Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 18 εγγραφές  [0-18]

  Βιβλ.αναφορά : Καλλίμ. (Pichard)

  • δείνωμαν  
    το, Καλλίμ. (Pichard) 2070.
    Το μτγν. ουσ. δείνωμα.
    Σοβαροποίηση (Βλ. και Pichard [Καλλίμ. σ. 73]): μετά λόγου γλυκερού, γλώσσης ερωτευμένης| και μετά σχήματος δεινού και τάχα σεμνοτέρου,| καν ην εκεί το δείνωμαν παιγνίδιν των Ερώτων,| της Αφροδίτης παίδευμα, ζωγράφημα Χαρίτων Καλλίμ. (Pichard) 2070.
       
  • δενδρούτσικον 
    το, Καλλίμ. 1751, Καλλίμ. (Pichard) 1751.
    Από το ουσ. δένδρον και την κατάλ. ‑ούτσικον.
    Δεντράκι.
       
  • δένω, 
    Καλλίμ. 720, 1746, Ασσίζ. 8212, Διγ. (Hess.) Esc. 429, 504, Διήγ. Βελ. 24, Ερωτοπ. 412, Λίβ. P 1154, 1431, Λίβ. Sc. 1468, Λίβ. Esc. 110, 218, 1498, 2612, Λίβ. N 130, 217, 263, Αχιλλ. N 323, 483, Χρον. Τόκκων 1015, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 984, Αργυρ., Βάρν. K 221, Δεφ., Λόγ. 1140, Πεντ. Αρ. XXX 3, 6, Πανώρ. Ά́ 23, 97, 99, 113, 115, 117, Ερωφ. Αφ. 18, Ά́ 560, Γ́́ 156, Ερωτόκρ. Β́́ 1554, Γ́ 1322, Στάθ. Β́ 221, Ιντ. β́ 107, Ροδολ. Έ́ [92], Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1307], Γ́ [114], Ζήν. Ά́ 71, Β́ 294, Γ́ 154, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14627, 1983· δήννω, Μαχ. 2013, 3224, 10214, 11611, 12215, 18423, 30221, 40830, 42612, 43227, 44037, 48435, 5503, 5882, Κυπρ. ερωτ. 258, 1001, 1142, 11714, 12614, 12711, Θρ. Κύπρ. K 126, 167, 332, Θρ. Κύπρ. M 126, 332, 358· δήνω, Προδρ. I 150, II H 56 b, Καλλίμ. (Pichard) 779,1746, Διγ. (Trapp) Gr. 674, 1625, Διγ. Z 2051, 2506, Βίος Αλ. 4255, Πτωχολ. P 83, 244, Λίβ. P 2647, Λίβ. Sc. 618, 1624, 2909, Act. Xér. 953, Καναν. 76 D, Διγ. Άνδρ. 35927.
    Από το αρχ. δέω. Η λ. τον 9. αι. (Sophocl.). Βλ. και Du Cange (λ. δένειν). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    I. Ενεργ. 1) Δένω κ. με σκοινί (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, λ. δέω I1. Η σημασ. τον 9. αι., Sophocl. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): να με δήσουν από τα ποδάρια Act. Xér. 953. 2) Κάνω δέμα από πολλά πράγματα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): Εβγάνει, δίδει το χαρτίν, έδεσε και τα δύο,| ένα δεσμόν τα έδεσε Λίβ. Esc. 1498. 3) Προσδένω κ. από σταθερό σημείο (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S, ό.π. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4 ): τον μεν ίππον έδησα εις του δένδρου τον κλώνον Διγ. Z 2506. 4) (Προκ. για τα χέρια) σταυρώνω τα χέρια στο στήθος (Βλ. Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β́ 207): επροϋπάντησέν τον και έδησεν τας χείρας του Διγ. Άνδρ. 35927. 5) (Μεταφ.) δεσμεύω κάπ. με κ.: να μηδέ εις όρκου δέσιμον εδέθην μετ’ εσένα Λίβ. Sc. 1468. II. (Μέσ.) (μεταφ.) δένομαι συναισθηματικά με κάπ.: Τούτ’ είν’ εκείνη οπού κρατεί δεμένη την καρδιά μου Πανώρ. Ά́ 97.
       
  • δεσμεύω, 
    Φυσιολ. M 205, Στ. Αδάμ 16, Καλλίμ. (Pichard) 1208, Διγ. (Trapp) Gr. 3267, Διγ. Z 185, 3971, 4256, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 533, Φλώρ. 455, Λίβ. Sc. 1078, Χρον. Τόκκων 1020, Σφρ., Χρον. μ. 12419, Διγ. Άνδρ. 3164.
    Το αρχ. δεσμεύω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Ά Ενεργ. 1) Βάζω σε δεσμά, φυλακίζω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I. Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 1): πάντες εδεσμεύθησαν και οι πόδες αυτών ησφαλίσθησαν σιδήροις Σφρ., Χρον. μ. 12419· Τις χείρα σου εδέσμευσε; τίς την ισχύν αφείλε; Διγ. Z 3971· ορίζει και σεβάζουσιν εις φυλακήν την κόρην,| ειρκτῄ κατασφαλίζουσιν, δεσμεύουν ανοσίως Φλώρ. 455· (μεταφ.) (1) (προκ. για τον έρωτα): δεσμεύει (ενν. ο έρωτας) και δουλώνει τον, πτωχόν τον κατασταίνει Διγ. Z 185· (2) (προκ. για κόρη): καρδίας δεσμεύει (ενν. η κόρη) ελεύθερας και αισθήσεις υποτάσσει Λίβ. Sc. 1078· (3) (προκ. για αμαρτίες): κατασπά με ο τύραννος προς την αυτού δουλείαν| δεσμεύων, κατατρύχων με δεσμοίς αμαρτημάτων Στ. Αδάμ 16. 2) (Προκ. για ζώο) δένω: αι τρίχες μου πληρούσιν άλλην χρείαν· πλέκουν σκοινία δυνατά, δεσμεύουσιν τα ζώα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 533. 3) (Προκ. για πλοίο) δένω στη στεριά (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I): οι ναύται δεσμεύουσι τα πλοία αυτών εις την νήσον Φυσιολ. M 205. 4) «Δένω με μάγια»: γράμμασι κακομαγικοίς και λόγοις μαντευμάτων| επέδευσεν, εδέσμευσεν, ως ήθελεν εκείνη Καλλίμ. (Pichard) 1208. 5) Κρατώ ακίνητο κάπ.: οι πόδες εδεσμεύθησαν οι τας οδούς κρατούντες Διγ. Z 4256. Β´ (Μέσ.) εγκαθίσταμαι: δεσμευθείς (ενν. ο Χριστός) διά του Σταυρού εις τας καρδίας ημών Φυσιολ. (Offerm.) G 15216.
       
  • δομέστικος 
    ο, Προδρ. III 60, Μανασσ., Χρον. 5631, Καλλίμ. 1889, Διγ. (Trapp) Gr. 3568, Διγ. Z 4049, Χρον. Μορ. P 2606, Chron. br. (Loen.) 111, 129, Οψαρ. 3613, Πανάρ. 6727, 7123, Γράμματα Μετεώρ. 1834, 5224, Notizb. 144, Lettres 1453 93, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 147, Δούκ. 438, 25918, 38315‑6, Έκθ. χρον. 1626, Ψευδο-Σφρ. 3664, Χρον. 304, Ιστ. πολιτ. 2320, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 375, Δωρ. Μον. XXVI, Διγ. Άνδρ. 40229· δεμέστιγος, Χρον. Μορ. P 4630, 5101· δεμέστικος, Καλλίμ. (Pichard) 1889, Χρον. Μορ. H 2606, 5150, 5173, 8990, 9008, 9056· δομέστιχος, Προδρ. III 60 (χφφ Hg) (κριτ. υπ.).
    Το λατ. domesticus. Για τον τ. δεμέστικος βλ. Βαγιακ., ΕΜΑ 5, 1955, 95. Η λ. και σήμ. ως επών. (Βλ. Βαγιακ., Αθ. 63, 1959, 210).
    1) α) Αρχηγός, διοικητής: πρόσταγμα παρά της σης βασιλείας προς τον δομέστικον Δούκ. 438· β) έκφρ. (1) δομέστικος των σχολών = ο αρχιστράτηγος των εκστρατειών στην Ανατολή (Για τη σημασ. βλ. Guilland, REB 8, 1950, 7 [= Recherches … Ά́ 427], Ahrweiler, Byz. et Mer 488 και Ahrweiler, Études VIII 103): όν των σχολών δομέστικον είποιεν αν Ρωμαίοι Μανασσ., Χρον. 5631· (2) μέγας δομέστικος = αρχιστράτηγος, αρχηγός όλων των δυνάμεων ξηράς και θάλασσας (Για τη σημασ. βλ. Guilland, REB 8, 1950, 7 [= Recherches … Ά́ 427], και Ahrweiler, Byz. et Mer 488 και Ahrweiler, Études VIII 103): έστησεν η ρήγαινα των γενναίων ένα μέγα δομέστικον του φοσάτου Δούκ. 25918. 2) Εκκλησιαστικό αξίωμα που δινόταν σε ψάλτες και σ’ άλλα κατώτατα όργανα της εκκλησίας (Για τη σημασ. βλ. Du Cange και Βαγιακ., Αθ. 63, 1959, 210): εκείνος έν’ πρωτοπαπάς, ου δε παρεκκλησιάρχης,| εκείνος έν’ δομέστικος, τεχνίτης χειρονόμος,| συ δε τυγχάνεις πάρηχος και ψάλλειν ουκ ισχύεις Προδρ. III 60. 3) Υπηρέτης (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Έ́ 431): τα μεν οπτά οι μάγειροι ποιούντες καθ’ ημέραν,| φέροντες οι δομέστικοι τα επί της τραπέζης Διγ. Z 4049.
       
  • δράκος 
    ο, Καλλίμ. 1276, Καλλίμ. (Pichard) 492, Διγ. (Trapp) Esc. 1730, Ερμον. Π 31, Φλώρ. 646, Ερωτοπ. 461, Αχιλλ. L 766, 989, Αχιλλ. N 1750, Ιμπ. (Legr.) 183, Τζαμπλάκ. 7, 90, Λέοντ., Αίν. I 263, Θρ. Κων/π. B 83, 84, Θρ. Κων/π. διάλ. 84, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 477, 848, Αργυρ., Βάρν. K 7, Θησ. Ή́ [1027, 1211], Σκλέντζα, Ποιήμ. 761, Αλεξ. 186, 189, 590, Άνθ. χαρ. 29319, Πικατ. 7, 111, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 320, Βεντράμ., Γυν. 9, Πεντ. Δευτ. XXXII 33, Ρίμ. θαν. 42, 120, Μηλ., Οδοιπ. 635, Πανώρ. Ά́ 83, Βίος Δημ. Μοσχ. 216, Σταυριν. 192, Ερωτόκρ. Β́ 413, 2016, Δ́ 937, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 13, 63, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18319, 2372, 2962, 52726.
    Από το αρχ. ουσ. δράκων (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 190, Β́ 9 και Παπαδ. Α., ΕΕΒΣ 23, 1953, 390). Η λ. στο Du Cange και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Μυθικό τέρας (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1 και Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ. 2): θέλ’ έβγει ο δράκος πάλι| να θα σ’ αρπάξει το ζιμιό με μάνητα μεγάλη Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 13· Ως το ’κουσε Νεκτεναβός τότε μεταμορφώθη,| εγίνη δράκος φοβερός Αλεξ. 186. 2) Φίδι (Η σημασ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ. 1): Μέσα στο μέσον των θεριών δράκον μεγάλον είδα Πικατ. 7· Δράκος επιάσε το νερό κι έδιωξε το λιοντάρι Τζάνε, Κρ. πόλ. 18319. 3) (Προκ. για άνθρωπο) αυτός που έχει υπερφυσικές ιδιότητες (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): Ήτονε (ενν. ο Πιστόφορος) δράκος στην καρδιά, στη δύναμη λιοντάρι Ερωτόκρ. Β́ 413· ο Αχιλλεύς ο θαυμαστός ο δράκος και ο λέος Αχιλλ. N 1750· μετά ώραν ολιγήν ήλθεν ο επιτραπέζης| εύτολμος, άνδρας άγριος, ως δράκος φουμισμένος Φλώρ. 646.
       
  • δράπτω· 
    Καλλίμ. (Pichard) 1298, εσφαλμ. γρ. αντί δράττει (Βλ. Καλλίμ. 1298).
    δράπτει,
       
  • εγχειρώ, 
    Λόγ. παρηγ. L 516· χειρώ, Λόγ. παρηγ. L 213, 216, Λόγ. παρηγ. O 37, Καλλίμ. (Pichard) 1138, Διήγ. Βελ. (Cant.) 273, Φλώρ. 955, Απολλών. 800, Λίβ. P 607, 2539, Λίβ. Sc. 2140, 2424, 2554, 3022, Λίβ. N 2954, 3496, 3608, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1730, Γεωργηλ., Θαν. 283, Διγ. Άνδρ. 31812, 32113, 32312, 33923, 3542, 3669, 3786, 40519, κ.α.· χερώ, Διγ. (Trapp) Esc. 42, 216, 490, Διήγ. Βελ. 271, Λίβ. P 2332, 2406, Λίβ. Esc. 882, 3602, 3781, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 364, Ιμπ. 749, Πεντ. Γέν. 1, IX 20, Αρ. XVII 11, Δευτ. II 24, 31, III 24, κ.α.
    Το αρχ. εγχειρέω. Ο τ. χειρώ και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex., λ. χειρώ). Για τον τ. χερώ βλ. Χατζιδ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 54 και Χατζιδ., ΜΝΕ Β́́ 568. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex.).
    Αρχίζω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ. σε ιδιώμ., Andr., Lex., λ. χειρώ): Εχείρησεν να με ερωτά πώς εκατευοδώθην Λίβ. Sc. 2554 (κριτ. υπ.).
       
  • επαναφέρω,  
    Καλλίμ. 936, Καλλίμ. (Pichard) 90, Λίβ. P 2448, Λίβ. Sc. 2580, 2684, Λίβ. N 3118, 3185· επαναφέρνω, Καλλίμ. 2557, Λίβ. Esc. 3851 · αόρ. επανήφερα, Λίβ. P 2318, 2489, Λίβ. Sc. 1049, 2238, 2477, 2705, 2758, Λίβ. Esc. 3421, Λίβ. N 352, 1869· επηνήφερα, Βυζ. Ιλιάδ. 449.
    Το αρχ. επαναφέρω. Η λ. και σήμ. ως λόγ. (Δημητράκ.).
    1) (Μτβ.) κάνω κάπ. να συνέλθει: εκ (κριτ. υπ.) τας λιγοθυμίας της (ενν. της κόρης) να την επαναφέρνω Λίβ. Esc. 3470. 2) Αμτβ. α) (προκ. για επανάκτηση αισθήσεων) συνέρχομαι, αναλαμβάνω: εκείνος να λιγοθυμά, να επαναφέρνει εκείνη Λίβ. Esc. 3867· β) ζωντανεύω, ανασταίνομαι: Εάν δε και επανέφερεν εκείνος εκ τον άδην … Λίβ. N 3041.
       
  • ηθικός, 
    επίθ., Καλλίμ. (Pichard) 72, Λίβ. P 215, 539, 2823, Λίβ. Sc. 541 (κριτ. υπ.), 792 (κριτ. υπ.), Λίβ. Esc. 357 (κριτ. υπ.), Λίβ. N 675, 1688, 1786· εθικός, Λίβ. Esc. 459, 2413.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ.
    α) Ηθικός· σεμνός: κόρην ηθικήν Λίβ. N 675· κάλλος ... ηθικόν ευγενικής φουδούλας Λίβ. Sc. 2209· β) που έχει ηθικό ή ηθικοπλαστικό περιεχόμενο: πιττάκιν ηθικόν Λίβ. N 1490· καλά και να ’ναι ηθικοί (ενν. οι στίχοι) κι όχι σωστά βγαλμένοι| και δίχως μέτρος συλλαβών δασκάλων καμωμένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 58013.
       
  • μελενδυνώ·  
    Καλλίμ. (Pichard) 1509, εσφαλμ. γρ. αντί μελενδυτούμεν· διόρθ. Κριαρ., Ελλην. 16, 1958/59, 263.
    μελενδυνούμεν, —Βλ. ά. μελενδυτώ.
       
  • μηχάνημα  
    το, Προδρ. Ill 443, Λίβ. Sc. 1350, 2074, Λίβ. Esc. 2820, 3249, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2111, Τριβ., Ρε 9, Βυζ. Ιλιάδ. 560, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1316, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [994]· μηχάνημαν, Καλλίμ. 2541, Φλώρ. 435, 449.
    Το αρχ. ουσ. μηχάνημα. Η λ. και σήμ.
    1) Μηχανή, συσκευή: Χρον. Τόκκων 3517· (μεταφ.): ευρισκόμεσθαν από κάτω εις το μέγα ετούτο βάρος και μηχάνημα του ουρανού, οπού ολοένα κινάται ωσάν τον μύλον, να αλέθομεν … την ζωήν μας Ροδινός (Βαλ.) 76. 2) Επινόημα, εφεύρεση: Κατασκευής μηχάνημα φέρει πολλάκις βία| εις ό Καλλίμαχος τανύν έποικεν εξ ανάγκης Καλλίμ. (Pichard) 1748. 3) Πολεμική μηχανή: Χρον. Τόκκων 392. 4) Τέχνασμα, κόλπο· σόφισμα: Φυσιολ. (Legr.) 34, Φλώρ. 1599, 1631· εις την φισκίναν γύροθεν εκείτοντα ζωδία (παραλ. 7 στ.) άλλον εκ μηχανήματος να παίζει το καλάμιν Λίβ. N 2187. 5) Σχέδιο, συμφωνία: μετά τον πατέραν της μηχάνημαν εποίκεν| να στήσει ρένταν των πεζών και των καβαλαρίων,| είτις νικήσει …| … άνδρα να της τον δώσει Ιμπ. 779. 6) Δόλος, δολοπλοκία, μεθοδεία: Καλλίμ. 2421, Λίβ. Sc. 1669, Ηπειρ. 21918· εδιαλύθησαν του διαβόλου τα μηχανήματα Εγκ. αγ. Δημ. 10511.
       
  • μηχανίς  
    η.
    Πιθ. θηλ. του μτγν. ουσ. μηχανεύς (Βλ. Κριαρ., Ελλην. 16, 1958/59, 260-1). Πβ. και λ. μηχανίς του 4.-3. αι. (L‑S). Για τη λ. βλ. και Χατζηγιακ., Δημώδη Α′ 174, 178.
    Αυτή που επινοεί δόλια τεχνάσματα· μάγισσα: Ισως η πολύτροπος η μηχανίς η γραία| μετά μεγάλης μηχανής ενέκρωσεν εκείνον Καλλίμ. (Pichard) 1788.
       
  • μισθεργός (?) 
    ο· μισθαργός, Καλλίμ. 2041, 2207, 2568 κ.α., Καλλίμ. (Pichard) 1852· μισταργός, Σπαν. A 570, Σπαν. (Ζώρ.) V 134, Καλλίμ. 1651, Πεντ. Έξ. XII 45, XXII 14, Λευιτ. XXII 10, XXV 6, 40, 53, Δευτ. XXIV 14.
    Από το ουσ. μισθός και το -εργός (Πβ. κωλυσιεργός, απεργός, συνεργός, ενεργός, κλπ.). Ο τ. μισθαργός και σήμ. ιδιωμ. (Βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ 661, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 198). Ο τ. μισταργός πριν από τον 9. αι. (Εβρ. γλωσσ. 104) και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., λ. μισθαργός). Εσφαλμ. μισθάργος τον 8.-9. αι. (Lampe, Lex.). Λ. μισθουργός στον Ησύχ. Η λ. και άλλοι τ., καθώς και θηλ. μιστάρκισσα και σήμ. ιδιωμ. (Andr., λ. μισθαργός).
    α) Μισθωτός, υπηρέτης: εκ γένος το βασιλικόν και μισθαργός εκ Τύχης Καλλίμ. 2380· διπλό μιστάρι μισταργού εδούλεψέ σε έξι χρόνια Πεντ. Δευτ. XV 18· μη αδικέψεις τον σύντροφό σου και μη αρπάξεις· μη μείνει κάμωμα μισταργού μετά εσέν ως πουρνό Πεντ. Λευιτ. XIX 13· Υιέ μου, αν έχεις μισταργόν είτε υποταγάτην| και συνταγείς τον τίποτε, βλέπε μη τον κομπώσεις| το χάρισμαν, την ρόγαν του και την φιλοτιμιάν του Διδ. Σολ. Ρ 44· β) (υβρίστ.· για τη χρ. βλ. Ανδρ., Αθ. 51, 1940, 40· πβ. και Χατζ., Λαογρ. 11, 1933, 69 = Χατζ., Διασπ. Α΄ 7 ): Γυρίζει η χήνα με θυμού και λέγει προς τον γλάρον:| «Τσεπρέ, τσεπρίτα, μισταργέ δελφίνου θαλασσίου (παραλ. 1 στ.) ως ψωμοζήτης τον γιαλόν διαβαίνεις και γυρεύεις|πτώμαν να παρηγορηθείς στην πείναν σου …» Πουλολ. (Τσαβαρή)2 112.
       
  • μοιρολογώ.  
    Σπαν. (Ζώρ.) V 450, Καλλίμ. (Pichard) 1443, Καλλίμ. 2360, Εβρ. ελεγ. 160, 168, 172, Πουλολ. (Τσαβαρή) 463, Αχιλλ. O 419, Ιμπ. 519 κριτ. υπ., Φαλιέρ., Ιστ.2 591, Θησ. Δ΄ [646], Ριμ. κόρ. 748, Πικατ. 548, Δεφ., Σωσ. [215], Πεντ. Γέν. XXIII 2, Ερωφ. Ε΄ 546, Διήγ. ωραιότ. 456, 488, 700, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [326], Λίμπον. 478, Τζάνε, Κρ. πόλ. 178s, 22012, 47214, 51017· μερολογούμαι (αν δεν υπόκειται παραδρομή), Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 82 κριτ. υπ.· μοιργολογούμαι, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 508, Θρ. Κύπρ. M 255, 465· μοιριολογώ, Αχιλλ. L 1336, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1218, Διγ. O 334, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 297.
    Το μτγν. μοιρολογέω. (Για την ετυμ. της λ. και τη γραφή της βλ. και Κουκ., Αθ. 56, 1952, 321, Κοραή, Άτ. Β΄ 255, Δ΄ 345). Τ. μοιρολοώ στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μοιρολογώ) και σε κυπρ. δημ. τραγ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 64). Η λ. και σήμ.
    Ενεργ. και Μέσ. 1) α) Θρηνώ νεκρό με αμοιβή: ήλθον κι οι μοιρολογίστρες| και εμοιρολόγισάν τον (ενν. τον Έκτορα) Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΔ΄ [470] β) (μτβ. και αμτβ.) (μεταφ.): δεν πας εις μνημόσυνα, να φας, να μακαρίσεις,| να λάχει πούπετε σπυρί σιτάρι να τ’ αρπάξεις| εκ του νεκρού τα κόλλυβα …| και να φωνάξεις θλιβερά, να του μοιρολογήσεις; Πουλολ. (Τσαβαρή)2 Α Ζ 5΄ Σύρε μοιρολογίστρια, εις λείψανα συντρέχου,| να κλαίγεις, να μοιρολογάς και να σε διακονούσιν Πουλολ. Αθ. 128· γ) (μτβ. και αμτβ.) θρηνώ προσφιλές νεκρό πρόσωπο: μοιρολογιάται (ενν. ο Αχιλλεύς) από καρδιάς στον τάφον της καλής του Αχιλλ. N 1752· εμοιρολογούσαν (ενν. οι γυναίκες) μία γυνήν, νεκρήν, αποθαμένην Συναξ. γυν. 461· ο αδελφός τον κλαίει, τον θρηνάται,| ξεσχίζει και τα μάγουλα και τον μοιρολογάται Λίμπον. 414· (με σύστ. αντικ.): εμοιρολόγησεν (ενν. ο Ιωσέφ) εκεί μοιρολόγι μεγάλο και βαρύ πολλά και έκαμεν του πατρός του θλίψη εφτά μέρες Πεντ. Γέν. L 10. 2) α) (Μτβ. και αμτβ.) θρηνώ, κλαίω (για κάπ. θλιβερό γεγονός): κλαίει και κατοδύρεται (ενν. ο στρατηγός), ουκ ημπορεί υπομένειν,| κάθεται και μοιρολογά την αρπαγήν της κόρης Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1013· Ποιος με το φως των αμματιώ στη γη ποτέ γεννάται| κι ώστε να ζει, σαν τυφλωθεί, να μη μοιρολογάται; Ερωφ. Β΄ 316· Είδ’ αυτούνος τον λαόν το πως μοιρολογάται,| ο Φαραώς μεταμελά, κάμποσον τους λυπάται Χούμνου, Κοσμογ. 2373· (με είδος σύστ. αντικ.): Στενάζει, βάλλει το νερόν, ποτίζει και τον κήπον (ενν. ο Καλλίμαχος),| μοιρολογεί τραγώδημαν, τούτους τους λόγους λέγει Καλλίμ. 1670· β) (αμτβ.) (μεταφ.): η θάλασσα εδάρθηκε και δυνατά μουγκάτο| με χίλιους αναστεναγμούς κι όλη εμοιρολογάτο Τζάνε, Κρ. πόλ. 20013, δακρυοβολούσιν τα βουνά, μοιρολογούν οι κάμποι (παραλ. 3 στ.) όταν ο ξένος ασθενεί και θυμηθεί ξοπίσω Αλφ. ξεν. 20.
       
  • μόνασις, 
    η.
    Από το μονάζω. Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex.).
    1) Απομόνωση, μοναξιά: την μόνασιν και το καλόν τούτο μικρόν τοπίτσι| ευρίσκω και την σήμερον εις παρηγόρημάν μου Καλλίμ. (Pichard) 2015. 2) Ερημιά: υπεσέβηκε φόβος εις την ψυχήν του| να μη του τόπου η μόνασις φύλακαν έχει εκείνη| και φονευθεί εκ τας χείρας του και λείψει από τον κόσμον Λόγ. παρηγ. L 61.
       
  • νανουδοκράβατον  
    το.
    Από τα ουσ. νανούδι(ον) (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Β΄2 68) και κραβάτι. Για τη λ. βλ. και Pichard [Καλλίμ. σ. 40 σημ. 1].
    Το κεφαλάρι του κρεβατιού: το νανουδοκράβατον αψάμενος της κλίνης,| ολίγον συνετάραξεν (ενν. το παιδόπουλον) άπαξ και δις και τρίτον Καλλίμ. (Pichard) 1099.
       
  • παραδιαβάζω,  
    Hist. imp. (Rochow) 19541, Χρον. Μορ. H 2495, 4387, 6057, 6076, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 172, Φλώρ. 1677, Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 336, Σαχλ., Αφήγ. 56, 107, Ημερολ. 66, Ερωτοπ. 701, Απολλών. 170, Αχιλλ. L 60, 566, 669, 852, Αχιλλ. N 964, 1163, Μαχ. 36634, Καλλίμ. (Pichard) 1156, Διήγ. Αλ. V 32, Συναξ. γυν. 935, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 53, Θρ. Κύπρ. M 11, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1234, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 14012, Κυπρ. ερωτ. 10219, Διγ. Άνδρ. 3183· παραδιεβάζω, Χρονογρ. (Λαμψ.) 228, Ροδινός (Βαλ.) 82· παρδιαβάζω, Μαχ. 48634, 37.
    Από την πρόθ. παρά και το διαβάζω. Πβ. λ. παραδιαβιβάζω σε σχόλ. του 14. αι. (Garzya, ΕΕΒΣ 30, 1960-61, 275 και PLP, ΕΕΦΣΠΚ 5, 1989, 190). Η λ. με διαφορετική σημασ. στο Βλάχ. και σήμ.
    Α´ Αμτβ. 1) Διασκεδάζω, περνώ τον καιρό μου διασκεδάζοντας: άλλοι να παίζουν, να γελούν και να παραδιαβάζουν| και άλλοι να κλαίουν, να θρηνούν να βαριαναστενάζουν Τζαμπλάκ. 73· Έτρωγα, έπινα καλά, ανέγνοιαστα εκοιμούμουν,| επαραδιάβαζα καλά σαν ήθελα ατός μου Περί ξεν. (Μαυρομ.) 215· ορίζει (ενν. η κόρη) πιάσασιν (ενν. οι βάγιες) χορόν διά να παραδιαβάσει Αχιλλ. L 672· Ο ρήγας εξέβηκεν και επήγεν εις τον Στρόβιλον και επαρδιάβαζεν με τα φαρκονία του Μαχ. 5630. 2) Κάνω περίπατο: εξέβησαν έξω να ενθυμήσουν,| εις περιβόλια έμορφα διά να παραδιαβάσουν Απολλών. 346· Εξέβηκεν ο Διγενής ίνα παραδιαβάσει Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1097. 3) Αναμετριέμαι, αγωνίζομαι, πολεμώ: να ειπούσιν του δεμέστικου …| εκ μέρους γαρ του πρίγκιπος, ομοίως κι εκ τον δεσπότην,| το πως τους ανακράζουσιν του να τους αναμείνουν,| του να παραδιαβάσουσιν αλλήλως εις τον κάμπον Χρον. Μορ. H 9059· Αν είστε αντρειωμένοι, ελάτε να παραδιαβάσομεν Μαχ. 46020. Β´ Μτβ. 1) Διασκεδάζω, ευχαριστώ κάπ.: «Ευθυμία θέλω να ποίσω,| να χαρώ και να χορεύσω»| λέγει εκείνη. «Και μακάρι| να μας έποικες αυτήν την χάριν| διά να μας παραδιαβάσεις …» Συναξ. γυν. 578. 2) Διέρχομαι, διασχίζω έναν τόπο εξετάζοντάς τον: εκερδίσασιν την Καλομμάτα οι Φράγκοι| κι είδαν τον τόπον έμνοστον, απλήν, χαριτωμένον (παραλ. 7 στ.) … επαραδιάβασεν (ενν. ο Καμπανέσης) τα μέρη Καλομμάτας Χρον. Μορ. H 1748. — Βλ. και περιδιαβάζω.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης