Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αναμέσον,
- επίρρ., Βέλθ. (Κριαρ.) 1065, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 259, 273, Μαχ. (Dawk.) 6602, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 14716, Αχέλ. (Pern.) 522, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 13916, 15318, 17620, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 859, 1667, Δωρ. Μον. (Buchon) ΧΧΧΙ, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 35719, 39816, Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ σ. 35· ανάμεσο(ν), Ασσίζ. (Σάθ.) 28113, 3794, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8777, Λίβ. (Μαυρ.) P 1294, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 5322, 13512, Δωρ. Μον. (Buchon) XVIII, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) Εισαγ. 29· 124, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 164, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 39010, Ευγέν. (Vitti) 558, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 134, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [898], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 5233· αναμεσό(ν), Μαχ. (Dawk.) 51628, 57633, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 37133, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 332· αναμέσα, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) Α΄ 529· ανάμεσα, Διγ. (Καλ.) Esc. 1057, 1089, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2583, Διήγ. Βελ. (Cant.) 454, Φλώρ. (Κριαρ.) 1674, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1388, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 237, Μαχ. (Dawk.) 52828 62631, Ch. pop. (Pern.) 506, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 11831, Πικατ. (Κριαρ.) 202, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 145, Πεντ. (Hess.) Έξ. ΧΙΙΙ 9, 16 ΧΧΙΧ 39, Λευιτ. ΧΧΙΙΙ 5, XXVII 33, Αρ. ΙΧ 3, Δευτ. ΧΙ 18, XXVIII 57, Αχέλ. (Pern.) 1820, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 5616, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 643, Μηλ., Οδοιπ. (Παπαγ. Σπ.) 637, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ιντ. γ΄ 9, Πανώρ. (Κριαρ.) Πρόλ. 27, A΄ 90, Γ΄ 114, 408, Ερωφ. (Ξανθ.) B΄ 516, Δ΄ 113, 122, E΄ 605, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 1, 361· IV 3, 14· 6, 21, Σταυριν. (Legr.) 380, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 627, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 162, 193, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3905, Στάθ. (Σάθ.) B΄ 130, Γ΄ 174, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [41], Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 156, 181, 182, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [1232], Γ΄ [423, 524, 1135], Χορ. δ΄ [58], Ε΄ [1336], Λίμπον. (Legr.) Επίλ. 72, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. α΄ 72, Ζήν. (Σάθ.) Ε΄ 331, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 15913, 38315, 4862· ανάμεσας, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙ 5, 93· ΙΙΙ 6, 62· αναμεσά, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [283], Γ΄ [1168]· αναμεσάς, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙ 5, 93· αναμεσώς, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 14418, 20, 21913‑14.
Από τη μτγν. έκφρ. ανά μέσον (βλ. Raderm., Neutest. Gramm. 138 και Tabachovitz, Eranos 31, 1934, 113· παλαιές μνείες του αναμέσον βλ. Lampe, Lex.· πβ. και Mitsakis, Glotta 43, 1965, 180). Ο τ. ανάμεσα και στον Ψελλό (βλ. Μανδηλαρά, Αθ. 62, 1959, 346). Για το σχηματ. του τ. ανάμεσα βλ. Παπαδ. Α., Αθ. 29, 1917, ΛΑ 137 και ΛΔ 2, 1940, 68. Οι τ. ανάμεσο, αναμεσόν, ανάμεσα και αναμεσά και σήμ. (ΙΛ, λ. ανάμεσα, αναμεσόν).
1) Τοπ. α) μεταξύ (διαφόρων τόπων, οικοδομημάτων, αντικειμένων, κλπ. Η χρήση και σήμ., ΙΛ, λ. ανάμεσα 1α και ανάμεσον 1α): ανάμεσα στον Βούργον κι εις την χώρα Αχέλ. 1820· ανάμεσα δύο σπιτίων Βακτ. αρχιερ. 181· ανάμεσα στα ξόβεργα τέτοιον τον λόγον λέγει Ch. pop. 506· Κι από τα τουρκοκάτεργα ανάμεσα περάσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 15913· αυτείνος έχει την καρδιά τη δόλια μου καημένη| κι ανάμεσα στα χείλη μου στέκεται κι αναμένει| πότες να δει ... Πανώρ. Γ΄ 410· —Συνών.: αναμεταξύ 1α· β) στο μέσο (ενός τόπου πραγματικού ή εικονικού): ανάμεσα του ποταμού ήτανε μία καμάρα Πικατ. 202· ήταν αναμέσο ’νού πεδίου και όρισεν τον λαόν το απεζικόν να πιάσουν τ’ άρματά τους Μαχ. 6602· Εσένα εθάψα ζωντανό ανάμεσα στο χώμα Ζήν. E΄ 331· πιέτω δις εις το φαγίν αυτού οίνον αναμέσον ύδατος θερμόν Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ σ. 35· ανάμεσα στον θάνατον στέκεται η ζωή μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1135]· Εις την περικεφαλαίαν| έμπηξε το μακρόν δόρυ (ενν. ο Αίας)| αναμέσον του μετώπου Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ΄ [20]. 2) Χρον. α) μέσα σε χρονικό διάστημα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. ανάμεσα 2β): Περί κριτού ότι ανάμεσα είκοσι ημέρας θέλει να ιδεί την κρίσιν Βακτ. αρχιερ. 156· γενόμενον χρονών κε΄ και ανάμεσον εις χρόνον ένα ανατρέπει τα κακώς πουλήσας και αγοράσας Βακτ. αρχιερ. 134· ανάμεσα τα| ισπερινά Πεντ. Έξ. XXIX 39· β) κατά τη διάρκεια (γεγονότος): ανάμεσα της ταραχής τούτης απέθανεν και η κόρη Μαχ. 52828· 3) α) Μεταξύ (προσώπων) ή μέσα (σε ομάδα προσώπων): μηδέν γένει ορμασία ανάμεσον χριστιανού και Σαρακηνού Ασσίζ. 3794· Δύο αδέλφια ανάμεσόν τωνε ποτέ να παντρευτούσι Στάθ. Γ΄ 174· ο παμπόνηρος διάβολος επήρεν μίσος αναμεσόν της νύμφης και της πεθθεράς Μαχ. 57633· και τούτη η μέρα ας είναι πάντοτε ανάμεσά μας τιμημένη Πιστ. βοσκ. IV 6, 21· τιμή ας του κάμομε όλοι ανάμεσά μας Πιστ. βοσκ. IV 3, 14· επήγασι στην πόλη| με μία γνώμη και βουλή ανάμεσά τους όλοι Λίμπον., Επίλ. 72· εμαλώνασι ανάμεσόν τους ένας τον άλλον Χρον. σουλτ. 13512· εμουρμουριζότουνα ανάμεσα τον λαόν Σουμμ., Ρεμπελ. 162· απολούνε ανάμεσα εις το λαό τουφέκια Τζάνε, Κρ. πόλ. 4862. Πβ. αναμεταξύ 1β· β) (προκ. για συμμετοχή, συνεργασία) αναμεταξύ: η σπέζα ... να είναι αναμεσώς τως Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2637· ινστρουμέντο καμωμένο αναμεσώς τως Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2956. Ιδιάζ. χρ.: α) αναμέσον ... και αναμέσον ... = μεταξύ ... και ... (Πβ. ανά μέσον του φωτός και ανά μέσον του σκότους ΠΔ, Tisch., Γέν. Ι 4): Και είδεν ο Θεός το φως ότι καλό· κι εχώρισεν ο Θεός ανάμεσα το φως και ανάμεσα το σκότο Πεντ. Γέν. Ι 4· από ανάμεσα + αιτ. = από (κάτι): από ανάμεσα τα ποδάρια του Πεντ. Γέν. XLIX 10 (πβ. εκ των μηρών αυτού ΠΔ, Tisch., Γέν. XLIX 10)· β) στο μέσο (προσώπων ομάδας), μπροστά (σε πρόσ. ομ.): με σπάθην κοπτερήν ανάμεσά τους βγαίνουν (οι χριστιανοί) Αχέλ. 522· γ) (προκ. για ανταλλαγή): να μη ψηλαφήσει ανάμεσα καλό εις κακό Πεντ. Λευιτ. XXVII 33· δ) (με αιτ. αντικ.) μπροστά: ανάμεσα τα μάτια σου Πεντ. Έξ. XIII 9. — Πβ. μέσον.
κουλάς- ο, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 95, 96, 101, 103, Πανάρ. 655, 6930, 7512, Byz. Kleinchron. A΄ 25250, 25356, 25564, Σφρ., Χρον. μ. 3810, 4231, Ιστ. Βλαχ. 754· γουλάς, Χρον. Μορ. H 8223, 8241, Ηπειρ. 22315‑6, 23822, Byz. Kleinchron. Α΄ 23643 2676, Χρον. Τόκκων 708, 981, 1243, 1509, 2494, 2709, κ.α., Ψευδο-Σφρ. 28216· γούλας, Μαχ. 54633.
Το αραβοτουρκ. kule. Για τους τ. και τη μετατροπή του κ> γ βλ. Τριαντ., Άπ. Α΄ 352. Ο τ. γούλας στην Κύπρο (Χατζ., Διπλωματ. 40). Για τη λ. βλ. και Mor., Byzantinot. 2 166. Η λ. και σήμ.
Πύργος, ακρόπολη: Η χώρα τους απόμεινεν εύκαιρη, χωρίς άνδρα,| γουλάν δεν είχασιν ποσώς υπόστασιν να έχουν Χρον. Τόκκων 3780· Εις τον γουλάν ανέβησαν, πήραν την εξουσίαν Χρον. Τόκκων 1299. Η λ. και ο τ. γουλάς ως τοπων.: Πορτολ. A 33626, Ονόμ. πυλ. Κων/π. 408.
κουμανικός,- επίθ., Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 381.
Από το ουσ. Κουμάνος. Τ. κομανικός σε έγγρ. του 1181 (Act. Lavr. 657, 12, 39, 46) και Mor., Byzantinot. 2 167.
Που ανήκει ή αναφέρεται στους Κουμάνους: Εξαποστελώ δε εκ μεν Ευξείνου πόντου πάσαν ... κουμανικήν δύναμιν των κυνίσκων Θεολ., Τζίρ. 35813.
κουρσάρικος,- επίθ., Ιμπ. 560, 561, Μαχ. 10234, 15422· κουρσαρικός, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 277· κρουσάρικος, Ιμπ. 560 κριτ. υπ., 561 κριτ. υπ., 802 κριτ. υπ., Ιμπ. (Legr.) 925, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 533.
Από το ουσ. κουρσάρος και την κατάλ. ‑ικος. Ο τ. κουρσαρικός σε έγγρ. του 1201 (Miklos.-Müller, Acta Γ΄ 48), σε έγγρ. του 15. αι. (Τωμ., Κρητολ. 3, 1976, 19 σημ. 18) και στο Du Cange. Η λ. επίσης σε έγγρ. του 15. αι. (Τσιρπανλή, BF 3, 1968, 197), στο Somav. και σήμ.
Πειρατικός: εκάψαν ... έναν καράβιν κρητικόν και έναν κάτεργον κουρσάρικον, τα ποία ήσαν συρμένα εις την γην Μαχ. 6324. Το ουδ. ως ουσ. = πειρατικό πλοίο: Ευρίσκει με κουρσάρικον, στο Κάιρος με πουλούσι Ιμπ. 802.
κράτησις (I) ‑ση- η, Ασσίζ. 3110, 2806, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 96, Λίβ. Esc. 1987, Βουστρ. 493· κράτηξη, Πιστ. βοσκ. I 3, 107, III 6, 138.
Το μτγν. ουσ. κράτησις. Η λ. και σε έγγρ. του 13. αι. (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 41). Η λ. και σήμ.
1) α) Δύναμη, ισχύς: Ο άνθρωπος οπού συνάσσει χρήματα χωρίς δίκαιον και χώνει τα, η κράτησίς του ουδέν θέλει αξίζει ουδέ βασταίνει εις την γην Άνθ. χαρ. 3015· σπευδόμενος σουλτανικήν κράτησιν ενδυθήναι| και ... γην αραβικήν ιδιοποιηθήναι Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 895· β) άσκηση εξουσίας: ου μη είμαι εις βουλήν, ουδέ εις έργον, οπού την ζωήν χαώσει, ή μέλλος οικείον ή εις κακήν κράτησιν ή βουλήν Διάτ. Κυπρ. 5072· γ) κυριότητα· ηγεμονία: ειδέ εκείνος ουδέν είχεν την νομήν ουδέ την κράτησιν, το δίκαιον κελεύει ότι οι κληρονόμοι του ουδέν έχουν μετά ταύτα τίποτες εις εκείνην την δόσιν Ασσίζ. 4092· Ο Φερδερίγος βασιλεύς ... (παραλ. 1 στ.) της Κάπουας την κράτησιν είχε, την αφεντία Χρον. Μορ. P 5973· δ) αντοχή, δύναμη αντίστασης: Εις ... πόνου πέλαγος αποστροφής εσέβην| και πνίγομαι εις το βάθος του και κράτησιν ουκ έχω Λίβ. Sc. 904. 2) Κατάκτηση: προς τον καίσαραν ευθύς εδιηγήθη| εκείνην Βόνας κράτησιν Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 616. 3) Συγκράτηση, εγκράτεια: Δεν έχει πλιο την κράτηξη, δεν ντρέπεται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 637· δεν είναι| θανατερότερόν του| σφάλμα σε μιαν ψυχήν σαν είν’ αυτείνη| η πιστοσύνη ...| και η κράτηξη στον πόθο Πιστ. βοσκ. III 6, 128. 4) Δέσμευση, υποχρέωση: μηκέτι παραχωρήσαι ταύτην (ενν. την μνηστήν) εις έτερον πρόσωπον εκπληρώσαι μηδεμίαν κράτησιν γάμου Ελλην. νόμ. 5611· αν περιλάβεις το αμάχιν ή επήρες τους εγγυτάδες, το δίκαιον ορίζει ότι ένι ... κρατημένος να μου δανείσει τό μου ετάχτην διά την κράτησιν τήν έλαβεν Ασσίζ. 15823. 5) Παρακράτηση, παράταση κυριότητας: ουδέν ημπορούσι να χάσουν το δίκαιόν τους διά την κράτησιν του χρόνου και της ημέρας ... τήν είχεν και έμεν εις το αυτό απλίκιν Ασσίζ. 3926.
κρατώ (I),- Προδρ. I 182, III 401, IV 186, Καλλίμ. 661, Διάτ. Κυπρ. 50321, Ελλην. νόμ. 52229‑30, 53319, Ασσίζ. 32715, 37430, Διγ. (Trapp) Gr. 1248, Διγ. Z 774, 777, 1556, Χρον. Μορ. H 7357, Φαλιέρ., Ιστ.2 159, Μαχ. 2030, Απόκοπ.2 326, Πικατ. 461, Πανώρ. Α΄ 124, Ερωφ. Β΄ 64, Δ΄ 38, Ε΄ 308, Σεβήρ., Διαθ. 192100, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 319, Δ΄ 1718, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1162], κ.π.α.
Το αρχ. κρατέω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Κυβερνώ, εξουσιάζω, διοικώ: Έρωτας (έκδ. Έρωτος) με επεσέβηκεν, αγάπη και κρατεί με Λίβ. Sc. 2032· άνθρωπον στήσε να κρατεί την χώραν ως αντί σου Λίβ. (Lamb.) N 584· άνθρωπός μου είσαι λίζιος,| αφόν κρατείς τον τόπον σου από την αφεντία μου Χρον. Μορ. H 1870· εκείνη οπού το σπίτι σου κρατεί και γοβερνάρει Στάθ. (Martini) Α΄ 146· β) ασκώ εξουσία· δικάζω: εις τον φούντικα εντέχεται να έχει ένα εμπαλήν, πιστόν άνθρωπον και καλής ακοής και οπού αγαπά πάσα λογής άνθρωπον δίκαια να τους κρατεί Ασσίζ. 4837· γ) διευθύνω, διαχειρίζομαι, έχω στη δικαιοδοσία μου: Εγώ κρατώ το οσπίτιν σου και την υποταγήν σου Προδρ. I 90· εις το ξενοδοχείον| τό ο Βερδερίχος έκτισεν και εκράτει η Ροδάμνη Λίβ. Sc. 1900· ουδόλως δεν ηθέλησε ...| τα πράγματα της εκκλησιάς άλλοι να τα κρατούσι Κορων., Μπούας 66· Περί εμβατικίου οπού δίδουν οι ιερείς και κρατούν χώρας και ενορεύουν Βακτ. αρχιερ. 153· Περί μοναχών ιερωμένων, ήγουν ιερομονάχων, ότι να μην κατοικούν εις τον κόσμον και ενορίες αυτοί να μην κρατούν Βακτ. αρχιερ. 166· δ) (προκ. για άνεμο) «κουμαντάρω»: ουδέ τρανός ουδέ μικρός ναύτης κανείς ουκ ήτον| να ξεύρει άστρον, να κρατεί αυτήν την τραμουντάνα Πουλολ. (Τσαβαρή) 544. 2) Υπερισχύω, νικώ: Διγ. Z 2677. 3) α) Κυριεύω, καταλαμβάνω: διά την αγάπην της τον πύργον να κρατήσω Φλώρ. 1379· ο ύπνος ο γλυκύς τα μέλη τους εκράτει Μαρκάδ. 549· Άλλοι Γενουβήσοι ήρτα να κρατήσουν τες πόρτες να μεν εβγούν εκείνοι Μαχ. 41816· ως πάλαι παρά των Τούρκων κατεχομένην (ενν. την Αρμενίαν) και υπό των Φράγκων κρατηθείσαν Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 135· β) (μεταφ. με υποκ. λ. που δηλώνει πάθος, συναίσθημα, κ.λ.π.): τον Ηράκλη ολημερνίς τρομάρα τον εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1113· Ο φόβος θε να τον κρατεί Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 881· Η πίκρα και η εντροπή τούς Οβριούς κρατούσε Μαρκάδ. 625· μη σε κρατήσει ο λογισμός ο της αποτυχίας Λίβ. Esc. 2996· γ) κυριαρχώ: έμαθα το ύψος να κρατώ, τα άστρα να τα βλέπω| και να προλέγω μαντικώς του άνθρωπου τας πασχίσεις Λίβ. Sc. 1635. 4) α) Κατέχω, έχω στην κατοχή μου, στην ιδιοκτησία μου: οι εκκλησίες κρατούσιν| σιμά το τρίτον του Μορέως Χρον. Μορ. H 2632· όλα να ένι κρατημένα του αυθέντη του τόπου, όλον τούτον τό είπεν εις αυτήν την διαθήκην Ασσίζ. 14413‑4· να χάσεις τά κρατείς, να είσαι ακληρημένος Χρον. Μορ. P 4241· β) είναι η επικράτειά μου, εκτείνομαι: ένι (ενν. η Κόρινθος) το κεφάλαιον όπερ γαρ αφεντεύει| όλην την Πελοπόννεσον όσον κρατεί ο Μορέας Χρον. Μορ. H 1447· το κάστρον επαράδωκεν να το έχουν οι Βενετίκοι| με όλην την διακράτησιν μέχρι κρατεί η Μεθώνη Χρον. Μορ. H 2856· Η Σαλονίκη είναι χώρα μεγάλη και κρατεί αποπάνω από το βουνί έως κάτω εις την θάλασσαν Πορτολ. A 22625· εκρατούσανε οι τέντες του από την μίαν μερέαν της Πόλης έως εις την άλλη Χρον. σουλτ. 606· εμεγαλώναν το φορτί κι εκράτει ένα μίλι Τζάνε, Κρ. πόλ. 45426· κρατεί (ενν. η ξέρη) μισόν πλωρήσι Πορτολ. A 3210· Η Νίος έχει ένα βουνί πλατύ και κρατεί όλον το νησίν Πορτολ. A 9210· γ) κατέχω παράνομα: Περί δούλων οπού τους κρατούν και τους πουλούν Βακτ. αρχιερ. 148· δ) κατέχω, συντηρώ: Κράτει ζαγάρια και σκυλιά κατά την κοντετσό σου Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 217. 5) Υποχρεώνω: εάν χρήζεσαι τίποτις εξ εκείνων (ενν. των φίλων),| έχεις τους κρατημένους σου πάλιν να σε βοθήσουν Σπαν. (Μαυρ.) P 370. 6) Βρίσκομαι: Τώρα τα ζα πιον δεν κρατούν τον ποταμόν,| γιατί νερόν ευρίσκουσιν όπου να παν Κυπρ. ερωτ. 9713· ο νους μου τα βουνιά κρατεί και μες στα δάση μπαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 359· να τα φάγουσι τα γίδια| οπού τα βουνά κρατούσιν Λέοντ., Αίν. I 85· Σ’ τσι πόρτες όλες στέκουσι, τσι γειτονιές κρατούσι Κατζ. Γ΄ 313. 7) α1) Ελέγχω: τον ληστήν, τον τας οδούς κρατούντα Διγ. Z 2675· την στράτα των πραγματευτών κρατούσι και σκοτώνουν Διγ. O 1413· εκρατούσαν το τειχόκαστρον από την πόρταν του Φόρου ώς τον πύργον του Αγίου Ανδρέου και εκτίσαν απάνω τούς τοίχους και εκρατούσαν το δυνατά Μαχ. 40416· προς το κρατήσαι πόλεις επιτηδειότατος ην (ενν. ο Ταγγρέ) Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 144· α2) (προκ. για δρόμο) αποκλείω, εμποδίζω τη διέλευση: Διγ. Z 2675, Διγ. O 1413· β) φρουρώ, φυλάγω: να κρατήξετε την εμπασία του παλατιού και μην αφήσετε να έρθει κανένας εδώ από τους ποπολάρους Σουμμ., Ρεμπελ. 189· μένει μ’ εσέν για ’θύμιον η καρδιά μου (παραλ. 1 στ.) κρατώντα την όσον καιρόν ν’ αργήσω| δεν έχεις έννοιαν άλλην ν’ αγαπήσω Κυπρ. ερωτ. 627· φυλακισμένος ων μωρός πάλιν ην λέγων μωρίας ρήματα προς τους κρατούντας αυτόν Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 255· γ) επιβλέπω, επιτηρώ: φύλαττε το κοράσιον, εσέν την παραδίδω·| δι’ αγάπην την εις Φλώριον εξακριβώς την κράτει Φλώρ. 735· Επειδή προσέταξας την κόρην να κρατούμεν (παραλ. 1 στ.) είχε λοιπόν προς σιωπήν (ενν. η κόρη) Καλλίμ. 2402· δ) φρ. κρατώ βλέπηση: βλ. βλέπησις ‑ση 3γ (Πβ. και σημασ. IB 6γ)· ε) (μεταφ. προκ. για δοχείο) συγκρατώ, δεν αφήνω να ξεφύγει κ.: νερόν ο κάδος ου κρατεί, δώσ’ να αγοράσουν άλλον Προδρ. II H 56. 8) α1) Παίρνω ή έχω κ. στο χέρι, βαστώ, πιάνω: εκράτιεν εις τα χέρια του κλαίγοντας το παιδάκι Στάθ. (Martini) Γ΄ 333· οπού κρατώ και οπού φιλώ και οπού περιλαμπάνω (ενν. εσένα, γλυκότατό μου ταίρι) Φαλιέρ., Ιστ.2 519· με το ’να χέριν να κρατεί τάχα το μάγουλόν της Λόγ. παρηγ. L 524· έρχονται (ενν. οι ιατροί), βλέπουσιν ευθύς, κρατούσι τον σφυγμόν του Προδρ. III 403· α2) φρ. κρατώ τ’ άρματα = ετοιμάζομαι να πολεμήσω (Πβ. άρμα I 1 φρ. πιάνω τ’ άρματα): εμείς σταλάρομεν εδώ, τ’ άρματα να κρατούμεν| να χύσομεν το αίμα μας Τζάνε, Κρ. πόλ. 1947· β) φρ. κρατώ στο χέρι μου = (μεταφ.) ελέγχω, εξαρτάται από εμένα: Εις τη βουλή του (ενν. τον ρηγός) βρίσκεται καλό μας και κακό μας| και μες στο χέρι του κρατεί ζωή και θάνατό μας Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 226· Όλα ας κρατεί εις τα χέρια της και ας έχει τα κλειδία| κι εσέν’ ας δίδει την τιμήν να ’χεις καλήν καρδία Δεφ., Λόγ. 302· γ1) σφίγγω: ποτέ μεν να αχαυνίζομεν το χαλινάριν εις τας επιθυμίας, ποτέ δε να το κρατούμεν Σοφιαν., Παιδαγ. 290· γ2) φρ. κρατώ (τα) σκήπτρα = εξουσιάζω: σκήπτρα κρατήσεις, κράτιστε, γης πάσης και θαλάσσης Προδρ. IV 144· (μεταφ.) υπερισχύω, νικώ: Εγώ στρατιώτες ταπεινούς τούς κάνω να γενούσι| μεγάλους κι εις τον πόλεμο τα σκήπτρα να κρατούσι Ζήν. Πρόλ. 84· δ) φέρω, έχω μαζί μου: κάπνισον αυτά με μαστίχην και ας τα κρατεί μετά της Ιατροσ. 21107· ε) φρ. κρατώ δυο μεριές = έχω δύο δυνατότητες, λύσεις: όταν υπάμεν ’ς πόλεμον και εις μάχην να σταθούμεν,| οι Τούρκοι δυο μεριές κρατούν: να διώξουν και να φύγουν Παρασπ., Βάρν. C 284. 9) «Πιάνω», επιχειρώ: ηυρέθη άφωνος πεσών εκ του φαρίου·| ευθύς δ’ εγώ επέζευσα, κρατώ να τον εγείρω Διγ. Z 3040. 10) α) Συγκρατώ, υποβαστάζω· στηρίζω, ενισχύω: ήλθεν και η μητέρα του μετά τις αδελφές·του (παραλ. 2 στ.)· όλοι τούς εκρατούσασιν, ου ημπορούν να στέκουν,| κλαίουν, φωνάζουν, δέρνονται Πόλ. Τρωάδ. 659· πυρ εις τα ξύλα των πουντελίων ανάψωσιν, όπως την ξυλίνην κατασκευήν την κρατούσαν το κάστρον καταφλέξωσιν και άφνω πεσούνται τα τείχη της πόλεως Καναν. 65 D· β) (μεταφ.) ενδυναμώνω, ισχυροποιώ: φόβῳ κατεκρατείσθε,| αλλ’ όμως έν μου βούλευμα πάντων ψυχάς εκράτει Βίος Αλ. 4502· έχε λιγάκι υπομονή και κράτει την καρδιά σου Ευγέν. 940· τούτους έχε πάντως φίλους| εις βουλήν και πράξιν πάσαν,| κράτει, τίμα και αγάπα Πτωχολ. α 387. 11) α) Έχω, διαθέτω (προκ. για γνώμη, βουλή, ψυχή, κ.λ.π.): άφησ’ τη γνώμη απού κρατείς, φρόνιμη α θέλεις να ’σαι Πανώρ. Γ΄ 158· έμαθες τείντα βουλήν κρατούσιν,| την πονηρίαν τήν έχουσιν οι δολεροί κριτάδες Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1093· δήμιου να εβάσταζε ψυχήν, θηρίου να εκράτει Λίβ. P 1583· αγαπημενα πάντα τως μια θέληση κρατούσα Ερωφ. Ε΄ 300· Μα τούτ’ αν ήσα Πνέματα και τω θεριώ κρατούσα| θωριά Ερωφ. Ιντ. β΄ 147· Η φρόνεσή τση, οι τάξε τση και τιμημένες διάξες| οπού κρατεί μπορούσινε τον Άδη να μερώσου Ροδολ. Δ΄ [251]· τσι λογισμούς απού κρατείς ν’ αφήσεις Ροδολ. Β΄ [483]· β1) έχω, διατηρώ μέσα μου, «τρέφω» (για κάπ.): όταν οι κατώτεροι ... χάσουν την υπόληψιν την πρωτύτερην οπού τους εκρατούσαν (ενν. τους μεγαλύτερους) Σουμμ., Ρεμπελ. 181· Τέτοια καμώματα μάχητα δεν κρατούσιν, ουδέ για μάχην τα ’χουσιν αυτείνοι οπού ποθούσιν Ριμ. κόρ. 642· β2) φρ. λογαριασμόν από κάπ. = δίνω σημασία σε κάπ.: ετούτος ο αφέντης εκράτησε όλον τον καιρόν της κυβερνήσεώς του πλέον λογαριασμόν από τους ποπολάρους παρά διά τους άρχοντας Σουμμ., Ρεμπελ. 174· γ) περιέχω: μετ’ αυτήν την ξεδρομήν νοούν και ’μολογούσι| μέσα τως το κορμί και ο νους την φύσιν τήν κρατούσι Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 26. 12) α) (Προκ. για παράνομη συμβίωση) συντηρώ (Για τη σημασ. βλ. Μιχαηλίδη, Δωδεκαν. Αρχ. 5, 1970, 87): όποιος την κρατεί κρυφά βιάζεται να του παίρνει| ρούχα και μπότες και φελλούς Σαχλ. N 259· Έάν γίνεται ότι είς άνθρωπος κρατεί μίαν γυναίκα, οπού ουδέν έχει παντός άνδραν, εις το σπίτιν του Ασσίζ. 37727· Περί γάμου ανευλογήτου, οπού κρατεί ο άνδρας γυναίκα εις το σπίτι του φανερώς και τεκνοποιεί εκ πορνείας Βακτ. αρχιερ. 140· β) χρησιμοποιώ κάπ. ως ...: ’ς τούτα της τα καμώματα θα σε κρατεί ρουφιάνο Κατζ. Β΄ 272. 13) α) Διατηρώ, διαφυλάττω: ποτέ μάχην να μη έχουσιν, αγάπην να κρατούσιν Χρον. Μορ. H 4339·· απ’ όλους έπαιρνε βουλήν και την δικήν σου κράτει Ιστ. Βλαχ. 1467· κρατείς μου κακοσύνη Ριμ. κόρ. 624· ένι κρατημένοι να στερεώσουν την κρίσιν τους και να την κρατήσουν Ασσίζ. 17613· οι άγιες εκκλησίες ... να ένι καλά διατηρημένα, και κρατημένες, στερεωμένα όλα τους τα προβελίτζια Ασσίζ. 2804· κανείς να μηδέν σηκώνει ταραχήν κατά τον άλλον, ... αμμέ να συνηθίζουν και να κρατούν καλήν αγάπην μέσο τους Ασσίζ. 45428· β) εξακολουθώ να διατηρώ κ.: Ο πατήρ εχήρευσεν και ηβουλήθη αυτεξουσιάσαι τον υιόν αυτού, εάν θέλει δύναται κρατήσαι την χρήσιν αυτού απέ τους καρπούς των προικιμαίων πραγμάτων Ελλην. νόμ. 5802· γ) εξακολουθώ κ., κάνω κ. να διαρκέσει: Τρεις μήνες την πανήγυριν του γάμου εκρατούσαν Διγ. O 2101. 14) α) Διατηρώ κάπ. ή κ. σε μια κατάσταση: με περίσσα ευγενικούς βοσκούς γυρίζ’ ομάδι| πασίχαρους κρατώντα τσι από ταχύ ώς βράδι Πανώρ. Πρόλ. 46· Λυπήθου με τον ξένον| και πιον μην με κρατείς σιδερωμένον Κυπρ. ερωτ. 9265· καλλιά ’χω να κρατώ τά πάσχω σωπασμένα Φαλιέρ., Ιστ.2 669· όλα τα ζώδια τ’ ορανού η χάρη σου (ενν. Θεέ μου) κρατεί τα| σε σύβαση παντοτινή Πανώρ. Δ΄ 289· εκείνος (ενν. ο ιατρός) ουκ εγίνωσκεν να το ανοίξει (ενν. την πληγήν), αμμέ εκράτειν το ούτως ωσοπού τα οστία τα τσακισμένα εγγίσασιν εις τον μυαλόν Ασσίζ. 1789· β) (τοπ.) διατηρώ κ. σε μία θέση: έφερέν το (ενν. το γεράκιν ή το φαρκόνιν) εκεί οπού ένι συνηθισμένον να πουλούν τα όρνια· και εκράτεν το εις το θέατρον τους λας τρεις ημέρας φανερά Ασσίζ. 2019. 15) α) Διατηρώ, συντηρώ, φυλάγω: να ποιήσω όσον θέλω| να ένι στερκτόν κι ασάλευτον ...| κι εις όσους χρόνους και καιρούς θέλω να το κρατήσω Χρον. Μορ. H 8737· εκείνη οπού μ’ εκήδευγε, θωρώντα με πώς ήμου,| με το ψυχρόν της φύσισμα εκράτιε την πνοή μου Φαλιέρ., Ιστ.2 284· Μόνον ετούτο με κρατεί: ολπίδα και το θάρρος Θησ. Πρόλ. [256]· εκείνον απού μου κρατεί και θρέφει τη ζωή μου Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 598· το δε ώδε και σημάδι μου σπουδάζεις να κρατήσεις| και ενέχυρον της αγάπης μου Λίβ. Sc. 668· β) διατηρώ (το ρυθμό): την μουσικήν εκράτησεν, τοιούτον τραγούδιν λέγει Αχιλλ. N 271. 16) α) Τηρώ κ., είμαι συνεπής σε κ.: ποίος να το ακούσει και να ειπεί ότι εις Θεόν πιστεύουν| άνθρωποι όπου ουδέν κρατούν αλήθειαν ούτε όρκον; Χρον. Μορ. H 1248· ουδέν πρέπει ν’ αξιάζει τίποτες εκείνη η διαθήκη με το κείμενον, ουδέ πρέπει να την κρατήσουν Ασσίζ. 39521· Εγώ κρατώ τό είπαμε και είτι βουλή εγίνη Χρον. Μορ. P 3914· β) (προκ. για το δίκαιο) τηρώ, εγγυώμαι, υπερασπίζομαι: να κρατεί (ενν. ο Πάρης) το δίκαιον κανείς μη αδικείται Βυζ. Ιλιάδ. 706· εκείνος ... να θελήσει να βαστάξει τζουίζαν, ήγου ορκωμοσίαν, ει δε ... ουκ ήλθεν ... να κρατήσει την τζουίζαν ..., το δίκαιον κρίνει ότι εντέχεται να ένι αποφγαλμένος απέ την φρουράν Ασσίζ. 47615. 17) α1) Συγκρατώ, χαλιναγωγώ (πβ. 7γ): Αν προς μικρόν εξέβημεν ...,| αύθις του λόγου την ορμήν κρατήσομεν Καλλίμ. 1565· Από σήμερον κράτησον (εκδ. ‑σουν) τον θυμόν σου Αχιλλ. L 1029· οπίσω τον εγιάγερνε κι εκράτιε τον η γνώση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 916· σφίξον καλά τα οδόντια σου και κράτει την φωνήν σου Προδρ. III 365· α2) φρ. κρατώ τα χέρια = είμαι οικονόμος: Οι πατέρες θέλουσι να κρατούσι (υποκ. τα παιδία) τα χέρια και οι κόλακες παραινούσι να εξοδιάζουν Σοφιαν., Παιδαγ. 289· β) περιορίζω, ελέγχω, συγκρατώ: όσοι σφίγξουσι και κρατήσουσι τον λόγον πολύν καιρόν, εάν ποτέ ήθελαν έχει χρείαν να ειπούσι λόγον ..., όμως ήθελαν φυλάξει τον όμοιον χαρακτήρα και οικονομίαν του λόγου Σοφιαν., Παιδαγ. 275· να κρατούν (ενν. οι νέοι) την γλώσσαν τους και να μην οργίζονται Σοφιαν., Παιδαγ. 283. 18) α) Εμποδίζω, αποτρέπω: Τις με κρατεί στη ράχη σας να σπάσω το ραβδί μου; Πανώρ. Δ΄ 98· Μη με κρατείς, απόλυσ’ με να σφάξω την καρδιά μου Πανώρ. Β΄ 541· ο Μεχεμέτ πασάς έκραξε του γιανιτσάραγα και ... εκρατήσανε τους γιανιτσάρους να μην διαγουμίζουν Χρον. σουλτ. 1221· τ’ άρμενα τους κρατούσαν,| εις τον λιμέναν όλοι των καιρόν εκαρτερούσαν Αχέλ. 161· β) επιβραδύνω, καθυστερώ (κάπ. ή κ. από την εκδήλωση μιας δραστηριότητας): τα θηλυκά πανδρεύετε, τ’ αρσενικά κρατείτε Βεντράμ., Γυν. 270· Τσι μίνες τότες κράτησε, για νά ’ρθουσίνε κι άλλοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 4577· γ) (πιθ.) κρατώ κ. μακριά (Πβ. πάντως Αλεξίου Στ. [Απόκοπ. σ. 233]): ωσάν τα ζάρια έβανεν τα έξι κι εκράτειν το ’να Απόκοπ.2 298· από δεκάξι το κρατεί στην όκαν πάντ’ αλλ’ άσσο (έκδ. πανδαλάσω· διόρθ. σιωπηρά Κουκ., ΒΒΠ Α΄1, 198, 222-3)| έχασα τα δηνέρια μου και πάλιν ας γελάσω Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 190· δ) ανακόπτω, αναχαιτίζω, σταματώ κάπ.: Πανάχραντέ μου, κράτει την, εμπόδιζε, Χριστέ μου,| μη παίξει κοντογύρισμα Προδρ. I 175· τα άλογα των Μακιδόνων ούδε ποτάμια τα κρατούν ούδε βουνά μεγάλα Διήγ. Αλ. G 28529· πήδησον, κατάδραμε τάχα να την κρατήσεις Προδρ. I 167· ε) αναγκάζω κάπ. να μείνει κάπου, καθυστερώ (κάπ.): Τους άρχοντας εκράτησεν και εγεύθησαν εντάμα Χρον. Τόκκων 275· ει δε συμβεί και κρατηθείς μετά τινος εις δείπνον Σπαν. B 258· σύντομα ας φθάσει, ας στραφεί, μην τον κρατήσεις ώραν Λόγ. παρηγ. O 700· ορίζομεν ότι υιός ή κόρη ... εκείνου οπού κρατηθεί εις πόλεμον έχει άδειαν να ορμαστεί ο άνθρωπος γυναίκα και η γυναίκα άνδρα δίχως να καρτερέσουν τον ορισμόν του πατρός αυτών Ελλην. νόμ. 5547. 19) Προφυλάγω, δίνω άσυλο σε κάπ.: Περί εκείνου οπού κρατεί εις τον οίκον του έναν σκλάβον ή μίαν σκλάβαν κλεψιμίαν Ασσίζ. 1728. 20) α) (Προκ. για εχθρό) συγκρατώ, αποκρούω: πέντε χιλιάδες μάς ηύρηκαν κι ου κατεχώρισάν μας| και πάλιν εκρατούμαν τους, κανείς ουκ εντραλίσθην Διγ. (Trapp) Esc. 1313· β) κρατώ κ. (μυστικό): πώς το κρατεί ο βασιλεύς και ουδέν το φανερώνει; Βυζ. Ιλιάδ. 37. 21) Συλλαμβάνω: εμέ δε πέμπει και κρατεί, σίδηρα με φοραίνει Λίβ. Sc. 1508· εδείμαινον μη νοηθούν και κρατηθούν ατίμως (ενν. η Χρυσάντζα και η Φαιδροκάζα) Βέλθ. 1080· κρατώ σε ένοχο ως κλέπτην! Ασσίζ. 44818· να λάβει την τιμωρίαν τοιούτην ως γιον εντέχεται να λάβει κλέπτης κρατημένος Ασσίζ. 42716. 22) α) Κρατώ κάπ. (ως όμηρο): ήρταν οι καβαλλάρηδες οπού εθέλα να εμπούν να τους κρατούν οι Γενουβήσοι διά να κατεβούν οι μαντατοφόροι Μαχ. 34212· αθθυμίζω σε πόσον κακόν θέλειν γινείν εις τους Γενουβήσους ... εκείνους όπου κρατούν αμάχιν διά λλόγου μου Μαχ. 48017· β) κρατώ κ. ως εγγύηση ή ενέχυρο: κρατούν και την Αμόχουστον, ώσπου να πλερώσομεν Μαχ. 52035· Ώδε λέγει διά τον πουλητήν και τον αγοραστήν οπού να περιλάβει ένα μέρος απού τον αγοραστήν να κρατεί εις αρραβώναν Ασσίζ. 3731· το υπέρπυρον, τό εκράτεις αρραβώνα Πουλολ. (Τσαβαρή) 150. 23) α) Κατακρατώ, αρνούμαι σε κάπ. (κ. που χρειάζεται): το κρασοβόλιν μου κρατούν το νεροκοπημένον Προδρ. III 120· όπου κρατεί του δούλου του την ρόγαν, τον μιστόν του| απιλογίαν τού δίδει ευθέως να υπάγει όπου θέλει Χρον. Μορ. H 5140· Το φυσικόν της αρχοντιάς δεν έναι να κρατήξει| την χρειάν τ’ ανθρώπου περιπλιός όντε τη θε ζητήξει Φαλιέρ., Ιστ.2 159· β) σφετερίζομαι, ιδιοποιούμαι· δημεύω: Περί εκείνου οπού αγκαλεί εις την αυλήν κανέναν κορμίν οπού του κρατεί μίαν κληρονομίαν Ασσίζ. 1821· περιορίσας γουν ο βασιλεύς πάντας εκράτησε και τας αυτών περιουσίας απάσας Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 232. 24) α) Δεσμεύω, περιορίζω, φυλακίζω: Τα πόδια σου ποιες άλυσες δένουσι και κρατούσι; Ζήν. Δ΄ 55· Εδώ κρατώ τούς άπιστους στην φυλακήν απέσω Χρον. Μορ. H 685· σε σκοτεινή φλακή τση φαίνεται εκρατείτο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 571· εις την φυλακήν με απέστειλεν και χρόνον εκρατόμην Λίβ. Esc. 3526· εκεί ευρίσκουνται πιασμένοι| ο υιός και η γυναίκα μου ’κ τους εχθρούς κρατημένοι Παλαμήδ., Βοηβ. 1242· β) «αγκαλιάζω»: εξήπλωσαν οι κλάδοι σου εις όλα μου τα μέλη| και αι ρίζαι σου εκράτησαν πάσαν μου αρμονία Αχιλλ. N 1544. 25) (Μεταφ.) πιέζω, βασανίζω: σκοτώνουντα Αγαρηνοί και Φράγκοι,| άντρες, γυναίκες και παιδιά κι εκράτιε τσι κι ανάγκη Τζάνε, Κρ. πόλ. 16916· Αν αρρωστήσει ο ηγούμενος ή πόνος τον κρατήσει,| ορίζει: «φέρετε ιατρούς τον δείνα και τον δείνα» Προδρ. III 401. 26) (Προκ. για αμαρτίες) δεσμεύω, αφήνω ασυγχώρητο: άν τινων γαρ αφήσετε αυτών τας αμαρτίας,| να είναι αφημένες προς αυτούς δίχως αντιλογίαν·| εί τινος δε κρατήσετε, να είναι κρατημένες Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 636. 27) α) Δέχομαι κ. (από κάπ.): Ουδέ εάν παραδώσει τις προς εμέ χώραν ή κάστρον, άπερ υπό τῃ σῃ βασιλείᾳ ήσαν ποτέ, κρατήσω εγώ ταύτα ως διαφέροντά μοι Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 432· β) κληρονομώ: δώδεκα σκήπτρ’ εκράτησεν, τά είχεν ο πατήρ του Σπαν. A 417· αφέντεψεν ο πάππους του οκτώ εννέα χρόνους,| κατόπι ο πατέρας του εκράτησε τους θρόνους Ιστ. Βλαχ. 452· τ’ Ορφέο το πλήκτρο εκράτουνα και τη δικήν του λύρα Ζήν. Β΄ 34· Περί χηρών ανδρών ..., ότι κρατούν τα πράγματα των γυναικών αυτών των απεθαμένων Βακτ. αρχιερ. 187. 28) α) Δέχομαι, παραδέχομαι, συνηθίζω: Εάν γένηται από κανέναν κακόν ριζικόν, κατά τό ένι κεκρατημένον, ότι καμμία γυναίκα ένι αμαρτωλή διά να της διδούν Ασσίζ. 16218‑9· β) (Με αιτ.) έχω αποκτήσει (από παλιά) και διατηρώ μια νοοτροπία, επιμένω σε κ.: πόθε το κρατεί να μηδέ θε να πάρει| το Γύπαρη ογι’ άντρα τση, πλούσο και παλληκάρι; Πανώρ. Ε΄ 229· Έλληνες είχαν το όνομα ...,| πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακομή το κρατούσιν Χρον. Μορ. H 796· έναν περηφανιάρη| ένα που τόσο το κρατεί περίσσια Πιστ. βοσκ. I 3, 48. 29) α1) Θεωρώ, νομίζω: εκεί χορεύγομε μαζί γή πούρι τραγουδούμε| κι ίδια τα δάση αλλήλω μας παράδεισο κρατούμε Πανώρ. Πρόλ. 52· Τον χάρον δεν κρατώ δύσκολον πράμαν Κυπρ. ερωτ. 10113· δεν το κρατώ για θάμα Στάθ. (Martini) Β΄ 329· σ’ εκράτου γνωστικό, άνθρωπο παιδεμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 169· Μεν πιστεύσεις πάσα λόγον τό να γροικήσεις, μηδέν σε κρατήσουν μωρόν Μαχ. 39027· τον πελλόν κρατούν τον φρένιμον Άνθ. χαρ. 29831· εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος ποντίσει παρθενίαν κορασίου και ουδέν εμπορούν να τον κρατήσουν ένοχον με τοιούτους μάρτυρες Ασσίζ. 34825· εις την αντρειά και δύναμιν την νίκη να κρατούμε| πως έχομε να κάμομε Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 199· α2) φρ. κρατώ κ. εις τιμήν ή κρατώ τιμήν σε κ. = αναγνωρίζω την αξία, εκτιμώ, σέβομαι: των παλαιών οι ποίησες (παραλ. 1 στ.) πάντ’ από τους ενάρετους ήσασιν (έκδ. ήτασιν) κρατημένες| εις μεγαλότατην τιμήν και πλήσια παινεμένες Σουμμ., Παστ. φίδ. Προσφών. [3]· δε νοούν το κρίμα οι οργισμένοι| να μην κρατούν τιμήν στην εκκλησία Λεηλ. Παροικ. 483· β) παραδέχομαι, υποθέτω: Βάσανα να ’χει ωσάν κι εμέ στον κόσμο δεν εκράτου άλλος κιανείς Πανώρ. Α΄ 41· γ) (προκ. για θρησκευτική πίστη) εμμένω σε κ.: άφησ’ την πίστη οπού κρατείς και πιάσ’ την εδική μας Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 60· η ιερά Ρωμαίων εκκλησία ... ούτε κηρύσσει, ούτε δογματίζει τίποτις σήμερον οπού να μην τα εκράτιε και πριν του σχίσματος Ροδινός (Βαλ.) 148. 30) Έχω στο νου, γνωρίζω, συνειδητοποιώ: τούτο κράτιε θαρρετά: εγώ στο μερτικό μου| θέλω να σ’ έχω Φαλιέρ., Ιστ.2 151· μα ο Μιχαήλ πως είν’ θνητός διατί ήξευρε και εκράτιε,| στον ιατρόν του πνεύματος χαρούμενα επερπάτιε Λίμπον. 345. 31) α) Ακολουθώ ορισμένη κατεύθυνση, προχωρώ: κόσμον περιεπάτουν (παραλ. 1 στ.) και ... εκράτησα και εγώ το μονοπάτι| τό εκράτει εκείνος στρατιώτης Λίβ. (Lamb.) N 48· η γης για σένα δε γυρίζει| και μιαν οδό Ορανός κρατεί δική ντου Ερωφ. Α΄ 608· στράταν κρατούμεν της χαράς και ου πρέπει να στενάζεις Λίβ. Sc. 2978· την μέσαν της οδού εκράτησα θλιμμένος Λίβ. Esc. 2572· Ο δε Απολλώνιος κρατεί τας όχθας της θαλάσσης Απολλών. 347· είδεν το φως κι εκράτει (ενν. ο ασκητής)| την κατοικιάν σου ολόγυρα κι είχε να σ’ εξορκίσει,| αν είσαι πνεύμα ή άνθρωπος Σκλέντζα, Ποιήμ. 1198· β) (μεταφ.) ακολουθώ, συμφωνώ· ανήκω (σε κάπ.): αυτών (έκδ. αυτόν· διορθώσ.) εδόθη οπού κρατούν του Πόθου την ομάδα Φαλιέρ., Ιστ.2 109· φρ. κρατώ μερίδι κάπ. = είμαι με το μέρος κάπ.: Διού υπάγει μου κριτής να ’μαι εδώ που στέκω,| ουχί μερίδι να κρατώ τινός απέ τους δύο Θησ. Ζ΄ [136]. 32) α) Συγκροτώ, οργανώνω: εκράτει παρλαμά διά υπόθεσες όπου είχεν Χρον. Μορ. H 7395· εζήτα σε γαρ δίκαιον·| κι εσύ ποτέ ουκ ηθέλησες κούρτην να της κρατήσεις| μόνι αυτεξούσιος έλεγες ότι δίκαιον ουκ είχεν Χρον. Μορ. H 7450· παζάριν εκρατήσασιν ένα ημερονύχθι Σαχλ., Αφήγ. 816. β1) συνάπτω (μάχη ή πόλεμο): να ένι μετ’ αύτον ενομού και να κρατούν την μάχην Χρον. Μορ. H 2566· αν θέλει να κρατεί μάχην με τους Ρωμαίους,| ... θέλει απορήσει ο τόπος Χρον. Μορ. H 8668· εκράτησαν πόλεμον ημέρας τρεις και απήλθαν κατησχυμμένοι Πανάρ. 6817· (Βλ. και Λαμψ., ΑΠ 21, 1956, 326-30)· β2) συμμετέχω σε κ.: να μεράσεις το έπαρμα ανάμεσα οπού κρατούσαν το πόλεμο οπού εβγήκαν εις τη στρατιά και ανάμεσα όλη τη συναγωγή Πεντ. Αρ. XXXI 27· γ) φρ. κρατώ (ή κρατούμαι) δίκην = εμπλέκομαι σε δικαστικό αγώνα, αντιδικώ, ασκώ ένδικα μέσα: μένει σιγός ο κριτής μέχρι και ημέρας δέκα ... και πληρουμένων των δέκα ημερών έρχουνται και κρατούν την δίκην, ήγουν γίνεται ή η άρνησις ή η ομολογία και ομνύουν εις τα άγια του Θεού Ευαγγέλια Ελλην. νόμ. 54715· εκείνος τόν εκατεκρίνασιν εις την απόφασιν κρατεί την δίκην λέγων ούτως διά του αβουκάτου «Αρνούμαι ... και λέγω τα αιτούμενα ουκ οφείλουσιν πληρωθήναι ...» Ελλην. νόμ. 5203· παύει ο κριτής μέχρι και ημέρας ι΄ και μετά τούτο κρατείται την δίκην ο άνθρωπος λέγων: «Αρνούμαι τα λεγόμενα ως λέγουνται ...» Ελλην. νόμ. 57510. Β´ Αμτβ. 1) α1) Κυριαρχώ, ασκώ εξουσία, έχω δικαιοδοσία: εις εγκλήτους και εις ετέρους ο λατίνος αρχιεπίσκοπος κρατείν ώσπερ και τοις ετέροις λατίνοις Διάτ. Κυπρ. 51229· α2) (με την πρόθ. από· πβ. και σημασ. Ι΄ Α΄ 1α) αντλώ εξουσία (από κάπ.): Αυτός ο ρήγας της Φραγκίας, όπου κρατείς απ’ αύτον,| πολλά αγαπά και βιάζεται γοργόν να καταλάβεις Χρον. Μορ. H 1804· β) κυριαρχώ οικονομικά, κατέχω ιδιοκτησίες: οι Συριάνοι εκρατούσαν εις την πλουσίαν χώραν την Αμόχουστον Μαχ. 14019. 2) α) Επικρατώ, επιβάλλομαι: ούτως η θαυμαστή γνώσις του βασιλέως εκατέρωθεν εκράτει Ιστ. πολιτ. 1215· β) (προκ. για καιρική κατάσταση) επικρατώ, εμφανίζομαι: αν τύχει, ως υπαγαίνομεν, αν ου κρατήσει ευδία,| αν ουκ αλλάξουν οι ταροί Προδρ. II H 96f. 3) α) Διατηρούμαι, υφίσταμαι· παραμένω: ήθελες το ’χει θάμασμα το πώς κρατεί η ζωή μου Πανώρ. Α΄ 70· Εις δε τα παθητικά (ενν. ρήματα) εκράτησε μέχρι της σήμερον η μετοχή του παρακειμένου Σοφιαν., Γραμμ. 244· να πολομούν καλήν βλέπησιν μέραν και νύκταν, ώσπου ο λύκος κρατεί εις την Κύπρον, μηδέν εύρει τούς λας κοιμισμένους Μαχ. 50817· β) (προκ. για φυτό) διατηρούμαι, καρποφορώ: Να ποίσεις να κρατήσει η ροδακινέα χρόνους πολλούς Ιατροσ. κώδ. χιβ΄. 4) Διαρκώ· παρατείνομαι, εξακολουθώ: Έλα κι εσύ, Φροσύνη,| τσι γάμους τούτους να χαρείς, γιατί ...| πέντ’ έξι μήνες θα κρατού Πανώρ. Ε΄ 375· είν’ πέντε χρόνοι σήμερο που η όργητά σου εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1341· έναν χρόνον σωστόν εκράτιεν η χαρά εκείνη Αχιλλ. L 6· γιατί ’τον το θανατικό, οπού ’κοφτε κι εκράτει Τζάνε, Κρ. πόλ. 21118. 5) α) Αντιστέκομαι, αντέχω: εις ποίον βυθόν με εσέβασαν οι λόγοι σου του πόθου;| πόσον καιρόν εκράτουνα και ουδέν σε εγροίκουν Λίβ. Esc. 1670· β) εμμένω στην άρνησή μου: Μην ο Φαέθων άλλη μια σ’ το ζήτησε ν’ ανέβει;| κράτει, διά να μην ιδείς τον κόσμο να σαλεύει Χίκα, Επίγρ. 10· γ) μένω σταθερός: Ουρανός κρατεί και ο κόσμος πάλιν στέκει Απόκοπ.2 131. 6) α) (Με τοπ. προσδιορισμό) βρίσκομαι: μ’ από τση νύκτας το σκοπό μακρά πολλά εκρατούσα (ενν. οι καλεσμένοι) Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 498· Ετούτος λείπει από καιρό κι εις άλλα μέρη εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1331· Άρχος δεν έμεινε ποθές σ’ αρχοντικόν παλάτι,| αμ’ όξω στα παράτραφα και τες κοπρές εκράτει Σκλάβ. 68· β) παραμένω· εμμένω: ώσπερ η πέρδιξ κρατεί εν τῃ ιδίᾳ φωλείᾳ, ούτως κράτει και συ εν τῃ πίστει σου Φυσιολ. B 1123· γ) φρ. κρατώ με βλέπησιν = παραφυλάγω, ενεδρεύω (Πβ. και σημασ. Ι΄ Α΄ 7δ): τις ξεύρει πώς τ’ ακούσαν| οι Τούρκοι ... κι επήγαν κι εκρατούσαν| με βλέπησιν εδώ κι εκεί να έβγουν να τους σώσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1592· δ) (με τις προθ. μετά και με) παίρνω το μέρος κάπ.: Αθούσα: Κατέχω το γιατί κρατούν όλες τως μετά σένα| Φαλιέρος: Το δίκιο δεν παραπονά καλόγνωμον κανένα Φαλιέρ., Ιστ.2 559· όλοι του παλατιού οι άνθρωποι εκρατούσαν με δαύτους και εις ενάντιον των αρχόντων Σουμμ., Ρεμπελ. 185. 7) Κινούμαι, προχωρώ: όρισε Αλέξανδρος ομπρός για να κρατούσι Αλεξ. 673· Έπαρε ... την στράταν ...| και κράτει πάντα σου δεξιά, η οδός σε θέλει εβγάλει| όπου ανατέλλει ο ήλιος Χούμνου, Κοσμογ. 304. 8) Προέρχομαι, κατάγομαι: απ’ τη μερά του Κρητικού γνωρίζω πως κρατείτε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 959· από την πατρίδα μας κατ’ ευγενειάν κρατούμεν Απόκοπ.2 289. 9) α) Σταματώ, παύω: άλλο παρέκει ου δύναμαι, κρατώ και ουχ υπομένω Γλυκά, Στ. 284· τα δάκρυα της ουδέν κρατούν, τρέχουσιν ως ποτάμι Πόλ. Τρωάδ. 170· β) στέκομαι, προσηλώνομαι: Τούτά ’ν’ τα ’μμάτια τα γλυκιά στα ποια κρατεί το βλέμμα| που πήρεν αντάμ με ’δασιν τέλεια ’πού μεν το πνεύμα; Κυπρ. ερωτ. 1143. 10) Λογαριάζω, τρέφω ελπίδες, περιμένω: Οι λωλοί εις τ’ όνειρό τους| βλέπουσι το ριζικό τους·| φαίνεταί τους ’τι πλουτίζουν| θαρρετά κρατούν, ολπίζουν Αλεξ. μετά στ. 124, κριτ. υπ.· στον Άδην να κατέβομεν ως θαρρετά εκρατούμαν Απόκοπ.2 352. 11) Φρ. κρατώ απάνω μου = βλ. επάνω III Β΄ 1β. 12) Έχω τη δύναμη ή την ιδιότητα να ...: αυτείν’ οπ’ αγαπά δεξά κρατεί ν’ αναβολεύγει Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 27· Τα φυσικά των γυναικών κρατούσι| να δείχνουσι ότι στανικώς συμπέφτουν στό ποθούσι Φαλιέρ., Ιστ.2 541. II. Μέσ. 1) Έχω δύναμη· αντέχω σε κ. (σωματικά): Τώρα να δοκιμάσομε ποίος δυνατά βαστιέται,| ποίος είναι δυνατότερος και πλιότερα κρατιέται·| ή εμένα οι βραχιόνες μου ή εσένα ο λαιμός σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1264]. 2) Ισχύω· έχω νομικό κύρος ή εφαρμογή: ποία δόσις αξιάζει και ποία δόσις ουδέν αξιάζει ουδέν εντέχεται να κρατηθεί Ασσίζ. 14229. 3) Συντηρούμαι, διατηρούμαι: γή εσύ τα κάνεις όλα γή από σένα| θρέφουνται και κρατιούνται και πληθαίνου Ερωφ. Δ΄ 733· σε σένα η καρδιά μου| πάντα της ζωντανή θέλει κρατιέται Πιστ. βοσκ. IV 8, 269. 4) Στηρίζομαι: (μεταφ. με την πρόθ. εις και το επίρρ. επάνω) παίρνω ως ενέχυρο, εξασφαλίζω εγγύηση: εάν τύχει ότι οι εγγυτάδες επεράσασιν εξ αυτού του ρηγάτου, ούτως εντέχεται ο δανειστής ωσαύτως να κρατηθεί εις τα πράγματα τους εγγυητάδες Ασσίζ. 6518· εάν ουδέν ημπορήσει να ξιπλερωθεί απέ τα ευρισκόμενα πράγματα του οίκου, το δίκαιον ορίζει ότι ο νοικοκύρης ημπορεί να κρατηθεί επάνω εκείνου ή εκείνης οπού ενοικίασεν τον οίκον του Ασσίζ. 7510· Περί εκείνου οπού παίρνει έτερον πράγμα εις έφυτον και ουδέν θέλει να πλερώσει το έφυτον και πού μέλλει να κρατηθεί ο αφέντης του πραμάτου Ασσίζ. 2569. 5) Πιάνομαι, σκαλώνω: παίζει (ενν. ο δρωψ) τοις κέρασιν μετά της ερίκης και περιπλακέν κρατείται Φυσιολ. (Offerm.) M 1239. 6) α) Συγκρατιέμαι, κρατιέμαι μακριά από κ.: ’κεί που ’λεγε να κρατηχτεί ...| Έρωτας τσ’ ήφτε τη φωτιά Ερωτόκρ. Α΄ 2157· μαγάρι και αρετή ’ναι| να ξεύρει να κρατιέται| απού (έκδ. οπού· διορθώσ.) το πράγμα εκείνο οπού τ’ αρέσει Πιστ. βοσκ. III 3, 371· β) απέχω: ο ιερεύς οπού τους ευλόγησεν και εγίνωσκεν ότι εσυγγενιάζαν εντέχεται να ένι κρατημένος εις όλας τας ημέρας της ζωής του απού εφφίκιν Ασσίζ. 11419. 7) α) Αναγκάζομαι να μείνω κάπου, καθυστερώ (κάπου): αν πολλάκις κρατηθώ προς δεύτερον ημέραν Καλλίμ. 884· β) βρίσκομαι (κάπου): Στους ουρανούς ευρίσκομαι, ή ’δώ στην γην κρατιούμαι; Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [128]· εζήτησέν του β΄ κάτεργα, τά ήτον το νησσίν της Κύπρου κρατημένα Μαχ. 10022· γ) μένω κρυμμένος: τον δε απ’ εκείνον έβλεπες ότι βαστά λιθάριν| και δέρνει τάχα τον βυθόν μη κρατηθεί το ψάριν Λίβ. Sc. 1347. 8) Διακόπτομαι, σταματώ: Όταν της γυναικός τα συνήθη κρατώνται, ... τι δε να ποιήσουν να κινήσουν πάλιν; Σταφ., Ιατροσ. 5137· Όταν κρατηθεί το ούρος του ανθρώπου Ιατροσ. κώδ. ροδ΄· βαρύνονται τα ομμάτια μου, κρατείται και η φωνή μου Αχιλλ. N 1704· η εμιλιά εκρατήχτηκε κι η όψη απονεκρώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1486. 9) «Πιάνομαι», παραλύω: Τα χέρια μου εκρατήθησαν και όλα μου τα μέλη Αχιλλ. L 1326· νευροχαλαστικόν εις κρατουμένα νεύρα Ιατροσ. κώδ. υλγ΄· εις άνθρωπον να κρατηθούν των ποδαριών τα νεύρα Ιατροσ. κώδ. ψλη΄. 10) Είμαι· γίνομαι, καθίσταμαι: όντα νά ’ρτεις θέλομεν συντύχειν αντάμα και θέλεις κρατηθείν ευχαριστημένος Μαχ. 65437· ποταποί εντέχεται να ένι οι κριτάδες ... και πώς να κρατιέται ο βισκούντης Ασσίζ. 2509· εάν εκείνος ή εκείνη έχουν τέκνα εις τον καιρόν οπού ήσαν ελεύθεροι ή κρατιέται εγγαστρωμένη, ότι αυτά τα παιδία ουδέν εντέχεται να ένι δούλοι Ασσίζ. 14717· αν εκείνος οπού τον έχει αμάχιν ουδέν κρατηθεί πλερωμένος απέ τα δέλοιπα πράγματα ..., εάν εκείνος ουδέν τον πλερώσει, ου μη εξέλθει παντός Ασσίζ. 40121. 11) Προέρχομαι, κατάγομαι: από ποίαν φυλήν είναι| και από τι γενεάν κρατιούνται Πτωχολ. A 15. 12) α) Θεωρούμαι, (αυτο)χαρακτηρίζομαι: ποία μοιχεία γεναμένη εις τα πρόσωπα δεν κρατείται διά μοιχεία Βακτ. αρχιερ. 170· απού το λαλείτε πως επήραμεν πολλά πράματα από τους λας και να κρατηθούμεν πλερωμένοι, τούτα όσα λαλείτε επήραν τα οι λας των αρμάτων και όχι εμείς Μαχ. 4764‑5· εσύ για τούτο κύρης (παραλ. 1 στ.) κρατιέσαι κακομοίρης; Πιστ. βοσκ. V 6, 134· καταπώς ατοί τους εκρατόντανε, έτσι ελόγιαζαν ναν τους έχουν και οι άλλοι άνθρωποι Σουμμ., Ρεμπελ. 184· β) έχω την ιδέα, φαντάζομαι: Εις το σονάρε παρ’ αυτήν κάλλιος κρατιέσαι να ’σαι; Ριμ. Απολλων. 20. 13) α) Έχω την ανάγκη, χρειάζομαι κάπ.: πονεί σου κρατημένος να ’σαι| μιας απού προσκυνά σε Πιστ. βοσκ. II 2, 113· β) εξαρτώμαι, υποτάσσομαι: κρατημένη βρίσκομαι εις τα καμώματά του,| γιατί, ως κι αν είμαι κοπελιά, γνωρίζω τα κρουφά του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 895· Πως είμαι κρατημένος σου καλότατα γνωρίζεις| κι εις πράγμα μεγαλύτερο κάτεχε να μ’ ορίζεις Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 203. 14) α) Αναγκάζομαι, υποχρεώνομαι: ανισώς ότι κάτεργα αρματωμένα γενουβήσικα να έλθουν εις την Κύπρον και να μηδέν έχουν πραματείες, να μηδέν είναι κρατούμενοι να εμπούν εις την Αμόχουστον Μαχ. 13637· Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος πολεμά στοίχημαν με έτερον άνθρωπον ότι να σκοτώσει τον εχθρόν του ... ουδέν ένι κρατημένος να ποίσει εκείνον το στοίχημαν, αν ουδέν θελήσει Ασσίζ. 8520· μέσα εις τείντα καιρόν ένι κρατημένος τού δούναι απόκρισιν Ασσίζ. 9512· β) αναλαμβάνω υποχρέωση, δεσμεύομαι· συμφωνώ: Ώδε λέγει ... το τι ένι κρατημένος εις τους ανθρώπους του και τείντα ένι κρατημένοι οι άνθρωποί του εις τον ρήγαν και εις τον όρκον του ρηγός Ασσίζ. 519· Ας ανακράξομεν το αγκάλεμάν μας έμπροσθεν του πάπα και τό να φανεί της αυλής της Ρώμης να κρατηθούμεν Μαχ. 35614· ήτον χρισμένος (ενν. ο ρήγας) και είστε κρατούμενοι του όρκου του Μαχ. 47437· έτσι ηξεύρει πολεμά ο πόθος κι η γι αγάπη| εις όποιον πλιο για δούλευση του έναι κρατημένος Θησ. Γ΄ [356]· ο Αμόν επήγεν και εκρατήθηκεν να του κόψουν την κεφαλήν του ανισώς και εκείνος (ενν. ο Φίσιας) δεν στραφεί Άνθ. χαρ. 29637· γ) έχω (ηθική) υποχρέωση, χρέος, οφείλω: Δεν είναι κρατούμενοι να διαφεντεύσουν τους πτωχούς απέ τους κλέπτες και αδύνατους απέ τα χέρια τους δυνατούς; Μαχ. 5305· είναι αγάπη σπλαχνική και από Θεού δοσμένη| απού οι κυρούδες στα παιδιά να ’χου είνιαι κρατημένοι Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 286· μπιστεμένα, καταπώς είμεστα κρατημένοι,| θέλομε δει το πράμ’ αυτό Ερωφ. Α΄ 557· θυσία δεν θυσιάσετε, σαν είστε κρατημένοι,| γιατί την νίκη από ’μέ έχετε γνωρισμένη Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 25· είμεστανε κρατημένοι να υποτασσόμεσθεν Μορεζίν., Λόγ. 469· δ) χρεωστώ ευγνωμοσύνη, ανταπόδοση: ώστε να ζείτε είναι πρεπό να τσ’ είστε κρατημένοι| και κάθα χρόνον από σας να ’ναι θυσιασμένη (ενν. η θεά) Πανώρ. Δ΄ 399· τον φίλον μου τον κάλλιστον ...| βεργέτησέ μου ...| και θέλω είσται πάντοτε σε σένα κρατημένος Θησ. Γ΄ [527]· ας τον κανισκέψω| ... να μ’ είναι κρατημένος Σαχλ., Αφήγ. 531. 15) Ενοχοποιούμαι, είμαι ένοχος: διά τα πράγματα τα ριζικάρικα ουδέν ένι τίποτες κρατημένος (ενν. ο δανειστής) εις την αυτήν αμαρτίαν, εάν ου μη γίνεται φανερή Ασσίζ. 464. Η μτχ. ενεργ. ενεστ. ως ουσ. = κυβερνήτης, άρχοντας: Καλλίμ. 2400. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Ιδιόκτητος (Βλ. Bakker-v. Gemert [Φαλιέρ., Ρίμ. σ. 160]): για το τι να κλαίγομε ...| στα τόσα τά μας έδωκεν ...| και τά μας ευεργέτησεν ογιά φιλανθρωπιά του| ως κρατημένα πράματα Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 275. 2) Διαλεγμένος, ξεχωριστός: επήρεν ο Μωσέ από το μισό των παιδιών του Ισραέλ το κρατημένο ένα από τα πενήντα από των αθρώπων και από το χτήνο Πεντ. Αρ. XXXI 47.
λαμβάνω,- Κομν., Διδασκ. Δ 334, Σπαν. P 65, Γλυκά, Στ. 299, Προδρ. II Η 19i, III 296 κριτ. υπ., 400ii, Καλλίμ. 1931, Ελλην. νόμ. 57317, Ασσίζ. 95, 15730, 18714, 24222, 25422, 2612, 28911, 32710, 34528, 36828, 43615, Διγ. Z 719, 3047, 3528, 4202, Διγ. (Trapp) Gr. 2596, 3038, 3125, Βέλθ. 840, Πόλ. Τρωάδ. 178, Πρέσβ. ιππ. 119, Ερμον. Β 303, Η 333, X 239, Chron. br. (Loen.) 150, Βίος Αλ. 2311, 3472, Απολλών. (Wagn.) 668, Αχιλλ. O 720, 735, Φυσιολ. (Zur.) XLV 12, XLVΙΙI7, Φυσιολ. (Kaim.) 24α22, Θρ. Κων/π. Βαρβ. 16, Δούκ. 15319, Σφρ., Χρον. μ. 12221, 22, Θρ. Θεοτ. 53, Ιστ. πατρ. 19217, Παϊσ., Ιστ. Σινά 28, 557, Διγ. O 389, Τζάνε, Κρ. πόλ. 55913 κ.π.α.· λαβαίνω, Μανολ., Επιστ. 173, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, 173-4, Ερωτόκρ. Α΄ 430, Ευρετ. Ερωτοκρ. 769214, Ευγέν. 698, Ζήν. Β΄ 345, Μαρκάδ. 649, κ.α.· γ΄ πληθ. υποτ. αορ. λαβού· λαβάνω, Ασσίζ. 2803, 2972, 44110, Π. Ν. Διαθ. (Λαμπάκης) φ. 253v, στ. 4· μτχ. παρκ. λαβαιμένες Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 81.
Το αρχ. λαμβάνω. Ο τ. λαβαίνω [<αόρ. του λαμβάνω) στο Somav. και σήμ. Για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 293-5. Ο τ. λαβάνω, καθώς και τ. λαβαίννω και λαβάννω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 626-7). Για το γ΄ πληθ. υποτ. αορ. λαβού βλ. Κριαράς, ΕΜΑ 1, 1939, 33-4 και Αλεξ. Στ. [Ερωτόκρ. σ. 427-8]. Για πιθ. εξήγηση του σχηματ. της μτχ. βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 490. Λ. λαμβαίνα σε έγγρ. του 17. αι. (Βλ. Πεντόγαλο, Παρνασσ. 16, 1974, 42).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Παίρνω, παίρνω στα χέρια μου, πιάνω, βαστώ· κουβαλώ: Αχιλλ. N 661, Βέλθ. 1190· σταυρόν και ευαγγέλιον λαβόντες … οι ιερείς … τούτοις προσήλθον Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 26· (προκ. για το Χριστό): ηυδόκησεν ο υιός τον Υψίστου θελήματι εδικόν του … να λάβει αάρκα ανθρωπίνην Διγ. Άνδρ. 33711. 2) α) Αρπάζω, πιάνω, παίρνω με βία: Βίος Αλ. 4388, Διγ. Z 718· ουδέ πλούσιος ποτέ λαμβάνει δίκαιον άλλου Ελλην. νόμ. 5153· β) (προκ. για κυνήγι) πιάνω, συλλαμβάνω: η πέρδιξ με την τέχνην της τον κυνηγόν κομπώνει,| εκείνος φενακίζεται, θαρρεί αυτήν να λάβει Φυσιολ. (Legr.) 696. 3) Παίρνω κάπ. μαζί μου, οδηγώ, συνοδεύω, φέρω, (Για τη σημασ. βλ. Tabachovitz, Études sur le grec 57-8): λαβών τον γυναικάδελφόν του (παραλ. 1 στ.) … εξήλθε κυνηγήσαι Διγ. Z 1381· έλαβε (ενν. ο πατριάρχης) μερικούς κληρικούς … και υπήγε την Βλαχίαν Ιστ. πατρ. 15010· την κυράν σου έλαβεν (ενν. ο πατέρας σου) μέσα εις το καράβιν Απολλών. 445· έλαβαν αυτόν ψάλλοντα … και εις τον … θρόνον τον πατριαρχικόν ανέβασαν Κώδ. Χρονογρ. 574· (προκ. για το Χάρο): να γλυκοφιλούμεθα πριν …| … λάβει μας ο θάνατος και φάγει μας το χώμα Ερωτοπ. 259· Ογάι εις εκείνον πὄμεινε …| μ’ ελπίδα για να βοηθηθεί αφού τον λάβει ο Χάρος Πένθ. θαν.2 34. 4) α) Παίρνω, δέχομαι κ., παραλαμβάνω κ.: Βίος Αλ. 3844, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Ασσίζ. 27922-3· (με αντικ. αφηρημένο ουσ.): λαμβάνει χάριν εκ θεού Κομν., Διδασκ. Δ 164· παρακαλώ να λάβω την σοφίαν Συναξ. γυν. 2· έλαβα … την ευχήν του (ενν. του πατέρα) Διγ. Άνδρ. 40723· ελευθερούται … η ψυχή από τας χείρας του διαβόλου και λαμβάνει ζωήν την αιώνιον Ιστ. πατρ. 12315· β) (με υποκ. τη λ. γη) σκεπάζω: Ο άδης νυν καταπονεί, τούτον (ενν. το Διγενή) η γη λαμβάνει Διγ. Z 4663. 5) Κυριεύω, καταλαμβάνω, κατακτώ, υποτάσσω: Συνάψαντες … πόλεμον … έλαβε … το φοβερόν και ονομαστόν Κάιρος Έκθ. χρον. 6617· εσέβησαν, εσκότωσαν, ελάβασιν το κάστρον Ριμ. Βελ. 375· έλαβεν (ενν. ο Διγενής) όλας τας άκρας και έγινεν εις όλον τον κόσμον περίφημος Διγ. Άνδρ. 3981· (προκ. για πάθος ή συναίσθημα): Διγ. Z 3662, Διγ. (Trapp) Gr. 3627, Παϊσ., Ιστ. Σινά 397, Αχιλλ. L 171· (προκ. για ασθένεια· εδώ προκ. για μορφή υπερπλασίας): Πριν ή ουν αυξήσει (ενν. το είδος … όμοιον νεύρῳ λευκῴ) και λάβει πάντα τον λαιμόν του κυνός, απόκοψον Κυνοσ. 59023. 6) Συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω: Αχιλλ. N 515, Βίος Αλ. 1756, Κώδ. Χρονογρ. 49. 7) Γίνομαι κύριος, αναλαμβάνω (εξουσία, βασιλεία, κ.λ.π.): Χρον. Μορ. P 1268, Σπαν. A 325, Έκθ. χρον. 5023· (προκ. για μητροπολιτικό θρόνο): Έλαβεν ο κυρ Δανιήλ τας Σέρρας Συναδ., Χρον. 41. 8) Υφίσταμαι κ., αντιμετωπίζω, παθαίνω κ.: Ροδινός (Βαλ.) 177, Κορων., Μπούας 139, Ασσίζ. 29713, Αχιλλ. L 418. 9) Αισθάνομαι, νιώθω: Μεγάλον πόνον έλαβεν απέσω στην καρδία Αχέλ. 1120· Όταν φλεγμαίνει ο λαιμός του ιέρακος, οδύνην λαμβάνει εσθίων Ιερακοσ. 43910-11· ποία καρδία να είναι τόσον λίθινη και να μην λάβει πίκραν διά την συμφοράν εκείνην; Μ. Χρονογρ. 348. 10) Αφαιρώ κ.· κατακρατώ κ.: Εκείνη (ενν. η δέσποινα) … ελεήσασα την γυναίκα … απεχαρίσατο ταύτην αυτό (ενν. το οσπίτιον) μηδέν από πράγματος αυτή λαβούσα τι Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 233· (μεταφ.) αγχόνη την ζωήν σου ελάμβανε Δούκ. 19931· Κρείττον αν ην μοι του στείλαι τον δήμιον και λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού Δούκ. 38124. 11) (Προκ. για αποτέλεσμα αριθμτ.) εξάγω: Τρία μαζία έχων, χρυσάφιν, άργυρον και χαλκόν, θέλω εκ τούτων λαβείν λίτρ(ας) ρ΄ Rechenb. (Vog.) 61. 12) Αναλαμβάνω την ευθύνη για κάπ. ή κ.: Περί των ανδρογύνων οπού χωρίζουνται και έχουν τέκνα, τις να τα λάβει και να τα τρέφει Ασσίζ. 1248· ώσπερ εποίκεν (ενν. είς άνθρωπος) το κακόν μόνος του και μόνος του και να το λάβει Ασσίζ. 5014. 13) Κερδίζω: την νίκην οι πιστοί έλαβον Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 430· Εκ των πολέμων των πολλών και της δοκιμασίας| πάλιν έχω αποδοχήν και τούτον ίνα λάβω Διγ. Z 321. 14) Κληρονομώ: Ασσίζ. 1417. 15) α) Παίρνω (εισόδημα), καρπώνομαι: Ιστ. πολιτ. 3510· β) παίρνω φόρο ή δασμό· εισπράττω: Απέ το κωνάριν (έκδ. κονάριν· διορθώσ.) τό εβγάνουν έξω της χώρας κελεύει το δίκαιον να λάβουν το τέταρτον Ασσίζ. 24417· το δικαίωμαν του κρασιού το φέρνουν απέ τη Ναζαρέτ, το δίκαιον κελεύει να λάβουν … ιβ΄ αδράμια τέλος Ασσίζ. 24110· επέμφθην …| προς … Φίλιππον …| λαβέσθαι φόρους παρ’ αυτού Βίος Αλ. 2964· (μεταφ.) εξολοθρευτήκανε και επήγανε όλοι κακώς-κακού … και έλαβον επταπλασίως την πρέπουσάν τους πλερωμήν Σουμμ., Ρεμπελ. 192. 16) α) Αποδέχομαι: Ασσίζ. 35810· β) (με τις προθ. εις και επί) ερμηνεύω κ. ως …· θεωρώ, εκλαμβάνω κάπ. ή κ. ως …: εις πρόσωπον δε του Αδάμ και της Εύας λαμβάνονται ο ελέφας και η γυνή αυτού Φυσιολ. (Zur.) III 118· Λαμβάνεται … ο πελεκάν εις τον Κύριον Φυσιολ. (Zur.) VIII 412· Λαμβάνεται … η θάλασσα επί τον κόσμον και οι δύται επί τον χορόν των προφητών Φυσιολ. (Offerm.) G 1485. 17) Δέχομαι κ. ως σύμβολο· συμβολίζω: ο … φοίνιξ πρόσωπον του σωτήρος ημών λαμβάνει Φυσιολ. (Kaim.) 25α22. 18) Συλλαμβάνω, μένω έγκυος: Παϊσ., Ιστ. Σινά 208. 19) Τελώ: Περί τους γονείς τους λαβόντας δεύτερον γάμον Ελλην. νόμ. 5716· όπως … λάβει το μνημόσυνον ο πάπας εν τῃ Μεγάλῃ Εκκλησίᾳ Δούκ. 3154· μετά θανάτον της θυγατρός μου έλαβον (ενν. ο ρηθείς δείνα) δεύτερον συνοικέσιον Ελλην. νόμ. 57518. 20) Διενεργώ, πραγματοποιώ: πολλούς ελέγχους ο άγιος έλαβε βασιλεύς … ίνα πιάσει αυτόν Σφρ., Χρον. μ. 122. 21) Χρησιμοποιώ: Πρόθεσις έναι μέρος λόγου άκλιτον όπου λαμβάνεται πάντοτε στες αρχές ολωνών των μερών του λόγου Σοφιαν., Γραμμ. 248· τούτο το ξύλο έλαβε ογιά να ταξιδέψει Τζάνε, Κρ. πόλ. 3721. 22) α) Τρώω: Οπόταν δε εστιαθείς, λάβεις και Παναγίαν| … πίεις και πρεσβείαν Παϊσ., Ιστ. Σινά 963· β) (προκ. για τη Θεία Κοινωνία): κοινωνώ, μεταλαμβάνω: ετελεύτην αξηγόρευτος και χωρίς να λάβει τον πλάστην του εις τον θάνατόν τον Ασσίζ. 44010· σώμα λαμβάνω μυστικόν, τίμιον αίμα πίνω Σκλέντζα, Ποιήμ. 612. 23) Φορώ: Διγ. (Trapp) Gr. 1348 κριτ. υπ. 24) Καταχωρώ· συμπεριλαμβάνω: εγράφως γαρ τα έλαβον εις το ριτζίστρο απέσω| τα όσα εκερδίσασιν Χρον. Μορ. P 2077. B´ Αμτβ. 1) Αναλαμβάνω: είς εδικός μου σκλάβος έχει κακόν εις τον αφεδρώναν του και είς ιατρός λαμβάνει να τον γιάνει Ασσίζ. 18417. 2) α) Πληρώνομαι, ανταμείβομαι: να ’ρθεί η μέρα εκείνη, οπού έχει να ανασταθεί και το κορμί, τη Δευτέρα Παρουσία, να λάβει καθώς ήκαμε Αποκ. Θεοτ. II 111· β) τιμωρούμαι: οι άνδρες σ’ όσα σφάλλουν| αι γυναίκες τους λαμβάνουν Αιτωλ., Βοηβ. 281. 3) Δέχομαι χτυπήματα (πβ. και φρ. κρούω και λαμβάνω): Ούτως έναι συνήθεια εις όλους τους πολέμους,| οπού τριμώνει να σεβεί και οπού κρούει λαβαίνει Χρον. Τόκκων 2564. 4) Παίρνω φωτιά, καίγομαι (Για τη σημασ. βλ. Αλεξίου Στ. [Ερωτόκρ. σ. 427] και Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 438 και 592], καθώς και Αθ. 26, 1914, ΛΑ 154): Ουρανέ, ρίξε φωτιά, ο κόσμος ν’ αναλάβει| κι όλοι ας λαβού κι όλοι ας καγού κι η Αρετή μη λάβει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1724· οπόταν έλθει ο Βασιλεύς …| αυτοί να βάλοσι φωτιά και μόνος του να λάβει| να τόνε κάψουν … συζώντανον Βίος Δημ. Μοσχ. 316. 5) α) Τραυματίζομαι, πληγώνομαι (Για τη σημασ. βλ. Ξανθ., [Ερωτόκρ. σ. 438 και 592] ): ο κυρ Μουρίκης έλαβε στον πόλεμον την ώραν.| Τόσα λαβώθη δυνατά και απόθανε Κορων., Μπούας 6· Καλλίμαχε, τις επολέμησέ σε;| Αν από ξίφους έλαβες και πού το λάβωμάν σου; Καλλίμ. 1390· β) παθαίνω κακό· χάνω τη ζωή μου, πεθαίνω: Κάλλιον να λάβει ετούτος| παρά να ζει, ν’ απολεσθεί το γένος των Εβραίων Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 184· (μεταφ.) διατί έπεσες αυτού (ενν. στον βυθόν) …| χρείά ’ναι με την ’πομονήν να γλύσεις να μη λάβεις Δεφ., Λόγ. 560. 6) Συλλαμβάνω, μένω έγκυος: Αυτή (ενν. η νυμφίτσα) από του άρρενος εκ στόματος λαμβάνει| και γινόμενη έγκυος εκ τοις ωσί γεννά Φυσιολ. (Legr.) 446. 7) Περιλαμβάνω, περιέχω· αναφέρω, μαρτυρώ: ηθέλησε (ενν. ο Ηλιού) του ανελθείν στην Κορυφήν απάνου,| εκώλυσέ τον άγγελος, ως αι Γραφαί λαμβάνουν Παϊσ., Ιστ. Σινά 130. ΙI. Μέσ. (με ενεργ. σημασ.) 1) Παίρνω κάπ. μαζί μου, συνοδεύω (Πβ. Α΄ μτβ. 2): Ούς (ενν. τους αγούρους) παρευθύς λαβόμενοι (ενν. οι αδελφοί της κόρης) εις τον γαμβρόν απήλθον κατονειδίζοντες αυτόν Διγ. (Trapp) Gr. 470. 2) Συνάπτω: Μη προσδοκάτε παρ’ εμού λαβέσθαι συμμαχίαν Βίος Αλ.2 1925. Εκφρ. 1) Το δος και λάβε = αμοιβαία χτυπήματα· μάχη (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 130· πβ. και ά. δίδω φρ. δίδω και παίρνω και δίδω και λαμάνω): από της μάχης της πολλής …| … κι από το δος και λάβε| οι κάμποι φόβον είχασιν Διγ. (Trapp) Esc. 34. 2) α) Το κρούειν και (το) λαμβάνειν, βλ. κρούω Έκφρ. α· β) το κρούειν και μη λαμβάνειν, βλ. κρούω Έκφρ. β. Φρ. 1) α) Κρούω και λαμβάνω = προσπαθώ, πασχίζω (Για τη σημασ. βλ. Τσολάκη [Γλυκά, Στ. σ. 31]): Όσα και αν λέγεις ο πονών και κρούεις και λαμβάνεις| πάντα δοκούσιν όνειρος εις άθλιβον καρδίαν Γλυκά, Στ. 252· β) δίδω και λαμβάνω αγωνίζομαι, πασχίζω, πολεμώ Προδρ. II G 85. 2) α) Λαμβάνω (προς γάμον)= παντρεύομαι : της αδελφής μου θυγατέραν λαμβάνειν ου δύναμαι προς γάμον Ελλην. νόμ. 56617· Ελλην. νόμ. 56621· β) λαμβάνω άνδρα ή εις άνδρα (Πβ. ά. επαίρνω 2ε φρ.)= παίρνω για σύζυγο, παντρεύομαι: ουκ έστι σύνηθες ότι να δίδοσιν αι γυναίκες χρήματα τους μέλλοντας λαβείν άνδρας Σφρ., Χρον. μ. 8215-6· εις άνδρα τον Αλέξανδρον ως ευτυχής λαμβάνει (ενν. η Ρωξάνη) Βίος Αλ.2 4091· γ) λαμβάνω γυναίκα = νυμφεύομα.ι (πβ. και ά. γυνή φρ. 3 και 4): εχώρισεν (ενν. ο Χατζηκάμαρης) αυτήν νομίμως και έλαβεν άλλην γυναίκα νόμιμην Συναδ., Χρον. 42· κάλλιον λάβε σιγαλήν (ενν. γυναίκα), να θέλει την τιμήν σου Σπαν. A 547. 3) Λαμβάνω απόφασιν ή βουλήν = αποφασίζω (Πβ. και ά. βουλή· φρ. δίνω ή παίρνω βουλή): ου γαρ υπέρογκα ζητώ, δέσποτα …,| να λάβω την απόφασιν ευθύς της αθυμίας Προδρ. III 433· βούλεσαι να μισεύσεις| και την βουλήν που έλαβες ου θέλεις να χαλάσεις Ιμπ. (Lambr.) 210. 4) Λαμβάνω την βαλβίδα = φτάνω στο τέρμα, τερματίζω: αποφαινόμενον … νικητάς εκείνους, τους πρώτους οπωσδήποτε λαβόντας την βαλβίδα Γλυκά, Αναγ. 253. 5) Λαβαίνω βάρος με βρίσκει κακό, παθαίνω κακό, στενοχωριέμαι (Πβ. φρ. παίρνω βάρος· βλ. ά. βάρος Β΄ 3β): Οι Τούρκοι … το μάθανε … κι εκρατούσαν (παραλ. 1 στ.) … όλους να τους σκοτώσουν.| Μα κείνοι δεν επήγαν πλιο να λάβουν τόσα βάρη Τζάνε, Κρ. πόλ. 1595·. 6) Λαμβάνω την γέννησιν = γεννιέμαι, δημιουργούμαι, προκαλούμαι· (εδώ μεταφ.): να σε διδάξω …| … πού έλαβεν (ενν. ο φθόνος) τη γέννησιν και πόθεν εγεννήθην Ντελλαπ., Ερωτήμ. 303. 7) Λαμβάνω (την) δειλίαν = δειλιάζω, γίνομαι δειλός (Πβ. και ά. δειλία 2): Της γυναικός γαρ εκείνης έλαβον την δειλίαν και ηλευθερώθη η πόλις Καναν. 81 Α· Επεί … διά τους … βουλκολάκους διαλέγονται οι άνθρωποι … λαμβάνουσι δειλίαν άπειρον και ανίατον Μάρκ., Βουλκ. 35110. 8) Λαμβάνω δίκην ή τιμωρίαν = τιμωρούμαι: Απολλών. (Wagn.) 360· Περί εκείνου οπού ευλογάται γυναίκαν και συγγενιάζει του και περί του ιερέως οπού τους ευλόγησεν και εκείνους οπού ήσαν εις τον γάμον ποταπήν τιμωρίαν να λάβουν Ασσίζ. 11331. 9) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) δόξαν (ή και τιμήν) = δοξάζομαι (και τιμώμαι) (Πβ. ά. δόξα 3β): Έλαβες δόξαν, άνθρωπε, επλούτησες και εχάρης Αλφ. 1421· Να χύσεις αίματα πολλά, να κάψεις …,| να λάβεις δόξαν και τιμήν Διακρούσ. 7410. 10) Λαμβάνω εις νύμφην = βλ. ά. γυνή 4· (προκ. για τον πατέρα που εκλέγει ή δέχεται νύφη): Ταύτην (ενν. την κόρην) … έλαβον εις νύμφην τῳ υιῴ μου Ελλην. νόμ. 57026. 11) Λαμβάνω εις διάνοιαν ή νουν = α) σκέπτομαι, συλλογίζομαι· «μου περνάει απ’ το μυαλό» κ.: τα προγεγονότα εις νουν λαμβάνων υπό του συνειδότος εκωλύετο Δούκ. 2294· τα δε μη δέον εξειπείν παρέτρεχον τῳ λόγῳ,| ίνα μη σκάνδαλον ο παις εις διάνοιαν λάβει Διγ. (Trapp) Gr. 2319· β) λαμβάνω υπόψη μου κ.· υπολογίζω κ.: Ο δε τύραννος μηδ’ οπωσούν εις νουν λαβών τα του δεσπότου ρήματα στρατεύει κατ’ αυτού Δούκ. 26126. 12) Λαμβάνω κάπ. εις μνηστείαν = μνηστεύομαι: έλαβον κόρην εις μνηστείαν, ήγουν έλαβον μετ' αυτής ευχήν και ασπασμόν Ελλην. νόμ. 5686. 13) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) εις τα χέρια μου το αίμα κάπ. = βάφω τα χέρια μου με το αίμα κάπ.· σκοτώνω κάπ.: Μη τον σκοτώσομεν, ότι αμαρτία έναι να λάβομε εις τα χέρια μας το αίμαν τον αδελφού μας Ντελλαπ., Ερωτήμ. 434. 14) Λαμβάνω εν γαστρί = συλλαμβάνω, μένω έγκυος: μανδράγορον … φαγών ο άρρην (ενν. ελέφας) συγγίγνεται τῃ θηλείᾳ και ευθέως εν γαστρί λαμβάνει Φυσιολ. 3658· (μεταφ.) Διά … τον φόβον σου. Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν … και ετέκομεν πνεύμα σωτηρίας Φυσιολ. 3537. 15) Λαμβάνω ημέραν ή καιρόν = μου καθορίζεται ημερομηνία (παρουσίασης) (βλ. ά. ημέρα 12): εκείνος τον ποίον αγκάλεσεν λαμβάνει ημέραν και έπειτα ουκ έλθει, ουδέ έστρεψεν την ημέραν του Ασσίζ. 4706· Τότες εντέχεται να λάβει η εκκλησία καιρόν πότε να γίνεται ο γάμος Ασσίζ. 11618. 16) Λαμβάνω θάνατον: βλ. ά. θάνατος 1α φρ. α1. 17) Λαμβάνω ή λαμβάνομαι καιρού (Για τη χρ. του μέσ. αντί του ενεργ. βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 18-9)= α) εκμεταλλεύομαι την περίσταση: οι Τούρκοι … καιρού λαβόντες δικαίου τους μεν αιχμαλώτιζαν τους δε απέκτεινον Σφρ., Χρον. μ. 11417· Σφρ., Χρον. μ. 1147· β) πετυχαίνω ευνοϊκές καιρικές συνθήκες: ήλθεν (ενν. ο δεσπότης κυρ Θωμάς) εν τῳ Πόρτῳ Λόγγῳ … ίν’ απ’ εκείσε καιρού λαβόμενος εις την Κέρκυραν απέλθη Σφρ., Χρον. μ. 1229. 18) α) Λαβαίνω καλήν καρδιά = προθυμοποιούμαι, δείχνω καλοσύνη (πβ. ά. καλός, έκφρ. καλή καρδιά και φρ. παίρνω καλή καρδιά = ευχαριστούμαι, βλ. ά. επαίρνω 2α φρ.): Ελάβασιν καλήν καρδιά οι ποντικοί καημένοι| εις την αγάπην και φιλιά τήν είχαν καμωμένη Κάτης 23· β) λαμβάνω καρδιά = παίρνω θάρρος, αντρειεύω (Πβ. ά. επαίρνω 2α φρ. (ε)παίρνω καρδίαν = ενθαρρύνομαι): πρώτος στον πόλεμον … σεβαίνεις (παραλ. 1 στ.). Και βλέποντας οι συντρόφοι σου λαμβάνουσι καρδίαν| κι ορμούνται ως λιοντάρια Κορων., Μπούας 140. 19) Λαμβάνω κατά νου(ν) (μου) = έχω, λαμβάνω υπόψη μου· στοχάζομαι (πβ. φρ. 13 β): Τούτο πληροφορήθητι και λάβε κατά νουν σου Βέλθ. 194· σκέψαι, λάβε κατά νου και μάθε σου την φύσιν Αλφ. καταν. 42. 20) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) κονταρίαν = δέχομαι επίθεση : τους εύρηκεν αρδίνιαστους ’ξ εκείνην την μερίαν,| διατί δεν επιστεύσασι να λάβουν κονταρίαν| … εκ την μεριάν αυτήν, γιατί δεν επατήθη Κορων., Μπούας 77. 21) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) (τον) κόπον: κοπιάζω: ηύρε (ενν. ο ξυλοκόπος) ξύλα περισσά …| και κόπον ουδέν έλαβε, διατ’ ήσαν συναγμένα Κορων., Μπούας 36· αγρυπνήσετε και λάβετε κόπον ολίγον Διγ. Άνδρ. 33326. 22) Λαμβάνω κόρον: βλ. ά. κόρος 1 φρ. 23) Λαμβάνω κρότον = θορυβούμαι, ταράσσομαι. Βλ. και ά. κρότος 3α. 24) Λαμβάνω (το) μαχαίρι = σκοτώνομαι, αυτοκτονώ: Ο δούκας εζουγλάθηκε κι έμεινε δίχως χέρι| και μέσα εις τον θρόνον του έλαβε το μαχαίρι Τζάνε, Κρ. πόλ. 48618· Ο ρε Κάρολας την συμφοράν ιδόντας …| … ηθέλησε μαχαίρι διά να λάβει·| … αυτοφονεύς να γένει Κορων., Μπούας 29. 25) Λαμβάνω όρκον = ορκίζομαι (Πβ. φρ. παίρνω όρκον· βλ. ά. επαίρνω 1α): εκείνος όρκον έλαβεν …| εις γην ποτέ μηδέν εβγεί Απολλών. 454. 26) Λαμβάνω (την) πείραν = δοκιμάζω, αποκτώ εμπειρία: Διγ. (Trapp) Gr. 1633, 3319, Διγ. Z 3508. 27) Λαμβάνω περας = λήγω, παίρνω τέλος: βάλλουν εις έργον την απόφασιν, εάν ουδέν γένεται κράξιμον· ει δε γένει, μένουν έως ου να λάβει πέρας το κράξιμον Ελλην. νόμ. 5648. 28) Λαμβάνω πληγήν ή πληγές = πληγώνομαι, τραυματίζομαι: ουκ έλαβον αυτός (ενν. εγώ, ο Αλέξανδρος) πληγήν εν συμπλοκῄ Δαρείου; Βίος Αλ.2 4506· (μεταφ.) εσύ αμάθητη δεν είσαι των βασάνω,| γιατί πληγές κι άλλες φορές έλαβες Ροδολ. Ε΄ [336]. 29) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) πλήρωμαν = συμπληρώνομαι· περνώ: πλήρωμαν ελάβασιν … δύο χρόνοι Λίβ. P 1974. 30) Λαμβάνω πνοήν = αρχίζω να αναπνέω, ζωντανεύω: φυσά τον (ενν. ο λέοντας τον σκύμνον) ως τρεις φορές στο στόμα του· ευθύς πνοήν λαμβάνει Φυσιολ. (Legr.) 968. 31) Λαμβάνω συμβούλιον = συσκέπτομαι, συνεδριάζω: συμβούλιον έλαβον οι του Μοράτ, πώς και τίνι τρόπῳ … ολέσοσι τον Μουσταφάν Δούκ. 21512. 32) Λαμβάνω τέλος = α) τελειώνω· συμπληρώνομαι: Όταν δε τέλος έλαβεν ο κύκλος των εννέα| μηνών εκ της συλλήψεως, η κορη εγεννήθη Διγ. Z 59· β) θανατώνομαι: σε δύο δεντρά διά να δεθείς στη μέση να σε σκίσου (παραλ. 2 στ.) Τούτο το τέλος έλαβε οκ την πολλή ευτυχία (ενν. ο Ψαμμήτιχος) Βεντράμ., Φιλ. 209· τέλος ο άδικος κακόν να λάβει μέλλει Κορων., Μπούας 14. 33) Λαμβάνω (ή λαβαίνω) μέγα τραύμα = τραυματίζομαι βαριά· (εδώ μεταφ.) παίρνω μεγάλη στενοχώρια ή απογοήτευση: Ο … σινιόρ Μαρτολομής, αφού ’μάθε …| πως οι εχθροί πληθύνασιν, έλαβε μέγα τραύμα Κορων., Μπούας 127· διδάσκει και ημάς πολλά καλά το γράμμα,| ότι ανήρ ασύμβουλος λαμβάνει μέγα τραύμα Κορων., Μπούας 121. 34) Λαμβάνω ύπνον και με λαμβάνει ύπνος = κοιμούμαι: ηθέλησεν ως άνθρωπος να λάβει λίγον ύπνον Κορων., Μπούας 25· όταν … ο κορκόδειλος ύπνος βαθύς τον λάβει,| το στόμα του ένι ανοικτόν Φυσιολ. (Legr.) 292. 35) λαμβάνω φόβον =φοβούμαι. Ψευδο-Δωρ. 54, Ζήνου, Βατραχ. 465. 36) Λαμβάνω χαρά(ν) = χαίρομαι: ελάβανε μεγάλην χαρά το πως ήρθε βοήθειαν Χρον. σουλτ. 11724· χαράν μεγάλην έλαβε το ακούσει το μαντἀτο Χρον. Μορ. H 339. 37) Με λαμβάνει η ώρα = με προλαβαίνει ο θάνατος, έρχεται η ώρα του θανάτου μου: επιμελήσου την ψυχήν πριν να σε λάβει η ώρα Αλφ. καταν. 45. — Βλ. και λαμπαίνω και λαμπάνω.
λέγω (I),- Σπαν. O 63, Λόγ. παρηγ. L 615, Καλλίμ. 1171, Βέλθ. 1255, Χρον. Μορ. H 1618, Πουλολ. (Τσαβαρή) 426, Φλώρ. 215, Ιμπ. 487, Θησ. Δ΄ [126], Απόκοπ.2 139, Χρον. σουλτ. 1152, Κυπρ. ερωτ. 10425, Πανώρ. Γ΄ 10, Ερωφ. Α΄ 119, Ε΄ 16, Βοσκοπ.2 201, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 147, Β΄ 55, Θυσ.2 105, Ψευδο-Σφρ. 51620, Ευγέν. 1048, Στάθ. (Martini) Β΄ 230, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 482 κ.π.α.· ελέγω, Χρον. Μορ. H 765· λέ(γ)ω, Ασσίζ. 33031, Πόλ. Τρωάδ. 382, Περί ξεν. V 56, Ερωτοπ. 392, Φαλιέρ., Ιστ.2 123, Χρον. Τόκκων 518, Θρ. Κων/π. (Mich.) 93, Μαχ. 25625, 56612, Διήγ. Αλ. V 22, Πένθ. θαν.2 301, Πεντ. Γέν. XVIII 3,'Εξ. VIII 1, Ρίμ. θαν. 52, Βυζ. Ιλιάδ. 94, Αχέλ. 124, Αλφ. 1453, Πιστ. βοσκ. IV 2, 85, Σουμμ., Ρεμπελ. 163, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 43, Ροδολ. Α΄ 338, Διήγ. πανωφ. 55, κ.π.α.· λέω, Λίβ. P 2519 (έκδ. ελεώ· διορθώσ.), Πικατ. 548, Ερωφ. Γ΄ 211, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 566, 1118, 1602, Γ΄ 131, κ.α.· γ΄ εν. λε, Διγ. (Trapp) Esc. 44 κριτ. υπ.· γ΄ πληθ. λέσι, Περί ξεν. V 63, Αχιλλ. O 20, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1821], Κορων., Μπούας 55, Βεντράμ., Γυν. 296, Πανώρ. Αφ. 29, Α΄ 406, Β΄ 237, Δ΄ μετά στ. 390, Ερωφ. Αφ. 10, Α΄ 626, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 325, 605, Β΄ 202, 942, Γ΄ 173, 556, Δ΄ 967, Στάθ. (Martini) Β΄ 260, Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 271, Ζήν. Α΄ 13, Διακρούσ. 8722, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20820, κ.α.· γ΄ πληθ. λέσινε, Πανώρ. Αφ. 36, Ερωφ. Ε΄ 241, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 218, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2591· αόρ. είπουν, Μαχ. 20830, 4705· μτχ. ενεστ. λέγας, Χρον. Μορ. H 109, 6005· μτχ. ενεστ. λεγάμενος, Chron. brève (Loen.) 75.
Το αρχ. λέγω. Το γ΄ πληθ. λέσι στο Du Cange, λ. λέσειν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 634). Για το σχηματ. της μτχ. λεγάμενος, που απ. στο Somav. και σήμ., βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. λεγάμενος. Η λ. και ο τ. λέω και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Μιλώ, λέω: Ερωφ. Δ΄ 470, Πανώρ. Α΄ 58· (με σύστ. αντικ.) Γεωργηλ., Βελ. 294, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 811· λόγια καρδιοφλόγιστα λέγει προς τον υιόν της Ιμπ. 218· (για έμφαση μαζί με το λαλώ· βλ. Ανδρ., Αθ. 51, 1941 (1947), 42): έχω να ειπώ και να λαλήσω ρήμα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 631· β) αναφέρω, κάνω λόγο για κ.: πίνω και το γάρισμα το υδροκοπημένον| και πρήσκεται η κοιλία μου, τα δ’ άλλα μη τα λέγω Προδρ. III 216· τ’ όνομά μου το γλυκύ κιαμιά φορά να λέγεις Ερωφ. Ε΄ 289· Σφρ., Χρον. μ. 16624. γ) συνηθίζω να λέω, χρησιμοποιώ μια κοινή έκφραση: εις μια κλωστή μπαμπακερή κρέμομαι σαν το λέσι Ερωφ. Β΄ 446· ιπί έτσι να ειπωθεί σαν τον Νιμερόδ, αντρειωμένος κυνηγιού όμπροοτε στον Κύριο Πεντ. Γέν. X 9. 2) (Με είδος σύστ. αντικ.) άρχισε πάλιν να λαλεί Δεμέστικος ο Μέγας| και λέγει προς τον πρίγκιπα απόκρισιν ετέτοιαν Χρον. Μορ. H 5514. 3) Συζητώ, συνομιλώ, κουβεντιάζω: σιμώνει και μιλεί με τους συμβούλους του κοντά, αγάλια, να μην γροικούσι τι λέγει με δαύτους Στάθ. (Martini) Ιντ. β΄ μετά στ. 32· σύρσου κάμποσο ’ς μια μεριά ν’ ακούσομε είντα λέσι Φορτουν. (Vinc.) Δ΄453· 4) Προφέρω: ψωμί μουδ’ άλλο φαητό στο στόμα μου δε μπαίνει,| μα τ’ όνομά σου το γλυκύ λέγοντας με χορταίνει Πανώρ. Γ΄ 560· τα πρικιά του χείλη| δυο τρεις φορές ανοίξασι να πούσιν: «Ερωφίλη» Ερωφ. Ε΄ 162· αν έχω κι άλλο τίβοτσι στον κόσμο και σ’ αρέσει,| πε το και τάσσω να γενεί τα χείλη σου ό,τι λέσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 122· 5) Διηγούμαι, εξιστορώ: πολλές … ηθέλανε το λέγει για παραμύθι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 973· τα μεν γαρ άπαντα γεγενημένα της του κόσμου γενέσεως πολλούς τε και πολλάκις εξιστορήθη, ουχί λέγειν με Ψευδο-Σφρ. 15019· έλεγά την τον πόλεμον της Μαξιμούς, πώς επλήγωσα την χείρα της Διγ. Άνδρ. 3974· (με είδος σύστ. αντικ.·βλ. Ανδρ., Αθ. 47, 1937, 200) να σας ειπώ αφήγησιν, καταλογήν μεγάλην Χρον. Μορ. H 1201· διήγησιν θέλω ειπείν αληθινόν πραγμάτων Ριμ. Βελ. 979· το αφήγημα καλόν είναι και λέγε μας το Λίβ. Esc. 2807· η Μαργαρώνα το ’δειξεν το γκόλφιν οπού εχάθη·| είπεν και την αθιβολήν πώς το ’βρεν Ιμπ. 986. 6) Μνημονεύω, προαναφέρω: μετά γουν την παράθεσιν ων είρηκα βρωμάτων| εισήλθεν … και το μονοκυθρίτσιν Προδρ. III 174· εμήνυσεν ο ρήγας του ρηθέντος Καρλούν Τζε να σταθεί … εις τον λιμνιώναν της Αμοχούστου Μαχ. 5825· τας γαρ ημέρας πάντοτε τας θείας τας ρηθείσας (ενν. Τετράδα και Παρασκευήν) Προδρ. III 283 c. 7) Σημειώνω, τονίζω: να γυρίσετε στην εδική σας Χώρα·| λέγω στη Χώρα σας, γιατί δεν είστε …| στην Κρήτη πλιο Ερωφ. Πρόλ. 111· θρήνος πολύς εγίνηκεν από μικρούς μεγάλους (παραλ. 1 στ.)· ειπέτε τον πολύν κλαυθμόν και του καλού ποιμένος Ιακώβου Λίμπον. 463. 8) Παριστάνω, παρουσιάζω: ό,τι γροικούν τ’ αθρώπου πως τ’ αρέσει,| αν έχει βλάβη και κακό, κείνοι καλό το λέσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 146. 9) Ανακοινώνω, γνωστοποιώ: τούτη τση την απόφαση σήμερον είπε μου τη Ερωφ. Ε΄ 558· βαστάς μαντάτα και χαρτιά, παραγγελιές θλιμμένων (παραλ. 1 στ.)· ανάγνωσέ μας τα χαρτιά και πε μας τα μαντάτα Απόκοπ.2 107. 10) α) Ρωτώ: με γλυκότη του ρηγός στά του ’πε απιλογήθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1948· Τρώγοντας λέγουν τ’ Αβραάμ υιόν αυτός αν έχει Χούμνου, Κοσμογ. 1031· είδε νησί Αλέξανδρος κι είπε το πώς το κράζουν Αλεξ. 575· β) αναρωτιέμαι: εκλαίγανε κι ηλέγανε ποιοι να ’ναι σκλαβωμένοι| και φίλοι τως εμπιστικοί να μείνασι πνιμένοι; Τζάνε, Κρ. πόλ. 44013. 11) Ζητώ, αξιώνω: δεν σώνει που μας έσυρνε εκεί στην ερημιάν,| μα λε να πολεμήσομε του Πώρου βασιλείαν Αλεξ. 1744. 12) Απαντώ: είπα σε τά μ’ ερώτησες και όλα κατέμαθές τα Απόκοπ.2 446· ειπέ με, κύκνε ασύσσουμε …(παραλ. 1 στ.), … τι θέλεις εις τον γάμον; Πουλολ. (Τσαβαρή) 7. 13) α) Παρακαλώ, ικετεύω: ήλεγε (ενν. το παιδί) των Τουρκώ να μην το πάρου| στο κάτεργο να μην το ημπαρκάρου Λεηλ. Παροικ. 433· « … μην με αφήσεις εδώ εις την έρημον ετούτην να με φαν τα θηρία». Αυτά και άλλα περισσότερα έλεγα κλαίουσα Διγ. Άνδρ. 37010· όταν λάμψει το φεγγάριν, με τα δάκρυα του το λέγει| να του είπει την ωραίαν να μη τυραννείται αδίκως Λίβ. Sc. 834· β) επικαλούμαι τη βοήθεια κάπ.: ει γαρ εν γνώσει γέγονας εμών κατορθωμάτων,| δεν έλεγες … ποτέ τους αδελφούς σου (παραλ. 1 στ.), αλλά και πλήθος του λαού …| τον φτάσειν και κρημνίσειν με Διγ. Z 1870. 14) Αναφωνώ, κραυγάζω: « … βαβαί! πού το λαμπρόν μου γένος;»| Και ταύτ’ ειπών εξήπλωσεν χαμαί νενεκρωμένη Βέλθ. 1182· (με είδος σύστ. αντικ.) οι δύστυχοι Πολίτες| εστέκασιν και έκλαιον …| στριγγή φωνήν ελέγασιν, όσην και αν εδυνόνταν Θρ. Κων/π. (Mich.) 110. 15) α) Αποκαλύπτω , φανερώνω: εάν … είπω τον βασιλέα τας βονλάς άς έχετε και τα χαρτία άπερ ρίπτετε ου μη ειμί άνθρωπος Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 310· πρόσεξε δε μη τα ειπείς εξ ων σε εμπιστεύθην Βέλθ. 984· όταν του ήλθεν η φωνή, τότες του είπεν πως είναι χάρισμα τηςΠαρθένου Μαρίας Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 397· πως είναι του Θρασύμαχου παιδί τον βασιλέα| μου ’πε Ερωφ. Ε΄ 349· β) εξομολογούμαι, εκμυστηρεύομαι, λέω κ. εμπιστευτικά: κράζει τη νένα τση χωστά μέσα στην κάμερά τση,| με σιγανάδα και ντροπή τση λέγει τα κρουφά τση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 646· τίναν να πω μυστήριον μου Σπαν. O 252· πριν έβγει απού τα χείλη μου …| τό θες να πεις … παρακαλώ να χάσω| τη γλώσσα και την εμιλιά Ερωφ. Α΄ 122. 16) Πληροφορώ, ενημερώνω: ο κόσμος πώς πορεύεται να τους ειπώ μ’ εβιάζαν Απόκοπ.2 128· ταραχή περίσσια| μου ’πασι πως στου Βασιλιού το σπίτιν εγροικήσα Ερωφ. Δ΄ 10. 17) α) Διαβιβάζω: θες τσ’ ειπεί από λόγου μου πως το θυμόν αυτείνο| του βασιλιού … λογιάζω πως του σβήνω Ερωφ. Δ΄ 95· αν δεις κείνην που μ’ έκαψεν το ξένον,| πε της αχ την μεριάμ μου «προσκυνώ σε» Κυπρ. ερωτ. 214· δεν έχω πλέον να σου πω να πεις των πονεμένων| ειμή χαιρετισμούς πολλούς Απόκοπ. 555· β) ειδοποιώ, στέλνω μήνυμα, παραγγέλλω: το γράμμα της εκλαμπρότητός σας έλαβον, διά του οποίου μοι ελέγετε να έλθω προ της μεταθέσεώς μου Βελλερ., Επιστ. 62· γύρεψε τον Πανάρετο λοιπό κι απ’ όνομά μου| του ’πέ πως τονε καρτερώ μέσα στην κάμερά μου Ερωφ. Β΄ 182· γύρισε το γοργότερο και πε στο βασιλιά σου| να στείλει τσι στρατιώτες του γλήγορα να μαλώσου Ερωφ. Ιντ. δ΄ 55. 18) α) Βεβαιώνω: Νένα, ’ποθαίνω, λέγω σου Ερωφ. Ε΄ 295· ανέν κι εσύ το θέλησες, πες με το να το γνώθω,| να μην πρικαίνω το κορμί Φαλιέρ., Ενύπν.2 78· β) αποδεικνύω: αυτός δεν είναι ουδέ στραβός ουδέ ζουγλός, Φροσύνη,| και μαρτυρά και λέγει το το πράμαν οπού γίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1024. 19) Απαγγέλλω: Εκατόλ. M 18· Αχιλλ. O 518· Ερωφ. μετά στ. 666. 20) Διακηρύσσω, διαλαλώ: είν’ καλύτερο γαμπρό να πάρεις ένα| να λέγει πως τη βασίλειάν επήρεν από σένα Ερωφ. Δ΄ 524· στρίγγιζα εις τον ουρανόν, ελάλουν εις τα νέφη,| εις γην κατεμαρτύρουν το και εις αέραν έλεγά το Λίβ. Esc. 1691. 21) Προλέγω, προφητεύω: ένας του άλλου ηλέγαμεν τό έχομεν να γενούμεν Διήγ. ωραιότ. 429· έκραξεν το όνομα του Νόαχ του ειπεί: «Ετούτος να μας παρηγορήσει … από την πείραξη των χεριών μας, από την ηγή ος εκαταρίστη την ο Κύριος Πεντ. Γέν. V 29. 22) Υπερασπίζομαι: ως εγνώρισε ο αφέντης πως ορίζει| να πει κι αυτός το δίκιο του, έτοιας λογής αρχίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 850. 23) α) Υποστηρίζω, πρεσβεύω, φρονώ: σφαίνει οπού πει κι οι λογισμοί τ’ αθρώπου δε γροικούνται,| γιατί με δίχως εμιλιά στο πρόσωπο θωρούνται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1953· άλλη γυναίκα ουδέν έναι δυνατόν να έχει τέτοιο πράμα,| ωσάν το λέσι μερικοί φρόνιμοι και προφήτες Συναξ. γυν. 70· απ’ το φόβο λέγουσι το ψόμα πως κινάται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 887· β) ισχυρίζομαι: τώρα λογούμαι βασιλιός, τώρα την εντροπή μου| μπορώ να πω πως έλιωσεν η χέρα η εδική μου Ερωφ. Ε΄ 232· ποιος, αφέντη μου, άκουσε στον ένα τως μια χάρη,| για να μπορεί να πει ποτέ κι ειν’ άξος να με πάρει; Ερωφ. Δ΄ 322· σ’ όλα τα πράματ’ ακριβειά παντόθ’ οτ’ είναι λέσι| και πάσα ολίγο οπού πουλού πιάνου πολύ τορνέσι Στάθ. (Martini) Α΄ 71. 24) Καταθέτω: ποτέ να μη τους πιστεύσου εις καμμίαν μαρτυρίαν κανενού πραγμάτου τό να πούσιν Ασσίζ. 35120· να τους βάλλουν να ομόσουν επάνω εις τα άγια να πουν αλήθειαν Ασσίζ. 29625. 25) Προβάλλω κάπ. δικαιολογία, προφασίζομαι: το στέμμα … ουδέν το επαραδέχτη (παραλ. 1 στ.) λέγων: «Ουκ είμαι άξιος …» Χρον. Μορ. P 109· τούτη την προξενιά την πρικαμένη| φοβούμαι …(παραλ. 4 στ.) μη την αποδεχτεί, μην πει φοβάται| το βασιλιό πως θε να την παντρέψει Ερωφ. Α΄ 645. 26) Παραδέχομαι, ομολογώ: σα μου το δείξεις θέλω πει, σύμβουλε, πως μπορούσι| τα λάφια απάνω ’ς τσ’ ουρανούς τα ύψη να πετούσι Ερωφ. Δ΄ 477· α σταθεί λίγο να μου γροικήσει,| θέλω την κάμει να το πει κι εκείνη μοναχή τση Ερωφ. Δ΄ 447· ποτέ μου, κρίνω,| δε θέλω πει κακά ’καμα να σμίξω μετά κείνο Ερωφ. Β΄ 106. 27) α) Εννοώ: Ψευδο-Σφρ. 56233· β) σημαίνω, δηλώνω: δε γνώθει είντα θα πει πέλαγο και κολόνες Στάθ. (Martini) Β΄ 284· δεκάκις πέφυκε χείρων ο φθόνος φόνου (έκδ. φθόνου· διορθώσ.),| ως λέγουσι τα γράμματα μόνης μιας λειπούσης Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 159· γ) ερμηνεύω, εξηγώ: μα δεν κατέχω να σου πω το πώς και μ’ είντα τρόπο| τα μέλη εκομπωθήκασι κι εμπήκα σ’ έτοιο κόπο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 945· είπον σοι, μάθε, βασιλεύ, δι’ αύτην την αιτίαν| εισήλθον κι εις το κάστρον σου Βέλθ. 521· ηφέραν το βιβλίον| όπου έγραφαν κι ελέγασι του τόπου τα συνήθια Χρον. Μορ. H 7568· δ) επεξηγώ, διευκρινίζω: ένα γεράκι ζωντανό στο δίκτυ μπερδεμένο| με γράμματα που λέγασι πως είναι σκλαβωμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 226· ελέγασι τα γράμματα σ’ όποιον κι αν τα διαβάζει| πως η φωτιά που τον κεντά δροσίζει, όχι να βράζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 255. 28) α) Πιστεύω, νομίζω, έχω την εντύπωση: με τόση γλύκα και δροσιά μαζί ανακατωμένο| που ’λεγα τ’ Ουρανού πιοτό πίνω χαριτωμένο Ερωφ. Γ΄ 234· απής εσηκωθήκαν,| άνεμοι εφυσήξανε κι ήλεγαν κι εχαθήκαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 4482· ήλεγα πως η μοίρα μου τούτά ’χε μου χαρίσει Ερωφ. Α΄ 377· (εδώ χρ. της δυνητικής οριστ. να είπες): εκ τα πολλά φιλήματα και τας περιπλοκάς των| τα δένδρα τα αμίλητα να είπες και αδονούσαν Αχιλλ. L 780· εκρέμαντο οι τέσσαρις τοίχοι του κουβουκλίου·| να είπες και απείκαζες τας ουρανίους σφαίρας Βέλθ. 453· β) φαντάζομαι, υποθέτω: ώφου τις το ’θελεν ειπεί ’ς τόση ταπεινοσύνη (παραλ. 1 στ.) τσ’ αγάπης πάθη και φωτιές πόθου να κατοικούσι Ερωφ. Δ΄ 59· οπού σε βλέπει, αφασιανέ, ότι φορείς το ρούχον (παραλ. 3 στ.) να ειπεί ότι είσαι αρχοντόπουλον Πουλολ. (Τσαβαρή) 275· ολόγδυμνο στη γη τον εξαπλώσα| κι όση τυράννηση μπορεί να πει κιανείς του δώσα Ερωφ. Ε΄ 110. 29) α) Εκφράζω, διατυπώνω: τη βουλή μου| μ’ ορίζεις ποιά ’ναι να την πω Στάθ. (Martini) Ιντ. β΄ 82· ω έπαινος, οπού δεν διεβάζομεν εις τα ιερά γράμματα να ειπώθηκε διά κανένα άλλο έθνος, έξω από των Κυπριωτών Ροδινός (Βαλ.) 175· β) αποφαίνομαι, γνωματεύω: Μην βαρεθείτε το ζιμιό ώστε να ιδείτε τέλος| και ύστερα με τον λόγον σας πέτε αν έχει οφέλος Ευγέν. Πρόλ. 154· έχει δυο λαβωματιές και στέκει ν’ αποθάνει| κι όλοι οι γιατροί είπασιν οψές πως δε μπορεί να γιάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1360. 30) α) Σκέφτομαι, συλλογίζομαι: όσοι τον είδαν είπασιν άγγελον ομοιάζει Ιμπ. 399· λύπη τονε πιάνει| λέγοντας ότ’ «εγώ αυτήν την Τρανσυλιβανίαν| την έπηρα με το σπαθίν» Παλαμήδ., Βοηβ. 683· είπουν ο κόσμος δεν έχει μεσά μου| να ξαναποίσει πιον καμιά μοιαστήσ σου Κυπρ. ερωτ. 7611· β) σκοπεύω (να κάνω κ.): λέγω ν’ αφήσω τα πολλά, να παραβλέψω πάντας,| να σύρω το δερμάτιν σου, να χάψω την ουράν σου Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 209· ευθύς ο Μεριδάρπαγας έφθασε στο ποτάμι,| των βορθακάδων έλεγε πολύ κακό να κάμει Ζήνου, Βατραχ. 416· θέλω ν’ αρχίσω| διά τον γαμπρόν οπού έλεγες να κάμεις να μιλήσω Ευγέν. 236· γ) παίρνω την απόφαση, αποφασίζω κ.: εάν ευρείτε και σφαλτόν να μη με βλασφημάτε,| ότι εγώ ως αμαθής είπα να γράψω ρίμα Σταυριν. 1293· από μαυλίστριες και πολιτικές είπα ποτέ να μην έβγω| και άλλους εκεί μη εμπορούν ήξευρα να παιδεύγω Σαχλ., Αφήγ. 65. 31) Εκφωνώ: να λέγει και να γράφει| πολιτικά μετριάσματα και πολιτογραφίας Προδρ. II 7. 32) Τραγουδώ: να ’ρθει κι ο τραγουδιστής …| οπού τη νύκτα έτσι γλυκιά τα βάσανά του λέγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 475· (με είδος σύστ. αντικ.) μουσικήν καθήμένος εκράτει κι έπαιζέν την| και μοιριολόγιν έλεγε στεναγμογεμισμένον Βέλθ. 128· αναστενάξαν κι είπασιν οκάτι καταλόγιν| … κι έμοιαζεν μοιρολόγιν Απόκοπ.2 239· τίτοιον έλεγεν σκοπόν εις το καλάμιν Λόγ. παρηγ. L 205. 33) Προστάζω, διατάζω: Συναξ. γυν. 889· Καλλίμ. 1280. 34) α) Συμβουλεύω, νουθετώ: το γιατρικό που του ’δωκεν ο φίλος δεν τον γιάνει·| εύκαιρα του ’πε ν’ αρνηθεί του παλατιού τη στράτα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 845· όσο η Φροσύνη τση ’λεγε το μίλημα ν’ αφήσει| τόσο την εξαγρίευγε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 529· αγάπην με τον σκάνθαρον τους έλεγε (ενν. ο Ζευς τους αετούς) να ποίσουν,| την μάχην και την έχθρητα … ν’ αφήσουν Αιτωλ., Μύθ. 249· β) παρακινώ, προτρέπω: ο πόθος και η αγάπη μου …| … ελπίδες με γεμώνουσι …| και λέσι μου να χαίρομαι, ’ντήρηση να μην έχω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 421· γ) υποδεικνύω, καθοδηγώ: τινές από των χωρίων τον Αρβάνου … τας του Αρβάνου στράτας καλώς γινώσκοντες … είπον τῳ Βαϊμούντῳ την θέσιν την Δεύρης Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 352· μαζώνει τα (ενν. τα χορτάρια) καταπώς της ειπώθηκε (ενν. από την Παναγία) Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 422· δ) διδάσκω: ο μύθος λέγει μας εδώ πως φίλοι δεν λογούνται| οι δίγνωμοι οι άνθρωποι Αιτωλ., Μύθ. 12525· ποιος μου ’λεγε δεν πρέπουσι να στέκου στολισμένοι| τοίχοι άσκημοι και χαμηλοί Ερωφ. Αφ. 33· ε) προτείνω· συνιστώ: αμή λέγω … να βρούμεν| αληθή πούπετε μάντην Ερμον. Η 230· ελέγαν ’ξ εκεινούς ευθύς να παν να σώσουν| εις το φουσσάτον των εχθρών κι όλους να τους σκοτώσουν Κορων., Μπούας 19· έρχονται (ενν. οι ιατροί), βλέπουσιν ευθύς, κρατούσιν τον σφυγμόν του,| λέγουσιν: «ποίησε τά και τά και ας γίνεται και τάδε» Προδρ. III 404. 35) α) Ονομάζω, αποκαλώ: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1886, Β΄ 411, Προδρ. III 124, Πανώρ. Ε΄ 25, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 305· β) χαρακτηρίζω: καλά και φταίσιμο ποτέ γή κρίμα δε μπορούσι,| όσοι κι αν το γροικήσουσι, με δίκιο να το πούσι Ερωφ. Β΄ 262· αν στοχαστείς, υιούτσικε, πλέον ου μη γαρ μ’ είπες| ειμή ψυχρόν κι αναίσθητον, κρύσταλλον παγωμένον Σπαν. A 24· εμείς λύκοι λεγόμεσθεν, πρόβατ’ αυτοί λογούνται Αλεξ. 861. 36) α) Σχολιάζω: το δε να λέουν οκάποιος φτωχός και ρεματιάρης| ενίκησεν του βασιλέως τον αδελφόν …| … χείρον των χειροτέρων Χρον. Μορ. H 5008· συκοφαντούν και λέγουν με ότι αγαπώ σε, αφέντρα Ch. pop. 224· (με σύστ.αντικ.) να κρατεί δεμένα| τα χείλη των κακόγλωσσω, τά σφάνω να σωπούσι| κι ουδέναν εισέ ψέγωση λόγο ποτέ να πούσι Ερωφ. Αφ. 20· β) διαδίδω, μεταφέρω φήμη: λέγουσι και τούτο, πως ο Καρμουρίδας των αφήκε δ΄ χιλιάδες υπέρπυρα να κάμουν στέρνα εις το μοναστήρι Επιστ. Ηγουμ. 175· δυο προξενειές για λόγου τση δυο βασιλιώ μεγάλω| … ήρθασι κι ως λέσι …| του ’νούς τως θέλ’ ο βασιλιός γυναίκα να τη δώσει Ερωφ. Β΄ 252. 37) α) Προσάπτω, καταλογίζω· κατηγορώ κάπ. για κ.: τσ’ Ερωφίλης άρχισε περίσσια θυμωμένος| να λέγει χίλιες εντροπές Ερωφ. Δ΄ 86· λέγεις γαρ ως ληστρικώς έχων …| την σύζυγον αφήρπασα Βέλθ. 1240· β) επιπλήττω: πλήσια να λυπηθείτε| κι ογιάντα να το διηγηθώ στο ’στερο να μου πείτε Ερωφ. Ε΄ 34· γ) απειλώ: έρωτας στέκει ανάδια μου κι άδικα τυραννά με (παραλ. 1 στ.)· με το ξιφάρι μού μιλει, με τη σαΐτα λέγει,| το δίκιο του μ’ αναλαμπή και φλόγα το γυρεύγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1669. 38) Ανακηρύσσω, αναγορεύω: διά την ανδρείαν του την πολλήν, την περισσήν την φρόνεσιν (παραλ. 1 στ.) και σουλτάνον τον είπασιν κι αμιράν τον εποίκαν Διγ. (Trapp) Esc. 629. 39) Επιθυμώ: ορίζει προς με μίαν των ημερών: «Πρώτοβεστιαρίτα, … συ λέγω να απέλθεις εις τον Μορέαν …» Σφρ., Χρον. μ. 8614· διά τούτο λέγω απάνω εις βάρος αφορισμού να ομολογήσει το χρέος του και τα ιντερέσσα τα εύλογα Σεβήρ., Διαθ. 190. 40) Υπολογίζω την αξία κάπ.: Σαν πολλά τον λες τον γέρο,| σαν πολλήν τιμήν τον κάμνεις·| μόν’ κατέβασ’ τον ολίγον Πτωχολ. B 92. 41) Διαλέγω, προτιμώ: με περίσσιο κόπο| χειρότερος απ’ ολωνώ των αλλωνών ανθρώπω| ’πείν ήθελε να πορπατει να βγάνει το ψωμίν του Ερωφ. Β΄ 215. Β´ Αμτβ. 1) Μιλώ: πολλάκις οι απρόσεκτοι λέγουν απερισκέπτως Σπαν. A 345· η όψη του άψε κι έσβησε, να λέγει ’ς τέτοιον τρόπο| προς τον Πανάρετο άρχισε Ερωφ. Ε΄ 66. 2) Αναφέρομαι σε κ., κάνω λόγο για κ.: εγώ θωρώ τα χρονικά, λέγουν δι’ ανδρειωμένους Θρ. πατρ. 93· να πούμεν διά τα νήπια, οπού ’ναι σκλαβωμένα· με κλάματα ευρίσκονται νύκταν και την ημέραν Θρ. Κύπρ. M 478· πλιο δε μιλεί για μισσεμούς, για ξενιτιά δε λέγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 888. 3) Προαναφέρω: κείνος οπ’ ολοτενιάς δεν ήτο αποθαμένος,| μ’ απού τσι πόνους τσι πολλούς, σαν είπα, λιγωμένος| … εσυνήφερε Ερωφ. Ε΄ 142· για τούτο, ως είπα, δεν παινώ του βασιλιού τα πλούτη (παραλ. 1 στ.), μα το θεό παρακαλώ την τύχη του να ’ρίσει Ερωφ. Α΄ 577. 4) Συζητώ: δεν εντρέπεστε (έκδ. ετρέπεστε) …| διά τα μαλλιά (έκδ. μαλλία) να λέετε; Συναξ. γυν. 591. 5) α) Γνωμοδοτώ: τσ’άρχοντες …| έκραξε για να πούσι (παραλ. 1 στ.), να κάμουνε συμβούλιον πώς έχουνε να διάξουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 33521· β) συγκατατίθεμαι, συμφωνώ: άραντες ουν αυτόν και μη θέλοντα ειπείν εποιήσαντο και ανηγόρευσαν πατριάρχην Ιστ. πολιτ. 109. 6) Θρηνολογώ: θάμπηναν τα μάτια μου από το πε και κλάψε Γεωργηλ., Θαν. 84. 7) (Προκ. για μουσικά όργανα) ηχώ: όρισεν, ελαλήσασιν και είπαν τα σαλπίγγια Χρον. Μορ. H 1136. 8) (Παρενθετικά) επαναλαμβάνω: ο τόπος όπου επέζευσα, λέγω, εκεί όπου εστάθην| ήτον του λιβαδιού οφαλός κι ήτον γεμάτος τ’ άνθη Απόκοπ.2 23· τ’ όνομα που την καρδιά μιλώντας το δροσίζει (παραλ. 1 στ.), τ’ όνομα κείνο του παιδιού, λέγω, το ποιο ’χει χάρη| ζήση να δώσει του κυρού και να του τηνε πάρει Ερωφ. Δ΄ 387. 9) (Μεταβατικά) λοιπόν: άκο τοίνυν, δέσποτά μου,| τό σε θέλω αναφέρει:| «Όταν την απήρα, λέγω,| εκ το χέριν, όπερ οίδας …» Πτωχολ. α 630· μαντάτα του ηφέρασι το πώς δημεγερσία| το Φέλτρι τότε έποικε, λέγω, και προδοσία Κορων., Μπούας 94. IΙ. Μέσ. 1) Διαδίδομαι: τα λόγια όπου ειπήθησαν ενταύτα εις τα φουσσάτα| μη τα πιστέψει γαρ κανείς, ψέματα είναι μεγάλα Χρον. Μορ. H 3896. 2) Είμαι: του Λαρδοφάγου τον ρηγός λέγεται θυγατέρα Ζήνου, Βατραχ. 49. 3) (Με ενεργ. σημασ.) α) διηγούμαι, εξιστορώ, περιγράφω: από τα πολλά τα αρίθμητα εκείνα| τίποτ’ ελέξομαι μικρόν τινάς εις νεωτέρους| και να εγνωρίζουν άπαντες τον πλανημένον κόσμον Βυζ. Ιλιάδ. 494· ή γλώσσα να ελέξεται και χείρα να συγγράψει| τα ξένα, τα παράδοξα, τά γέγονεν εις Τροίαν Βυζ. Ιλιάδ. 12· β) συζητώ: ο βασιλεύς δε με χαράς τότε πολλάς τον δέχθη| και εις το σπίτι μετ’ αυτού πολλήν ώραν ελέχθη Κορων., Μπούας 86. Φρ. 1) Είπα, ειπέτε = είδος παιδικού παιχνιδιού (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Α1΄ 172-3): παίζουσιν τό λέγουσιν οι παίδες: «Είπα, ειπέτε» Προδρ. ΙΙΙ 295e χφφ gSA (κριτ. υπ.). 2) Λέγει ο λογισμός (μου) = α) έχω τη διαίσθηση: μέσα μου λέγει ο λογισμός πως τούτος ο αντρειωμένος| εισέ φωλιάν αρχοντική θε να ’ναι αναθρεμμένος Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 661· β) σκέφτομαι, συλλογίζομαι: στέκω και συλλογίζομαι, λέγει ο λογισμός μου:| «Ψέματα γράφαν τα χαρτιά …» Θρ. πατρ. Ο 90. 3) Λέγει ο νους μου, η όρεξή μου = προαίσθάνομαι: ο νους μου χωρίς άλλο| μου λέγει τίβοτας κακο πως θα με βρει μεγάλο Ερωφ. Β΄ 86· μέσα η καρδιά μου το γροικά, λέγει το η όρεξή μου| … το πως η παιδωμή μου| έχει να πάψει γλήγορα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1361. 4) Λέγεται κ. βεβαίως = αποδεικνύεται, είναι βέβαιο: πιστεύετε ότι αληθής υπάρχει (ενν. ο τάφος),| ότι βεβαίως είρηται εις πάντας αληθεύειν Διγ. (Trapp) Esc. 1663. 5) Λέγεται κ. εν τοις ωσί μου = πληροφορούμαι, μαθαίνω: Ως δε τούτο εν τοις ωσί του βασιλέως ερρέθη, στενάξας εκ καρδίας και ουδέν έτερον εποίησεν Ψευδο-Σφρ. 38620. 6) Λέγεται λόγος παλαιός = αναφέρεται από την παράδοση: λέγεται γαρ λόγος παλαιός ότι τούτο το μοναστήριον είχεν εισόδημα το τρίτον του νησιού Χειλά, Χρον. 353. 7) Λέγουν με ονόματι, λένε το όνομά μου = έχω το όνομα, ονομάζομαι (Βλ. Κριαρά [Πανώρ. σ. 252]): άλλον θηρίον σάτυρον ονόματι το λέγουν Φυσιολ. 37137· τ’ όνομά του το γλυκύ το λέγαν Νικοστράτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 221· ο … βασιλεύς … αλησμόνησε να τον ερωτήσει πώς λέγουν το όνομά του Διήγ. Αγ. Σοφ. 15327. 8) Λέγω (απο)μέσα μου, εις νουν, εις την ψυχήν μου, μέσα στο νου μου, μόνος μου, τον εαυτόν μου = σκέφτομαι, συλλογίζομαι: Τούτα ’λεγε απομέσα τση (ενν. η νένα) κι εβάλθη να βουηθήσει| της Αρετής Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ 1301· μέσα του λέγει (ενν. ο ρήγας): «Ωσά θωρώ, οπίσω τον αφήκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 494· εσίγησαν οι πάντες «αν τύχει, λέγοντες εις νουν, ο βασιλεύς διστάζει» Καλλίμ. 1042· Διγ. (Trapp) Esc. 1420, Παλαμήδ., Βοηβ. 655, Βέλθ. 725, 733. 9) Λέγω βουλήν = αποφασίζω (Πβ. φρ. δίνω βουλή, ά. βουλή 2δ): κοινήν βουλήν ας είπομεν, αν έναι θελητόν σου,| πώς και γενούμεν εγκρατείς του κάστρου και της κόρης Καλλίμ. 1032. 10) Λέγω (εις) πληροφορίαν = πληροφορώ, γνωστοποιώ, θέτω υπόψη κάπ. (Βλ. και Ανδρ., Αθ. 47, 1937, 200): άλλο πάλιν ηξεύρετε, πληροφορίαν σας λέγω,| εις άλλον πάλιν λογισμόν κείτονται οι Ρωμαίοι Χρον. Μορ. P 715· Διά τούτο απέστειλεν εδώ τον καβαλάρη ετούτον| … , πληροφορίαν σε λέγω,| να σε πληροφορέσομεν …| εις τόπον όπου ορέγεσαι να εσμίξετε οι δύο Χρον. Μορ. H 193· λέγω σε εις πληροφορίαν και μη το απιστήσεις·| αν ήσουν γαρ εις τον Μορέαν …(παραλ. 1 στ.), ουδέν ημπόρεις στα μακρέα μετ’ εμέ να υπομένεις Χρον. Μορ. H 4225. 11) Λέγω κ. εκ στόματος = διηγούμαι λεπτομερώς (Η φρ. στο Somav.): όλα του τ’ αφηγήθησαν, εκ στόματος τον είπαν,| το πώς εκαταστήσασιν την υπαντρείαν εκείνην Χρον. Μορ. H 3125. 12) Λέγω κακό, βλ. κακόν Φρ. 1. 13) Λέγω καλλιά = προτιμώ: αν έναι και κιανείς καλά στο λογισμόν του βάλει| τσ’ έγνοιες απού τσι τυραννού, καλλιά ’χε πει πάσ’ άλλη| τύχη παρά την τύχη τως Ερωφ. Β΄ 212. 14) Λέγω καλόν, καλά, βλ. καλόν Φρ. 3. 15) Λέγω κατά της διαθήκης = προσβάλλω τη διαθήκη: εάν … ο υιός … ουδέν αφήσει και της μάννας του δίκαιον μέρος, ώσπερ και τους άλλους, δύναται η μάννα να πει κατά της διαθήκης Ελλην. νόμ. 57913. 16) Λέγω (την) λειτουργίαν = λειτουργώ (Η φρ. και στο Somav.): ο παπα-Μακάριος είπεν την λειτουργίαν Διήγ. ωραιότ. 363· επήραν τα ’κονίσματα κι είπανε να διαβούσι| … στον Αρχάγγελον και λειτουργίαν να πούσι Διήγ. ωραιότ. 862. 17) Λέγω κ. μεγάλως = μεγαλοποιώ: Τάχατε προφητεύομαι και λέγω τα μεγάλως Προδρ. III 246. 18) Λέγω το ναι = συγκατατίθεμαι: τούτος αγάπα από καιρό μια πλουμισμένη κόρη| κι εκόπιαζε … να τηνε κάμει| να πει το ναι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 464. 19) Λέγω την ομιλίαν = συζητώ, συνομιλώ: ωσάν αρχίζουσιν να πουν … την ομιλίαν,| αρχίζουσιν να κάμνουσιν εισμίαν την πελελίαν Σαχλ., Αφήγ. 224. 20) Λέγω όρκους κάπ. = α) δίνω ένορκες διαβεβαιώσεις: να ’δαμεν …(παραλ. 1 στ.) αν κατ' αλήθειαν εύραμεν όρκους τούς μας ελέγαν Απόκοπ.2 253· β) εξορκίζω: φεγγάριν μου, μυριοπαρακαλώ σε,| … να υπάγεις την φεδούλαν (παραλ. 1 στ.) όρκους φρικτούς να την ειπείς, να την παρακαλέσεις| σημάδιν με το άλλον της πιττάκιν να με στείλει Λίβ. N 1557. 21) Λέγω όχι σε κάπ. = αρνούμαι, αποκρούω: συνήθιν είν’ των κορασιώ … να κλαίσι,| όντα τσι προξενεύγουσι, κι όχι αλλωνώ να λέσι Ερωφ. Β΄ 300. 22) Λέγω σε κάπ. τα παστικά του = βρίζω κάπ. (Βλ. Κριαρ., Αθ. 50, 1940, 179 και Vincent [Φορτουν. σ. 169]): Γεια σου, στην πίστη μου, μωρή! Ήφαες το τσικίνι| κι εδά του λες τα παστικά Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 362. 23) Λέγω την προσευχή μου = προσεύχομαι: αναβαίνω στο βουνί να πω την προσευχή μου,| προς τα κακά τα έποικα να σώσω την ψυχή μου Γαδ. διήγ. 297· Κάμε, παιδί μου, μην αργείς· την προσευκή σου πέ την Θυσ.2 865 (κριτ. υπ.). 24) Λέγω τα συγχαρίκια = ανακοινώνω ένα χαρμόσυνο γεγονός: έλευσιν δε την εαυτού πάντες αναμαθόντες| εις τους οίκους απέτρεχον ειπείν τα συγχαρίκια Διγ. (Trapp) Gr. 919· υπάσι δε μετά σπουδής, λέγουν τα συγχαρίκια Αχιλλ. N 441. 25) Υπάγω λέγοντας, (υ)παγαίνω λέγοντας = συνεχίζω, συνεχίζω να λέω (πβ. το σημερ. «πάει λέ(γ)οντας»): Ημείς ηφέραμεν τον Ιησούν οποίος υπάγει λέγοντας ότι έναι Υιός του Θεού' Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 267v· Υπαγαίνοντας έτσι λέγοντας την ιστορίαν του Κάιν και την γενεαλογίαν του ... θέλετε μάθει το παν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 85v· Παγαίνοντας λέγοντας την υπόθεσιν τουτουνών των δύο παιδιών του Ισαάκ, ο Αβραάμ είχεν τότες διακοσίους χρόνους απεθαμένος Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 136r. Το απαρ. αορ. ’πείν ως ουσ.= 1) Λόγος· ρητό, απόφθεγμα: μεγάλη διαφορά είναι από το ’πείν ως το να ποίσει Μαχ. 47627· ελησμόνησεν το ’πείν τους φιλοσόφους, όπου λαλούσιν: «Μεν πιστεύσεις πάσα λόγον τό να γροικήσεις …» Μαχ. 39025. 2) Πληροφορία, μαρτυρία: Ο Περότ … ήτον πολλά ηγαπημένος της ρήγαινας της Βαλιαντίνας κατά το ’πείν τους λας Μαχ. 59433. Το γ΄ εν. ενεργ. απρόσ. = αναγράφεται, αναφέρεται: ακούσατε τι λέγει εις τας Πράξεις των αγίων Αποστόλων Ιστ. πατρ. 18813. Το γ΄ εν. μέσ.απρόσ. = φημολογείται: τον πλούτον αυτού δημοσίᾳ επώλησεν, ίνα λάβει ο βασιλεύς το χρέος ό αυτός εχρεώστει, ως λέγεται Ιστ. πολιτ. 7716. Το απαρ. ενεστ. ως ουσ. = η ρητορική: ένας ασκητής … ευρίσκετον εις τους καιρούς εκείνους θαυμαστός εις την μοναχικήν πολιτείαν και άξιος εις το λέγειν Εγκ. αγ. Δημ. 110179.
λιζάτο(ν)- το, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 426, Βίος Αλ.2 102, 106, Διήγ. Αλ. V 21, 38, 42, 45, 50, 65, Διήγ. Αλ. G 27018, 2743, 27612, 28627, 39.
Από το ουσ. λίζιος και την κατάλ. ‑άτον.
1) Η ιδιότητα του λίζιου, υποτέλεια: να τον εβγάλομεν από την ελευθερίαν του λιζάτου και ας τον αφήσομεν εις την ελεημοσύνην του ρηγός Μαχ. 23431. 2) Φόρος υποτέλειας, υποταγής: πέσε, προσκύνησέ μου και δώσ’ μου λιζάτο και φουσσάτο και ειρήνευε εις τον τόπον σου Διήγ. Αλ. G 27625· τα δύο σεντούκια τα εύκαιρα να τα γεμίσεις τριών χρονών λιζάτον Διήγ. Αλ. V 41.
λιμενεύω,- Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 378.
Από το ουσ. λιμήν και την κατάλ. ‑εύω. Η λ. στον Κουμαν., Συναγ., και στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
I. (Ενεργ.) ελλιμενίζω, οδηγώ σε λιμάνι: τα καράβια αυτών λιμενεύσαντες στρατόν τε … και την ζωάρκειαν αυτών άπασαν τῳ Βαϊμούντῳ προσέφερον Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 376. IΙ. (Μέσ.) μπαίνω σε λιμάνι, προσορμίζομαι: ο … στόλος εις νησίδιον καλούμενον Σεύτλον ελιμενεύθει Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 70.
λιμήν ‑ένας- ο, Πόλ. Τρωάδ. 354, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. § 373, Ιμπ. 597, Δούκ. 1071, Θησ. (Morgan) VIII 3, Θησ. (Foll.) I 70, Κορων., Μπούας 81, Αχέλ. 322, 1637, 1835, Μηλ., Οδοιπ. 641.
Το αρχ. ουσ. λιμήν. Η λ. και σήμ. στον τ. λιμένας.
1) α) Λιμάνι: Χρον. Μορ. P 436. Ιμπ. 603. Αχέλ. 162· (μεταφ.) Φλώρ. 63, 511· β) επίνειο: από τον Σουδεΐ, όπερ εστί λιμήν της Αντιόχειας, επί την Ρώμην έπλεε … Κομνηνής Άννας Μετάφρ. § 106. 2) (Μεταφ.) καταφύγιο, καταφυγή: Πρόδρ. IV 1Κ, χφφ CSA κριτ. υπ., 1ί χφφ CSA κριτ. υπ.· (προκ. για την Παναγία): χαίρε, … λιμήν κινδυνευόντων Εις Θεοτ. 101· καταφυγή χριστιανών, ελπίς απηλπισμένων, … λιμήν χειμαζόμενων Αλφ. 820.
λόγγος- ο, Σιγιλλ. Κωνστ. Μακρ. 12, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 13, Βίος Αλ.2 117, Χρον. Τόκκων 2325, 2329, Γράμματα Μετεώρ. 6626, 691, 7011, 7428, Θησ. ΙΑ΄ [υπόθ. 5, 203], Μάρκ., Βουλκ. 34227, Ιστ. Βατοπ. 40, Πεντ. Δευτ. XIX 5, Χρον. σουλτ. 3421, Αρσ., Κόπ. διατρ. 1030, Δωρ. Μον. XXX, Σταυριν. 247, Ευγέν. 887, Βακτ. αρχιερ. 170, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [475], Δ΄ [577, 1216], Ροδινός (Βαλ.) 122, κ.α.· λογγός.
Από το παλαιότ. σλαβ. logằ (Βλ. Meyer, NS II 38· πβ. και Γεωργακ., Πελοπον. 1, 1956, 393. Για διαφορετική ετυμ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. Γ΄ 209). Ο τ. και σήμ. στην Άνδρο και τη Μύκονο (βλ. Γεωργακ., Πελοπον. 1, 1956, πβ. και τ. ’ογγός στη Νάξο· βλ. Ήμελλο, Αθ. 67, 1963/64, 37)· ως τόπων, ήδη σε έγγρ. του 11. (Act. Lavr. 2213, 24114, 22), 12. (Act. Lavr. 6125), 14. αι. (Act. Xér. 259, Act. Esph. 2211),κ.α., καθώς και σήμ. (Βλ. Γεωργακ., Μ). Η λ. τον 11. αι. (Κεδρ.) και σήμ. και ως τοπων. (Βλ. Γεωργακ., Μ ).
Πυκνό δάσος: ήτον λόγγος περισσός και δένδρη μεγάλα, πολλά δασέα Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 166215· εις τα δάση και λογγούς είσαι (ενν. λύκε) κατακρυμμένος Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 841.
μακράν,- επίρρ., Διγ. A 2514, Διγ. (Trapp) Gr. 968, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 189, Θησ. Γ΄ [25], Απόκοπ.2 306, Κορων., Μπούας 34, Ιστ. πατρ. 1451, Ερωφ. Α΄ 216, Βακτ. αρχιερ. 184 κ.α.· μακρά, Ασσίζ. 29719, Διγ. Z 1816, 1819, Βέλθ. 40, Συναξ. γαδ. 283, Θησ. Β΄ [851], Κορων., Μπούας 14, Αχέλ. 544, Πανώρ. Πρόλ. 76, Γ΄ 275, Ερωφ. Πρόλ. 60, Ιντ. β΄ 8, Βοσκοπ. 109, 298, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 942, Ε΄ 854, Θυσ.2 519, Ροδολ. Β΄ [430], Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [121], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 14, Ζήν. Α΄ 15, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 45512 κ.π.α.· μακράς, Ψευδο-Σφρ. 3308, Βακτ. αρχιερ. 212, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 79.
Το αρχ. επίρρ. μακράν. Ο τ. μακρά στο Βλάχ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.)· τ. μαgρά στην Κάτω Ιταλία (Rohlfs, Et. Wört. 311).
Μακριά, σε απόσταση, σε μακρινό τόπο: Πανώρ. Πρόλ. 43· Κορων., Μπούας 119· Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1793· Ερωτόκρ. Α΄ 1079· Μαχ. 5205· (μεταφ.): θέλω να στέκεις σε πολλή κι αμέτρητη γλυκότη| μακρά απού τσ’ έγνοιες τσ’ όφκαιρες Ερωφ. Ιντ. α΄ 82· μακρά κατά πολλά από την αλήθεια Σουμμ., Ρεμπελ. 163. Φρ. 1) είμαι ή κρατώ μακρά = διαφέρω: ήρθα κι εγώ κι ετίμησα το κάλεσμα που εγίνη,| καλά κι εις τούτο η γνώμη μου μακρά ’ν’ κι η όρεξή μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 795· εθώριε τους (ενν. ο ρήγας) εγροίκα τους εκεί που τραγουδούσα| μ’ από τση νύκτας το σκοπό μακρα πολλά εκρατούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 498. 2) Πάγω μακρά = αργώ, καθυστερώ: του ’πασιν οι μάγοι κι η γδίκια του αποπίσω του μακρά δε θέλει πάγει Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [458].
μακρόθεν,- επίρρ., Καλλίμ. 872, Ιατροσ. 2737, Διγ. (Trapp) Gr. 1058, 1354, Διγ. A 2918, 3725, Διγ. Z 3096, Ερμον. Α 1350, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 270, 276, 392, Βίος Αλ. 1205, Ηπειρ. 27322, Πτωχολ. α 297.
Το μτγν. επίρρ. μακρόθεν. Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) Από μεγάλη απόσταση, απομακριά: τους δε μακρόθεν βλέποντας την δόμησιν του οίκου| ως από της λευκότητος δοκείν χιόνα έχειν Διγ. Z 3845. 2) α) Σε μεγάλη απόσταση, μακριά: Εκείθεν ο Καλλίμαχος ιστάμενος μακρόθεν| βλέπει την κόρην Καλλίμ. 1823· κατήντησεν εις τόπον| εκ της πόλεως μακρόθεν Πτωχολ. α 45· β) (επιθετ.) απομακρυσμένος: τα μακρόθεν έθνη μου σοι προσαποθανούνται Βίος Αλ. 3301· Πραγματευτάδες άρχοντες απομακρόθεν τόπους Φλώρ. 924· γ) (ως ουσ. προκ. για πρόσ.) αυτός που δεν είναι συγγενής, ξένος: Μη προτιμάσαι σνγγενούς αγάπην παρά φίλον,| μηδέ συγκρίνεις πρόσωπα γνησίων και μακρόθεν Σπαν. P 91.
μάκρος- το, Ασσίζ. 4305 (γεν. εν. μάκρου), 46710, Διγ. A 1511, Σπανός (Eideneier) Α 78, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 284, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2527, Rechenb. 502, Μαχ. 616, Θησ. I΄ [138] (γεν. εν. μάκρου), Χούμνου, Κοσμογ. 2789, Αλεξ. 565, 2080, Διήγ. Αγ. Σοφ. 14831, Πεντ. Γέν. IV 15, Έξ. XXIV 10, Δευτ. III 11, XXX 20, Ιστ. πατρ. 1002, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1494, Προσκυν. Ιεροσ. 4007 κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. μάκρος. Η γεν. του μάκρου σε έγγρ. του 17. αι. (Πεντόγαλος, Παρνασσ. 16, 1974, 46) και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 646 και Μενάρδ., Αθ. 8, 1896, 439). Η λ. και σήμ.
1) α) Μήκος: Αλεξ. 1571, Ασσίζ. 2158· η γεν. του μάκρου επιρρ. = (1) κατά μήκος: σήκω, πορπάτηξε εις την ηγή του μάκρου της και τον φάρδου της Πεντ. Γέν. XIII 17· (2) ως προς το μήκος: άγγελον πέμπει ο Θεός …| διά να μετρήσει … την γην του μάκρου και του πλάτου Χούμνου, Κοσμογ. 739. 2) Απόσταση: ο ήλιος … επτά βολές μεγαλύτερος από όλην την γην, διά το μάκρος οπού είναι ανάμεσα εις εμάς και εις εκείνον, μας φαίνεται πολλά μικρός Ροδινός (Βαλ.) 120. 3) Απομάκρυνση: μη μπορώντας να βαστά το μάκρος απ’ την κόρη εβάλθηκε τσι πόνους του να συγκερνά ως εμπόρει (ενν. ο Ρωτόκριτος) Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 387. 4) (Χρον.) έκφρ. εις μάκρος = σε μεγάλο χρονικό διάστημα, για πολύ καιρό: ο Ιησούς Χριστός δεν θέλει υπομείνει εις μάκρος τουτουνού του Σίμου τα μαγικά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 335v.
μάλιστα,- επίρρ., Προδρ. I 211, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 47, Λίβ. (Lamb.) N 962, Κορων., Μπούας 41, 54, Επιστ. Ηγουμ. 175, Πανώρ. Α΄ 121, Παλαμήδ., Βοηβ. 235, Λεηλ. Παροικ. 516, Διακρούσ. 8018· μάλισταν, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [17], Ροδολ. Ε΄ [429].
Το αρχ. επίρρ. μάλιστα. Η λ. και σήμ.
α) Υπερβολικά, σε μεγάλο βαθμό: Ουδέν γαρ μύθους … σοι γράφω,| τον νουν εχόντων ακριβή, δυσνόητον την λύσιν,| ου μεν ουν μάλιστα σαφή και γνώριμον τοις πάσιν Προδρ. III 25 χφφ SA κριτ. υπ.· τον πνευματικόν και εφημέριον … ομολογούμεν … άξιον, σεμνόν, ήσνχον και τίμιον κατά πάντα και μάλιστα άκακον Βλαστού, Επιστ. 17714· β) ιδίως, κυρίως: εύκολα σύμφωνά τινάς εις αλλοτρίους τόπους| μ’ εκείνους που ’χουν όμοιες τες γνώμες και τους τρόπους,| με συντοπίτες μάλιστα, και είναι παρηγορία Λίμπον. 137· επεί δε και ούτοι ομολόγησαν και δη και τον φόνον· … και μάλιστα ο Ανεμάς Μιχαήλ, ο και αρχηγός της τοιαύτης υποθέσεως Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 232· γ) αντιθέτως: είναι (ενν. ο πνευματικός) τόσο ελεήμων … απού το μοναστήρι τίποτας δεν παίρνει, μαλιστα, όταν έλθει, φέρνει Επιστ. Ηγουμ. 175· δ) (επιτ.) επιπλέον, ακόμη και: τώρα που πήρεν (ενν. ο Μιχαήλ) αυθεντιάν τόσα πολλά μεγάλη| όλους … άνω κάτω μας βάλλει,| μάλιστα τόσην δυνατήν που δεν ευρέθην άλλος| να την επάρει Παλαμήδ., Βοηβ. 659· Και πάσκει ένας τ’ άλλου τωνε τον κόπο να του πάρει| κάμνοντας το γομάρι τους περίσσα κι αλαφραίνει,| μάλιστα ογιά ξεφάντωση δικιά τως απομένει Ροδολ. Β΄ [344]· δεν ηξεύρω πώς εισέβηκεν εις την καρδίαν μου μέσα μία κάποια αγάπη, μάλιστα έρως του καλού των αρετών Παρθεν., Γράμμ. 227· δεν επέρασα πέρα, ότι ήμουν χωρίς άρματα· μάλιστα και το άλογόν μου ήτον ασθενημένον από την πληγήν Διγ. Άνδρ. 3897.
μαννάρα- η, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 231, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4865, 6288.
Το παλαιότ. ιταλ. mannara. Η λ. στο Βλάχ. (λ. μανάρα) και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄).
1) Ξίφος αμφίστομο: οι μεν δορυφόροι οι Βάραγγοι τας μαννάρας κατεβίβασαν επάνω αυτών Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 344, κριτ. υπ. 2) Τσεκούρι: τα προς οικοδομήν εργαλεία: … βαρέαν, σκαπέτια, φθυάρια, μαννάρας Χειλά, Χρον. 351· Εβάστα (ενν. ο Οκτώβριος) … εις την χέραν του σκεπάρνιν και μαννάραν Ημερολ. 20.
μάχομαι,- Ιατροσ. 21116, Χρον. Μορ. H 1079, 1270, 5524, Λίβ. Esc. 1253, 2257» 3192, Θησ. (Foll.) I 123, Κυπρ. ερωτ. 9818, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1940, 2110, Δ΄ 715, Ροδολ., Πρόλ. Μελλ. [26], Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [165], κ.α.· μτχ. ενεστ. μαχομένος, Ερμον. V 309· ενεργ. μάχω, Φαλιέρ., Ιστ.2 293.
Το αρχ. μάχομαι. Η μτχ. μαχομένος από μετρ. αν. Για το ενεργ. βλ. van Gemert [Φαλιέρ., Ιστ.2 σ. 73 και σημ. 28]· πβ. όμως και Αλεξ. Στ., Ελλην. 33, 1981, 457. Η λ. και σήμ. κοιν., καθώς και σε διάφ. τ. ιδιωμ. (Andr., Lex.).
Α´ Μτβ. 1) α) Κάνω μάχη, αγωνίζομαι ένοπλα εναντίον κάπ.: Βίος Αλ. 2641· (προκ. για πολιορκία): πέμπει (ενν. τον Μοναστράν) … εις την Λαοδίκειαν … όπως ο μεν Καντακουζηνός από θαλάσσης, αυτός δε διά ξηράς μάχονται την Λαοδίκειαν Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 94· β) κάνω πόλεμο, βρίσκομαι σε εμπόλεμη κατάσταση: Άρχισε (ενν. ο κυρ Θεόδωρος Λάσκαρης) του να μάχεται …| τους Φράγκους όπου ηυρέσκονταν εις της Νίκαιας τα μέρη (παραλ. 2 στ.) Κι εδιήρκεσεν η μάχη τους χρόνους καν τρεις και πλέον Χρον. Μορ. H 1216· Οι Τούρκοι …| … έχουν το και φυσικόν, ως λέγουν, και από νόμου| τους Χριστιανούς να μάχονται Χρον. Τόκκων 424· εσυμβιβάστην (ενν. ο δούκας) μετ’ αυτούς (ενν. με την Καμπάνια) …| να μάχονται την Ρωμανίαν Χρον. Μορ. H 7286· Εις κάστρο τον τον έβαλεν (ενν. ο δούκας τον Μουρίκη Μπούα) …(παραλ. 1 στ.)· και δύναμιν του έδωκεν να μάχεται την Άρταν Χρον. Τόκκων 1042· (με σύστ. αντικ.): στην μάχην όπου εμάχετον μετά τον βασιλέα| να τον βοηθήσουν ως ημπορούν Χρον. Μορ. H 5216· γ) αντιστέκομαι, προβάλλω ένοπλη αντίσταση: να τους καλέσεις με άρματα να έλθουν να μας βοηθήσουν,| τα κάστρη όπου μας μάχονται να θέλομεν τα πάρει Χρον. Μορ. H 2638· δ) έρχομαι σε ρήξη, σε σύγκρουση (εδώ με είδος σύστ. αντικ.): προς αλλήλους οι γειτνιώντες, καθεκάστην διαφοράς αναμέσον αυτών φυομένας εμάχοντο Ψευδο-Σφρ. 23630. 2) Προβάλλω αντιρρήσεις, εναντιώνομαι σε κάπ.: Ήκουσεν, ου συγκλίνεται, μάχεται τον πατέρα.| Λέγει την πάλιν ο πατήρ: « …λέγε το θέλημά σου» Λίβ. Sc. 1155. 3) Καταπονώ, εξαντλώ, βασανίζω (εδώ σε ιδιάζ. χρ. ως παθητ.): Τοσαύτα γαρ προς τον βασιλέα ήλθοσαν τα κακά και η ταραχή, ως εάν εις άλλον τινά ήρχοντο, ότι και από των οικείων ίνα μάχειται και από των εκτός ίνα πολεμίζειται, τας σάρκας αυτού ίνα διεμασάτο και έτρωγεν Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 209. 4) Αγωνίζομαι για κ., ασχολούμαι (επίπονα) με κ., επιχειρώ, προσπαθώ (Βλ. και Ανδρ., Σημασ. εξ. 58): εμαχόμην τον σκοπόν πως να την χαιρετήσω Λίβ. N 1929· πάσκει ο Βορράς και μάχεται το Νότο να νικήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1678· (σε παροιμιακή φρ.· βλ. Κονομή, ΕΕΒΣ 23, 1953, 482): Είτις τα ξένα μάχεται και τα δικά τ’ αφήννει| και τον καιρόν της φάλλιας του χολήν και δάκρυα πίννει Κυπρ. ερωτ. 1485. Β´ Αμτβ. 1) α) Κάνω μάχη, συμμετέχω σε ένοπλη σύγκρουση: Βίος Αλ. 4249· Αχέλ. 2076, Κορων., Μπούας 30, Χρον. Τόκκων 203· (ειρων.): τ’ άντερά μου| βουρβουρακιάζουν και πονούν και μάχετ’ η κοιλιά μου Κατζ. Α΄ 28· (προκ. για μονομαχία): Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1798· (μεταφ. προκ. για ψυχική ταραχή): Οι λογισμοί είναι σαϊτιές, καρδιά μον είν’ το σημάδι| και μάχουνται και ποιός μπορεί να τα συβάσει ομάδι; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 270· σαν ανέμοι αλλήλως τως μάχουνται (ενν. οι λογισμοί) Ερωφ. Γ΄ 200· (μεταφ. προκ. για σφοδρή ταραχή φυσικών στοιχείων): άντε μεσοπέλαγα δύο ανέμοι σηκωθούσι| αξάφνου, και …| μάχουνται με τη θάλασσα, μανίζου και φουσκώνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1675· μάχεται (ενν. η θάλασσα) και μ’ αφρισμενη χέρα| ράσσει να κάμει πόλεμο στο πρόσωπο του αέρα Στάθ. (Martini) Β΄ 3· β) πολεμώ, βρίσκομαι σε εμπόλεμη κατάσταση: Ο βασιλεύς …(παραλ. 1 στ.) … απόστειλεν φουσσάτα| και άρχισε να μάχεται κι εποίησεν αμαρτίαν Χρον. Μορ. H 5571· γ) (μεταφ. προκ. για ζώο) επιτίθεμαι βίαια, ορμώ: το αρκούδι μάχεται και να παλεψει θέλει Θρ. Κων/π. Βαρβ. 38. 2) α) Φιλονικώ, μαλώνω, λογομαχώ: Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 110, Ιατροσ. 23163, Απόκοπ.2 69· β) διαπληκτίζομαι: βλέπω τας ωραιωμένας| διά το βεργίν να μάχονται, το πώς να το κρατήσουν·| και μία το εκράτει και έτρεχεν και άλλη το αρπάζει Λίβ. Sc. 132. 3) α1) Συναγωνίζομαι, προσπαθώ να επιβληθώ: Λίβ. P 2447· α2) προσπαθώ να αντισταθώ (σε κ.): τας τρίχας του χολομανεί (ενν. ο ξένος) και τύπτει του τα στήθη| και προς τα δάκρυα μάχεται και ούτως διαβαίνει Αλφ. ξεν. 19· β) (με την πρόθ. διά) υπερασπίζομαι κ.: Επειδή είσαι φίλος μου και εμάχουσουν οδιά το όνομά μου, εγώ δεν σε αφήνω να πνιγείς Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433. 4) (Προκ. για σκέψεις, αισθήματα, κ.τ.ό.) συγκρούομαι, αντιβαίνω, βρίσκομαι σε αντίθεση: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1648. 5) α) Έχω έχθρα, αποστρέφομαι· μνησικακώ: Τάχα δεν μπορείς να κάμεις ογιά φίλους;| να μάχεσαι με τους κακούς, που διάγουν σαν τους σκύλους; Πικατ. 343· Ο Πάρης γαρ δεξάμενος λύπην του αδελφού του| είχεν κακιάν οργανικήν κατά του Αχιλλέως| και κατ’ αυτού εμάχετον, ως έδειξεν το τέλος Βυζ. Ιλιάδ. 964· β) οργίζομαι, «τα βάζω» με κάπ.· απειλώ: με την τύχη εμάχετο (ενν. η Αρετούσα) και με το ριζικό τση,| οπού την ετυφλώσανε, κι εβάλθη ν’ αγαπήσει| εκείνον οπού δε μπορεί να δει, ουδέ να γνωρίσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1320· ήρθε (ενν. ο Σκλαβούναρος) με τ’ απονέματα να τονε φοβερίσει.| Ο Κρητικός, …| να τον γροικά να μάχεται χαρά μεγάλην έχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2082. 6) Αγωνίζομαι, κοπιάζω, μοχθώ: Άνθρωπε, πάσχεις και θαρρείς το κάμνεις να κερδίσεις,| κακοπαθείς και μάχεσαι, θέλεις ίνα πλουτήσεις Αλφ. 142· κακοπαθείς και μάχεσαι τον κόσμον να τον έχεις Αλφ. (Μπουμπ.) I 22. 7) Κατέχομαι από ταραχή, αγωνιώ, βασανίζομαι, στενοχωριέμαι: μάχεται ο βασιλεύς εις λογισμόν του μέγαν Βυζ. Ιλιάδ. 235· θρήνον εκόπτετον δριμύν εις αύτην (έκδ. αυτήν) μαχομένη Φλώρ. 400· εμαχόμην κατά νου Λίβ. Esc. 2190· εμάχετό μοι λογισμός να γράψω τα συμβάντα,| τα ποία εσυνέβησαν την άτυχον την Πόλην Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 715· ο λογισμός εμάχετον: «Μη κάτι συκοφάντης| άνθρωπος ήλθεν κατ’ εμού; λέγει· μη κάτι εσφάλθην;» Φλώρ. 402.
μεγαλειότης- η, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 300 Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 891· μεγαλειότητα, Θησ. Η΄ [974], Χρον. σουλτ. προσθ. 5814, Χριστ. διδασκ. 164.
Το μτγν. ουσ. μεγαλειότης. Ο τ. μεγαλειότητα στο Βλάχ. και σήμ.
α) Μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα: Δια να μην λογιάσομεν κανένα ταπεινόν και χαμηλόν γήινον πράγμα να είναι όμοιον, της ουρανίου μεγαλειότητας του θεού Χριστ. διδασκ. 333· β) ανωτερότητα, υπεροχή: αν ποτέ αγαπήσατε όλες ελευθερίαν (παραλ. 1 στ.) τώρα όλες δείξετε σκληρήν την μεγαλείοτητά σας,| τώρα ας αποσκεπασθεί η αξιά κι η δύναμίς μας Θησ. (Foll.) I 89.
μέγας,- επίθ., Διγ. Z 166, 656, Βέλθ. 33, 105, Χρον. Μορ. P 4168, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 303, Λίβ. Esc. 3164, Αχιλλ. N 141, Ιμπ. 477, Χρον. Τόκκων 591, Κυπρ. ερωτ. 1535, Διγ. Άνδρ. 38422, κ.π.α.· ουδ. μέγαν, Βέλθ. 94, Ιμπ. 381, Μαχ. 5414· μεγάλος, Διγ. (Trapp) Esc. 595, Λίβ. Esc. 2444, Αχιλλ. N 589, Ιμπ. 4, Πανώρ. Πρόλ. 15, Α΄ 216, Ερωφ. Ιντ. α΄ 33, Β΄ 68, Γ΄ 424, Δ΄ 174, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1153, Β΄ 93, Γ΄ 63, Ε΄ 726, Στάθ. (Martini) Β΄106, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 18, κ.π.α.· συγκριτ. μεγαλιότερος, Χρον. Μορ. H 602, Θησ. (Foll.) I 56, 98, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΕ [8], Διγ. Άνδρ. 3282β, Χριστ. διδασκ. Προοίμ. [δ΄]· μεγαλλύτερος, Μαχ. 4811, 2583, 50613· μεγαλύτερος, Καλλίμ. 1080, Ασσίζ. 4161, Βέλθ. 365, Χρον. Μορ. P 602, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 652, Χρον. Τόκκων 358, Σφρ., Χρον. μ. 3416, κ.π.α.· υπερθ. μεγαλότατος, Ερωφ. Ιντ. γ’ 34, Ε’ 346, Θυσ.2 183, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ’ [369], Φορτουν. (Vinc.) Γ’ 535, κ.π.α.· μεγιστότατος, Βίος Αλ. 4184··πβ. και ά. μεγιστότατα· θηλ. μέγιστος, Διγ. Z 1518.
To αρχ. επίθ. μέγας. Για το ουδ. μέγαν βλ. Beaudouin, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 153. Ο τ. μεγάλος, για το σχηματ. του οποίου βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 538, και σήμ. Τ. μεάλος, μιάλος, μεαλύττερος στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 654, λ. μεάλος και Φαρμακ., Γλωσσάρ., λ. μιάλος). Για τον συγκριτ. μεγαλύτερος, που απ. τον 9. αι. (Sophocl., λ. μέγας), στο Etymologicum Magnum (L‑S, λ. μέγας C), καθώς και σε σχόλ. (Steph., Θησ., λ. μέγας), βλ. Apostolopoulos, Καλλίμ. 49. Ο υπερθ. μεγαλότατος επίσης στο Etymologicum Magnum (L‑S, λ. μέγας C) και στο Somav. Η λ. και διάφ. τ. σήμ. στο ποντιακό κ.ά. ιδιώμ. (Andr., Lex. και Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) α) Μεγαλόσωμος, σωματώδης: Διγ. Z 3880· (προκ. για ζώα): Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 235, 383· β) ψηλός: Ερμον. Δ 176. 2) Ενήλικος· (ο πιο) μεγάλος στην ηλικία: Ερωφ. Δ΄ 659· εφόρεσαν (ενν. οι άντρες Νινβέ) σακκί από μέγα αυτών και ως μικρόν αυτών Ιων. 2165. 3) α) (Σχετ. με έκταση, μέγεθος, διαστάσεις, κλπ.) απέραντος, αχανής: Ριμ. κόρ. 598, Πανώρ. Β΄ 257· β) πελώριος, ευμεγέθης: Χρον. σουλτ. 4424, Μαχ. 6583, Καρτάν., Διαθ. 249· απ’ έξω κατεσκεύασεν του παλατιού καμίνιν| και σουληνάριν έστεσε ολόχαλκον μεγάλον Διγ. Z 115· οι κοκκάλοι του (ενν. του αλόγου) μεγάλοι Πτωχολ. α 442. 4) (Ως επίθ. του Θεού): Π. Ν. Διαθ. φ. 335a 3. 5) (Ως επίθ. της Παναγίας): Μαρία …| πάναγνε και πανάχραντε, πάντων μεγαλοτέρα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 46. 6) (Ως επίθ. βασιλέων, μοναρχών, κλπ.): Πτωχολ. α 193, Byz. Kleinchron. A’ 4415, Διήγ. Αγ. Σοφ. 14714. 7) α) Επιφανής, σπουδαίος: τίμησόν με ως τοπάρχην| και ως βασιλέα μέγαν Πτωχολ. α 919· πολλά ’τον μέγας και ψηλός και ’πεικασμένος άρχος| οπού ’δωσεν και την βουλήν κι εκτίστη ο Άγιος Μάρκος Βεν. 15· μη χαθείς στοχάζοντας τέτοιας λογής μεγάλο| αφέντη, αξιότατο παρά κιανέναν άλλο Πανώρ. Αφ. 25· όχι οι Τούρκοι οι μικροί πλην κι οι μεγάλοι όλοι (παραλ. 1 στ.) τον εφοβούνταν περισσά Παλαμήδ., Βοηβ. 411· β) ευγενής, που κατάγεται από αρχοντική γενιά: σ’ ανθρώπους χαμηλούς χάρες δεν κατοικούσι·| πάντα στους μεγαλύτερους γυρεύγουσι να μπούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 660. 8) Που έχει μεγάλη ισχύ, δικαιοδοσία, κλπ.: σ’ ένα μεγαλύτερον εις πλούτον κι εξουσίαν (ενν. να υποκλιθεί)| δεν έν’ ουδόλως εντροπή, ουδέ καμί’ αγνωσία Κορων., Μπούας 18· το αντίδικον μέρος αν θέλει έσω των ι’ ημερών, ποιεί κράξιμον εις μεγαλότερον κριτήν Ελλην. νόμ. 51930. 9) (Προκ. για φυσικά φαινόμενα) ισχυρός, σφοδρός: Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402, 407, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 80, Ερωφ. Β΄ 237, Ιων. 2134. 10) (Προκ. για ήχους) δυνατός, ηχηρός: Χρον. Μορ. P 4817, Βέλθ. 1201, Κορων., Μπούας 130, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 955, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 319v. 11) (Προκ. για χρονική διάρκεια) πολύς: ωσάν αυτός το έπιε, ώρα διάβη μεγάλη,| ολόγυρα εγύριζε κι επίνασι και άλλοι Αλεξ. 2759· έχει μέγαν καιρόν ότι ορμάστη μετ’ αυτής τέλειον γάμον, τανύν δε αποστρέφεται απ’ αυτής Ελλην. νόμ. 54325. 12) Πολυάριθμος: ο Αβραάμ ειμό να είναι εις έθνος μεγάλο και δυνατό Πεντ. Γέν. XVIII 18· δύναμιν είχεν φοβερήν, φουσσάτα είχε μεγάλα Χρον. Μορ. H 211. 13) α) (Προκ. για μεγάλη ένταση, διάρκεια, έκταση, κλπ. κάπ. κατάστασης, γεγονότος, κλπ.): Γέγονε δε τῳ αυτῴ έτει θανατικόν μέγα και εξαίσιον Έκθ. χρον. 3311· τότε να είδες οδυρμούς και δάκρυα μεγάλα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 992· επολέμησεν μέγαν πόλεμον Μαχ. 11023· μ’ εβύθισε εις λογισμόν μεγάλο Φαλιέρ., Ιστ.2 17· β) (προκ. για ύπνο) βαθύς: αποκοιμήθην η ωριά ύπνον γλυκύν και μέγαν Ιμπ. 541· γ) δεινός, φοβερός: μεγάλον πράγμα και φρικτόν, ένα χριστιανό και μόνον| στην χώραν ταύτην δε θωρώ Τζάνε, Κρ. πόλ. 2247· πόσα κακά μεγάλα| σφαλίζου (ενν. οι βασιλιοί) ʼς τσι καρδιές τωνε Ερωφ. Β΄ 204· ο νους μου χωρίς άλλο| μου λέγει τίβοτας κακό πως θα με βρει μεγάλο Ερωφ. Β7 86· δ) ανδρείος, θαρραλέος: ολίγον ήτον χαμαδός, είχεν (ενν. ο καπετάνιος) ψυχήν μεγάλην Χρον. Τόκκων 160. 14) Αξιόλογος, σημαντικός: Μεγαλότατον είναι το βιβλίον της Αγίας Γραφής, επειδή και περιέχει όλες τες επιστήμες και μάθησες Ροδινός (Βαλ.) 88· ετούτη η προσευκή είναι μεγαλύτερη παρά άλλες προσευκές … όποιος θέλει να σωθεί ετούτην την προσευκήν ας έχει … εις το στόμα του Αποκ. Θεοτ. II 195· μακρύνουσι (ενν. οι τρίχες) και, το μεγαλότερον, ότι εμπνευματούνται και υπό της υγρότητος και κινούνται ως είδος νεροφίδων Μάρκ., Βουλκ. 34615. 15) Υψηλός, βαθυστόχαστος: Έρωτα, απού συχνιά ’ς τσι πλια μεγάλους| κι όμορφους λογισμούς κατοικημένος βρίσκεσαι Ερωφ. Α΄ 585· δεν ήτον τόσος μέτοχος λόγου, αλλ’ είχε πλάτος εις την γλώτταν και νοήματα μεγάλα Ιστ. πατρ. 1289. 16) α) Σοβαρός, «βαρύς»: τι κακόν μεγάλο| που έστειλες, Ιησού Χριστέ, για σφάλμα μας μεγάλο Τζάνε, Κρ. πόλ. 9325· όρκον έκαμε μεγάλον (ενν. ο βασιλέας)| και φρικτόν στον γεροντάκη Πτωχολ. B 308· μεγάλος τον εφάνηκεν ο λόγος του πατρός του Ιμπ. 154· ένας πτωχός ασθένησε ασθένεια μεγάλη Αιτωλ., Μύθ. 151· μεγάλο πράμα το κρατώ έτοιας λογής να σφάλεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 894· β) δύσκολος, επικίνδυνος: μα ʼνʼ η δουλειά μεγάλη| κι ο Βασιλιός αψόθυμος κι αληθινά ν’ αρχίσω| τρομάσσω Ερωφ. Δ΄ 74· είντα ελπίδαν έχεις| εις έτοιο πράμα δύσκολο, σ’ έτοια δουλειά μεγάλη,| οπού στα βάθητα της γης βούλεται να σε βάλει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 367. 17) Αυστηρός, ρητός: οίος δε δέχεται τούτο ότι ούτως εστίν, ορίζει η αγία του Θεού εκκλησία ίνα επιτίμια και κανόνας μεγίστους [υποστεί] Μάρκ., Βουλκ. 3398· ο Πάπας ο αγιότατος μετά εντολής μεγάλης| τους όρισε να αφήκουσι εκείνο το ταξίδιν Χρον. Μορ. H 911· ευθύς τους λουμπαρδάρους του μέγ’ ορισμόν εποίκε Κορων., Μπούας 109. 18) Ακριβός: έκαμεν (ενν. ο βεζίρης) εις όλα τα πράγματα του κόσμου, όσα και αν ήταν από μικρόν έως μέγα, νάρκι Συναδ., Χρον. 65. 19) Υπερπλήρης: μέγα μουζούρι θέλουσιν οπόταν αγοράζουν,| αμ’ όταν το αντιπωλούν γυρεύουν βουλωμένον Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 384. 20) Πομπώδης, επιδεικτικός, καυχησιάρικος: λέγεις λόγια εύκαιρα και μεγάλα Αιτωλ., Μύθ. 12629. 21) Άγιος, ιερός: Επορεύθη δε (ενν. ο Θεόληπτος) και εν τῃ Βλαχίᾳ μηνυθείς υπό του αυθεντός του Ράντουλα εις το σκευάσαι μέγα μύρον Έκθ. χρον. 6731. 22) (Προκ. για τη Μ. Εβδομάδα και το Πάσχα): τῃ αγίᾳ και μεγάλῃ Τετράδι Δούκ. 32325· προς το Μέγα Σάββατον ουκ είχες άλλον ρούχον Πουλολ. (Τσαβαρή) 180· τες ’πίσημες ημέρες,| την Αποκρέα, την Τυρινήν και το μεγάλο Πάσχα Σπαν. (Ζώρ.) V 452. 23) Εκτενής, διεξοδικός: να σας ειπώ αφήγησιν, καταλογήν μεγάλην Χρον. Μορ. H 1201. 24) (Προκ. για γεύμα) πλούσιο: άριστον μέγα, ευγενικόν ευθύς παρατοιμάζει Φλώρ. 777. Το αρσ. ως ουσ. = άρχοντας, αξιωματούχος: Τότε ουν ο βασιλεύς δε| προς τους μεγιστάνους είπεν| και μεγάλους τους πλησίον Πτωχολ. α 276. Το ουδ. ως ουσ.· φρ. φρονώ τα μεγάλα (πβ. την αρχ. φρ. μέγα, μεγάλα φρονώ, L‑S, λ. φρονέω II 2b) = έχω αλαζονικές ιδέες: επεί δ’ εχέφρων γέγονας, μη φρόνει τα μεγάλα Βίος Αλ. 3899. Τα ουδ. μέγα(ν) και μεγάλα ως επιρρ. (Πβ. την ήδη αρχ. χρ. του μέγα ως επίρρ., L‑S, λ. μέγας Β II) = πολύ, σε μεγάλο βαθμό: ίστατο τοίνυν εννεός, μέγα θορυβημένος (ενν. ο Βέλθανδρος) Βέλθ. 392· τα χείλη σου τα περισσά σου, κόρη| … ασχημόκοπα, μεγάλα σ’ ασχημίζουν Βέλθ. 563· ταύτα εισίν τα αγαθά και τα καλά τά έχεις| και υπεραίρεσαι πολλά, καυχάσαι τα μεγάλα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 236· (μαζί με ουσ. πιθ. ως επίρρ. αντί επίθ.): τα τείχη να χαλούσι,| μέγα χαλάστρα να γενεί Τζάνε, Κρ. πόλ. 38312· ηύρε πίταν μέγαν μόνην Χρησμ. VII 5· ο βασιλεύς και έκτισεν του μοναχού μονήν και έδωκέν του μέγα χαρίσματα Μαχ. 383. Εκφρ. 1) Εις το μέγα· βλ. ά. εις Εκφρ. 19. 2) Μεγάλος άνθρωπος· βλ. ά. άνθρωπος 1α6 φρ. 3) Μέγας αυθέντης ή αφέντης = σουλτάνος (Πβ. και ά. αυθέντης 5 και ά. μεγαφέντης): ήλθεν ο μέγας αυθέντης εις την Κόρινθον … και απέκλεισέ την Byz. Kleinchron. Α΄ 27323· ήλθεν εις την Πόλιν ο μέγας αυθέντης, ο Μεεμέτ σουλτάνος Byz. Kleinchron. Α΄ 27020· επήρε την Πόλιν ο μέγας αφέντης ο Μεχεμέτμπεης Byz. Kleinchron. A΄ 36917. 4) Μεγάλη αυλή· βλ. ά. αυλή 3α Έκφρ. 5) Μέγας βασιλεύς = α) ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου (Πβ. και ά. βασιλεύς 1): εκοιμήθη αιφνιδίως ο … ηγιασμένος μέγας βασιλεύς Ανδρόνικος Άγγελος Κομνηνός ο Παλαιολόγος Byz. Kleinchron. A΄ 6101· εκυρίευσεν ο Μυτιλήνης Φραντζέσκος … ο γαμβρός του μεγάλου βασιλέως Ρωμαίων, κυρού Ιωάννου του Παλαιολόγου Byz. Kleinchron. Α΄ 2191· β) σουλτάνος (Πβ. ά. βασιλεύς 1): υπετάγησαν … αι δύο πόλεις … τῳ μεγάλῳ βασιλεί … σουλτάνῳ Σουλαϊμάνῃ Byz. Kleinchron. A΄ 3205. 6) Μέγας δομέστικος· βλ. ά. δομέστικος 1β έκφρ. β. 7) Μέγας δουξ ή δούκας· βλ. ά δουξ γ. 8) Μεγάλη εκκλησία = α) η Αγία Σοφία της Κων/πολης: ο βασιλεύς … έκαμεν μίαν διαβαταρέαν από το βασιλικόν παλάτι έως την μεγάλην εκκλησίαν Διήγ. Αγ. Σοφ. 15031· την Αγίαν Σοφίαν την μεγάλην εκκλησίαν πρώτον μεν την έκτισεν ο μέγας Κωνσταντίνος δρομικήν Διήγ. Αγ. Σοφ. 1473· β) το Οικουμενικό Πατριαρχείο: είχεν φύγει από την Πόλην (ενν. ο παπακυρ Ιωάννης) … και … ήλθεν εις τας Σέρρας από κεφιλίκια και από σκάνδαλα της Μεγάλης Εκκλησίας Συναδ., Χρον. 49. 9) Μέγας κύρης· βλ. ά. κύρης 1α έκφρ. 10) Μέγας λογοθέτης· βλ. ά. λογοθέτης Α΄ 1β και Β΄ 2. 11) α) Μέγας μάγιστρος· βλ. ά. μάγιστρος Έκφρ. β) μέγας μαΐστωρ· βλ. ά. μαγίστωρ Έκφρ. 12) Μέγας μεσάλος· βλ. ά. μεσάλος Έκφρ. 13) Μέγα μήνυμα· βλ. ά. μήνυμα 5. 14) Μέγα πράγμα = θαύμα: έστεκεν με φόβον και με τρόμον (ενν. η γυναίκα), οπού είδε τούτο το μέγα πράγμα, να υγιάνει παρευθύς Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 259r· έναι έτσι σοφός και θαυματοποιός και κάνει τόσα πράγματα μεγάλα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 278v. 15) Μέγας πριμικήριος· βλ. ά. πριμικήριος. 16) Μέγας προφήτης = ο Μωάμεθ: γίνομαι και χριστιανός και μετά σας να έλθω.| Εγώ έχω και το αδέλφι σας κι ως δι’ αυτήν μη λυπάσθε| και τούτο ομνύω και λέγω σας μα τον μέγαν προφήτην Διγ. (Trapp) Esc. 160. 17) Μέγας σακελλάριος· βλ. ά. σακελλάριος. 18) Μέγας στρατοπεδάρχης· βλ. ά. στρατοπεδάρχης. 19) Μέγας τσαούσης· βλ. ά. τσαούσης.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίρρ., Βέλθ. (Κριαρ.) 1065, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 259, 273, Μαχ. (Dawk.) 6602, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 14716, Αχέλ. (Pern.) 522, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 13916, 15318, 17620, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 859, 1667, Δωρ. Μον. (Buchon) ΧΧΧΙ, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 35719, 39816, Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ σ. 35· ανάμεσο(ν), Ασσίζ. (Σάθ.) 28113, 3794, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8777, Λίβ. (Μαυρ.) P 1294, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 5322, 13512, Δωρ. Μον. (Buchon) XVIII, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) Εισαγ. 29· 124, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 164, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 39010, Ευγέν. (Vitti) 558, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 134, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [898], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 5233· αναμεσό(ν), Μαχ. (Dawk.) 51628, 57633, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 37133, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 332· αναμέσα, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) Α΄ 529· ανάμεσα, Διγ. (Καλ.) Esc. 1057, 1089, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2583, Διήγ. Βελ. (Cant.) 454, Φλώρ. (Κριαρ.) 1674, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1388, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 237, Μαχ. (Dawk.) 52828 62631, Ch. pop. (Pern.) 506, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 11831, Πικατ. (Κριαρ.) 202, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 145, Πεντ. (Hess.) Έξ. ΧΙΙΙ 9, 16 ΧΧΙΧ 39, Λευιτ. ΧΧΙΙΙ 5, XXVII 33, Αρ. ΙΧ 3, Δευτ. ΧΙ 18, XXVIII 57, Αχέλ. (Pern.) 1820, Αιτωλ., Μύθ. (Legr.) 5616, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 643, Μηλ., Οδοιπ. (Παπαγ. Σπ.) 637, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ιντ. γ΄ 9, Πανώρ. (Κριαρ.) Πρόλ. 27, A΄ 90, Γ΄ 114, 408, Ερωφ. (Ξανθ.) B΄ 516, Δ΄ 113, 122, E΄ 605, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 1, 361· IV 3, 14· 6, 21, Σταυριν. (Legr.) 380, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 627, Σουμμ., Ρεμπελ. (Σάθ.) 162, 193, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3905, Στάθ. (Σάθ.) B΄ 130, Γ΄ 174, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [41], Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 156, 181, 182, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [1232], Γ΄ [423, 524, 1135], Χορ. δ΄ [58], Ε΄ [1336], Λίμπον. (Legr.) Επίλ. 72, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. α΄ 72, Ζήν. (Σάθ.) Ε΄ 331, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 15913, 38315, 4862· ανάμεσας, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙ 5, 93· ΙΙΙ 6, 62· αναμεσά, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [283], Γ΄ [1168]· αναμεσάς, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙ 5, 93· αναμεσώς, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 14418, 20, 21913‑14.