Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- οποίος,
- αντων., Διγ. (Trapp) Gr. 3300, Βέλθ. 1251, Χρον. Μορ. P 1132, Διήγ. Αλ. V 41, Ζήνου, Βατραχ. 6, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 88v, 252r, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 188, Σοφιαν., Παιδαγ. 273, Σοφιαν., Γραμμ. 204, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 26, Κείμ. αγ. Δημ. 9, Δαρκές, Προσκυν. 161, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1735, 48615, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3018, Πανώρ. Δ΄ μετά στ. 276, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 1648, Τσιρίγ., Επιστ. 16821, Σεβήρ., Διαθ. 19021, Μεταξά, Επιστ. 4733, Βελλερ., Επιστ. 623, Παρθεν., Γράμμ. 22713, Διαθ. 17. αι. 122, Καλόανδρ. (Δανέζης) φ. 37v, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 411, 412, Διγ. O 53, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κζ΄ 56, Μπερτόλδος 17, Μπερτολδίνος 114, 152, κ.π.α.· οποιός, Ασσίζ. 6913, Πανώρ. Πρόλ. τίτλ., Πιστ. βοσκ. I 1, 97, I 4, 72, 292, IV 6, 6, V 3, 24, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 121, 643, 1413, 2408, Γ΄ 1464, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 318, Β΄ 397, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 585, Ε΄ 147· πληθ. οποί, Χρον. Μορ. H 1132.
Η αντων. ποίος με το άρθρο ο (Ανδρ., Λεξ.· βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 593 κε., Pern., Ét. linguist. II 232 κε.· πβ. Bakker, Pronomen 69 κε.). Ο τ. οποιός σε Κρ. έγγρ. του 13 αι. (Βλ. Κριαρ., ΕΜΑ 1, 1939, 41). Η λ. σε έγγρ. της Κ. Ιταλίας και Σικελίας το 12. και 13. αι. (Caracausi 417) και σήμ.
1) Αναφορ. α) (χωρίς άρθρο) ο οποίος, που: Τρομάσσω κάποιο τίβοτας κακό κι ασβολωμένο,| που μου κρατεί ένας λογισμός στο νου ανακατωμένο,| οποιός τη νύκτα με ξυπνά Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 523· εκείνον τον Ψυχάρπαγα εις το νερό πνιμένον,| οποίον τον εφόνευσε με πονηριά σαν κλέφτης| ο εδικός σας βασιλεύς Φυσίγναθος ο ψεύτης Ζήνου, Βατραχ. 247· να συνάγομεν βιβλία παλαιών και σοφών ανδρών, από οποία θέλομεν διδαχθεί Σοφιαν., Παιδαγ. 278· (εδώ επιθετ. με επανάληψη του ουσ. που προσδιορίζει): επήγεν εις το σπίτιν του Πιέρ Λαζανία του κούντη της Τρίπολης …· οποίος κούντης ήτον υιός του ρε Τζακ Βουστρ. 413· (εδώ το ουδ. επιρρ.) μέσα στο οποίο, όπου (Για τη σημασ. βλ. Holton, [Αλεξ. σ. 215]): τη γραφή που μὄστειλες οι πάντες την γροικήσαν (παραλ. 1 στ.)· και έστειλές μας το λοιπόν χρυσάφι για να φάμε| οποίο και μας έγραφες οπίσω για να πάμε Αλεξ. 746· β) (με άρθρο) ο οποίος, που: Κατά ζουράρη 2, Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 23, Ιντ β΄ 101, Διγ. O 143 (εδώ επιθετ. με επανάληψη του ουσ. που προσδιορίζει): Ποτάμι έν’ και τρέχει,| τ’ οποίο ποτάμι ουδεείς αξιώθη να κατέχει Πικατ. 193· (εδώ με αλλαγή αριθμού): φοβούμαι μήπως και είναι Χριστιανός, τους οποίους ο πατήρ σου δεν θέλει να ακούσει το όνομάν τους Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 8025· γ) (με άρθρο) εκείνος που: ακόμη είναι όμορφοι οι οποίοι απέκει έχουνε περίστασες άσχημες Μπερτολδίνος 97. 2) (Αοριστολ.) όποιος, οποιοσδήποτε α) (επιθετ.): οποίος άνθρωπος πλήρην τον πόλεμον να πεζεύσει, να εκδέρνεται Διήγ. Αλ. G 2713· β) (με επόμ. το και αν): Εάν γένηται ότι κανείς ελεύθερος άνθρωπος, οποίος και αν ένι, δέρνει έναν σκλάβον άλλου ανθρώπου Ασσίζ. 21112. 3) (Ερωτ., επιθετ.) ποιος, τι λογής: Τι σοι προσοίσω, δέσποτα, …,| ανταμοιβήν οποίαν δε ή χάριν προσενέγκω Προδρ. (Eideneier) I 2. 4) Το ουδ. με το άρθρο α) πράγμα που: Όλοι τους ήσαν σε βουλή, τ’ οποίον και το ποίκαν Αλεξ. 2755· πώς ημπορεί να φύγει η ανθρωπίνη φύσις τον θάνατον; Το οποίον μηδέ από του παιδός τον νουν δεν έλειψεν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4338· β) (αιτ.) για τον οποίο λόγο (για τη χρ. βλ. Holton [Αλεξ. σ. 214-5]): Λέγεις εσύ κι είσαι θεός και σύνθρονος ηλίου,| τ’ οποίον θάνατον χρωστείς κι είσαι του μακελείου Αλεξ. 738· γ) (αντιθ.) ενώ, μολονότι: βλέπω υμάς την αγίαν Κυριακήν έχοντας μεγάλους περισπασμούς και δουλείας αναγκαίας, …, το οποίον ουδέν έχει ο Χριστιανός άδειαν την αγίαν Κυριακήν και του περιπατήσαι Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 5· δ) (πλεοναστικά, για τη σύνδεση του λόγου): Εμείς γυναίκες είμασθεν και, α μάς πολεμήσεις,| τ’ οποίο δεν τ’ ολπίζομε εμάς για να νικήσεις Αλεξ. 2508· ε) (σε θέση δεικτ. αντων.) αυτό (για το οποίο γίνεται λόγος): όρισεν και έταξαν πάσα άνθρωπον να συνπιαστούν εις την αυλήν του ρηγός· και ούτως εγένετον το οποίον Βουστρ. 417. — Βλ. και όποιος και ποίος.
όπου (I),- επίρρ., Σπαν. A 318, 482, Ασσίζ. 45628, Διγ. Z 1808, Βέλθ. 359, Χρον. Μορ. H 110, 4746, Λίβ. Esc. 1156, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 928, κ.π.α.· άπου, Βουστρ. 442· απού, Ασσίζ. 14613, 1541, Μαχ. 8017, 36231, Βουστρ. 414, 493, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 107, 123, Κυπρ. ερωτ. 447, 537, Πανώρ. Γ΄ 440, Ε΄ 76, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 26, Α΄ 386, Β΄ 311, Πιστ. βοσκ. IV 5, 338, Βοσκοπ. 86, Θυσ.2 1129, Στάθ. (Martini) Β΄ 38, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 558, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. Α΄ 107, κ.π.α.· όπο, Συναξ. γυν. 943· οπό, Ασσίζ. 14031, Συναξ. γυν. 726· οπού, Σπαν. A 229, Ασσίζ. 3113, 543, Διγ. Z 181, 2639, Βέλθ. 266, Χρον. Μορ. H 430, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 271, 393, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 955, 986, Φλώρ. 1676, Λίβ. Sc. 2522, Λίβ. Esc. 3769, 3771-2, Ιμπ. 851, Μαχ. 8013, 1124, Απόκοπ.2 81, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 106, 107, Πανώρ. Γ΄ 551, 579, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 334, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 14, 889, 1302, 1782, Θυσ.2 599, 622, κ.π.α.· ουπού, Ασσίζ. 22225· πο, Εκατόλ. M 18· που, Ασσίζ. 31513, Διγ. Z 257, Χρον. Μορ. H 815, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 404, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 437, 524, Κυπρ. ερωτ. 10112, 1106, Πανώρ. Β΄ 437, 455, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) χορ. Α΄ 627, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 922, Β΄ 1676, Δ΄ 1236, κ.π.α.
Το αρχ. επίρρ. όπου. Ο τ. απού και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ε΄ 187, Σακ., Κυπρ. Β΄ 466, Μηνάς, Ιδιώμ. Καρπάθου 82, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 74). Οι τ. όπο και οπό από αρχικούς τ. όπου και οπού (κατά το σχ. οπού έτρεχε g οπὄτρεχε g οπό τρέχει). Ο τ. οπού στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Για τον τ. ουπού πβ. τ. ούπου σήμ. στον Πόντο (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. πο < που αναλογ. προς το σχηματ. των τ. όπο και οπό. Ο τ. που στο Somav. και σήμ. (Για την ετυμ. του βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. που, όπου και παλαιότ. ετυμ., και Bakker, Pronomen· πβ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 198-215). Η λ. και σήμ.
Α´ Επίρρ. 1) Τοπ. αναφορ. αοριστολ. α) σε όποιο μέρος, οπουδήποτε: Διγ. Z 695, Πανώρ. Β΄ 161, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 127· (ενν. θέλω) να στρατεύω μετ’ εσάς όπου και αν υπάμεν Αχιλλ. (Smith) O 159· β) φρ. όπου κ(α)ι αν είναι = «όπου να ’ναι», από στιγμή σε στιγμή: όπου και αν είναι φθάνουν οι ειδικοί Μπερτόλδος 64· Να ’ρθει εδεπά τση μήνυσα κι όπου κι αν εί προβαίνει (ενν. η Ερωφίλη)| τ’ άξο να δει το χάρισμαν απού την ανιμένει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 229. 2) Τοπ. αναφορ. οριστικό α) στο μέρος που: Αλλήλως μέσα εμπαίνουσιν (ενν. ο Αδάμ και η Εύα), κάμνουν την κατοικιάν τως,| ώστε να τσ’ εύρει ο θάνατος, απὄναι η παροικιά τως Χούμνου, Κοσμογ. 152· και μένα ας ακλουθήξει| εκεί απού σε γυρί μικρό περίσσια, (παραλ. 1 στ.) βρίσκεται σφαλισμένο| τ’ άγριον θεριόν ετούτο Πιστ. βοσκ. I 1, 14· Έτσι λοιπόν ο αρχιερεύς και ο κλήρος πάμεν όλοι| στον Άγιον Γεώργιον, και ήτον ημέρα σχόλη,| οπού εδεκεί πολλά θρονιά ήσαν ετοιμασμένα Λίμπον. Επίλ. 49· στο σημείο όπου: Αλλά διά την εξέλευσιν του Κυρίου εις Γαλιλαίαν πολύς είναι ο λόγος περί το πλιας, οπού ο Ιωάννης βάνει και σημασίαν χρόνου, λέγοντας «τῃ επαύριον» Πηγά, Χρυσοπ. 51· β) (προκ. για κατάσταση): αυτού όπου τα κατήφερες και συ να συνηθίσεις Γλυκά, Στ. 307. 3) Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. τόπου α) στον οποίο: Στον τόπον που εγεννήθηκε χρεωστεί περισσοτέρα| αγάπη να ’χει άνθρωπος παρά προς τον πατέρα Λίμπον. 52· (προκ. για κατάσταση): πολλά με κατεδίκαζες στην παιδωμή οπού ’μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 999· β) από τον οποίο: εβάλθησαν κι εφεύγαν (ενν. οι Ρωμαίοι)| την στράταν όπου ήλθασιν απέκει εκ την Βλαχίαν Χρον. Μορ. H 9023. 4) Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. χρόνου α) κατά τον οποίο: άχρι την ημέραν απού επέθανεν Ασσίζ. 46327· Στους χίλιους εξακόσιους οκτώ και εβδομήντα| που οι Αθηναίοι τα είδασι και εις μνήμη εγράψασίν τα Λίμπον. 338· οπού ’παιρνα αναγάλλιαση όλη την ώρα κείνη| οπού ετραγούδιε (ενν. ο τραγουστής) κι ήλεγε τσ’ αγάπης την οδύνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 872· β) (προκ. να δηλωθεί χρον. αφετηρία) από τότε που: Τρεις μήνες επεράσασι, τέσσερις πορπατούσι οπού| όσοι σ’ εγνωρίζασι, κλαίσι να σε θωρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 804· λίγο ’ναι απού ’ρθε ο λογισμός ετούτος εις το νου μου Πανώρ. Ε΄ 121. 5) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. αιτίας) εξαιτίας του οποίου: Τι ήτον οπού ήργησες, αφέντη μου, το τόσον; Αχιλλ. (Smith) O 594· η αφορμή απού έκλεψα τα καρτσά ήτον τούτη Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 116. 6) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. αναφοράς) για τον οποίο: Αυτός (ενν. ο Έρωτας) μας έσμιξε τα δυο με το γλυκύ του βλέμμα| και με το τόξο που ρωτάς μας έσφαξεν το πνέμα Φαλιέρ., Ενύπν.2 44. 7) (Σε θέση εμπρόθ. προσδιορ. οργάνου) με τον οποίο: Το γκόλφι της εκκλησίας το μεγάλο οπού ελειτούργουνα … να το δώσετε του γκαστάλδου Σεβήρ., Διαθ. 19192· να περιγράψω τσ’ αρετές οπού ήτον στολισμένος Λίμπον. 98. 8) (Τοπ. ερωτ. σε πλάγια ερώτηση) πού: ας ερευνήσομεν, όπου την κόρην έχει Διγ. (Trapp) Gr. 2817. 9) (Τροπ.-αναφορ., με το τροπ. επίρρ. σαν) όπως: σαν οπού πολλές φορές αυτείνοι οι περισσάροι| κομπώνουνται και πιάνουνται στο δίκτυ σαν το ψάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 603. Β´ Αντων. αναφορ. άκλ. 1) α) Ο οποίος (Βλ. Sophocl., στη λ. σημασ. 4 και Bakker, Pronomen 87-95): Όχι οι αθρώποι μοναχά, πὄχου ομιλιά και γνώση,| τρέχουν εις τούτο το δεντρό τσ’ αγάπης, για να τρώσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1271· ούδε να ’σαι διακονιάρης| εκ τα σπίτια ωσάν το φράρη,| όπο υπάγει από τας πόρτας| και γυρεύει τας κουλούρας Συναξ. γυν. 943· Τα γεράκια πὄβλεπες εισίν άρπαγες άνδρες Διγ. A 755· β) (μετά από συσχετική δεικτ. αντων.): εκείνην, οπού αγάπησε, με προθυμιά ξετρέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 622· γ) (σε κλητ. προσφών.): Έρωτ’, απού μ’ εδόξεψες και σκλάβο σου έκαμές με Πανώρ. Β΄ 443, δ) (πλεοναστικά): μηδέν αφήσετε τον Τούρκον να ριζώσει| εις την Κωνσταντινούπολιν, ότ’ είναι φόβος μέγας,| το οποίον που ξεύρετε και ουδέν το αναφέρω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 643· ε) (ως β΄ όρος σύγκρισης) από τον οποίο (Βλ. και σημασ. Β΄ 5): να τους πουλήσω εξαίρετον κοράσιον, ωραιωμένον,| οπού καμιά ουκ εφάνηκεν ευμορφοτέρα εις κόσμον Φλώρ. 928· Σάλο-Φεράντε δ’ έπειτα, που κάλλιον δεν ηυρίσκε,| εις όλον το στρατόπεδον εξουσιαστήν αφήκε Κορων., Μπούας 55· ϛ) (με επόμ. το να, βλ. να III Ζ΄)· ζ) πράγμα που: Εθέλησες τον έρωτα, εσύ, να τονε φύγεις,| που δεν ετόλμησεν τινάς εις τον παρόντα κόσμον Διγ. Z 207· ουδέν είναι καλλιότεροι εις άπασα στρατείαν| παρά τους Φράγκους του Μορέως, όπου το εξεύρει ο κόσμος Χρον. Μορ. H 8931. 2) α) Αυτός που: είπε γαρ οπού το επούλει,| ο πραγματευτής εκείνος Πτωχολ. α 471· ο καιρός κάθε κουρφό είν’ απού φανερώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 476· ενθυμίζω οπού τ’ ακούουν Πτωχολ. α 498· β) (βραχυλογ., έπειτα από επιφωνηματική λ.): Χαρά, οπού βάλ’ εις εκκλησιά κι έχει πτωχού να δώσει Απόκοπ.2 216. 3) Όποιος: Οπὄχει χρήματα πολλά και φρόνησιν ουκ έχει,| ουκ ημπορεί να οικονομεί τα πράγματ’ εις τιμήν του Σπαν. A 219· Π’ αφήνει σπίτια πτωχικά κι αρχοντικά γυρεύει,| ο διάβολος στον κώλο του κουκκιά τού μαγερεύει Γαδ. διήγ. (Pochert) 160c. 4) Τέτοιος που: τότε να δεις τον άγουρον, οπού δεν έχει ο κόσμος Διγ. Z 1896. 5) Ως β΄ όρος σύγκρισης, με την πρόθ. παρά α) όσος (Πβ. σημασ. Β΄ 1ε): θε να μου χαρίσει| πλια παρ’ απ’ αποκότησεν η γλώσσα να ζητήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 346· διδεί περίτου παρά που εμπορεί Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 100· β) (προκ. για κατάσταση ) ό,τι: δεν τους φέρνει ούτε και εις την προτέραν τιμήν, αλλά χειρότερα παρά οπού ήσαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 349v· γ) (βραχυλογ.): να τον συμβουλέψει το καλλιότερον οπού ηξεύρει Ασσίζ. 22015. 6) (Σε πλάγια ερώτηση) ποιος: Οπού το γνώθει η μοίρα μου μαζί με την Ποθούλα| και θέλομεν ιδεί εκ τους δυο πὄχει διπλήν καρδούλα Φαλιέρ., Ιστ.2 558· ξεύρω γαρ στο μέσον| των αρίστων γαρ Ελλήνων| όπου μέλλει χολωθήναι| όπερ έστιν μέγας πάντων Ερμον. Η 269. Γ´ Σύνδ. 1) Χρον. α) όταν: Ντορίντα μου (παραλ. 4 στ.), τότες εδική μου| δεν ήσουν, οπού μπόρου| ζήσην πολλά γλυκιάν να σου χαρίσω; Πιστ. βοσκ. IV 8, 180· Παιγνίδια αγάπα (ενν. η κόρη) και χορούς διά να παίζει πάντα,| θρονί εκράτει και γυαλί εις το κλουβί οπού ’τον Διγ. A 256· β) με το επίρρ. εκεί β1) τη στιγμή που, ενώ, καθώς: εκεί οπού στρέφετο ο Καπλάν με τσ’ άλλους,| εκείνους τσι πασάδες τσι μεγάλους,| πάγει ομπροστά ευθύς το παλληκάρι Λεηλ. Παροικ. 575· Εμαζωχτήκασι πολλές γυναίκες κι εθωρούσα| τους αντρειωμένους και τους δυο εκεί που πολεμούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1822· β2) μόλις: εκεί οπού εκοίταζεν γυναίκα, εδαιμονίζονταν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 28v· γ) (με τα επιρρ. έπειτα, ύστερα) αφού: Ο αγνώριστος καβαλιέρης, έπειτα όπου αναποδογύρισε όλην την διάταξιν του εχθρού, επέρασε εις το στράτευμα του βασιλέως της Λεχίας Καλόανδρ. (Δανέζης) 72 (44v)· εσύντυχεν ο Κύριος προς τον Μωσέ, ύστερα απού απέθαναν τα δυο παιδιά του Ααρών Πεντ. Λευιτ. XVI 1· δ) (με τα επιρρ. ευθύς, παρευθύς) μόλις: όλον το μερονύκτιον πάντες αναπαυθήκαν,| κι ευθύς που εξημέρωσε εις τ’ άρματα σεβήκαν Κορων., Μπούας 20· Τότ’ ο ρήγας τού μήνυσε (ενν. του Μερκούριου) και εις τον Φράντζα διέβη,| και παρευθύς όπ’ έσωσε στην κάμαράν του σέβη Κορων., Μπούας 64· ε) με το μόρ. έως, το επίρρ. όσον ή το σύνδ. ώστε ε1) εωσότου, μέχρις ότου: Εγώ θέλω να ομώσετε πως να τους κρατήσετε έως οπού να στραφώ Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 133· σκαμνιτσαούσην έστειλε (ενν. ο βεζίρης) μαζί με τον ολάκη,| διά να πιάσουν το σκαμνί, όσο που να κινήσει| αφέντης ο Αλέξανδρος στον θρόνον να καθίσει Ιστ. Βλαχ. 783· Προσέχετέ το (ενν. το βρέφος) τῃ νυκτί και την ημέραν μάλλον,| ώστ’ απού να το φέρητε της ηλικιάς μεγάλον Ιμπ. (Legr.) 62· (πλεοναστικά με το έως ότου): απ’ εκείνην την ημέραν οπού απέθανεν ο Σολομών και έως ότου οπού εχάλασε ο ναός, ήσαν τετρακόσιοι ένδεκα χρόνοι και έξι μήνες και ένδεκα ημέρες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 216v. ε2) όσο, ενόσω: τα τέκνα ουδέν ημπορούν να χωρίσουν το μερτικόν τους απέ το μερτικόν του πατρός τους έως όπου ο πατήρ τους ζει Ασσίζ. 38317· να με έχει ευλογητικήν του γυναίκα όσον οπού να ζει και να είναι εις τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 36915· Δεν ξεύρεις πως η φύση μας θνητήν επήρε κρίση| και ουκ έναι πλιο μπορούμενον για ’δώ να την αφήσει| και ώστε που ζούμε μετά μας τον θάνατον βαστούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 37· ϛ) (με το κάθε ως χρον. σύνδ., βλ. κάθε 3). 2) Χρον.-υποθ. α) αν, όταν: μη βουληθείς, ω αμιρά, να έβγεις κρυφώς απ’ ώδε,| και όπου σε καταφθάσομεν, άλλον Συρίαν ου βλέπεις Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 349· β) (με το τροπ. επίρρ. ωσάν): ωσάν όπου εις τέτοιον άνθρωπος λιβάδιν κατουνέψει| και ζήσει εις τέτοιας χάριτας ζωής του τας ημέρας,| και χρήζει τον παράδεισον, λοιπόν ουκ έν’ στρατιώτης Λίβ. (Lamb.) N 199. 3) (Χρον.-αιτ.) αφού: πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλα άθη| μέσα της πλιο να ριζωθούν, που το κλειδίν εχάθη; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1422. 4) Αιτ. α) επειδή, γιατί: όταν ο Λωτ έμεινεν έτσι με τες δύο του θυγατέρες, ήτον πολλά λυπημένος και δεν ήξευρε τι να κάμει, οπού δεν είχεν τόπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 131v· Δεν εγροίκησα, μόν’ τη δική μου ζάλη,| οπὀπλακώθη το παιδί, το κανακάρικό μου Σκλάβ. 74· Ελέγουντον και Διγενής, όχι που τ’ όνομά του| να λέγουντον τέτοιας λογής γή το ’πιτήδευμά του,| μα επειδή εκ δύο φυλές και γένη γεννημένος,| εκ Χριστιανών και Αγαρηνών ήτονε κυημένος Διγ. O 1239· β) (με προηγ. το επίρρ. ως + ουσ. ή επίθ.): Όρισέν την ότι: «Εκδύσου»,| και εκδύθη η κόρη,| ουκ εντράπηκεν καν όλως,| ως παρθένος τάχα οπού ήτον Πτωχολ. (Κεχ.) P 232· έχω και χείλη κόκκινα και ομμάτια πλουμισμένα,| και πρέπουν με οι κάλτσες μου, ως πέρδικα οπού είμαι Πουλολ. (Τσαβαρή)2 190· γ) (με το τροπ. επίρρ. ωσάν, σαν): Είχεν αγάπην στον λαόν και εις τον Θεόν φόβον,| ωσάν που ήξευρεν καλά πως θε να δώσει λόγον Διγ. O 10· με αφοβιά επήγαινε σαν που ’τον παλληκάρι Διγ. O 1428· δ) αφού: Πώς να μη σε καταλάβω| πως φουρνάρη γιος υπάρχεις,| που, αντίς να μου χαρίσεις| δώρα και χωριά και άλλα (παραλ. 8 στ.), συ με έκαμες ταΐνι,| έν’ αφράτο παξιμάδι Πτωχολ. B 370· Πώς να κάμω, πώς να διάξω| και ποια στράτα έχω να πιάσω,| που ’μου καλομαθημένος,| ο φαλλίδος ο καημένος … Φαλλίδ. (Παναγ.) 258· ε) (βραχυλογ.) γι’ αυτό το λόγο: το παιδί μου| δεν είν’ τόσον πολλά μικρόν, …,| να μην της κάνει ό,τι πει και ό,τι και ορίσει,| οπού παρακαλώ τον Θεόν πολλούς χρόνους να ζήσει Ευγέν. 210· ϛ) έκφρ. έσοντας όπου = εξαιτίας του ότι, επειδή: όταν δέρνονται οι δύο και αποκάμουν και αποσταθούν από τον δαρμόν, όταν έλθει άλλος τρίτος απάνω εις αυτούς, γίνεται πρώτος, έσοντας οπού τους ευρίσκει και τους δύο αποκαμωμένους από τον δαρμόν Ιστ. πατρ. 10714. 5) Αποτελεσματικός α) ώστε: είχεν (ενν. το άλογο) την σέλαν την χρυσήν, οπὄλαμπεν ο τόπος Διγ. A 2233· τραγουδεί (ενν. η σερένα) ίτσου γλυκιά, οπού πολομά ν’ αποκοιμηθούν οι λας Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 108· Ανίσως, ω κυρά μου, κι όμορφη ’σαι| τόσον, οπού τινάς δε να μπορήσει| τα κάλλη σου ποτέ να τα μετρήσει Κυπρ. ερωτ. 8712· επήρεν απάνω του (ενν. ο Ψιχίδης) να βλεπίσει τον κοντοστάβλην εις μόδον όπου να μεν πάγει Μαχ. 37638· β) (πλεοναστικά με το επίρρ. όσον και τους συνδ. ότι, ώστε): τόσον τον εστίλβωσαν τες πέτρες οι τεχνίτες, όσον οπού εφαίνετον πως είναι εκ μακρόθεν ότι έχει μάλαγμα (ενν. το οσπίτιον) Διγ. Άνδρ. 39832· ωσάν ήπεσε (ενν. η θυγατέρα του), στένεται και δίδει τση ξυλιές, ότι οπού την εφήκε μισαποθαμένη Κατά ζουράρη 76· τοσούτον δε εστίλβωσαν τους λίθους οι τεχνίται,| ώστε οπού εφαίνουντο πορφύρα τε και βύσσον Διγ. A 3949. 6) (Εναντιωματικός) ενώ, αν και, μολονότι (Για τη σημασ. βλ. Αλεξίου Στ. [Ερωτόκρ. σ. 419]): εσύ μιλείς κομπώματα τη σημερνήν ημέρα,| που ο κύρης σου την μαρτυριάν εβάσταν εις τη χέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 880· Μετά τρομάρας δε πολλής εις την Μουρτάρα πήγαν| κι εκ τον θυμόν του Μερκουρίου, που δεν ελπίζαν, φύγαν Κορων., Μπούας 43· έκφρ. μ’ όλον οπού, βλ. μετά Α΄ 19β. 7) Ειδικός α) ότι: τούτο το ξύλον ήτονε εκείνο το δένδρον οπού είπαμεν οπού ο Λέρικος το έβγαλεν από το στόμα του Αδάμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 172r· β) (με προηγ. τις εκφρ. έ-με, έν-τηνε, κ.τ.ό., καθώς και το επιφ. έδε): Έν-τηνε που τη φέρνουσι Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 81· Έδε που με λυπάσαι! Φαλιέρ., Ιστ.2 71· Έδε νιος οπού ’ναι ετούτος Φαλλίδ. (Παναγ.) 90· γ) (σε επεξήγηση) ότι δηλαδή: τούτα τα ξηλώματα, που ο κύρης σου αμποδίζει| και το Ρωτόκριτο ’πεψε στα ξένα να γυρίζει,| κάτεχε πως τελειώνουσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 161· δ) έκφρ. έξω οπού = εκτός του ότι: αν συνέβη κανένα κακόν ενάντιο, πρέπει ότι αυτός να πληρώνει με την παίδεψίν του, έξω οπού χάνει και την τιμήν του και πλέον κυβέρνηση δεν του δίδουν Σουμμ., Ρεμπελ. 161. 8) (Μτβ., σε διήγηση) και: Οπού εις ολίγον καιρόν όλος ο λαός οπού ήτον αποκατωθιό της εξουσίας του … Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13629· απού ’ρχουμου στον Αβραάμ να πω να το κατέχει| πως είν’ στην ύστερη αναπνιάν και γλυτωμό δεν έχει Θυσ.2 1071. 9) (Τελικός) για (να): είχασιν δε και μετ’ αυτούς, οπού να τους δουλεύει,| καμήλαν την κυμπόραχην και μακροσφονδυλάτην Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 83· η μάννα τους όταν ήτονε σιμά οπού να τα γεννήσει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 135v. Δ´ Μόρ. 1) Επιφωνηματικό α) (μετά από ουσ. ή επίθ.): ω λωλός οπού είσαι Μπερτολδίνος 144· ώφου κακόν οπού ’καμε, ώφου αδικιά που εγίνη! Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 702· β) (μετά από ποσοτικό επίρρ.): Του πόθου ο Σίλβιος είν’ εχθρός; Ω πόσον που γελάσαι Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [723]. 2) (Ευχετικό, σε ευχή ή κατάρα) μακάρι: Και που ’δα να μετάνωνε, να μου ’λεγε: «Έλα, να τη,| την κοπελιά οπού εύρηκες, αφέντη κυνηγάρη» Ευγέν. 856· γιαύτος περίσσα σ’ αγαπώ, απού να ’χεις την ευκή μου Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 266· Αφήτε μ’ οπού να ’μουνε σήμερ’ απόθαμένη Θυσ.2 311.
οψέ,- επίρρ., Καλλίμ. 2019· εψές, Περί ξεν. V 311, Ch. pop. 382, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 62, Αλεξ. 283, Ριμ. κόρ. 628, Πεντ. Γέν. XXXI 28, 42, Πιστ. βοσκ. IV 2, 16, Θυσ.2 419 κριτ. υπ. Καλόανδρ. (Δανέζης) 48 (24v), Μπερτόλδος 13· οψές, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 443 κριτ. υπ., Πανώρ. Α΄ 308 κριτ. υπ., Κατζ. Α΄ 269, Βοσκοπ.2 381, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 428, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1842, Δ΄ 1333, 1360, 1480, Στάθ. (Martini) Α΄ 278, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 94, Δ΄ 406· ψες, Φαλιέρ., Ενύπν.2 67, Πιστ. βοσκ. IV 2, 15.
Το αρχ. επίρρ. οψέ. Ο τ. εψές από το (ο)ψές αναλογ. με το εχθές (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 231-2)· απ. στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. οψές από το οψέ με επίδρ. επιρρ. σε ‑ς (Ανδρ., Λεξ., λ. ‑ς)· απ. στο Meursius, σε έγγρ. του 18. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 441) και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 187, Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. ψες με αφαίρεση πιθ. με επίδρ. του χθες (Ανδρ., Λεξ., λ. ψες)· απ. και σήμ. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Α΄ 439, λ, ψες ή ηψές ή ηψέ, Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ., Θαβώρ., Προσδιορ. ημερον. 82). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ.).
1) Χθες βράδι: ήτον ιπί της αύριου, και είπεν η πρωτόκοκη προς τη μικρή· ιδού, επλάγιασα εψές με το πατέρα μου Πεντ. Γέν. XIX 34· Αφέντη μου, κυρ σύντεκνε, καλά να το γνωρίσεις,| ότι αποχωριζόμεθα την σήμερον ημέραν,| ως το ’δα εψές στον ύπνον μου, βλέπω το και εξύπνου Συναξ. γαδ. (Pochert) 99· έκφρ. εψές αργά και οψές αργάς (πβ. και οψαργάς) = χθες βράδι: αν ήσφαλες εψές αργά στα συντυχέματά σου,| δύνεται τώρα η γνώμη σου ν’ αλλάξει την καρδιά σου Ριμ. κόρ. 628· Γλήγορα σε παντρεύγω εγώ με ρήγα, θυγατέρα,| κι οψές αργάς την προξενιά τη νύχτα μάς εφέρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1036· Ολόχαρον οψές αργάς σ’ ήθεκα, καλογιέ μου,| και με χαρούμενην καρδιά ήμουν παρά ποτέ μου Θυσ.2 419. 2) α) Χθες: Καλά που μου ’λεγεν οψές ένας βοσκός το βράδι| πως αίγα μια σκουληκιαρά χαλά όλο το κουράδι Πανώρ. Δ΄ 51· β) (συνεκδ.) πριν από λίγες μέρες, πρόσφατα: αν έζησεν ο άνθρωπος χίλιων χρονών να γίνει,| ωσάν εψές του φάνησαν ήσαν οι χρόνοι εκείνοι Πικατ. 223· ό,τι κι αν τσ’ άρεσεν οψές, το σήμερο τ’ οχθρεύγει| και να ξοδιάζει τον καιρό μόν’ εύκαιρα γυρεύγει Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 21· οψές τον ’γάπα περισσά (ενν. η Δαλιδά το Σαμψών), σήμερον τον εμίσαν Βεντράμ., Γυν. 123· γ) (με ουδ. άρθρο) ως ουσ. = η χθεσινή μέρα· (συνεκδ.) το πρόσφατο παρελθόν: Τ’ οψές εδιάβη, το προχθές πλιο δεν ανιστοράται,| σπίθα μικρή το σήμερο στα σκοτεινά λογάται Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 75.
πανίον- το, Ορνεοσ. αγρ. 54421, Καραβ. 49526, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 503, κριτ. υπ.· πανί, Σταφ., Ιατροσ. 7195, Ασσίζ. 7334‑5, 32216, 22, Rechenb. 691, Κορων., Μπούας 33, 145, Ολόκαλος 1612, 3522, 20229, Λεξ. Μακεδ. 151, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 35, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 6γ, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 292, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 278, κ.α.· πανίν, Σταφ., Ιατροσ. 5124, 7201, 16441, Σπανός (Eideneier) Α 455, Β 127, Καραβ. 49517, 18, 23, 27, 29, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 3620, 3816, 635, 6918, κ.α., Ολόκαλος 132, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) A΄ 1503· πανί(ο)ν, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 658, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 87r, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 2α, Ψευδο-Σφρ. 54019· παννίν, Μαχ. 418, 22430, 28434.
Το μτγν. ουσ. πανίον (Sophocl., λ. παννίον). Ο τ. πανί στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. πανίν και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. παννίν και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ.) και τη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παννί(ν)).
1) Ύφασμα: πανίν εκράτει κι ήκανε γάζωμα με μετάξι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 610· αν ο πατήρ ποιεί τον υιόν αυτού μεταπράτην παννίων ού ετέρων πραγμάτων, το δίκαιον κρίνει … Ασσίζ. 41210· από το πανί γίνεται ο σάρακας και από την γυναίκα η κακοσύνη Άνθ. χαρ. 2953· πανίν ευγενικόν, ολόχρυσον καθόλου Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7239. 2) α) Μικρό κομμάτι υφάσματος: βοτάνην … τρίψον και μετά πανίου καθαρού είλησον Ορνεοσ. αγρ. 5428· Λίβανον, μαστίχιν … κοπάνισον … και με το άσπρον αυγού ζύμωσον και επίθες εις το μέτωπον μετά πανίου Ιατροσόφ. (Oikonomu) 1008· ποιος του ’φράσσε με το πανί το στόμα απού μουγκάτο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 114· β) σεντόνι· (εδώ) νεκροσέντονο: εζαπλώσασι πανιά χρουσά κι εθέκα| κι εκείνον και την όμορφη και φημιστή γυναίκα Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 311· γ) παραπέτασμα, κουρτίνα: σιγανά σιμώνω| στην κάμερά τση και … σηκώνω| τση πόρτας όξω το πανί Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 195· δ) ύφασμα ζωγραφισμένο, μπάντα: Άνωθεν δε της μεγάλης πόρτας είναι εις πανί μεγάλον ιστορισμένη η Σταύρωσις του Χριστού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 159· ε) είδος καλύμματος που φορά αρχιερέας σε ορισμένες περιστάσεις: οι αρχιερείς όταν εγκαινιάζουν εκκλησίαν τυλίγονται με πανί το γύρον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 399v· ϛ) κομμάτι υφάσματος που χρησιμοποιείται ως εξάρτημα ενδυμασίας ή υπόδησης: εις τας ράχας αυτών κρεμαμένων πανίων εντετυλιμένων άσπρων εγύριζον αυτά εις τας χείρας αυτών ως σφαίρας Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 351, κριτ. υπ.· από δε των γονάτων μέχρι και των ποδών εντετυλιμένον άσπρον πανίν μετά λωρίων έως κάτωθεν γονατιζόμενον Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 432, κριτ. υπ.· ζ) επίδεσμος: εις τους κλασθέντας τόπους θες (ενν. μάλιν) και δήσον μετά λινού πανίου Ορνεοσ. αγρ. 5552· επάρετέ τον (ενν. το Σπανό) λεπτήν φλεμοτομίαν … και αντί φλεμοτόμιον πανίν ας αγοράσουν κοιλίαν βοϊνήν Σπανός (Eideneier) Α΄ 484· η) κουρέλι, ράκος: τα αναγκαία μέρη μόνα του σώματος μετά παλαιού πανίου σκεπάσαντες Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 456, κριτ. υπ. 3) (Ναυτ.) α) καραβόπανο: θέλεις να κατέχεις πόσας πέτζας πανίν θέλει Καραβ. 5028· β) (συνεκδ.) ιστίο πλοίου: Ετούτη έναι η μέντα του πανίου Καραβ. 49511· φρ. κάνω πανιά = αποπλέω, σαλπάρω: έκαμε πανιά όλη η αρμάτα και το μεσάνυχτο έφθασαν εις εκείνον τον κόλπον Καλόανδρ. (Δανέζης) 59 (31v). 4) (Συνεκδ.) α) νήμα για ύφανση: Εάν γένηται ότι ένας άνθρωπος δώσει τα ρούχα του ενού ράφτη … ή αν δώσει πανίν ενού ανυφαντάρη … Ασσίζ. 7316· β) (σε μεταφ.): Εκείνος οπού εμπέρδευσεν το πανίον, ας το ξεμπερδεύσει Μπερτόλδος 22. 5) α) Ιστός αράχνης: όλα, πάντα λύονται ως το πανί αράχνης Διγ. Z 4486· Ένα σφαλάγγι πονηρό απού τα σωθικά του| ψιλό πανί εργάζεται και δίκτυ για καλλιά του Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 278· β) (μεταφ.) δίχτυ· παγίδα: Τούτου του γένου (ενν. της αράχνης) μιμητής, ψιλό πανί θα στέσω,| τω στρατηγώ τες θέλησες ως θέλω να τες δέσω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 281.
περίγυρον- το, Καλλίμ. 659, Λίβ. Esc. 2437, Ιμπ. 481, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 629, 772, Ιμπ. (Legr.) 527, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 682, Καλόανδρ. (Δανέζης) 73 (55v)· περίγυρο, Αλεξ. 594, 2842, 2852, 2898, Πεντ. Δευτ. III 13, 14 (έκδ. ‑γύρω· διορθώσ.), Χρον. σουλτ. 3222· περίγυρο(ν), Χρον. Μορ. H 1492, Χρον. Τόκκων 158, Byz. Kleinchron. Ά́ 50522, Σκλάβ. 125, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 683, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [175].
[Από το περιγυρίζω (Andr., Lex., λ. περιγυρίζω) ή από την πρόθ. περί και το ουσ. γύρος με μεταπλ. Ο τ. περίγυρο σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 527 και 26, 1983, 428) και σήμ. Πληθ. περί(γ)υρα τα σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., λ. περιγυρίζω, Georgac., Beiträge zur Namenforschung, 1955, 283). Διάφ. τ. ιδιωμ. (Andr., Lex., λ. περιγυρίζω). Λ. περίγυρος σήμ. Η λ. και σήμ. στο ποντ. ιδίωμ. (Andr., Lex., λ. περιγυρίζω).]
α) (Συν. στον πληθ.) περιοχή που εκτείνεται γύρω από ορισμένο τόπο, περίχωρα: ανευφημίστην βασιλεύς, τρανώς ενεκηρύχθην| εις όλον το περίγυρον γης Αργυρού του Κάστρου Λίβ. Esc. 2441· Πλανήται, μη ανατείλετε, τον κόσμον να φωτείτε·| στης πόλης τα περίγυρα μη λάμψετε, μη σταθείτε Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 407· (με το επίρρ. γύροθεν επιτ.): Εκούρσευε (ενν. ο Μάνος ο Μελιαρέσης), έτρεχεν συχνά και την καθήν ημέραν,| γύροθεν τα περίγυρα του Αετού του κάστρου| και κούρση έκαμνεν πολλά Χρον. Τόκκων 955· β) (μετων.) οι άνθρωποι που κατοικούν στα περίχωρα: δίδου βουλήν, εις τη Βλαχιά να παν να τονε θάψου,| για νά ’ρθουν τα περίγυρα κι οι χώρες να τον κλάψουν Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 2022.
περιδιαβάζω,- Καλλίμ. 1156, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. Παράρτ. Β́ 616, Χρον. Μορ. P 2495, Φλώρ. 319, 1468, Σαχλ. N 370, Σαχλ., Αφήγ. 44, 97, Λίβ. Sc. μετά στ. 2047, Θησ. Δ́ [125], Έ [314], Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 83, Αλεξ.2 431, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 154v, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 855‑6, 871, 13533, Ιστ. Βλαχ. 1169, 2137, Σουμμ., Ρεμπελ. 190, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 631, 933, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [579], Διγ. O 80, 84, 2401, Κονταρ., Ιστ. Αθ. 409.
Από το παραδιαβάζω με επίδρ. της πρόθ. περί. Η λ. στο Βλάχ., στον Κατσαΐτ., Θυ. Έ 714 και σήμ.
Ά Αμτβ. 1) Κάνω περίπατο, σερ(γ)ιανίζω: πηγαίνοντας συχνά η νία στο περιβόλι,| πολλές φορές με συντροφία, και πότε μοναχή της.| Εκεί περιδιαβάζοντας, όλο με τα τραγούδια,|πολλές φορές τα μάτια της, εσήκωνε και θώριε| προς το παρεθυρόπουλον Θησ. Γ́ [283]· την επαρακάλεσε (ενν. του βασιλέως τη θυγατέρα ο μισσέρ Τζεντεφρές) να έβγει έξω εις το κάστρον,| να περιδιαβάσει και να ιδεί τον τόπον,| και να αναπαυθεί ολίγας ημέρας από την ζάλην| της θαλάσσης, και τότε να μισεύσει Δωρ. Μον. XXV. 2) Διασκεδάζω: Όσοι με βλέπουν λέγουσιν ότι περιδιαβάζω| και ’γω με πίκρες, με χολές, την νιότη μου διαβάζω Ch. pop. 559· Δεν ήρθα επά να τραγουδώ και να περιδιαβάζω,| μα ’ρθα θεριά να πολεμώ, άντρες να δικιμάζω| και να ματώνω το σπαθίν εις των οχθρών τα στήθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1281. 3) Περιηγούμαι: αφόντις ήλθεν (ενν. ο άγιος Γεράσιμος Νοταράς) από τους Αγίους Τόπους της Ιερουσαλήμ, και όθεν επεριδιάβασε από τα μέρη της Ανατολής και Ευρώπης, ..., έμεινεν εις αυτόν τον τόπον Ιερόθ. Αββ. 334. 4) Αναμετριέμαι, αγωνίζομαι: ας γένη ρέντα των πεζών και των καβαλλαρίων, (παραλ. 2 στ.) ... και ας δώσουν κονταρέας·| και αφού περιδιαβάσουσιν ομπρός οι εδικοί σου,| εγώ να ειπώ τον Λίβιστρον και συ τον Βερδερίχον| του να καβαλλικεύσωσι να δώσουν κονταρέας Λίβ. N 2863. Β́ Μτβ. 1) α) Κάνω βόλτα σε κάπ. τόπο, σερ(γ)ιανίζω κάπου: Εις τον καιρόν, οπού ετούτη επεριδιάβαζε το θέατρον με τον Αλμπάζαρ (...) με ετήραξε εις το πρόσωπον με ένα γλυκύ βλέμμα Καλόανδρ. (Δανέζης) 51 (16v)· β) πηγαίνω κάπ. βόλτα κάπου, συνοδεύω κάπ. σε κάπ. τόπο: Την επεριδιάβασα τριγύρου του θεάτρου Καλόανδρ. (Δανέζης) (18r)· γ) (προκ. για βοσκό) οδηγώ το κοπάδι (σε κατάλληλο τόπο) για να βοσκήσει: ο ιδιώτης βοσκός πρέπει να βόσκει το μανδρί οπού του εμπιστεύθη, να το περιδιαβάζει, να το φυλάγει και να το κυβερνά Χριστ. διδασκ. 394. 2) Διασκεδάζω κάπ.: Πανώρια, θυγατέρα μου, ...| (παραλ. 1 στ.) εις τα βουνά δεν πρέπει πλιο κι εις δάση να γυρίζεις,| να μη θωρείς τσι λυγερές, ...| ..., να μη τσι συντροφιάζεις| κι εις τό μπορείς κιαμιά φορά να τσι περιδιαβάζεις Πανώρ. Αφ. 6. 3) Περνώ από κάπου, διέρχομαι: ήλθαμεν εις την Ληβαθόν, και επεριδιαβάσαμεν τους τόπους και τες γκρεμισμένες εκκλησίες Ιερόθ. Αββ. 335. 4) (Μεταφ.) α) βιώνω: Κι όποιος χαρές κι ανάπαυσες θε να περιδιαβάσει,| κόπους και κίνδυνα ομπροστά πρέπει να δοκιμάσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [909]· β) ζω, περνώ για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε κάποιο χώρο: Αέρας δεν ευρίσκεται ’ς τση Κόλασης τα μέρη,| για να περιδιαβάσετε τάχα το καλοκαίρι,| περβόλια με τσι μυρωδιές εις τση πικράς τη χλώρη (παραλ. 2 στ.) αντίς σγουρούς βασιλικούς σκουλήκια φυτεμένα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 597. — Βλ. και παραδιαβάζω.
περιπάτημα- το, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 518· περβάτημα, Μπερτόλδος 47· περιπάτημαν· περπάτημα, Σπαν. V Suppl. 140· περπάτημαν, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 1610· πορπάτημα, Ιων. III 3.
Από το περιπατώ και την κατάλ. ‑μα. Ο πληθ. περιπατήματα ήδη από τον 4. αι. (TLG). Τ. παρπάτημαν σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 719). Ο τ. περβάτημα από το περβατώ (βλ. περιπατώ). Τ. πιρβάτ’μα σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου, λ. πιρβατάου) και προβάτημα στο ΑΛΝΕ. Τ. περπάτεμα και περπάτεμαν στο ποντ. ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. περπάτημα στο Du Cange (λ. περπατείν) και σήμ. Τ. πιρπάτ’μα και πιρπάτμα σήμ. ιδιωμ. (Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ.). Τ. πορπάτεμα και πορπάτεμαν σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.), καθώς και τ. πουρπάτημα και πουρπάτ’μα σήμ. ιδιωμ. (Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., Χαντζιάρας, Θεσσαλ. γλωσσάρ.). Ο τ. πορπάτημα (<πορπατώ, βλ. περιπατώ) στο Βλάχ. και σήμ ιδιωμ. (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.) και τ. προπάτημα στο Βλάχ. Η λ. στο Βλάχ.· βλ. και LBG.
1) α) Το να περπατά κανείς, βάδισμα: Λύγκε μου σπλαγχνικότατε, κάμε να σταματήσεις| το κλάημα και περπάτημα λίγο, γι’ ανάπαυσίν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1269]· Το περισσότερον ακόμη αν καλά και να μην κινάται (ενν. εκείνος οπού δε δουλεύει τον βασιλέα μετά χαράς) αγανακτεί ... πριν να βαλθεί εις το περβάτημα Μπερτόλδος 105· (ως σύστ. αντικ.): έρχεται ακόμη αντάμα του η μάνα του, και είναι εδώ ογλήγορα, διατί αυτή περβατεί καλόν περβάτημα Μπερτολδίνος 104· β) η ικανότητα να βαδίζει, να περπατάει κανείς: εμεγάλυνε (ενν. ο άνθρωπος) την Παρθένον ..., διότις απ’ εκεί απού εκείτετονε ανενέργητος να δυνηθεί ... να περιπατήσει, αν ήτονε και ολίγον το περιπάτημάν του, εις αυτόνον ήτονε πολύ Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 461· γ) η απόσταση που μπορεί να καλύψει κάπ. πεζός μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα: απάνω ηύρεν (ενν. ο Αλέξανδρος) ποτάμιν φαρδύν έως ήμισυ ημέρας περπάτημα Διήγ. Αλ. E (Konst.) 177· έρχισεν Ιωνά το ελθεί ειν κάστρο πορπάτημα ημέρα μία Ιων. III 4. 2) α) Ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο περπατάει κανείς, περπατησιά: Τα λόγια του ήσαν φρόνιμα, γλυκεία σαν το μέλι.| Η ευγένεια τον ήφερε, σαν να ’χεν έχει πράξιν| κι αυτό το περιπάτημα το ’καμνε με την τάξιν Κορων., Μπούας 8· βλέμμα θρασύν κι αναίσχυντον και τράχηλον υψαύχην, (παραλ. 1στ.) και περιπάτημαν γοργόν κι αισχρότης συντυχίας| έλεγχος έν’ κι απόδειξις και της ψυχής κακίας Σπαν. B 469· (εδώ προκ. για άλογο): και εγώ να γένω άλογον, και το άλογον εκείνον| να έναι εις την πλάσιν έμορφον και εις το περπάτημάν του,| να δαΐζει ωσάν ο ποταμός, γοργόν ως την σαγίτταν Λίβ. N 2524· β) ?παράστημα, κορμοστασιά: ο Σολομών ο φρόνιμος εις τα χαρτία του δείχνουν τό γέλασμα και τό περπάτημα έχει Αλέξανδρος Διήγ. Αλ. G 26429. Φρ. αβγατίζω περπάτημα με περπάτημα = διανύω μεγάλη απόσταση περπατώντας: Ο Δουρίλος αβγατίζοντας περπάτημα με περπάτημα επεριπλέχθη εις τα δάση, οπού γυρίζοντας εις τον εαυτόν του, τόσο ευρέθη έξω από την στράταν, οπού πλέον δεν ημπόρειε να την εύρει διά να γυρίσει εις το καστέλλι Καλόανδρ. (Δανέζης) 48 (7V).
περιπλέκω,- Καλλίμ. 730, 1401, 1968, Διγ. Z 976, 1191, 3963, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1155, Φλώρ. 307, Λίβ. P 877, Λίβ. Sc. 1052, 1114, 2132, 2933, Λίβ. Esc. 292, 1576, 2125, 4093, Λίβ. (Lamb.) N 387, Λίβ. N 1410, 1872, 1951, 2708, 3514, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1136, 46, Θρ. Θεοτ. 86, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 625 κριτ. υπ., Καλόανδρ. (Δανέζης) 48 (32v), Διακρούσ., Πένθος 145· β́ εν. προστ. αορ. περιπλάκησε, Λίβ. P 2439· περιπλέκησε, Λίβ. P 2581· γ́ εν. μέσ. αορ. επεριπλάκηκεν, Αχιλλ. (Smith) N 1159, 1619· επεριπλάκησεν, Αχιλλ. L 1082· επεριπλέκτη(ν), Μαχ. 645, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1758· περιπλέκτηκεν, Χούμνου, Κοσμογ. 1955· γ́ πληθ. μέσ. αόρ. περιεπλακήκαν, Φλώρ. 1678· μτχ. ενεστ. περιπλιόντα, Κυπρ. ερωτ. 85· μτχ. παρκ. περιπλεμένος, Φλώρ. 1700, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 707, Θησ. Γ́ [241], Πανώρ. Β́ 190 κριτ. υπ., Γ́ 111 κριτ. υπ., 206 κριτ. υπ., Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 127, 508, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [594].
Το αρχ. περιπλέκω. Η μτχ. περιπλιόντα πιθ. με επίδρ. του πλέω (βλ. και Siapkaras-Pitsillidès [Κυπρ. ερωτ. σ. 395]). Η μτχ. περιπλεμένος στο Somav. και στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β́ 536. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Πλέκω κ. (βλ. όμως και Αλεξίου [Βοσκοπ. σ. 31, 47]): Εστράφηκα στο σπήλιο κι εσυντήρου| την ομορφιάν, οπού ’χε γύρου γύρου·| απ’ όξω είχε κισσό, περιπλοκάδι,| οπού το περιπλέξασιν ομάδι Βοσκοπ.2 160. 2) α) Μπλέκω κ. ανάμεσα σε άλλα πράγματα: παώνια επεριέπλεκαν τα πτερά τους εις τα άνθη και έλαμπαν τα πτερά τους ωσάν τες χρόες των ανθών Διγ. Άνδρ. 3753· β) μπερδεύομαι, μπλέκω με κ.: Ως είδασι γαρ τα θηριά εκείνους οπού στέκουν,| νομίζουν ’τι είναι άνθρωποι, τες στήλες περιπλέκουν Αλεξ.2 1856. 3) Εμποδίζω κάπ: δεν εδυνόμουν να περπατήσω, ... περιπλεκόμενος από τες πέτρες οπού εγκρεμνίζονταν Ιερόθ. Αββ. 331. 4) α) Τυλίγω κ. γύρω από κ. άλλο ή με κ. άλλο: ά θέλεις να ίδεις δύναμιν τό έχει το γαϊτάνιν,| δέσε το εις το τραχήλι σου, σφικτά περίπλεξέ το Λίβ. Esc. 4085· τότε άνω εις αυτόν (ενν. τον κράββατον) τον έθεσαν εκείνον (ενν. τον Αρκίτα),| στεφανωμένον έμορφα, με δάφνη στολισμένον,| με πλούσιον χρυσογάϊτανον όλον περιπλεμένον Θησ. ΙΆ [158]· β) τυλίγομαι γύρω από κ.: Τούτα ’ναι τα μαλλιά που περιπλιόντα| ’ποθαίνουν την καρδιάν πάντα σ’ αυτόν μου; Κυπρ. ερωτ. 85. 5) α) Δένω κάπ. σφικτά, κρατώ δέσμιο κάπ.· (εδώ σε μεταφ.): βλέπε την πολιτικήν σκοινίν σου θέλει πλέξει,| τα πόδια και τα χέρια σου σε θέλει περιπλέξει:| με συργουλίσματα γλυκά βλέπε μη σε κομπώσει Σαχλ. N 386· εις εμένα εψυχώθη (ενν. το τριχογάϊτανόν σου) απέσω εις την καρδίαν μου, και όλον περιέπλεξέ με Λίβ. N 3526· Η ψυχή παρακαλεί τον Θεόν ... να την βοηθήσει από τους διαβόλους οπού την έχουν περιπλεμένην Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ.401r· β) (συνεκδ.) σφίγγω, πιέζω ασφυκτικά: σφάζει και περιπλέκει με (ενν. η αγάπη σου), δεν ημπορώ ανασάνω| αμμή έχει με πολλά στενά, πάγω διά ν’ αποθάνω Ch. pop. 206· γ) παγιδεύω· (σε παρομοίωση): Ωσάν σεβαίνειν ο λαγός, πλέκεται εις το δίκτυν,| ούτως τον επερίπλεξαν εκείνον τον Γιαγούπην,| και έπεσεν εις τα χέρια του· ηπήρεν την ζωήν του Χρον. Τόκκων 2674. 6) Περιβάλλω, περικλείω: οι ποταμοί ...| την κούνια επεριπλέξασι, να την εσυντροφιάζουν| κι εμείνασι το γύρο της, κι έκαμε σαν νησάκι,| κι εφύλαγε οχ τα κύματα, το γύρο το παιδάκι Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [700]· εγέμισεν όλος ο τόπος εκκλησίες και οσπίτια, οπού τα έχουν μέσα τα τείχη περιπλεμένα Δωρ. Μον. XXIX 29· Εκείν’ η χώρα το λοιπόν σε δυό ποτάμια στέκει,| και το νερό ’τονε πικρό, οπού την περιπλέκει Αλεξ.2 2044. 7) α) Αγκαλιάζω: Να σε δεκτώ, καθώς ποθώ και να σε κανακίσω,| να σε κρατώ, να σε φιλώ και να σε περιπλέκω Φαλιέρ., Ιστ.2 427· β) (αλληλοπ.) αγκαλιάζομαι: τι εσυνέβηκε λοιπόν συχνοπατώ τα πλέο,| το πώς επεριπλέκαμε και μετά πόθου ποίου Λίβ. Esc. 2214 χφ. II. Μέσ. Ά Μτβ. 1) Τυλίγομαι γύρω από κ. ή κάπ.· (συχνά προκ. για φίδι): απάνου εις το κεφάλιν του να κείτεται είς όφις,| πλην και να περιπλέκεται τάχα την κεφαλήν του Λίβ. Esc. 393· τότες τον κάνει και πέφτει εις απώλεια (ενν. το φίδι τον άνθρωπο) και περιπλέκεταί τονε έτσι ώσπερ την σμίρναν ο όφις ο αισθητός Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 55v. 2) Περιβάλλω: ο ποταμός ο πύρινος εσέβην εις την Πόλιν,| την Δύσιν περιπλέκεται με παρακλάδια έξι Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 620. 3) α) Αγκαλιάζω: Περιστεράκιν να γενώ να έλθω όπου κοιμάσαι,| σφικτά να σε περιπλακώ, πάντα να με θυμάσαι Ερωτοπ. 126· ώσπερ κισσός εις το δενδρόν, ούτως τον επεριεπλάκην| και ήτον δυσαπόπλεκτη η κόρη απέ τον νέον Αχιλλ. (Smith) N 1338· β) (μεταφ. προκ. για αφηρημένη έννοια) εγκολπώνομαι: Δίδασκε την αλήθειαν και περιπλέκου ταύτην Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 250· την πολυστένακτον περιπλακείς κακίαν| έργα νυκτός αποπληρώ Μιχ. ιερομ. 26· γ) παντρεύομαι: Υιέ μου, μη περιπλακείς γυνήν δι’ ευμορφάδα| ή διά χρήματα πολλά ή διά ευγένειαν Σπαν. A 539. Β́ Αμτβ. 1) Τυλίγομαι γύρω από κ.: εις του δένδρου τον κορμόν περιπλεγμένος όφις Λόγ. παρηγ. L 520. 2) α) Πλέκομαι σε κ. άλλο, μπλέκομαι, μπερδεύομαι: στα ξαθά σου τα μαλλιά να ήμουν περιπλεμένος Ch. pop. 365· κι εκείθε τ’ αποδέλοιπα (ενν. μαλλιά), στέκουνται κλαδωμένα, περιπλεμένα εδώ κι εκεί, κι ως δίχτυ κρεμασμένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1182]· Ο Δουρίλος αβγατίζοντας περπάτημα με περπάτημα επεριπλέχθη εις τα δάση Καλόανδρ. (Δανέζης) 48 (7v)· (μεταφ.): Εκάθισα εις τες πρασινάδες περιπλεγμένος εις χιλίους πικρούς συλλογισμούς Καλόανδρ. (Δανέζης) 54 (29V)· (συχν. σε παρομοίωση, ιδ. προκ. για την αγάπη): Η αγάπη σου έναι τρυφερή σαν χόρτον εις λιβάδι,| ανθεί και περιπλέκεται σαν το περιπλοκάδι Ch. pop. 205· ωσάν είν’ τα μαλλία σου κατάκλωστα κλωσμένα,| έτσ’ έναιν και η αγάπη σου παντού περιπλεγμένη Ερωτοπ. 397· β) αναμιγνύομαι σε επιζήμια υπόθεση: ήτονε στον έρωτα του πόθου πλανεμένη| και στης αγάπης την φιλιάν ήτον περιπλεμένη Ριμ. κόρ. 617 (κριτ. υπ.)· πόσοι μεγάλοι άνθρωποι ... πέφτουσιν ... οπόταν ... περιπλεχθούσιν εις τα γήινα πράματα Πηγά, Χρυσοπ. 131(19)· γ) βρίσκομαι σε δύσκολη κατάσταση: ω πώς εκαταστάθηκε το γένος των Ελλήνων,| και επεριπλεχθήκετε μέσον πολλών κινδύνων Ιστ. Βλαχ. 2362 [= Γέν. Ρωμ. 4]. 3) α) (Με την πρόθ. εις) αγκαλιάζω: επεριπλέκοντο εις αυτόν (ενν. η μητέρα και οι συγγενείς και φίλοι), και τον χωρισμόν, οπού έλειπεν, ποσώς δεν τον ενθυμούνταν Διγ. Άνδρ. 33520· β) (αλληλοπ.) αγκαλιάζομαι· (προκ. για ερωτική περίπτυξη): Ώσπερ κισσός εις το δενδρόν ούτως περιεπλακήκαν,| γλυκοφιλούν ενήδονα, αλλήλως ασχολούνται Φλώρ. 1678· τα χείλη μου τα χείλη σου τα κοκκινοβαμμένα| να εσμίγα και τα δυο κορμιά νa ’τουν περιπλεμένα Πανώρ. Β́ 190. Φρ. περιπλέκω λόγον/λόγους = μακρηγορώ: τι τα πολλά πολυλογώ και λόγον περιπλέκω| και τόσην την αφήγησιν του λόγου μου πλατύνω; Λίβ. Esc. 3313· τι τα πολλά πολυλογώ και λόγους περιπλέκω| ...; Λίβ. N 2945. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = διεστραμμένος (πβ. Septuaginta Πεντ. Δευτ. 32 5): γενεά στραβή και περιπλεγμένη Πεντ. Δευτ. XXXII 5. — Πβ. και περιμπλέκω.
πεσματιά- η, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1672, 1673, 1739· πεσωματιά, Καλόανδρ. (Δανέζης) 83 (16v, 17r).
Από το ουσ. πέσιμον και την κατάλ. ‑ιά με συγκ. του ‑ι‑ (βλ. Ξανθ. [Ερωτόκρ. σ. 665] και Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., λ. πεσμαθιά)· για ετυμ. από το ουσ. πέσμα (ά. πέσιμαν) βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 237 και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 507, λ. πεσμαθεά. Τ. πεσμαθιά και πεσματέ σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Ξανθιν. [Ερωτόκρ. σ. 665], Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 237 και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 507). Ο τ. πεσωματιά (με ανάπτυξη του ‑ω‑) αναλογ. με ουσ. σε –(ω)ματιά· πβ. και ουσ. πέσωμα (που απ. σε επιγρ., L‑S Suppl., και σήμ. ιδιωμ. Λάζαρης, Λευκαδ.) και μτχ. πεσωμένος (ά. πέφτω και σήμ. ιδιωμ. Λάζαρης, Λευκαδ.). Ο τ. πεσωματιά και σήμ. ιδιωμ. (Λάζαρης, Λευκαδ.)· βλ. και Δημητράκ., λ. πεσοματιά και πεσματιά.
Πτώση, πέσιμο· (εδώ σε παρομοίωση): Δίδει κι ο μαύρος κοπανιά με το βαρύ κοντάρι,| τ’ άλογο ρίχνει ανάσκελα μ’ όλο τον καβαλάρη·| κι ωσάν από ψηλό βουνό χοντρό χαράκι πέσει| και δώσει με τον βροντισμόν εις του γιαλού τη μέση, (παραλ. 2 στίχ.) έτοιας λογής εβρόντηξε στην πεσματιάν εκείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2151.
πέφτω,- Ασσίζ. 229, 13612, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 66, Σαχλ. N 395, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 44, Ερωτοπ. 402, 604, Λίβ. Esc. 2127, 3861, Αχιλλ. L 68, 947, Αχιλλ. (Smith) N 1147, Αργυρ., Βάρν. K 394, Μαχ. 4226, 29423, Ch. pop. 821, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 456, Αλεξ.2 1376, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4125, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 118, Βεντράμ., Φιλ. 178, Διήγ. Αλ. G 27719, Πεντ. Γέν. XV 12, Αρ. XXIV 4, Δευτ. XXII 4, 8, Αχέλ. 2532, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 2815, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 408, Πανώρ. Β́ 153, Γ́ μετά στ. 535, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 442, Χίκα, Μονωδ. 16, Διγ. Άνδρ. 39135, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1536, Β́ 1219, Γ́ 1569, Ροδολ. (Αποσκ.) Χορ. έ 12, Διήγ. εκρ. Θήρ. 11030, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [844], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 233, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 247, 248, Διγ. O 575, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15515, 1702, Μπερτολδίνος 106, Πωρικ. (Winterwerb) II 85, κ.π.α.· πέπτω, Ασσίζ. 1315‑6, 21, 32510, 34712, 38716, Λίβ. (Lamb.) N 510, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 902, 1075, 1516, 2183 κ.α., Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 312, Φυσιολ. (Legr.) 305, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 19119, Κανον. διατ. Β 217· πίπτω, Γλυκά, Στ. 256, Λόγ. παρηγ. L 120, Καλλίμ. 277, 1030, Διγ. Z 367, 3511, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1822, Βέλθ. 495, 1014, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7164, Ερμον. Θ 339, Ψ 236, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 96, Βίος Αλ. 2242, Απολλών. (Κεχ.) 336, 360, Λίβ. P 1754, Λίβ. Sc. 73, 1729, Λίβ. Esc. 116, Λίβ. (Lamb.) N 136, Λίβ. N 2185, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1981, Αχιλλ. (Smith) N 159, Δούκ. 375, Σφρ., Χρον. (Maisano) 11210, 17818, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι I 26, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 222, Συναξ. γυν. 102, Έκθ. χρον. 2022, 3219, Κορων., Μπούας 131 δις, Μαλαξός, Νομοκ. 279 δις, Ιστ. πολιτ. 126, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1108 ξγ́ 2, κ.π.α.· παρατ. έπεφθα, Τρωικά 5291, Ιστ. πατρ. 1141· έππεφτα, Θρ. Κύπρ. M 265, 721· αόρ. έππεσα, Μαχ. 623, 21421, 32416, 50612, 67814 κ.α., Βουστρ. (Κεχ.) 19217‑8, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 83, 99, 123, 126, 132· μέσ. αόρ. (γ́ εν. πρόσ.) επέσατο, Χρον. Μορ. H 5882· μτχ. παρκ. πεσωμένος, Πιστ. βοσκ. I 3, 57, Καλόανδρ. (Δανέζης) 83 (24v, 53v, 55r).
Από το αρχ. πίπτω (βλ. ΛΚΝ, στη λ., Ανδρ., Λεξ., στη λ.). Ο τ. πέπτω σε έγγρ. του 18. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 1, 1948, 128) και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 726). Ο τ. πίπτω και σήμ. μόνο σε λόγ. φρ. (ΛΚΝ). Για τον παρατ. έπεφθα πβ. τ. πέφθω στο Du Cange (πέφθειν). Ο παρατ. έππεφτα και ο αόρ. έππεσα και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα, όπου και τ. ππέφτω (Σακ., Κυπρ. Β́ 730, στη λ., Χατζ., Λεξ., λ. ππέφτω). Για το μέσ. αόρ. επέσατο πβ. μτγν. μέσ. αόρ. επέσαντο (TLG)· βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 434. Η μτχ. παρκ. πεσωμένος στον Κατσαΐτ., Κλ. Β́ 312, 365 και σήμ. ιδιωμ. (Λάζαρης, Λευκαδ., Κοντομίχης, Λεξ. λευκ. ιδιώμ.). Η λ. πιθ. τον 3.-4. αι. (TLG), στο LBG και σήμ.
1) α) Κινούμαι προς τα κάτω παρασυρόμενος από το βάρος μου: Λίβ. P 114, 117, Λόγ. παρηγ. L 696· Σ’ ένα πηγάδι έπεσε σκύλος ενός ανθρώπου| και να τον βγάλει θέλησεν απάνω μετά κόπου Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 661· στο πέλαγος εγκρέμνισε (ενν. η αλουπού) κι έπεσε μοναχή της.| Επήραν την τα κύματα, στον λύκον την εβγάλα Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 460· (σε μεταφ.): εις πόσον κρεμνόν έπεσεν κακώσεως η ψυχή μου Λίβ. Esc. 1944· εις τον βυθόν γαρ έπεσε (ενν. η κόρη) του πόθου του Λιβίστρου Λίβ. Esc. 1526· φρ. πέφτω στον Άδη = πεθαίνω: Έχει στον κόσμο γιαγερμό όποιος στον Άδη πέσει; Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 897· (για όπλα που εκτοξεύονται): κοντάρια και λαντζόνια έπιπταν ως το χώμα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4522· ο πόλεμος να τρέχει| σε τουφεκιές και σαϊτιές και να μηδέν κατέχει| άνθρωπος πού να φυλαχτεί και το κορμί του χώσει,| να μηδέν πέσουν εδεκεί μπάλες να τους σκοτώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 47920· β) (για φυσικά ή καιρικά φαινόμενα): Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 24, Σφρ., Χρον. (Maisano) 18628· επέφτασιν τα άστρη Παρασπ., Βάρν. C 451· στα μέρη ετούτα η βροχή με χιόνι να μην πέφτει Πανώρ. Έ 394 κριτ. υπ.· (σε μεταφ.): αστροπελέκι| δεν πέφτει καταφρόνεσης, μήδ’ άλλος φόβος στέκει,| μα όλο χαρές κι όλο δροσές έχου και ξεφαντώνου Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 52· γ) (για υγρά) κυλώ από ένα ψηλότερο σημείο σε ένα χαμηλότερο: Θέλω στενάξω εκ καρδίας πολλά και να θρηνήσω,| να χύσω δάκρυα πικρά, στα στήθη μου να πέσουν Περί ξεν. (Μαυρομ.) 277· την λαύραν τούτηνε την διώχνει και την σβήνει| τούτο που πέφτει απάνου της τ’ αγίασμα Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [424]· δ) κατεβαίνω από ζώο, ξεπεζεύω, πηδώ: εσήκωσεν η Ρίβκα τα μάτια της και είδεν τον Ιτσχακ και έπεσεν από το καμήλι Πεντ. Γέν. XXIV 64. 2) α) Αποσπώμαι, αποκολλώμαι· μαδιέμαι: τα δόντια του (ενν. του γέρου) επέσασι, τα μάτια του θολάνα Γεωργηλ., Θαν. 422· ανισώς και ο ρήγας (ενν. των μελίσσων) να ’τον γέρος και από γεροντοσύνης να ππέσαν τα φτερά του και να μηδέν ημπόρησεν να πετάσει Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 114· Όταν πέφτουν τα μαλλιά του και τα γένια του ή μουστάκια Ιατροσ. κώδ. υμθ́· εφύσα ο άνεμος και έπεφταν πολλάκις τα άνθη Διγ. Άνδρ. 40018· β1) γεννιέμαι: εγαστρώθη (ενν. η Σάρρα) (παραλ. 1 στ.)· κι ολπίζαμε οι ταλαίπωροι, σαν πέσει το γομάρι,| να μεγαλώσει και να ζει με του Θεού τη χάρη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 47· καλλιά το ξεύρεις παρά μένα| πως όλοι εγεννηθήκαμε στη γη από κύρην ένα| και πως γδυμνοί μας έκαμε να πέφτομεν η φύση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 279· β2) προέρχομαι, προκύπτω: Εκ της σελήνης έπεσεν εκείνη τας αγκάλας| και το λαμπρόν της μερτικόν απέσπασεν και απήρεν Βέλθ. 680· γ) (προκ. για έμβρυο) αποβάλλομαι: εβάλαν το (ενν. το ’γδίν) απάνω εις την κοιλιάν της και εκουπανίσαν πολλά πράματα, διά να ρίψει το βρέβος· και ο Θεός εγλύτωσέν το και δεν έππεσεν Μαχ. 21433· δ) (μεταφ.) αφαιρούμαι (από ένα σύνολο), δεν υπολογίζομαι: να χωρίσει του Κύριου τις ημέρας του χώρισμά του ... και οι μέρες οι πρώτες να πέσουν, ότι εμαγάρισεν το χώρισμά του Πεντ. Αρ. VI 12. 3) α) Από όρθια στάση σωριάζομαι στο έδαφος: Και περπατώ, κλονίζομαι, τρέμω και θέλω πέσει,| ουδέ γιατρός, ωσάν γροικώ, θέλει με ωφελέσει Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 67· Τ’ αλάφι αποζυγώνοντας τόσα είμαι κουρασμένη,| οπού ’ρθα σ’ ώρα δυο φορές να πέσω λιγωμένη Πανώρ. Β́ 140· Εάν είς καμηλάρης αγωγιάζει τα καμήλια του εις κρασί ..., και γίνεται ότι τα καμήλια πέπτου, και γίνεται τίποτες ζημία απέ το φορτίν τους ... Ασσίζ. 32513· Οι Τούρκοι κατακόπτουνταν και ππέφταν πληγωμένοι Θρ. Κύπρ. M 707· Επέφτασιν οι χριστιανοί χαμαί μακελλεμένοι Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 307· β1) βαδίζω με αστάθεια, παραπατώ, σκοντάφτω: Ύπαγε, Σταφυλή κατηραμένη ... Το αίμα σου να πίνουν οι άνδρες ... και από τοίχον εις τοίχον να πίπτουν Πωρικ. (Winterwerb) III 127· β2) (μεταφ.) παραπαίω: πασαείς οπ’ αγαπά να γιάνει την ζωήν του| ας διώχνει τά πικραίνεται από την θύμησίν του (παραλ. 2 στ.), όχι να πέφτει, ώσπερ τυφλός, ώρες εδώ κι εκείθες Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 167· γ) (για οικοδομήματα) καταρρέω, γκρεμίζομαι: Γέγονε δε και σεισμός μέγας εν Κωνσταντινουπόλει ... και έπεσον τα τείχη της Πόλεως και ιμαράτια, και ναοί και οίκοι πολλοί ηφανίσθησαν Έκθ. χρον. 4812· τα θεμέλια τρέμουσιν, ο πύργος συντληάται,| και αν πέσει ο πύργος το βραδί, πλακεί τον νοικοκύρην Δευτ. Παρουσ. 369· δ) (για πλοίο) γέρνω: καθούριν έσωσε μετά βροχήν και χιόνιν| και άμα τῳ σώσειν ήρπαξεν πάραυτα το τιμόνιν·| τότε το ξύλον έπεσεν στ’ αριστερόν το πλάγι| κι εποίκεν κτύπον φοβερόν και ... ερράγην Απόκοπ.2 357. 4) α) Γονατίζω (για να προσκυνήσω ή να παρακαλέσω κάπ.): όλοι αντάμα πέζευσαν, πέφτουν και προσκυνούν τον Αχιλλ. L 841· Θέλω τηνε, ζητώ τηνε, πέφτω, παρακαλώ τη Πανώρ. Έ 339· φρ. πίπτω εις τα γόνατα = γονατίζω: Ευγενή Πάτροκλε φίλε,| νυν νομίζω τους Αργείους| να ’λθουσι με δουλοσύνη| κι εις τα γόνατα να πέσουν| και να με παρακαλέσουν,| ότι χρεία πολλή τους ήλθε Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΒ́ [379]· φρ. πέφτω εις τους πόδας/στα πόδια κάπ. = γονατίζω και ικετεύω κάπ., προσπέφτω: έπεσεν εις τους πόδας μου (ενν. η κόρη) και εφίλει τους και επαρεκάλει μοι Διγ. Άνδρ. 3723· με πάσα μου ταπείνωση στα πόδια σου να πέσω| κι όσο μπορώ και δύνομαι να σε παρακαλέσω| για δουλευτή σου ’μπιστικό και σκλάβο σου να μ’ έχεις Πανώρ. Γ́ 589· β) (με τις προθ. εις, προς + αιτιατ.) παρακαλώ θερμά, ικετεύω: σήμερον πέφτω εις εσάς να ζήσω, ν’ αποθάνω Αργυρ., Βάρν. K 298· ας αφήσομεν την οργήν ήν έχομεν και ας πέσομεν μετά δακρύων προς Κύριον, ίνα ελεήσει την αθλίαν μας ψυχήν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 370v· φρ. πέφτω εις την ελπίδα κάπ. = ζητώ τη βοήθεια κάπ.: έλεγεν (ενν. ο Ιωάσαφ): «Ω Ιησού Χριστέ μου, … να με φυλάξεις … από τούτους τους δαίμονας …». Και έκαμε τον σταυρόν του … και έπεσεν εις την ελπίδα του Χριστού Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 13721· φρ. πέφτω σε παρακάλιο = παρακαλώ: οι καβαλιέροι κι άρχοντες σε παρακάλιο πέσα| να μην του πάρει τη ζωή Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 32424. 5) α) Ξαπλώνω για να κοιμηθώ, πλαγιάζω: νυστάζω, πέφτω τάχατε, τυλίγομαι την κάπαν,| θέλω υπνώσαι, ουκ ημπορώ, ως έχειν αποκοιμούμαι Προδρ. (Eideneier) III 273-74 χφφ PK κριτ. υπ.· έπεσα ...| ... εις το κρεβάτι μου Ντελλαπ., Ερωτήμ. 270· ενύσταξα και έπεσα εις τα γόνατα της κόρης και εκοιμήθηκα Διγ. Άνδρ. 37520· φρ. πέφτω εις πλάγιασμα, βλ. πλάγιασμα 1γ· β) (με την πρόθ. μετά + γεν. ή την πρόθ. με + αιτιατ.) συνευρίσκομαι ερωτικά: είς άνθρωπος κρατεί μίαν γυναίκα … και πέφτει μετά του και τεκνοποιών ... Ασσίζ. 37729· τόση ήτονε η κακή της γνώμη, απού ως και με τους δούλους της έπεφτεν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 415· ο Δαβίδ ο προφήτης εστόντα αμουρούζης της γυναίκας του Ουρία ... έππεσε μιτά της και αγγαστρώσεν την Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 96· γ) κάθομαι κάτω: Την εβδομάδα τω σκολώ μαζώνουνται και βγαίνου| στα περιβόλια, να χαρούν, και με τραγούδια μπαίνου| άνδρες, γυναίκες στα δενδρά· επέσανε να φάσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 45525. 6) α) Αρρωσταίνω: Αυτού λέγει το δίκαιον διά εκείνον όπου πουλεί ού αγοράζει ένα σκλάβον ... απού πέπτει απού κακή αρρώστιαν Ασσίζ. 29029· πεσών τῳ πάθει της ελεφαντιάσεως Ιστ. πολιτ. 71· από την πίκραν την πολλήν έπεσ’ αρρωστημένος| κι ήρθε κοντά στον θάνατον Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [362]· (εδώ από έρωτα): με πικριές τέτοιας γλυκιάς αιτίας| να πέφτουν από πόθου τους άθλιοι και πονεμένοι,| διαπάς με παραπόνεσιν έστοντας βυθισμένοι΄ Φαλιέρ., Ιστ.2 3· β) (προκ. για όργανο του σώματος) φθείρομαι, καταστρέφομαι: αν εμαγαρίστην (ενν. η γεναίκα), ... να πρηστεί η κοιλιά της και να πέσει το μερί της Πεντ. Αρ. V 27. 7) α) Σκοτώνομαι στο πεδίο της μάχης: φωνές εβγήκαν παρευθύς και κλάηματα και πόνοι| σ’ εκείνους οπού έπεφταν και τους αρπούσαν φόνοι Αχέλ. 2051· (σε παρομ.): Αρχίνισαν τον πόλεμον μετά μεγάλου πλήθους (παραλ. 3 στ.)· ωσάν τα φύλλα έπεφταν οι Τούρκοι κι οι Τατάροι Ιστ. Βλαχ. 899· β) (κατ’ επέκταση) πεθαίνω: Ο πόλεμος ο φλογερός εκράτησε δυο μήνες (παραλ. 1 στ.) και χώρια από τους σκοτωμούς εκράτιε τσι κι ανάγκη| μεγάλη, κι αποθαίνασι Ρωμιοί πολλοί και Φράγκοι,| οπού ’τον τόσος θάνατος σ’ όλες αυτές τσι μέρες,| που πέφτανε καθημερνό νέοι και θυγατέρες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15426· ίππος ο Βουκέφαλος εξασθενήσας πίπτει| και λύπην προεξένησε μεγάλην Αλεξάνδρῳ Βίος Αλ. 4641. 8) (Συν. με το επίρρ. απάνω ή την πρόθ. εις + αιτιατ.) α) ρίχνομαι, κινούμαι ορμητικά προς κάπ., πλησιάζω πολύ κοντά σε κάπ.: ιάτρευσε (ενν. ο Ιησούς) πολλούς, τόσον οπού να έπεφταν απάνου του να τον πιάσουν όσοι είχαν βλαψίματα Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. γ́ 10· φρ. πέφτω απάνω εις κάπ., πέφτω εις τον τράχηλον/επί τους τραχήλους (κάπ.) = αγκαλιάζω κάπ.: υπήγεν και έπεσεν απάνω εις το νεκρόν σώμα του πατρός του και εκαταφίλει τον μετά πολλών δακρύων Διγ. Άνδρ. 40111· πατέρα και μητέρα του απεχαιρέτησέν τους,| έπεσεν εις τον τράχηλον και κατεφίλησέν τους Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 800· έπεσεν ιπί τους τραχήλους του (ενν. του πατέρα του) και έκλαψεν ιπί τους τραχήλους του ακόμη Πεντ. Γέν. XLVI 29· β1) χτυπώ πάνω, προσκρούω: Εάν γίνεται ... ότι είς άνθρωπος φορτωμένος ξύλα ού έτερον τίποτες γομάριν ... διαβαίνει ... και χαλά ού ρίπτει εκείνον τό εκείνος ο βουργέσης ... έβαλεν έξω του εσπιτίου του, ... ει δε γίνεται ότι κανείς άνθρωπος να εβρούθησεν με το ίδιόν του θέλημαν το υποζύγιόν του φορτωμένον ού τον άνθρωπον φορτωμένον, ένι κρατημένος να ανακαινώσει όλην την ζημίαν τήν να ποίσει εκείνος οπού έπεσεν επάνω εις το πράγμαν του βουργέση Ασσίζ. 36210· β2) (για πλοίο) προσαράζω: την οποίαν (ενν. βάρκαν) έστοντας να σηκώσουν και να την βάλουν μέσα εις το καράβι, έκαμαν βοήθειες και εζώνασι το καράβι· φοβούμενοι μήπως και πέσουσιν εις την ξέρην — και εκατέβασαν τα άρμενα Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κζ́ 17· γ) (μεταφ.) παρουσιάζομαι: αυτός επαίρνει το παιδί και φέρνει το στο σπίτιν,| φέρνει το την γυναίκαν του, πολλά το καμαρώνει (παραλ. 1 στ.). Πέφτει ο πόθος εις αυτούς μεγάλως, εξαιρέτως,| βυζάνου, θεραπεύουν το, κηδεύουσιν το βρέφος Βυζ. Ιλιάδ. 157· (προκ. για το Άγιο Πνεύμα): ο Πέτρος ελάλει ετούτα τα λόγια και το Πνεύμα το Άγιον έπεσεν απάνω εις όλους εκείνους οπού άκουαν τον λόγον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ί 44· δ) (μεταφ.) επιζητώ, επιδιώκω κ.: εις πράγμα που ζητούμεν| εις κείνο έως ύστερον πέφτομεν Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 4120. 9) α) Κινούμαι ορμητικά εναντίον κάπ. ή κ., εφορμώ, επιτίθεμαι: Διγ. Z 2629· ο άνθρωπος πέπτει εις το θηρίον και το θηρίον σφάζεται Φυσιολ. (Legr.) 369· έπεσαν εις τα χρήματα τα θαυμαστά του κάστρου,| τον πλούτον τον αρίφνητον εφθείραν, εχαλάσαν Βυζ. Ιλιάδ. 1051· (μεταφ.): Ο δε Θευδάς ... καλέσας ένα απού τα πονηρά πνεύματα το πέμπει, διά να δώσει πόλεμον εις την σάρκα του ανδρειωμένου στρατιώτου, του Σωτήρος Χριστού ... Το δε πονηρόν πνεύμα … πέφτει εις του λόγου του ανάπτοντας φλογερήν κάμινον εις την σάρκαν του Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11916· οργή του Θεού έππεσεν απάνω τους, διότι ήτον πολλά αγγρισμένος μετά τους διά τας αμαρτίας τους Μαχ. 1612· β) (προκ. για κακό, συμφορά, κ.τ.ό.) συμβαίνω, ενσκήπτω, πλακώνω: Όταν έναι αγάπη δεν μπορεί σκαντάλιση να πέσει Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 65· θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.| Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλην την αγία Ανακάλ. 2· είπανέ μου (ενν. οι άρχοντες της Λακεδαιμονίας) πως εις την Λακεδαιμόνιαν έπεσεν τόσον θανατικόν, ώστε οπού εμείς δεν ημπορούμεν να θάπτομεν τους νεκρούς Διαθ. Νίκωνος 6. 10) α) Μειώνομαι σε δύναμη ή ένταση, λιγοστεύω, εξασθενώ α1) (για καιρικά φαινόμενα): βλέποντας τον άνεμον δυνατόν εφοβήθη ... και εμπαίνοντας αυτοί μέσα εις το καράβι, ο άνεμος έπεσε Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιδ́ 32· α2) (για συναισθήματα ή καταστάσεις): όπου ορίζει ο έρωτας πάσ’ όργητα τελειώνει| και πέφτει η μάνητα η παλιά όπου η νια αγάπη σώνει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 276· απήτι εδιάβηκα εκατό και άλλοι είκοσι χρόνοι,| και η ανομιά δεν έπεφτε, μάλλιοστας πλια φυτρώνει,| τότες όρισε ο Κύριος του Νώε ... (παραλ. 2 στ.) να μπούσι εις τον κιβωτό Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1431· β) παύω, σταματώ: του γενεράλε λέσι| από τσ’ ανθρώπους το κακό κι ο θάνατος ας πέσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5388· θέλου γραφτούν οι σύβασες κι ο πόλεμος να πέσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 54414· φρ. πέφτουν τ’ άρματα = παύει η επίθεση: δώκαν την απόφαση για να παραδοθούσι.| Και φλάμπουρον εδείξανε, τ’ άρματα για να πέσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1745. 11) α) Νικιέμαι σε μάχη: Δέσποτα, ας πολεμούμεν,| μην πέσουν τα φουσσάτα σου και λάβεις ατιμίαν Αχιλλ. L 418· β) (για πόλη, κάστρο, κ.τ.ό.) κυριεύομαι, παραδίδομαι: Η καύχηση των Κρητικών (ενν. το Κάστρο) έπεσε κι εσκλαβώθη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 56517· Ετούτ’ η χώρα δε μπορεί έτσι εύκολα να πέσει,| κι εμείς να τηνε δώσομε δεν είν’ στην εξουσιά μας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 36512· γ) (προκ. για εξουσία) ανατρέπομαι: Πάντα σμικτές οι βασιλειές κάλλιά ’ναι φυλαμένες,| και μόνιες και ξεχωριστές πέφτου οι πολεμημένες Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 42· δ) (μεταφ.) υποκύπτω, ενδίδω: Μαγεύγου με τα λόγια σου και πέφτω και πλανούμαι,| μα μ’ όλα αυτείνα του αντρός τες δυσκολιές φοβούμαι Φαλιέρ., Ιστ.2 661· στην εμορφιά της την πολλήν αυτείνοι δύο πέσα Δεφ., Σωσ. 80· φρ. πέφτω εις το θέλημα κάπ. = υποχωρώ, δέχομαι, συγκατατίθεμαι στην επιθυμία κάπ.: Ω πατέρα μου, ύπαγε του σκοπού σου| και πέσε εις το θέλημα, κύρη μου, του υιού σου Τριβ., Ρε 88. 12) (Μεταφ.) α) χάνω το κύρος μου, ξεπέφτω: έχασεν απολογίαν εις την αυλήν, διά τούτο πλέον ουδέν πρέπει να εισακουστεί ουδέ να πιστευτεί εις μαρτυρίαν και έπεσεν οπρός εις την αυθεντίαν, ως γιον πρέπει να πάθει άνθρωπος άπιστος Ασσίζ. 536· τες δόξες έβλεπα (ενν. εγώ, η Αθήνα) και εχαίρουμουν γαλήνη (παραλ. 1 στ.). Με των καιρών τσ’ αντιστροφές ελείψαν τα σχολειά μου,| εχάθηκε το κράτος μου, επέσαν τ’ άρματά μου Λίμπον. 22· (προκ. για την πτώση του ανθρώπου από τον παράδεισο): φαγών ο πρώτος άνθρωπος από του καρπού του ξύλου της παρακοής, ευθύς εξόριστος γίνεται από της τρυφής του παραδείσου, ... και αντί της μακαρίας ζωής …, εις την αθλίαν και πολυβασανισμένην πέπτει Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5029· (προκ. για την πτώση του Εωσφόρου): ’ς ’περιψά εδόθησα (ενν. οι αγγέλοι), το κρίμα εκινήσα.| Και ο Θεός θωρώντας τους ...| ... απάνω απού τους ουρανούς εκαταγκρέμνισέν τους| κι επέσα κι εγενίστησα κι εμείνασι ως τελώνια| κι επήγασι εις την οργή κι εγίνησα δαιμόνια Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 992· (προκ. για την ενσάρκωση του Θεού): επειδή ο Θεός ηθέλησεν τον άνθρωπον να τιμήσει,| εξ ουρανού εκατέβηκεν, να πέσει εις αύτην την φύσιν Συναξ. γυν. 124· β) καταστρέφομαι· δυστυχώ: Αντάν ο εχθρός σου ππέσει ή χαλάσει μηδέν χαρείς απέ την ζημίαν του Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 87· Σηκώνει η τύχη τσ’ άμαθους, τσ’ άγνωστους, πάσα ψεύτη,| κι ωσάν τη μπάλα ο φρόνιμος σηκώνεται και πέφτει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 128. 13) (Με την πρόθ. εις/σε + αιτιατ.) α) περιέρχομαι στη δικαιοδοσία κάπ.: ο Ρωμανός ως είδεν την δυναστείαν της βασιλείας και την ισχύν και εξουσίαν των Ρωμαίων ότι έπεσεν εις ... γύναιον ... Παράφρ. Μανασσ. 303· πέφτει εις την ελεημοσύνην του αυθέντη το κορμίν του να λάβει τοιούτην τιμωρίαν, ώσπερ να λάβει κλέπτης Ασσίζ. 22030· φρ. (1) πίπτω αποκάτω εις τους ορισμούς κάπ. = περιέρχομαι στην εξουσία κάπ.· υπακούω κάπ.: ο Θεός την όρισεν (ενν. την γυνήν) και έπεσεν αποκάτω| εις όλους του τους ορισμούς, να έναι εις το θέλημάν του Συναξ. γυν. 111· (2) πέφτω/πίπτω εις το χέριν/εις χείρας/στα χέρια κάπ. = (κυριολ. και μεταφ.) συλλαμβάνομαι· περιέρχομαι στην εξουσία κάπ.: εφάνησαν δύο κάτεργα γενουβήσικα και ήλθαν εις την συντροφίαν του. Ο κοντοστάβλης θωρώντα πως έππεσεν εις το χέριν τους ... Μαχ. 5262· θέλεις πέσει, άθλιε, εις χείρας του Σκεντέρη·| ότι ο Τούρκος ο εχθρός είναι πονηρευμένος Ιστ. Βλαχ. 1266· πέφτου| στα χέρια τότες τω Φραγκώ και τ’ άρματά τως θέτου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 46117· αλί οπού πέσει εις χείρας του και οπού τον γνωρίσει (ενν. τον έρωτα)·| τον νουν του χάνει τον ταχύ, χαλά και την ζωήν του Διγ. Z 188· β) (μεταφ.) παγιδεύομαι, απατώμαι, πλανώμαι από κ.: υιέ μου, η ελικία σου μηδέν σε παραπαίρνει·| το νέον σου το εύμορφον μηδέν το καμαρώνεις (παραλ. 1 στ.)· εις κάλλος όπου έπεσεν έμεινε κομπωμένος Σπαν. O 35· φρ. (1) πέφτω εις τα νήματα κάπ. = παγιδεύομαι, συλλαμβάνομαι: το αυτόν όρνιον πέφτει εις τα νήματα κανενού πουλλάρη και πιάνει το Ασσίζ. 20020· (2) πέφτω/πίπτω εις τον δεσμόν/εις παγίδαν/σε βρόχια (κάπ.) = (μεταφ.) απατώμαι, πλανεύομαι: όποιος απόκτησε τον φόβον του Κυρίου (παραλ. 1 στ.). ... ποτέ δεν επλανέθη (παραλ. 1 στ.)· δεν έπεσεν εις τον δεσμόν εχθρού του βροτοκτόνου Ιστ. Βλαχ. 1367· δελεαστείς ο άνθρωπος πέπτωκεν εκ της δόξης (παραλ. 1 στ.)· η Εύα τον επλάνεσε, υιέ αγαπημένε·| διάβολον ουκ έβλεπεν, ει μη τον όφιν μόνον.| Ακούσασιν τον λόγον του, έπεσαν εις παγίδαν Σπαν. O 179· σε βρόχια κιανενός αντρός να πέσω δεν αφήνω Πανώρ. Δ́ 44· γ) υπόκειμαι (στον έλεγχο, την κρίση ή την τιμωρία κάπ.): θέλω ετούτο το μικρόν μου ποίημα να το λέγουν Άνθος Χαρίτων, και αν τύχει τίποτες πταίσιμον, είμαι βέβαιος να έναι εις την συνείδησιν εκεινού οπού το αναγινώσκει, και εγώ έως τώρα πέφτω εις την παίδευσίν τους και αφήνω το πταίσιμόν μου Άνθ. χαρ. 28917· πρόσεχε να μηδέν ψευσθείς εις τον βασιλέαν· και θέλεις πέσει εις μεγάλην οργήν και παίδευσιν και καταδίκην Ιστ. πατρ. 16415. 14) (Με την πρόθ. εις + αιτιατ.) α) περιέρχομαι σε μια κατάσταση: γυναίκα εχήρευσεν και ουδέν δύνεται εγκρατεύσαι, αλλά θέλει να πέσει εις δεύτερον γάμον Ελλην. νόμ. 5835· αρπάζετε τους κόπους των μετά την δυναστείαν| και εκείνοι πέπτουν εις πτωχείαν, πολλά κακοπαθούσιν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2502· πέφτοντας εις φόβον και χαράν ομού σύμμικτον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 130· Όσοι γαρ αγαπώσι πέφτουσ’ εις μεγάλες έγνοιες και κινδύνους και φόβους Διγ. Άνδρ. 3348· β) υποπίπτω (σε σφάλμα, παράπτωμα, αμάρτημα, κλπ.): πέφτει (ενν. ο αυθέντης του σκλάβου) εις το πταίσμαν του αμαρτήματος ούτως ώσπερ απαύτα εκείνος να το είχεν ποιήσει διά χειρός του Ασσίζ. 15319· το κορμί έναι γιναμένον από την φύσιν … και πέφτει γλήγορα εις πάθη Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 32r· από την μέθην έπεσαν εις πορνείαν και εις μοιχείαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 366v. 15) α) Kατασκηνώνω: Αναπετώ την τέντα μου, στένω το φλάμπουρό μου (παραλ. 1 στ.), δίδω βουλήν να μένομεν απέσω εις το λιβάδιν·| έλυσαν τα φαρία τους πάντες εις το λιβάδιν (παραλ. 2 στ.). Επέσαμεν αμέριμνα την όλην την ημέραν Λίβ. (Lamb.) N 651· β) στρατοπεδεύω: το ποτάμι επέρασεν (ενν. ο Αλέξανδρος) με όλα τα φουσσάτα του και έπεσεν εις το σύνορό μου κοντά Διήγ. Αλ. G 28614· ο μεν Ισαγγέλης έξωθεν της Τριπόλεως πεσών πάσαν μηχανήν εποίει προς το κρατήσαι το κάστρον Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 17· φρ. πέφτει η κατούνα μου, πέφτω την κατούναν μου = στρατοπεδεύω: Ο της Αιγύπτου βασιλεύς ήλθεν ο Φερδερίγος,| έπεσεν η κατούνα του με την υποταγήν του Λίβ. Esc. 2252· έπεσεν την κατούναν του (ενν. ο Βεδερίχος) με την παραταγήν του Λίβ. N 1985· γ) εγκαθίσταμαι: επλίκεψαν από την Χάβιλα ως τη Σουρ ...· ιπί πρόσωπα ολωνών των αδερφιών του έπεσεν Πεντ. Γέν. XXV 18. 16) (Με την πρόθ. εις + αιτιατ.) α) βρίσκομαι τυχαία σε μια περίσταση: Αυτούς οπού θέλουν το κρασί κάνε να τους αφήσεις,| κι αν πέσεις εις χαροκοπιά, βλέπε να μην μεθύσεις Δεφ., Λόγ. 154· οι Τούρκοι επεράσα| …, τους χριστιανούς επιάσα (παραλ. 4 στ.)· κι όλους στα καταλύματα τους δέσαν και τους πιάσα| κι εφέρασι ξύλα, κλαδιά κι εβάλα κι εσκεπάσα| κι άναψε κι εκαήκανε όλοι τως εκεί μέσα,| και δείχνω σας τι πάθανε κι εις είντα ώρα επέσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4225· β) συναντώ απροσδόκητα κάπ.: πέφτοντας απάνω εις τους εχθρούς τούτους, ούτε με το εξαφνικόν τούτο πράγμα εταράχθηκα ούτε πολλά εφοβήθηκα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 130· (εδώ σε παροιμ. χρ.): αποφάσισε πως άλλην σωτηρίαν δεν έχουσι να γλυτώσουσι παρά το σπαθί τως, διότι όλοι οι τόποι τριγύρου είναι κλεισμένοι από τους ερημίτας Αράπηδες, και αν βάλουσιν εις τον νουν τως να φύγουσι, θέλουσι φύγει από τον λύκον να πέσουσιν εις το λεοντάρι Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 397. 17) α) Αναλογώ· ανήκω, αποδίδομαι σε κάπ.: εκάτσαν ... και είδαν την ομάδαν του μηνίου του λαού και εμοιράσαν τα μεσόν τους ... και έππεσεν πασανού τον χρόνον από τρία πέρπυρα χρυσά Μαχ. 830· το δίκαιον ορίζει ότι όλον να ένι του αυθέντη του τόπου με δίκαιον του ποίου πέφτουν τα πάντα Ασσίζ. 1202· ημείς να κατορθώνομε και ημείς να πολεμούμεν,| η δόξα και το έπαινος να πέφτει εις εσένα Αργυρ., Βάρν. K 378· (εδώ σε μαθηματικούς υπολογισμούς): Μέθοδος των ζ́ απλή. Επτά σύντροφοι με ζ́ φλουριά εις ή μήνας εκέρδισαν φλουριά ιά· αν ήταν σύντροφοι θ́ εις μήνας θ́ με φλουριά ας́, τι ήθελεν τους πέσει; Rechenb. 402· β) (για οικονομική ζημία, ευθύνη, φταίξιμο, κλπ.) β1) επιβαρύνω: πουλεί το αμάχι την άλλην ημέρα διά παρκάτω, επάνω εις τίναν να πέσει η αυτή ζημία του παρκάτου και τις να την πλερώσει Ασσίζ. 31330· να σηκώσει βάρητα που πέφτουν στα παιδιά μου Λίμπον. 38· έπεσε όλο το κατάβαρο εις τους άρχοντας το πως να είναι αιτία ατοί τους και η βουλή να γίνουνται ετούτα τα καμώματα Σουμμ., Ρεμπελ. 165· β2) μοιράζομαι: Περί ναυαγίου, οπού ναυαγήσει το καράβι και ρίχνουν εις την θάλασσαν τίνα είδος, ότι πώς πέφτει η ζημία. ... ζημιώνουνται πάντες κατά το ποσόν της πραγματείας τους ... Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1239 κβ́ 2· γ) περιέρχομαι σε κάπ. (από κληρονομιά ή συγγένεια): το μερτικόν της μητρός κατεβαίνει των τέκνω της ... και ουκ ημπορεί ο πατήρ να εμποδίσει ούτε να παρκατεβάσει των τέκνων τό τους έπεσεν παρά της μητρός αυτών Ασσίζ. 38311· αν ... πεθάνει ο ρε Ούγγες, το ρηγάτον να πέφτει του άνωθεν υιού της κόρης του Λογής και μεν το πάρει άλλον παιδίν του ρε Ούγγε Μαχ. 9412· δ) λαχαίνω, τυχαίνω σε κάπ.: ας αποθάνουμεν στον κόσμον τιμημένα,| μάλιστα που μας έπεσεν καιρός πεθυμημένος| για την ελευθερίαν μας Παλαμήδ., Βοηβ. 235· φρ. πέφτω εις τον λαχνόν κάπ. = κληρώνομαι σε κάπ. (εδώ μεταφ.): εις τον οποίον (ενν. τον Χριστόν) και εταχθήκαμεν, ήγουν επέσαμεν εις τον λαχνόν του Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εφεσ. ά 11 σημ. 18) Μου επιβάλλεται ποινή, τιμωρούμαι: Εάν γίνεται ... ότι κανείς άνθρωπος δέρνει κανένα άνθρωπον έτερον ..., το δίκαιον κρίνει ότι εκείνος έπεσεν να δώσει του δαρμένου ρ́ δωδεκάρια Ασσίζ. 46214· ο εγγυτής οπού είχεν ομόσει τον άδικον όρκον να πέσει να δώσει της κρίσης τοιούτον τέλος, ως γιον χρεωστεί να δώσει άνθρωπος παράνομος Ασσίζ. 6622. 19) α) Σφάλλω, παρανομώ· αμαρτάνω: Υιέ μου, ειδέ και αν έπεσες, και αν έποικες και φόνον,| βλέπε γαρ την γυναίκα σου μηδέν τ’ ομολογήσεις Διδ. Σολ. Ρ 80· πάντα γαρ δέχεται Θεός, μόνον μη απογνώσεις·| οσάκις πέσεις, έγειρε· ουκ ήλθε γαρ καλέσαι| Κύριος δικαίους ..., αλλά τους αμαρτόντας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 233· β) κάνω λάθος, πλανώμαι: οι Ρωμαίοι πλανούν τον λαόν και βάλλουν τους εις αιρεσίαν … και λαλούν ψέματα και πέφτουν ως γιον τους Έλληνες και ονομάζουν πράματα άπρεπα τα ποία δεν είναι Μαχ. 6617. 20) (Μτβ., σε ιδιάζ. χρ.) ρίχνω κάπ. κάπου· (μεταφ.) οδηγώ κάπ. σε μια κατάσταση: Να ’χεις εσύ (ενν. Θεέ) τον ουρανόν, την άβυσσον εκείνος (ενν. ο αντιστάτης).| Και ωσάν εσύ του γίνεται τάχατ’ η αρχή τήν έχει| και πέπτει τον εις παρηγοριάν, της δόξης καν απέχει Δευτ. Παρουσ. 248. Φρ. 1) Μου πέπτει ανάγκη = αναγκάζομαι: Εις άλλον κόσμον, ήξευρε, εις άλλη γη και τόπον| μου πέπτει ανάγκη σήμερον, ξένε μου, να παγαίνω Ντελλαπ., Ερωτήμ. 3122. 2) Με/μου πέφτει δύσκολα/’ς βάρος = μου είναι δύσκολο: ακόμη δεν είναι καιρός σου και τώρα σε πέφτει δύσκολα, διότις είσαι ακόμη δώδεκα χρονών και δεν δύνεσαι ακόμη να πολεμήσεις θηρία Διγ. Άνδρ. 34323· Στην πόλιν να παγαίνουσι, α δεν του πέφτει ’ς βάρος Θησ. Θ́ [307]. 3) Μου πέφτει επιδέξιον/εύκολα = μου είναι εύκολο: αν είχεν γαρ την δύναμιν (ενν. ο βασιλεύς), να του έπεφτε επιδέξιον,| δείξει το ήθελεν καλά του μισίρ Ντζεφρέ εκείνου| το πως το έποικε άσκημον …| την θυγατέρα του να ευλογηθεί άνευ θελήματός του Χρον. Μορ. H 2532· να γράψομεν του βασιλέως ευθύς …| ενάντια του Μιχαήλ, κι όταν τον βασιλέα| φέρομεν εις την γνώμην μας να ’ναι με μας στερέα,| θέλει μας πέσειν εύκολα να τον αντισταθούμεν Παλαμήδ., Βοηβ. 733. 4) α) Μου πέφτει λόγος = λέω κ.: η γνώμη σου είναι καλή και του Θεού αρέσει·| μόν’ φύλαγε του λόγου σου και λόγος μη σου πέσει Μαρκάδ. 222· Πολλά τον επασκίσασι (ενν. οι αρχιερείς τον Ιησού), λόγος για να του πέσει| και αντίδικα του Αβραάμ τ’ όνομα να συθέσει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2632· β) πέφτει «μια λέξη» από το στόμα μου = λέω κ.: απού το στόμα μου τ’ «όχι» δε θέλει πέσει,| μα πασανός τα χείλη μου «μετά χαράς» θα λέσι Πανώρ. Ά 287. 5) Να ’πεφτε φωτιά να μασε κάψει· πέσε, φωτιά, και κάψε = (σε κατάρα): Ανάθεμα στη μοίρα μας κι ας ήθελε μας θάψει| εδώ γή να ’πεφτε φωτιά τώρα να μασε κάψει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1966· Αέρα, πάψε, δροσερέ· πέσε, φωτιά, και κάψε| το Χοσαΐνη τον πασά, κι εσύ, ουρανέ μου, κλάψε! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22815. 6) Πέφτει η κεφαλή μου = τιμωρούμαι με αποκεφαλισμό: έκαμε την απόφαση (ενν. ο βιζίρης) να πέσει η κεφαλή του (ενν. του Χοσαΐνη),| κι ώστε να πει το λόγο του, είχαν του τηνε κόψει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4048. 7) Πέφτει ο κλήρος απάνω εις = επιλέγομαι με κλήρωση, κληρώνομαι: έδωκαν κλήρον εις αυτούς και έπεσεν ο κλήρος απάνω εις τον Ματθίαν, και εβάλθη και αυτός … αντάμα με τους άλλους ένδεκα τους αποστόλους Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 42r. 8) Πέφτει ο λογισμός/νους μου (εις) = σκέφτομαι: κτίσε παλάτια θαυμαστά ...· και βάλε την θυγατέρα σου εις εκείνα τα παλάτια μέσα, διά να μην πέσει ο λογισμός της εις έρωτα Διγ. Άνδρ. 31320· Τούτο σας λέγω, αυθέντες μου, αλλού μη πέσει ο νους σας,| το πέραμά σας να γενεί μέσον του Μεντοβόρου Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 967. 9) Πέφτουν τα νεφρά μου, βλ. νεφρό(ν) Φρ. 1. 10) Πέφτουν τα πρόσωπά μου = σκυθρωπιάζω: οργίστην του Κάιν πολλά και έπεσαν τα πρόσωπά του Πεντ. Γέν. IV 5. 11) Πέφτω εις δρόμον, βλ. δρόμος 24. 12) Πέφτω εις κατηγορίαν, βλ. κατηγορία Φρ. 13) Πέφτω εις όρεξιν να ..., βλ. όρεξις ‑ξη Φρ. 11. 14) Πέφτω εις το προκείμενον = (προκ. για λόγο, αφήγηση) αναφέρομαι, σχετίζομαι με το θέμα: Ετούτον τον μύθον μου εδιηγούτονε η άνωθεν γερόντισσα, ο οποίος πέφτει εις το προκείμενόν μας τόσον, οπού δεν ημπορεί να ειπεί τινάς περισσότερον Μπερτολδίνος 115. 15) Πέφτω εκ τον ορισμό (κάπ.) = παρακούω, απειθώ (σε κάπ.): Με πονηριά εβάλθηκε (ενν. ο όφης) τον άνθρωπο να κάνει| να πέσει εκ τον ορισμό, μόνο για ν’ αποθάνει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1080. 16) Πέφτω κάτω, βλ. κάτω Φρ. 17) Πέφτω/πέπτω και αποθνήσκω/ν’ αποθάνω/να αποθνήσκω/να ψοφήσω = πεθαίνω: το είδος του προσώπου της (ενν. της γοργόνης) θάνατον γαρ εισάγει,| οίον γαρ ίδῃ, παρευθύς πέπτει και αποθνήσκει Φυσιολ. (Legr.) 883· ήλθε μου λακταρισμός να πέσω ν’ αποθάνω Περί ξεν. (Μαυρομ.) 330· ποτέ δεν ομιλεί (ενν. ο αβουγαδούρης) διχώς καλόν κανίσκι,| ανέναι και θωρεί άνθρωπον να πέπτει να αποθνήσκει Σαχλ., Αφήγ. 361· δεν υπάγεις (ενν. συ, ορτύκιν) πούπετε να πέσεις να ψοφήσεις,| αμή ήλθες και εκάθισες εν μέσῳ της τραπέζης Πουλολ. (Τσαβαρή)2 480. 18) α) Πέφτω εις θάνατο = πεθαίνω: ανίσως και θελήσετε εκ τον καρπό να φάτε,| θέλετε πέσει εις θάνατο και στη φωτιά να πάτε Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1071· β) πέφτω σε θάνατον/του θανάτου = είμαι ετοιμοθάνατος, κοντεύω να πεθάνω· (εδώ σε υπερβολή για να δηλωθεί μεγάλη στενοχώρια): από την πλήξιν ήλθασιν σε θάνατον να πέσουν Αχέλ. 1983· από το παράπονον κι εκ την αδημονίαν| ολιγοψύχησεν πολλά και έπεσεν του θανάτου,| και με τα ροδοστάματα με όλις εσυνήλθεν Περί ξεν. (Μαυρομ.) 401. 19) Πέφτω στα πλάγια κάπ., βλ. πλάγιον Φρ. 2. 20) Πίπτει/πέφτει η αγάπη/ο πόθος μου εις κ. ή κάπ. = επιδίδομαι με ζήλο, αφοσιώνομαι σε κ. ή κάπ.: καθώς ετελείωσε το σωτήριον τούτο έργον ο χριστομίμητος πατριάρχης, έπεσεν ο πόθος αυτού και η αγάπη εις την μελέτην της θείας Γραφής και νύκτα και ημέρα εσπούδαζε Ιστ. πατρ. 1975· επειδή αρνήσθηκα συγγενείς, πατέρα και μητέρα, και έπεσεν η αγάπη μου εις εκείνον (ενν. τον άνδρα), ανάγκη ήτον και είτι ήθελεν με ειπεί να μην τον ακούσω κιόλα; Διγ. Άνδρ. 37222. 21) Πίπτουσιν οι ψήφοι εις = εκλέγομαι με ψηφοφορία: Εποίησαν ουν ψήφους (ενν. οι αρχιερείς) και έπεσον οι ψήφοι εις τον Θεσσαλονίκης και εποίησαν αυτόν πατριάρχην Έκθ. χρον. 4516. 22) Πίπτω εγγυητής = εγγυώμαι: συντύχετε (ενν. σεις, Αγάπη και Πόθε) τον Έρωτα, παρακαλέσετέ τον (παραλ. 2 στ.)· δι’ εμέ πέσετε εγγυηταί, λόγους καλούς ειπέτε Λίβ. P 2812. 23) Πίπτω εις βουλήν/έννοιαν/μελέτην/φροντίδα = σκέφτομαι, αναλογίζομαι: εις έννοιαν έπεσεν και συνεσκόπει ο νους του| και εσκόπει το πώς διέβαινε η γραία ...| δύσβατον τέτοιον ορεινόν Λόγ. παρηγ. O 244· έπεσον εις ετέραν φροντίδα και βουλήν και μελέτην, πότερον να έχωσι τον υιόν αυτού τον Μουράτην αγάπην και να παραχωρήσωσιν είναι αυτόν αυθέντην ... ή να φέρωσι τον Μουσταφάν ... και ποιήσωσιν αυτόν αυθέντην εις την Δύσιν Σφρ., Χρον. (Maisano) 1815. 24) Πίπτω εις κατηγόρημα, βλ. κατηγόρημα(ν) Φρ. 25) Πίπτω εις οργήν, βλ. οργή Φρ. 13. 26) Πίπτω/πέφτω εις συμβίβασιν/‑εις = συνθηκολογώ: μη δυνάμενοι δε (ενν. οι δύο δεσπόται) αντιμαχήσασθαι αυτῴ, έπεσον εις συμβιβάσεις, όπως δώσωσιν αυτῴ χαράτσιον Έκθ. χρον. 2012· εκ την στένεψιν την πολλήν που είδαν εκείνοι οι απέσω,| ότι ποθέν ουκ ημπορούν να έχουσι βοήθειαν,| έπεσαν εις συμβίβασιν κι εδώκασιν το κάστρον,| μεθ’ όρκου γαρ και συμφωνίες να έχουν τες προνοίες τους Χρον. Μορ. H 2821. 27) Πίπτω/πέφτω με δώρα, δωρήματα ή χαρίσματα σε κάπ. = προσφέρω σε κάπ. δώρα (ζητώντας συν. κ. ως αντάλλαγμα): με δώρα, με χαρίσματα να πέσουν στον σουλτάνον (παραλ. 1 στ.), όπου ήτον εις το χέριν του είτι ήθελεν να κάμει,| και εύχολα να εκάμνασιν το είτι εγυρεύαν Χρον. Τόκκων 2240· στον αμιράν να πέμψουν (παραλ. 4 στ.), να πέσουν με δωρήματα, με πράγματα να τάξουν,| αν ημπορέσουν τίποτε κατάστασιν να κάμουν Χρον. Τόκκων 3082. Η μτχ. παρκ. ως ουσ. = αμαρτωλός: σταυρωθείς, Χριστέ μου,| ανάστασιν δωρούμενος κἀμοί τῳ πεπτωκότι ... Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1822· Με χείρα ψυχοπόνεσης σήκωσε (ενν. συ, Μαρία) τους πεσμένους,| της αμαρτίας κοιμώμενους στον λάκκον και πταισμένους Σκλέντζα, Ποιήμ. 725.
πλάτη (Ι)- η, Εβρ. ελεγ. 174, Θησ. (Foll.) I 56, Κορων., Μπούας 65, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 87r, Αχέλ. 749, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 46, Γύπ. Πρόλ. Διός 42, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 113, Πιστ. βοσκ. III 2, 120, Στάθ. (Martini) Γ́ 238, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 323, 407, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4548.
Το αρχ. ουσ. πλάτη. Η λ. και σήμ.
1) α) Η ράχη, το οπίσθιο τμήμα του κορμού: γυρίζοντας οπίσω εις την πλάτην το χέρι του, εβγάλλει από την βελοθήκην, όπου είχε τας σαΐτας του, μίαν γραφήν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 132· (συχνά στον πληθ.· η χρ. και σημασ. ήδη στον Ιπποκράτη): Αι πλάτες του (ενν. του κοντοστάβλου), τα στήθη του μαρμαροσυνθεμένα,| ομοίως οι βραχιόνες του ήσαν συναρμοσμένοι Χρον. Τόκκων 3351· β) ώμος, ράχη: Γυναίκες κι άντρες και παιδιά εφεύγα κι εγλακούσα,| κι έβλεπες πολλούς άρρωστους στες πλάτες κι εβαστούσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20316· γ) φρ. (1) γυρίζω τες πλάτες = (α) οπισθοχωρώ: ουδέν ήτον τιμή μας| τες πλάτες να γυρίσομεν εμείς των Μοραΐτων Χρον. Τόκκων 3920· απέ τον φόβον άρχισαν (ενν. οι Αμαζόνες) τες πλάτες να γυρίζουν Θησ. (Foll.) I 77· (β) βλ. γυρίζω I Ά6δ· (2) δείχνω τες πλάτες, βλ. δείχνω IΆ3· (3) σφίγγω τες πλάτες = σηκώνω τους ώμους (σε ένδειξη απορίας) (Για τη σημασ. βλ. Δανέζης [Καλόανδρ. σ. 67], καθώς και Battaglia, λ. spalla (restringere, stringere le spalle)): Έσφιξε τες πλάτες ο Δουρίλος απορώντας εις τόσον πείσμα Καλόανδρ. (Δανέζης) 67 (5r). 2) α) Πλατιά επιφάνεια αντικειμένου: (εδώ προκ. για πέλμα): αγκάθι να ’ν’ το σπέρμα σου, τριβόλοι η οδός σου,| κόπος και πόνος πάντοτε στες πλάτες (για διαφορ. ανάγν. βλ. v. Gem., Ελλην. 43, 1993, 122) των ποδιώ σου Πικατ. 527· (εδώ προκ. για το επάνω μέρος των τειχών): Εις εκείνα τα τείχη απάνω εις την πλάτην τως απού είναι μεγαλότατη επεριπάτειν αυτός ο Ιωάννης Μαρίας και ήκανε ... την βίγλαν του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 459· (εδώ προκ. για την επιφάνεια ποταμού): τον ποταμό εδιάβημα, τη στένη επροπατούμα.| Κι απήτις επεράσαμε του ποταμού την πλάτη,| θωρώ κι εχώρισε εις τριά στράτα και μονοπάτι Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 173· θωρεί πως ήλαψε στου ποταμού την πλάτη| μια λαμπυρότατη φωτιά κι άθρωπος την εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 65· β) πλατιά επιφάνεια, ανοιχτωσιά: κάμετε να με πάτε| μακράν ’πού τα δεντρά, τουνής της πλάτης| στην μέση, και σταθείτε γύρου-γύρου| ν’ αρχίσω το παιγνίδι Πιστ. βοσκ. III 2, 17. 3) (Μεταφ.) υποστήριξη: Το λοιπόν με ετούτη τη πλάτη και θάρρος ο λαός επήγε κατά απάνω των αρχόντων του Σουμμ., Ρεμπελ. 173· καπουριόνοι ήτον, οπού εσέρναν τον λαόν εις το κακό, εναντίον των αρχόντων, διότι με τον τρόπο ετούτο ευρίσκανε να διαφοραίνουνε με τες πλάτες των πολλώνε, και με τούτο πολλοί να κάνουν το παλληκάρι με λόγια άπρεπα και σκανδαλοποιά Σουμμ., Ρεμπελ. 170· φρ. κάνω πλάτες = ενδυναμώνω, ενισχύω: η συμβουλή σας η καλή και η συγκρότησή σας| να κάμει πλάτες και πτερά εις όλους τους αυθέντας Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 899. 4) ?Είδος ή ποιότητα ξυλείας (η ονομασία πιθ. από τον τρόπο κοπής ή το σχήμα του ξύλου)· ή πρόκ. για επίθ. σχετ. με δημώδες λατ. *plattus, πβ. μεσν. λατ. platus (Du Cange, Lat.), ιταλ. επίθ. piatto - βεν. piato (πβ. πλατύς) = πλατιές ή επίπεδες, λείες, ίσιες; (βλ. και Battaglia, Battisti-Alessio, Diz. etim., λ. piatto1, πβ. και λ. piatta και Kahane, Graeca et Romanica II, 36): να μου πάρεις πενήντα τάβλες ντελαριζέινες πλάτες ού πιεμέντζο και να είναι παστρικές νέτες και ξύλο κόκκινο, ογιατί θέλω να κάμω δουλειά εις το μοναστηράκι μας Τσιρίγ., Επιστ. 170.
πληθαίνω,- Διδ. Σολ. Ρ 110, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 129, Λίβ. Esc. 3635, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 238, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 108, Θησ. Γ́ [805], Χούμνου, Κοσμογ. 615, 1148, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1276, 4698, Πικατ. 438, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 18v, 36v, 82v, Πεντ. Γέν. VII 17, Έξ. I 12, XXXVI 5, Αρ. XXVI 54, Δευτ. I 10, Βυζ. Ιλιάδ. 892, Πηγά, Χρυσοπ. 71 (12), Πανώρ. Ά 174, Γ́ 326, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 133, Β́ 92, Γ́ 289, Κατζ. Έ 47, Πιστ. βοσκ. II 1, 68, Ιστ. Βλαχ. 18, 2198, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5032, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 58, Β́ 306, Έ 30, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 17, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 283, Διήγ. πανωφ. 56, Διήγ. ωραιότ. 425, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [117], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 515, Ιντ. β́ 110, Ροδινός (Βαλ.) 103, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 189, Διακρούσ. 834, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1654, 28518, 44820, κ.π.α.· αόρ. (ε)πλήθυνα, Χρον. Μορ. H 3473, 3748, Χρον. Μορ. P 3473, 3748, Μαχ. 814, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 530, Απόκοπ.2 151, 284, Κορων., Μπούας 127, Απόκοπ. Επίλ. I 551, Σουμμ., Ρεμπελ. 157, 166, Χριστ. διδασκ. 71, Λεηλ. Παροικ. 616· πληνθαίνω, Πιστ. βοσκ. V 7, 63· μτχ. παρκ. πληθυσμένος, Αλεξ.2 1929· πλησεμένος, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1129.
Από τον αόρ. του πληθύνω (Για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 295). Για τη μτχ. παρκ. πλησεμένος πβ. μτχ. πληθεμένος στο Βλάχ., καθώς και σημερ. ιδιωμ. πλησιαίνω (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 542, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ.). Η λ. στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Τσελίκας, Θησαυρ. 11, 1974, 166), στον Κατσαΐτ., Ιφ. Αφ. 68, Δ́ 661 και σήμ.
I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Αυξάνω (σε αριθμό ή ποσότητα), πολλαπλασιάζω: Αν έχεις φίλους, κράτει τους και πάντα πλήθαινέ τους,| ότι αν σε λείψει τίποτες και χάσεις το εδικόν σου,| και σώζουσιν οι φίλοι σου εξ όσο οπού σε λείπει Σπαν. (Ζώρ.) V 312· Τούτα τα λόγια στους γονιούς τα δάκρυα επληθύνα| και πλια δριμιά και πλια πρικιά εκλάψαν μετά κείνα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1701· να πληθαίνου οι ουρανοί το πράμα και το βιον τως Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1486· (με σύστ. αντικ. επιτ.· για το πράγμα βλ. Ανδρ., Αθ. 47, 1937, 191-2): Προς τη γεναίκα είπεν (ενν. ο Κύριος ο Θεός): «πληθυμό να πληθύνω τις πείραξές σου και το γάστρι σου ...» Πεντ. Γέν. III 16· β) παρέχω πολλούς απογόνους σε κάπ., αυξάνω τον πληθυσμό: είπεν (ενν. ο Θεός) προς εμέν (ενν. τον Ιαακώβ): «ιδού εγώ καρπύνω σε και να σε πληθύνω ... και να δώσω την ηγή ετούτη της σποράς σου ...» Πεντ. Γέν. XLVIII 4· αυτείνοι (ενν. ο Παν κι ο Ηρακλής), οπού πληθαίνουσι πάντα τους το κουράδι,| θέλουν βοηθήσει κι εκεινών, που τους λατρεύου ομάδι Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1101]· γ) αυξάνω σε ένταση, μεγαλώνω, δυναμώνω: τη δύναμή του (ενν. του Ρωτόκριτου) επλήθαινε τσ’ αφέντρας του η αγάπη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1290· Τόσον κι αυτή (ενν. η φωτιά) την λάβραν της αυξαίνει και πληθαίνει,| κι έτσι το γληγορότερον σε στάκτη κατανταίνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [55]· οι τζιτζίροι την φωνήν στα δένδρη επληθαίναν,| βουνά, λαγκάδια, ουρανόν και γην εξεκουφαίναν Αχέλ. 1090· Η Δέσποινα θωρώντας τους το θρήνο να πληθαίνου,| να λακταρίζου, να πονού, να πέφτου ν’ αποθαίνου,| παρηγοριά, παρηγοριά στους μαθητάδες όλους Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4130· δ) (προκ. για θάλασσα, ποταμό) φουσκώνω: το κακό ουκ έπαυσε ...| και κτύπους και αστραπόβροντα όλην την μέρα κάνει| και τόσον οπού σήκωνε την θάλασσα πληθαίνει| και λέγαμεν: «κατακλυσμός, Χριστέ μου, να μην γένει» Διήγ. ωραιότ. 423· (σε μεταφ.): Στο περιγιάλι του Έρεβου, στης Λήθης το ποτάμι,| όπου φυσούν οι ακάθαρτοι ανέμοι, θέλεις δράμει·| εκεί, με κλάημα θλιβερό, να στέκεις να πληθαίνεις| παντοτινά τους ποταμούς και πλια να τους θολαίνεις Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 369. 2) Δίνω επιπλέον, προσθέτω: Ο πλούσιος να μη πληθύνει και ο φτωχός να μη ολιγοστέψει από το μισό ’ξάγο, να δώσει το χώρισμα του Κύριου να συμπαθήσει ιπί τις ψυχές σας Πεντ. Έξ. XXX 15· Εγώ δεν ήθελα ποτέ πίκρ’ άλλη να σου δώσω,| μήτε στην παίδα σου καμιάν παίδ’ άλλην να πληθύνω Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1125]. 3) (Μεταφ.) βοηθώ στην προκοπή κάπ.· ευνοώ, ευλογώ: να ζεις ειρηνικά, να σε αγαπώσι πάντες,| να έχεις χάριν εκ Θεού πάντα να σε πληθαίνει Διδ. Σολ. Ρ 138. Β́ Αμτβ. 1) α) Αυξάνομαι σε αριθμό ή ποσότητα: οι Τούρκοι επληθαίνασι κι οι Φράγκοι ελιγαίνα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4554· να πληθύνουν οι μέρες σας και οι μέρες των παιδιών σας ιπί την ηγή Πεντ. Δευτ. XI 21· επληθύνασι ... αι αμαρτίαι Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402· είπασιν πολλά κι επλήθυναν οι λόγοι Χρον. Μορ. P 7566· πληθαίνει η φρόνεση κι η γνώση στο κορμί του Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 27· β) αποκτώ πολλούς απογόνους, πολλαπλασιάζομαι: ευλόγησεν ο Θεός το Νόαχ και τα παιδιά του και είπεν αυτωνών: «καρπύνετε και πληθύνετε και γεμώσετε την ηγή» Πεντ. Γέν. IX 1· εις τον ερχόμενον καιρόν γεννούνται αρνιά σαν γάλα,| κι ευξάνα και πληθύνασι πλιότερα παρά τ’ άλλα Χούμνου, Κοσμογ. 1488· γ) (προκ. για ζωντανούς οργανισμούς) αυξάνομαι σε μέγεθος, μεγαλώνω, αναπτύσσομαι: ωσάν από μικρόν αβγό πουλί μικρόν εβγαίνει,| τρεμουλιασμένο κι άφαντο και με καιρό πληθαίνει,| κάνει κορμί, κάνει φτερά, κάθ’ ώρα μεγαλώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 308· Για σένα (ενν. Έρωτα) πάσα φύτρο πρασινίζει,| πάσα δεντρό πληθαίνει και ξαπλώνει,| κι αθούς και ’πωρικά μασε χαρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 610· δ) αυξάνομαι σε ένταση, μεγαλώνω, δυναμώνω· εντείνομαι: Καθώς πληθαίνει μια φωτιά, όντε κιανείς τση βάλει| κλαδιά και ξύλα πλιότερα ... (παραλ. 2 στ.), τέτοιας λογής επλήθυνε και πλια μεγάλη εγίνη| η μάνητα του βασιλιού Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 89, 93· πληθαίνει η δίψα του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 4· καθημερνώς επλήθαινεν η όχθρητα κι η μάχη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 855· ο πόθος τως επλήθυνε, κι αμέτρητος εγίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 378· άρχισε να πληθαίνει ο αέρας και να φουσκώνει την θάλασσαν Καλόανδρ. (Δανέζης) 59 (31v)· Ο πόλεμος επλήθαινε με ταραχή μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1103· ε) (προκ. για εξουσία) επεκτείνομαι, ενισχύομαι: ο βασιλέας της Κωνσταντίνου Πόλης| ερρίζωσεν εις τον Μορέαν κι επλήθυνε η αφεντία του Χρον. Μορ. H 6275· στ) (προκ. για οδό) μακραίνω: ότι να πληθύνει από εσέν η στράτα, ... ότι να μακρύνει από εσέν ο τόπος ος να διαλέξει ο Κύριος ο Θεός σου να βάλει το όνομά του εκεί Πεντ. Δευτ. XIV 24· ζ) (προκ. για θάλασσα, ποταμό) φουσκώνω: πληθύνει θέλει η θάλασσα τον κόσμον να σκεπάσει Ρίμ. θαν. 144· Ώσπερ είς μέγας ποταμός όσον στα κάτω τρέχει| και άλλα παραπόταμα εδώ κι εκείθεν έχει,| τόσον μεγάλος, φοβερός γίνεται και πληθαίνει| και με την βιαν περσότερην και όχλον κατεβαίνει Αχέλ. 351· έχει ... τοιαύτην φύσιν τούτο το ποτάμι, όλον τον χειμώνα να στέκεται εις τον τόπον του, το δε καλοκαίρι ... να αρχίζει να πληθαίνει και να αναβαίνει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 262. 2) (Μεταφ.) προκόβω, προοδεύω (σε κ.): Εθώρου κι εμεγάλωνες ωσά δεντρού κλωνάρι| κι επλήθαινες στες αρετές, στη γνώση και στη χάρη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 380· να ζεις ειρηνικώς, να σε αγαπούν οι πάντες,| να σε έχει χάριτα ο Θεός και πάντα να πληθαίνεις Σπαν. (Ζώρ.) V 257. 3) Συνεχίζω (να κάνω κ.) πιο έντονα, εντείνω (κάπ. δραστηριότητα): αυτός ο άθεος (ενν. ο Σάρβαρος) εποδέκτηκεν τα δώρα τως (ενν. των Ρωμαίων) ... λέγοντας πως τα παίρνει ωσάν πράγματα εδικά του ... και εις ολίγον να τον ανιμένουσι να τα πάρει όλα και να κόψει ολωνών τα κεφάλια τως, διότις η δύναμίς του είναι πολλή και μεγάλη. Και δεν το αφήνει ως εδώ, μα πληθαίνει ο ασεβής και λέγει τως να μη θαρρούσι εις τον Θεόν τως, οδιατί δεν είναι ουδεμία βοήθεια δυνατή να τους εβγάλει απού τα χέρια του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 400· Κιαμιά φορά με φρόνεψη την Αρετούσα εθώρει (ενν. ο Ρωτόκριτος),| για να γνωρίσει είντα καρδιά κι όρεξην έχει η κόρη (παραλ. 2 στ.). Την πρώτη εστράφη απολιγού, τη δεύτερη πληθαίνει,| την τρίτη παίρνει αποκοτιά, πλια παραμπρός εμπαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 2113. 4) Γεμίζω, είμαι γεμάτος (από κ.): ήλεγα πως δεν φκαιραίνει| το σακούλι, μα πληθαίνει·| μα σαν εγύρισε ο τροχός,| εφαλίρισα ο φτωχός Φαλλίδ. (Παναγ.) 68· απής ετούτοι οι θαυμαστοί ερώες αφεντέψα| τον τόπον μας ...,| πάντα ... απ’ ευτυχιές πληθαίνει,| κι εισέ τιμές και χάριτες κι εις αφεντιές εμπαίνει Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 71. II. (Μέσ.) αυξάνομαι, πολλαπλασιάζομαι: να πληθυνθεί το σπέρμα μου ως άμμος της θαλάσσου Χούμνου, Κοσμογ. 720. Φρ. 1) Πληθαίνει τ’ όνομα/η τιμή (κάπ.) = αποκτώ μεγαλύτερο κύρος, σεβασμό, δόξα (πβ. φρ. αυξάνω το όνομα, την τιμήν, λ. αυξάνω Εκφρ.): Τώρα λογούμαι βασιλιός, τώρα μπορά καυχούμαι| πως τέτοιον άξιο νησί στα χέρια μας κρατούμε.| Τώρα πληθαίνει τ’ όνομα Τομάνο Μαουμέτη,| να με τρομάσσου οι χριστιανοί, να λέσινε «μεντέτι»! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5781· Υιέ μου, αν τύχεις πούπετε και ιδείς καλλιότερόν σου,| δος του προτίμησιν πολλήν, δος του τιμήν μεγάλην·| και ούτω ανεβαίνει ο έπαινος, πληθαίνει και η τιμή σου Σπαν. (Ζώρ.) V 166. 2) Πληθαίνουν τα ρόδα (μου) = κοκκινίζω (στο πρόσωπο) (από αιδημοσύνη, συστολή): λέγω τση: «Κερά, κρασί δεν πίνω, (παραλ. 1 στ.) α δε θεληματέψει η ομορφιά σου| να ’ναι με το φιλί το κάλεσμά σου».| Ως ήκουσ’ είντα τση ’πα, άφτει και σβήνει·| ωσάν το σφακολούλουδον εγίνη·| τα ρόδα τση επληθύνασι κι εφάνη| ωσάν εις το σκοτίδι πυροφάνι Βοσκοπ.2 207. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Γεμάτος (Για τη σημασ. βλ. και Τσοπ., Ελλην. 32, 1980, 157): πάλι τους ερώτησε (ενν. ο Αλέξανδρος τους Δραχμάνες): «Ζωή ’ναι πληθυσμένοι| εκείνοι π’ αποθάνασι κι είναι στη γη βαλμένοι;» Αλεξ.2 1929. 2) Πολυπληθής, άφθονος: Έχετε, είπεν (ενν. ο Ιησούς), τα πτωχά πολλά και πλησεμένα,| αμέ ουκ έστι δυνατόν να ’χετε πάντα εμένα Σκλέντζα, Ποιήμ. 1129. — Βλ. και πληθύνω.
πολεμίζω,- Ερμον. Μ 282, Ο 70, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 47, 335, Gesprächb. 4620, Λίβ. Esc. 2314, Αχιλλ. (Smith) N 452, Φυσιολ. 37116, 17, Διήγ. Βελ. χ 218, Θρ. Κων/π. (Mich.) 100, 121, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 577, Αργυρ., Βάρν. K 400, 405, Μαχ. 15837, 27227, Δούκ. 10731, Σφρ., Χρον. (Maisano) 15826, 16021, Θησ. (Foll.) I 33, 54, Γεωργηλ., Θαν. 578, Βουστρ. (Κεχ.) 1308, Byz. Kleinchron. Ά 18534, 24520, Αλεξ.2 1748, 1753, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 267, 303, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 114, 130, Ιμπ. (Legr.) 130, Κορων., Μπούας 63, 109, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Έ [203], Βυζ. Ιλιάδ. 878, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1066, 1087, Θρ. Κύπρ. M 299, 650, Χρον. 307, Κυπρ. ερωτ. 15118, Διγ. O 2630, Καλόανδρ. (Δανέζης) 59(1r), κ.π.α.
Το αρχ. πολεμίζω. Η λ. και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ.) και με διαφορ. σημασ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 747).
I. Ενεργ. Ά Αμτβ. α) Μάχομαι, πολεμώ: Σπαν. O 119, Διγ. Z 2037, Αχιλλ. L 452· β) (με τις προθ. προς, μετά, με) συγκρούομαι ενόπλως με κάπ. αντίπαλο, επιτίθεμαι εναντίον κάπ., πολεμώ: ο Αλυάτης δε προς τους κατά πρόσωπον αυτού πολεμίζων ουκ εγίνωσκε τι γίνεται όπισθεν Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 355· ο τουρκοπουλιέρης εμήνυσέν του: είναι ότοιμος να πολεμίσει μετά του, αμμέ το κάστρον δεν του το διδεί με το θέλημάν του Μαχ. 11018‑19· μετ’ αυτούς δ’ επολέμιζε (ενν. ο σινιόρ Μερκούριος) έως πότε πούρθ’ η νύκτα,| κι ουδόλως εφοβήθηκε λουμπάρδας Κορων., Μπούας 37· πολεμίζουν καθημερινόν με τους Τούρκους Μαχ. 10026· γ) (μεταφ., με το επίρρ. εναντίον και την πρόθ. προς) αντιμάχομαι κάπ.: Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Θ́ [527]· (προκ. για τις σαρκικές επιθυμίες): Αγαπητοί, παρακαλώ σας να φυλάγεσθε, ..., από τες σαρκικές επιθυμίες, αι οποίες πολεμίζουσι εναντία της ψυχής Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρ. Ά β́ 11· δ) πολεμώ για κάπ.: επολέμιζε δι’ εσέναν Λίβ. Esc. 3654· διά σε γαρ πολεμίζω Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ́́ [428]· ε) διεξάγω πολεμικές επιχειρήσεις μαζί με κάπ., συμπολεμώ: Αργυρ., Βάρν. K 398, 401. Β́ Μτβ. 1) α) Διεξάγω πόλεμο εναντίον κάπ., επιτίθεμαι εναντίον κάπ., πολεμώ: Καναν. (Pinto) 484, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΒ́ [166]· (με αιτιατ.): τους πολεμίζοντας αυτόν από της ξηράς έβλεπε μετά τέχνης στρατιωτικής πολλής ερχομένους Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 385· Εγώ μόνος και μοναχός φουσσάτα πολεμίζω| και μοναχός μου δύναμαι όλα να τα νικήσω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 876· πότε αππηδούσαν τους και πολεμίζαν τους και εθανατώνναν τους Μαχ. 43411· β) κάνω επίθεση εναντίον κάπ., απειλώ κάπ.: Ούτω και ο διάβολος δόλιος πάνυ έσται,| και πάντα πολεμίζει γαρ το γένος των ανθρώπων Φυσιολ. (Legr.) 529· γ) (προκ. για κάστρο, πύργο, πόλη, νησί) επιτίθεμαι, πολιορκώ: ήρξατο γουν πολεμίζειν αυτό (ενν. το Δυρράχιον) υπολαμβάνων δι’ όλου του χειμώνος παραλαβείν αυτό Κομνηνής Άννας Μετάφρ.320· επολεμίζαν το κάστρο Μαχ. 12418· επολεμίσαν τον πύργον Μαχ. 17035· ούτε την Πόλιν να πολεμίσεις, ούτε άλλον τόπον της βασιλείας ημών Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 20· απέστειλε ο Τούρκος εκατό κάτεργα και πολλά φουσσάτα του καιρού της Κύπρου και επολέμισε αυτή τη νήσο Τήνος Μηλ., Οδοιπ. 638· δ) (μεταφ. εδώ προκ. για εκδήλωση ερωτικής διάθεσης): ασκώ επίμονα πίεση σε κάπ., πολιορκώ κάπ. με σκοπό τη σύναψη σχέσεων: με πολεμίζουν| η ευγένεια κι αγάπη σου που προς εσέ τραβίζω,| και με καταναγκάζουσι δούλη σου για να γένω, | κι όπου κι αν είν’ και ήθελες μαζί σου να πηγαίνω,| για να σε έχω άνδρα μου κορώνα στο κεφάλι Μαρκάδ. 155· Πολεμισμένη από την ωραιότητα και ανδρεία του ιδίου αγροίκαε να ταράζεται η καρδιά της Καλόανδρ. (Δανέζης) 58(2r). 2) Καταβάλλω έντονη προσπάθεια για να πετύχω κ., προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις να πραγματοποιήσω το σκοπό μου, πασχίζω: ο κυνηγός πάσχει και πολεμίζει| την πέρδικαν την παλαιάν στας χείρας του να βάλει Φυσιολ. (Legr.) 714. II. (Μέσ.) συγκρούομαι ενόπλως, μάχομαι, πολεμώ: Δούκ. 12728, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 648. (εδώ προκ. για τον αγώνα του ανθρώπου με το διάβολο): φοβού αδελφέ· μηδέν πολεμισθείς ποτέ χωρίς ευλογίας, να μηδέν χαρεί ο διάβολος εις το πτώμα σου Gesprächb. 705. Το έναρθρ. απαρέμφ. ως ουσ. = πόλεμος: μαχόμενος το τότε| ελαβώθην εν τῳ μήρῳ| και δεινώς λιγοθυμήσας| έπαυσεν του πολεμίζειν Ερμον. Κ 290.
πρίγκιψ- ο, Σπαν. B 3, Χρον. Μορ. H 5742, Απολλών. (Κεχ.) 48, 448, 814, Χρον. Τόκκων 1894, 3559, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 606, 610· μπρίγκιπας, Χρον. Μορ. P 1193, 1327, 3324, 3426, 4396· πρέντζιπες, Σουμμ., Ρεμπελ. 176, 181, 183, 191· πρέντσιπες, Καλόανδρ. (Δανέζης) 55 (39v), 83 (39v), Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 39326· πρίγκιπας, Χρον. Μορ. H 1193, 1308, 2624, 3388, 3557, Χρον. Μορ. P 2646, 4017, 4187, 4510, 6250, Απολλών. (Κεχ.) 66, 450, 776, Χρον. Τόκκων 3557, Διήγ. Βελ. N2 338, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 447, Byz. Kleinchron. Á 2424, 24417, 24518, 4118, 5993· πρίκιψ, Απολλών. (Κεχ.) 59, 114, 284, 773· πρίντζιπας, Μηλ., Οδοιπ. 642· πρίντζιπες, Byz. Kleinchron. Á 44431, Χρον. σουλτ. 613‑4, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19320, 24528, 2806, 38524, 3999, 45218, 51411, 52126, 53818, 54517, 56025· πρίτζιπες· ονομ. εν. πρίγκιπα, Χρον. Μορ. H 2890, 3192, 3331, Χρον. Μορ. P 2621· γεν. εν. πρίκιψ, Απολλών. (Κεχ.) 133· πληθ. πριγκιπάδες, Χρον. Μορ. P 66, Θησ. Πρόλ. [209], ΙΆ [528], ΙΒ́ [34]· πριντζιπάδες, Σταυριν. 315.
Το μτγν. ουσ. πρίγκιψ (L‑S Suppl., λ. πρίγκεψ). Οι τ. πρέντζιπες και πρέντσιπες (<ιταλ. préncipe) σήμ. στα Επτάνησα (Κοντομίχης, Λεξ. λευκ. ιδιώμ., Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′). Ο τ. πρίγκιπας το 12. αι. (LBG, λ. πρίγκεψ), στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. πρίντσιπας στον Κατσαΐτ., Ιφ. Έ 443, όπου και τ. πρέντσιπας (Κατσαΐτ., Ιφ. Έ 714, 957), και σήμ. στη Ζάκυνθο (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′)· επίσης σήμ. ιδιωμ. τ. πρίτσιπας (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ.) και πρίτζιπας (Σύρκου, Μεγαρ. ιδίωμ. 121) Ο τ. πρίντζιπες (<ιταλ. principe) στο Somav., λ. πρίντζιπος. Για την ονομ. πρίγκιπα βλ. Lex. Chron. Mor. 391. Ο πληθ. πριγκιπάδες στο Du Cange, λ. πρίγκιψ.
1) α) Τίτλος των αρσενικών παιδιών βασιλιά ή και μελών της ευρύτερης βασιλικής οικογένειας: Στίχοι ...| εξ Αλεξίου Κομνηνού του μακαριοτάτου| προς τον του πρίγκιπος υιόν καίσαρος Βρυενίου| και αυτού παμπόθητον γνήσιον ανεψιόν Σπαν. A 3· Πρώτα του έδωκε ο βασιλεύς διά δωρεάν και προίκιον| όλην την Δωδεκάνησον, να την κρατεί απ’ αύτον·| δεύτερον τον ετίμησε πρίγκιπα να τον λέγουν Χρον. Μορ. H 2605· Εγώ ’μαι κόρη πρίγκιπος, εγγόνην βασιλέως| της Τύρου και της Τρίπολης και της Αντιοχείας Απολλών. (Κεχ.) 712· β) ανώτερος τίτλος ευγενείας: Ήλθαν δουκάδες, πρίγκιπες, άρχοντες, μεγιστάνοι,| όλοι εκλεκτοί και φρόνιμοι ...| Εις τα καράβια εσέβησαν, εκίνησαν, υπάγουν (ενν. προς την Τροίαν) Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 807· εκεί εσυνάχθησαν άρχοντες μεγιστάνοι (παραλ. 1 στ.), βασιλείς, άρχοντες φρικτοί, δουκάδες και αμιράδες,| δεσπότες ανδρικότατοι, με πολλούς πριγκιπάδες Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 208. 2) Ηγεμόνας φεουδαρχικού κρατιδίου, άρχοντας: Κι όσον απέσωσεν εκεί ... ο Μέγας Κύρης| κι ενώθη με τους άρχοντας όλους του πριγκιπάτου,| ομού μ’ αυτόν εδιάβησαν στον πρίγκιπαν ενταύτα Χρον. Μορ. H 3334· κράζει (ενν. ο ρήγας) τον μισίρ Φλοράν και ερεβέστισέ τον (παραλ. 1 στ.)· πρίγκιπα τον εθρόνιασε να λέγεται Αχαΐας Χρον. Μορ. H 8605· μηνί Σεπτεμβρίῳ δ́, η κοίμησις του οσίου πατρός ημών Ιωσήφ, ... εν ημέραις Βαϊμούνδου, πρίγκιπος Αντιοχείας Byz. Kleinchron. Á 5921· (προκ. για το δόγη της Βενετίας· βλ. και Boerio, λ. prencipe, Τωμ., Κρητολ. 3, 1976, 16): Πάσι τοις χριστιανοίς ... κατοικούσιν εν Ενετίαις... Ο Θεός ... να φωτίσει και εμένα ... ανταμώς με τον γαληνότατόν μας πρίντζιπε να εύρομεν τρόπον και μέθοδον, διά να διορθωθούσι τα τόσα εμπόδια Μεταξά, Επιστ. 4857· Κρήτη, στολή της Βενετιάς, του πρίντσιπε κορώνα,| όπου τα ρετζιμέντα σου πολλά σε καμαρώνα Διακρούσ. 11215. 3) Αρχηγός στρατεύματος: Εις δε το παν στρατόπεδον ’ξουσιαστήν αφήκε (ενν. ο βασιλεύς),| άξιον ντε Νάρδο πρίτζιπε και πρώτον τον εποίκε Κορων., Μπούας 100. Ο τ. πρίγκηπας ως οικογ. επών. (για το πράγμα βλ. PLP 10, 23739-23749, καθώς και Bakker-v. Gemert [Διήγ. Βελ. χ σ. 319]): Διήγ. Βελ. χ 315.
προσφέρω,- Διάτ. Κυπρ. 5084, 50931, Ελλην. νόμ. 57525, Διγ. (Trapp) Gr. 2277, Δευτ. Παρουσ. 71, Πεντ. Λευιτ. XXI 6, Πτωχολ. α 563, Ιστ. πολιτ. 238, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. θ́ 7, 9, ιά 4, 17 δις· προσφέρ(ν)ω, Ελλην. νόμ. 53216, 5365, Χρον. Μορ. H 1065, 4565, Πεντ. Λευιτ. I 2, II 14, III 6, V 8, IX 15, XVII 4, XXII 18, κ.α., Αρ. V 25, VII 10, IX 7, XXVI 61, Σουμμ., Ρεμπελ. 164, 180· προσφέρνω, Σπαν. (Ζώρ.) V 10, Ελλην. νόμ. 5621, 14, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 634, 2543, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 82r, Πεντ. Λευιτ. VII 9, X 19, Αρ. XV 4, Χριστ. διδασκ. 146, 210, 382, 487· γ́ εν. αορ. επροσήφερεν, Χρον. Μορ. H 3973· προσήφερε, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1212· γ́ εν. παθητ. αορ. (ε)προσφέρτην, Ασσίζ. 20911, 22, 3491, 4614, 9, 19.
Το αρχ. προσφέρω. Ο τ. στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Παπαθαν., Γλωσσ. ρουμελ., Τάκη, Αγραφ., Κουβέλης, Λεξιλόγιο Ξηρομέρου), καθώς και στο ΑΛΝΕ. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) α) Δίνω κ. σε κάπ. (ως εκδήλωση φιλικής διάθεσης, ευγνωμοσύνης, σεβασμού κ.τ.ό.)· χαρίζω, δωρίζω: Προδρ. (Eideneier) I 1, 2, Γλυκά, Στ. Β́ 114· (συχνότ. προκ. για θυσία): και ο γεριάς οπού προσφέρνει ολοκαύτωμα ανήρ το τομάρι του ολοκαύτωμα ος επρόσφερεν του γεριά αυτουνού να είναι Πεντ. Λευιτ. VII 8· ο Κάιν ... επρόσφερνε εις τον Θεόν διά δώρα ... τα πλέα χειρότερα και ατυχότερα πράγματα οπού να είχεν, εις τρόπον ότι ο Θεός τον εβαρέθη Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 82r· β) (προκ. για συναίσθημα) έχω, τρέφω: Εις ετούτες τες βίγλες οπού πάσα βράδυ γίνονται, εσύντρεχαν πολλοί νέοι, ... οι οποίοι επηγαίνανε διά χαράν τους και εσυντροφεύανε τον καπετάνιο εκείνης της βραδινής· ποίος επήγαιν’ εις τον ένα, και ποίος εις τον άλλο, κατά την αγάπην οπού καθεείς επρόσφερε ή του ενού ή του άλλου Σουμμ., Ρεμπελ. 160· γ) (εδώ προκ. για συνοικέσιο) δίνω ως σύζυγο: Είχεν πολλά παράξενην ο ρήγας θυγατέραν,| αισθητικήν, προσεκτικήν, πάνυ ωραιωμένην· | άνδρα την επροσήφεραν εκ χώρας της Περσίδος Λίβ. Va 2412. 2) (Με αρνητ. σημασ.) προκαλώ, προξενώ: Εκεί προς το μεσάνυκτον η ξαστεριά εσκοτίσθην,| οι άνεμοι εταράχθησαν κι η θάλασσα εβρουχίσθην·| εσυχνοβρόντα κι ήστραπτεν κι η συννεφιά απονάτον·| πώς να προσφέρει κίνδυνον τότες οικονομάτον Απόκοπ.2 348· Γιατί ... τες πρίκες μας προσφέρνεις; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 108. 3) Φέρνω κ. επιπλέον, προσθέτω· (μεταφ.): Πολλών χρονών δικάσιμον βλέπε μη αναφέρεις,| μη φέρει σε εις ενθύμησιν πολλών χρονών κακίαν.| Αντί της παλαιάς κακιάς, της παλαιάς της έχθρας,| προσφέρνει και ο διάβολος και γίνεται και νέα Σπαν. (Ζώρ.) V 178. 4) α) Οδηγώ, φέρνω κάπ. κάπου: της ατιμίας τα πάθη,| εκείνα, οπού προσφέρνουσιν εις του Άδου τον πυθμένα| τον άνθρωπον, οπού ποθεί τα πρόσκαιρα του κόσμου Ντελλαπ., Υπομν. 8· β) (νομ.) β1) παραδίδω κάπ. σε δικαστική αρχή: κανείς άνθρωπος απέ την εξουσίαν του ου χρη σφάξαι τον φονέαν, ουδέ τον παράβουλον, ουδέ τον αιρετικόν, ουδέ τον κλέπτην, αμμέ εντέχεται να τον προσφέρει εις την κρίσιν, και η κρίσις μετά ταύτα ένι κρατημένη να τον κρίνει Ασσίζ. 21618· β2) ορίζω/προσκομίζω μάρτυρες: Και ει μεν ομολογήσει ο άνθρωπος, δόξα τῳ Θεῴ, ειδ’ ου μη γε, προσφέρνει η γυναίκα μάρτυρας, και ονοματίζει τους κρυφά, και τάσσουν αυτούς, και εις την ημέραν έρχουνται Ελλην. νόμ. 56211· «Έχεις, ειπέ μοι, μάρτυρας, ό λέγεις να προστήσεις,| τον δόλον, την επιβουλήν, του πράγματος το δράμα;»| Τότε προσφέρει (ενν. είς από τους άρχοντας) μάρτυρας πλαστούς κατά της ώρας (παραλ. 2 στ.) και μαρτυρούσιν άδικα κατά Βελισαρίου Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 92· γ) (μεταφ., προκ. για δέντρο) απλώνω, εκτείνω: πολύ γαρ τούτο του βουνού το ύψος αναβαίνει| αν είποις, και προς ουρανόν η κορυφή του φθάνει| και τα δενδρά προσφέρουσιν εις ουρανόν τους κλώνους Καλλίμ. 86. 5) α) Λέω, ανακοινώνω (σε κάπ. κ.): επρόσφεραν της Τιγρίνδας ότι δύο ρηγόπουλα αποσταλμένα από τον Πολιάρτην ερχόντανε εις την αυθεντίαν της Καλόανδρ. (Δανέζης) 67 (58v)· β) παρουσιάζω, εκθέτω· αφηγούμαι: δεν τους πρέπει αυτουνώνε (ενν. των ποπολάρων) να δίδουν τέτοιον όνομα (ενν. του αμπασαδόρου) εκείνων οπού έρχονται να προσφέρουν τες υπόθεσές τους (ενν. εις την αφεντίαν της Βενετίας) Σουμμ., Ρεμπελ. 176· διήγησιν προσφέρω| του πτωχού ανδρός εκείνου Πτωχολ. α 11· γ) διαβάζω μεγαλόφωνα, εκφωνώ: συνόδου γενομένης μετά των τότε ... μητροπολιτών ... επρόσφεραν τον εικοστόν ένατον κανόναν των αγίων αποστόλων και τον τριακοστόν Ιστ. πατρ. 1952. 6) Παρομοιάζω· συγκρίνω: Ο δε Αίσωπος ... έφη: «Ω βασιλεύ, μη ούτως ευκόλως, ως μικρόν βασιλέα, πρόσφερε το όνομα Λυκούργου προς την σην βασιλείαν. Εάν δε Λυκούργος οργισθεί ταύτης της λαμπροτάτης σου βασιλείας, σβέννει αυτήν· πάντων γαρ τη μεγαλειότητι διαφέρει» Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Β́ 556. II. (Μέσ.) προθυμοποιούμαι να κάνω κ., κάνω κ. αυτοβούλως: εάν ο άνθρωπος, ή η γυναίκα, κράξουν τους εις την αυλήν διά κανέναν παράπτωμαν τό του βάνει κανείς επάνω του ότι εποίκεν, και εκείνος απαύτα προσφέρεται να βαστάξει το δίκαιον τζουΐζε με το θέλημάν του, το δίκαιον κρινίσκει και ορίζει ότι εκείνος ουδέν ημπορεί πλείον να στραφεί να μηδέν την βαστάξει, εφειδή εκείνος μόνος του εφέρτην Ασσίζ. 2094. Το ουδ. της μτχ. ενεστ. ως ουσ. = α) δώρο, χάρισμα· (σε μεταφ.): Και τι το προσφερόμενον; Αι δ’ αυ οπώραι ποίαι;| συγκαταβάς μοι χάρισαι μικρόν τας ακοάς σου·| το δώρον γαρ εις ακοήν, αλλ’ ουκ εις γεύσιν τείνει Γλυκά, Στ. Β́ 122· β) (στον πληθ.) τα Τίμια Δώρα (ο άρτος και ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας): ο άξιος του σώματος και του αίματος του δεσποτικού εις το κοινωνήσαι μη προσελθείν τοις της ενώσεως ιερεύσιν μετ’ επιτιμίου βαρέος. «Ούτε γαρ ιερείς εισιν, ούτε τα προσφερόμενα τέλεια» Δούκ. 32316. Το έναρθρ. απαρέμφ. ενεστ. ως ουσ. = (προκ. για δέντρο) καρποφορία: η γης ως κρύσταλλος εκίνησεν να λάμπει.| Εσκόλασεν το χορτάριν της το καρπίζει και φυτρώνει,| και το προσφέρειν τα δεντρά και ανθεί και ξανανιώνει Δευτ. Παρουσ. 34.
προσφωνώ,- Διγ. Z 2430, 3034· μτχ. παρκ. προσφωνισμένος.
Το αρχ. προσφωνέω. Η λ. και σήμ.
1) Λέω κ. σε κάπ.· απευθύνω χαιρετισμό: τοις Αθηναίοις προσφωνώ τοις έμφροσι το χαίρειν Βίος Αλ. 2811. 2) α) Λέω, γνωστοποιώ κ.· (με σύστ. αντικ.): ταύτα μεν προς αδελφούς εκείνη προσεφώνει Διγ. Z 825· (προκ. για επιστολή): επιστολήν προσγράφει| πάσι σατράπαις τοις αυτού τοιάδε προσφωνούσαν Βίος Αλ. 1883· β) (αμτβ.) μιλώ: πάλιν προσεφώνησεν ο ρήγας εκ δευτέρου Βέλθ. 962· γ) λέω κ. φωναχτά, φωνάζω κ.: ενόπλους πέμπουσιν (ενν. οι Θηβαίοι) άνδρας πεντακοσίους| εκ των τειχέων προσφωνείν, «Αλέξανδρε, τι βούλει;| Μάχεσθαι πόλιν των Θηβών ουκ ισχυρός υπάρχεις» Βίος Αλ. 2189. 3) Διατάζω: ο βασιλεύς ...| τους πάντας επροσφώνησεν ότι να αρματωθούσιν Αχιλλ. (Smith) O 246· (σε προσωποπ.): μοιχούς, φονέας, απειθείς ...| ούστινας νόμος προσφωνεί κακίστως αποθνήσκειν Βίος Αλ. 618. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = (νομ., προκ. για δικαστική απόφαση) που έχει ανακοινωθεί (πβ. L‑S Suppl., στη λ. I): απόφασιν εναντίον του φίλου του προσφωνισμένη Καλόανδρ. (Δανέζης) 65 (21v).
προσωπίδα- η.
Το μτγν. ουσ. προσωπίς. Η λ. στο Somav. και σήμ.
(Πιθ.) προσωπείο, μάσκα: διά ποίον τέλος σε έκαμα και εχαμήλωσες την προσωπίδα Καλόανδρ. (Δανέζης) 65 (17r).
πυκνός,- επίθ., Ιερακοσ. 38725, 4034, Ορνεοσ. 5789, Διγ. A 2839, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 899, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 118, Θησ. ΙΒ́ [598], Μάρκ., Βουλκ. 33926, 34620, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [852], Δ́ [577], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16225.
Το αρχ. επίθ. πυκνός. Η λ. και σήμ.
α) Πυκνός, δασύς: Ιερακοσ. 38328, Σπανός (Eideneier) D 649· (προκ. για δάσος): Πανώρ.2 Ά 1, Κυπρ. ερωτ. 1123· (μεταφ.): πυκνόν σκότος της καρδίας μου Βουστρ. Μεταφρ. 255· β) (στρατ.) που είναι σε πυκνή διάταξη, συμπαγής, ισχυρός: Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 389· γ) πολυάριθμος: Θησ. Δ́ [161]· δ) συχνός, αλλεπάλληλος: Βίος Αλ. 514, Βίος Αλ. 4637· ε) (προκ. για βροχή) δυνατός, έντονος: Καλόανδρ. (Δανέζης) 55 (33r)· στ) εύφορος (βλ. Schilbach [Metrol.] 241): και ει μεν εστί άνυδρον (ενν. το λιβάδιον) και πυκνόν, λογίζεσθαι τούτο ίσον του υποπότου Metrol.2 7932. Το ουδ. ως επίρρ. = α) συχνά: Ιερακοσ. 43815· β) κοντά: έναι το στόμα του πυκνόν εις το μέτωπον του ανθρώπου Λίβ. διασκευή α 459.
ρηγόπουλο- το, Καλόανδρ. (Δανέζης) 55 (39v), Φορτουν. (Vinc.) Β́ 44, 67· ρηγόπουλον, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 142, μετά στ. 1102, μετά στ. 1262, κ.α.
Από το ουσ. ρηξ ‑γας και την κατάλ. ‑πουλο. Ο τ. ρηγόπουλον στο Somav. (ριγόπουλον). Τ. ρηγόπουλλον σε κυπρ. διηγήσεις (Παπαδόπουλλος, Κυπρ. Σπ. 41, 1977, 223, 224, κ.α.). Η λ. στο Ευρετ. Ερωτοκρ. 765276 και σήμ. λαϊκ.
Ο γιος του ρήγα, βασιλόπουλο: Κατέχω το κι ο κύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει·| ρηγόπουλο, αφεντόπουλο, σαν είσ’ εσύ (ενν. Αρετούσα), γυρεύγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1368.
σαλιβάρι- το, Θησ. Έ́ [793], ΣΤ́ [173], Ή [597], Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 118r, Λεξ. Μακεδ. 109, Χρον. σουλτ. 402, Βίος Δημ. Μοσχ. 353, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1810 κριτ. υπ., 1916 κριτ. υπ., Καλόανδρ. (Δανέζης) 55 (32v), Ροδινός (Βαλ.) 72· σαλιβάρι(ν), Δαμασκ. Στουδ., Θησαυρ. 194, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. S 1129, Ιστ. Βλαχ. 1673, Hagia Sophia ω 5145, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 386· σαλιβάριον, Μπερτολδίνος 107 δις· σιλιβάρι, Διγ. O 215, 2779.
Από το ουσ. σαλιβάριον (<υστλατ. salivar/salivarium (Blaise, Lex. Lat. Med.) - salivaris (Du Cange, Lat.)). Πβ. λ. σαλίβι σήμ. ιδιωμ. (Τάκη, Αγραφ.). Ο τ. σαλιβάριν σε έγγρ. του 13. αι. (Act. Xér. 9Α21, 9Β30). Ο τ. σαλιβάριον τον 5. αι. (Lampe, Lex.· πβ. όμως LBG, στη λ.) και στο Meursius. Ο τ. σιλιβάρι στο Du Cange (γρ. σηλιβάρι, λ. σαλιβάρι) και σήμ. ιδιωμ. (Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 60). Τ. σαλ́βάρ (Κοντονάτσιου, Διάλεκτ. Λήμν. 383) και #13α#17βάρ’ σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά́ 336). Η λ. στο Meursius (γρ. σαλυβάρι), σε κείμ. του 18. αι. (Μουσουλμ. χφ. σ. 133) και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ., Λάζαρης, Λευκαδ., σαλ(ι)βάρι)· βλ. και ΑΛΝΕ.
α) Χαλινάρι: Και ο Μουράτης, οπού εστεκέτονε εις το πλάγι του βουνού, …, ως είδε πως ετσακίσανε το φουσσάτο του και είδε τους χριστιανούς οπού ερχόντησάνε απάνω του, … εβουλήθη να φύγει. Και ένας από τους ανθρώπους οπού είχε κοντά του τον έπιασε από το σαλιβάρι του αλόγου του και του είπε: «Στάσου, ότι τώρα σε σκοτώνω», λέγοντάς του: «Και πού αφήνεις το φουσσάτο σου και θες να φύγεις; Αμή κάμε καρδία και σταμάτησε». Τότε εστάθη και στανίο του Χρον. σουλτ. 7237· Κι ο γενεράλες ήτονε απάνω στο μουλάρι,| στο ’να του χέρι το σπαθί, στ’ άλλο το σαλιβάρι| εκράτιε, κι όλο χούγιαζε κι έτρεχεν άνω κάτω| μονάχα να μηδέ χαθεί το χστιανικό φουσσάτο Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20516· (σε παρομοίωση): Ο Πλάτωνας έλεγεν, πως η ψυχή του ανθρώπου είναι ωσάν ένα αμάξι με τέσσερις τροχούς. Και το σέρνουν δύο άλογα ... και πρέπει ο αμαξάρης να κρατεί εις το ένα του χέρι το σαλιβάρι, διά να κοντοστατεί εκείνο οπού παρατρέχει, εις το άλλο του χέρι την βέργαν, διά να αναγκάζει το οκνιάρικον να περπατεί Ροδινός (Βαλ.) 72· β) (ειδικ.) το εξάρτημα του χαλιναριού που τοποθετείται στο στόμα του υποζυγίου: Όταν γουν έμελλον να τους φέρουν (ενν. τους νέους) εις τον τόπον της καταδίκης, επρόσταξε (ενν. ο Καμβύσης) να εβγάλουν πάλιν τους πατέρας τους έξω, να τους βλέπουν. Και δη τους επέρασαν όλους απεμπροσθάς τους, δεμένους τον τράχηλον με σχοινίον, και εις το στόμα έχοντες σαλιβάρια, ως άλογα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 250.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- αντων., Διγ. (Trapp) Gr. 3300, Βέλθ. 1251, Χρον. Μορ. P 1132, Διήγ. Αλ. V 41, Ζήνου, Βατραχ. 6, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 88v, 252r, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 188, Σοφιαν., Παιδαγ. 273, Σοφιαν., Γραμμ. 204, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 26, Κείμ. αγ. Δημ. 9, Δαρκές, Προσκυν. 161, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1735, 48615, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3018, Πανώρ. Δ΄ μετά στ. 276, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 1648, Τσιρίγ., Επιστ. 16821, Σεβήρ., Διαθ. 19021, Μεταξά, Επιστ. 4733, Βελλερ., Επιστ. 623, Παρθεν., Γράμμ. 22713, Διαθ. 17. αι. 122, Καλόανδρ. (Δανέζης) φ. 37v, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 411, 412, Διγ. O 53, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κζ΄ 56, Μπερτόλδος 17, Μπερτολδίνος 114, 152, κ.π.α.· οποιός, Ασσίζ. 6913, Πανώρ. Πρόλ. τίτλ., Πιστ. βοσκ. I 1, 97, I 4, 72, 292, IV 6, 6, V 3, 24, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 121, 643, 1413, 2408, Γ΄ 1464, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 318, Β΄ 397, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 585, Ε΄ 147· πληθ. οποί, Χρον. Μορ. H 1132.