Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αμπασσαδόρος
- ο, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 23, 25, 33, 97, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 5731, Δωρ. Μον. (Buchon) XXIII, XXVII, XLI, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 176, 182· ’μπασσαδόρος, Σταυριν. (Legr.) 539, Ποίημ. Αλ. Κύπρ. (Τζεδ.) 3170, Ιωακ. Κύπρ. 403, Καρτάν., Άνθ. 269· αμπασσιαδόρος Κορων., Μπούας (Σάθ.) 18· αμπαδασσόρος, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 183.
Το βενετ. ambassador (βλ. και Kretschmer, BZ 10, 1901, 586, και Triand., Lehnw. 137 = Τριαντ., Άπ. Α΄ 440). Η λ. σε όλους τους τ. της και σήμ., ΙΛ, λ. αμπασσαδώρος. Ο τ. αμπασσαδούρος απαντά στον Καρτάν., Άνθ. 269· βλ. και Du Cange, λ. αμπασσαδούρος και Kretschmer, ό.π. Ο τ. αμπασσιαδόρος από επίδρ. του ιταλ. ambasciatore (πβ. και ΙΛ, λ. αμπασσαδώρος, ετυμ.) και ο τ. αμπαδασσόρος οφείλεται σε αντιμετάθ. Σε κυπρ. χφ (Παντ.) 156 και τ. αμπαχιαδόρος, που πρέπει να ταυτιστεί με τον τ. αμπασσιαδόρος, για τον οποίο βλ. Παντ., Αθ. 34, 1922, 144· πβ. και Βαγιακ., Αθ. 59, 1955, 57.
Πληρεξούσιος, απεσταλμένος: Και την άλλη μερέα ο πασάς του σουλτάν Μουσταφά ονόματι Μπαγιαζίτης ήρθε εις την Πόλη αμπασσαδόρος και εμίλησε με τον βασιλέα Παλαιολόγο Χρον. σουλτ. 5731· ο αμπαδασσόρος των αρχόντων απηλογήθη ότι ... Σουμμ., Ρεμπελ. 183· και ούτως το βουλήθησαν στείλασ’ αμπασσιαδόρους| στην αυθεντίαν των Βενετιών αξίους δημηγόρους Κορων., Μπούας 18. —Συνών.: αποκρισιάριος, αποστολάτορας, αποσωστής, αράλντος, μαντατοφόρος.
απορίχνω,- Ερωτοπ. 530, Φαλιέρ., Ιστ. V 733, Παλαμήδ., Βοηβ. 563, Διγ. Άνδρ. 34628, Ερωτόκρ. Α΄ 833, 1353, Δ΄ 665, 688, 693, 712, 839, Ιωακ. Κύπρ. 490· απορίχτω, Ερωτόκρ. Λ΄ 1353· μτχ. αποριμένος, Σπαν. (Ζώρ.) V 181 (έκδ. απορημένος· διορθώσ.), 205 (έκδ. απορημένος· διορθώσ.).
Από το αρχ. απορρίπτω. Για την τροπή του ρίπτω σε ρίχνω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 291. Ο τ. απορίχτω ήδη στον Ησύχ. (Βογιατζ., Αθ. 28, 1916, ΛΑ 115-6). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. απορρίχνω).
I. Ενεργ. 1) Αποβάλλω, απομακρύνω: Αποτώρα απορίχνω όλην την έννοιαν αποπάνω μου Διγ. Άνδρ. 34628 (βλ. και αναγυρίζω Β1α, αναμερίζω α, αναχωρίζω Α, απαφήνω 3, απεκδύομαι, αποβγάνω 1, αποδημώ 3, αποδιώχνω β, αποκόπτω 4α, αποκρούω 1α, απομακραίνω Αα, απομακρίζω 1α, απομακρύνω 1α1, αποξενώνω)· φρ. απορίχνω την ψυχήν (μου) = πεθαίνω: Είπαμεν πως απόριξεν την μιαράν ψυχήν του Ιωακ. Κύπρ. 490 (βλ. και απεκδύομαι, αποσώνω Α2γ). 2) α) Παραπετώ, περιφρονώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. απορρίχνω 1): ωσάν ρίκτει ο κηπουρός το κίτρινον αγγούριν | και την ξηράν κολοκυθιάν και το σαφλόν πιπόνιν, | εδέτσι απέριξα κι εγώ την εδικήν σου αγάπη Ερωτοπ. 530 (βλ. και αθετώ 2, αναισχυντώ Β1, απαμπώθω, αποκρούω 3)· β) παραμελώ: Εμούλλωσε την κεφαλή και το κορμί απορίχτει Ερωτόκρ. Α΄ 1353· η μτχ. παθ. παρκ. αποριμένος = παραμελημένος: θέλει σου μείνει το έχειν του (έκδ. το έχοντας· διορθώσ.) έρημο, αποριμένον Σπαν. V 205 (βλ. και αθετώ 1α, αμελεύω, αμελώ, αμεριμνώ). IΙ. Μέσ. 1) Απομακρύνομαι: Οι δυσκολιές εκόπησαν και ο φόβος απορίκτη Φαλιέρ., Ιστ. V 735 (βλ. και ανασπώ II 1, αποξενώνω Β1β). 2) α1) Αφήνω τον εαυτό μου: οντε … … απορριχτεί στα βάσανα κι ολπίδα μπλιο δεν έχει Ερωτόκρ. Δ΄ 688· α2) παραμελώ τον εαυτό μου: Σα γέρος απορίχτηκες και δεν ψηφάς τη νιότη Ερωτόκρ. Α΄ 833· β) απελπίζομαι: Δεν πρέπει ν’ απορίχνονται, ουδέ πολλά να ολπίζουν Ερωτόκρ. Δ΄ 693 (βλ. και απαγορεύω Α1).
αποσώνω,- Προδρ. ΙΙ Η 25G, Καλλίμ. 2597, Διγ. Esc. 527, 836, 846, Διγ. Τρ. 901, Χρον. Μορ. H 500, 847, 2024, 2108, 3302, 3489, 4200, 4804, 5303, 6732, 6895, 6982, 8024, 8199, 8614, 9135, Χρον. Μορ. P 3730, Ορισμ. Μαμελ. 9616, Διήγ. Βελ. 73, Φλώρ. 87, 511, 1391,1648,1743, Περί ξεν. A 516, Λίβ. Sc. 1658, 2610, 2620, 2660, Λίβ. Esc. 3774, Λίβ. N 1778, Αχιλλ. N 1365 Ιμπ. 729, 880, Χρον. Τόκκων 1450, Μαχ. 1721, 1827, 41626, 6068, Σφρ., Χρον. μ. 2415, 3824, 5621, 6621, 8019, 8210, 9814, 12214, 13010, 1321, Θησ. Β΄ [507], Δ΄ [501], Γαδ. διήγ. 287, Κυπρ. ερωτ. 1311, 1713, 8638, Απόκοπ. 396, Κορων., Μπούας 136, Φαλιέρ., Ιστ. V 32, 38, Ψευδο-Σφρ. 24612, 28833, 29212,30626, 33434, 3387, 45810, 54625, Βίος γέρ. V 187, Θρ. Κύπρ. K 50, Άλ. Κύπρ. 1732, Κατζ. Ε΄ 299, Πανώρ. Β΄ 83, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 77, Γ΄ 60, Βίος αγ. Νικ. 141, Ερωτόκρ. Δ΄ 1738, Λίμπον. 214 Φορτουν. Ε΄ 223, Λεηλ. Παροικ. 580, Ιωακ. Κύπρ. 512, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15811, 23713, 2522, 26611, 36314, 43317, κ.π.α.· απεσώνω, Χρον. Μορ. P 2117, Απολλών. 830, Θησ. (Foll.) I 22, Βουστρ. 428, 447, Μαχ. 27430· ’πεσώνω, Βουστρ. 456, Κυπρ. ερωτ. 613, 8811· ’πεσών(ν)ω ή ’ποσών (ν )ω, Λίβ. Sc. 2107, Μαχ. 18622, 19019, 29213, 34031-2, 49233, 65215, Ριμ. Βελ. 810, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 505, 704· ’ποσώννω, Κυπρ. ερωτ. 12713 ’ποσώνω, Κάτης 87, Θρ. Κύπρ. M 232, Στάθ. Β΄ 241· μτχ. ’πεσωμένος, Κυπρ. ερωτ. 251· μτχ. ’ποσωσμένος, Θρ. Κύπρ. K 274.
Από το αρχ. αποσώζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Α´ Μτβ. 1) Μεταδίδω (κ.) αμέσως, ανακοινώνω (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 4): τους λόγους του απεσώσαν Χρον. Μορ. H 2108· και τόσα τους απόσωσαν φεματινά μαντάτα Χρον. Μορ. P 3730 (βλ. και αβιζάρω α, ανατίθημι Β, αναφέρω Α1α). 2) α) Περατώνω, τελειώνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2α): άλλες δουλειές επόσωσα μεγάλες στον καιρό μου Στάθ. Β΄ 241 (βλ. και αποκάμνω Β2)· β) συμπληρώνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): μα πάλι του Ρωτόκριτου η αντρειά της χάρης | απόσωνε σ’ ό,τι ήλειπε του άλογου ο καβαλάρης Ερωτόκρ. Δ΄ 1738 (βλ. και αναπληρώνω Α1α, ανασώνω 2α, αποκάμνω Β2)· γ) εξαντλώ (μέσ.) πεθαίνω (Πβ. ΙΛ στη λ. Β2): Σέρνοντας πόσοι πέφτανε τότες κι αποσωθήκαν, | πόσ’ αποθάναν με ραβδιές και πόσοι εκοπήκαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 26611 (βλ. και απεκδύομαι, αποβγαίνω 3, αποθαινίσκω, αποθαίνω Α1α, αποθνήσκω, αποκάμνω 1Α2, απομένω 8, απομεριμνώ 2, απορίχνω Α1 Φρ.)· δ) φθείρω, σπαταλώ: επέσωσες την άχαρήν μου νιότην Κυπρ. ερωτ. 613. 3) Επαρκώ: Αλήθεια, δίδεις με πολλά … (παραλ. 2 στ.)· τρισκαίδεκα γαρ είμεθα η πάσα φαμίλια | και αν εξετάσεις ακριβώς έμπροσθεν και τοις άνω, | και να νόησεις και τα πρόλοιπα το πώς με αποσώνουν Προδρ. II Η 25c. 4) α) Οδηγώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α7): Έννοια γλυκειά με την πικριά σμιμένη | τους αγαπούν εις τούτον αποσώνει | και δεν νιώθουν πώς ζουν αποθαμίνοι Κυπρ. ερωτ. 1713, 1311· απέσωσές μας ώδε να μας σκοτώσουν Μαχ. 41626· στην Θήβαν τους απέσωσεν και κατησφάλισέν τους Χρον. Μορ. H 3302· β) οδηγώ (κάπ.), στέλνω: πώς της θαλάσσου ο κίνδυνος, πώς η φορά τ’ ανέμου | στον Άδην μας απέσωσεν δίχως αιτίαν πολέμου Απόκοπ. 396 (βλ. και αναπέμπω 2, απομακρύνω Α1α1). Β´ Αμτβ. 1) α) Φτάνω, έρχομαι (Η σημασ., και σήμ., ΙΛ στη λ. Α10): χίλια καλώς απέσωσεν το παρηγόρημά μου Φαλιέρ., Ιστ. V 32· αφότου αποσώσασιν κι επιάσασιν κατούνες Χρον. Μορ. H 6732· Εις το Βρεντήσι απέσωσεν, ηύρεν τα πλευτικά του Χρον. Μορ. H 8614· επήγανε προπατηκτοί στη Σούδα αποσώσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 15811 (βλ. και ανασώνω 1, αναφαίνω Β β, αντεπέρχομαι)· β) (μέσ.) καταλήγω, βρίσκω καταφύγιο, θαλπωρή: μαννίτσα, το κεφάλι μου, το πολυπονεμένο | να ήτον και ν’ αποσώνετον εις τα γλυκά σου χέρια Περί ξεν. A 516· γ) (προκ. για πλοίο) προσορμίζομαι, καταπλέω: αφότου απεσώσασιν εκείσε εις τον λιμιώνα, την χώραν ετριγύρισαν της γης και της θαλάσσης Χρον. Μορ. H 847. 2) Προφταίνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 11): Σ’ έναν ανοιγοσφάλισμα των ομματιώ αποσώνω | και δίχως λύπηση καμιά τον άνθρωπο σκοτώνω Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 77 (βλ. και ανασώνω 2β). 3) (Ενεργ. και μέσ.) φτάνω στο σκοπό, κατορθώνω, πετυχαίνω: ’πέ το και πώς απέσωσες, πως ηύρες την Ροδάμνην Λίβ. Esc. 3774· επεσώθησαν τα κάτεργα να ρίψουν την παλαμάραν Μαχ. 34031-2 (βλ. και άκρα 9 φρ). 4) (Ενεργ. και μέσ.) καταλήγω, καταντώ: αρχή κακή πολλές φορές εις το κακό τελειώνει | και διά το τέλος το κακό και η αρχή κακά αποσώνει Λίμπον. 214· α στερευτώ το δεις σου εννοιάζομαι στο σκότος να ’πεσώσω Κυπρ. ερωτ. 8638· λέγει «κακά άπεσώθηκες» πρός Φλώριον η κόρη | και διά σε ολιγωρώ, πονώ, διχοτομούμαι Φλώρ. 1743 (βλ. και απογίνομαι 2γ, αποδίδω 6γ, αποκαταντώ, απομένω 7β).
επιτήδειος,- επίθ., Λίβ. P 10, 1197, Λίβ. Sc. 1513, 1714,1863, Λίβ. Esc. 3020, 3535, Λίβ. N 2352, 2551, Χειλά, Χρον. 351, Μαχ. 1416, Αλεξ. 834, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1485, Έκθ. χρον. 118, 722, Ψευδο-Σφρ. 35433, 3809, 3985, Βυζ. Ιλιάδ. 412, 1032, Ιστ. πολιτ. 541, Ιστ. πατρ. 1309, Ιστ. Βλαχ. 733, Σουμμ., Ρεμπελ. 161, Διγ. Άνδρ. 36629, Πρόλ. άγν. κωμ. 43· ’πιτήδειος, Εβρ. ελεγ. 164, Χρον. Τόκκων 2690, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 122, Πεντ. Έξ. I 19, Ερωτόκρ. Β΄ 145, Γ΄ 874, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [501], Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1153], Ε΄[1602], Διγ. O 637, Ιωακ. Κύπρ. 494.
Το αρχ. επίθ. επιτήδειος. Ο τ. ’πιτήδειος και σήμ. στην Κρήτη (Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 668]). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Α´ α) Ικανός, έμπειρος, επιδέξιος (Η σημασ. και σήμ. στην Κρήτη, Ξανθουδίδη, [Ερωτόκρ. σ. 668]): εν τῳ λέγειν επιτηδειότατος Σφρ., Χρον. μ. 16024· νέος γαρ ην τῃ ηλικίᾳ, αλλ’ ήν επιτήδειος εν πάσι Έκθ. χρον. 6011· αργυρομούστακο σπαθίν με ολόχρυσον θηκάριν,| εις χέριν επιτήδειον, οξύν, ηκονισμένον Φλώρ. 530· (μεταφ.): Ήθελα να ’χα τόσο νου κι έτσι ’πιτήδεια γλώσσα| ως όσον δικιον έχουσι τα πάθη μου τα τόσα Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 663· β) έξυπνος (Η σημασ. στο Βλάχ., λ. ’πιτήδειος): το παιδί εγένετο μέχρι χρονώ τεσσάρων.| Πανέμορφον, ᾽πιτήδειον υπήρχε το παιδίον Αχιλλ. O 44. Β´ (Προκ. για πράγμα) 1) α) Κατάλληλος (Η σημασ. στο Βλάχ., λ. ’πιτήδειος): ετέρας ύλας επιτηδείας προς πολιορκίαν πόλεως Ψευδο-Σφρ. 38430· βάνω σου το ρούχο μου, γιατ’ είν’ κρυό το χώμα·| για ξάνοιξε που σου ’καμα ένα ʼπιτήδειο στρώμα Θυσ.2 632· τρουμπέτες, άλλα μουσικά και όργανα ʼπιτήδεια Ιμπ. (Legr.) 454· επιτήδειον καιρόν ευρών εκείνος τότε Διγ. Z 2443· ηύραμεν επιτήδειον εις το περάσαι τόπον Λίβ. P 2082· δίδοντας της Κορίσκης κατά πολλά επιτηδειοτάτην αιτίαν, διά να βλάψει Σουμμ., Παστ. φίδ. Υποθ. [42]· β) επιδέξια κατασκευασμένος, όμορφος: βρίσκω βαγιά και κόφτω ένα κλαδάκι·| κάνω γοργό ᾽πιτήδειο δακτυλίδι Βοσκοπ. 139· γ) χρήσιμος· καλός (Βλ. και Βλάχ., λ. ’πιτήδειος): οπού βοηθά τ’ ανήμπορου και των απολπισμένω| έργον ᾽πιτήδειον πολεμά Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 226. 2) Χαρακτηριστικός: ηκούσαμεν συχνώς ομιλείν και θόρυβον μέγαν ποιείν έξωθεν επιτήδειον και είπον ημίν οι φύλακες ότι δι’ όλης της νυκτός ούτως ποιούσιν Ψευδο-Σφρ. 42229. Το θηλ. επιτηδεία ως ουσ. = επιδεξιότητα: εις ύπνον εγυρίσθησαν και μετά επιτηδείας| ανηλεώς εσκότωσεν όλους τους δούλους τούτου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 617· αλλήλως τρων και πίνουσιν και μετά επιτηδείας| δίδει ποτόν περίσσιον αυτή τον Ολοφέρνη Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1859. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = τα αναγκαία (εδώ της κηδείας): ερδινιάζασι τα επιτήδεια της θανής του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 435.
παρόλα- η.
[Το ιταλ. parola. Η λ. και σήμ. λαϊκ.]
Λόγος, κουβέντα: Ιωακ. Κύπρ. 403.
πεζός (II),- επίθ., Κώδ. Χρονογρ. 60, Λαυρ., Οπτασία Σ. 114, Ιωακ. Κύπρ. 400· απεζός.
[Το αρχ. επίθ. πεζός (L‑S σημασ. ΙΙ). Η λ. και σήμ.]
(Συν. προκ. για μεταγραφή κειμένου από λογιότερη, προγενέστερη μορφή σε απλούστερη) απλός, κατανοητός (Για τη σημασ. βλ. Τσολ., Ελλην. 17, 1962, 322, Μιχαηλίδης, Ελλην. 23, 1970, 332, Παναγ., Φίλτρα, Τιμητ. Καψ. 275-90): εμεταγράψαν φράγκικα απεζά τα στοιχήματα και εδείξαν τα του ρηγός Μαχ. 13834· (συχνά σε συνεκφ. με το ουσ. φράσις): Φυσιολογία νέα του πανιερωτάτου μητροπολίτου ... Δαμασκηνού εις πεζήν φράσιν Χρον. 304· Μετεγλωττίσθη δε παρ’ ημών ο λόγος ούτος, από του ελληνικού καλλωπισμού εις την πεζήν ταύτην και ακαλλή φράσιν, διά να γροικάται από κάθε άνθρωπον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 100· (εδώ υποτιμ.): η ση ενδοξότης ... επρόσταξε και την εμήν αμάθειαν να μεταφράσω εις πεζήν και χυδαίαν διάλεκτον το ένατον ιστορικόν βιβλίον του εκ Καισαρείας Προκοπίου Πορφυρόπ., Μετάφρ. Ανεκδ. Προκοπ. 218.
ραγιάς- ο, Χρον. σουλτ. 286, 10534, Λίμπον. 229, 259, 279, 306, Λεηλ. Παροικ. 515, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1805, 3727, μετά στ. 4218 δις, 4230, 4235 κ.π.α., Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16313, 1641, 22211, 5663, 5775, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 108, 355, 557, 572, 743, 760, 796· ραϊάς, Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 27218, 31, 27610, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 5788, 9422· ονομ. πληθ. ραγιάς, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 5338.
Από το τουρκ. raya (Ανδρ., Λεξ., Redhouse, λ. reaya). Ο τ. ραϊάς (για τον οποίο βλ. Kaplanis [Ιωακ. Κύπρ., Πάλη σ. 762], Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 187) στο Somav., σε έγγρ. του 18. αι. (Κουρσάρ. 173, 12, Γριτσόπουλος, Κιμωλ. 2, 1972, 42) και σήμ. ιδιωμ. (Λιάπης, Ιδίωμ. Πηλίου, Δελιόπουλος, Ρουμλουκ., Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. ρα’ιάς). T. αραγιάς σε κείμ. του 18. αι. (Τραγ. Αληδ. (Legr.) 374). Για την ονομ. πληθ. ραγιάς βλ. Kaplanis, [Ιωακ. Κύπρ., Πάλη σ. 762]. Η λ. σε έγγρ. του 18. (Τουρτόγλου, ΕΚΕΙΕΔ 15, 1968 (1972), 35, Κουρσάρ. 2218), 19. αι. (Παπαηλ., Επιστ. Χίου 411, 21, 24, 611, 866 κ.α., Κώδ. Σισανίου (Πανταζόπ.) 1153, 4, 12, 24) και σήμ.
1) α) Υπήκοος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, μουσουλμάνος ή μη μουσουλμάνος (για το πράγμα βλ. Δημητριάδη, Εβλ. Τσελ. 183-184): τα χωρία όλα ... ήρθανε και επροσκυνήσανε τον σουλτάν Μουράτη και έγιναν ραγιάδες Χρον. σουλτ. 769· Όρισε γουν (ενν. ο Σολεϊμάν) να φονεύσουσι τους ραγιάδες τους Χριστιανούς Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 287· Φράγκοι όσοι κι α θέλουσι ραγιάδες να γενούσι,| τα σπίτια και το πράμα τως, που ’χανε, να κρατούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1753· β) (κυρίως από τα τέλη του 17. αι.) χριστιανός υπήκοος της οθωμανικής αυτοκρατορίας: Σουλτάνε μου, αν είμεσθεν ξένοι, ως γιον λαλούσιν,| ας έρτουσιν οι πλάκες μας και κείνες μαρτυρούσιν·| να λέγομεν ονόματα, να ’ναι με τα χωριά μας,| πως είμεσθεν ραγιάδες σου εμείς με τα παιδιά μας Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 666. 2) Πιστός υπηρέτης: έχομεν άλγος άμετρον από κακούς ανθρώπους,| αυτούς οπού τα όρισαν κι έγιναν αυθεντάδες,| τους Παναγίους Τόπους εδαυτού, εις ταύτες τες ιντράδες,| ως είν’ τα προσκυνήματα του Σιναίου άγιου όρους,| ά έστιν άρτι συνοδειά τους Άραβους, τους Μόρους,| όπου ποτέ ήταν αυτοί όλοι εκεί ραγιάδες,| της θείας αυτής μονής όλοι εκεί ραγιάδες (παραλ. 1 στ.) αεννάως να υπηρετούν εις πάσας τας ημέρας| και των πατέρων εδεκεί να’ναι εις δουλοσύνην Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 9329, 9330.
ραγίζω,- Διγ. A 2678, Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 552, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 43, 201, 423, Απολλών. (Κεχ.) 627, Λίβ. διασκευή α 77, 706, Λίβ. Esc. 41, 44, 635, 3131, Αχιλλ. (Smith) N 1277, Θρ. Κων/π. (Mich.) 53, Θρ. Κων/π. H 3, Θρ. Κων/π. B 3, Θρ. Κων/π. διάλ. 6, Ch. pop. 772, Απόκοπ.2 243, 413, Σκλάβ. 23, Κορων., Μπούας 109, Αχέλ. 684, Σταυριν. 1139, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 94, 1667, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 783, Ιερόθ. Αββ. 332, Διήγ. ωραιότ. 264, Διγ. O 1824, Διακρούσ. (Κακλ.) 651· ραΐζω, Διγ. A 4399, Πανώρ.2 Β́ 170, Έ 181, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 1318, Στάθ. (Martini) Γ́ 130, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 545.
Από τον παθητ. αόρ. του ρήγνυμι και την κατάλ. ‑ίζω (βλ. και Ανδρ., Λεξ., Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 55). Ο τ. με αποβολή του ‑γ‑ στο Βλάχ. και σήμ. λαϊκ. Η λ. και σήμ.
Ά Αμτβ. (ενεργ. και μέσ.) 1) α) (Προκ. για αντικείμενο) σχίζεται η επιφάνειά μου χωρίς να γίνομαι κομμάτια, αποκτώ ή παθαίνω ρωγμή: τα σελοσκαλοχάλινα θωρούσιν έναν ένα| και πασπατεύγουν τ’ άρματα αν είναι ραγισμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 2284· β) (προκ. για κτίσμα) παθαίνω ρωγμή: ’Κκλησία γερή δεν έμεινεν, οπού να μην ραγίσει (ενν. από το σεισμό) Σκλάβ. 37· τ’ απελατίκιν έσυρεν ...| και τίναξεν το χέριν του και κτύπησεν το κάστρον| και από πάνω κάτω ράγισεν το δυνατόν το κάστρον Αχιλλ. L 884· γ) (προκ. για πλοίο) υφίσταμαι ρήγμα: τότε το ξύλον έπεσεν στ’ αριστερόν το πλάγι| κι εποίκεν κτύπον φοβερόν και, ως έδειξεν, εράγην Απόκοπ.2 358· δ) (τριτοπρόσ., με υποκ. τη λ. ουρανός) αστράφτει: Βροντή εγένετο φρικτή, ο ουρανός εράγη Κρασοπ. (Eideneier) AO 107· ε) (προκ. για τη γη) παθαίνω βαθεία ρωγμή όπως σε ισχυρό σεισμό, ανοίγω στα δύο: Ω γη πώς δεν ραΐζεσαι κι εμένα να ρουφήσεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1267]· ας πέσουν ’πού τον ουρανόν κάρβουνα και φωτία| κι η γης εκ τον πάτον ας ραγεί, να σκίσει διαμία Παλαμήδ., Ψαλμ. 427. 2) α) (Προκ. για οστό του σώματος) παθαίνω κάταγμα, σπάω: και το κοντάρι αν ήσπασεν, η χέρα δεν εράγη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1898· (σε κατάρα): Ανοίξῃ η κοιλία σου και τα πλευρά σου ραΐσουσι Σπανός (Eideneier) D 309· β) (μεταφ.) εξασθενώ σωματικά λόγω γηρατειών: πιστεύω δε πως εις ολίγον καιρόν να με έχεις και εμένα εκεί να με γηροκομήσεις, οπόταν τούτο το οστράκινον σκεύος του σώματός μου θέλει ραγίσει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 127. 3) α) Σπάω σε κομμάτια, διαλύομαι: και ο βούτσος να εβρόνταγε, να ραγισθεί εις δύο Κρασοπ. (Eideneier) S 99· γιατί ’πεσα κι εράγη το σπαθί μου Βοσκοπ.2 323· (εδώ σε παρομοίωση): σαν το γυαλί ραγίζουνται (ενν. οι μεγαλότητες και τα πλούτη), σαν τον καπνό διαβαίνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 607· (σε παροιμ. φρ.): Ουκ οίδα εγώ διότι εμίανα το αγγελικόν σχήμα και εραγίστην το σκεύος και έγινα χειρότερος από τον διάβολον παρήκουος ...; Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 178v· φρ. (1) ραγίζει/ραγίζεται η καρδιά (μου, σου, του ...) = (α) από έντονη λύπη και στενοχώρια: Δακρύζουν τα ομμάτια του (ενν. του ξένου), ραγίζεται η καρδία του,| την μάννα κράζει πάντοτε: «Πού ’σαι γλυκεία μαννίτσα ...» Περί ξεν. (Μαυρομ.) 519· Ώφου, ωχ, οϊμένα, τι γροικώ; Ψυχή, πώς δε χωρίζεις| απού το δόλιο μου κορμί; Καρδιά, πώς δε ραγίζεις; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 422· (β) από δυνατή ερωτική συγκίνηση: Στρέφομαι και θωρώ τη μες στα μάτια| κι εράγην η καρδιά μου τρία κομμάτια,| γιατί Έρωτες είχαν κι εδοξεύγα| και να με σαϊτέψουν εγυρεύγα Βοσκοπ.2 18· (γ) από φόβο: Ο δε Πάρις ως ουν είδεν τον Μενέλαον ομπρός του| εν τοις έμπροσθεν φανέντα, η καρδία του εραγίσθη Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Γ́ [49]· (2) ραγίζουν οι πέτρες = (α) προκ. να εκφραστεί βαθιά λύπη: έκλαυσεν, εθρηνήθηκεν αυτός και η Χρυσάντζα·| και αφ’ την θλίψιν την πολλήν κι οι πέτρες εραγίσαν Βέλθ. 1279· Ν’ αρχίσω ο κακότυχος να γράψω τά παθάνω (παραλ. 2 στ.), οι πέτρες να ραγίσουσιν, ο ήλιος να μαυρίσει,| δένδρη να εξεριζωθούν και ποταμοί να φρύξουν Περί ξεν. (Μαυρομ.) 283· (β) για τη δήλ. συνταρακτικού γεγονότος: εκεί πάλιν οι ασεβείς ήθελαν Τον εμπαίξειν:| «Αν κατεβείς ’πό τον σταυρόν, θέλομεν Σε πιστεύσειν».| Αι πέτρες τότε ράισαν και τα μνημεία ανοίξαν| και αυτοί οι ασεβέστατοι τότες σ’ αυτό εφρίξαν Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 8699· (3) τα σπλάχνα μου ραγίζουν = αισθάνομαι πολύ έντονο ψυχικό πόνο, «γίνομαι κομμάτια»: τα σπλάχνα μου εράγισαν, το φως μου εσκοτίσθη| και την καρδίαν μου δεινή επέρασεν ρομφαία Θρ. Θεοτ. 63· β) (μεταφ.) λυπάμαι βαθιά, νιώθω μεγάλη στενοχώρια: Και τις εκείνο το πικρόν χωρίς οδύνης είπῃ,| τις ου κενώσει ποταμούς δακρύων προ του λόγου,| τις ου ραγῄ την αίσθησιν και συντακῄ καρδίαν; Καλλίμ. 447· Όποιος σε τέτοιαν συμφοράν, λύπην σ’ εσέ δεν έχει| νιούτσικη κακορίζικη, και πόνον ν’ αγροικήσει| σ’ τόσον μεγάλο σου κακόν, και να μηδέν ραγίσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [588]. Β́ Μτβ. 1) Προκαλώ ρωγμή, σχίζω· (εδώ) σκάβω: Και παρευθύς ο βασιλεύς εκέλευσε ραγίσαι| την άμμον, ίνα τύχωσιν ύδωρ γλυκύν εκείσε Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 363. 2) (Μεταφ.) κλονίζω, κάμπτω: τα δάκρυά της εράγιζαν σκληρού ανθρώπου γνώμην Διγ. A 2674. 3) (Με αντικ. την λ. καρδιά) λυπώ βαθιά, προκαλώ μεγάλη στενοχώρια: Ράγισε τώρα την καρδιά, κλαύσε την αμαρτία Αλφ. (Μπουμπ.) II 33· αρχινίσανε τες φωνές συντροφιασμένες με το κλάψιμο εις τρόπον οπού την καρδίαν των ανθρώπων εράιζαν την ώραν εκείνην και εισέ λύπησιν μεγάλην τον έφερναν Σουμμ., Ρεμπελ. 180. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = που έχει ρωγμές: παρακκλησίδιον μικρόν όλον ζωγραφισμένον,| νυν δ’ εκ της παλαιότητος πρόκειται ραϊσμένον Παϊσ., Ιστ. Σινά (Καδάς) 1134.
ραέτι- το, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 8547· ραέττι, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 330.
Από το τουρκ. riayet (Redhouse). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. ραέτ’, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 605, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.).
α) Σεβασμός· φρ. κάμω ραέτια (με γεν. προσώπου) = (α) εκδηλώνω σεβασμό και φροντίδα σε κάπ.· περιποιούμαι: Και ο σουλτάν Πραχίμ είπεν: «Στον ορισμόν της,| θέλημαν έχει ως ποθεί να κάμει (ενν. η σουλτάνα) την οδόν της.| Εις το προσκύνημαν να πα εις του Μεκκέ τον τόπον,| να γράψω τους πασάδες μου ...| ραέτια να της κάμουσιν βασιλικά, ως πρέπει Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 679· (β) κάνω χάρη σε κάπ., βοηθώ κάπ.: Διότι ως χριστιανοί οπού ’μασθεν και αδέλφια| της αυθεντιάς σας ήλθαμεν να κάμομεν ραέτια.| Εις τον εχθρόν σας και ημείς να δράμομεν αντάμα Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 2488· β) (συνεκδ.) προνόμιο το οποίο παραχωρείται από τον οθωμανό ηγεμόνα ως ένδειξη σεβασμού, τιμής και φιλίας σε κάπ.: από τώρα και ομπρός αδέλφια να γενούμεν| ως εξαρχήθεν, αδελφοί, αγάπην να κρατούμεν (παραλ. 2 στ.). Σκάλες και τα πογάζια και όλα τα κουμέρκια| η αυθεντιά σας να ’χετε με περισσά ραέττια Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 7766.
ραίνω,- Διγ. (Trapp) Gr. 2494 κριτ. υπ., Διγ. Z 1196, 1204, Διγ. A 2882, 4768, Ερμον. Χ 359, Αλφ. 2133, Πανώρ.2 Γ́ 544, Διγ. Άνδρ. 33931, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 1456, Ψευδο-Σφρ. 29221‑22, Στάθ. (Martini) Β́ 94, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 840, Διακρούσ. (Κακλ.) 779, Τζάνε Εμμ., Αφ. 14211.
Το αρχ. ραίνω. Η λ. και σήμ.
1) α) Περιβρέχω με σταγόνες υγρού κάπ., ραντίζω: Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 584, Σφρ., Χρον. (Maisano) 6216‑17, Βοσκοπ.2 39· β) χύνω σταγόνα σταγόνα ένα υγρό: Κύων ... ει δε πάνυ καυματούμενος έλθῃ από της θήρας, φούσκαν μετά γλήχωνος συμμίξας ράνε εις το στόμα αυτού Κυνοσ. 5907· φρ. ραίνω δάκρυα = χύνω δάκρυα, κλαίω: Οι δε οφθαλμοί αυτού έραινον ποταμηδόν δάκρυα Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 19011. 2) Σκορπίζω κ. πάνω σε κάπ. (συν. λουλούδια, προς τιμή κάπ. ή σε τελετή): Σαχλ., Αφήγ. 747, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1396· (μεταφ.): Το ριζικό κι η μοίρα σας χίλια καλά να ραίνου Στάθ. (Martini) Γ́ 523. 3) α) Ποτίζω: Βρύσις ήτον ερωτική, τον κήπον κατεβαίνει| από φουσκίνας πάντρεπνου και πλήρης πανευμόρφου·| τα δένδρη δε και τα φυτά έραινε η φουσκίνα Αχιλλ. (Smith) N 778· β) ψιχαλίζω· βρέχω· (εδώ σε σχ. αδύνατον): βροντή εγένετο φρικτή και ο ουρανός εράγη,| οι καταρράκται έραναν τριών χρόνων κρασάκιν Κρασοπ. (Eideneier) V 106.
ράσο- το, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 686, Πένθ. θαν.2 328, Φαλλίδ. (Παναγ.) 143, 274, Σεβήρ., Σημειώμ. 4γ, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 2γ, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 285, Β́ 279, 316, 319, 388, Αποκ. Θεοτ. I 191· ράσο(ν), Πουλολ. (Τσαβαρή)2 570, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 504, Ιμπ. 581, 741, Θησ. I [798], Απόκοπ.2 145, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 655‑6, Μορεζ., Κλίνη φ. 105v, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1108 ξγ́ 8, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 90, Σεβήρ., Σημειώμ. 96, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 364α, 365· ράσον, Προδρ. (Eideneier)2 Β́ 26-12 κριτ. υπ., Δ́ 472, 472‑1 κριτ. υπ., Απολλών. (Κεχ.) 159, 171, Βυζ. Ιλιάδ. 615, Σεβήρ., Σημειώμ. 17, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 34ε.
Από το λατ. επίθ. rassus <rasus (βλ. Κριαρ., Λεξ., λ. ράσο, Kahane, Sprache 385, Τριαντ., Άπ. 1 493 και OLD, λ. rassus)· βλ. και επίθ. ράσος (Lampe, Lex., LBG). Ο τ. ράσον στο Du Cange και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ράσο(ν), Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. ράσο(ν) κ.α.). Η λ. τον 5. αι. (TLG) και σήμ. κοιν. με τη σημασ. 3 και ιδιωμ. με τη σημασ. 2 (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. ράσο(ν), Ευαγγελίδης Δ., Λαογρ. Δ́ 1912-13, 14517).
1) Επεξεργασμένο χοντρό ύφασμα, κομμάτι υφάσματος (συν. μάλλινο ή τρίχινο που έχει αποξεστεί και λειανθεί)· πιθ. τσόχα: κηρόπισσον λειώσας μετά ελαίου περίχριε την γαστέραν και φασκίασον αυτό (ενν. το παιδίν) με το ράσον Ιατροσόφ. (Oikonomu) 532· Η δε ενδυμασία (ενν. εις την έρημον) εστίν από παλαιά ράσα τρίχινα και γούνες, όλα πεπαλαιωμένα ..., διά να κατατρύχει την ταλαίπωρον ετούτην σάρκα Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 762. 2) Το ένδυμα ή πανωφόρι (συν. φτωχικό) από χοντρό ύφασμα (τσόχα): Μπλιο ζαμπέτια δε μυρίζω,| μα βρομώ όλος και σκανίζω,| εγδυμνός και ξεσκισμένος| κι εις τα ράσα τυλιμένος,| πλήσες κόνιδες γεμάτος Φαλλίδ. (Παναγ.) 105· (μεταφ.) κατάσταση στην οποία βρίσκομαι σε φρ. όπως: εγδύνομαι τα ράσα της αμαρτίας (πβ. Επιτομή, λ. εκδύω II2): μας ήγδυσε (ενν. η Δέσποινα) τα παλαιά ράσα της αμαρτίας και ήντυσέ μας την χιονοφεγγόφωτον στολήν του αγίου βαπτίσματος Μορεζ., Κλίνη φ. 154r. 3) Το απλό ποδήρες ένδυμα των μοναχών: απάνω εις το τζιμπούνιον ωσάν απανωφόριν,| φορεί (ενν. ο Πάρις) ρασίτικον καμπάν, ήτον των καλογέρων (παραλ. 1 στ.). Τινές οπού τον έβλεπαν τον Πάρι με το ράσον,| ενόμιζον καλόγερος μετά της φορεσίας,| εκ τους πτωχούς εφαίνετον μικρός δυστυχισμένος Βυζ. Ιλιάδ. 609· (συνεκδ.) το ιερατικό και το μοναχικό σχήμα ιδίως στις φρ. βάζω / φορώ / ενδύομαι (το/τα) ράσο/‑α (πβ. Επιτομή, λ. ενδύω I1β): επήγες και εκουρεύτηκες, ...| αλλά την γνώμην έχεις την, ... (παραλ. 1 στ.) και ουδέ τα ράσα εντρέπεσαι, κατηραμένε κόραξ Πουλολ. (Τσαβαρή)2 573· αφού θήσουσι λόγον (ενν. αι παρθένοι γυναίκες) ότι εις γάμον να μην σέβουσιν ..., και υπάσι εις μοναστήριον και φορέσουσι ράσα ... Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1109 ξγ́ 40· εντύνομαι τα ράσα μου, κουρεύομ’ απατή μου, (παραλ. 1 στ.) και δείχνω μεγαλόσχημη και μοιάζω σαν ’γουμένη Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 299· Ετούτοι είναι οπού εβάλασι το αγγελικό σκήμα, ήγου| το ράσο, να γενούνε ιερείς ό καλογέροι Αποκ. Θεοτ. I 187.
ρεΐζης- ο, Έκθ. χρον. 433, 5, 11, Αχέλ. 217, Ιστ. πολιτ. 5521· ραΐζης, Τριβ., Ταγιαπ. 167, Χρον. σουλτ. 13210· ραΐσης, Αχέλ. 79, 1980.
Από το τουρκ. reis (Redhouse). Ο τ. ραΐσης το 14. αι. (TLG). Τ. ρεΐσης σε κείμ. του 18. (Κουρσάρ. 154, 24) και ως επών. (Βαγιακ., Βίος επων. 141) και ρεΐτζης σε έγγρ. του 17. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 7, 1957, 48). Η λ. σε έγγρ. του 15.-16. (Miklos.-Müller, Acta III 338), 19. αι. (Μαλανδράκης, Ελλην. 10, 1937-1938, 375, Κοντογιάννης, Αθ. 30, 1918, 98), και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 615)· βλ. και ΑΛΝΕ.
Αρχηγός, επικεφαλής· (ναυτ.) καπετάνιος πλοίου (για το πράγμα βλ. Redhouse, λ. reis σημασ. 2, Kaplanis [Ιωακ. Κύπρ., Πάλη 762]): Είχε (ενν. ο σουλτάνος Μπαγιαζίτης) δύο γαλούνια δυνατά και μεγάλα· εις το ένα ήτονε ραΐζης Κιαμάλης και εις το άλλο ήτονε ο Μπραΐμη ραΐζης Χρον. σουλτ. 1326, 7· Ήλθαν και οι ραΐζηδες των δύο γαλουνίων| και είπασιν ... Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1051.
ρετζιμέντο,- το, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 465‑6, 528, 1077, Διακρούσ. (Κακλ.) 1156, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2846· ρεγιμέντο, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 17320· ρετζαμέντο, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 4881.
Από το ιταλ. reggimento - βενετ. rezimento. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ.).
1) Κεντρική διοίκηση: μες στην Κωνσταντινόπολιν, οπού ’ναι ρετζαμέντο| και των Ρωμαίων η αρχή σε ταύτο το κομέντο Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 5523· ανώτατο διοικητικό σώμα μιας επαρχίας: να κομπαρέρει εις το εκλαμπρότατον Ρετζιμέντο Ρεθέμνου και εις τον υψηλότατον αφέντη ρετούρη Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 515. 2) Στρατιωτικό σώμα: κράζει τα ρετζιμέντα,| ογιά να δώσου θέλημα, να παίξου την τρομπέτα,| ..., τη χώρα να γυρίσου,| για να ετοιμαστούσινε αύριο να κινήσου,| να πάσιν εις το Χάρακα και τον εχθρό να βρούσι,| για να τονε νικήσουνε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 24417.
ρήμα- το, Σπαν. A 77, Σπαν. B 75, Σπαν. P 16, Προδρ. (Eideneier)2 Β́ 17, Διγ. A 774, Διγ. Z 3132, Συνθήκ. Καλλ. (Μέρτζ.) 16, Ερμον. Β 88, Η 288, Ω 44, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 631, 811, Φλώρ. 873, Απολλών. (Κεχ.) 678, Αχιλλ. (Smith) O 102, 742, Διήγ. Βελ. N2 145, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 223, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) O I15, Σοφιαν., Γραμμ. 71, 74, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 922, 1044, Ιστ. πολιτ. 1112, Πτωχολ. (Κεχ.) P 343, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 4473· γεν. εν. ρημάτου, Λεξ. Μακεδ. τίτλ.
Το αρχ. ουσ. ρήμα. Η λ. και σήμ. γραμμ.
1) α) Αυτό το οποίο λέει κάπ.· λέξη, κουβέντα, ομιλία: Διγ. Z 1184, Αχιλλ. (Smith) N 1730, Κορων., Μπούας 34· (προκ. για προφητεία ή θεϊκή αποκάλυψη· βλ. και Lampe, Lex. 1): Ο λόγος ούτος ουκ εμός, προφητικόν το ρήμα:| «Εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός, ουαί και θρήνος ...» Γλυκά, Στ. 315· Νυν απολύοις τον δούλο σου, Δέσποτα, εν ειρήνῃ,| ότι κατά το ρήμα σου ο λογισμός μου κλίνει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2247· (ως είδος σύστ. αντικ.): Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 593, Απολλών. (Κεχ.) 205· (σε ιδιάζ. σύντ.): «Ανδρίζου, ω παμφίλτατε». Ευθύς δε συν τῳ λόγῳ| ισχύν αναλαβόμενος το ρήμα της φιλτάτης| τον Ιωαννάκιον έκρουσα άνωθεν του αγκώνος Διγ. Z 3101· εκφρ. (1) διά ρήματος = με προφορικό λόγο, με το στόμα: ουδέν ένι κρατημένος εκείνος διά ρήματος τίποτες προς τον έτερον, με το κείμενον, ουδέ κατά την ασσίζαν Ασσίζ. 40922· (2) κατά ρήμα = λέξη προς λέξη (πβ. έκφρ. κατά λόγον, ά. κατά Εκφρ.): επροστάχθην να συγγράψω (παραλ. 1 στ.) των Ελλήνων τας ανδρείας| των αρίστων κατά ρήμα Ερμον. Πρόλ. 40· φρ. συντάσσομαι ρήματά τινι = συμφωνώ με κάπ., συνομολογώ: Και δη την ψυχήν καμών και εις ανάμνησιν ελθών των ρημάτων, ων συνετάξατο τῳ Μουσταφᾴ άρτι εν τῃ Λήμνῳ νήσῳ διάγοντι ... μετακαλείται Δημήτριον Λάσκαριν Δούκ. 17323· β) λόγος, αφήγηση: Αλλ’ επί το προκείμενον να στρέψομεν το ρήμα Σκλάβ. 167· Άρτι εις το προκείμενον να φέρομεν το ρήμα Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 4711· γ) εντολή, διαταγή: Ω βασιλεύ παγκάλλιστε ...,| ουκ έπταισα την βασιλείαν σου ποτέ κανέναν ρήμα Διήγ. Βελ. χ 141. 2) (Γραμμ.) κλιτό μέρος του λόγου που δηλώνει ενέργεια, πάθος ή κατάσταση του υποκειμένου: Ρήμα έναι έν από τα μέρη του λόγου οπού κλίνονται, τ’ οποίον ξεχωρίζει τα πρόσωπα, αν ενεργούν ή πάσχουν ... Σοφιαν., Γραμμ. 46.
ρήσις ‑η- η, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 3867.
Το αρχ. ουσ. ρήσις. Η λ. ρήση και σήμ.
1) α) Λόγος, ομιλία: Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 100r· (εδώ προκ. για γραπτό λόγο): Ημείς δε ... (παραλ. 4 στ.) παρεξεβάλομεν αυτήν διήγησιν του Αχιλλέως| και μετεβάλομεν αυτήν εις σαφεστέραν ρήσιν Αχιλλ. (Smith) N 1908· β) προφητικός λόγος, προφητεία: Παραμικρόν μακρύναμεν περί διά κριμάτων| των εν Τριάδι ενός Θεού, Κυρίου θελημάτων (παραλ. 1 στ.) απανταχού τοις σύμπασιν απόφασες και ρήσες Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 4710. 2) Φράση κειμένου, χωρίο: Μορεζ., Κλίνη φ. 7v.
ρητόν- το, Μορεζ., Κλίνη φ. 7v, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) Πρόλ. 36· ρητό(ν), Προδρ. (Eideneier)2 Ά 122.
Το αρχ. ουσ. ρητόν. Ο τ. ρητό και σήμ.
1) α) Ομιλία, λόγος: Μορεζ., Κλίνη φ. 7r, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 8686· β) (προκ. για γραπτό κείμενο) γλώσσα, ύφος (για τη σημασ. πβ. L‑S λ. ρητός I3): Ταύτα πάντα περιέχει το παρόν και ταπεινόν ημέτερον πόνημα ... αλλά με τα ολίγα αυτά εις τους φρονίμους σημαδεύει πολλά γνωρίσματα, αγκαλά και είναι πολλά απλόν εις τα ρητά Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) Πρόλ. 52. 2) Γνώμη που εκφράζεται επιγραμματικά και έχει καθολικό κύρος· απόφθεγμα, γνωμικό: εις το τέλος της ζωής του έκαμεν (ενν. ο Μπερτόλδος) και άλλα ρητά αποφασιστικά και καταπολλά ωραιότατα Μπερτόλδος 3. 3) Χωρίο κειμένου, απόσπασμα: ποιήσομεν σύζευξιν κατά το ρητόν του αγίου Ευαγγελίου λέγοντα «όπου δυο και τρεις συνηγμένοι, εκεί και ’γώ εν μέσῳ αυτών» Ολόκαλος 725.
ριζικόν- το, Σπαν. A 577, Σπαν. (Ζώρ.) V 344, 348, Διδ. Σολ. Ρ 52, Ασσίζ. 501, 14610, κ.α., Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 597, Χρον. Μορ. H 6648, Χρον. Μορ. P 4904, 5098, 6648, Φλώρ. 217, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1217, Αχιλλ. L 8, Ιμπ. 63, 366, 769 κριτ. υπ., Χρον. Τόκκων 437, 519, 600, κ.α., Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 23 κριτ. υπ., Lettres 1453 15, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 46, 84, 87, Μαχ. 2626, 62232, Θησ. Γ́ [682], Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 483, Βουστρ. (Κεχ.) 11415, 30010, Διήγ. Αλ. V 27, 42, 84, Κακοπ. 71, Βυζ. Ιλιάδ. 531, 632, Μαλαξός, Νομοκ. 417, 447, Αχέλ. 861, 1831, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 618, 3111, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2818-9, Πηγά, Χρυσοπ. 318 (2) (τετράκις), Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 8336, Κυπρ. ερωτ. 91, 7818, 9729, κ.α., Πιστ. βοσκ. IV 4, 57, IV 5, 96, Ιστ. Βλαχ. 1226, Διγ. Άνδρ. 32322, 36624, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 715, 1538, Β́ 2091, 2243, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 859, Νομοκ. 38624, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [394], [427], [892], κ.α., Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 134, Μπερτόλδος 54, 62 δις, Βίος Αισώπ. (Eideneier) D 20915, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 2973, 8107· εριζικό, Χρον. Μορ. P 2482· εριζικό(ν), Χρον. Μορ. P 5627· εριζικόν, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4899, 11181, 11605, Χρον. Μορ. H 1373, 1601, 2482, 5098, 7946, Χρον. Μορ. P 167, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. S 309, 697, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 10514, 1075, 1257, 28716‑17· ριζικό, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 2740, Χρον. Μορ. P 280, 1373, Φαλιέρ., Ιστ.2 137, 152, 299, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 224, Θησ. Γ́ [636], Έ [111], Ί [803], Ch. pop. 557, Κάτης (Τικτοπούλου) 106, Αλεξ.2 269, 2356, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 650, 1301, Βεντράμ., Φιλ. 17, 278, Διήγ. Αλ. G 28530, 34, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 190v, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 523, 809, 1929, Πανώρ.2 Ά 27, 190, 269, Β́ 63, 244, Γ́ 118, κ.α., Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 48, 105, 447, 565, κ.α., Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 91, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 86, 105, Δ́ 53, 156, Πιστ. βοσκ. I 2, 72, Ι 2, 371, Ι 4, 15, Βοσκοπ.2 270, 308, 456, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 211, 592, 1320, 1877, κ.α., Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 97, Στάθ. (Martini) Ά 236, Β́ 280, κ.α., Ροδολ. (Αποσκ.) Στ. Φιορέντζα Ά 4, Ά 108, 363, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 31, Ά 154, 258, κ.α., Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 99, 173, 208, κ.α., Λεηλ. Παροικ. 5, 601, Διγ. O 1624, 2242, 2872, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22226, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1794· ριζικό(ν), Χρον. Μορ. P 5525, Φαλιέρ., Ιστ.2 245, Θησ. Θ́ [745], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3532, 4121, Πηγά, Χρυσοπ. 318 (2) δις, (4), Πανώρ.2 Έ 122, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 115, Πιστ. βοσκ. IV 5, 93, Κανον. διατ. Α 227, 1085, Β 505-6, 739, Παλαμήδ., Βοηβ. 627, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1829. ρίζικον·
Το ουδ. του μτγν. επιθ. ριζικός ως ουσ. (Ανδρ., Λεξ., Κουκ., ΒΒΠ Ε’ Παράρτ. 44-45, Ξανθ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 176, Χατζιδ., ΛΑ 6, 1923, 486-87)· κατά Κοραή, Άτ. 2, 138, Meyer, NS 4, 76-77, Τριαντ., Άπ. 1, 397-8, 439 από ιταλ. risico (<υστλατ. risicum <ουδ. του μτγν. επιθ. ριζικός)· για διαφορ. ετυμ. από το αραβ. rizq βλ. Kahane, Sprache 378, 452-453, Kahane, Ill. Class. St. 3, 1978, 216, 218, 6, 1981, 399· συνοπτική έκθεση των διαφορ. ετυμολ. βλ. Kahane, Graeca et Romanica I 483-491. Για το προθετ. ε στους τ. εριζικό, εριζικόν βλ. Τριαντ., Άπ. 1, 344 και Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 684-685]. Ο τ. ριζικό στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. ρίζικον (<ιταλ. risico, Kahane, Graeca et Romanica I 489) στο Meursius και σήμ. ιδιωμ. (Meyer, NS 4, 76)· πβ. τ. ρίζικο (Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 359 σημ. 11, Meyer, NS 76) και επίθ. ρίζικος (Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ.) σήμ. ιδιωμ.· τ. ρίζιγο (<ιταλ. risico, Ξανθ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 176, Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 685] ή <βενετ. risego, Kahane, Graeca et Romanica I 281) σε έγγρ. του 17. αι. (Κουρσάρ. 811), του 18. αι. (Σφυρόερας, ΕΕΚυκλ.Μ 5, 1966, 643, 645, Γκίνης, ΕΕΒΣ 39/40, 1972/73, 230, Κολιός, Θησαυρ. 18, 1981, 330) και σήμ. ιδιωμ. Τ. ρέζεγο στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Meyer, NS 76-77), όπως και τ. ρέζιγο και ρίζεγο (<βενετ. risego, Kahane, Graeca et Romanica I 489· πβ. και γενουατ. rezego, Meyer, NS 77). Τ. ριτσικόν σήμ. ιδιωμ. (Meyer, NS 76). Η λ. στον Ευστάθιο, στο Βλάχ., σε κείμ. του 18. αι. (Φυλλ. Αλ. 88, 89, 136) και σήμ. ιδιωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ., Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ριζικός, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. ριζικό(ν)).
1) α) Μοίρα, τύχη, πεπρωμένο: εκάλεσεν ο βασιλεύς όλους τους μάγους, αστρονόμους και αστρολόγους και φιλοσόφους ... και ... λέγει τους: ... θέλω να στέκεστεν εδώ έως να γεννηθεί το παιδίον, να μου ειπείτε το ριζικόν του Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 7523· Τον άνθρωπον λέγεις, πως δεν έχει αυτεξούσιον; Ασεβίζεις! Οι ασεβείς λέγουσιν πως είναι ... το ριζικόν, την μοίραν, οπού μου εκάμασι θεάν Πηγά, Χρυσοπ. 318 (2)· εκείνοι οπού ... τύχην, τουτέστιν ριζικόν, λέγουν ότι έχει ο άνθρωπος, ... να κανονίζονται χρόνους πέντε Μαλαξός, Νομοκ. 418· (συχν. με τα επίθ. καλό, πικρό, κακό, άτυχο, άπονο κλπ.): θωρούμεν ότι ριζικόν καλόν και τύχην έχεις Συναξ. γαδ. (Moennig) 69· Ο Τάρειος πολλά αρίθμητα φουσσάτα ήφερεν απάνω μας· αμή το φουσσάτον το πολύν ουδέν νικάει, αμή το καλόν εριζικόν νικάει Διήγ. Αλ. E (Lolos) 24925· Δεν έχω παραπόνεσην απού σέναν| αμμέ ’πού το πικρόν το ριζικόν μου Κυπρ. ερωτ. 212· τούτον τον πόνον μ’ έδωκεν … το ριζικόν μου το κακό Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 380· τ’ άτυχό μας ριζικό Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ´ 290· τ’ άπονον ριζικό μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [339]· (σε αναδίπλωση με τη λ. μοίρα, τύχη κλπ.· βλ. όμως και A. F. van Gemert [Mαρίνος Φαλιέρος, Iστορία και Όνειρο, σ. 24-25]): Ως δε είναι τα εριζικά κι η τύχη των ανθρώπων,| άλλα σκοπούσιν να γενούν και άλλα τους ευρίσκουν Χρον. Μορ. P 5627· κι αγανακτά την μοίραν του, και κλαι το ριζικόν του Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 182· εβάραινε στο ριζικό και στην πρικιά της μοίρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ´ 734· τούτον τον πόνον μού ’φερεν η τύχη μου η καμμένη,| το ριζικόν μου το κακόν ετούτο μου προξένει Σαχλ., Αφήγ. 605· Λοιπόν την τύχην μέφου αυτήν, ψέγε το ριζικόν σου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 81· Το ριζικό κι η μοίρα σας πάντα ας παιδογγονούσι Στάθ. (Martini) Γ́ 521· προκ. για τον τροχό της τύχης (για μεταβολή, αλλαγή μιας κατάστασης, βλ. και έκφρ. 4): Λίγος καιρός απέρασε, άρχισε να γυρίζει| ξανέστροφα το ριζικόν κι η τύχη ν’ αφανίζει Βεντράμ., Φιλ. 254· εγύρισεν το ριζικό κι η τύχης με τα πάθη Βεντράμ., Φιλ. 314· Εγύρισεν το ριζικόν του αφεντός του δούκα| να ανέβη εις το πλεότερον, την αφεντίαν να επάρει Χρον. Τόκκων 2017· σε μεταφ.: φυσούσι και τα ριζικά σαν κάνου κι οι γιανέμοι Στάθ. (Martini) Ά 64· με εγέλασεν το εριζικόν μου και εφάνη μου ώσπερ της όχεντρας το φαρμάκιν! Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2599· μεστό το ’πωρικό του ριζικού σου Πιστ. βοσκ. I 2, 132· σε προσωποπ.: Το ριζικό ’μαι, ως βλέπετε Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β´ 25· Τα ονόματά μου είνιαι πολλά: Τύχη πολλοί με κράζου| κι άλλοι πάλι Ριζικό και Μοίρα μ’ ονομάζου Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 18· εφάνη μου στον ύπνο μου κι ήλθε το Ριζικό μου Φαλιέρ., Ιστ.2 9· Με τι ρούχα περβατεί ενδυμένον τούτο το καλόν ριζικόν, διά να ημπορέσω εγώ να το γνωρίσω ...; Μπερτολδίνος 101· σε αποστροφή: Ω μαυρισμένο ριζικό, ω τύχη θαμπωμένη Λίμπον. 405· Ωφού, πρικύ μου ριζικό κι αντίδική μου μοίρα,| πόσα γοργό μ’ εκάμετε νύφη γιαμιά και χήρα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 485· Ω ουρανέ, ω ριζικόν, εις ποίον μπορώ να ’λπίσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1179]· Καταραμένο ριζικό! Στάθ. (Martini) Ά 83· σε (γαμήλιες) ευχές: ας είναι καλοπόδαρο πολλά το ριζικό σας Φορτουν. (Vinc.) E´ 351· Το ριζικό κι η μοίρα σας στη δόξα να ριζώνου,| βλαστούς να ρίκτου της τιμής, στον κόσμο να ξαπλώνου (παραλ. 2 στ.) Το ριζικό κι η μοίρα σας να αθιού μαργαριτάρια (παραλ. 11 στ.). Το ριζικό κι η μοίρα σας να τρέχουσι μοσκάτα,| και πάντα νά ’ναι τα βουτσά, να πίνομε, γεμάτα Στάθ. (Martini) Γ́ 509, 513, 525· σε παροιμ. φρ. (βλ. και Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. Παροιμ. σ. 774-782]): όποιος σε φτωχότητα αναθραφεί, ... (παραλ. 1 στ.) ... κι αν τρώγει κι αν κοιμάται,| του ριζικού την όργητα ποτέ δεν τη φοβάται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 620· οι φρόνιμοι πολλές φορές τα δύσκολα νικούσι·| κι οπού κατέχει και γροικά, εις έτοια πάθη α λάχει,| αντριεύγει και κερδαίνει τη του ριζικού τη μάχη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 692· Ω ριζικό ακατάστατο, αναπαημό δεν έχεις,| μα επά κι εκεί σαν πελελό περιπατείς και τρέχεις.| Όντε στα ύψη μας πετάς, τα χαμηλά γυρεύγεις,| κι όντε μας δείχνεις το γλυκύ, τότε μας φαρμακεύγεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 717· δεν είν’ στον Άδη ριζικά, δεν είν’ στον άδη μοίρες,| δεν είν’ στον Άδη κέρδητα, και σώνει σ’ ό,τι πήρες Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 1033· β) καλή, ευνοϊκή τύχη: Ο Φλώριος είχεν ριζικόν και ήτον επιδέξιος Φλώρ. 668· ουδέν έχουν ριζικόν να έχουν καλόν αφέντη Χρον. Μορ. P 7946· ει μεν τους έλθει το ριζικόν τον πόλεμον κερδίσουν,| ελπίζουν να ενεμείνουσιν της Ρωμανίας αφέντες Χρον. Μορ. H 3692· τον Θεόν πρέπει να ευχαριστάς ομοίως και το ριζικόν σου Χρον. Μορ. H 280· (εδώ σε αναδίπλωση): Εβασίλευσεν αυτός εις ευτυχίαν και ριζικόν των Ρωμαίων Hist. imp. 1· γ) κακή, δυσμενής τύχη, ατυχία: ως είδεν (ενν. ο μισίρ Ντζεφρές) γαρ το εριζικόν, τον θάνατον του κόντου,|ανέλαβεν την υπόθεσιν το του πασσάτζου εκείνου Χρον. Μορ. H 167. 2) (Προκ. για ανύπαντρη κοπέλα) γάμος, τυχερό: την ομορφιά της καταλεί και φθείρετ’ η καημένη (ενν. η κοπελιά)·| κι εις τέτοιον τρόπον το λοιπόν χάνοντας τον καιρόν της,| ομάδι με την νιότη της χάνει το ριζικόν της Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1080]· ΣΤΑΘΗΣ: Θα ξετελειώσω την παντρειά τση Φέντρας μου, να ζήσω,| ΑΛΕΞΑΝΤΡΑ: (παραλ. 2 στ.) Σήμερο εθώρουν απατά, να ζήσω, τ’ όνειρό ντης,| μόνο γιατ’ είναι ογλήγορα, θαρρώ, το ριζικό ντης Στάθ. (Martini) Ά 236. 3) Ρίσκο, κίνδυνος: της μάχης τα εριζικά κοινά είναι εις τους πάντας Χρον. Μορ. H 5525· ου ξεύρεις εις εριζικόν κοίτεται η στρατεία;| κι όποιος εξεύρει μηχανίαν και πράττει με πονηρίαν| τους αντρειωμένους καταλυεί κι επαίρνει την αντρείαν τους Χρον. Μορ. H 4904· και όταν ήλθε ο Δαβίδ ομπρός εις τον Σαούλ και ηβλέπει τον έτσι νέον έμορφον, ... τον εψυχοπονέθη και δεν ηθέλησε να τον βάλει εις το ριζικόν, να μην τον σκοτώσει ο Γολιάθ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 190r· Και τότες λέγει ο Ιούλιος: Αδελφοί και φίλοι, ει τις θέλει να πάγει, ας υπάγει εις καλήν ώραν, και είτις θέλει να μείνει, ας μείνει ... Και πολλοί απ’ αυτούς εμίσεψαν, αμή οι περισσότεροι έμειναν μετ’ αυτόν εις το ριζικόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 222v. 4) Μερίδιο, μερτικό: χρυσάφιον … και σπίτια θαυμαστά … έλαχαν εις το ριζικόν της πολυαγαπημένης μου θυγατρός, και τα άλλα πάλιν κρύβω τα διά τα άλλα μου παιδία Διγ. Άνδρ. 36018· να υπάμεν την νύκτα να τον πλακώσομεν εύκολα και εξαφνικά. ... Και η κόρη εκείνη η ωραία να είναι εις το ριζικόν σου, σένα, Ιωαννίκιε, να την έχεις διά το γήρας σου Διγ. Άνδρ. 38429. Η γεν. του ριζικού ως επίρρ. (τροπ.) = στην τύχη (για τη σημασ. βλ. Αλεξίου [Ερωτόκρ. σ. 431], Ξανθουδίδης, [Ερωτόκρ. σ. 683], Kahane, Ill. Class. St. 3, 1978, 216-17): Παν τα μαντάτα εδώ κι εκεί, παντόθες το μαθαίνου,| πολλοί κινούν του ριζικού κι εις τα φουσσάτα πηαίνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 872. Εκφρ. 1) (Συν. με προηγ. αν γένηται/γίνεται/λάχει) από/απού (αφορμάς του) (ε)ριζικού, από/απού κανέναν ριζικόν, διά κανενός ριζικού, εις/με κανέναν ριζικόν = (αν) κατά τύχη (συμβεί) (βλ. και από I 17 φρ.): Εάν γίνεται από ριζικού ότι έναν μου αμάλωτον ένι αστενής απού κοιλιακόν ... Ασσίζ. 43412· Εάν γένηται απού ριζικού ότι είς κλέπτης εμπαίνει εις κανέναν σπίτι ... Ασσίζ. 1905· ... ειδέ απού αφορμάς του ριζικού, ουδέν ένι εκείνος κρατούμενος ... Ασσίζ. 2948‑9· αν λάχει από του εριζικού τον πρίγκιπα να πιάσεις,| κι αφόν τον πιάνεις, έχε τον, κερδαίνεις και τον τόπον Χρον. Μορ. H 4969· Εάν γένηται από κανέναν ριζικόν ότι ... Ασσίζ. 1824· Εάν γένηται από κανέναν κακόν ριζικόν ... Ασσίζ. 16218· αν γίνεται απού κανένα κακόν ριζικόν, ότι ο υιός ού η κόρη βάλλει χείραν επί τον πατέρα του ... Ασσίζ. 43812· Εάν γένηται ότι απού κανέναν ριζικόν ... Ασσίζ. 10721· Εάν γίνεται διά κανενός ριζικού ότι οκάτινες άνθρωποι, ού οκάτινες γυναίκες, παίρνει ού κλέπτει τας όρνιθάς μου ... Ασσίζ. 45023· Εάν γένηται εις κανέναν ριζικόν ότι ... Ασσίζ. 1775· Εάν γένηται με κανέναν ριζικόν ... Ασσίζ. 14031. 2) Διά του ριζικού μου, του κλπ., διά/με το ριζικόν/ρίζικόν μου, του κλπ. = για/κατά καλή/κακή μου, του κλπ. τύχη (βλ. και σημασ. 1β, 1γ): εάν εκείνος ο βαπτισμένος, ή βαπτισμένη είχαν κάμειν αφού ελευθερώθησαν, χωρίς πράγμα του κυρίου τους, αμμέ παρά του νου τους, και διά του ριζικού της ... ορίζει το δίκαιον ότι όλον να ένι των τέκνων του εκείνον το είχεν, με δίκαιον Ασσίζ. 14511· διά τα γραψίματα, απού έπεψα, ετραβενίασεν το σκάνταλον, διά το ρίζικόν μου. Έχετε ολλίγην απομονήν! Βουστρ. (Κεχ.) Β 3019‑10· ο είς έχει πλείον παρά τον άλλον απέ τό έκαμεν, ... ή εδόθην του, ή εύρεν τα με το ριζικόν του Ασσίζ. 1694. 3) Εις εριζικόν = στην τύχη: Μετά μεγάλης των χολής, μετά πολλής πικρίας| υπάγουσι εις εριζικόν όπου και ως τους ρίψει Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 13056. 4) Κύκλος του ριζικού, βλ. κύκλος 5 έκφρ. Φρ. Σύρε εις το (ε)ριζικό(ν) (το δικό) μου/πάγω στο ριζικό σου (προκ. για εκτέλεση διαταγής, βούλησης ανωτέρου): σύρε, όπου εύρεις τον υιόν του Φιλίππου τον Αλέξανδρον, και να μου τον φέρετε εις την βασιλείαν μου ... Και σύρε εις το ριζικό το δικό μου και ο Θεός της Περσίας μετά σου Διήγ. Αλ. G 2698‑9· σύρε εις το εριζικόν μου και ο θεός της Περσίας να ένι βοηθός σου Διήγ. Αλ. E (Lolos) 24320· Με δύναμιν του Ιησού Χριστού πάγω στο ριζικό σου,| αυθέντα μου εκλαμπρότατε, ο δούλος ο δικός σoυ Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 2115.
ριζώνω,- Χρον. Μορ. H 6275, Ερωτοπ. 65, Λίβ. Esc. 2614, 3942, Λίβ. διασκευή α 4088, Σοφιαν., Παιδαγ. 107, Λίβ. Va 3642, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 641, Θησ. ΙΒ́ [613], Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 18, Δεφ., Λόγ. 372, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1391, Προσκυν. Ιβ. 535 1122, Πανώρ.2 Πρόλ. Απόλλων. 71, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 188, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 78, Διγ. Άνδρ. 35628, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 463, Β́ 305, Γ́ 1417, Στάθ. (Martini) Γ́ 509, Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 19834, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [742], Χριστ. διδασκ. 252, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 32, Δ́ 11, Διγ. O 2541, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 248, κ.α.· ριζώ –ώνω, Διγ. (Trapp) Gr. 1396, 1494, Φυσιολ. (Zur.) XX 2b8.
Το αρχ. ριζόω. Η λ. ριζώνω στο Βλάχ. (όπου και μτχ. ριζωμένος) και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Βγάζω ρίζες, ριζοβολώ: Ως εκάρφωσε (ενν. ο άγιος Γρηγόριος) την ράβδον εις την απαλάδαν του ποταμού, παρευθύς ... ερίζωσεν η ράβδος και επόλυκε βλαστούς και φύλλα και γίνεται ένα δένδρον μεγάλον Μορεζ., Κλίνη φ. 184V· Οι στεναγμοί εάν ερίζωναν, να εφύτρωναν οι πόνοι,| να ’δες δενδρά τους στεναγμούς … τους εδικούς μου Λίβ. Va 3794. 2) (Μεταφ.) α) αποκτώ στέρεες βάσεις, εδραιώνομαι, στερεώνομαι: Ερίζωσεν ο λογισμός ετούτος στην καρδιά μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 321· και δίχως φόβο του Θεού παιδί που μεγαλώνει,| πάσα κακία εις αυτό ριζώνει και φυτρώνει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 20· (προκ. για πρόσωπο): αφόν ο βασιλεύς στην Κωνσταντίνου Πόλιν| ερίζωσεν εις τον Μορέαν, άπλωσεν η αφεντία του Χρον. Μορ. P 6275· ρίζωσες, αφέντρα μου, μέσα στα σωθικά μου,| και φλόγισες και μάρανες τα φύλλα της καρδιάς μου Τριβ., Ρε 149· (προκ. για συναίσθημα): η ομορφιά και μελωδιά λαβώνει την καρδίαν,| και δι’ αυτών των οφθαλμών ριζώνει η αγάπη Διγ. A 1692· Τέτοιος χορός! Εχάρησαν μέσα τα σωθικά μου,| πάσα χαρά ερίζωσε σήμερο στην καρδιά μου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 98· β) στέκομαι κάπου σταθερά και δε μετακινούμαι (για τη σημασ. βλ. και Καλιτσουνάκης [Περί ξεν. A σ. 26]): θερία εδώ ερίζωσαν και θέλουν να σε φάγουν Περί ξεν. (Μαυρομ.) 293. II. Μέσ. 1) Βγάζω ρίζες, ριζοβολώ: Φυσιολ. (Zur.) XX 2b4. 2) (Μεταφ.) αποκτώ στέρεες βάσεις, εδραιώνομαι, στερεώνομαι: Εγροίκησα μιαν ομορφιάν μέσα μου κι εκαρφώθη,| τα μέλη μ’ όλα επότισε κι εις την καρδιάν ριζώθη Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [96]· (προκ. για πρόσωπο): Αφ’ ης γαρ ώρας, πάντερπνε, εφάνημεν αλλήλοις,| ουκ απεστάθην από σου εις ουδεμίαν ώραν,| αλλ’ εριζώθης, πάγχρυσε, μέσα εις την ψυχήν μου| και πάντοτε φαντάζομαι και βλέπω σε μη ούσαν Διγ. Z 1935· (προκ. για συναίσθημα): Και τόσον εριζώθηκεν η λύπη στην καρδιάν του,| ότι ουδέναν ήθελε να ’ναι στην συνοδιάν του Κορων., Μπούας 29. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Ριζιμαίος (βλ. ά)· εδώ μεταφ.: είναι … ξηρός και ριζωμένος λίθος,| ή μαλακόν και τρυφερόν του Σύλβιου μου το στήθος Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1411]. 2) (Με το επίρρ. εύμορφα) καλοφτιαγμένος, όμορφος: ο τράχηλός της ήτονε υπέρλευκος, γεμάτος (παραλ. 2 στ.) ίσος, ομορφοκάμωτος, εύμορφα ριζωμένος Μαρκάδ. 52. Το ουδ. της μτχ. παρκ. ως επίρρ. = σταθερά, ακλόνητα: μοναχά εκείνοι (ενν. τυχαίνουσι της σωτηρίας τους) οπού διαμέσου πίστεως ριζωμένα φυτεύουνται εις του λόγου του (ενν. του Χριστού) Χριστ. διδασκ. 193.
ρίμα- η, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 302 κριτ. υπ., Αλεξ.2 Επίλ. 11, 21, Απόκοπ. (Παναγ.) 561, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 28, 779, Ζήνου, Βατραχ. Πρόλ. 9, 12, Δεφ., Λόγ. 740, Τριβ., Ταγιαπ. 306, Κακοπ. 13, Αχέλ. 36, Προσκυν. Ιβ. 535.28 (Σινά) 9434, Προσκυν. Ιβ. 845 (Σινά) 12032, Κυπρ. ερωτ. 9016, 11516, 15017, Κατζ. Ά μετά στ. 12, Σταυριν. 1293, Διήγ. ωραιότ. 30, Μαρκάδ. 772, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis), Πρόλ. 16, 44, Διακρούσ. (Κακλ.) 1318, Παλαμήδ., Ψαλμ. 425.
Από το ιταλ. rima (βλ. Battaglia, λ. rima1). Η λ. στο Βλάχ. (γρ. ρήμα) και σήμ.
α) Ποιητική σύνθεση με βάση το δίστιχο και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, συνηθέστ. σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο: Κι αν είχαμ’ ώρα να σου πω κι άλλα καμώματά μου,| Σαμψών, λογιάζω το λοιπόν νά κραζες τ’ όνομά μου.| Μ’ απής κατέχεις γράμματα, μια ρίμα θα μου βγάλεις,| κι όλες μου τις παλληκαριές μέσα ’δεκεί να βάλεις Κατζ. Δ́ 355· Από μένα τον Τριβώλη,| εγεννήθη η ρίμα όλη,| και ει τινός ουδέν αρέσει,| άλλη ας κάμει κι ας παινέσει Τριβ., Ταγιαπ. 302· ’Σ τούτην την ρίμα βρίσκεται ο βοϊβόνδας Πέτρος Αιτωλ., Βοηβ. 1· β) ομοιοκατάληκτο δίστιχο: μιμούμενος κι εγώ λοιπόν την παλαιάν συνήθειαν| εβάλθηκα και έγραψα με ρίμες την αλήθειαν| διά τα κατορθώματα τ’ αυθέντη της Βλαχίας| του βοηβόδα Μιχαήλ τας πολεμομαχίας Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 24· Κι οι Τούρκοι να κοιτάζουνε τόσα περίσσα πάθη| να φύγουσι, επνίγουνταν ωσάν τυφλοί στα βάθη| από σπιρούνια και κουπιά, κατάρτια, και τες πρύμες,| και να τα γράψω δε μπορώ, ούτε να πω σε ρίμες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 31820. Φρ. 1) Αρμόζω εισέ ρίμα, βλ. αρμόζω Ά Φρ. 2) Βάνω εις ρίμα, βλ. βάνω Ά 25δ φρ. 3) Θέτω εις ρίμα, βλ. θέτω Ά 2 φρ. — Βλ. και ρίμη.
ριμάδα- η, Βίος Δημ. Μοσχ. 33, 57, Μαρκάδ. Πρόλ. 5, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 2537.
Από το υστλατ. rimada (Du Cange, Lat.) - βενετ. *rimada (βλ. Κεχαγιόγλου [Ριμ. Απολλων. τόμ. 2.2. σ. 1667]). Η λ. στο Meursius, σε κείμ. του 18. αι. (Kαδάς, Βυζαντ. 14, 1988, 354) και σήμ.
α) Εκτενές ποίημα γραμμένο σε ομοιοκατάληκτα δίστιχα: Ριμάδα εις κάποιον γέροντα Πτωχολ. A τίτλ.· β) (μετων.) έμμετρος, ποιητικός λόγος: Μα σώνει δα ως εδεπά δέομαι τῳ Κυρίῳ| που βόηθησε και τέλειωσα ετούτο το βιβλίο (παραλ. 2 στ.). Αλήθεια εκόπιασα πολλά διά να τ’ αποκαλύψω| από περιγραμματικά ριμάδα να τα δείξω Βεντράμ., Γυν. 290.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- ο, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 23, 25, 33, 97, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 5731, Δωρ. Μον. (Buchon) XXIII, XXVII, XLI, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 176, 182· ’μπασσαδόρος, Σταυριν. (Legr.) 539, Ποίημ. Αλ. Κύπρ. (Τζεδ.) 3170, Ιωακ. Κύπρ. 403, Καρτάν., Άνθ. 269· αμπασσιαδόρος Κορων., Μπούας (Σάθ.) 18· αμπαδασσόρος, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 183.