Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  Βιβλ.αναφορά : Καρτάν., Άνθ.

  • αμπασσαδόρος  
    ο, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 23, 25, 33, 97, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 5731, Δωρ. Μον. (Buchon) XXIII, XXVII, XLI, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 176, 182· ’μπασσαδόρος, Σταυριν. (Legr.) 539, Ποίημ. Αλ. Κύπρ. (Τζεδ.) 3170, Ιωακ. Κύπρ. 403, Καρτάν., Άνθ. 269· αμπασσιαδόρος Κορων., Μπούας (Σάθ.) 18· αμπαδασσόρος, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 183.
    Το βενετ. ambassador (βλ. και Kretschmer, BZ 10, 1901, 586, και Triand., Lehnw. 137 = Τριαντ., Άπ. Α΄ 440). Η λ. σε όλους τους τ. της και σήμ., ΙΛ, λ. αμπασσαδώρος. Ο τ. αμπασσαδούρος απαντά στον Καρτάν., Άνθ. 269· βλ. και Du Cange, λ. αμπασσαδούρος και Kretschmer, ό.π. Ο τ. αμπασσιαδόρος από επίδρ. του ιταλ. ambasciatore (πβ. και ΙΛ, λ. αμπασσαδώρος, ετυμ.) και ο τ. αμπαδασσόρος οφείλεται σε αντιμετάθ. Σε κυπρ. χφ (Παντ.) 156 και τ. αμπαχιαδόρος, που πρέπει να ταυτιστεί με τον τ. αμπασσιαδόρος, για τον οποίο βλ. Παντ., Αθ. 34, 1922, 144· πβ. και Βαγιακ., Αθ. 59, 1955, 57.
    Πληρεξούσιος, απεσταλμένος: Και την άλλη μερέα ο πασάς του σουλτάν Μουσταφά ονόματι Μπαγιαζίτης ήρθε εις την Πόλη αμπασσαδόρος και εμίλησε με τον βασιλέα Παλαιολόγο Χρον. σουλτ. 5731· ο αμπαδασσόρος των αρχόντων απηλογήθη ότι ... Σουμμ., Ρεμπελ. 183· και ούτως το βουλήθησαν στείλασ’ αμπασσιαδόρους| στην αυθεντίαν των Βενετιών αξίους δημηγόρους Κορων., Μπούας 18. —Συνών.: αποκρισιάριος, αποστολάτορας, αποσωστής, αράλντος, μαντατοφόρος.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης