Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- βάινος,
- επίθ., Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513.
Το μτγν. επίθ. βαϊνός.
Που είναι καμωμένος από ξύλο «βάγιου»: έτερ<ον> καμπτρίτσιν βάινον έχον εντός λείψανα κομμάτια επτά Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513.
βιβλιδάριον- το, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 515, 521, 522, 524. Βλ. και Atsalos, Term. Α΄ 83-4.
Το αρχ. ουσ. βιβλιδάριον. Για το σχηματ. βλ. Atsalos, Term. Α΄ 50.
Μικρό πόνημα, σύγγραμμα ή και σχετικώς εκτενές: Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 515. — Βλ. και βιβλιόπουλον.
βιβλιδόπουλον- το, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 515, 518, 519.
Από το ουσ. βιβλίς και την κατάλ. ‑πουλον (Atsalos, Term. A΄ 50-1).
Μικρό χειρόγραφο (ως προς το σχήμα ή το πάχος): Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 515. — Βλ. και βιβλιάριον 1.
βλαττί(ν)- το, Σταφ., Ιατροσ. 8212, Προδρ. III 88, Διγ. (Trapp) Gr. 1188, 3304, Διγ. Z 1523, Λίβ. P 1082, Λίβ. Sc. 1725, 2093, Λίβ. Esc. 2534, 4320, Λίβ. N 3748, Αχιλλ. N 1107, Αχιλλ. O 178, κ.α.· βλαντί(ν), Ιμπ. 540, Θησ. Ϛ΄ [298, 413], ΙΑ΄ [293], Ριμ. Βελ. 466, κ.α.· βλαντί(ν) και βλαντίο(ν), Ριμ. Βελ. 38, 831, Δεφ., Λόγ. 489· βλαντίον, Ευγεν., Δρόσ. Β΄ 343 (έκδ. βλαυτίον, πιθ. εσφαλμ. γρ. αντί βλαντίον)· βλαττί(ν) και βλαττίο(ν), Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513, Διγ. (Trapp) Gr. 1746, 1870, Διγ. Z 1149, 2218, 2373, Διγ. (Trapp) Esc. 567, 1789, Χρυσόβ. του 1364 σ. 33, Διήγ. Βελ. 285, 463, Αχιλλ. L 260, Αχιλλ. N 343, 1104, Ιμπ. (Lambr.) 439, Ιμπ. (Legr.) 502, Φαλιέρ., Λόγ. 329, Διγ. Άνδρ. 36117, κ.α.· βλαττίον, Λεξ. IV 554.
Από το ουσ. βλάττα (= λατ. blatta) (Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Β2 39). βλ. και Steiner, Stud. byz. Lexik. 156. Η λ. και ο τ. βλαντίν και σήμ. (ΙΛ, λ. βλαττίν). Απ. και ουσ. κατάβλαττον (= «ολοπόρφυρον βλαττίον», ΝΕ 7, 1910, 40).
Ύφασμα ή φόρεμα πολυτελές, συχνά κόκκινο, μεταξωτό (Βλ. ΙΛ, λ. βλαττίν 9, 10, 11 και Zakythinos [Χρυσόβ. του 1364 σ. 67-8] και Speck, JÖBG 15, 1966, 335, 336, 344, 345, 368, 369): ίππους αρίστους δώδεκα και παμμεγέθεις μαύρους| μετά βλαττίων εκλεκτών επάνω σκεπασμένους Διγ. Z 2218· και χρυσοκόκκινον βλαττίν εσάγισαν τον μαύρον Αχιλλ. O 178· Α σου ζητά φορέματα, βλαντιά και δακτυλίδια,| κάμνε της μέσα του σπιτιού ό,τι μπορείς στολίδια Δεφ., Λόγ. 489· πρασινορόδινον βλαττίν είχεν εις το καπούλιν Διγ. Z 1523· άσπρον βλαττίν εφόρεσεν με τα χρυσά πουλία Αχιλλ. N 1107· βλαττία, ήτοι εμπροστάλια των αγίων εικόνων, μικρά μεγάλα δεκαπέντε Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513. — Βλ. και ατλάζι, βλαττίτσιν.
βλαττίτσιν- το, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 514.
Από το ουσ. βλαττί(ν) και την κατάλ. ‑ίτσιν.
Ύφασμα (εδώ προκ. για κάλυμμα εικόνας): βλαττίτσιν μικρόν παλαιόν Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 514. — Βλ. και βλαττί(ν).
βομβύκινος,- επίθ.· βαβύκινος, Διαθ. Αγ. Γεωργ. Μαγγ. (REB 6, 1948, 46, 47δις), Ασσίζ. 2441 (έκδ. βιβήκια, πιθ. εσφαλμ. γρ. αντί βαβύκινα)· βαμβάκινος, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 520· βαμβύκινος, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513, 520, 524, Act. Xér. 9A12, 9B16, Βίος Αλ. 5628, Βεν. κείμ. 3, βαμπύκινος, Σεβήρ., Σημειώμ. 100· παμπύκινος, Βεν. κείμ. 3.
Από το ουσ. βόμβυξ.
1) Μεταξωτός (Βλ. L‑S): σινδόνιον βαμβύκινον Βίος Αλ. 5628. 2) (Προκ. για βιβλία) (Βλ. Δημητράκ. και Atsalos, Term. A΄ 140): βιβλιδόπουλον βαμβύκινον Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 524. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = μεταξωτά υφάσματα: Απέ τα βαβύκινα και απέ τα βαμπακερά κελεύει το δίκαιον να λάβουν εις τα μάρκα ρ΄ Ασσίζ. 2441.
βουβαλικός,- επίθ., Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513· βουβάλικος, Τρωικά 5339.
Από το ουσ. βούβαλος και την κατάλ. ‑ικός. Η λ. το 10. αι. (Sophocl.).
Που προέρχεται ή σχετίζεται με βουβάλι (Η σημασ. το 10. αι., Sophocl.): το σκουτάριν του ήτον ενδυμένον με βουβάλικα βυρσάρια επτά ολοσίδηρον Τρωικά 5339.
βουλλωτός,- επίθ., Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 514, Διήγ. Βελ. 153.
Από το βουλλώνω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Που φέρει αποτύπωμα σφραγίδας ως διακριτικό γνησιότητας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): έτερον βλαττίον βουλλωτόν Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 514. 2) Που έχει σκεπασμένα τα μάτια του με πανί (Πβ. ΙΛ στη λ. Α3β): τρεις χρόνους ήτον βουλλωτός τυφλός ο Βελισάρης Διήγ. Βελ. 153.
βρεφοκρατούσα,- μτχ. επίθ., Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 512.
Από το ουσ. βρέφος και τη μτχ. του κρατώ.
(Προκ. για την Παναγία) που κρατάει το «βρέφος»: Εικών ετέρα σίγνον (?) η αγία Θεοτόκος .... βρεφοκρατούσα Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 512.
βροντοσεισμολόγιον- το, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 520.
Από συμφ. των ουσ. βροντολόγιον και σεισμολόγιον. Πβ. τη λ. σεισμοβροντολόγιον (Βλ. Σάθ., ΜΒ Α΄ 50).
Βιβλίο μαντικής που βασίζεται στα φυσικά φαινόμενα (κεραυνούς και σεισμούς): Έτερον βιβλίον ο Ιώβ ερμηνευμένος. Έτερον πτενόν το βροντοσεισμολόγιον Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 520.
γεράνιος,- επίθ., Πεντ. Έξ. XXV 4, XXVI 1, 4 (έκδ. γεράνες· διορθώσ. γεράνιες), 31, XXXV 35, XXXVI 8, 37, XXXVIII 18, Αρ. IV 7, 9, 11, 12· γεράνεος, Έγγρ. του 1509 (Βαγιακ., ΕΜΑ 3, 1950, 153), Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 432, 490 κριτ. υπ.· γερανέος, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 514, Πουλολ. Αθ. 226· γερανιός, Έγγρ. του 1628 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 5540), Έγγρ. του 1681 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 8713)· γερανός, Πουλολ. 274, Ιατροσ. κώδ. χϟδ΄.
Κατά Κουκ. (Ευστ., Λαογρ. Β΄ 38) από το γέρανος (πουλί). Κατά Georgac. (Glotta 36, 1957, 108) από το *αεράνιος, που από συμφ. του αέρινος και του ουράνιος. Κατά Krawczynski [Πουλολ. σ. 82, σχόλ.] από το αέρινος. Κατά Καλλέρ. (ΛΔ 8, 1958, 14 σημ. 7) από το γεράνιν. Βλ. και Ανδρ., Λεξ. (λ. γεράνιος). Για τον τ. γερανός βλ. Trapp, JÖB 35, 1985, 160. Η λ. στο Du Cange και σήμ. (Δημητράκ.).
Που έχει χρώμα σκούρο γαλάζιο, βαθυγάλαζος (Βλ. όμως και Καλλέρ., ΛΔ 8, 1958, 14 σημ. 7 και Krawczynski [Πουλολ. σ. 82, σχόλ.]. Η σημασ. στο Du Cange και σήμ., Δημητράκ.): να κάμεις θηλές γεράνιες ιπί χείλος του βηλαριού του ενού Πεντ. Έξ. XXVI 4· το πάπλωμάν της το γερανιό Έγγρ. του 1628 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 5540).
γονή- η, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 514, Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 28, 62, 733, Ε΄ 917· γόνη, Ερμον. Ω 274.
Το αρχ. ουσ. γονή. Ο τ. από μετρ. αν. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Γόνος, τέκνο ή τέκνα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Ει προ του πενθίμου χρόνου τέκοι γυνή προς τῳ πέρατι του έτους, ώστε είναι αναμφισβήτητον το μη την γονήν εκ του προτέρου καθεστάναι συνοικεσίου, παντοίως αυτήν στερείσθαι θεσπίζομεν της προγαμιαίας δωρεάς Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 62· όπου γε τῳ πατρί έξεστι μέτρια φρονήσαντι περί την πάσαν γονήν Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 917.
γραφή- η, Act. Lavr. 5530, 6763, Σπαν. B 514, Σπαν. A 1, Σπαν. P 259, Μανασσ., Χρον. 8, Καλλίμ. 20, 757, 1004, 2392, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 523, Διγ. (Trapp) Gr. 358, Διγ. Z 595, 650, Διγ. (Hess.) Esc. 710, Χρον. Μορ. H 479, 805, 1029, 8630, Χρον. Μορ. P 7870, Βίος Αλ. 3162, Φλώρ. 159, Λίβ. P 1253, Λίβ. Sc. 124, 2850, Λίβ. Esc. 1440, 1939, 3935, Λίβ. N 1218, 1422, Αχιλλ. L 305, 715, Αχιλλ. N 634, Φυσιολ. (Zur.) IV 219, Παρασπ., Βάρν. C 22, Αργυρ., Βάρν. K 423, Μαχ. 1423, 4825, 1628, 2108, Δούκ. 28121, Σφρ., Χρον. μ. 7823, 8426, Θησ. (Foll.) I 110, Έκθ. χρον. 7213, Απόκοπ. 485, Συναξ. γυν. 84, 115, 121, Κορων., Μπούας 4, 14, 25, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 2, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 16, Δεφ., Λόγ. 34, Ρίμ. θαν. 14, Αχέλ. 1798, 2134, Θρ. Κύπρ. K 42, 603, Χρον. σουλτ. 6413, Παϊσ., Ιστ. Σινά 557, Κυπρ. ερωτ. 911, Κατζ. Γ΄ 319, Σουμμ., Ρεμπελ. 176, Ερωτόκρ. Α΄ 2000, Γ΄ 1672, Δ΄ 779, 788, 798, 799, Ευγέν. 1051, Ροδολ. Α΄ [541], Βακτ. αρχιερ. 164, 186, Ζήν. Β΄ μετά στ. 78, Διακρούσ. 7315, 771, 44617, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 745, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. γραφή. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Γράψιμο (ως ενέργεια) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1. Βλ. και Δημητράκ. και Βλαστού, Συνών. 62, λ. γράψιμο): Αν είχα τόσον δίκιον στην γραφήμ μου| εις όσον έχω διά να σ’ αγαπήσω,| δεν ήθελά ’χειν φόβον να μιλήσω Κυπρ. ερωτ. 911· Λοιπόν ας στήσω την γραφήν, ας παύσω και τους λόγους Σπαν. B 514. Φρ. σχολάζω εις την γραφήν = μαθαίνω γράμματα, σπουδάζω: Πατέρων παίδες ευγενών εις την γραφήν σχολάζουν Φλώρ. 159. 2) Γραπτό (γενικά) (Βλ. L‑S στη λ. II2): Εγνώρισ’ ο Πολύδωρος ...| πως οι γραφές κι η ζγουραφιά σε πόθο την εβάλα Ερωτόκρ. Α΄ 2000· τα ατυχήματα του γένους του εδικού μας ... μήτε με στόμα ημπορεί τινάς να τας ειπεί, μήτε με γραφήν να τας παραδώκει εις άλλους Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 745. 3) Επιστολή, γράμμα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 10): Θεράπιον ο Πολύδωρος παίρνει την ώρα κείνη| να δει του φίλου του γραφή κι ολόχαρος εγίνη Ερωτόκρ. Δ΄ 788· να γράφω προς εσέν γραφή Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 2. 4) α) Έγγραφο (συχνά επίσημο): αφέντη πρεβεδόρο, τη γραφή τση υψηλότης σου έλαβα ΄ Εγγρ. του 1660 (Καραθανάσης, Κρ. Χρ. 25, 1973, 83)· Περί χωριζομένου ανδρογύνου χωρίς γραφήν Βακτ. αρχιερ. 186· Η παρούσα γραφή στερεά εν τῃ δυνάμει αυτής Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3620· γραφή νοδαρική Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2164· β) (φρ.) (νομ.) αποτίθεμαι γραφήν κατηγορίας, βλ. αποτίθεμαι φρ.· γ) έκφρ. χρυσοσήμαντος γραφή = χρυσόβουλλο: παρακελεύεται το γαλήνιον κράτος ημ[ών διά της παρούσης χρυσοση]μάντου γραφής Act. Lavr. 5530. 5) Διαθήκη: εκάλεσα ελθείν προς με ... νοτάριον βασιλικόν, όπως τῃ εκείνου γραφῄ διαθέσομαι και διατάξομαι πάντα τα εμά πράγματα Διαθ. του 1502 (Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ 68017)· Ρίμ. θαν. 14. 6) Σύγγραμα, συγγραφή (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II2 και στο Βλάχ.): Επεί γουν επεπόθησας οία τροφίμη λόγου| ευσύναπτόν σοι και σαφή γραφήν εκπονηθήναι Μανασσ., Χρον. 8· Τα δε εν μέσῳ του καιρού κατά λεπτόν ου γράφω·| εις μήκος φέρει την γραφήν, το μήκος έχει κόρον Καλλίμ. 757· Και τώρα γράφω μιαν γραφήν να την ακούσουν πάντες Κορων., Μπούας 4. 7) α) (Εν. και πληθ.) σύνολο ιερών βιβλίων, Αγία Γραφή (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. Α1a και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 17): αφήτις ήλθε ο Χριστός, ...| την στράταν εκαθάρισε και την Γραφήν εφτιάσε Δεφ., Λόγ. 34· δράμε ευθέως επί τας πηγάς των υδάτων, τουτέστιν επί τας φλέβας των Γραφών κατά της προφητείας Φυσιολ. (Zur.) IV 219· β) έκφρ. Παλαιά Γραφή = Παλαιά Διαθήκη (Η χρ. μτγν., Sophocl. στη λ. 2. Βλ. και Lampe, Lex. στη λ. Α1a, A4b): εις την Παλαιάν Γραφήν φαίνεται η ατυχιά τους (ενν. των γυναικών) Συναξ. γυν. 115· βιβλίον άλλο η Παλαιά και θεία Γραφή έχοντα και το εξκαιδεκαπρόφητον Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 523· γ) έκφρ. Νέα Γραφή = Καινή Διαθήκη (Βλ. Lampe, Lex. στη λ. Α1a, A4b): εις την Νέαν Γραφήν, όπου θέλω ν’ αναφέρω,| την ένσαρκον οικονομίαν εις πλάτος να την φέρω Συναξ. γυν. 121. 8) (Πληθ.) αρχείο (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II5): γυρέψετε εις τας γραφάς και να ’βρετε ότι ποττέ δεν εγίνετον εις την Ιερουσαλήμ καμία βουλή ... δίχως το θέλημαν του ρηγός Μαχ. 4825.
δεσποτικός,- επίθ., Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 517, Act. Xér. 115, Χρον. Μορ. H 3015, 3026, 4578, Ηπειρ. 23219, Ιστ. Ηπείρ. XXVI5, XXXII4, Μαχ. 43817, 63432‑3, Δούκ. 32314, Έκθ. χρον. 3625, Ιστ. πατρ. 11620, 20222, Παϊσ., Ιστ. Σινά 456, 1092, 1349, Συναδ., Χρον. 69.
Το αρχ. επίθ. δεσποτικός. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Που ανήκει ή αναφέρεται στο «δεσπότη»: έφερεν ο Παλαιολόγος Βριόνης τα δεσποτικά αξιώματα Ηπειρ. 23219· οι Σαρακηνοί εκάψαν τα Κελλιά και την Αραδίππου και ούλον το απλίκιν το δεσποτικόν Μαχ. 63432‑3· β) που ανήκει στο Χριστό (Η σημασ. μτγν., Sophocl., και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6): ο άγιος του σώματος και αίματος του δεσποτικού εις το κοινωνήσαι Δούκ. 32314· έψαλλαν … εις τον δεσποτικόν κανόνα του σεισμού Συναδ., Χρον. 69· εις τας δεσποτικός εορτάς Ιστ. πατρ. 11620. 2) (Προκ. για άρχοντα) εκκλησιαστικός: παρισταμένων και θεοφιλεστάτων δεσποτικών αρχόντων Act. Xér. 115. Το ουδ. πληθ. ως ουσ. δεσποτικά = φόροι ή υπηρεσία που προσφέρεται σε «δεσπότη», άρχοντα (για τη σημασ. βλ. Σταυρίδου-Ζαφράκα, Βυζαντ. 11, 1982, 47): να έχουσιν τιμήν δεσποτικά μη κάμουν Χρον. Μορ. H 3015. Το ουδ. ως τοπων.: Λεηλ. Παροικ. 98, 159.
δισκοποτήριον- το, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου σ. 513, Act. Xér. 9Β12, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 758, 788, κριτ. υπ.· δισκοποτήριν, Έγγρ. του 13. αι. (ΝΕ 7, 1910, 407)· δισχοποτήριν, Act. Xér. 9Α10.
Από τα ουσ. δίσκος και ποτήριον. Η λ. σε έγγρ. του 924 [Act. Xér., Παράρτ. β 19] και στον Theoph. Cont. σ. 927. Η λ. και στο Somav.
Δισκοπότηρο (Η σημασ. σε έγγρ. του 92, Παράρτ. β 19]): δισκοποτήριν αργυρόν Έγγρ. του 13. αι. (ΝΕ 7, 1910, 407).
εκλογάδιν- το, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 521, Έγγρ. του 13. αι. (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 40).
Από το ουσ. εκλογή και την κατάλ. ‑άδιν. Η λ. τον 10. αι. (Follieri E., Zetesis [1973], 503) και στο Du Cange.
Συλλογή περικοπών των τεσσάρων ευαγγελίων: ευαγγέλιον εκλογάδιν ά́ Έγγρ. του 13. αι. (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 40).
ζυγή- η, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1043, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15711, Έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζης, ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 956, 9610)· ζη.
Το θηλ. του επιθ. ζυγός ως ουσ. Η λ. τον 4. αι. (Steph., Θησ.).
Ζεύγος: πισαυρίου έφερεν α΄ κόπελλον του μαγειρείου με μίαν ζυγήν ποδήματα πλατεία Μαχ. 4005· επιμανίκια κεντητά ζυγαί τρεις Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 514. μία ζη στιβάνια Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4457.
θηλύκι(ο)ν- το, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 514.
Υποκορ. του επιθ. θηλυκός (Βλ. Ανδρ., Λεξ. λ. θηλύκι). Η λ. και σήμ. στον τ. θηλύκι (Βλαστού, Συνών.). Για τη λ. βλ. και Θαβώρ., Ουσιαστ. 67.
α) Θηλιά ή κουμπότρυπα: τρανά μαργαριτάρια είχεν (ενν. η εσθής) αντί κομβίων,| τα δε θηλύκια στρεπτά εκ καθαρού χρυσίου Διγ. (Trapp) Gr. 1176· β) θηλυκωτήρας χειρογράφου (βλ. Μανούσακα [Σεβήρ., Σημειώμ. 61 ] και Atsalos, Πεπρ. ΙΔ′ ΔΒΣ 44 και 48): Ευαγγέλιον μετά χρυσογραμμίας βεβράινον πρώτου μήκους ενδεδυμένον μετά καμουκά κοκκίνου και τα θηλύκια του ασημένια Σεβήρ., Σημειώμ. 83.
θυμιατός- ο, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513· φυμιατός.
Η λ. στον Ιπποκράτη (L‑S), σε έγγρ. του 13. αι. (ΝΕ 7, 1910, 41) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).
α) Θυμιατό, λιβανιστήρι: Χιλιάδες άνθρωποι με ... θυμιατούς εσυναπάντησαν τον Αλέξανδρον και εθυμίασάν τον Alexanderromanb 6624· β) θύμιασμα (Για τη σημασ. βλ. και Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 84]): «Αφέντη, ήξευρε, ότι είναι αμαρτίες οι ποίες συγχωρούνται με τον φυμιατόν» Μαχ. 6621.
ιστορίζω,- Λόγ. παρηγ. L 233, 423, 427, Λόγ. παρηγ. O 237, 433, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 520, Διγ. (Trapp) Gr. 1303, Διγ. Z 1743, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 392, Λίβ. P 263, 2733, Λίβ. N 363, Θησ. Ζ΄ [421], ΙΑ΄ [604], Διήγ. Αλ. V 42, 82, Τριβ., Ρε 54, Παϊσ., Ιστ. Σινά 385, 456, 650, 1242, Διγ. Άνδρ. 35218· ’στορίζω, Λίβ. N 297, Φυσιολ. (Legr.) 578, Φυσιολ. 37219, Θησ. Θ΄ [737], ΙΑ΄ [652], Διήγ. Αγ. Σοφ. 16019, Διήγ. Αλ. V 58, 60, Παϊσ., Ιστ. Σινά 434, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23113, 5874· μτχ. ιστορισμένος, Λίβ. P 263, 2834, Λίβ. Esc. 368, 506, Λίβ. N 363, Διήγ. Αλ. G 288 δις.
Από το ιστορώ. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex.).
α) Σκαλίζω, ζωγραφίζω, διακοσμώ: ιστορίζει θαυμαστούς ναούς εξηρημένους Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 396· το καθέναν έμπροσθεν είχεν ιστορισμένα ζώδια ερωτοδόπουλα Λίβ. Esc. 368 (κριτ. υπ.)· β) απεικονίζω, αναπαριστώ: να μου ιστορίσετε το πρόσωπόν μου εις τον στύλον Διήγ. Αλ. V 23· ήτον ο Έρωτας γυμνός και απάνου ιστορισμένος Λίβ. Esc. 506.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513.