Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- παρακάλεσις ‑ση
- η, Τρωικά 5298, Ελλην. νόμ. 5219, Χρον. Μορ. H 143, 486, 5987, 6197, 6858, Χρον. Μορ. P 2891, Μαχ. 826, 15621, 15817, 17224, 2941, 47215, 59624, Θησ. Γ́ [831], Ζ́ [766], Θησ. (Foll.) I 59, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 101, Διήγ. Αλ. G 27916, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 81v, 398r, Ξόμπλιν φ. 138r, Μαλαξός, Νομοκ. 80, Θρ. Κύπρ. M 97, Χρον. σουλτ. 7120, 8536, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 1671, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 943, 16427, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5317, 9511, 11320, Διαθ. Νίκωνος 255, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [289], [1193], Έ́ [156], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 186, 360, Χριστ. διδασκ. Προοίμ. [δ́], Ροδινός (Βαλ.) 83, Hagia Sophia ω 51227, Μπερτόλδος 14, Μπερτολδίνος 137· παρακάλησις, Ασσίζ. 11319, 47027, Μαχ. 62412, Ξόμπλιν φ. 138r, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 139, Καβαλίστας 53, 57· παρεκάλεσις, Θησ. Πρόλ. [187]· πληθ. παρακαλέσες, Βουστρ. (Κεχ.) 9614.
Από το παρακαλώ και την κατάλ. ‑σις. Η λ. στο Βλάχ., στον Κατσαΐτ., Ιφ. Δ́ 324, σε έγγρ. του 18. αι. (Τουρτόγλου, ΕΚΕΙΕΔ 22, 1977, 9) και σήμ. στο κύπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 716).
α) Παράκληση: να πέσεις εις τα πόδια τους με μεγάλες παρακαλέσες, να σ’ ελεημονηθούν Βουστρ. (Κεχ.) 9614· ελεημόνησε την παρακάλεσίν μου ... και ελευθέρωσέ με από τους ... Μακεδόνας Διήγ. Αλ. E (Lolos) 28920· Αδώρημα φαίνεται εκείνον οπού αγοράζεται με παρακάλησες Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 101· β) ικεσία, δέηση: ο Θεός έστειλεν δώδεκα αγγέλους διά την παρακάλεσιν του Αδάμ, να βοηθήσουν της Εύας εις τη γέννησίν της Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 5r· με παντοτινήν παρακάλεσιν να ζητούμεν από τον Θεόν την χάριν του Αγίου Πνεύματος Χριστ. διδασκ. 325. Φρ. κάμνω/ποιώ παρακάλεσιν = παρακαλώ, ικετεύω: να κάμνει παρακάλεσες εις όλες τες γυναίκες,| να θυμηθούν τό έταξαν, στερκτές να είναι εις αύτο Θησ. (Foll.) Ι 40· Να κάμω παρακάλεσιν με την ταπεινοσύνην,| γι’ αυτό το πράγμα στους θεούς, να κάμουν ελεημοσύνην Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [527]· όρισεν (ενν. ο ληγάτος) και εποίκαν παρακάλεσες εις τον Θεόν Μαχ. 15216‑7.
παρακάτω,- επίρρ., Ασσίζ. 722, 5213, 641, 22, 9229, 11312, 12411, 13515, 1442, 1582, 16122, 1807, 19125, Ερμον. Ε 147, Σ 322, Χρον. Τόκκων 178, Αλεξ. 1148, 1153, Ξόμπλιν φ. 125r, 127r, 132r, Πτωχολ. α 363, 372, Πορτολ. A 1513, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 126, Προσκυν. α′ 12313· παρακάτου, Ερμον. Θ 300, Κ 76, Χρον. Μορ. P 4860, Λίβ. Esc. 371, Λίβ. (Lamb.) N 975, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 1821, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 4r, 41r, 66v,112r, 356r, 391r, Προσκυν. Κουτλ. 156 8314, 8417· παρεκάτου, Λίβ. Esc. 531· παρεκάτω, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 1831, 2696· παρκάτου, Κυπρ. ερωτ. 10048· παρκάτω, Ελλην. νόμ. 52026, 53123, 58212, Ασσίζ. 6921‑22, 1042, 3329, 34225, 34717, 35410, 39013, 4066, 4137, 48121, 23, Μαχ. 7615, 20826, 4306, 45225, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 100· Ξόμπλιν φ. 125r, 127r, 132r· πρακάτω, Ασσίζ. 2998.
Το μτγν. επίρρ. παρακάτω. Οι τ. παρακάτου και παρκάτου και σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ., Σακ., Κυπρ. Β́ 719, λ. παρκάτου). Ο τ. παρκάτω στο Du Cange, App., λ. παρκατεύειν. Η λ. και σήμ.
1) (Τοπ.) πιο κάτω, χαμηλότερα, πιο πέρα: παρακάτω εγράφετον: «Πόρτα της Δυστυχίας» Λόγ. παρηγ. L 538· Παρακάτω μίλια ς́ αποκάτω εις το Αγγελόκαστρον έχει β́ νησόπουλα Πορτολ. A 335· (προκ. για βιβλίο) στη συνέχεια: καθώς θέλομεν γράφει παρακάτω σαφέστερα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 179· (μεταφ. προκ. για κοινωνική θέση): έπεσα από τους εδικούς μου παρακάτου Διήγ. Αλ. G 27431. 2) (Προκ. για ποσό) α) λιγότερο: η γυναίκα του να έχει κάθα μήναν, ήγουν έναν, ή δύο, ή έναν μάρκον ασήμιν, ή περίτου, ή παρακάτω Ασσίζ. 12318· με τους χρεώστας πολλά επέρασεν και με την κρίσην παρακάτου τους έδιδεν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 48v· β) (με το άρθρο το) το λιγότερο, τουλάχιστον: ο άνδρας θέλει να ένι το παρκάτω ιγ́ χρόνων όταν ορμάζεται και η νύφη ομοίως ιγ́ χρόνων όταν ορμάζεται το παρκάτω Ασσίζ. 36320, 21· ο στελιέρης να τα δώσει (ενν. τα πέρπυρα) το παρακάτω τα ήμισα Ασσίζ. 8212· γ) (με την πρόθ. εις και το άρθρο το) τουλάχιστον: πρέπει να του δώσουν εκείνος ού εκείνοι διά τους ποίους ενέβη εις την φυλακήν, να τρώγει (ενν. ο άνθρωπος) εις το πρακάτω ψουμίν και νερόν, αν ένι ότι πλείον ουδέν θέλει να τον δώσει Ασσίζ. 2998· δ) (με την πρόθ. διά) σε μειωμένη τιμή: έπειτα πουλεί το αμάχι την άλλην ημέρα διά παρκάτω Ασσίζ. 31329. 3) (Χρον.) α) σε μικρότερη ηλικία: Εάν κοράσιν ορμαστεί παρκάτω παρού τα ιβ́ έτη, ουδέν λογίζεται η ορμασία εκείνη γάμος Ελλην. νόμ. 54112· β) αργότερα: Γράφουν και πώς στην Βενετιάν έσωσε το μαντάτο,| το μαυρισμένο μήνυμα δυο μήνες παρακάτω Λίμπον. 470. 4) (Με ή χωρίς το άρθρο ως επίθ.) α) (προκ. για κοινωνική θέση) κατώτερος, παρακατιανός: Δεν είμαι εγώ από γένος τίποτες παρακάτω Διγ. Άνδρ. 35933· ήτον πολλά θυμωμένοι ... απέ τα άπρεπα λογία του ρηγός και την αντροπήν οπού τους επολόμαν έμπροσθεν τους παρκάτω ανθρώπους Μαχ. 2524· (σε σύγκριση): τον παρακάτου σου ποτέ μηδέν τον ονειδίσεις Σπαν. O 131· οι καθ’ Όμηρον γαρ ούτοι| των Ελλήνων ηγεμόνες| των δε παρακάτω τούτων| ουκ ηθέλησε να γράψει| τας ονομασίας τούτων Ερμον. Δ 32· β) (προκ. για ζύγιασμα) λειψός: Περί εκείνου ού περί εκείνης τον πιάνουν εις άπιστον μέτρον ού παρκάτω Ασσίζ. 48121· γ) μικρότερος: Παρκάτω κακόν είναι να κιντυνεύσεις εσού και ο άντρας σου, παρά όλoν το ρηγάτον τούτον Μαχ. 59630· δ) μικρότερος σε ηλικία: Την παρκάτω των ιβ́ ετών ου δύναται εξιάζει η ορμασία Ασσίζ. 52426· ε) ο επόμενος: το παρκάτω κακόν Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 117. 5) (Με το άρθρο το ως ουσ.) μειωμένη, χαμηλή τιμή: πουλεί το αμάχι ... διά παρκάτω, επάνω εις τίναν να πέσει η αυτή ζημία του παρκάτου και τις να την πλερώσει Ασσίζ. 31329, 30. Φρ. έρχομαι παρακάτω ή παρκάτω = α) ξεπέφτω , βλ. έρχομαι Φρ. 6· β) αλλάζω, μεταβάλλομαι: οι θείες παραβολές του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού είναι των στεκαμένων πραγμάτων, ήγουν πράματα στεκάμενα ... αποκομμένα οπού δεν έρχονται παρκάτω Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 642· γ) επανακτώ την υγεία μου: ο γιατρός να τον καλλιοτερίσει όσον εκείνος ο σκλάβος να έρτει παρκάτω, διατί ένι λαβωμένος διά το πταίσμαν του Ασσίζ. 43222.
παράκλησις ‑ση- η, Βίος Αλ. 6027, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 935, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 176v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 154, 10, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 486, Ιστ. Βλαχ. 2415 [= Γέν. Ρωμ. 55], Διήγ. πανωφ. 56, Διήγ. ωραιότ. 71, 219, 643, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15717, 4746.
Το αρχ. ουσ. παράκλησις. Η λ. παράκληση και σήμ.
1) Το να παρακαλεί κάπ., παράκληση: Φλώρ. 324. 2) (Εκκλ.) α) ικεσία, δέηση στο Θεό: εκάμνασιν παράκλησες απ’ όλον το νησσίν μας| κι ο Κύριος ’δίδεν βροχήν κι έστελεν την ζωήν μας Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 437· εποίησαν (ενν. οι ιερείς) παράκλησιν, όλοι ευλόγησάν τον Ιστ. Βλαχ. 153· β) ο παρακλητικός κανόνας στην Παναγία: περιτρογύριζαν τον μαχαλάν όλον τρογύρου και έψελλαν την παράκληση της Παναγίας Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 85v· σταθείσαι (ενν. αι της μητρός μου αδελφαί) έψαλλον την εις Θεοτόκον παράκλησιν μετά δακρύων Σφρ., Χρον. (Maisano) 5212. 3) Παραμυθία, παρηγορία: Δος μοι παράκλησιν μικράν, μήπως ο νους μου σφάλλει Παϊσ., Ιστ. Σινά 220.
παρακοιτάζω.- Από την πρόθ. παρά και το κοιτάζω· πβ. και μτγν. παρακοιτέω (L‑S· βλ. επίσης Χατζής, Αθ. 41, 1929, 209-211). Η λ. στον Ησύχ. (λ. παρευνάζων) και στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ. (λ. παρακοιτάζεσθαι).
Παραφυλάω, παραμονεύω: ήτονε (ενν. ο Σαρών) μέσα εις το σπίτι κλεισμένος μετ’ αυτήν και οι εχθροί τον επαρακοίταζαν διά να τον θανατώσουν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 181v.
παρακούσιος,- επίθ., Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 381v.
Από την πρόθ. παρά και το επίθ. ακούσιος.
(Προκ. για φόνο) που γίνεται παρά τη θέληση, από αμέλεια ή άγνοια: στέκει ένας άνθρωπος και κάθεται ... και άλλος έρχεται και ... δεν ηβλέπει τον άνθρωπον οπού κάθεται ... και ηβλέπει ένα πουλί ή σκυλί και παίρνει μιαν πέτραν να κτυπήσει ... και η πέτρα ... σκοτώνει τον άνθρωπον οπού εκαθέζετον ... τούτο το φονικόν ... έναι παρακούσιον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 381v.
παραλλάσσω,- Διγ. (Trapp) Gr. 576, 2510, Διγ. Z 2958, Βίος Αλ. 3428, 3465, Αχιλλ. (Smith) N 783, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 725, Στίχ. ωραιότ. (Spadaro) 45· παραλλάσσω — ‑άζω, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1490, Φλώρ. 497 κριτ. υπ.· παραλλάττω.
Το αρχ. παραλλάσσω. Ο τ. παραλλάζω και η λ. και σήμ.
Α´ (Μτβ.) αλλάζω, τροποποιώ, μεταβάλλω κ. (συν. προς το χειρότερο): Παϊσ., Ιστ. Σινά 48, Σπαν. (Ζώρ.) V 97, Ασσίζ. 7523. Β́ (Αμτβ.) αλλάζω όψη, είμαι μεταβλητός: οι άγγελοι φυσικά είναι πνεύματα και είναι γιναμένοι από ουδετίποτες …, από την φύσιν τους είναι και παραλλάττουν και από την χάριν είναι παντοτεσινοί Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 26v. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Παράξενος, ασυνήθιστος, αγνώριστος: δάκρυα εκίνησεν (ενν. ο αμιράς) εκ βάθους της καρδίας| κι οι στεναγμοί ανέπεμπον ήχους παρηλλαγμένους Διγ. Z 857· θέλω σας αφηγήσασθαι λόγους ωραιοτάτους,| υπόθεσιν παράξενην, πολλά παρηλλαγμένην Βέλθ. 3. 2) Θαυμάσιος, εντυπωσιακός, πολύ όμορφος: η φορεσία της θαυμαστή ήτον, παραλλαγμένη: λουρίκιν αργυρόν φορεί, διά λίθων πολυτίμων| και το κασίδι χυμευτόν ήτον, παραλλαγμένον Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1492· ρούχα τίτοια τους δίδει, ενδύματα παράξενα, πολλά παρηλλαγμένα Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 356.
παραμερίζω,- Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 92, Αλεξ. 268, 2816, Πένθ. θαν.2 264, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 27726, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 16710, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 1669‑10, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 191r, Πεντ. Έξ. XXXII 8, Βυζ. Ιλιάδ. 845, 904, Παλαμήδ., Βοηβ. 976, 1061, 1065, 1075, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 131v, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [500], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 404, Διγ. O 1666.
Από το επίρρ. παράμερα και την κατάλ. ‑ίζω. Η λ. στο Somav. και σήμ.
Α´ Μτβ. 1) α) Τοποθετώ κ. παράμερα, σε απόσταση από μένα: Τον σκύλον του μου φαίνεται να τον παραμερίσω| και να τον κρύψω σαν μπορώ οχ τα κλαδιά οπίσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [431]· β) (μεταφ.) απομακρύνω κ.: την γνώμην που βαστάς να την παραμερίσεις Πένθ. θαν.2 216· Σατανική βουλή έναι αυτή και παραμέρισέ την,| από το νου σου ρίξε την, έβγαλε, ’ξόρισέ την Πένθ. θαν.2 325. 2) Αποφεύγω κ. ή κάπ.: επαραμέρισε τον κίνδυνον του θανάτου Σουμμ., Ρεμπελ. 178· Εμίσα και κατέχα τες, έψεγε και έφευγέ τες (ενν. τις γυναίκες),| ωσάν από τον διάβολον επαραμέριζέ τες Τριβ., Ρε 36. 3) Περιφρονώ, δεν υπολογίζω κάπ.: αποφεύγουν από σε και σε παραμερίζουν,| κι ημέρα-νύκτα πάντοτε λυπούνται και σε βρίζουν Πένθ. θαν.2 221. Β́ Αμτβ. 1) Τραβιέμαι στην άκρη για να δημιουργήσω ελεύθερο χώρο: ο άγιος Λαυρέντιος επαραμέρισεν δίνοντας το δεξιόν μέρος του αγίου Στεφάνου Ροδινός (Βαλ.) 183· Ορίζει ο ρήγας ο φρικτός εις όλον το φουσσάτον| ίνα παραμερίσουσιν και άδειαν να ποιήσουν,| να ποίσουν τον Ιμπέριον άδειαν να πολεμήσει,| να παίξουσι τες κονταριές μετά του Αλαμάννου Ιμπ. 409· Έρχεται καταπάνω σου (ενν. το λιοντάρι) και βάστα το κοντάρι,| μήπως και θανατώσει σε, ότ’ είναι θυμωμένο·| ολίγον παραμέρισε, ότ’ είναι λυσσιασμένο Διγ. O 1364. 2) α) Απομακρύνομαι, φεύγω από ένα μέρος: Την δε μητέρα του ετίμησεν ως έπρεπεν και δεν την άφησεν να παραμερίσει από το σπίτιον Διγ. Άνδρ. 40137· εσυμβουλεύθη να παραμερίσει από την πόλιν. Διό επήρεν όλην του την φαμελίαν ... και εβγήκεν από την Κωνσταντινούπολιν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 352· την άφηκαν και επαραμέρισαν και εγλύτωσεν η γυναίκα Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 92v· β) αποσύρομαι (σε κάποιον τόπο): αυτός επαραμέριζεν εις τες ερημίες και επροσεύχουντον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. έ 16. 3) (Μεταφ.) α) υποχωρώ, αποσύρομαι από μια δραστηριότητα: ήταν (ενν. ο Σερεμέτης και ο Θεόδωρος) συντρόφοι του Λάζου και αυτός ο άθλιος εφοβήθην και επαραμέρισεν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 42v· β) δε συμμετέχω, δεν παίρνω μέρος σε κ.: Έκοψεν άρχοντες πολλούς, όσους οπού βρεθήκαν,| οπού ’ταν εις την συμβουλή και εις την μέσ’ εβγήκαν·| όσοι δε παραμέρισαν τότες διά την ώραν| εγλύτωσαν τον θάνατον και την κακήν την ώραν Βίος Δημ. Μοσχ. 373.
παραμέσα,- επίρρ., Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 624, Πορτολ. A 5413, 1258, Προσκυν. Λαύρ. 874 9815, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 490, Προσκυν. α′ 3966, Διαθ. 17. αι. 593.
[Από την πρόθ. παρά και το επίρρ. μέσα. Η λ. στο Somav. (παρά μέσα) και σήμ.]
(Προκ. για τόπο) πιο μέσα, πιο βαθιά: Ο δε Αλή Μπασίας έστειλεν εμπροσθάς χίλια άλογα να φυλάττουσι το βουνόν, να μην έλθουσι παραμέσα οι Κιζελμπάσηδες Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 324· Λέγουσι ότι πολλή ώρα τους αντίστεκε και τους εμπόδιζε ... να μην εμπούνε παραμέσα Χρον. σουλτ. 9133· παραμέσα εις τον απάνω ουρανόν οπού ηβλέπετε είναι αι δυνάμεις των ουρανών και αι ψυχές των αγίων Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 200v. Με το άρθρο ως επίθ. = που βρίσκεται πιο μέσα, στο βάθος: εις τον παραμέσα ουρανόν, οπού έναι άφανος, τινάς δεν έσέβη, μόνον ο αληθινός αρχιερεύς, ο Χριστός και Θεός των απάντων Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 200v· εμπήκανε εις το παραμέσα καστέλλι, το δυνατό του κάστρου Χρον. σουλτ. 1183.
παραμετρώ,- Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 350r, Κανον. διατ. Β 479.
Από την πρόθ. παρά και το μετρώ. Νεότ. σχηματ. άσχ. με το αρχ. παραμετρέω. Η λ. στο Somav.
Κάνω εσκεμμένα λαθεμένο μέτρημα, κλέβω στο μέτρημα: Όστις πουλήσει απέ το σπίτιν του κανένα πράγμαν ... και δεν το πουλεί με την δικαιοσύνην, επιτίμιον όσον επήρεν άδικα να το στρέψει και τό επαραμέτρησεν να το δώσει εις ελεημοσύνην Κανον. διατ. Α 1061-62· να μην είσαι, αδελφέ μου, καυχησάρης ..., μη παραμετράς, μη παραζυγίζεις, μη παραλούρδος και γελάς τους ανθρώπους Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 100r.
παραμυθώ,- Κομν., Διδασκ. Δ 309, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 525, Γλυκά, Στ. 162, Διγ. Z 373, 1180, Δούκ. 1857, Ιμπ. (Legr.) 181.
[Το μτγν. παραμυθέω (TLG)· το μέσ. ήδη αρχ. Η λ. στο Βλάχ.]
(Ενεργ. και μέσ.) παρηγορώ κάπ., προσπαθώ να ανακουφίσω κάπ. με τα λόγια και τη συμπεριφορά μου: Ο δεσπότης γαρ ακούσας τον θάνατον του γαμβρού αυτού Μωράτ και τον Μεχεμέτ την ηγεμονίαν αναζωσάμενον, ευθύς αποκρισιαρίους έπεμψεν παραμυθήσων και παρηγορήσων ως απορφανισθέντα Δούκ. 2893· καν ξένους δέχεσαι, καν επτωχούς αναπαύεις, καν παραμυθείς εκεινούς οπού έχουν κακό όλα ο Χριστός τα παίρνει ώσπερ να τα έκανες αυτεινού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 362v· (μέσ.): Απολλών. 25, Θρ. Θεοτ. 76.
παρανόμι- το, Χρον. Μορ. H 3090, Χρον. Τόκκων 1760, 3765, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 310v, Μπερτόλδος 81· παρανόμιν, Χρον. Μορ. P 3090, Μαχ. 9012, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 395.
Από την πρόθ. παρά, το ουσ. όνομα και την κατάλ. ‑ι (Ανδρ., Λεξ.). Κατά τον Παπαδ. Α. από το ουσ. παρωνύμιν με προχωρητική αφομ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. παρωνύμιν). Λ. παράνομα στο Somav., στη λ. και σήμ. Ο τ. παρανόμιν και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. παρωνύμιν). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
Επώνυμο, επίθετο: έπειτα έκαμα και άλλους εννέα λόγους και έβαλα και το παρανόμι μου, ήγουν ο Καρτάνος Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 360v· Λέων το όνομάν του και το παρανόμιν του Μακέλλης Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 392.
παράνω,- επίρρ. Προσκυν. Αγ. Αθ. 6 17721, 1798, Πορτολ. A 157, 242, 1129, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 395, Διήγ. πανωφ. 56· παράνου, Αλεξ. 2613.
Από την πρόθ. παρά και το επίρρ. άνω. Ο τ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ., λ. παραπάνου). Η λ. σε παπυρ. (L‑S Suppl.), στο TLG και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 246).
1) α) (Τοπ.) πιο πάνω, πιο ψηλά από κάποιο συγκεκριμένο σημείο: είπαν πως ανέβηκε η θάλασσα παράνω Διήγ. ωραιότ. 151· όσοι εσίμωσαν κοντολογής χαμηλά εις την άμμον, όλοι απόθαναν· και όσοι ήταν παράνω, οπού και αυτοί επήγαιναν, εραθύμησαν Διήγ. πανωφ. 58· β) πιο πέρα: παράνω ολίγον είναι άλλη πέτρα οπού εκάθισεν ο Χριστός Προσκυν. Κουτλ. 390 14129· παράνω είναι η Γεννησαρέτ λίμνη Προσκυν. α′ 12311· γ) (προκ. για κείμενο) πιο πριν, σε προηγούμενο σημείο: το γράφω παράνω Διαθ. Ακοτ. 14722. 2) (Ποσ.) επιπλέον: ήτον γαρ το βάρος τούτου (ενν. του δόρατος)| των εξήκοντα λιτρών γαρ| συν τοις έξι γαρ παράνω| μετά του σιδήρου όλου Ερμον. Τ 121· είναι ο τέμπλος γλυπτός και περιχρυσωμένος, έχει δε πύλας γ́ και εικόνες και κανδήλας εξ αργύρου Ϛ́ και έτερα παράνω κή Προσκυν. α′ 11330· (προκ. για χρον. διάστημα) κι άλλο, ακόμη περισσότερο: η χολή η κόκκινη συνακολουθεί πλέον εις τούτον τον καιρόν και παράνω και δουράγει χρόνους δεκαπέντε ή είκοσι, το περισσότερον είκοσι πέντε Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 40r.
παραπίνω,- Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 375v.
Από την πρόθ. παρά και το πίνω. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
Καταναλώνω μεγάλη ποσότητα οινοπνευματώδους ποτού: Οι πατέρες συμβουλεύουσι τα παιδία να μη παραπίνουν και εκείνοι (ενν. οι κόλακες) συμβουλεύουσι να μεθούν Σοφιαν., Παιδαγ. 121.
παραπονώ,- Προδρ. (Eideneier) I 54, Διγ. Z 1912, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 400, 900, Φλώρ. 466, Ιμπ. 770, Μαχ. 24413, Βουστρ. (Κεχ.) 418, Πεντ. Λευιτ. XIX 33, Δευτ. XXIII 17, Χρον. σουλτ. 319, Κυπρ. ερωτ. 7513, 21, Πανώρ. Ά́ 30, Γ́ 93, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 316, Έ́ 465, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2379, Δ́ 407, Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 211, Διγ. O 184, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1789, 55122, κ.π.α.· παρεπονώ, Φαλιέρ., Ενύπν.2 70 κριτ. υπ., Ch. pop. 312, 314, Αγν., Ποιήμ. Β́ 6· μέσ. παραπονιέμαι, Εβρ. ελεγ. 172, Θρ. πατρ. O 85· παραπονιούμαι, Φαλιέρ., Ιστ.2 573 κριτ. υπ., Ροδινός (Βαλ.) 130· υποτ. αορ. παραπονευτώ, Εβρ. ελεγ. 66, Σουμμ., Ρεμπελ. 16410· μτχ. παραπονημένος.
Από την πρόθ. παρά και το πονώ. Ο τ. παραπονιέμαι και σήμ. Ο τ. παραπονιούμαι και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Μτχ. παρεπονεμένος στο Meursius. Μέσ. παραπονούμαι τον 4. αι. (TLG· βλ. και Steph., Θησ., λ. παραπονέω), στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. και σήμ. στο ποντ. (Παπαδ. Α., Λεξ.) και κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 717, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 359).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Στενοχωρώ, δυσαρεστώ κάπ., κάνω κάπ. να έχει παράπονα: Έθλιψες την καρδίαν μου και επαραπόνεσές με Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1364· ξένον μη παραπονέσεις και μη τον στεναχωρέσεις Πεντ. Έξ. XXII 20· Εις τούτον η ρήγαινα με πολλήν πλήξην και παραπονημένη απέ τον Τιπάτ, ότι εποίκεν της πολλές περιβάρυσες Μαχ. 5702. 2) Αισθάνομαι λύπη για τον πόνο κάπ., συμπονώ, οικτίρω κάπ.: τις τον εβλαστήμα (ενν. τον Χριστόν) και τις έκλαιγεν όπισθεν προς αυτόν παραπονώντας το πάθος οπού ελάμβανεν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 279r· ’Δέ πώς μας παραπονά ο φρένιμος Σολομών, και λαλεί: «Ψέματα των ψεμάτων, όλα είναι ψέματα» Μαχ. 211. Β́ (Αμτβ.) παραπονούμαι, εκφράζω παράπονα ή δυσαρέσκεια: διά τον Βελισάριον οι πάντες να λαλούσιν,| να κλαίγουν και να θλίβουνται και να παρεπονούσιν Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 56· εδώ κι εκεί εγύριζαν, όλοι παραπονώντας,| και τους θεούς υπάγαιναν, όλοι κατηγορώντας Θησ. ΙΘ́ [207]. II. Μέσ. (αμτβ. και μτβ.) 1) α) Παραπονούμαι, εκφράζω παράπονα ή δυσαρέσκεια: Ό,τι μου μέλλει θα γενεί και δεν παραπονούμαι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4997· αν παραπονούμεστεν, να μη το πάρεις βάρος,| ότι πατέρα σ’ έχομεν κι ερχόμεστε με θάρρος Ιστ. Βλαχ. 2603· Δε δύνεσαι να με θωρείς πώς κλαίγω, πώς θρηνούμαι,| πώς λακταρίζω, πώς πονώ και πώς παραπονούμαι; Πανώρ. Β́ 392· γιατί παραπονούνται όσοι αγαπούσι; Κυπρ. ερωτ. 178· β) παραπονούμαι σε κάπ., σε κάπ. για κάπ. ή κ., κλπ.: μάλλον κι εις τον αφέντη του πολλά παραπονάτον| γιατί τον έστειλεν εκεί στην τέχνη των αρμάτων Αχέλ. 281· κλαίει και θρηνοβολεί, αρχίζει και δηγάται| και προς τον Πρώτον Έρωτα πολλά παραπονάται Φαλιέρ., Ενύπν.2 70· τση τύχης του πολλά παραπονάται Πανώρ. Γ́ 508· εξέσκισεν τα ρούχα του κι ήτον διά ν’ αποθάνει,| παραπονάται ’ς τό ’τυχεν, τον θάνατόν του κράζει Χούμνου, Κοσμογ. 1905· μη μου παραπονεθείς, αν κλαίω, α θρηνούμαι Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 775· ο Αδάμ και η Εύα επαραπονούτον οπού δεν είχε να φάγει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 76r· ως άνθρωπος κι εγώ ’ς τούτο πολλά λυπούμαι| πως εις το σκότος είμεθεν πάντες, παραπονούμαι Κορων., Μπούας 66· εδιάβησαν και εις τον σουλτάνο του Κάερου και επαραπονέθησαν πως εδιάβησαν εις τους Βενετσάνους και δεν τους εδώσανε τις λουμπάρδες μηδέ μαστόρους Χρον. σουλτ. 12917· γ) έχω από κάπ. παράπονα, είμαι δυσαρεστημένος: μήτε είχανε αφορμή και δίκαιο κανένα να παραπονούνται από αυτούς Σουμμ., Ρεμπελ. 165. 2) Παρηγοριέμαι, ανακουφίζομαι: Επειδή μας επέταξε ωσάν αετός ταχύπτερος ο πατέρας μας, ας παραπονεθούμεν καν ολίγον με την εικόνα του, επειδή ουδέ καν το σώμα του έχομεν Χίκα, Μονωδ. 175-6. 3) Λυπούμαι: από στενοχωρίας μου να πνίξω τον εαυτόν μου·| παντί να γένει εξάκουστον, ο κόσμος να θαυμάσει·| ναι, να το ποιήσω ου μέλει με, πολλά παρεπονήθην Γλυκά, Στ. 290. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) α) Που εκφράζει παράπονα, που είναι γεμάτος παράπονα: η εμιλιά σου είναι κλιτή και παραπονεμένη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) κριτ. υπ. 566· μ’ έναν αναντράνισμα σαν παραπονεμένο| είπε ένα λόγο σιγανό: «Μπάρμπα μου, εδά αποθαίνω» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1911· β) λυπητερός: Πενήντα σώνουν κι εκατό δίστιχα πρικαμένα,| της Κρήτης η αθιβολή, τα παραπονεμένα Σκλάβ. 278. 2) α) Θλιμμένος, πικραμένος: Τον ήλιο αφήνεις δίχως σου σβηστό και θαμπωμένο,| κι όλο τον κόσμο σκοτεινό και παραπονεμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 576· β) ταλαίπωρος, δυστυχισμένος: ήτον χλωμοί και κίτρινοι κι ωσάν αποθαμένοι| απού τον κόπο τον πολύν οι παραπονεμένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16219· (για εκδήλωση συμπάθειας): οι Φράγκοι εστέκα στα τειχιά απόξω σφαλισμένοι,| κι εκάθονταν αξέγνοιαστοι, οι παραπονεμένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20226· γ) δυσαρεστημένος: ήσαν (ενν. οι Κυπριώτες) πολλά παραπονημένοι Βουστρ. (Κεχ.) 14078.
παραστέκω,- Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1755, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 361v, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Έ́ [630], Αχέλ. 1319, Αλφ. 1058, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ιέ́ 35, 39, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4536, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 103, Χριστ. διδασκ. 461, κ.α.· παραστήκω, Προδρ. (Eideneier) I 89· παριστέκω, Πωρικ. (Winterwerb) I 19 κριτ. υπ.· μτχ. ενεστ. παραστεκάμενος, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ιδ́ 69.
Από τον παρκ. του αρχ. παρίσταμαι. Ο τ. παραστήκω ήδη μτγν. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Στέκομαι κοντά, δίπλα σε κάπ./κ.: Είδεν το πώς εκάθητον και απέδω του και απέκει| οι μήνες τον παρέστεκαν οι δώδεκα του χρόνου,| και άλλες γυναίκες περισσές ιστέκασιν οπίσω Λόγ. παρηγ. L 452· Κατάλαβε πόσοι άγγελοι είναι ομπρός οπού παραστέκουν τον θρόνον τον δεσποτικόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 352v· β) (προκ. για κ. που πρόκειται να συμβεί στο εγγύς μέλλον) είμαι κοντά: Μα τον Θεόν, αγούροι μου, αλήθειαν σας το λέγω:| μα το μυστήριον το φρικτόν οπού με παραστέκει,| ουκ εσυνέκρινα ποτέ θάνατον εδικόν σας Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1730. 2) α) Στέκομαι κοντά, δίπλα, για να προστατέψω, να βοηθήσω κάπ. σε δύσκολη στιγμή: εθαυμάζομεν εξόχως| Έκτορα τούτον τον μέγαν,| πώς θρασύς υπήρχε πάντα.| Αλλά τις θεός πλησίον,| τούδε πάντα παραστέκει| και φυλάττει την ζωήν του Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Έ́ [625]· Τση χώρας οι καλύτεροι ... του παραστέκου επά κι εκεί, σε μια μερά κι εις άλλη,| και τις του εκράτει το φαρί, τις του ’σαζε τη σκάλα,| γιατί όλες τες ολπίδες τως εις το κορμί του εβάλα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1588· (εδώ ειρων.): Σαν είδεν ο κυρ γάδαρος το πώς τριγύρου στέκουν| και τι λαλούσι προς αυτόν και πώς τον παραστέκουν,| εννόησεν ως φρόνιμος και βαριαναστενάζει Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 60· ο πλούσιος αν ψυχομαχεί, πολλοί τον παραστέκουν,| ωσάν κοράκοι κάθουνται τριγύρου του κραβάτου Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 118· β) (γενικ.) βοηθώ: θέλω να την έχει η μάννα μου, ώστε να ζει, στη συντροφιάν τση, να τση παραστέκει Διαθ. 17. αι. 7141. 3) Συνοδεύω: οι καβαλάροι ... ομορφοστολισμένοι ... επαραστέκαν τ’ αφεντός σαν ήσαν κρατημένοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 374. 4) Στέκομαι παράμερα και παρακολουθώ: να στήσω ’γώ στο πλάγι μου κάλλιον σου αναδενδράδι,| να στέκεις και να τον θωρείς, να καίεται η καρδιά σου (παραλ. 1 στ.), να δένεις και τα χέρια σου και να τον παραστέκεις Ερωτοπ. 412. 5) Επιτηρώ, επιβλέπω: Ο ... βασιλεύς και ο πρωτομάστορης είδαν θείον άγγελον και επαράστεκεν αυτά και ανάδευεν αυτά μέσα εις τον λέβητα Hagia Sophia ω 52814. Β́ Αμτβ. 1) α) Στέκομαι κοντά, δίπλα: σ’ έκαμε (ενν. ο Θεός) περίδοξον αφέντην να ορίζεις,| όλοι να σ’ υποτάζονται, να τους περιορίζεις,| να παραστέκουν εμπροστά με φόβον και με τρόμον Ιστ. Βλαχ. 1383· Ο ευνούχος ωσάν φρόνιμος είχεν αποφασίσει| και εκείνοι οπού παράστεκαν τον είχασι γροικήσει Λίμπον. Αφ. 278· β) παρευρίσκομαι, είμαι παρών: ο άνωθεν μισσέρ Μανολίτσης να μη μπορά πάρει εντριτείαν, παρά σαν έρθει του καρπού, να μπορά παραστέκει στο τρυγοπάτημα, να παίρνει το τρίτο και άλλο τίβοτας να μη μπορά πάρει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4546. 2) Στέκομαι κοντά ως βοηθός, προστάτης, κ.τ.ό.: Θέλει παραστέκει σιμά άγγελος Κυρίου ... και θέλει τους ελευθερώσει Χριστ. διδασκ. 43. II. Μέσ. Α´ Μτβ. 1) Στέκομαι κοντά, δίπλα· (εδώ προκ. για τόπο): άμε ώστε να περάσεις τον εγκρεμνόν· και ωσάν τον παρασταθείς, ράξε εις οργίες κέ και πιάνεις το πλωρήσιν σου εις το ακρωτηράκιν Πορτολ. A 5814. 2) Υπηρετώ κάπ.: Βλέπουν σε τα ψυχάρια μου και έχουν σε ως αυθέντην|, φοβούνται, παραστήκονται, δουλεύουν και τιμώσιν Προδρ. (Eideneier) I 89. 3) Επιτηρώ, επιβλέπω: έκαμεν ... και μίαν διαβαταρέαν από το παλάτι ... έως την Μεγάλην Εκκλησίαν κτιστήν, διά να περνάει, να έρχεται ..., να παραστέκεται τους μαστόρους να κτίζουν τον ναόν Hagia Sophia ω 5166. Β́ Αμτβ. 1) Παρίσταμαι, παρευρίσκομαι: Εδώ οπού ήλθες και εσύ, στον γάμον των ορνέων| κἀγώ παραστεκάμενος υπάρχω της τραπέζης Πουλολ. (Τσαβαρή)2 520. 2) Στέκομαι κοντά, δίπλα ως βοηθός, προστάτης κ.τ.ό.: όσα κακά μου κάμετε, τόσα στέφανα μου πλέκετε, και ο Χριστός παραστέκεται βοηθός μου και μου ελαφραίνει την παίδευσιν Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 165171· Αυτή (ενν. η ελεημοσύνη) κοντά εις τον Θεόν έχει την παρρησίαν, λυτρώνει κάθε άνθρωπον από την αμαρτίαν·| στέκεται, παραστέκεται με το σπαθί στο χέρι Ιστ. Βλαχ. 1899. 3) Συμπαρίσταμαι: ουδέν γινώσκεις ακριβώς την βίαν του πολέμου,| οπού επαραστάθηκες να μη μας καταδράξουν; Αχιλλ. (Smith) O 731. 4) (Νομ.) παρουσιάζομαι στο δικαστήριο: Ειδέ και ουδέν ομολογήσει και παρασταθεί εις κρίσιν και ζητήσει λίβελλον ... Ασσίζ. 53024· να παρασταθεί έμπροστεν του βισκούντη ού του εμπαλή της χώρας οπού να εύρει το κτηνόν του και να φέρει β́ μάρτυρας Ασσίζ. 32627· (προκ. για τη μέλλουσα κρίση): θυμήσου πρώτον τον Θεόν στον νουν σου να διακρίνεις,| πως θέλεις να παρασταθείς και συ γυμνός στην κρίση| εκείνην την αδέκαστον, οπού ο κόσμος φρίσσει Ιστ. Βλαχ. 1397· όλοι μέλλομεν να παρασταθούμεν εις το κριτήριον του Χριστού Χριστ. διδασκ. 36. Η μτχ. ενεστ. ως ουσ. = ακόλουθος, αυλικός: Παν και λεν τον βασιλέα| οι παραστεκάμενοί του Πτωχολ. A 39.
παρασυντυχαίνω.- Από την πρόθ. παρά και το συντυχαίνω.
Μιλώ υπερβολικά, περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει με κάπ.: πολλές φορές ήβλεπα τον αδελφόν μου τον χριστιανόν, ... οπού ή επαρασυντύχαινε τινός ή επαράπινεν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 375v.
παρατρώ(γ)ω,- Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 22.
Από την πρόθ. παρά και το τρώ(γ)ω (διαφορ. το αρχ. παρατρώγω). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
Τρώω πολύ: μίαν ημέραν έκαμε συμπόσιον και επαράφαγεν και εμέθυσεν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 320v.
παραχωρώ,- Σπαν. A 470, Προδρ. (Eideneier) IV 146, Εις τον έρωτα 110, Ελλην. νόμ. 56028‑9, Διγ. (Trapp) Gr. 3547, 3653, Διγ. Z 3974, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1552, 1858, Θεολ., Τζίρ. 3584, Ιστ. Ηπείρ. VIII2, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 119, Μαχ. 42619, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1816, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 619, Έκθ. χρον. 517, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 164v, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1158, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 403, Θρ. Κύπρ. M 360, Ιστ. πολιτ. 2019, Lucar, Sermons 105.
Το αρχ. παραχωρέω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Επιτρέπω, αφήνω: Ελλην. νόμ. 55628, Γλυκά, Στ. 94, Βίος Αλ. 2945, Σφρ., Χρον. (Maisano) 10620. 2) Παρέχω, δίνω· παραδίνω, εγκαταλείπω: το των Μουσουλμάνων γένος ούτ’ εμοί την αρχηγίαν παραχωρήσει ούτε σοι του χωρίου τούτου χαρίσει την είσοδον Δούκ. 13729· Σας παρακινώ (ενν. εγώ, ο Μουράτ), λοιπόν, πριν δοκιμάσητε (ενν. εσείς, οι Ιωαννίτες) τα ολέθρια του πολέμου τέλη ..., να με παραχωρήσητε την πόλιν σας Επιστ. Μουρ. Β́ 58 B· φρούριον εν πολιορκίᾳ ειληφώς ... εις συμβάσεις μετά του βασιλέως Συμεών χωρούσι και το φρούριον τούτῳ παραχωρεί Ιστ. Ηπείρ. VII11. Β́ Αμτβ. 1) Κάνω στην άκρη, παραμερίζω· υποχωρώ: Διγ. O 1358. 2) Αποχωρώ, απομακρύνομαι: Δούκ. 14111. II. (Μέσ.) επιτρέπω στον εαυτό μου, αφήνομαι: ου παραχωρούμενος πεσείν υπό της λύπης Εις τον έρωτα 121.
παρεμπρός,- επίρρ., Λίβ. N 1442, Χρον. Τόκκων 2106, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 22r, 42r, 76r, 118r, 132v, 141r, 156r, 228r, Σουμμ., Ρεμπελ. 168, 191, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 173, Προσκυν. α′ 11427, 12110, 1275, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 390· παραμπρό, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 102· παραμπρός, Ασσίζ. 189, Λίβ. Esc. 1598, Μαχ. 41635, 44816, 46213, 6426, Τριβ., Ρε 221, Πορτολ. A 1167, Χρον. σουλτ. 5826, 10827, 1366, Αλφ. 1451, Πανώρ. Β́ 545, Έ́ 97, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Ά́ 80, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 552, Δ́ 427, Πιστ. βοσκ. I 4, 151, II 5, 247, Σουμμ., Ρεμπελ. 159, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4429, 6530, 12716, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 2114, Έ́ 417, Θυσ.2 124, Στάθ. (Martini) Ιντ. Β́ 31, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [393], [824], Δ́ [464], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 700, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 82, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 33224 κ.α.· παρομπρός, Καλλίμ. 1236, Λίβ. P 1489, Χριστ. διδασκ. 481.
[Από την πρόθ. παρά και το επίρρ. εμπρός. Ο τ. παραμπρός στο Meursius, σε έγγρ. του 17. αι. (Ζερβογιάννης, Αμάλθ. 14, 1983, 97) και σήμ. Ο τ. παρομπρός στο Βλάχ. Τ. παραομπρός σε επιστ. του 15. αι. (Manouss., Θησαυρ. 13, 1976, 18, 37). Η λ. στο Φυλλ. Αλ. (Βελουδ.) 76.]
1) (Τοπ.) πιο μπροστά, πιο πέρα, παρακάτω: επροφητεύσαντον οι μάντεις του (ενν. του Σέσωστρι) πως δεν τον συμφέρει να παγαίνει παρεμπρός, αλλά να στραφεί οπίσω Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 237· γυρεύγοντας να βρω δροσάν ήσωσα σ’ ένα πρίνο| και παραμπρός μου εφάνιστη κουτσουναράκι εκτύπα·| σιμώνω, βρίσκω το νερό στου χαρακιού την τρύπα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 895· οπίσω να στραφούμε,| μηδέν υπάμε παραμπρός, μήπως εκεί χαθούμε Αλεξ. 1640· όποιος άνθρωπος θέλει να υπάγει εις την άκραν της γης, έως εδώ να έλθει και παρεμπρός να μην υπάγει Βίος Αλ.2 111. 2) (Προκ. για κείμενο) παρακάτω, στη συνέχεια: Θέλεις ακούσει παρεμπρός το κάμωμα το πλέον,| οπού εγίνετον αυτού σύντομα, εις την ώραν Χρον. Τόκκων 2854· εβασίλευσαν βασιλείς εξηνταπέντε τους οποίους θέλω τους γράψει εδώ παρεμπρός συνοπτικά έναν και έναν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 307r· απ’ αυτηνών (ενν. του Σηθ και της Ασουάμ) την γέννησιν εγεννήθη η Θεοτόκος, ... ώσπερ θέλετε ηκούσει εδώ παρεμπρός εις τούτο το βιβλίον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 83v. 3) (Χρον., προκ. για το μέλλον) α) στο εξής, από τώρα και πέρα: διά οτόσο να ποίσεις με την βουλήν σου αρέσκει μου, και στερεώννω το και γω και τώρα και παραμπρός Μαχ. 3724· ως γοιον επορεύγεσθε παραπίσω, θέλετε διαβαίννειν και παραμπρός Μαχ. 35411· έχω την πρικαμένη| ζωή μου από πολύν καιρό ως εδεπά φερμένη·| κι εις τέτοιο τρόπο να περνά πάλι την είχ’ αφήσει,| ανέναι κι ήθελα μπορεί πλια παραμπρός να ζήσει Πανώρ. Γ́ 586· Τύχη μου, αν αποφάσισες να θες να μου γυρίσεις| το πρόσωπό σου, παραμπρός να ζήσω μη μ’ αφήσεις Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 24· β) αργότερα, κατόπιν, ύστερα: Τώρα σώπασε, σπουδάζω να υπαγαίνω,| και παρεμπρός να σε το πω, τώρα μη με αναγκάσεις Λίβ. Sc. 480· Τό επιθύμας έμαθες· τώρα ας αναπαυθούμεν| και παραμπρός καιρός έναι και πάλι να μιλούμεν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2806. 4) (Χρον., προκ. για το παρελθόν) πρωτύτερα, προηγουμένως, στο παρελθόν, από πριν: αν την βουλήν σου παραμπρός είχες μου φανερώσει,| από καιρόν οχ την έγνοι’ αυτήν είχα σ’ ελευθερώσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [969]· δε μπορεί κανείς σωστή χαρά να πάρει| δίχως να γνώσει παραμπρός πρίκες πολλές και βάρη Πανώρ. Πρόλ. 86· Α θε να ’ρθεις ακλούθα μου, να μπεις κι εσύ στον κόπο,| μην έρθει άλλος παραμπρός και πάρει σου τον τόπο Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 580· Αγροίκα τώρα το λοιπόν, καθώς δασκαλεμένη,| την Ελισσέτα παραμπρός την έχω ερμηνεμένη Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [782]. 5) (Ποσ.) περισσότερο, επιπλέον: Αλήθεια λέσι, ο γνωστικός ντροπή ’ναι, α μεταγνώσει,| σφάλμαν ακόμη παραμπρός, το σφάλμα του α δε γνώσει Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 84· αν ξετάξεις παραμπρός, θέλεις ιδεί πως ’γγίζουν,| με την φωνήν τ’ Απόλλωνος, όλα και συμφωνίζουν Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1120]· (προκ. για λόγο, ομιλία): Παραμπρός δεν εμάκρυνε (ενν. ο Καλόανδρος) το μίλημά του, διατί η Χρυσάνθη ... εσυγχύσθη Καλόανδρ. (Κεχ.) 407. Φρ. 1) Βάλλομαι παραμπρός = (αυτο)προβάλλομαι: ένι σουμπέρμπια της ψηλοσύνης, τουτέστι να θελήσει ο άνθρωπος πάντα να βάλλεται παραμπρός πασανού εις πάσα πράμα και εις πάσα τόπον Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 141. 2) Πηγαίνω παραμπρός/παρομπρός = α) συνεχίζομαι, εξακολουθώ: μην πάγει παραμπρός το σφάλμα το δικό σου| κι αν ήπεσες, παιδάκι μου, γείρου γοργό, σηκώσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1111· Αφήτε τσι τες διαφορές και παραμπρός μην πάσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 937· β) συνεχίζω: Ίντα τη θέλεις τη Φλουρού; Να πω για τη δουλειά μου·| μα πριν να πάγω παραμπρός, κατέχεις την καρδιά μου; Στάθ. (Martini) Ά́ 174· με τα τούτα δε μπορώ το λόγο να σφραγίσω| ούτε να πάγω παραμπρός, ούτε να παρατήσω Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 29622· γ) (προκ. για φήμες) διαδίδομαι: αν πάγει ο λόγος παραμπρός κι ο βασιλιός τ’ ακούσει,| μεγάλες κακοριζικιές έχου να μας ευρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 787· δ) προοδεύω, προκόβω: να πηγαίνει παρομπρός και να προκόβει Χριστ. διδασκ. 159· Λέγεις να υπάς παρομπρός, να κλάψεις, να θρηνήσεις,| να παραβλέπεις το κακόν και το καλόν να ποίσεις Αλφ. (Μπουμπ.) I 41· εφοβάτον την ρήγαινα και τον κοντοστάβλην, ότι εθώρεν τας πράξες τους πώς πηγαίνουν παραμπρός, και έπλησσεν και έθελε να ποίσει τρόπον να παρκατεβεί η συντροφιά τους Μαχ. 49826· ε) επεκτείνομαι, χειροτερεύω: εγώ με όμοια βοτάνια ηξεύρω να το ιατρεύσω, να μην υπάγει το κακόν παραμπρός Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 408. (Με άρθρο ως ουσ.) τα παρομπρός = τα περασμένα, το παρελθόν: Μπορείτε από τα παρομπρός που ’χετε γροικημένα| εσείς να τα λογιάσετε και μη ρωτάτε εμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 1499. (Με άρθρο ως επίθ.) επόμενος, μελλοντικός: Όσας πικρίας αν έπαθες τους παραπίσω χρόνους,| τους παραμπρός γλυκύτητας θέλεις τους απολαύσει Λόγ. παρηγ. L 682.
πάρεξ,- πρόθ. Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 430, Σφρ., Χρον. (Maisano) 9613, 14024, Σοφιαν., Γραμμ. 82, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 41v, 72r, 372v, Κανον. διατ. B 996, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 121, Ψευδο-Σφρ. 34216, 29, 37014, 4745, Βακτ. αρχιερ. 149, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ 703, Hagia Sophia ν 5569, ω 5334, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) 11340· παρέξ, Βίος Αλ.2 114, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 224, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 169.
[Η αρχ. πρόθ. πάρεξ-παρέξ. Η λ. (απαρχαιωμένη) και σήμ.]
I. (Ως πρόθ.) εκτός (από)· (με γεν.): Ψευδο-Σφρ. 3661· (με αιτιατ.): όλα τα πράγματα τα έκανε μόνον με τον λόγον του (ενν. ο Θεός) πάρεξ τον άνθρωπον, οπού έπλασεν με τας χείρας του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 31r· (με την πρόθ. από και αιτιατ.): μη συμπλακείς εις την πολυλογίαν| και φθάσεις λόγον και ειπείς πάρεξ από το δίκαιον Σπαν. (Μαυρ.) P 267. IΙ. Σύνδ. 1) (Συγκρ.) παρά· (με βουλητική πρόταση): κάλλιον να ζω άτιμος, πάρεξ να ορίζω τόσους στρατιώτας και να λάβω άδικον θάνατον Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16258· κάλλιον να πονέσεις ολίγας ώρας πάρεξ να βασανίζεσαι όλην σου την ζωήν Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 234. 2) (Αντιθ.) αλλά: το ψαχνόν του είναι πολλά κακοχώνευτον και μη το τρώγεις (ενν. το κίτρον) μοναχόν παρέξ να είναι αρτυμένον με ζάχαρην Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 213. IIΙ. Ως επίρρ. (σε αποφατικές προτάσεις για δήλ. περιορισμού, πβ. παρά Γ́ 1, παρού ΙΙ) παρά μόνο: την ψυχήν άνθρωπος δεν δύναται να την ιδεί πάρεξ ο άγγελος οπού την εβγάνει από το κορμί Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 28v· εκεί οπού εγώ στέκομαι, άλλοι δεν ημπορούσι να σταθούν πάρεξ εγώ Μπερτόλδος 32· άλλη δύναμη δεν ημπόρειε να πολεμήσει την μεγάλην δύναμην του Τούρκου πάρεξ ο Θεός Χρον. σουλτ. 8828.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Τρωικά 5298, Ελλην. νόμ. 5219, Χρον. Μορ. H 143, 486, 5987, 6197, 6858, Χρον. Μορ. P 2891, Μαχ. 826, 15621, 15817, 17224, 2941, 47215, 59624, Θησ. Γ́ [831], Ζ́ [766], Θησ. (Foll.) I 59, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 101, Διήγ. Αλ. G 27916, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 81v, 398r, Ξόμπλιν φ. 138r, Μαλαξός, Νομοκ. 80, Θρ. Κύπρ. M 97, Χρον. σουλτ. 7120, 8536, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 1671, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 943, 16427, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 5317, 9511, 11320, Διαθ. Νίκωνος 255, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [289], [1193], Έ́ [156], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 186, 360, Χριστ. διδασκ. Προοίμ. [δ́], Ροδινός (Βαλ.) 83, Hagia Sophia ω 51227, Μπερτόλδος 14, Μπερτολδίνος 137· παρακάλησις, Ασσίζ. 11319, 47027, Μαχ. 62412, Ξόμπλιν φ. 138r, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 139, Καβαλίστας 53, 57· παρεκάλεσις, Θησ. Πρόλ. [187]· πληθ. παρακαλέσες, Βουστρ. (Κεχ.) 9614.