεταφ.) αυτός που συνδέεται με κάπ. άλλο, πβ. όμως και πλέω: Πρώτον καλέσει (ενν. ο Υιός Θεού) δίκαιους με τους αυτού πλεμένους,| όπου εις το σκότος δούλευσαν, διά κρίμα τους καημένους,| «Δεύτε οι ευλογημένοι μου, παιδία του πατρός μου,| εσείς κληρονομήσατε τόπον τον εδικόν μου ...» Ρίμ. θαν. 85.
       
  • πολεμώ ‑άω, 
    Σπαν. A 159, Γλυκά, Στ. 188, Λόγ. παρηγ. L 395, Προδρ. (Eideneier) IV 537, Καλλίμ. 2187, Ασσίζ. 311, Διγ. Z 327, Χρον. Μορ. H 284, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 451, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 912, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 144, Φλώρ. 593, Gesprächb. 1716, 17, Λίβ. Esc. 2813, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 421, Αχιλλ. (Smith) N 218, Ιμπ. 156, Φαλιέρ., Ιστ.2 185, Θρ. πατρ. 15, Μαχ. 34232, Θησ. Πρόλ. [97], Δ́ [608], Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 282, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 496, Συναξ. γυν. 325, Απόκοπ.2 464, Άνθ. χαρ. 2976 δις, Έκθ. χρον. 725, Κορων., Μπούας 14, Διήγ. Αλ. G 26825‑26, Πεντ., Δευτ. I 30, Πτωχολ. α 643, Αχέλ. 2074, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 256, Χρον. σουλτ. 3216, Κυπρ. ερωτ. 612, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 109, Διγ. Άνδρ. 3959, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1359, Στάθ. (Martini) Β́ 206, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 235, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. ά [64], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 564, Ροδινός (Βαλ.) 76, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 348, Διγ. O 300, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15024, κ.π.α.· απολεμώ, Διακρούσ. 792· πολεμάγω, Αλεξ.2 2336, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 216r· πολεμνώ, Ασσίζ. 23011· πολομώ ‑άω, Ασσίζ. 1111, 176, 2715 κ.α., Ερωτοπ. 691, Μαχ. 1024, 3432, 3812, 623, 6622, 827, 9023, 15418, 1621, 18235 κ.α., Βουστρ. (Κεχ.) 222, 409, 427, 5610, 1449, M 18118‑19, 2162, 2177, 2227‑8, 2445, 2923δις, 2981, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73, 75 δις, 84, 85, 118, 119, Ξόμπλιν φ. 122v, 124v, 131r, 132r, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 59, 504, Θρ. Κύπρ. M 17, 380, Ανων., Ιστ. σημ. ρμ́ δις, Κανον. διατ. Α 1076, 1327, Β 497, 684, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 531.
    Το αρχ. πολεμέω. Ο τ. απολεμώ και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. πολεμάγω με ανάπτυξη ευφωνικού γ (βλ. Καραντζόλα [Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. σ. 516]). Ο τ. πολομώ (‑άω) στο Meursius (λ. πολομάν) και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ., λ. πολομώ). Η λ. πολεμάω τον 9. αι. (TLG), στο Somav. (λ. πολεμώ) και σήμ.· βλ. και LBG. Η λ. πολεμώ και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Αμτβ. 1) α) Διεξάγω πόλεμο, μάχομαι: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 12, Πανάρ. 7925, Λίβ. Esc. 2815, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 4· (με τις προθ. με, μετά, εις, απάνου) πολεμώ εναντίον κάπ.: οι εχθροί οπού έρχονται δεν πολεμούν με χήρες Σπαν. (Ζώρ.) V 557· να πολεμήσω μετ’ αυτόν εις κάμπον με φουσσάτα Χρον. Μορ. P 6084· Αλλ’ ο σινιόρ Μερκούριος πριν νά μπουσι στην χώραν,| με τα γουργά του τ’ άλογα τους έφθασε στην ώραν,| και μετ’ αυτών πολέμησε Κορων., Μπούας 27· Εγώ να πολεμήσω με τον Αλέξανδρον Διήγ. Αλ. G 28642· να μπορέσω να πολεμήσω εις αυτόν και να τον διώξω Πεντ. Αρ. XXII 11· ότι να σιμώσεις προς κάστρο να πολεμήσεις απάνου της και να κράξεις προς αυτήν εις ειρήνη Πεντ. Δευτ. XX 10· β) διεξάγω πόλεμο για να υπερασπιστώ κάπ.: μη τους φουβεθείτε, ότι ο Κύριος ο Θεός σας αυτός οπού πολεμάει γιατ’ εσάς Πεντ. Δευτ. III 22. 2) Φιλονικώ, τσακώνομαι: Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 14214, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.). 3) Συμπεριφέρομαι άσχημα ή εχθρικά: Διατί εις την τάβλαν του αφεντός μας ούτως πολεμάς; Διήγ. Αλ. G 27632. 4) Προσπαθώ, αγωνίζομαι, μοχθώ για κ.: Και, ως πολεμούσι τα παιδία των ευγενών ανθρώπων| και κατ’ ολίγον - ολιγόν προσήφερέ με η τύχη,| φροντίδα μου εσυνέβηκεν να ιδώ, κερά, τα ξένα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1211· και πότε κλαίγω και γελώ, μανίζω και ’ρηνεύω| και μ’ ό,τι τρόπον πολεμών πάσχω να τα γιατρεύω Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 162 κριτ. υπ. 5) Ζω με κάπ. ή με κ.: ει τινος παιδίν γεννηθεί και ένι αρσενικόν, τρεις χρόνους πολεμεί με την μητέραν του, και απέκει τον επαίρνει ο πατήρ του και ένι μετ’ αυτόν· ει δε ένι το παιδίν θηλυκόν, στέκεται με την μητέραν του Διήγ. Αλ. E (Konst.) 4517· Πληγές θανάτου, βάσανα, πάθη, κριτήρια δος μου,| μα γάμο δε μπορείς ποτέ να κάμεις στανικώς μου.| Εγώ δε θέλω πει το ναι, α ζήσω χίλιους χρόνους,| να παντρευτώ στην ξενιτιά, κι ας πολεμώ στους πόνους Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 424. Β́ Μτβ. 1) α) Πολεμώ εναντίον κάπ.: Εβρ. ελεγ. 168, Χρον. Μορ. H 1045, Αχιλλ. (Smith) N 700, Ιστ. πατρ. 979· (με σύστ. αντικ.): Μαχ. 41617, Σφρ., Χρον. (Maisano) 227, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 40·   β1) επιτίθεμαι εναντίον κάπ., απειλώ κάπ.: Μη μας αφήσεις (ενν. Δέσποινα) το λοιπό, μη μας αμπαντονάρεις,| πρεμάζωξε τα τέκνα σου τά πολεμά ο πνιγάρης Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5269· ο διάβολος με αυτές (ενν. τις γυναίκες) πάντα μας πολεμούσιν Συναξ. γυν. 45· β2) (προκ. για κάστρο ή πόλη) επιτίθεμαι, πολιορκώ: Διήγ. Αλ. G 26713‑14, Θρ. Κύπρ. M 204· γ) (μεταφ., προκ. για σκέψεις, συναισθήματα, την τύχη, κ.ά.) αντιμάχομαι, ταλανίζω, ταλαιπωρώ: πάλιν λογισμοί, βλέπω το, πολεμούν μοι Καλλίμ. 2187· σώφρονα νουν κατέχων τις, ο πόθος πολεμεί τον| και διά τούτο ο ποθών ευταξίαν ουκ έχει Διγ. (Trapp) Gr. 1478· η τύχη μου η καμμένη,| ως ήτον να με πολεμά πάντοτε μαθημένη,| λέγει μου Σαχλ., Αφήγ. 114· Θωρώ το πως σε πολεμού δυο σου οχουθροί μεγάλοι:| η αγάπη με την πεθυμιά Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 355· Μα κείνον απού μου κρατεί το νου τον πρικαμένο| μέσα στον Άδη ζωντανό, στον κόσμο αποθαμένο,| πάντα μέ θέλει πολεμά, δίχως ποτέ να δώσει| τέλος γή αλάφρωση κιαμιά στην κρίση μου την τόση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 109· Εδά σε βασανίζουσι τη νύκτα τα όνειρά σου| και την ημέρα πολεμού φόβοι άλλοι την καρδιά σου Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 586· δ) διεξάγω πόλεμο για να υπερασπιστώ κάπ. (εδώ προκ. για την Κρήτη): Μηδέν καυχάστε, Κρητικοί, πως είστε αγαπημένοι,| μα τι καλό εδείξετε σ’ εμέ την πρικαμένη;| Τόσους καιρούς μ’ εβλέπετε, για μένα επολεμάτε| τους Τούρκους, αμ’ εφύγετε και πλιό δε μ’ αγαπάτε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56123·. 2) Αντιδρώ σε κ., αντιστέκομαι, καταπολεμώ: Σπαν. A 272, Λίβ. Esc. 2207, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 272, Δ́ 1996. 3) Φιλονικώ με κάπ., τσακώνομαι: Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 4210. 4) Καταβάλλω έντονη προσπάθεια για να πετύχω κ., προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις να πραγματοποιήσω το σκοπό μου, πασχίζω, επιζητώ: τους πελεγρίνους τους πτωχούς εκείνους μακαρίζω| και πολεμώ μιμήσασθαι τούτων ελευθερίαν Προδρ. (Eideneier) IV 153· όλοι να πολεμούμε| εδώ στην κοσμικήν ζωήν για ν’ αναβαστακτούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 97· γροικώντας πως βυθίζεται (ενν. το κάτεργον), και πασαείς ατός του,| δίχως να κράξει σύντροφον, πολεμεί να γλυτώσει Θησ. (Foll.) Ι 68· επολέμα γλήγορα χάμου ναν τον εβάλει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1888 κριτ. υπ.· έκφρ. πολομώ κατά ζήτησιν = ζητώ, επιδιώκω, απαιτώ: μία χήρα ζητά μετά ονόματος, ού πολομά κατά ζήτησιν δύο κριτάδες της αυλής εις την βουλήν τους Ασσίζ. 2928· φρ. πολομώ τις όρεξες = προσπαθώ να πραγματοποιήσω τις επιδιώξεις/τις επιθυμίες μου: οι πραματευτάδες μας να πολομούν τες όρεξές τους Μαχ. 3523. 5)   α1) Κάνω κ., πράττω, εκτελώ: ο κάτις δίδει του γραφιά, και γράφει, ή πολεμά έναν άνομον προβελίζιον Ασσίζ. 2281· Και πάλιν Βελισάριος εκίνησε τον γύρον,| τριγύρωθε τους άρχοντας αιτών ελεημοσύνην·| δύο και τρεις το έποικεν κατενώπιον πάντων,| και τούτο επολέμαν το εις ύβριν βασιλέως Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 704· Και βλέπε πάντοτε την συνείδησίν σου. Και, ειτι σοι λέγει, πολέμα το, ότι η συνείδησις έναι το φως της ψυχής Ιακ., Παραιν. 841· (εδώ προκ. για τις επιταγές του Θεού) εφαρμόζω, συμμορφώνομαι: εκείνοι όπου πολομούν τας εντολάς του Θεού και παγαίνουν εις την εκκλησίαν είναι ευλογημένοι Κανον. διατ. Β 521· φρ. πολεμώ (μεγάλας) ανδραγαθίας = (προκ. για πολεμικά κατορθώματα) επιδεικνύω γενναιότητα και ηρωισμό, ανδραγαθώ: Αφόν ηρξάμην πολεμείν ανδραγαθίας μεγάλας,| ουδέν ηυρέθηκεν κανείς, ίνα με καταφθάσει| και πολεμήσει, νεότερε, και επάρει μου το κούρσος Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 154· α2) ασχολούμαι με κ., φροντίζω για κ.: Οπὄχει χρήματα πολλά και φρόνεσιν ουκ έχει| κι ου δύναται να πολεμεί πράγματα της τιμής του,| ομοιάζει γαρ αστράτευτον άνδρα ηχρειωμένον Σπαν. B 216· Μην πολεμείς τα εδάρτινα, μη βιάσου στα αιώνια·| μη θεμελιώνεις εις νερά, μη κτίζεις εις τα χιόνια,| και έλθει δριμύτητα νερού και πέσουν τα θεμέλια Δευτ. Παρουσ. 379· φρ. πολομώ τη δουλειά μου = φροντίζω για τη δουλειά μου, κοιτάζω τη δουλειά μου: Λοιπόν τους λόγους άφηνε τους περισσούς, υιέ μου,| αργά και μετά προσοχής πολέμα τες δουλειές σου| και έργον με την γνώσιν σου συντόμως επιχείρει Κομν., Διδασκ. Δ 329· Πάσα άνθρωπος να κάθεται εις το σπίτιν του και να πολομούν τες δουλείες τους Βουστρ. (Κεχ.) 18615· α3) καθιστώ κάπ. συγγενή: Περί εκείνου οπού πολομά κληρονόμον τον σκλάβον του Ασσίζ. 1721· μόνος την εξουσίαν μου μοιράζω μετά σέναν| και σε γαβρός μου , Κλιτοβών, μάθε το, πολεμώ σε Λίβ. Esc. 4250· α4) μεταβάλλω, μεταμορφώνω κάπ. ή κ.: η λύσσα της φιλαργυρίας πολομά τους ανθρώπους δαιμόνους Μαχ. 5249· εκεί (ενν. στην εκκλησίαν) θωρείς τους λαϊκούς και πίνουν και μεθυούσιν (παραλ. 1 στ.) γυναίκες, άνδρες, όλοι των, γελούν και χαχαρίζουν, (παραλ. 1 στ.)| μία της άλλης ομιλεί, ποία κάλλια έναι νιμμένη,| κι αν την στέκει ο σουλουμάς ...,| και πολεμούν την εκκλησιάν πορνείον, οι αθλίες Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 235· β) προκαλώ κ., προξενώ: Απόφευγε όσον δύνασαι χείλη των συκοφάντων·| πολλάκις γαρ συκοφαντιά εις ιδικούς εμβαίνει,| μάχας και έχθρας πολεμά μέσον γονείς και τέκνων Σπαν. (Μαυρ.) P 56· εκ τον φθόνον τον πολύν, την ’περιψίαν την τόσην| την βασιλείαν εχάσασιν και την τιμήν την τόσην (παραλ. 2 στ.) Βλέπεις, υιέ, τι πολεμεί ο φθόνος εις τον κόσμον; Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 977· γ) αναγκάζω κάπ. να κάνει κ.: κύρην και υιόν να πολεμείς να σπαθοκαταλυούνται,| τα αίματα να τρέχουσιν, τα ομμάτια τους να εβγαίνουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 224·   δ) κατασκευάζω κ., φτιάχνω κ.: Απέ το άχερον τουτέστιν την αποκαλάμην τήν φέρνου να πολομούν τα κοφίνια κελεύει το δίκαιον να δώσει δικαίωμαν το τέταρτο Ασσίζ. 4977· τα πτερά μου πολεμούν πάλιν χρυσά ριπίδια Πουλολ. (Τσαβαρή)2 162· (προκ. για είδη διατροφής) ετοιμάζω, παρασκευάζω: αποθετόν με πολεμούν και τρώγουν με, όταν θέλουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 515· (προκ. για κτίριο): χτίζω: αρχίσασιν να πολεμούν κάστρη και δυναμάρια| ο καθεείς στον τόπον του να κάμνει το εδικόν του Χρον. Μορ. P 3146. 6) Συμπεριφέρομαι άσχημα ή και εχθρικά: Πούθεν να δει να λυπηθεί, να κλαύσει η καρδιά του,| ας πάγει να περιδιαβεί στου Τούρκου το φουσσάτον, (παραλ. 1 στ.) να δεις τους χριστιανούλλικους είντα τους πολεμούσιν·| δεν τους διδούν ψουμίν να φαν ούτε νερόν να πιούσιν Θρ. Κύπρ. M 461. 7) Λέγω (για τη σημασ. βλ. Κακουλίδη-Πάνου [Ξόμπλιν σ. 291]): Πάντα εκείνος απού φοβερίζει άλλον πολομά να τον κρατήσουσιν περίτου πελλόν παρά που ένι Ξόμπλιν φ. 134r. ΙI. (Μέσ. αμτβ.) διεξάγω πόλεμο: κάμνει σας χρεία με τ’ άρματα του να πολεμηθείτε| με τρόπον που σας θέλω πει Θησ. Έ [972]· Κι οι Τούρκοι να κοιτάζουνε πώς θα πολεμηθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38715. Φρ. 1) Πολεμώ/πολομώ άδικον = διαπράττω αδικία, αδικώ: εάν τύχει (ενν. ο ρήγας) εις καμμίαν αφορμήν, ότι μετά ταύτα πάγει κατά πρόσωπα τους όρκους του, πολομά άδικον απαρχής, έπειτα αρνάται τον θεόν και ποντίζει, τουτέστιν φασιάζει εις τό ώμοσεν Ασσίζ. 374· πολεμά άδικον του ρηγός και παίρνει του την οδόν του Ασσίζ. 45418. 2) Πολεμώ τας αιματοχυσίας = σκοτώνω (πλήθος ανθρώπων), πβ. Επιτομή, κάνω αίματα, κάμνω Φρ. 3: εκίνησεν (ενν. ο Φουκάς) να πολεμά τας αιματοχυσίας| και άλλα δεινά και λυπηρά αυτός προς τους πολίτες Ντελλαπ., Ερωτήμ. 960. 3) Πολεμώ αμαρτίας ή πταίσματα = αμαρτάνω: τα πταίσματα, τά πολεμούν οι ανθρώποι, να μη βλέπει Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2205· να προσέχει, να θωρεί τα πάθη τα εδικά του,| τας αμαρτίας τάς πολεμά αυτός ημέρα νύκτα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2208. 4) Πολεμώ ανταμοιβή = αποζημιώνω: Τους βασιλείς βασιλικάς ανταμοιβάς πολέμα,| τους άρχοντας ως άρχοντας, πλούσιους ως έν’ το πρέπον Φλώρ. 1133. 5) Πολεμώ άργηταν = καθυστερώ, αργοπορώ, πβ. και Επιτομή, ποιώ άργητα, άργητα 1 φρ.: Λαβών ο Βελισάριος τοιαύτην εξουσίαν,| άργηταν ου μεν ουν αυτός να πολεμά καμίαν Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 232. 6) Πολεμώ άρμενα = αποπλέω, «κάνω πανιά», πβ. και Επιτομή, κάνω άρμενα, κάμνω Φρ. 10 ή άρμενο(ν) 1 φρ.: το καράβι πολεμεί άρμενα και παγαίνει Ιμπ. 662· έφτασεν ο χειμώνας και τα ξύλα απέ την σκλεριάν δεν επολομούσαν άρμενα Μαχ. 1109. 7) Πολεμώ γαρνιζούν = υπηρετώ στη φρουρά (ενός κάστρου): ουδέν ζητώ, ουδέ με δίκαιον πρέπει| να πολεμείτε γαρνιζούν ωσάν οι προνοιατόροι Χρον. Μορ. H 2700. 8) Πολεμώ τας γέννας = γεννώ: ποντίκιν κακορίζικον, από την κακοτύχην,| και να ορίσει να γενείς άρατον εκ τον κόσμον| ετούτον τον γλυκύτατον, να πας εις άλλον βράχος,| να πολεμείς τας γέννας σου δυσκόλως και βαρέως Πουλολ. (Τσαβαρή)2 216. 9) Πολεμώ εμφόβησιν = προκαλώ το φόβο: η δε στίλβα γουν των όπλων| εξ ηλίου αυγαζούση| καινοτέραν γουν την θέαν| και εμφόβησιν μεγάλην| επολέμει τοις ορώσι Ερμον. Λ 90. 10) Πολεμώ/πολομώ ζημίαν, βλ. Επιτομή, ζημία 1γ φρ. 11) Πολεμώ (πολλήν/μεγάλην) θνήσιν = προκαλώ (πολλούς) θανάτους/φόνους, πβ. και Επιτομή, κάνω θνήσιν (μεγάλην), κάμνω Φρ. 38: μεγάλην θνήσιν πολεμεί εις άπαντα τα ζώα Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 40· θνήσιν πολλήν τους πολεμούν, τινάς ουδέν γλιτώνει,| μόνον οπὂχει δύναμιν να διώχνει, να σκοτώνει Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 821. 12) Πολεμώ θρήνο = θρηνώ, πβ. και Επιτομή, κάνω θρήνο, κάμνω Φρ. 39: όλον το πλήθος του λαού μελάνας εφορέσαν,| εκ βάθους θρήνους πολεμούν από καρδιάς δακρύουν Βυζ. Ιλιάδ. 1100. 13) Πολεμώ/πολομώ κακόν = κάνω κακό, αδικώ: την αλουπού την μακροουραδάτην,| την πνίγουσαν τας όρνιθας και τα μικρά πουλία (παραλ. 2 στ.) και πολεμεί μέγαν κακόν και πλείον τε ζημίαν| και αδικίαν άπειρον εις τους πτωχούς ανθρώπους Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 192· ο ρε Τζακ επολόμαν πολλά κακά και περισσές αντροπές τους Κυπριώτες, και ήσαν πολλά παραπονημένοι Βουστρ. (Κεχ.) 14017. 14) Πολεμώ κραυγήν = θρηνώ (εδώ με κραυγές): την κεφαλήν εστήσασιν απάνου εις το κοντάριν,| κραυγήν μεγάλην πολεμούν οι Τούρκοι και φωνάζουν Παρασπ., Βάρν. C 420· πάλιν θρηνούν οι Έλληνες, υπάν εις το κιβούριν,| κραυγήν μεγάλην πολεμούν στον μέγαν Αχιλλέα,| όλον το πλήθος του λαού μελάνας εφορέσαν Βυζ. Ιλιάδ. 1098. 15) Πολεμώ/πολομώ κρίσιν, βλ. Επιτομή, κρίσις ‑ση Φρ. 6. 16) Πολεμά μεταγνωμός = μετανιώνω, πβ. και Επιτομή, μεταγνωμό παίρνω, μεταγνωμός φρ.: μηδέ το λογισμό μου| μεταγνωμός δεν πολεμά Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 105. 17) Πολεμώ/πολομώ όρκον, βλ. ά. όρκος (I) Φρ 1α. 18) Πολεμώ κάπ. κ. πικρόν = κάνω κάπ. να υποφέρει (με τα λόγια μου), πικραίνω κάπ., παιδεύω, βασανίζω, πβ. και Επιτομή, κάμνω κάπ. πικρίαν, πικρία 2α: Ανάτασσε, τυράννα με, πίκραινε, φλόγιζέ με,| ωσάν δυνάστης άνθρωπος πικρόν πολέμει με το Λίβ. Esc. 3429. 19) Πολεμώ (την) προσευχήν (μου) = προσεύχομαι: Συνήθι έχουσιν, αυθέντη μου, οι Εβραίοι| να πολεμούσιν προσευχήν ώρα του μεσανύκτου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1822· την προσευχήν μου πολεμώ, ως έχω το συνήθι Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1869. 20) Πολεμώ εις τα ρούχα μου απάνω = μάχομαι για την περιουσία μου, υπερασπίζομαι ό,τι μου ανήκει: εκείνοι, οπού εξέβησαν εις του γιαλού την πόρταν,| ουδέν εβλέπουσιν κανείν προς αύτους να εξέβει| εις όχλησιν, εις πόλεμον, ως έναι συνηθεία,| ο καθεείς να πολεμά εις τα ρούχα του απάνω·| αμή αυτοί εκρύφθησαν απέσω εις την χώραν Χρον. Τόκκων 604. 21) Πολεμώ (μεγάλην) στενοχωρίαν = φέρνω κάπ. σε δύσκολη θέση, πιέζω: και εκωλύθη ο Αχιλλεύς από τον πόλεμον και επήρε το φουσσάτον της Τροίας θάρρος και εξέβαινε και επολέμαν μεγάλην στενοχωρίαν τους Έλληνας Τρωικά 52623. 22) Πολεμώ/πολομώ στοίχημα = (α) κλείνω συμφωνία, πβ. και Επιτομή, κορδιάζω στοίχημα, ακορδιάζω Β́ 2 φρ.: όλα τα στοιχήματα τά πολεμούν οι άνθρωποι μεσόν τους εντέχεται να ένι αξιαζόμενα Ασσίζ. 786· έρχομαι εις κανέναν ιατρόν και πολομώ του στοίχημαν ότι να τον (ενν. τον σκλάβον) γιάνει εις τα ήμισα οπού να πουληθεί να ένι εδικά του, και τα άλλα του αυθέντη του οπού τον αγόρασεν Ασσίζ. 1851· (β) στοιχηματίζω, πβ. και Επιτομή, κάνω στοίχημα, κάμνω Φρ. 104: Ήκουσα την βασίλισσαν, πολεμεί στοίχημα με τους νέους·| ήλθα κι εγώ να μάθω το τι είναι Διήγ. Αλ. Σεμίρ. S 156. 23) Πολεμώ/πολομώ στραβά ή πολομώ ζαβά = αδικώ κάπ.: το δίκαιον κρίνει ότι πολεμά (ή πολομά) (έκδ. πομά· διορθώσ.) στραβά του αυθέντη να πάρει την οδόν Ασσίζ. 45412 · το δίκαιον ορίζει ότι πολομά ζαβά προς τον αυθέντην να πάρει την οδόν του Ασσίζ. 20316. 24) Πολεμώ ταξίδια = ταξιδεύω: η θάλασσα έπαυσεν το χειμάζει,| και την λογήν της ήλλαξεν, ως διάργυρος ομοιάζει.| Και ψάρια ουκ είναι πλεό, καράβια ου ταξιδεύουν,| ουδέ ταξίδια πολεμούν, αλλ’ ουδέ κινδυνεύουν Δευτ. Παρουσ. 42. 25) Πολεμώ την τιμήν = τιμώ, πβ. και Επιτομή, κάνω τιμή, κάμνω Φρ. 116: ανάφερνέ τον (ενν. τον αυθέντη σου) ταπεινά και αληθινά με δέος,| και από όσον ημπορείς, υιέ, πολέμα την τιμήν του Σπαν. (Ζώρ.) V 69· Αφέντη, ... είμεστεν κρατούμενοι να σου πολομούμεν πάσα τιμήν Βουστρ. (Κεχ.) 29019. 26) Πολεμώ φωταγωγίας και λαμπάς = φωτίζω με πολλά φώτα, φωταγωγώ: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών» εν εαυτοίς βοώντες,| φωταγωγίας και λαμπάς ηδέως πολεμώντες.| Και κράζων ότι σήμερον εφύγομεν Αιγύπτου Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1204. 27) Πολεμώ χαραγείο = ασκώ το δικαίωμα του χαράγματος των νομισμάτων (προκ. για αποτύπωση παράστασης πάνω σε νόμισμα): να πολεμεί στον τόπον, όπου εκράτει,| το χαραγείο των τορνεσίων, ομοίως των δηνερίων Χρον. Μορ. H 2607. 28) Πολομώ αγανάκτησιν/αγανάχτησιν = (α) προκαλώ κακό, ζημιά σε κάπ.: και αν εκείνος ο Σαρακηνός αν ευρεθεί πλείον πολομώντα αγανάχτησιν χριστιανού, ού χριστιανής, πρέπει να τον πάρουν και να τον κρεμάσουν Ασσίζ. 48713‑14· (β) πιέζω κάπ., κάνω κάπ. να αγανακτήσει: να μεν τους πολομούν αγανάκτησιν· διά τούτον επέψαν μαντατοφόρους να συνπάψουν την αγάπην Μαχ. 1363. 29) Πολομώ αγάπην = συμφιλιώνομαι, πβ. και Επιτομή, κάνω αγάπη, κάμνω Φρ. 1: οι αφέντες οι καθολικοί να προυμουτιάζουν να πολομούν αγάπην Μαχ. 18216‑17· 30) Πολομώ αντροπήν = (α) ντροπιάζω, πρσβάλλω την τιμή, πβ. και Επιτομή, κάνω σε κάπ. ντροπή, κάμνω Φρ. 78: ήτον πολλά θυμωμένοι ... απέ τα άπρεπα λογία ... και αντροπήν οπού τους επολόμαν έμπροσθεν τους παρκάτω ανθρώπους Μαχ. 2524· Τείντα σου φαίνεται απανώ εις τες αντροπές απού μας πολομά ο ρήγας και καθημερινόν αντροπιάζει μας; Βουστρ. (Κεχ.) 1442· (β) αποκαθιστώ την τιμή, «ξεπλένω» τη ντροπή: εκείνος επολόμαν του αντροπήν εις την γυναίκαν του, και διά τούτον την εσκότωσεν Ασσίζ. 2276‑7. 31) Πολομώ αποκοπήν = προκαθορίζω αμοιβή για συγκεκριμένη εργασία: εάν είς μου σκλάβος ένι αστενής ... και είς γιατρός ... λέγει να τον γιάνει πολλά καλά και συμπαύγει και πολομά αποκοπήν Ασσίζ. 43614. 32) Πολομώ αργά = αργώ στην εκτέλεση έργου/δραστηριότητας, καθυστερώ: δεν θέλω να έχετε ζημίαν ... διά τούτον πολομώ αργά την αρμάδαν Μαχ. 15822. 33) Πολομώ αρχήν = αρχίζω, πβ. και Επιτομή, βάνω, δίδω, κάμνω, πιάνω αρχή(ν), βάνω εις αρχήν, ποιώ την αρχήν, αρχή 1α φρ.: Αρχεύει και πολομά αρχήν| μερικών κρισιμάτων· αλατίνικον Ασσίζ. 1410·. 34) Πολομώ βίγλα ή (καλές/πολλές) βίγλες, βλ. Επιτομή, βίγλα 3 Φρ. α. 35) Πολομώ βλέπησιν = επιτηρώ, φρουρώ, φυλάω, πβ. και Επιτομή, βλέπηση κρατώ, βλέπησις‑ση 2γ φρ.: να ορίσεις τους λας να πολομούν καλήν βλέπησιν μέραν και νύκταν ... μηδέν εύρει (ενν. ο λύκος) τους λας κοιμισμένους και δράξει το αρνίον Μαχ. 50816. 36) Πολομώ διαθήκην = συντάσσω διαθήκη: είς άνθρωπος ... έρχεται εις τον θάνατον και πολομά διαθήκην Ασσίζ. 1377. 37) Πολομώ διαλαλημόν = διαλαλώ, πβ. και Επιτομή, βάνω διαλαλημόν, βάνω 30 Φρ. γ: πολομά έναν διαλαλημόν Μαχ. 27231. 38) Πολομώ δόσιν = δωρίζω, προσφέρω κ. ως δώρο, χαρίζω: Εάν γένηται ότι ο κάτις άνθρωπος ... πολομά δόσιν ενού ανθρώπου ή ετέρου, καλά αξιάζει εκείνον το δόμαν Ασσίζ. 15510. 39) Πολομώ δυναστείο = ασκώ έντονη πίεση χρησιμοποιώντας βία, βιαιοπραγώ: καθώς θέλει να δώσει εκείνος οπού πολομά δυναστείο εις άλλου χώραν Ασσίζ. 34714. 40) α) Πολομώ τους εξόδους/οξόδους = αναλαμβάνω τα έξοδα: εστάθην κουντέντος απού τους εξόδους απού πολομούσασιν Μαχ. 63830· επρουμουτίασεν ο ρε Φαράντος ... να πολομά του τους οξόδους Βουστρ. (Κεχ.) 2005· β) πολομώ έξοδον = ξοδεύω: ο κύρης του εφίτου πολομά μέσα εις το καιρόν οπού ενομεύτη καμμία έξοδον περί της ποίας δεν ημπορεί να βαστάζει Ασσίζ. 32824. 41) Πολομώ θαύμα = κάνω θαύμα, θαυματουργώ: ο άγιος Ορέστης και ο άγιος Δημητριανός ... πολομούν άπειρα θαύματα Μαχ. 3026· πολομά άξια θαύματα εις τους αστενείς Μαχ. 3213· Άρχισαν τότες τα τουρκιά τες εκκληχιές χαλούσιν,| όλα τα εικονίσματα ’πό πάνω τα κρεμνούσιν (παραλ. 2 στ.) Τόσες εικόνες φοβερές θαύμα δεν πολομούσιν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 423. 42) Πολομώ ίασες = γιατρεύω, θεραπεύω: πολομά (ενν. το αγίασμα) μεγάλες ίασες εις γαρισούραν και εις τας πύρεξες Μαχ. 3818. 43) Πολομώ λιτήν, βλ. Επιτομή, λιτή 2 φρ. 44) Πολομώ την μαντατοφορίαν = μεταβιβάζω ή ανακοινώνω μήνυμα, πβ. και ποιώ (την) μαντατοφορίαν, Επιτομή, μαντατοφορία 1α φρ.: πολομώντα την μαντατοφορίαν, επήγεν εκεί όπου ήτον απλικεμένος Βουστρ. (Κεχ.) 743. 45) Πολομώ κάπ. μούττες, βλ. Επιτομή, μύτη Φρ. 3. 46) Πολομώ νώσιν, βλ. Επιτομή, γνώσις‑ση 6 Φρ. α. 47) Πολομώ παραβουλίες = μηχανορραφώ, δολοπλοκώ: εις το κρυφόν επολόμαν μεγάλες παραβουλίες Βουστρ. (Κεχ.) 6613. 48) Πολομώ σάλβο κουντούτον = επιτρέπω την αναχώρηση, πβ. και Επιτομή, δίδω σάλβο κουντούτον, δίδω IΆ 11δ φρ. (1): πολομούν σου σάλβο κουντούτον Μαχ. 50221. 49) Πολομώ σκάνταλα = προκαλώ αναταραχή: εσείς είστε απού πολομάτε τα σκάνταλα εις την Χώραν Βουστρ. (Κεχ.) 27610. 50) Πολομώ συντροφίαν = συντροφεύω, πβ. και Επιτομή, κάνω συντροφία, κάμνω Φρ. 110: μεις πολομούμεν σου συντροφίαν ως εκεί όπου μέλλει να πεζεύσεις και τότε πάμεν την δουλειάν μας Μαχ. 52615. 51) Πολομώ χάριταν = απονέμω χάρη, χαρίζω την ποινή: πολομούμεν κινούργιαν χάριταν όλους τους πταισμένους, κακοποιούς ... όλοι να είναι συμπαθημένοι Μαχ. 50637. Η μτχ. ως επίθ. = που δέχεται επιθέσεις/απειλείται, βασανισμένος: δηγούμαι βάσανα, πρίκες και μοιρολόγια| ογιά τη χώρα τη φτωχή και την πολεμημένη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 53115. Ο πληθ. αρσ. της μτχ. ενεστ. ως ουσ. = οι εχθροί: Κι εις τούτο έβγαλε φωνή προς του Πατρός δοσμένη| ζητώντα οι πολεμώντες τον να ’ναι συμπαθημένοι Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 126.
       
  • συμβουλάτωρ 
    ο, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Θ́ [97]· συβολάτορας, Χρον. σουλτ. 877· συμβουλάτορας, Χρον. Μορ. H 2500, Χρον. Μορ. P 2500, 7347, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 ΑΖ 39, 75, 90, 124, Ιακ., Παραιν. 9, Αχέλ. 947, Κώδ. Χρονογρ. 63, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 147, Κυπρ. χφ. 155, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1377, Γ́ 949, Έ́ 1290, 1360, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 17, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 6639, 10018· πληθ. συμβουλάτοροι, Ασσίζ. 2913, Χρον. Μορ. H 7347, Δωρ. Μον. XX δις, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 42, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 543, Δ́ 514, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1317, Στάθ. (Martini) Ιντ. β’ αρχή· συμβουλατόροι, Αχέλ. 976· συμβουλάτροι, Ασσίζ. 2788 (αν δεν πρόκ. για εσφαλμ. γρ. αντί συμβουλάτοροι).
    Πιθ. από το ουσ. συμβουλαί –ή (ή το ουσ. σύμβουλος) και την κατάλ. –άτωρ. Ο τ. συμβουλάτορας στο Somav. (γρ. συμβουλάτωρας) και σήμ. Ο πληθ. συμβουλάτοροι και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 806, λ. συμβουλάτορας). Ο πληθ. συμβουλατόροι από μετρ. αν.· πβ. πληθ. συβουλατόροι σε έγγρ. του 15. αι. (Κακ.-Πάνου, Κυπρ. πεζ. λόγ. 148). Τ. συβουλάτορας σε έγγρ. του 19. αι. (Τωμ.-Παπαδάκη Α., Κρητ. έγγρ. Ά́ 90) και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., συμβουλάτορας). Η λ. τον 12. αι. (LBG) και στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ.
    Σύμβουλος (στην υπηρεσία βασιλιά ή άρχοντα)· συμβουλευτής: Είχεν ο βασιλιός πολλούς με φρόνεψη και πλούτη| συμβουλατόρους του ακριβούς και μπιστικοί ήσαν τούτοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 72.
       
  • σχολάζω, 
    Σπαν. (Μαυρ.) P 473, Διγ. (Trapp) Gr. 11, 1019, Σαχλ. B́ (Wagn.) PM 202, 222, 268, Σαχλ., Αφήγ. 436, 485, 817, Φυσιολ. B 1112, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1127, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 32, 783, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 46, Ιακ., Παραιν. 15, Zygomalas, Synopsis 197 Η 5 δις, Διγ. Άνδρ. 3645, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 275, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 11, 13, κ.α.· ασκολάζω, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Γ́ 1261· ασχολάζω, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 1376, Χριστ. διδασκ. 304· σκολάζω, Διγ. Z 4325, Χρον. Μορ. H 4992, Σαχλ., Αφήγ. 580, Έπαιν. γυν. (Vuturo) 634, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 166, 3917, Συναξ. γυν. 436, Πένθ. θαν.2 237, Μορεζ., Κλίνη φ. 289v, Πανώρ.2 Ά́ 233, Έ́ 32, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 131, Κατζ. Β́ 237, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 13, Πιστ. βοσκ. I 2, 351, V 6, 185, Διαθ. 17. αι. 5135, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 15231, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 526, 1142, Γ́ 271, 551, 817, Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 26, Β́ 151, Αποκ. Θεοτ. I 212, II 167, Διήγ. πανωφ. 55, Διήγ. ωραιότ. 385, 787, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 631, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 368, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3035, 4972, 5415, κ.π.α.· σκολάζω ή σκολώ, Gesprächb. 11824, Δευτ. Παρουσ. 33, 37, 301, Απόκοπ.2 115, 373, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 469, Τριβ., Ρε 263, Αχέλ. 448, 728, 1284, 1786, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 35, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 61· σκολνώ, Hagia Sophia f 58916‑17· σκολώ, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 18, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. μετά στ. 513· σχολάζω ή σχολώ, Byz. Kleinchron. Ά́ 8343, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 39, 40-41, Γεωργηλ., Θαν. 630, Δευτ. Παρουσ. 293, Αχέλ. 732, Πιστ. βοσκ. V 6, 238· σχολώ, Έκθ. χρον. 819, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 4, 638· γ́ εν. αορ. ησκόλασεν, Συναξ. γυν. 398.
    Το αρχ. σχολάζω. Ο τ. ασκολάζω και σήμ ιδιωμ. (Τσιτσέλη, Γλωσσάρ. Κεφαλλ., λ. σκολάζω) και στο ΑΛΝΕ. Ο τ. σκολάζω (<σχολάζω με ανομ. τρόπου άρθρωσης σχ> σκ) στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., Παπαδ. Α., Λεξ., Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Τσιτσέλη, ό.π., κ.α.) και στο ΑΛΝΕ. Ο τ. σκολνώ (<σκολώ με μεταπλ. κατά τα ρ. σε ‑νώ με βάση το συνοπτικό θ. σκολασ‑ κατά το σχ. επείνασα – πεινώ) και σήμ. (ΛΚΝ, Κριαρ., Λεξ.)· πβ. τ. σχολνώ στο Somav. Ο τ. σκολώ (<σχολώ με ανομ. τρόπου άρθρωσης σχ> σκ) στο Κατσαΐτ., Κλ. Ά́ 49, 51 και σήμ. Ο τ. σχολώ (<σχολάζω με μεταπλ. κατά τα ρ. σε ‑ώ με βάση το συνοπτικό θ. σχολασ‑) στο Somav. και σήμ. Η λ. και σήμ. λόγ.
    Α´ Αμτβ. 1) α) Παύω, καταπαύω, σταματώ: Μ’ α στέκω ν’ αφουκράζομαι, κρίνω πως δε σκολάζει (ενν. ο Γύπαρης),| μα με τσι πελελάδες του θέλει να με πειράζει Πανώρ. Β́ 413· όταν παίζει η τσεγκίστρια, να τερεντίζει και αυτός (ενν. ο δυσχερής) μαζί και να την υβρίζει ότι δεν σχολάζει Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 130· Και όλοι μας ελέγαμεν η φλέγα να σκολάσει| και ’νάψει ουδέν κανένας μας δεν είχε το λογιάσει Διήγ. ωραιότ. 933· Και άλλες όταν παντρευτούν,| θέλουν διά να πομπευτούν,| δοκιμάζουν και άλλους θέλουν,| να σκολάσουν πλέο δε θέλου! Έπαιν. γυν. (Vuturo) 210· (μέσ.): Η μάνητα του βασιλιού είναι διχώς θεμέλιο·| με τον καιρόν σκολάζεται, το κλάημα φέρνει γέλιο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 996· (σε μεταφ., προκ. για τον τροχό της θεάς Τύχης): και όσα κάμει δεν μπορεί τον θάνατον να φύγει (ενν. ο Διγενής),| διατί ο τροχός εσχόλασεν και το σκοινί εσώθη Διγ. Α 4391· (σε παροιμ. χρ.): και το κακό, ως κι αν είν’ μικρό κι άφαντο στην αρχή του,| α δε σκολάσει, γίνεται πολύ στην τέλειωσή του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 282· Ένας, παιδί μου, οπ’ αγαπά ολημερνίς συχνιάζει| και να θωρεί ταχιά κι αργά την κόρη δε σκολάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1482· β) τελειώνω, διακόπτομαι: σαν λυθεί και σχολάσει το παναγύριν, δεν έχει πλέον πράξες και αγοράδες· απού ’ψούννισεν, εψούννισεν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 161· αφήνω του και δώδεκα μουζούρια σιτάρι το χρόνο παντοτινό ώστε να ζει. Και ωσάν αποθάνει, να σκολάζει το σιτάρι να μην το δίδου πλιο Διαθ. 17. αι. 657· Ζιμιόν ζιμιόν οι πόνοι τσ’ εσκολάσαν| και στάθηκε και το ’μα κι εις καμπόσον Πιστ. βοσκ. V 7,99· Πού η τιμή και ο πλουτισμός, η δόξα και το κράτος, η παρρησία η θαυμαστή, η του Βελισαρίου;| Ήργησαν όλα, εχάθησαν, εσκόλασαν συντόμως Διήγ. Βελ. χ 364· (μέσ.): με τον καιρό σκολάζεται η μάχη και τελειώνει| και το κακόν οπού ’γραψε μ’ άλλο καλό το λειώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 1195· (σε παροιμ. χρ.): ήφηκε πάλι τσι πολλούς και πλιο δεν τσ’ ανεμοιάζει·| το πράμα οπού ’ναι στανικώς, ογλήγορα σκολάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 828· Δος μου να μάθω γρήγορα κι η ώρα μασε βιάζει| κι οπού σπουδάζει τη δουλειάν απονωρίς σκολάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1872· γ) παύω να εργάζομαι, έχω αργία, διακόπτω προγραμματισμένα την ημερήσια απασχόλησή μου: Την Κυριακήν και κριτάδες και λαός των πόλεων και τεχνίται πάντες αργείτωσαν, σχολαζέτωσαν Zygomalas, Synopsis 197 Η 2· κατάπαυσις λέγεται το σχόλασμα του μαΐστορος, όταν καταπαύσει την εργασίαν του, όχι να σχολάσει, μα να καταπαύσει, διότις σχόλασμα είναι να παύσει ολίγον ή καμίαν ημέραν και πάλι να αρχίσει Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 456· Είχε Σωσάννα σύνηθες, όταν ο ήλιος δένει,| στο περιβόλι έμπαινε αέρα για να παίρνει,| αφόντις εσκολάζασιν οι άνθρωποι ’κ το παλάτι,| και δεν εθώριε κανείν να είναι μπρος εις αύτην Δεφ., Σωσ. 97· τα λάχανα καθάριζε (ενν. ο αφέντης του γαδάρου) και τὄριχνε τα φύλλα,| κι όνταν εσκόλα το βραδύ, εφόρτωνέν τον ξύλα Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 18. 2) α) Απασχολούμαι, καταγίνομαι, αφοσιώνομαι σε κ.: Διγιατί ου ράφτεις το; Ουκ ευρίσκω τσαγκάρην. Και πού εστίν εκείνος; Εκείνος σχολάζει εις τον αμπελώνα Sprachlehre 106· ο βασιλεύς Μανουήλ προ πολλού την βασιλείαν τῳ υιῴ Ιωάννῃ αναθείς, αυτός γέρων ων εκάθητο σχολάζων εν μελέτῃ θείων λογίων Δούκ. 22914· Ο σουλτάν Μεεμέτης δε νέος ων εις ηλικίαν του μείρακος ... ουκ ήκουεν αυτούς εν ουδενί, αλλά σχολάζων ην εν κυνηγεσίοις και πότοις Έκθ. χρον. 810· (μέσ., μτβ.): Ο σουλτάν Μεχεμέτης δε νέος ων ... εσχολάζετο ... κυνηγεσίοις και πότοις Ιστ. πολιτ. 113· β) φοιτώ, συχνάζω: Είτα ... έθεσεν νόμον (ενν. ο Μέγας Κωνσταντίνος), ότι τινάς να μην δουλεύει την Κυριακήν των Βαΐων έως την Κυριακήν του Θωμά, μόνον να σχολάζουσιν εις την εκκλησίαν Χρον. βασιλέων 220· Εις εκκλησίαν ουδέν πατούν (ενν. οι πονηροί άνδρες), εις πνευματικόν ουδόλως·| την Κυριακήν, οπού ’πρεπεν όλοι των να σχολάζουν| εις όρθρον, εις εσπερινόν και εις την λειτουργίαν Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 783· Περί κυβευτών και ταυλιτών και μεθυόντων αρχιερέων και κληρικών και σχολαζόντων εν κυμβάλοις Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 108400. 3) Διστάζω, κάμπτομαι: Γράψειν είχα και πλεότερον στου προλόγου τον λόγον,| αμή σχολάζω, αφήνω το, διατί έχω μέγα φόβον,| ότι φοβούμαι ταπεινός μη ανασπασθεί ψυχή μου Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 42· (μτβ.): Σχολάζω το να πάγω εμπρός, ν’ αφηγηθώ και τ’ άλλα ... Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 430. 4) Περιττεύω· (εδώ σε παροιμ. χρ.): «Ου χρήζεις,» λέγων «τέκνον μου, επαίνου αλλοτρίου,| σχολάζει ουν ο έπαινος, αληθείας φανούσης» Διγ. Z 2341. Β´ Μτβ. 1) α) Παύω, καταπαύω, σταματώ, εξαλείφω: Δεν εσκολάσα δέησες και προσευχές να κάνου| και πάντα τες ελπίδες τους εις το Θεό να βάνου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2681· μα σιγανά το ξύπνησε (ενν. εσύ το τέκνο), το κλάημα σκόλασέ το,| με τα κανάκια ντύσε το κι αποχαιρέτησέ το Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 429· Και όσον επλήθυναν οι σεισμοί η φλέγα αδυναμίζει| και να σκολάζει τον θυμόν απού ’χεν αρχινίζει Διήγ. ωραιότ. 148· τόσον είναι η ατιμία κακή, ότι τας μεν τιμωρίας του κορμίου παύει ο βασιλεύς, την φήμην δε δεν δύνεται κανένας να την σκολάσει, όπερ παράδοξον είναι Zygomalas, Synopsis 147 Β 33· β) περατώνω, τελειώνω: επαίζασιν τα όργανα, λαβούτα και τυμπάνους·| ημέρας δέκα έπαιξαν κι εσχόλασαν τους γάμους Διήγ. Αλ. Σεμίρ. S 1249· Εν τούτῳ παύω απεδώ, θέλω του να σκολάσω| ετούτο όπου αφηγήσομαι, άλλο να καταπιάσω Χρον. Μορ. H 1199· μην τηνε ’ξαναγκάσουσι (ενν. την Αρετή) κι ένα μαχαίρι πιάσει| και μπήξει το μες στην καρδιάν, όλα να τα σκολάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 364· γ) (σε ιδιάζ. σύντ.) παύω να εργάζομαι έναν ορισμένο χρόνο, αργώ προγραμματισμένα: Το Σάββατόν σου αγίαζε, κάμε να το σχολάζεις,| καμιάν δουλειάν και αργόχειρον βλέπεσαι μην κοπιάζεις Χούμνου, Κοσμογ. 2685· Αυτός (ενν. ο Ιησούς) το άγιον Σάββατο, που ’ναι παραδομένο| όλ’ οι άνθρωποι να το σκολούν, γιατί ’ναι τιμημένο,| δεν το ψηφά για τίποτες ουδέ το λογαριάζει,| για τούτο με τα θαύματα πολλά το ατιμάζει Προσοψάς, Δράμα γενν. τυφλού 474. 2) α) Απασχολούμαι, καταγίνομαι, αφοσιώνομαι: χωριζόμενοι από την συντροφίαν των πολλών, εκατοικούσαν κατά μόνας, εν ησυχίᾳ, σχολάζοντες με νηστείαν τῃ προσευχῄ και τῃ δεήσει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 76· έτσι σχολάζοντας με πλέα επιμέλειαν με την θεωρίαν και με την θεολογίαν ας καταφρονήσομεν τες ψεύστικες φροντίδες Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11125· Πατέρων παίδες ευγενών εις την γραφήν σχολάζουν,| τα γράμματα σπουδάζουσιν ν’ απέλθουν να τα μάθουν Φλώρ. 159· β) φοιτώ, συχνάζω: Ούτος τοίνυν ο θαυμαστός Βασίλειος ο Ακρίτης| παιδόθεν εις καθηγητήν παρά πατρός εδόθη| και τρεις όλους ενιαυτούς μαθήμασι σχολάζων| τῃ του νοός οξύτητι πείραν έσχε γραμμάτων Διγ. Z 1336· Περί του πώς ο Βασίλειος εσχόλαζεν τοις μαθήμασιν εις τον καθηγητήν Διγ. Άνδρ. 34236. 3) (Προκ. για χρον. διάστημα) περνώ, δαπανώ: αυτούς όλους (ενν. τους χρόνους) αργά και ταχιά τους εσκόλαζεν (ενν. η πανάχραντος Θεοτόκος) παγαίνοντας εις τον αυτόν τόπον του κήπου εις το όρος των Ελαιών ... προσκυνώντας και προσεύχοντας Μορεζ., Κλίνη 215r. 4) Απέχω, παραιτούμαι: Αν έβρεχεν απάνω τους (ενν. των ανθρώπων) χρυσάφι ωσάν χαλάζι,| πάλι από την επιθυμιάν του πλούτου (ενν. ο άνθρωπος) δεν σκολάζει Πένθ. θαν.2 540. 5) Διακόπτω μια δραστηριότητα, απομακρύνω: Εσχολάσαν του πολέμου| ότι νυξ ήδη ’γεγόνει·| ηνεπαύθησαν την νύκταν·| επί της αυρίου πάλιν| εις την μάχην υπαγαίνουν Ερμον. V 6· και το δεντρόν ηρχίνησεν ...| να συχνοτρέμει, να χαλά, να δείχνει κάτω νά ’ρθει| κι εγώ το φαν εσκόλασα και από του φόβου επάρθην Απόκοπ. 246· ταύτην (ενν. την κόρην) εγώ, ως δυνατόν, εσκόλασα των δακρύων| τας χείρας εκ των πλοκαμών έσυρον μετά βίας,| παρηγορώντας την εγώ να έχει καλάς ελπίδας Διγ. Α 2647. Εκφρ. (Βλ. Du Cange, λ. σχολάζουσα εκκλησία, σχολάζων επίσκοπος) α) Σχολάζων/σχολαζόμενος επίσκοπος/αρχιερεύς = ιεράρχης που δεν έχει ποίμνιο, επειδή δεν αποδέχθηκε την επισκοπή, απομακρύνθηκε ή παραιτήθηκε από αυτήν και όχι λόγω προσωπικού παραπτώματος: άλλος δεν είναι ο σχολάζων επίσκοπος ειμή μόνον ο επίσκοπος, οπού να χειροτονηθεί, και δεν δύνεται να υπάγει εις την εκκλησίαν του Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1465 έ́ 13· Περί σχολαζομένου αρχιερέως και σχολαζούσης εκκλησίας, και ότι ο αρχιερεύς δεν έχει εξουσίαν να μεταβαίνει εις άλλου αρχιερέως εκκλησίαν, αν και ο λαός εκεί τον αγαπήσουν και τον κρατήσουν Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1465 έ́ 1· β) σχολάζουσα/σχολαζομένη εκκλησία = εκκλησία της οποίας ο αρχιερέας έχει αποβιώσει ή είναι σχολάζων: σχολάζουσα εκκλησία είναι, οπού αποθάνει ο μητροπολίτης ή ο επίσκοπος Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1465 έ́ 10· Περί σχολαζομένου αρχιερέως και σχολαζομένης εκκλησίας, και ότι ο αρχιερεύς δεν έχει εξουσίαν να μεταβαίνει εις άλλην εκκλησίαν, αν και ο λαός τον κρατήσουν εκεί Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 17010.
       
  • ταβλίον, 
    το, Zygomalas, Synopsis 290 T 32 (γρ. ταυλείον)· τάβλι, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 122· ταβλί, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. μετά στ. 202· ταβλίν, Φλώρ. 1439· ταβλί(ο)(ν), Ερμον. Ε 219, Διήγ. παιδ. (Eideneier) 618, 922, Λεξ. IV 558, Ιακ., Παραιν. 91, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 729 κριτ. υπ., 736 κριτ. υπ.
    Το μτγν. ουσ. ταβλίον (TLG). Ο τ. τάβλι, από τ. ταβλίον, και σήμ. Ο τ. ταβλί στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ. (λ. τάβλα), Κονόμ., Ζακυθ. λεξιλ., Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β́, Τσιντίλη-Βλησμά, Λεξ. Ιθάκ.). Ο τ. ταβλίν τον 8.-9. αι. (TLG) και σήμ. ιδιωμ. (Φαρμακ., Γλωσσάρ. 39, Παπαγγέλου, Κυπρ. Ιδίωμ.). Τ. τάβλιν (Παπαδ. Α., Λεξ., Μηνάς, Ιδιώμ. Καρπάθου) και τάβιλ’ (Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ., Κοντονάτσιου, Διάλεκτ. Λήμν.) σήμ. ιδιωμ. Βλ. και LBG, λ. ταβλί(ο)ν.
    1) α) Είδος επιτραπέζιου τυχερού παιγνιδιού που παίζεται με ζάρια και πούλια, τάβλι: και τα ταβλιά και τα χαρτιά και τα ζάρια να τα καύσουν| κι εις όσα βλάπτουν την ψυχήν παιχνίδια να τα παύσουν Γεωργηλ., Θαν. 312· Και εμπαίνοντά του, ηύρεν τον αποστολέ και έπαιζεν ταβλίν με τον αβικάρην τον Σουλουάνην Βουστρ. (Κεχ.) 404· (εδώ το τυχερό παιγνίδι που παίζεται μόνο με ζάρια· ζάρια): μιᾳ ... ημέρᾳ εκαθέζετον ο αυτός πρωτοβεστιάριος μετά τινών αρχόντων και έπαιζαν τα αζάρια ήγουν το ταβλί Ιστ. πατρ. 1005· β) (συνεκδ.) ο αντίστοιχος άβακας πάνω στον οποίο παίζεται το παιγνίδι: και νά βρουν πρωτοζαριστήν και να τον εμπρεδέσουν,| να τους εβγάλει το ταβλίν κι εμπρός του να το θέσουν Σαχλ. Ά́ (Wagn.) PM 201· κι αν χάσουν, δεν παιδεύουνται, θέλουν να ’κδικαιωθούσιν,| και πάλιν να διαγείρουσιν κι εις το ταβλίν να ’λθούσιν·| θαρρώντα να κερδίσουσιν εχάσαν ό,τι είχαν Σαχλ. Ά́ (Wagn.) PM 205. 2) Τραπέζι: Τότες ανοίγει η προσπετίβα της σένας και φαίνεται ο μάγος, και έχει ένα ταβλί ομπροστά του με πολλά λίμπρα απάνω σε δαύτο και κάθεται εισε μία καδέκλα και διαβάζει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ μετά στ. 68. — Βλ. και τάβλα.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης