Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αβγό(ν)
- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 13376, Ασσίζ. (Σάθ.) 49220, Ορνεοσ. (Hercher) 57930, Πουλολ. (Krawcz.) 160, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) χκ́, Ch. pop. (Pern.) 511, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 133, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 227, 610, 1161, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 214, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 40020, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 4186, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8824.
Από τη συνεκφορά τα ωά> ταουά> ταουγά> ταβγά‑τ’ αβγό (Χατζιδ., ΜΝΕ Β́́ 322, 328-329 και Τριαντ., Ν. Εστ. 33, 1943, 303-305). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Αβγό, όπως και σήμ. (ΙΛ στη λ. 1): όπου είν’ τ’ αβγά της μελενά και τα πουλιά της μαύρα Ch. pop. (Pern.) 511.
αγγουρέα- η, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) χιδ́· αγγουρία, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 5539.
Από το ουσ. αγγούρι. Ο τ. αγγουρέα και σήμ. (ΙΛ).
Το φυτό αγγουριά: τρίψας ρίζαν αγρίας αγγουρίας Ορνεοσ. αγρ. 5539.
αγκινάρα- η, Πωρικ. (Camar.) S 10516, Πωρικ. (Camar.) P 10613, Πωρικ. (Wagn.) V 61, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 169 ͵αξη’, Λέοντ., Αίν. (Legr.) I 135, Χρησμ. (Trapp) I 144, 158, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ́́ 309.
Το ουσ. κινάρα με παρετυμ. προς τα αγκύλη, αγκίστρι (Kalits., Erkl. Eust. 109-110). Κατά Buturas (Glotta 5, 1914, 189) από το προθετ. α‑ και το *γκινάρα. Για τη λ. αγκινάρα βλ. και Λαμπρινός (Ελλην. 33, 1981, 252). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Το φυτό αγκινάρα (όπως και σήμ., βλ. και Kalits., Erkl. Eust. 109): Την αγκινάρα την ξερή εγώ ’δα να καρπίσει Πανώρ. Γ́́ 309. 2) α) Ο καρπός του φυτού αγκινάρα (βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Έ́ 94): Οι κουκούτσοι μαγειρεύουν,| αγκινάρας καθαρίζουν Χρησμ. Ι 144· β) ο καρπός αγκινάρα προσωποποιημένος: Ήσαν δε καθήμενοι και οι αληθείς μάρτυρες: ο γέρων Πέπονος, … Αγκινάρα και Μελιτζάνα και κατεδίκασαν την Στάφυλον Πωρικ. P 10613.
αγουριδοζούλαπον- το, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) ψί́, ψιζ́́.
Από τα ουσ. αγουρίδα και ζουλάπιν.
Ποτό από χυμό αγουρίδας (πβ. Κουκ., ΕΕΒΣ 17, 1941, 105): Περί οξοζούλαπον, λεμονοζούλαπον, αγουριδοζούλαπον Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) ψιζ́́.
αγροικώ,- Τρωικά (Praecht.) 5334, Ασσίζ. (Σάθ.) 2818, 3523, 9431, 17831, 20913, 2141, 33823, 47222, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 278, Χειλά, Χρον. (Hopf) 356, Μαχ. (Dawk.) 214, 28633, 30234, 36410, 36629, 46628, 33, 47416, 57813, 59617, 60211, 62019, 65410, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 330, 336, Αλφ. (Μπουμπ.) Ι 32, Βουστρ. (Σάθ.) 425, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 418, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 653, 654, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 231, 136, 232, 676, 7520, 7714, 964, 10439, 11644, 1194, 35, 1258, 12624, 14110, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 434, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 422, Πεντ. (Hess.) Αρ. XXVII 20, Δευτ. IV 10, Αχέλ. (Pern.) 78, 1161, 2245, 2464, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 9127, 12526, 12819, Κατζ. (Πολ. Λ.) Γ́́ 77, 367, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ́́ 104, Ερωφ. (Ξανθ.) Β́́ 76, Γ́́ 63, Δ́́ 34, 470, Έ́ 490, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 161, 164, 169, 170, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 173, 263, 435, 961, 1509, Β́́ 1943, Γ́́ 32, 1314, Δ́́ 1189, 1984, Έ́ 375, 416, 642, Θυσ. (Μέγ.)2 115, 179, 354, 613, 702, 833, 1116, Ευγέν. (Vitti) Πρόλ. 82, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Β́́ 57, Γ́́ 1, 55, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Ά́ 398, 1026, 1033, Β́́ 17, Γ́́ 1194, Χορ. Γ́́ 88, Έ́ 628, 1009, 1124, 1183, 1416, Φορτουν. (Ξανθ.) Πρόλ. 132, Ά́ 135, Πρόλ. άγν. κωμ. (Morgan) 16, Ζήν. (Σάθ.) Ά́ 189, Γ́́ 231, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 13711 (έκδ. αουρικήσουν) 13929, 18023, 1944, 47014, 51813, 5204, 5402, 56417· εγροικώ, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4120, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 164 χοζ́́, Διήγ. Βελ. (Cant.) 354, Λίβ. (Wagn.) N 2495, 2533, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 573, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 363, 5, Σφρ., Χρον. μ. (PG 156) 1058 C, Ch. pop. (Pern.) 490, Θησ. (Foll.) I 99, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 153, Συναξ. γυν. (Krumb.) 182, 785, Ξόμπλιν φ. 124v· γροικώ, Διγ. (Hess.) Esc. 860, Διγ. (Καλ.) A 10, 3856, Ασσίζ. (Σάθ.) 307, 333, 3411, 18, 10322, 1084, 14810, 24223, 2534, 39924, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 5350, Πτωχολ. (Schick) P 180, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1830, Αχιλλ. (Haag) L 344, Μαχ. (Dawk.) 88, 5027, 9017, 16224, 20810, 25013, 25830, 26022, 37, 31823, 31, 57833, 5909, 6222, Θησ. (Foll.) I 3, 4, 27δις, 39, 121, Ch. pop. (Pern.) 28, Βουστρ. (Σάθ.) 488, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5626, 5698-9, 71621, Ριμ. κόρ. (Pern.) 649, 763, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 513, 807, 903, 15310, 1554, Πικατ. (Κριαρ.) 346, 489, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 512, 555, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 492, 602, Βεντράμ., Γυν. (Knös) 180, 209, 210, Μυστ. παθ. (Parlang.-Μανούσ.) 12682, Αχέλ. (Pern.) 1327, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 252, 189, 4120, 734, 8416, 8512, 9132, 9316, 23, 1038, 1173, 11910, 1258, 14029, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 30, 118, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ́́ 478, 621, Δ́́ 83, 208, Έ́ 76, 118, 354, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ά́ 325, 358, Β́́ 319, Δ́́ 237, Ερωφ. (Ξανθ.) Ά́ 113, 221, 524, Β́́ 23, Ιντ. Β́́ 40, 133, Δ́́ 53, 255, 320, Έ́ 52, 625, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 349, 414, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 588, 1301, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2059, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 167, 188, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 170, 241, 630, 770, 1166, 1401, 1456, 1516, Β́́ 1987, Γ́́ 30, 32, 413, 1155, Δ́́ 448, 691, Θυσ. (Μέγ.)2 70, 107, 121, 178, 182, 193, 698, 704, 709, 714, Ευγέν. (Vitti) 973, 975, Στάθ. (Σάθ.) Γ́́ 330, Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 293, 485, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 138 ρμδ́́, 184 μέ́, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Χορ. Γ́́ 10, Έ́ 466, 1148, 1356, Λίμπον. (Legr.) 173, 278, Φορτουν. (Ξανθ.) Ά́ 102, 268, 273, Ιντ. Ά́ 45, Β́́ 211, Ιντ. Β́́ 40, Γ΄ 222, Έ́ 119, 146, 242, 258, Διγ. (Lambr.) O 724, 1399, 2437, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 15724, 15926, 17111, 22226, 2233, 33524, 3362, 38021, 3897, 39121, 42324, 47421, 51223, 53020, 54213, 55313, Διακρούσ. (Ξηρ.) 738, 8210· aγροικώ ή γροικώ, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 337, Ασσίζ. (Σάθ.) 13913, 39018, Βέλθ. (Κριαρ.) 635, 940, 1077, Εβρ. ελεγ. (Παπαγ.) 166, Ορισμ. Μαμελ. (Βόνν.) 986, Λίβ. (Lamb.) Esc. 386, 1670, Αχιλλ. (Hess.) N 1235, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 658, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 943, Μαχ. (Dawk.) 88, 9, 1235, 1620, 5027, 801, 18416, 28028-29, 29410, 31227, 4729, 47836, 6222, 63816, Θησ. (Foll.) I 27, 38, 47, 97, 109, 116, Ch. pop. (Pern.) 596, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) III 31, XI 7, Βουστρ. (Σάθ.) 433, Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 406, Πικατ. (Κριαρ.) 242, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 261, 556, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 4017, 587, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 91, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 3416, 14419, Ερωφ. (Ξανθ.) Β́́ 257, 443, Γ́́ 322, Έ́ 207, 325, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 279, 317, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Ά́ 59, 96, 1782, 1815, Β́́ 895, 1812, Γ́́ 10, 528, Δ́́ 205, 725, 840, 854, 1076, Έ́ 107, 982, 1234, Θυσ. (Μέγ.)2 640, Στάθ. (Σάθ.) Γ́́ 244, 255, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Β́́ 46, 117, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 56, 60, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ́́ 471, Πρόλ. άγν. κωμ. (Morgan) 57, Ζήν. (Σάθ.) Β́́ 107, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 311, Διγ. (Lambr.) O 2437, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1626, 41623, 47421, κ.π.α.
Από το επίθ. *αγροικός = νοήμων, που από το άγροικος = ανόητος, όπου το α‑ θεωρήθηκε στερ. (Χατζιδ., ΕΕΠ 9, 1913, 47-51). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
I. 1) α) Καταλαβαίνω, έχω την ικανότητα να κρίνω (πβ. ΙΛ στη λ. 1α): Μα σώνει δα ως εδεπά, κι οπού γροικά ας τελειώνει Βεντράμ., Γυν. 209· κι οπού κατέχει και γροικά, κι εις έτοια πάθ’ ά λάχει,| αντρειεύγει και κερδαίνει τη του ριζικού τη μάχη Ερωτόκρ. Δ́́ 691· Μα είντα μου ξάζει ν’ αγροικώ και τα πρεπά να γνώθω| εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον πόθο; Ερωτόκρ. Ά́ 263. β) (μέσ.): και γιατί άλλον δεν πεικάζω,| κάμνω σ’ όσον αγροικούμαι Κυπρ. ερωτ. 12624 [πβ. Φυλλ. Αλ. (Πάλλης) 136]· β1) κατανοώ, καταλαβαίνω (κάποιον): και του φρονίμου χάρασσε, και κείνος αγροικά σε Γεωργηλ., Θαν. 336· Δάσκαλος: Pulsa illam ianuam το λοιπόν. Γιάκουμος: Δε σου γροικώ, αδερφέ μου Κατζ. Δ́́ 237· β2) κατανοώ, καταλαβαίνω (κάτι): Εκείνους ήθελα τα γράψει, αλλ’ επειδή εκείνοι ως νέοι ακόμη δεν τα αγροικούν καλά, δι’ αυτό γράφω τα την ευγενείαν σου να τους παραινείτε Βησσ., Επιστ. 278· β3) καταλαβαίνω (κάτι από κάποιον): Πως τα τορνέσα θες ομπρός γροικώ σου· πιάσ’ τα κι άμε Κατζ. Ά́ 358· β4) καταλαβαίνω (με πρόταση) (πβ. ΙΛ στη λ. 1α): και έδωκέν τους ν’ αγροικήσουν ότι αρέσαν τους τα λογία Μαχ. 59617· και έδωκεν τους Τρώας ν’ αγροικήσουσι ποταποί είναι οι άρχοντες των Ελλήνων Τρωικά 5334· β5) το μέσο: μπορώ να συνεννοηθώ (με κάποιον) (πβ. Κατάγρ. Χαριτόπ. 150 και ΙΛ στη λ. 1ζ): και ο σουρτάνος εδιάβαζέν τα, ότι πολλοί αμιράδες δεν εγροικούντα μετά του, και εμούλλωνεν Μαχ. 6222· φρ.: γροικώ λογαριασμό = ακούω την υπαγόρευση της λογικής, σκέπτομαι λογικά Ερωτόκρ. Ά́ 1516, Δ́́ 854. 2) α) Αντιλαμβάνομαι, «παίρνω είδηση» (κάποιον, κάτι): Μ’ ας φύγωμεν από ’δεπά, να μη μάσε γροικήσει| τούτη, που μ’ είχε σκλάβο τζη, το φύγι να μποδίσει Ερωφ. Ιντ. Β́ 133· Τη νύχτα ασηκώθηκα δίχως να με γροικήσει| κι ήνοιξα την πορτούλα μας Κατζ. Ά́ 325· επειδή ημπόριε να το κάμει κρυφά, χωρίς να αγροικηθεί Σουμμ., Ρεμπελ. 169· Γείς οχ το σπίτι λογισμός μ’ έκαμε να κινήσω| κι εδώ στη βρύση μ’ ήφερε δίχως να το γροικήσω Πανώρ. Γ́́ 478· και συνηβάζεται κρυφά μ’ έναν καραβοκύρην| να τον επάρει μυστικώς κανείς μην το γροικήσει Ιμπ. (Κριαρ.) 644· β) αντιλαμβάνομαι (με πρόταση): Και σύντομα γροικήσασιν πως εγυμνοί εγυρίζαν Πικατ. 489· το μέσο: Δεν ξεύρεις όντα τρώει τινάς, δεν πρέπει να δηγάται;| εις πάσα λόγον μια γουλιά χάνει και δεν γροικάται Φαλιέρ., Ιστ. V 492. 3) α) Κρίνω, θεωρώ, νομίζω (πβ. ΙΛ στη λ. 1γ): κι εγώ δεν είμαι σα γροικάς, μηδέ σα βάνει ο νους σου Φορτουν. Έ́ 258· Είμαι επίγειος βασιλεύς, τρέμουν όταν με δούσι,| στην οικουμένην όλην δε αφέντην με γροικούσι Διακρούσ. 738· Η μια (ενν πληγή), σαν κλείσει ολότελα, γροικάται γιατρεμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ 1356· Περί φθαρτού και αφθάρτου του παναγίου άρτου και σώματος του Χριστού, πώς γροικάται, φθαρτόν είναι ή άφθαρτον Βακτ. αρχιερ. 184 μέ́· β) υπολογίζω, θεωρώ σημαντικό, εκτιμώ: Μα ’βλεπες τον καλόγερο να ’ναι αναμπουκωμένος| κι ως ένα λιόντα άγριο έδειχνε μανισμένος·| κι ερίχνασί ντου τουφεκιές, μα κείνος δεν τες γροίκα Τζάνε, Κρ. πόλ. 54213· Άντις σ’ εσέν η δόξα πλιότερ’ αγροικάται,| γιατί όσο πλια το νικημένο αξίζει,| τόσον ο νικητής πλέο τιμάται Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. Γ́́ 88· γ) κρίνω (ότι είναι δυνατό), προβλέπω: ουκ έχει φίλον ο πτωχός, διατί δεν έχει πράγμα,| διατί δεν εγροικά κανείς μ́’ αυτούς να διαφορεύσει Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 153· δ) κρίνω σωστό: κι ά λάχει το ενάντιον είντα ’χομεν να δούμεν;| αφανισμόν στα κάτεργα, γιαύτος δεν το γροικούμεν Τζάνε, Κρ. πόλ. 3362· Περί εκείνου οπού δανείζει το εδικόν του ετέρου ανθρώπου, και όταν του τα ζητήσει, λαλεί ότι χρωστεί τούτον περίτου παρά εκείνο οπού τον ζητά, και διά τούτον ουδέν γροικά να τον πλερώσει, αν ου μη το αγρωνίσει η αυλή Ασσίζ. 2534· Δεν γροικώ να σου απολογηθώ ώσπου να μου δείξεις την εξουσίαν τήν έχεις από τον ρήγα Μαχ. 31823· Διά τούτον γροικώ ότι ο αφέντης ο ρήγας να αναπληρώσει και να πλερώσει το δικόν τους Γενουβίσους Μαχ. 31831· ε) προτίθεμαι: Ας είσαι μάρτυρας λοιπόν, ω Άρη … (παραλ. 1 στ.) κι εσύ, κυρά μου δέσποινα … (παραλ. 2 στ.), ορθώσετε το χέρι μου και την φωνήν μ’ ομοίως,| εμένα που γροικώ να πω τα συνεργήματα σας Θησ. Ι 3. 4) α) Ξέρω: να είμεστεν πάντοτ’ έτοιμοι αφήτις δεν γροικούμεν| την ώραν όπου έρχεται ο κλέπτης να μας κλέψει Πένθ. θαν. N 512· ότι είστεν απόξενοι, τον τόπον ου γροικάτε Χρον. Μορ. P 5350· ήτον από την Σερβίαν και ομίλιε σέρβικα, και ρωμαίικα τελείως δεν εγροίκα· μόνον είχε δραγουμάνον, οπού ομίλιε Ιστ. πατρ. 1147· Και φυσικόν του καθενός τό βλέπει ν’ αγαπάει,| μα πρώτα θέλει να αγροικά σε τι πράγμα υπάει Δεφ., Λόγ. 422· β) ξέρω, μπορώ (να κάνω κάτι): σ’ ένα βοσκό άγνωστο σαν εμένα (παραλ. 1 στ.) να θέλου ν’ αποθέσουσι την διαφοράν εκείνη,| που ο μεγαλύτερος θεός δεν το γροικά να κρίνει Φορτουν. Ιντ. Β́́ 40. IΙ. 1) α) Αισθάνομαι: Καθημερνό τηνε ρωτού, είντα ’ν’ κι αδυναμίζει (παραλ. 1 στ.). Κι εκείνη με καλήν καρδιά και γέλιο πιλογάτο,| κι ήλεγε πως δεν είν’ κακά, αμή καλά ’γροικάτο Ερωτόκρ. Γ́ 32· ο κρουσμένος, όταν κοιμάται,| ως το ξύλον δεν γροικάται Συναξ. γυν. 760· β) ξυπνώ (πβ. το σημερ. νιώνω = ξυπνώ Ανδρ., Σημασ. εξ. 50): Κι εγώ νυστάζω και ποθώ καμπόσο ν’ ακουμπήσω·| και αν τύχει να πηγαίνομε, πέτε μου ν’ αγροικήσω Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 434· γ) αντιλαμβάνομαι (κάτι) με τις αισθήσεις, αισθάνομαι (κάτι) (πβ. ΙΛ στη λ. 2α): και εγροικούντα και σεισμοί πότε και πού … και άλλοι τις γροικούσαν και άλλοι δεν τις ενιώθασι Διήγ. πανωφ. 60· Πάμε λοιπόν στα ξώπορτα κι εκεί βρόμον γροικούμεν Διήγ. ωραιότ. 293· να μη γροικήσω το σπαθί να κόψει το λαιμό μου Θυσ.2 877· την κονταρά τα μέλη ντου όλα την εγροικήσα Ερωτόκρ. Β́́ 1812· κι απάνω ’ς τσι λαβωματιές τα πέταλα βουλούσα| και την πληγή ξεσκίζασι και πόνους εγροικούσα Ερωτόκρ. Δ́́ 1076· κι εκ την πολλήν ευλάβειαν ουδέν γροικούσι κόπον Παϊσ., Ιστ. Σινά 118· το μέσο: Μα μέσα <’ς> τσι δυο μήνες εγροικούμου| τη δύναμη δαμάκι του κορμιού μου Βοσκοπ. 317· δ) αισθάνομαι (συναισθηματικά): Άμετρην αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη| γροικά η καρδιά μου μέσα τση Φορτουν. Έ́ 146· Έρωτα, μ’ όσα βάσανα με κάνεις ν’ αγροικήσω Ερωφ. Γ́ 63· οκ την μεγάλην λύπησην σήμερον που γροικούσι Ευγέν. 973· ε) αισθάνομαι (με πρόταση): Βοηθάτε μου και δεν μπορώ· γροικώ κι εβγαίνει η ψη μου Θυσ.2 193· το νου τζ’ εγροίκα σαν πουλί να φύγει να πετάξει Ερωτόκρ. Έ́ 982· στ) υπομένω (κάτι): Γείς πόνος μ’ έσφαξε δριμύς, μα ’δα με σφάζει κι άλλος (παραλ. 1 στ.). Τον ένα δεν εδύνουμου, τσι δυο πώς ν’ αγροικήσω; Θυσ.2 115. 2) Διαισθάνομαι, προαισθάνομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): Τη γλώσσα σου γροικώ ξερή, θαμπό τ’ ανάβλεμμά σου Θυσ.2 107· Ώφου! και πώς το λόγιαζα κι ο νους μου πώς το γροίκα| η άργητα κι ο πόλεμος πως θα μου φέρει προίκα Τζάνε, Κρ. πόλ. 55313· Ω! πώς το γροίκα η καρδιά κι έτρεμεν το κορμί μου,| πώς θε να λάβγεις θάνατον ετότες, Κατερή μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 51223. IΙΙ. 1) α) Ακούω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3α): να μη θωρούν τα μάτια μου να μη γροικούν τ’ αφτιά μου Θυσ.2 178· και όσο ν’ αγροικήσουν το τρουμπέτιν, να ευρεθούν αρματωμένοι Μαχ. 36410· Πράμα καινούργιο σου γροικώ που άλλη φορά ποτέ σου| δε μου το ξεφανέρωσες Φορτουν. Β΄ 211· το μέσο: Κτύπους, λουμπάρδες στο Λίδο έξαφνα και γροικούνται Τζάνε, Κρ. πόλ. 38021· β) κάνω κάποιον να ακούσει (κάτι): μάζωξε εμέν τον λαό και να τους αγροικήσω τα λόγια μου Πεντ. Δευτ. IV 10· γ) ακούω με προσοχή (κάτι): Και κάθε πωρνόν επήγαινεν εις την Αγίαν Σοφίαν και εγροίκαν λειτουργίαν Βουστρ. 433· θέλετε γνωρίσει| σε τούτη μας τη κωμωδιά, οπού για ν’ αγροικήσει| καθένας από λόγου σας είστε εδεπά ερθωμένοι Φορτουν. Πρόλ. 132· δ) σε προστ.· πρόσεξε: Γροίκα, αφέντη βασιλεύ,| το λιθάρι τό φουμίζουν,| έχει σκώληκαν απέσω Πτωχολ. P 180· Σύρε, μα γροίκα, φίλε μου, πρι το χρυσάφι δούσι κάμε ν’ ανατριχιάσουνε όλοι να σε γροικούσι Ζήν. Γ́́ 231· ε) ακούω με καλή διάθεση: Και όποιος στα λόγια τους γροικά, τα λόγια τους πιστεύει,| εις το τσικάλι άνεμον εύκαιρα μαγερεύει Δεφ., Λόγ. 577· Αφέντη, μηδέν γροικάς εκείνου όπου σου λαλεί διά το δικόν του διάφορος, παρά γροίκα εκείνου όπου σου λαλεί διά ούλους το διάφορος Μαχ. 20810· στ) εισακούω: Μωραίνει, λέσι, ο Θεός λαόν που θ’ απολέσει| και παρακάλια δεν γροικά και προσευχές αν λέσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 15724· Άξιε θεέ, άλλοι το πρέπον δεν είναι ν’ αγροικούσι| ποτέ τα παρακάλια σου, μα να παρακαλούσι| πρέπει όλοι εσέναν Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́́ 57· ζ) υπακούω (πβ. ΙΛ στη λ. 4): Και αν δεν θελήσετε ν’ αγροικήσετε της βουλής μας, ακριβά θέλετε τα ξαναγοράσειν Μαχ. 47416· Κι ο γενεράλες είπε ντω λίγον να σταματήσουν| και τύχαινε την ορδινιά τ’ αφέντη ν’ αγροικήσουν.| Μα εκείνοι δεν εκούσανε, μ’ εθέλησαν να βγούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5204. 2) Δίνω τη δυνατότητα σε κάποιον να ακουστεί: και αν ένι ο απεβγαλμένος να αγκαλέσει εις αγκάλεμαν τον αυθέντην του ή την κυράν του, ή τα παιδιά τους, ή αυλή ουδέν πρέπει να του γροικήσει Ασσίζ. 333· Τοιαύτα πράγματα ένι απέ τα ποία οι άνθρωποι ουδέν πρέπουν να αγκαλέσουν εις την αυλήν και αν το ποίσουν, ουδέν εντέχεται ν’ αγροικηθούν Ασσίζ. 3523· και εκείνοι ορίσαν τον Περότ να τον απολογιάσουν, αμμέ δεν εμπόρησε ν’ αγροικηθεί Μαχ. 60211. 3) α) Ακούω, πληροφορούμαι: Ακριβέ φίλε, είμεσθεν πεθυμημένοι ν’ αγροικήσομεν περί της υγείας σου, παρακαλούμεν σε να μας το ποίσεις φανερόν με την γραφήν σου Μαχ. 28633· Και ο κούντης της Σαβογίας, όπου ’τον δηγημένος να έλθει διά τους Σαρακηνούς, γροικώντα την αγάπην επήγεν εις την Ρωμανίαν Μαχ. 16224· και θάνατο κριμένο τού ’δωκε τόσ’ απού ποτέ σ’ άνθρωπο πλιο κιανένα| να δόθηκε χειρότερος δεν έχω γροικημένα Ερωφ. Έ́ 52· Τούτοι που ’πεψαν προξενειές οι βασιλιοί για σένα,| πως είναι δίχως αρετές τους έχεις γροικημένα; Ερωφ. Δ́́ 320· Χίλιους μεγάλους βασιλιούς …| τον περαζόμενον καιρό έχομε γροικημένους,| κι είδασι και τ’ αμμάτια μας περίσσιους ν’ αποθαίνου Ερωφ. Ά́ 524· κι όπου γροικάται ο μπασιάς να παν να τονε φτάξουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 33524· β) το παθητ. = ακούομαι, γίνομαι γνωστός: Το τέλος τ’ έχει να γενεί μ’ έτοιο βαρύ κανόνα,| οπού δεν εγροικήθηκεν εις όλον τον αιώνα Θυσ.2 640· θέλω να γράψω ν’ αγροικάται:| ο πόθος, ποθητέ, μπορεί καμπόσα,| αμμ’ όχι γιον μιαν άγγρη μηδέ τόσα Κυπρ. ερωτ. 676· θέλει γροικάται στ’ ουρανού τα ύψη τ’ όνομά σου Πανώρ. Γ́́ 621. γ) αναγνωρίζομαι, γίνομαι παραδεκτός: το αδερφομοίρι να είναι και να γροικάται τση λεγάμενης κερα-Ελένας Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5347.
αίγα (II)- η, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 37430, 39815, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) σέ́, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 8611, 9621, 9723.
Από το ουσ. αιγόκλημα (με βίαιη πιθ. συγκοπή).
Αγιόκλημα: Και ήσαν και καλάμια υψηλά φυτευμένα και ευμορφότατα άνθη, νάρκισσος εφυτρώθη και τριαντάφυλλα και αίγες Διγ. Άνδρ. 37430· Αιγειοζούλαπον να βράσει με ξερές αίγες και νωπές να γένει κινητικόν· να πιεις (χφ. πις) την ημέραν του ανάπηγμα φορές δύο Ιατροσ. κώδ. σέ́.
αιγειοζούλαπον- το, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) σδ́́, σέ́.
Από τα ουσ. αίγα ΙΙ και ζουλάπι(ν) (που από το αραβ. giulᾱb = ροδόσταμα· βλ. Garz., Diz. λ. giulèbbe).
Αφέψημα από το άνθος (ή φυτό) αίγα, που έχει θεραπευτικές ιδιότητες (βλ. Κουκ., ΒΒΠ Έ́ 1952, 131-2): Να ποίσεις αιγειοζούλαπον ή νουφαροζούλαπον Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) σδ́́· Αιγειοζούλαπον να βράσει με ξερές αίγες και νωπές να γένει κινητικόν· να πιεις (χφ πις) την ημέραν του ανάπηγμα φορές δύο Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) σέ́. — Πβ. αίγα ΙΙ, ζουλάπι(ν), ιοζούλαπον, νουφαροζούλαπον.
αιμαγωγός,- επίθ., Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) Ϟέ́.
Το μτγν. επίθ. αιμαγωγός.
Που παίρνει το αίμα: επίθε(ρ)μα (sic έκδ., κώδ. επίθεμα) αιμαγωγόν Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) Ϟέ́.
ακίδα- η, Ασσίζ. (Σάθ.) 2432, 49331· αγκίδα, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) σνε΄, σνς΄, Gesprächb. (Vasm.) 10510, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [712].
Το αρχ. ουσ. ακίς. Ο τ. αγκίδα, που και σήμ. (ΙΛ), κατά Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 139 σημ. 1 και 502, από παρετυμ. προς τα αγκύλη, αγκίστρι.
1) Απόκομμα σε μορφή βελόνας που αποσπάται από ξύλο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. αγκίδα 1): Εις αγκάθι να σέβει εις χείρα ανθρώπου ή σκύλου ποδάριν ή να σκάσει πάθος. Έτερον όμοιον ή αγκίδ(α) ή αγκάθι να το σύρει Ιατροσ. κώδ. σνς΄. 2) Άκρη (πβ. ΙΛ λ. αγκίδα 8γ): Όλοι οι Συριανοί και Ρωμαίοι οπού ένι χανουτάροι, το δίκαιον κελεύει ότι να λαμβάνουν διά το τέλος από πάσα πράγμαν το να αγοράσουν απέ το φούντικαν και κάτω, εντέχεται να δώσουν τραχία έξι εις το μάρκον διαβητικόν απέ την ακίδαν του φούντικος και άνω Ασσίζ. 2432. Ιδιάζουσα χρήση: μια ’γκίδα = λίγο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. αγκίδα 1ς): Έχω βουλή αμετάτρεπτη να χάσω την ζωήν μου,| παρά μια ’γκίδα μοναχά να βλάψω την τιμήν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [712].
ακροβυστία- η, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) χπς΄· ακροβυστιά, Πεντ. (Hess.) Γέν. XVII 11, XXXIV 14, Έξ. IV 25, Λευιτ. ΧΙΙ 3, ΧΙΧ 23, Δευτ. Χ 16.
Το μτγν. ουσ. ακροβυστία.
1) Η άκρη του δέρματος του ανδρικού αιδοίου (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): και να πορτομήσετε τη σάρκα της ακροβυστιάς σας Πεντ. Γέν. XVII 11· και επήρεν η Ζιπορα κοφτερό και έκοψεν την ακροβυστία του υιού της Πεντ. Έξ. IV 25· Όταν τρώγει τον άνθρωπον ο αυλός του από δριμύτητος εις ακροβυστίαν Ιατροσ. κώδ. χπς΄. 2) (Μεταφ.) ακαθαρσία (πβ. ΠΔ [Tisch.] Λευιτ. ΧΙΧ 23): και ότι να έρτητε προς την ηγή και να φυτέψετε παν δέντρο φαγήσιμιο και να ακροβυστιάζετε την ακροβυστιά του Πεντ. Λευιτ. ΧΙΧ 23. 3) (Μεταφ., προκ. για καρδιά) σκληρότητα (Η σημασ. ήδη μτγν., ΠΔ [Tisch.] Δευτ. Χ 16): και να πορτομήσετε την ακροβυστιά της καρδιάς σας και τον κούπρινά σας μη σκληρύνετε πλια Πεντ. Δευτ. Χ 16.
άλειμμα(ν)- το, Ασσίζ. (Σάθ.) 19814, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 779, Ακ. Σπαν. (Legr.) 35209, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) λε΄, Gesprächb. (Vasm.) 979, Πεντ. (Hess.) Έξ. XXV 6, XXIX 7, XXX 25, XXXI 11, Λευιτ. VII 35, VIII 30, XXI 10, 12, Αρ. IV 16· έλειγμα(ν), Σπανός (Eideneier) Α 525· ήλειγμα.
Το αρχ. ουσ. άλειμμα. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Βλ. και Ψάλτ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 62.
1) Αλοιφή (για θεραπευτικούς σκοπούς) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Άλειμμα της αυτής οδύνης, εις την ανάγκην αυτήν Ιατροσ. κώδ. λε΄· δόκιμον εν τῃ πληγῄ άλειμμα επιθείσα Διγ. Gr. VI 779. Βλ. και τραυματάλειμμα. Πβ. αλοιφή 1· Ήλειγμα εις φλεγματικόν Ιατροσ. κώδ. ρμβ΄. 2) Ουσία αλειμμένη: εις κανέναν κυβέρτιν οπού ήτον τελείως εύκαιρον και έχουν απέσω κανέναν άλειμμαν διά να εμπούν τα μελίσσια Ασσίζ. 19814. 3) Λίπος, πάχος, ξίγγι (Για την εξέλιξη των σημασ. βλ. Ψάλτ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 62· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): εκατόν καντάρια γραίας ψείρας άλειμμα Ακ. Σπαν. 35209· άλειψέ τα εις τον οφαλόν σου, να τρέχει η πίσσα απέ τον κώλον σου, και έλειγμαν από τον κώλον σου Σπανός (Eideneier) Α 524. 4) Χρίσμα, τελετουργική εκδήλωση των Ισραηλιτών: Και να πάρεις το λάδι του άλειμμα και να χώσεις ιπί το κεφάλι του και να αλείψεις αυτόν Πεντ. Έξ. ΧΧΙΧ 7· Και επήρεν ο Μοσέ από το λάδι του άλειμμα και από το αίμα ος ιπί το θεσιαστήρι Πεντ. Λευιτ. VIII 30.
αλείφω,- Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 15, 10, 9252, 10287, 13360, 21104, Ιερακοσ. (Hercher) 49729, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher), 53610, 20, Ακ. Σπαν. (Legr.) 32142, 47588, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) ρξε΄, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 123, 131, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΧΧΙ 13, Έξ. XXVIII 41, XXIX 2, XXX 32, XL 10, Λευιτ. IV 3, 5, 16, VI 13, 15, XVI 32, Αρ. ΙΙΙ 3, VI 15, VII 10, 88, XXXV 25, Δευτ. XXVIII 40, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 275, 278, 292, Ευγέν. (Vitti) 204, Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 236· ’λείφω, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VIII 107.
Το αρχ. αλείφω. Η λ. και σήμ. κοιν. και με διάφορους τ. στα ιδιώμ. (ΙΛ).
1) Χρίω (στην ιουδ. τελετουργία) (Η σημασ. ήδη μτγν., Lampe, Lex.): και να αλείψεις αυτουνούς και να γεμώσεις το χέρι τους και να αγιάσεις αυτουνούς και να δουλεύουν εμέν. Πεντ. Έξ. XXVIII 41· ετούτα ονόματα παιδιά του Ααρών ιεριάδες οι αλειμμένοι ος εγέμισεν το χέρι τους να ιεριεύγουν Πεντ. Αρ. ΙΙΙ 3. Πβ. άλειμμα(ν) 4. 2) Αλείφω με θεραπευτικό σκοπό (Η σημασ. ήδη μτγν., Lampe, Lex.): και ενώσας αυτά ποίησον έμπλαστρον και άλειφε τας πληγάς αυτού Ορνεοσ. αγρ. 53620· το ελάδιν ας το αλείψει τα νεφρά της και τους μηρούς της Σταφ., Ιατροσ. 21104· αξούγγιν αίγειον άλειφε τα χείλη Σταφ., Ιατροσ. 110· πβ. άλειμμα 1. 3) Αλείφω (με μύρα) (Η σημασ. και στον Ξενοφ., την ΚΔ και τους Βυζαντινούς, Κουκ., ΕΕΒΣ 19, 1949, 81): Και του Χριστού το τίμιον άλειψες το κεφάλιν Σκλέντζα, Ποιήμ. 123. 4) Αλείφω μέλη του σώματός μου για καλλωπισμό, βάζω ψιμύθιο, φτιασίδι (Η σημασ., ήδη αρχ., και σήμ., ΙΛ στη λ. Μέσ. 1): Τούτο το γέρο πα να βρω, καλά να τον πλερώσω| για να μου δώσει ν’ αλειφτώ να ξανακαινουργιώσω Πανώρ. Α΄ 278· θα πάγω ν’ αλειφτώ καμπόσο ροδολάδι Φορτουν. Γ΄ 236. 5) Ρυπαίνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): κατουρώ και αλείφω τον Ακ. Σπαν. 47588· σκρόφας (= γουρούνας) πορδήν τα ήλειψαν Ακ. Σπαν. 32142.
αλείψιμον- το, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) ρμ΄, τλη΄.
Από το αλείφω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Αλοιφή θεραπευτική· επάλειψη: Έτερον αλείψιμον του στομάχου εις αυτήν την ανάγκην Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) τλη΄.
αλοιφή- η, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) τλ΄, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 853, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 12346, 13362, 14380, Θησ. (Βεν.) Θ΄ [236], ΙΑ΄ [513], Συναξ. γυν. (Krumb.) 534, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 273, 289.
Το αρχ. ουσ. αλοιφή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Αλοιφή που χρησιμοποιείται ως καλλυντικό (Η σημασ. ήδη αρχ., L‑S): άλλες βάνουν αλοιφήν| διά να γένουν ωσάν ψηφίν,| μαλακές και εγδαρμένες Συναξ. γυν. 534· Με χόρτα λέσι μια αλοιφή πως κάνει και με γάλα Πανώρ. Α΄ 273. Πβ. αλείφω 4. 2) Αλοιφή με θεραπευτικές ιδιότητες (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Η θαυμαστή αλοιφή του Γαβριλοπούλου ιατρού, η εις πολλά υγιαίνουσα Ιατροσ. κώδ. τλ΄· και ας τα τρίβεις αμάδι όλα εις έναν μουρτάριν και ας τα κάμεις αλοιφήν και να τρίβεις και αλείφεις την ψώραν Σταφ., Ιατροσ. 14380. Πβ. άλειμμα(ν) 1, αλείφω 2. 3) Λίπος (χοιρινό): Ιατροσόφ. (Oikonomu) 6410.
αμανιτάρι(ν)- το, Προδρ. (Hess.-Pern.) II G 39, III 151, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 5373· μανιτάρι, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 160, υϞη΄· μανιτάριν, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 9616· μανιτάριον, Διήγ. αναιρεθ. 8462·
Υποκορ. του ουσ. αμανίτης. Πβ. Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 187. Ο τ. μανιτάρι απ. στο Du Cange και ο τ. μανιτάριον σε κείμ. του 16. αι. (Act. Xér. σ. 243) και στο Du Cange Appendix. Η λ. και στο Du Cange, λ. αμανιτάριον, και σήμ. (Δημητράκ., λ. μανιτάρι).
Το φυτό μανιτάρι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. μανιτάρι): έχουσα στάχος, σύσγουδα, καρυόφυλλα, τριψίδια,| αμανιτάρια, όξος τε και μέλιν εκ το ακάπνιν Προδρ. ΙΙΙ 151· εάν φαρμακωθεί άνθρωπος από μανιτάρι Ιατροσ. κώδ. 160, υϞη΄. — Πβ. και αμανίτης.
αμανίτης- ο, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 9248, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 169, ͵αλθ΄, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 34228, 3433, 6, 8· ομανίτης, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 491.
Το μτγν. ουσ. αμανίτης. Για το σχηματ. του τ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. Β΄ 136. Η λ. και σήμ. στα ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ).
Το φυτό μανιτάρι (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S, λ. αμανίται και σήμ., ΙΛ στη λ. 1· πβ. Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 187 και Κουκ., ΒΒΠ E΄ 101): Όταν γαρ γίνεται βροχή, ... είθ’ ούτως ηλιακή καύσις, τότε μάλλον γίνονται οι αμανίται πλείστοι Μάρκ., Βουλκ. 3436· Εν τον’ εδώ που πρόβαλεν ωσάν τον ομανίτη Φιορεντίνος (Manusakas-Puncher) δίστ. 7.
αμεθυσία- η, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) ωπθ΄.
Από το επίθ. αμέθυστος. Βλ. και ΙΛ, λ. α‑ στερ. 1β. Η λ. και σήμ. ΙΛ, λ. αμεθυσιά.
Αποχή από τη μέθη, νηφαλιότητα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Περί αμεθυσίας Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) ωπθ΄.
άμουλα- η, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) χιζ΄.
Από το διαλεκτικό ιταλ. amola <λατ. hamula (Meyer, NS ΙΙΙ 10). Η λ. και σήμ. (ΙΛ) και Pern., Ét. linguist. Γ΄ 349. Απαντά και υποκορ. αμουλάκι (Pern., Ét. linguist. Α΄ 155 και Buturas, Kap. 66 και ΙΛ).
Φιάλη: Σταφύλι να αναθραφεί εις την άμουλα Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) χιζ΄.
ανάβασις- η, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 290, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) ωξγ΄, Λίβ. (Μαυρ.) P 2740, Λίβ. (Lamb.) Esc. 272, Δούκ. (Grecu) 42911.
Το αρχ. ουσ. ανάβασις. Η λ. και στο Du Cange και σήμ. (Δημητράκ., λ. ανάβαση). Πβ. και ΙΛ, λ. ανέβασι.
1) α) Ανέβασμα, εξόγκωση, ύψωση (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 3): από ανάβασιν νερού Λίβ. (Μαυρ.) P 2740· β) φούσκωμα, πρήξιμο: Περί ανάβασιν σαρκός Ιατροσ. κώδ. ωξγ΄. 2) Κατάπλους σε λιμάνι, άφιξη: ο τύραννος δε μαθών την ανάβασιν του στόλου γεγονυίαν εν Σινώπῃ Δούκ. 42911. 3) (Μεταφ.) ανέβασμα, πρόοδος (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. ΙΙΙ): έως ου να γένει η προκοπή και η ανάβασίς σου ηδεία Λόγ. παρηγ. O 290.
αναβατός,- επίθ., Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 162 φϟδ΄· ανάβατος (πιθ. κατά βιασμό αντί αναβατός) Πεντ. (Hess.) Λευιτ. II 11· ανέβατος (πιθ. κατά βιασμό αντί ανεβατός) Πεντ. (Hess.) Λευιτ.VI 10, XXIII 17· ανεβατός, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 262r τρις, 262v.
Το αρχ. επίθ. αναβατός. Οι τ. ανάβατος και ανεβατός στο Somav. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. ανεβατός).
1) (Προκ. για ζυμάρι ή ψωμί) ο ζυμωμένος με προζύμι, ζυμωτός (Η σημασ. ήδη στο Μιχαήλ Κηρουλάριο, Sophocl. στη λ. 2 και σήμ., ΙΛ, λ. ανεβατός A1): όλο το κανίσκι ος να προσφέρετε του Κύριου να μη γενεί ανάβατο Πεντ. Λευιτ. ΙΙ 11· από τα καθίσματά σας να φέρετε ψωμί ύψωμα δυο δεκάλιτρα σιμιδάλι να είναι ανέβατο Πεντ. Λευιτ. XXIII 17. 2) Ανάγλυφος (πβ. ΙΛ, λ. ανεβατός A3 και Βεν. κείμ. 2): Να γράψεις γράμματα αναβατά εις σίδερον Ιατροσ. κώδ. φϟδ΄.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 13376, Ασσίζ. (Σάθ.) 49220, Ορνεοσ. (Hercher) 57930, Πουλολ. (Krawcz.) 160, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) χκ́, Ch. pop. (Pern.) 511, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 133, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 227, 610, 1161, Αιτωλ., Βοηβ. (Băn.) 214, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 40020, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 4186, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8824.