Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 371 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Λίβ. διασκευή α

  • πρόβοδος
    ο, Λόγ. παρηγ. L 326, 712, Λόγ. παρηγ. O 334, 723, Διγ. Z 646, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 2434, 5459, 12204, Χρον. Μορ. P 5300, 5309, 5313, 5680, 5732, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 353, Λίβ. Esc. 3005, 4233, Λίβ. διασκευή α 1106, 2169, 3134, 4410, 4413, Λίβ. Va 893, 2791, Δευτ. Παρουσ. 361, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) κριτ. υπ. 247, 538, 817 Απόκοπ.2 78, Έκθ. χρον. 6516· πρόβεδος, Χρον. Μορ. H 5309, 5313, 5680, 5732· προβοδός, Θησ. Β́ [152].
    Από το αρχ. ουσ. πρόοδος ο ή από το ουσ. προεύοδος (απ. στον Ευστ.) (Κοραή, Άτ. Ε1 314). Η λ. τον 9. αι. (TLG) και στο Du Cange· βλ. και LBG.
    Αυτός που προπορεύεται και δείχνει το δρόμο σε άλλους, οδηγός: Λοιπόν, ωσάν εξέβησαν από την Ανδραβίδα,| οι Τούρκοι υπαγαίνασιν πάντα εις την εμπροστέλαν·| προβόδους είχαν τοπικούς οπού τους οδηγεύαν Χρον. Μορ. H 5300· ουδέ γαρ έναι δυνατόν χώραν και κόσμον τόσον| μόνοι μας δίχα συνεργού, δίχα προβόδου μόνοι,| περιπατήσαι θαρρικά, σκοπήσαι, ψηλαφήσαι Λίβ. διασκευή α 4410· (σε μεταφ.): Πρόβοδος είμαι (ενν. εγώ, ο Μάρτης) του καιρού, στρατιώτης του πολέμου Λίβ. Esc. 1027.
       
  • πρόγευμα
    το, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 92 κριτ. υπ., 207 κριτ. υπ., Περί ξεν. (Μαυρομ.) 274 κριτ. υπ., Λίβ. Va 1279, Λίβ. Esc. 1423· πρόγεμα, Κρασοπ. (Eideneier) V 65, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 92 κριτ. υπ., Gesprächb. 561083· πρόγεμαν, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 207, Αχιλλ. L 1084· πρόγευμα(ν), Αχιλλ. (Smith) N 1488· πρόσγευμα, Κρασοπ. (Eideneier) 67 χφ Ο [βλ. Eideneier (Κρασοπ. σ. 155)]· γεν. εν. προγεμάτου, Αχιλλ. L 100.
    Από την πρόθ. προ και το ουσ. γεύμα· πβ. προγεύομαι και προγευματίζω (απ. στον Αριστοτέλη). O τ. πρόγεμα στο LBG και στο Ανδρ., Λεξ. Ο τ. πρόγεμαν σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). O τ. πρόσγευμα με επίδρ. της πρόθ. προς. Η λ. τον 8.-9. αι. (TLG), στο Du Cange (λ. γεύεσθαι) και σήμ.· βλ. και LBG.
    1) α) Το πρωινό γεύμα (για το πράγμα βλ. Trapp, DOP 48, 1994, 247): ο παράδεισος ...| τέσσαρας έχει ποταμούς ...| Αν ήσαν και οι τέσσαρες κρασίν, ως ενθυμούμαι,| ο είς αρκεί με πρόγευμα ...| ο δεύτερος εις γεύμα μου κι εις δειλινόν ο τρίτος Κρασοπ. (Eideneier) AO 67· (σε μεταφ.): αυτά (ενν. τα συχναναστενάγματα και τους μεγάλους πόνους) να έχω πρόγεμαν και γεύμα μου και δείπνον Περί ξεν. (Μαυρομ.) 274· β) (συνεκδ.) η ώρα του πρωινού γεύματος, πρωί (πβ. ά. δείπνον· βλ. και Θαβώρ., Προσδιορ. ημερον. 98-9): να ήτον ώρα πρόγευμα και εξέβην ο ευνούχος Λίβ. διασκευή α 1518. 2) α) Το μεσημεριανό φαγητό (βλ. Trapp, DOP, καθώς και Παπαδ. Α., Λεξ.· πβ. λ. άριστον): αν τύχει οκάπου πούπετε να πιάσεις βελονίδαν,| εκείνην έχεις, άτυχε, και πρόγεμαν και δείπνον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 92· Ωχού, τους είχαν τα όρνεγια πρόγεμα και τα θεριά προς δείπνο Εβρ. ελεγ. 162· β) (συνεκδ.) η ώρα του μεσημεριανού φαγητού, μεσημέρι: μέχρι και του προγεύματος την ώραν εκοιμούνταν Αχιλλ. (Smith) O 603. 3) Πρόχειρο φαγητό μεταξύ των κυρίων γευμάτων, κολατσιό (βλ. LBG, στη λ.): εξάφες τα προγεύματα και τα διπλοσφουγγάτα,| και το να τρώγεις σύντομα, να πίνεις με το μέγαν Προδρ. (Eideneier) IV 60.
       
  • προγνώστης
    ο, Ερμον. Η 232, Λίβ. διασκευή α 921, 940, 2605, 2809, 2812, Λίβ. Esc. 555, 841, 2460, 2464, 2677, 3000, 3001, Λίβ. Va 736, 741, 2280, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 29r, 29v, 53r, Μαλαξός, Νομοκ. 487, Ιστ. Βλαχ. 2487 [= Γεν. Ρωμ. 109].
    Το μτγν. ουσ. προγνώστης. Η λ. στο ΑΛΝΕ· πβ. σημερ. επίθ. προγνωστικός.
    α) Αυτός που γνωρίζει εκ των προτέρων· (προκ. για το χριστιανικό Θεό· βλ. και Lampe, Lex., στη λ. 2): Τι ’τον του ανθρώπου, το λοιπόν, τότε η αιτία της πλάσης,| άμα ως προγνώστης έβλεπες (ενν. Κύριε) κι έμελλεν να το χάσεις; Δευτ. Παρουσ. 262· β) αυτός που έχει προφητικές ικανότητες, μάντης: Ταύτα με αφηγήσατο εκείνος ο προγνώστης,| φίλε μου, διά τα πρόσωπα τα ερωτικά τα τρία Λίβ. Esc. 861· (σε θέση επιθ.): Είπεν εκείνος ο καλός ο μάντις ο προγνώστης Λίβ. διασκευή α 625.
       
  • πρόγραφον
    το, Λόγ. παρηγ. L 96, 385, Λόγ. παρηγ. O 391, 412.
    Από το προγράφω και την κατάλ. ‑ον. Η λ. σε παπυρ. του 5.-6. αι. (L‑S Κων/νίδη Συμπλ.) και στο Κουμαν., Συναγ.
    Κατάλογος, λίστα: Ακούσας δε το όνομα ο Χρόνος το του ξένου,| ευθύς εκράτει το χαρτίν, γοργόν το αποτυλίσσει| και βλέπει και αναψηλαφά και ευρίσκει τον εκείνον| και κείται εις το πρόγραφον της Κακοδυστυχίας Λόγ. παρηγ. O 94· Καθ’ ώραν τσιγαρίζομαι· βλέπε απεδώ απεδάρθην| εκ το βασμίδιν τό ήστεκα της Ευτυχοτυχίας,| εγράφην εις το πρόγραφον της Δυστυχοτυχίας Λόγ. παρηγ. L 402· Εάν φρονείς και δουλωθείς ...| και πέσεις εις το πρόγραφον της Ερωτοκρατίας,| χρόνον γλυκύν επαρέτυχες, ημέρας ανωδύνους,| και ζωήν πολλά παράξενον έζησας από τότε Λίβ. διασκευή α 377 κριτ. υπ.
       
  • προδίδωμι,
    Βίος Αλ. 1592, 4650, Δούκ. 13110, 18927, 41728· προδίδω, Σπαν. V 122, Καλλίμ. 1355, Σαχλ. N 246, Λίβ. διασκευή α 1501, 2163, Λίβ. Esc. 2014, Αχιλλ. L 862, Αχιλλ. (Smith) O 484, Λίβ. Va 1652, Φαλιέρ., Ιστ.2 550, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2841, 3453, Βεντράμ., Γυν. 112, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 277r, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 11511, Πιστ. βοσκ. I 2, 101, Παλαμήδ., Βοηβ. 1108, Προσκυν. Μπεν. 54 16127, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 433, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 239121, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 96, Διακρούσ. (Κακλ.) 574, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 21912, 23424, κ.α.· γ́ πληθ. αορ. επροδώκα· προδώσα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1451· γ́ εν. υποτ. αορ. (μη) εμπροδώσει, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 615· μτχ. παρκ. προδομένος, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 12177, Πιστ. βοσκ. III 8, 85, Σουμμ., Παστ. φίδ. Á [506], Γ’ [1336], Έ [1588].
    Το αρχ. προδίδωμι· για το μεταπλ. σε προδίδω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 307 κε., Jannaris, Hist. Gramm. 774-5, 936-7. Ο τ. τον 6. αι. (LBG, TLG), στο Βλάχ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Παραδίδω κ./κάπ.: Τώρα εις εσένα, φίλε μου, προδίδω το κορμί μου· |εσύ γαρ μόνος δύνασαι ζήσαι και θανατώσαι Φλώρ. 1542· (συν. σε εχθρό/αντίπαλο): Δούκ. 3672. 2) Καταδίδω κάπ.: Απήτις εποφάγασι, ο Ιησούς μιλεί τως «Γείς από σας προδίδει με» των μαθητών λαλεί τως Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2895. 3) Παραβαίνω μια ηθική υποχρέωση, δέσμευση κ.τ.ό.: Δούκ. 2712· Εκείνοι δε οι μακάριοι υπέμειναν ανδρειωμένοι και γενναιότατα όσας βασάνους τους έδωσαν και δεν επρόδωσαν την ευσέβειαν Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 164122. 4) Ενδίδω, υποχωρώ: Τον πόθον είχα μέσα μου ωσάν ένα παιγνίδι· | τινός ουδέν επρόδιδα χωρίς το δακτυλίδι Ριμ. κόρ. A 186. 5) Παρασύρω: Ακόμη κι ο Ρωτόκριτος στην ξενιτιά γυρίζει| και τις κατέχει αν ήλαχε ’ς τόπο που δεν ολπίζει,| γή σκλάβο τον επιάσασι και θάνατο του δώκα,| γή κι άλλα κάλλη λυγερής πάλι τον επροδώκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1718. Β́ Αμτβ. 1) Παραδίνομαι στον εχθρό, συνθηκολογώ: Αμέ ο αφέντης ο Μολής και τα καράβια τ’ άλλα| σιμώνοντας, τα τούρκικα φλάμπουρον άσπρο εβάλα· | έξι καράβια κι ο πασάς προδίδουνε και πέφτου| στα χέρια τότες τω Φραγκώ και τ’ άρματά τως θέτου| Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 46117. 2) Ενδίδω, υποχωρώ: Για τούτον εποφάσισα την κοπελιά να πάρω| ετούτη τση κερά Μηλιάς, ογιά να κάμω θάρρος, (παραλ. 2 στ.) Η μάνα τση με διχωστάς δύσκολο μου τη δίδει, | μα εκείνη δε συβάζεται, μηδε ποσώς προδίδει Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 312. 3) α) Ενδυναμώνομαι, επιμένω, αντέχω: Για ’δε, κυρά μου, ’στόρησε και βάλε με τον νουν σου| πόσους δαρμούς μ’ εδείρασιν οι έρωτες διά σένα, | και αν είσαι πέτρα, υπόμενε, ή κάστρον, να προδώσεις· | ει δε ’σαι τήν πολλαγαπώ, έλα στο θέλημά μου Ερωτοπ. 628 (για τη σημασ. βλ. Κριαρ., Κρ. Χρ. 1958, 101)· β) αυξάνω, εξελίσσομαι αυξητικά: Για τούτο πρέπει εις τες αρχές να βλέπει οπού ’χει γνώση,| να μην αφήσει το κακό μέσα του να ριζώσει· | ετούτες οι κακές αρχές που ’πίβουλα προδίδου| εις το κορμί με τον καιρό πρίκες και πάθη δίδου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 719 (για τη σημασ. βλ. Κριαρ., Κρ. Χρ., 100). IΙ. Μέσ. 1) Παραδίνομαι, υποκύπτω στον εχθρό: καθήν ημέραν πολεμούν (ενν. οι εχθροί) εις του καστελλίου την πόρταν,| και ημείς ουδέν προδιδόμεσθε ώσπερ πιστότατοί σου Αχιλλ. (Smith) N 436· Ην γαρ ο δεσπότης (ενν. της Σερβίας) προ ημερών ικανών εν Ουγγρίᾳ περάσας συν πάσῃ τῃ οικίᾳ αυτού και οι μεγιστάνες αυτού πανοικί· τα δε κάστρα οχυρώσας και τον λαόν άπαντα κελεύσας εντός αυλισθήναι, εκέλευσε μη δειλιάν και προδίδοσθαι, αυτός γαρ ήξειν μέλλει συν δυνάμει πολλῄ ως εν ολίγῳ Δούκ. 39729. 2) Ενδίδω, υποχωρώ: Λοιπόν, μαλαματένη μου, τούτον ο νους σου σφάνει,| κι ας φάμε την αγάπη μας με διχωστά στεφάνι! | Κι ας πιούμεν από της φιλιάς το δροσισμένο μέλι,| κι αυτά τ’ αρρεβωνιάσματα ο νους σου μην τα θέλει! (παραλ. 4 στ.) Προδώσου το λοιπονιθές και άφες το δακτυλίδι Ριμ. κόρ. A 103. — Βλ. και προδώνω.
       
  • πρόθυμα,
    επίρρ., Σπαν. A 591 (έκδ. προθύ· διορθώσ. από μετρ. αν.), Λόγ. παρηγ. L 198, Χρον. Μορ. H 288, 437, 478, 3428, 5677, Χρον. Μορ. P 288, 3428, 5677, Σαχλ., Αφήγ. 381, Λίβ. Esc. 2098, Λίβ. διασκευή α 2255, Αχιλλ. (Smith) N 1309, Ημερολ. 53, 114, Δεφ., Λόγ. 217, Αχέλ. 2443, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 369, Πιστ. βοσκ. II 4, 12, Παλαμήδ., Βοηβ. 267, 952, 1040, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 48, Χριστ. διδασκ. 325, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 24216· εμπρόθυμα, Λόγ. παρηγ. L 366, Λόγ. παρηγ. O 373, 419.
    [Από το επίθ. πρόθυμος. Για ήδη αρχ. επιρρ. χρ. του πληθ. ουδ. βλ. Παπαδ. Α., ΛΔ 2, 1940, 49. Η λ. και σήμ.]
    α) Με ζήλο· δραστήρια: σκόπησε πώς κάμνει το μερμήκιν,| οπού ξετρέχει ποθεμπού έναι σιταροκούκκιν| να το μαζώνει πρόθυμα με την πολυμερία Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 89·   β1) με καλή διάθεση, με ευχαρίστηση, πρόθυμα: Ανέν και κανισκέψει τον (ενν. τον αβουγαδούρο), ...| πρόθυμα και ορεκτικά υπάγει εις το κρίσιμόν του Σαχλ., Αφήγ. 379· β2) με ευχαρίστηση, χαρούμενα: Συ δ’ απετώρα πρόθυμα περπάτησε τον δρόμον,| και οπίσω παραπέτασε της Δυστυχίας τους πόνους Λόγ. παρηγ. L 409· γ) βιαστικά, ανυπόμονα: οι Φράγκοι πρόθυμα, μετά σπουδής μεγάλης,| πεζεύουν εκ τα κάτεργα, την χώραν πολεμούσιν Χρον. Μορ. P 437.
       
  • προκάθημαι.
    Το αρχ. προκάθημαι. Η λ. στο ΑΛΝΕ.
    α) Κάθομαι μπροστά από κάπ. ή κ.· βρίσκομαι μπροστά (η σημασ. στον Αριστοτέλη): Είχεν (ενν. η πόρτα) εις τον κοσμήτην της απέσω ιστορισμένον| την Τύχην να προκάθηται και επάνω της ο Χρόνος Λόγ. παρηγ. O 434· β) (εδώ) κάθομαι στην επίσημη θέση μπροστά σε συγκεντρωμένο πλήθος: συνάγει τότε ο Λίβιστρος τους όλους του τοπάρχους,| τους αρχηγούς δουκάδας του, πάντας τους συγγενείς του,| βασιλικώς προκάθηται, δημηγορεί και λέγει Λίβ. διασκευή α 4524.
       
  • προκαρτερώ,
    Λίβ. διασκευή α 988.
    Από την πρόθ. προ και το καρτερώ (βλ. ά.).
    α) Κάνω υπομονή: αλλ’ ας προκαρτερέσομεν το κάλλιον να ιδούμεν,| πού παρακείται ας μάθομεν της κόρης το κουβούκλιν Λίβ. Va 774· β) περιμένω υπομονετικά: Και ευθύς ο Φιλοπαππούς λαβών τον Μελιμίτζην| ... τον ποταμόν διήλθε| τοις άλλοις εντειλάμενος προκαρτερείν εκείσε,| άχρις αν μήνυμα αυτοίς εκ τούτων επανέλθῃ Διγ. (Trapp) Gr. 2807. — Πβ. και προσκαρτερώ.
       
  • πρόκειμαι,
    Διγ. Z 3765, Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 552, Gesprächb. 1202852, Άλ. Κων/π. (Matzukis) 523, Λίβ. διασκευή α 4458, Ιμπ. 303, Καναν. (Pinto) 530, 534, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 457, Μαχ. 4011, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1789‑10, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 636, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 975, Σκλάβ. 167, Σοφιαν., Παιδαγ. 120, Ιστ. πατρ. 1893, Προσκυν. Ιβ. 535 43, Σουμμ., Ρεμπελ. 168, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 24, 31, 173, 201, 278, Ροδινός (Βαλ.) 79, Διγ. O 568, 1231, Προσκυν. Μπεν. 54 15532, Μπερτόλδος 36, 45, Μπερτολδίνος 106, 109, 113, 115, 117, 132, 163, 165, 166· γ́ εν. πρόσ. προκείται.
    Το αρχ. πρόκειμαι. Η μτχ. ως επίθ. και ουσ., καθώς και η λ. ως τριτοπρόσ. ελλειπτ. ρ. και σήμ.
    1) Τίθεμαι ως έπαθλο: Βίος Αλ. 5536. 2) Μεταφ. α) αποτελώ αντικείμενο λόγου ή έρευνας· (εδώ μαθημ.): Προκείσθω ημίν ζήτησις ευρέσεως των ζ/η, όπως αν και πόσα γένοιντο πέμπτα Rechenb. 201· β) είμαι παρών· υπάρχω: Μαχ. 58618. 3) (Τριτοπρόσωπ.) μέλλει να γίνει, μέλλει να συμβεί κ.: Δημήτριος δε ο Λάσκαρις ... μηδεμίαν εν νῳ βαλείν φροντίδα του προδούναι τούτους τῳ Μεχεμέτ, ει επρόκειτο Θεσσαλονίκη παραδοθήναι τοις Τούρκοις Δούκ. 15714· (με αντικ. δευτερεύουσα πρόταση): Μέθοδος του Πυροπόλου εις άνθρωπον οπού ουρεί συνεχώς και πρόκειται να γένει διαβητικός (έκδ. διαβητής) Ιατροσ. κώδ. ψπά· φρ. πρόκειται/προκείται με/μοι = μου μέλλεται, είναι το πεπρωμένο μου: Ου δύναμαι, ω Βέλθανδρε, την ξενιτειάν σου ακούσαι| καν θάνατος με πρόκειται, ύβρις καν ατιμίας Βέλθ. 57· προκείται μοι ο θάνατος Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 276. Η μτχ. ως επίθ. = 1) Που βρίσκεται ή τοποθετείται μπροστά σε κάπ. ή κ.: Προδρ. (Eideneier) IV 169 χφφ PK κριτ. υπ.· (μεταφ.): Λίβ. Esc. 4277, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) O XV12. 2) Που για αυτόν γίνεται συζήτηση· συγκεκριμένος: Zygomalas, Synopsis 164 Δ 3. 3) Που προαναφέρθηκε: ταύτα λέγοντες, θέλομεν φανεί τάχα να εβγήκαμεν έξω του προκειμένου σκοπού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 63. Το ουδ. της μτχ. ως ουσ. = 1) α) Θέμα, ζήτημα για το οποίο γίνεται λόγος: θέλω από του νυν να πάψω τα σε λέγω (παραλ. 2 στ.) διατί σπουδάζω να στραφώ εις το προκείμενόν μου Χρον. Μορ. H 1336· (με γεν.): επί το προκείμενον επανέλθωμεν του λόγου Σφρ., Χρον. (Maisano) 14215· (στον πληθ.): Πλατύνω την αφήγησιν, πολλά την παρασύρνω,| αλλ’ ας έλθομεν επί των προκειμένων Διήγ. Βελ. χ 470· επί τα προκείμενα της γραφής τῳ λόγῳ πορευσώμεθα προς την ζήτησιν ημών Μάρκ., Βουλκ. 34210· β) λόγος, αφορμή: ΜΠΕΡΤΟΛΔΟΣ: ... η αλουπού πολλές βολές πλάθεται να είναι άρρωστη, διά να παγιδεύσει τες πουλακίδες. ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ: Εις τι προκείμενον εσύ λέγεις αυτό; Μπερτόλδος 51. 2) Μοίρα, πεπρωμένο: Φίλε μου, τά δηγήθηκα έχεις μου γροικημένα,| του αθρώπου το προκείμενο που σου έχω μιλημένα; Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4681.
       
  • προκύπτω,
    Γλυκά, Αναγ. 239, Προδρ. (Eideneier) III 191, Διγ. (Trapp) Gr. 1389, Διγ. A 1225, Χρον. Μορ. P 5374, Λίβ. διασκευή α 1276, 2438, Αχιλλ. (Smith) N 1226, Λίβ. Va 1033, 2114.
    Το αρχ. προκύπτω. Η λ. και σήμ. σε χρ. στο γ́ πρόσ.
    1) (Βλ. και προσκύπτω)   α1) Σκύβω μπροστά, προς τα έξω: Και εμπεδώσαντες καλώς αλλήλους εκ των όρκων,| η παρθένος προκύψασα εκ την χρυσήν θυρίδα,| ο παις την υπεδέξατο ορθωθείς εν τῳ ίππῳ Διγ. (Trapp) Gr. 1536· α2) σκύβω λίγο προς τα έξω (για να δω κ.): οι τσάγρες ουκ αφήνασιν άνθρωπον να προκύψει| έξω απέ τα δόντια να ιδεί τις τους δοξεύει Χρον. Μορ. P 1482· έβλεπα ότι επαρεσκύπτασιν απέσω απέ το κάστρον| άνδρες, γυναίκες, γέροντες ...| το να σκοπούν το πέσιμον και το κατούνεμά μας·| και εκεί οπού ήτον ο κοιτών της κόρης της Ροδάμνης| εθεώρουν ότι επροέκυπταν φοδούλες ωραιωμένες Λίβ. διασκευή α 1261· β) (μεταφ.): Μικρός κατά την δόκησιν ο Λόγος και την σάρκα,| (ου γαρ εχώρουν οι πολλοί το μέγεθος του Λόγου,| ουδέ προκύπτειν ήθελον και βλέπειν εις το βάθος) Γλυκά, Αναγ. 115. 2) α) Προβάλλω, βγαίνω έξω: Καλλίμ. 1247· (εδώ προκ. για γέννηση): Ως γαρ προὔκυψεν το βρέφος| εκ της μήτρας της Εκάβης ... Ερμον. Β 42· β) (μτβ.) επιτίθεμαι: μετά και βουλής του αδελφού αυτού (ενν. του Μπαγιαζίτ) έστειλαν (ενν. οι Ρόδιοι) αυτόν (ενν. τον Τζεμ σουλτάν) εις την Γένουβαν, φοβούμενος γαρ (ενν. ο σουλτάν Μπαγιαζίτης) μήπως ... περαιωθῄ εν τῃ Ανατολῄ και προκύψῃ αυτῴ Έκθ. χρον. 412.
       
  • προλέγω,
    Ασσίζ. 53324, Ερμον. Ω 338, Χρον. Μορ. H 992, Βίος Αλ. 1651, Άλ. Κων/π. (Matzukis) 352, Λίβ. διασκευή α 2923, Λίβ. Esc. 2787, Αχιλλ. (Smith) N 95, Μαχ. 22626, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1261, Αλεξ.2 2143, Λίβ. Va 544, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1317, Ιστ. πολιτ. 1011, Προσκυν. Κουτλ. 390 12836, Βεστάρχης, Στίχ. πολιτ. Ανάστ. 571, Σουμμ., Ρεμπελ. 166, Διγ. Άνδρ. 40426, Χριστ. διδασκ. 418, Ροδινός (Βαλ.) 227, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2  Πράξ. γ́ 18, κ.α.· ά πληθ. αορ. επρόπαμεν, Διγ. O 1233.
    Το αρχ. προλέγω. Η λ. και σήμ.
    1) α) Προβλέπω, προφητεύω: Μάντης ... οπού επρόλεγε τα μέλλοντα Ροδινός (Βαλ.) 171· το μεγάλον μυστήριον οπού ήτον κεκρυμμένον από των αιώνων και τώρα, εις τους ύστερους καιρούς, εφανερώθηκε εις το γένος των ανθρώπων, του οποίου την φανέρωσιν την επροείπαν όλοι οι προφήται και οι δίκαιοι Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 534· β) φανερώνω: καθώς οι κοσμικοί αφέντες θαρρεύουσι τα κρυπτά τως εκεινών απού θέλουν τους γνωρίσει πιστούς και καλούς φίλους και προλέγουσίν τως τι έχουσι να κάμουσιν, ... ούτως και ο ουράνιος Θεός εθάρρευγεν των προφητών ... το μυστήριον απού έγινεν εις την Παρθένον Μαρίαν Μορεζ., Κλίνη φ. 5r. 2) (Μτβ. και αμτβ.) προαναφέρω: Τον χρόνον εκείνον και καιρόν όπου ήλθε ο Καμπανέσης| κι επέζεψεν στην Αχαΐαν, καθώς σε το επροείπα| εις του βιβλίου τον πρόλογον ... Χρον. Μορ. H 1506· υπήγεν ο Φιλοπαππούς, καθώς επροείπαμεν, και εχαιρέτησέν την (ενν. την Μαξιμώ) και ερώτησέν την πώς τα πάγει Διγ. Άνδρ. 38532. 3) Μιλώ, κάνω λόγο για κ./κάπ.: Λοιπόν τα περί Φλώριον πάλιν ας προειπούμεν Φλώρ. 1061.
       
  • προς,
    πρόθ., Προδρ. (Eideneier) I 234, II 86, Καλλίμ. 36, 919, Ασσίζ. 3613, Διγ. (Trapp) Gr. 855, 2122, 3073, Διγ. Z 14, 433, 2546, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1229, 1291, Βέλθ. 609, 1085, Χρον. Μορ. H 1658, 1826, 1959, Χρον. Μορ. P 1658, 1826, 1959, Φλώρ. 379, 754, Απολλών. (Κεχ.) 756, Λίβ. διασκευή α 184, 3079, 3264, Λίβ. Esc. 937, 2244, Αχιλλ. (Smith) N 160, 248, 311, Αχιλλ. (Smith) O 6, 378, 500, Ιμπ. 420, Μαχ. 49, Λίβ. Va 673, 1074, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 207, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 49, Απόκοπ.2 397, Πεντ. Γέν. XVI 2, XXIII 19, Έξ. VII 23, Κυπρ. ερωτ. 96, 244, 376, Πανώρ.2 Ά 142, Β́ 415, Γ́ 188, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. τίτλ., Έ 67, 530, 534, Κατζ. Δ́ 29, Έ 351, Βοσκοπ.2 257, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 2187, Γ́ 1230, 1489, Στάθ. (Martini) Β́ 278, κ.π.α.
    [Η αρχ. πρόθ. προς. Η λ. και σήμ.]
    Ά Με αιτιατ. 1) (Δηλώνει κίνηση ή κατεύθυνση προς πρόσωπο/τόπο) προς, σε· α) συν. με ρ. όπως τα υπαγαίνω, έρχομαι, κλπ.: Απολλών. (Κεχ.) 670, 692, Χρον. Μορ. H, P 1564, P 5204, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 146, 2118, Λίβ. Va 179, 2162, 3426· Πάσα σου πόνος διπλοτριπλός στρέφεται προς εμένα Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 49· προς το μανικότερον μετέπεσεν ο νους του| και προς το ληστρικότερον εσέβην η ψυχή του Λίβ. Va 3095, 3096· (με τις προθ. εις/ως): ήρτα σήμερα εις προς τη βρύση Πεντ. Γέν. ΧΧΙV 42· ως προς την κόρην την τερπνήν ο νους μετατραπέντον Αχιλλ. (Smith) N 852· έκφρ. προς τα δεξιά, βλ. Επιτομή δεξιός 1 εκφρ.· φρ. (1) έρχομαι προς (κάπ.) = συνευρίσκομαι: ήρτεν (ενν. ο Αβραμ) προς τη Άγαρ και εγγαστρώθην Πεντ., Γέν. XVI 4· (2) μετατρέπομαι προς ύπνον, βλ. λ. μετατρέπω Φρ.· β) με ρ. όπως το δίδω, πουλώ, στέλνω, δείχνω, κλπ. εισάγει το έμμεσο αντ.: την πόλιν εχαρίσατο τούτοις απελευθέραν,| φόρους αυτούς παντάπασι πρός τινα μη διδόναι Βίος Αλ. 2913· θέλεις να το πουλήσεις (ενν. το καστέλλιν)| προς των Ρωμαίων κεφαλήν αυτόν του βασιλέως Χρον. Μορ. P 8412· Πιττάκιν της Ροδάμνης· προς Λίβιστρον το πέμπει Λίβ. Va 1547· προς εκείνον σύντομα δείξε το δακτυλίδιν Λίβ. Va 2634· (με το ως πλεοναστικά): το πιττάκιν έστειλεν ως προς τον Αχιλλέα Αχιλλ. (Smith) N 958· γ1) (με ρ. ή ουσ. που σημαίνουν «πολεμώ», «πόλεμος», κλπ.) εναντίον (βλ. και Apostolopoulos, Καλλίμ. 125): Χρον. Μορ. P 3411, Δευτ. Παρουσ. 215· προς δρακοντόκαστρον, προς αντιδίκους όφεις (παραλ. 1 στ.), πάντες απαγορεύουσιν, τον πόλεμον οκνούσιν Καλλίμ. 1053· (εδώ με παράλ. του ρ.): προς έναν εκατόν η απαντοχή κακή έναι Δευτ. Παρουσ. 76· γ2) (με την αντων. άλλος για να δηλωθεί αλληλοπάθεια): όλοι ας καβαλικεύσουν| και είς προς τον άλλον όρισε και ας δώσουν κονταρέας Λίβ. Va 2972· δ) με ρ. που δηλώνουν υπακοή, υποταγή: «Ο Πόθος είμαι», λέγει με, «και κλίνε προς εμένα» Λίβ. Va 341· μη γνέψετε προς τα είδωλα και θεούς χυτούς μη κάμετε εσάς Πεντ. Λευιτ. XIX 4· υιός αγνεύτης και αντάρτης, δεν ακούει εις τη φωνή του πατρός του και εις τη φωνή της μάννας του και να παιδέψουν αυτόν και να μην ακούσει προς αυτουνούς Πεντ. Δευτ. XXI 18· ε) με το εναλλάσσω («αλλάζω»): μέλαν να φορέσουσιν και προς το σχήμαν τούτο| ... πάντες εναλλαγώσι Καλλίμ. 1519· στ) με ρ. όπως λέγω, λαλώ, απιλογούμαι, κλπ. (ή ουσ. όπως απιλογία, κλπ. βλ. και Κριαρ., ΕΜΑ 1, 1939, 42, Πηδώνια Κομν., Χορτάτσης 282-3) ή γράφω (ουσ. γραφή), κλπ.: Χρον. Μορ. P 20, 6761, H, P 3440, Απολλών. (Κεχ.) 239, Λίβ. Va 665, Δευτ. Παρουσ. 145, Αχιλλ. (Smith) N 338, 927, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1203· (με το ως πλεοναστικά): λόγους εδημηγόρησεν ως προς τους άρχοντάς του Λίβ. Va 2178· ζ) (με ουσ. ή ρ. που σημαίνουν δέηση, παράκληση, ευχή κλπ.): τον πρίγκιπα παρακαλούν και δέονται προς αύτον Χρον. Μορ. P 5699· Η προσευχή προς τον Θεόν μεγάλως οικειώνει Κομν., Διδασκ. Δ 159· Ευχή πατρός προς Αχιλλέα Αχιλλ. (Smith) N 349· η) (προκ. για όρκο): Χρον. Μορ. H, P 8515, Λίβ. Va 2099· θ) (προκ. για αφιέρωση, βλ. και Πηδώνια Κομν., Χορτάτσης, 281-2): Προς τον εκλαμπρότατον και ευγενέστατον κύριο Μαρκαντώνιο Βιάρο Πανώρ.2 Αφ. τίτλ.· ι) (με ρ. που σημαίνουν «κοιτάζω, βλέπω»): Χρον. Μορ. H, P 4807, Αχιλλ. (Smith) N 1062· ια) (με τα σημεία του ορίζοντα δείχνει κατεύθυνση): Χρον. Μορ. P 5047, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) O I20· ευρίσκεται προς μεσημβρίαν εκείνου ... του κάστρου| οκάτι ένα βουνόπλαγον Χρον. Μορ. P 2803. 2) Δηλώνει α) (πιθ.) θέση κατά προσέγγιση: επέζευσεν προς την Λεμεσόν Μαχ. 410· (προκ. για λόγο, ομιλία): φαίνεταί μου ό,τι θέλεις ειπείν προς το τέλος της μαντατοφοριάς σου, θέλεις το πειν καλά και πρεπάμενα Μαχ. 47216· β) (εγγύτητα σε τόπο) κοντά, δίπλα: εκάθισεν εφ’ ικανόν προς την του κήπου θύραν Καλλίμ. 1620· ήλθεν, εστάθην προς εμέν Λίβ. Esc. 3694. 3) (Τέρμα) μέχρι, έως: πολύ ... τούτο του βουνού το ύψος αναβαίνει·| αν είποις, και προς ουρανόν η κορυφή του φθάνει Καλλίμ. 85. 4) α) (Στάση σε τόπο) σε (βλ. και Trapp, JÖBG 14, 1965, 32): ας μένει Απολλώνιος ημέρες προς τ’ οσπίτιν Απολλών. (Κεχ.) 259· β) μέσα· σε (κάπ./κ.): διά το ολιγόψυχον τό εθεώρουν προς εκείνον ... Λίβ. Va 3437· ουδέν γαρ λείπει το καλόν και το τερπνόν εκ λύπης (παραλ. 1 στ.). Προς δόξαν, προς λαμπρότηταν, προς τε τιμήν και πλούτον,| προς κάλλος και προς φρόνησιν, προς γνώσιν, προς ανδρείαν,| προς έρωταν, προς καλλονήν, προς είδος ευπρεπείας,| άπερ προσφέρουσιν χαράν ...|, εν τούτοις ίδῃς κίνδυνον,| μέσον τούτοις και ψόγον Καλλίμ. 9, 10, 11. 5) (Προκ. για διήγηση) στη συνέχεια, ακολούθως (προς τμήμα της διήγησης που προηγήθηκε): Ας παραδράμω τα πολλά ... (παραλ. 6 στ.) Λοιπόν προς την διήγησιν την πρώτην διηγούμαι Λίβ. Va 2206. 6) (Δηλώνει γενικά σύνδεση, σχέση συν. μεταξύ προσώπων, φιλική ή εχθρική διάθεση προς κάπ./κ. (Κριαρ., Πεπρ. Β′ ΔΚρ.Σ 4, 274)) προς, σε (βλ. και Lex. Chron. Mor., στη λ. 2b, Bauer, Wört., στη λ. ΙΙΙ4, Πηδώνια Κομν., Χορτάτσης, 280-1): έφταισεν και έσφαλεν προς αύτον Χρον. Μορ. H 3317· αρμόζει να είσαι προς εμέν αληθινός εις πάντα Χρον. Μορ. H 1871· να είναι πιστοί προς αύτον Χρον. Μορ. H 5477· εθαύμασεν ...| την εκ ψυχής μου καθαράν φιλίαν προς εκείνον Λίβ. Va 3787· α) προς, σε σχέση με: ουδέν μετέχω προς αυτόν εις τίποτε συγγένειαν Χρον. Μορ. H 4156· β) (με ουσ. όπως βοήθεια, ευεργεσία, κ.ά.): βοήθειαν και πρόβλεψιν να ποίσει προς εκείνον Χρον. Μορ. P 1551· τι τιμήν κι ευεργεσίαν να ποιήσομεν προς αύτον Χρον. Μορ. H 6740· γ) (με τα ουσ. πόθος, έρωτας): είπα την τά πάσχω,| τον πόθον και τον έρωτα τόν έχω προς εκείνην Λίβ. Va 3205· δ) (με το ρ. βαραίνω, κ.τ.ό.· βλ. Αλεξίου Στ. [Βοσκοπ.2 σ. 33]) εναντίον, προς: βαραίνει προς το ριζικόν οπού τονε πειράζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1538· προς τη Μοίρα εμάνιζε και προς το ριζικό του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 2269· ε) (με το συνηθίζω): Οπού χαρεί τα ευφρόσυνα του κόσμου, την αγάπην| και συνηθίσει προς αυτά και καταγλυκαθεί τα ... Λίβ. Va 908· στ) (με το ουσ. εξουσία) πάνω σε: Περί της εξουσίας τήν έχει ο ρήγας προς τους ανθρώπους του Ασσίζ. 2854· ζ) με το ρ. πρέπω «ταιριάζω»: τι λόγον να άρξομαι να πρέπει προς εκείνην Λίβ. Va 2010·   η1) για (κάπ.) (βλ. και Bakker‑v. Gemert [Φαλιέρ., Θρ. σ. 186, 234]): ήτον κι ετούτο προς εμάς χρειαζόμενο μαντάτο! Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 238· η2) προς χάριν κάπ., για κάπ.: να γαληνώσαν προς εμέν οι χρόνοι Κυπρ. ερωτ. 10714· θ) με το προσκαρτερώ: Χρόνον προσεκαρτέρεσεν πάλιν προς έρωτά μου| ώστε να έλθω εις θέλημα, ξένε μου, το δικόν του Λίβ. Va 2942. 7) Δηλώνει χρόνο α) (με ουσ. που δηλώνουν χρονικό σημείο) χρονική προσέγγιση ή συγκεκριμένο χρόνο, κατά: Απολλών. (Κεχ.) 248, 533, Λίβ. Va 673, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 180, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 30· (με το άρθρο): ανάστηθι το προς πρωί λίαν όρθρου βαθέος Παϊσ., Ιστ. Σινά 1611· β) (με ουσ. που δηλώνουν χρονικό διάστημα) για: μικράν ανάπαυσιν εύρηκα ...| προς ώραν, προς αναμονήν Καλλίμ. 2368· εκφρ. (1) προς βραχύ = για λίγο (χρόνο): τούτον προσεκύνουν| φέροντες δάκρυα και χαράν, όθεν ου προσεδόκουν,| και προς βραχύ θρηνήσαντες χαράν είχον μεγάλην Διγ. Z 973· (2) προς μικράν ώραν, βλ. ά. μικρός Εκφρ. 5· (3) προς ολίγον ή ολιγόν / προς ώραν = (α) για λίγο, για σύντομο χρονικό διάστημα· βλ. λ. ολίγον Εκφρ. 9, Επιτομή Εκφρ. 10· πβ. επίρρ. προσώρας σήμ. (βλ. και Καψ., ΕΕΦΣΠΘ 7, 1957, 356, βλ. και L‑S, στη λ. CIII4): Ημείς επαναπαύθημεν προς ολιγόν, προς ώραν Καλλίμ. 2418· προς ώραν έχει δύναμιν, προς ώραν φλαμμουλίζει,| η προκοπή προσωρινή, προς ώραν η χαρά του Γλυκά, Στ. 351, 352· (β) σε λίγο: προς ολίγον έφην Καλλίμ. 1499· (4) προς ολίγας ημέρας = για λίγες μέρες (βλ. και Καψ., ΕΕΦΣΠΘ 7, 1957, 356,): Η αγάπη ... με ανάγκασεν, προς ολίγας ημέρας,| της ταπεινής μου της μητρός και όλων των συγγενών μου,| θέλω να πάω να τους ιδώ και πάλι να υποστρέψω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 373· (5) προς μακρόν χρόνον = για μεγάλο χρονικό διάστημα: κρατήσει προς μακρόν ... χρόνον Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) O VIΙΙ4· (6) προς καιρόν = για λίγο χρόνο, πρόσκαιρα, προσωρινά: δεν ήσαν καλαί (ενν. αι θυσίαι), ειμή προς καιρόν, διό και κατηργήθησαν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 59· Βλέπεις τον κόσμον, άνθρωπε, τροχός έν’ και γυρίζει·| τους μεν ανάγει προς καιρόν, τους δε άλλους κατεβάζει,| και τούς ανάγει σήμερον πάλε κλωθογυρίζει Αλφ. 147· γ) (εδώ) ταυτόχρονα με: Εκείνη λέγει: «Κηπουρέ, τον μισθαργόν σου πέμψε| και δώσ’ τον ρόδα περισσά ...».| Και παρευθύς ο μισθαργός ευρεύθη με τα ρόδα·| εις θέσιν γαρ και λογισμόν και ακοήν και γνώσιν| προς την φωνήν ηυτρέπισεν ο μισθαργός Καλλίμ. 1904. 8) (Προκ. για κατάσταση, περίσταση) κατά, σε: Προς δε τον πόλεμον αυτόν όσαι σφαγιασθώσιν,| αυτάς τιμώμεν ως θεάς Βίος Αλ. 5530. 9) (Με αριθμητ.) α) (προκ. για διανομή, επιμερισμό) από: οι δύο κοντάδες τού έδωκαν προς έναν καβαλάρην Χρον. Μορ. H 220· της Βελίγοστης (ενν. ο επίσκοπος) κι εκείνος του Αμυκλίου| όλοι προς τέσσαρα είχασιν (ενν. φίε) Χρον. Μορ. H 1961· β) περίπου: προς χιλιάδας εξ επτά μετρουμένας Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) O VIII12· γ) δηλώνει προσθήκη: έρχεται προς Βραχμάνους,| τους μακροβίους τε φημί· ζώσι γαρ ούτοι πάντες| εν έτεσι πεντήκοντα προς εκατόν Βίος Αλ. 4700. 10) α) (Για τη δήλ. σκοπού ή αποτελέσματος) προς, για (βλ. και Κριαρ., Λεξ., στη λ. 6, Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Ά 141, 5): Χρον. Μορ. P 3951, Μαχ. 15436, Δευτ. Παρουσ. 144, Αχιλλ. (Smith) N 443· «Ο τόπος ούτος», λέγει των, «ας γένηται κατούνα.| Έχει δενδρά και ποταμόν, ...,| έχει και δάσωμα καλόν προς το να σκεπαστούσιν ...» Καλλίμ. 877· ηλλοτριώθην συγγενών, γονέων εχωρίσθην| προς το κερδήσαι φίλτατον, όν και απεστερήθην Διγ. Z 2599· εδίωκε τάχα τον αετόν προς ίνα τον τοξεύσει Λίβ. διασκευή α 2833· πάντες εσυνάχθησαν ...| παρέτοιμοι προς κίνημα και συμπλοκήν πολέμου Αχιλλ. (Smith) N 363, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) O III3· με ρ. όπως τα αρκώ, συντελώ: στόμα μικρόν και ενήδονον ωσάν το δακτυλίδιν| όσον αρκεί προς φίλημα ερωτικής καρδίας Λίβ. Va 2233· Προς ορισμούς και συμβουλάς και πατρικάς θελήσεις| και προς ελπίδα στέμματος ...| ου συντελούσι χάριτες ουδέ τερπνότης τόπων Καλλίμ. 164, 165· φρ. είμαι προς, βλ. Επιτομή είμαι Γ́ Φρ. 12· β) με το αφήνω: τινάν ουκ έφηκαν προς το να τον σιμώσει| ή να τον άψεται ποσώς Καλλίμ. 1783. 11) (Αιτία) εξαιτίας· χάρη σε (βλ. και Apostolopoulos, Καλλίμ. 125, 126 και σημ. 1): αγανακτών προς του καιρού το μήκος Καλλίμ. 1202· «... έξελθε σύντομα, γοργά ...».| Εκείνος ουν προς την φωνήν εξήλθεν μετά φόβου Καλλίμ. 558· Ουκ έχω την ανεύρεσιν της κόρης προς εσέναν,| προς την φιλίαν σου την ορθήν και το ευυπόληπτόν σου; Λίβ. διασκευή α 3899, 3900. 12) α) (Αναφορά) ως προς, σχετικά με, όσον αφορά ...· για: Ερμον. Δ 295· Ουκ ημπορεί μου ο λογισμός να αφηγηθώ την κόρην,| αλλ’ όσα γράψω προς αυτήν, πάλιν να με νικήσει Αχιλλ. (Smith) N 855· Ει και δημώδες το ρητόν όλον της παροιμίας,| και προς την φράσιν ευτελές και συμπεπατημένον,| αλλ’ έσω φλέβα θαυμαστήν χρυσίτιδα συγκρύπτει Γλυκά, Αναγ. 111· (με το ως όπως και σήμ.· βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Ά 141, 6, Κριαρ., Λεξ., λ. ως ΙΙ 2): Τον Μάιον είδα ...,| καλόν εις είδος, εις κοπήν, καλόν ως προς το σχήμα Λίβ. Va 903· Ήτον ωραία (ενν. η κόρη), ...|, παρείκαζεν ... τον κύκλον της σελήνης (παραλ. 1 στ.) ως προς την στρογγυλότητα του ξένου της προσώπου Λίβ. Va 2218· έκφρ. προς το παρόν, βλ. παρών, Το ουδ. ως ουσ. α) εκφρ. (2)· β) κρίνοντας από, με βάση ... (βλ. και Bakker-v. Gemert [Φαλιέρ., Ρίμ. σ. 161]): κρέμεται (ενν. ο λυτρωτής) εις τον σταυρόν ...,| με δίχως φταίσιμον ..., προς τά καταλαμβάνω Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 282· γ) ως, για: Προς δε παράδειγμ’ άκουσον αρχαίας ιστορίας Σπαν. (Λάμπρ.) Va 442· δ) (σύγκριση, αναφορά) σε σχέση, σύγκριση με (Lex. Chron. Mor., στη λ. 2f): Χρον. Μορ. H 3843· (με το ως): ουδένας δεν εφάνηκεν ως προς εσέ ανδρείος Διγ. Z 3159· ε) (συμφωνία· αντιστοιχία) σύμφωνα με, κατά (Lex. Chron. Mor., στη λ. 2e): Χρον. Μορ. H 1022, Χρον. Μορ. H 7412· (με το ως): ως προς αυτών τα σχήματα ήτασιν και οι λόγοι Λίβ. Va 886. 13) (Προσθήκη) κοντά σε, εκτός από: προς τα πρώτα βάσανα άλλα πάλι μ’ ευρήκα Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 204. 14) (Εδώ, αντίθεση, εναντίωση) παρά την ..., σε αντίθεση προς ...: θαυμάζομαι προς την καλή σου γνώση,| να παίρνεις δίχως διάφορο κατηγορία τόση Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 73. 15) α) Με τις λ. ένας και κομμάτι(ν) (Κριαρ., Λεξ., στη λ. 8, Κριαρ., ΕΜΑ 1, 1939, 42, ΛΚΝ, στη λ. ΑΙ4· βλ. και L‑S, στη λ. CIII4, Somav. ((ένα) Προς ένα)· πβ. έκφρ. λόγος προς λόγο (17. αι., Έγγρ. Σύρου Ά 21): αποβλέπω εις ένα προς ένα πατέρα Σοφιαν., Παιδαγ. 118· σήμερο να μας ήβανεν ένα προς ένα χώρια Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 2187· Να τα πάρουν ούλα (ενν. τα πράματα) αντάμα ... κομμάτιν προς κομμάτιν! Βουστρ. (Κεχ.) 27413· β) έκφρ. χρόνον προς χρόνον = κάθε χρόνο (πβ. και νεοελλ. έκφρ. χρόνο με το χρόνο): χρόνον προς χρόνον ιχνηλατούντες ουκ εώσιν αυτήν (ενν. την πόλιν) εσοδιάζειν χρόνους τρεις Ιστ. Ηπείρ. XIII2. Β́ Με γεν. 1) Δηλώνει α) κατεύθυνση προς τόπο/πρόσ., προς, σε· με ρ. όπως το μιλώ κλπ.: Πάντες ομού προσέρχουνταν, προς του δεσπότου λέγουν Αχιλλ. (Smith) O 96· β) κατεύθυνση με έχθρική ή φιλική διάθεση (βλ. και Ά 6): αντεπήλαυνον τους ίππους| προς αλλήλων εν τῃ μάχῃ Ερμον. Λ 175· Ω Γεροσόλυμα ...,| τούτο το μέγα φταίσιμο τό ’ποίκες προς του υιού μου ... Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 74· Τις ημπορεί να διηγηθεί καταλεπτόν εκείνην| την ευθυμίαν και την χαράν τήν είχαν προς αλλήλων Λίβ. Va 3846. 2) Προσέγγιση σε τόπο, δίπλα, κοντά: Χρον. Μορ. H 9162. 3) Στάση σε τόπο (βλ. και Apostolopoulos, Καλλίμ. 125· εδώ η γεν. πιθ. για μετρ. λόγους) σε: είδον τον Καλλίμαχον εις τον καιρόν εκείνον| άψυχον, κείμενον (νεκρόν) προς του μεσονησίου Καλλίμ. 1794. 4) Εκ μέρους, από: Διγ. (Trapp) Gr. 2785. 5) (Για τη δήλωση γεν. διαιρετικής, Christensen, BZ 7, 1898, 382) από: προς ... των ημετέρων| απέθανον ως εκατόν εξήκοντα και πλείον Βίος Αλ. 4201. 6) (Εδώ για να δηλωθεί η ύλη, Christensen, BZ 7, 1898, 382): ποτήρια πολλά προς του σαπφείρου| τετορνευμένα Βίος Αλ. 5657. 7) Διαμέσου: σώμα γαρ επεφαίνετο τούτου προς της υέλου Βίος Αλ. 3764. 8) (Με αριθμητ., πιθ.) πάνω από: πλείστους συναθροίσας| προς χιλίων επέκεινα δοκίμους στρατιώτας Διγ. (Trapp) Gr. 2774. Γ́ Με δοτ. 1) (Με ρ. που δηλώνει κίνηση προς τόπο, LS, στη λ. BI3) δηλώνει κατεύθυνση, προς, σε: Βίος Αλ. 3449, Βίος Αλ. 1091· (με το ουσ. χρέος) προς (βλ. και Trapp, JÖBG 14, 1965, 33): τούτους γαρ απέστειλα, ..., εις τους γονείς μας| και προσκυνήματα πολλά πρεπόντως, αρμοζόντως,| κατά τοις τέκνοις οφειλή και χρέος προς γονεύσιν Αχιλλ. (Smith) N 1469. 2) Δηλώνει στάση σε τόπο (ισοδυναμεί με την εν, Christensen, BZ 7, 1898, 380): πάντας προς τοις όρεσι φούρκῃ προσανυψώσω Βίος Αλ. 1735. 3) (Εδώ προκ. για κατάσταση) κατά, σε: Κεκοίμηται δ’ Αλέξανδρος και προς τοις ύπνοις βλέπει| αυτόν Ερμήν τον Άμμωνα θεού φορούντα σχήμα Βίος Αλ. 3354. 4) Δηλώνει προσθήκη (και σε έγγρ. του 16. αι., Γρηγορόπ., Έγγρ. 113): Βίος Αλ. 3754· (με αριθμητ.): Διγ. (Trapp) Gr. 2462. 5) (Με αριθμητ.)· (εδώ) δηλώνει χρόνο, κατά: Εγράφη δε προς έτεσι τοις εξακισχιλίοις| έξ συν τοις ενενήκοντα και τοις οκτακοσίοις Βίος Αλ. 6118. Δ́ Με επίρρ. 1) (Τοπ.) δηλώνει κατεύθυνση: οκάτι ολίγον προς εκεί ένι η Καλαμάτα Χρον. Μορ. H 1664· το λαήνι ... προς χάμαι να γυρίσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 594. 2) Εδώ με το επίρρ. μικρόν = για μικρό χρονικό διάστημα, για λίγο χρόνο (βλ. λ. μικρόν 4γ· πβ. έκφρ. προς ολίγον ή ολιγόν, λ. προς Ά 7β): ευρέθη προς μικρόν ανάπαυσις της λύπης Καλλίμ. 2348· Ναούς ειδώλων προς μικρόν ανεγείρεις Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) O VI8. Έ (Απολ. ως επίρρ.) παραπάνω, περισσότερο: Σφρ., Χρον. (Maisano) 17428, 13210, Πανάρ. 7326. Εκφρ. 1) Προς απομέσα, βλ. λ. απομέσα 1 Φρ., Επιτομή 1β έκφρ. 2) Προς δεύτερον, βλ. Επιτομή δεύτερον 4 Έκφρ. 3) Προς θάνατον (πβ. νεοελλ. δεν είναι κ. για θάνατο / προς θάνατον, ΛΚΝ λ. θάνατος 1 έκφρ., (κ.) δεν είναι προς θάνατον, Μπαμπιν., Λεξ., λ. θάνατος): έτσι την συντυχαίνει: «Ω ψυχή μου ... Μεγάλη θλίψιν έχω ...». Ωσάν ήκουσεν η κόρη ετούτα τα λόγια, ... είπεν: «... Εάν και θάνατος με έλθει, αυθέντα μου, να μην αρνησθώ την αγάπην σου.» Ο δε αμιράς απεκρίθη: «Όχι προς θάνατον, αγάπη μου ...» Διγ. Άνδρ. 3296. 4) Προς ισότηταν, βλ. Επιτομή ισότης ‑τητα 4 Έκφρ. 5) Προς την καρδιά μου = στην καρδιά μου, μέσα μου, κατάβαθα: εμετάνιωσεν ο Κύριος ότι έκαμεν τον άθρωπο εις την ηγή και εχολομάνησεν προς την καρδιά του Πεντ. Γέν. VI 6. 6) Προς κατά μικρόν = λίγο, κατ’ ολίγον (βλ. Μαυρ., Εκλ. Ά, 521): επεγίνοντο πλησίον| προς κατά μικρόν της κλίνης Ερμον. Ω 215. 7) Προς τον νουν μου, βλ. λ. νους, εκφρ. 1. 8) Πρόσωπα προς πρόσωπα, βλ. λ. πρόσωπον, Εκφρ. 9. Φρ. Ίσταμαι πόδα προς πόδα, βλ. λ. πόδας Φρ. 5.
       
  • προσδέρνω,
    Λίβ. διασκευή α 971, 3124 κριτ. υπ.· προσδέρω, Λίβ. διασκευή α 3124.
    Από την πρόθ. προς και το δέρνω.
    α) Προσβάλλω, χτυπώ (εδώ σε μεταφ.): ο σταλαγμός του πόθου μου την πέτραν της ψυχής σου| χάρβαλον να την έποικεν απότα την προσδέρει,| οπού έχει αντί σταλάγματος πιττάκια τοσούτα,| γραφάς μου πανεξαίρετας, λόγους ερωτικούς μου Λίβ. διασκευή α 1750· β) (μεταφ.) βασανίζω: Λέγω τον· «Τι κλονίζεσαι, τι σε προσδέρνει ο φόβος;» Λίβ. Esc. 2995. — Βλ. και προδέρνω.
       
  • προσδέχομαι,
    Γλυκά, Στ. 240, Διγ. Z 1140, Χρησμ. (Brokkaar) N 116, Παλαμήδ., Βοηβ. 1320, Λίμπον. Αφ. 64· αόρ. (ε)προσ(ε)δέκτην, Απολλών. (Κεχ.) 843, Μαχ. 10838, 16215, 16626, 17829, 18825, 22421, 32613, 24, 3606, 41425, 44423, 44628‑9 (έκδ. εμπροσδέκτην), 45618, 52622, 5968, 6201, 65426, 67013, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 442, 582· επροσδέχτην, Βουστρ. (Κεχ.) 1723· ’προσδέχτην, Μαχ. 1008· προσεδέκτηκα, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 306· απαρέμφ. αορ. προσδεκτείν, Μαχ. 28036‑7.
    Το αρχ. προσδέχομαι. Η λ. στο ΑΛΝΕ.
    1) α) Δέχομαι, αποδέχομαι: Ιστ. πατρ. 13822, Χριστ. διδασκ. 140· (με αρνητ. σημασ.): ονειδισμούς προσδέχεται (ενν. ο ξένος) και ύβρεις υπομένει Περί ξεν. (Μαυρομ.) 61· β) αποδέχομαι κ. ευμενώς· συμφωνώ: Ζητώ τη φαμελία μου αυτείνος να μου δώσει,| αυτείνος δεν προσδέχεται να μου την παραδώσει Αλεξ.2 1310· ήκουσε, προσεδέχθη το και ολοπροθύμησέ το (ενν. ο Βερδερίχος το καβαλίκευμα) Λίβ. διασκευή α 3350 κριτ. υπ.· γ) (νομ., παθητ.) γίνομαι δεκτός (πβ. και Αρμεν., Εξάβ. Ά 430 σχόλ.): Όστις κατεκρίθη διά πταίσιμον τίποτε και εζήτησεν έκκλητον, δευτέραν κρίσιν, και συμβεί ξανακρινόμενος και αποθάνει, δεν στερίζεται τα όσα έχει ... Και το αυτό γίνεται και όταν δεν επροσδέχθη η δευτέρα του κρίσις Zygomalas, Synopsis 186 Ε 62. 2) α) Υποδέχομαι, καλωσορίζω: Μαχ. 11429, Βουστρ. (Κεχ.) 810, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13928· (σε μεταφ.): στήννομεν την τράπεζαν και προσδεχόμεθα εκείνους οπού βούλονται να διορθωθούν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 46· β) φιλοξενώ: Και είς τόν εκράζαν Λωτ επροσδέκτην τους (ενν. τους δύο αγγέλους) εις το σπίτιν του Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 123. 3) (Απροσ.) ταιριάζει, πρέπει (πβ. ά. ενδέχομαι 3): Οκάτι, ως προσεδέχετον, ορέγετον ίνα μάθῃ (ενν. ο ρηξ) Λίβ. διασκευή α 2781· οργίσθην ο πατήρ της,| και λόγους δικασίματος δήθεν και νουθεσίας| είπεν, ως τον προσεδέχετον, προς την εξηρημένην Λίβ. διασκευή α 2790 κριτ. υπ.
       
  • προσεκτικός,
    επίθ., Λίβ. Va 822, 2411.
    Το αρχ. επίθ. προσεκτικός. Η λ. και σήμ.
    α) Που ενεργεί με προσοχή: Σοφιαν., Παιδαγ. 110· β) (συνεκδ.) συνετός, φρόνιμος: Η Πίστις ...| σύννους, δεινή, προσεκτική, ... εις το έναν της το χέριν| είχεν σταυρόν και εις το άλλον της χαρτίν μετά γραμμάτων Λίβ. διασκευή α 1043.
       
  • προσευχή
    η, Σπαν. A 130, 131, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 223, 224, 227, Χρον. Μορ. P 977, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 299, Λίβ. Va μετά στ. 853, 854, Δούκ. 37519, 21, Θησ. Β́ [945], Απόκοπ.2 399, Βίος αγ. Νικ. (Κακλ.) 22, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5188, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1314, Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 60r, Πανώρ.2 Δ́ 270, 408, Ιστ. Βλαχ. 1403, 1840, 2416, Διακρούσ. (Κακλ.) 110, 302, 772, 1035,1298· προσευκή, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 855, 1712, 1715, 1756, 1804, 1881, 2960, 2966, 2968, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 73, 100, 105, Αποκ. Θεοτ. ΙΙ 80, 194, 195, 198, 202.
    Το μτγν. ουσ. προσευχή. Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Σακ., Κυπρ. Β́ 764, Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου). Η λ. και σήμ.
    Προσευχή: κάμε προσευκή, δέηση στο Θεό μας Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 495· (σε προσωποπ.): Είδα απαύτου την Προσευχήν, γυναίκα εις την όψιν,| καταλυμένην και δεινήν, είχεν εις γην το βλέμμαν,| και εις το χαρτίν τό εβάσταζε τούτοι έγραφαν οι λόγοι: ... Λίβ. διασκευή α 1071.
       
  • προσέχω,
    Σταφ., Ιατροσ. 14394, Σπαν. A 56, Σπαν. B 54, Σπαν. (Ζώρ.) V 225, Κομν., Διδασκ. Δ 65, Διδ. Σολ. Ρ 101, Σπαν. P 58, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 576, Λόγ. παρηγ. L 178, Προδρ. (Eideneier) II 23, Καλλίμ. 219, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 603, Ερμον. Β 6, Χρον. Μορ. H 1125, 2400 κ.α., Χρον. Μορ. P 1125, 2400 κ.α., Ορισμ. Μαμελ. 962, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 258, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 66, Λίβ. Esc. 179 κ.α., Λίβ. διασκευή α 454, 708, κ.π.α., Αχιλλ. (Smith) N 1253, Αλφ. (Μπουμπ.) Ι 12, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 222, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 519, Δούκ. 33322‑23, Αλφ. 1413, Λίβ. Va 204, 357 κ.α., Συναξ. γυν. 138, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1794, Σοφιαν., Γραμμ. 40, Πορτολ. B 3012, Μαλαξός, Νομοκ. 186, Προσκυν. Ιβ. 845 233480, Σταυριν. 1260, Ιστ. Βλαχ. 1967, Διγ. Άνδρ. 3308, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β́ 48, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. ά 45, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5641, κ.π.α.
    Το αρχ. προσέχω. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Μτβ. (συνηθέστ. σε προστ., ως προειδοποίηση, απειλή ή προτροπή) 1) Παίρνω τα μέτρα μου, φυλάγομαι από κ., είμαι επιφυλακτικός απέναντι σε κάπ/κ.: βλέπε μη έμπεις εις τον βυθόν απέσω της αγάπης,| μη σε φλογίσει πρόσεχε του πόθου το καμίνιν,| βλέπε καλά μη ποντισθείς εις θάλασσαν του πόθου Λίβ. διασκευή α 1545· Και τι ένι αυτό που κάμνετε, συντρόφοι κι αδελφοί μου;| Προσέχετε μη ποιήσετε πράγμα της απιστίας Χρον. Μορ. H 5441· Πρόσεχε από πονηρών ανθρώπων κακοτρόπων Σπαν. A 164· Τα γαρ φουσσάτα, ερωτική, και οι αγούροι του πατρός σου,| ου μη τολμήσουσιν, θαρρώ, σταθήναι έμπροσθέν μου,| διότι και πρώτα ξέρουν με και θέλουν με προσέχειν Αχιλλ. (Smith) N 1009· Πρόσεχε από διαβολών, φύλαττε τον εαυτόν σου Σπαν. B 165· Τους δε πελαργούς, τους γηταύρους, τον τσικνέαν, την αίθυιαν και τα τοιαύτα οφείλεις ... ίνα προσέχῃς αυτά, ίνα μηδέν πολύ παραβάλῃς όρνεον εξ αυτών· βλαβεραί γαρ λέγονται αι σάρκες αυτών Ορνεοσ. 57718. 2) α) Διακρίνω, υποπίπτει κ. στην αντίληψή μου: Και εγώ, διατί σε πρόσεξα πολλά δυστυχισμένον| και ολοπικροκατάδαρτον από την δυστυχίαν,| διαυτό σε καθοδήγησα και παρηγόρησά σε Λόγ. παρηγ. O 184· β) παρατηρώ, κοιτάζω κ. προσεκτικά: Ως δε επρόσεξέ τον (ενν. τον Πάτροκλον) ο Έκτωρ, από τους αναγυρισμούς του και την ορμήν του κατέλαβεν ότι δεν έναι ο Αχιλλεύς και εξέβη και εσκότωσέ τον Τρωικά 52922· Βλέπω της κόρης το κελλίν, προσέχω το κουβούκλιν| και μέσα εις τον ηλιακόν θωρώ τας ωραιωμένας Λίβ. Va 1107· Και ευθύς το ιδείν ο Διγενής, την κόρην συντυχαίνει: | «Βλέπεις, καλή, Σαρακηνόν πώς μας καταδιώκει;| Άρτι, κυρά μου, πρόσεξε το τι τον θέλω ποίσει» Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 936· γ) εξετάζω, ελέγχω: Σκόπησε, δεσποτεία μου, το όνειρον τό εφαντάσθης| και το διά τίναν σε έλεγεν ιδέ και πρόσεξέ το Λίβ. διασκευή α 1614· Ω καστελλάνε άρχοντα, κακόν μηδέν με ποίσεις,| μηδέ ύβριν, μηδέ αναισχυντιάν πράξεις ποτέ εις εμένα.| Πρώτον καταψηλάφησε, πρόσεξε την αλήθειαν, μάθε το πόθεν άνθρωπος είμαι και τι γυρεύω Φλώρ. 1399. 3) α) Ασχολούμαι με επιμέλεια, δείχνω ενδιαφέρον: Λίβ. Va 1004· Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 292· (εδώ προκ. για ερωτικό ενδιαφέρον): Ος (ενν. ο Ιωάννης ο Παλαιολόγος) έχων γυναίκα πλουσίαν από Λουμπαρδίας ουδόλως ηγάπησεν αυτήν, άλλαις προσέχων Ιστ. πολιτ. 67· β) επιτηρώ, φυλάγω κ.: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 273, Δευτ. Παρουσ. 340. 4) Φροντίζω να κάνω κ.: πρόσεξε να ποίσεις| όλα τά σ’ επαράγγειλα, να μη σε λάθει πράγμαν Λόγ. παρηγ. L 187 πρόσεχε όλοι να σ’ αγαπούσιν Φλώρ. 1129. ποίησε αφορμήν ότι θεωρείς πουλίν εις το κουβούκλιν,| και τόξευσέ το, αλλά αχαμνά, και πρόσεξε να πέσει| απέσω εις το κουβούκλιν της της κόρης η σαγίττα Λίβ. διασκευή α 1278. 5) α) Δίνω σημασία, λαμβάνω υπόψη μου, υπολογίζω κάπ./κ.: παιδίν μου, της βουλής πρόσεχε των γερόντων Σπαν. P 241· Ούτως γαρ γίνεται ο λαλών πρόθυμος εις το λέγειν,| αν βλέπει ότι προσέχεις τον κι ένι ο νους σου εις αύτον Σπαν. B 252· Πρόσχες, παιδίν μου, ακριβώς, τως γαρ ετάχθης φίλος·| έχε τιμήν κι ασχόλησιν και καθαράν αγάπην Σπαν. A 96· β) τηρώ, τιμώ: Παϊσ., Ιστ. Σινά 51, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 128, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 19, 22. Β́ Αμτβ. 1) Εντείνω την προσοχή μου· κοιτάζω ή ακούω προσεκτικά: Ο δε Αίσωπος ήλθε από την υπηρεσίαν οπού τον έστειλαν και ήλθεν εις το τσικάλι και επρόσεξε και ανάδευσε με το χουλιάρι και εβλέπει και λείπει το ένα ποδάρι (ενν. του χοίρου) και εννόησε την επιβουλήν οπού ήθελαν να του κάμουν Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 1716· εμείς εκαταλέγαμεν και επρόσεχαν εκείνες| και εκρέμαντο οι ορωτικές απέ το καταλόγιν Λίβ. Esc. 1921. 2) α) Έχω το νου μου, συμπεριφέρομαι με περίσκεψη και προσοχή· (συνηθέστ. σε προστ. ή υποτ. ως προειδοποίηση, προτροπή ή απειλή): Σπαν. P 245, Χρον. Μορ. P 8302· (με άρν.): Μεταβάλλεται δε εις λήθην και το πάντιμον κτήμα της φιλίας και της αρετής, εις εκείνους μάλιστα οπού δεν προσέχουσιν Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 1819. β) καραδοκώ: Την όλην γαρ επρόσεχα την παρελθούσαν νύκταν| και ταύτην (ενν. την κόρην) είδον μετ’ αυτού (ενν. του μισθαργού) συμπαίζουσαν, φιλούσαν Καλλίμ. 2215. II. Μέσ. Ά Μτβ. 1) Παίρνω τα μέτρα μου, προφυλάγομαι από κ.: ο φρόνιμος άνθρωπος, όταν γλύσει από έναν κίνδυνο, τότε προσέχεται να μην πέσει εις άλλον Νούκ., Μύθ. (Παράσογλου) 31· (συχνότ. σε προστ./υποτ. ως προειδοποίηση ή προτροπή): Φυλαχθείτε λοιπόν και προσέχεσθε και από τες μικρές αφορμές του κακού Χριστ. διδασκ. 420· ο γέρος ας προσέχεται την δευτερογαμίαν Γεωργηλ., Θαν. 412· Το λιοντάρι στον Διγενή απάνω κατηβαίνει· | ο αμιράς φοβούμενος στον Διγενή κοντεύει,| λέ’ του: «υιέ Βασίλειε, προσέχου το λιοντάρι» Διγ. O 1361. 2) Τηρώ κ.: Ήδωκε (ενν. ο Πλάστης) στράτα καθαρά του ανθρώπου να γνωρίσει,| το δαίμονα να καταργά και να τονε νικήσει, (παραλ. 1 στ.) το νόμο να προσέχεται, το χάρισμα να πάρει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4713. 3) Ασχολούμαι με κ., επικεντρώνομαι σε κ.: είπε της να προσέχεται όμορφα τη δουλειά της Αλεξ. 162. Β́ (Αμτβ.) έχω το νου μου, ενεργώ με περίσκεψη και προσοχή: Κι αν σε αγαπά (ενν. η γυναίκα σου) εβλέπεται οδιά να μη σου σφάλει| και α σκοντάψει μιαν φοράν προσέχεται την άλλη Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 182· (συχν. σε προστ./υποτ. ως προειδοποίηση ή προτροπή): Τότε του λέγει ο πατήρ του (ενν. του Ιωσήφ): «Το λοιπόν εσύ θέλεις να γένεις βασιλεύς και εγώ και η μητέρα σου με τα αδέλφια σου να σε προσκυνούμεν; Αμή προσέχου, μην το λέγεις τινός πλέον! Ότι, ακούοντές το, οι αδελφοί σου θυμώνουνται κατά σου!» Βίος Ιωσήφ 270· αλλά και σεις προσέχεσθε, ω άρχοντες Ρωμαίοι,| όσοι στην κούρτην βρίσκεσθε και όσοι αγοραίοι Ιστ. Βλαχ. 423.
       
  • προσηκώνομαι,
    Χρον. Μορ. H 5317, 5485, 5787, 6155, 8906, Χρον. Μορ. P 5485, 5787, 6029, 6155, Λίβ. διασκευή α 526, Βησσ., Επιστ. 263, Θησ. (Foll.) I 98, Χούμνου, Κοσμογ. 747, Βυζ. Ιλιάδ. 644, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 44, Θάν. Μ. Καντ. 15, Ψευδο-Σφρ. 56015, Εγκ. αγ. Δημ. 10773, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ 135v, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 270.
    Από την πρόθ. προ και το σηκώνομαι. Η λ. στο LBG και σημ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., Μπαμπιν., Λεξ.).
    1) Σηκώνομαι από τη θέση μου α) σε ένδειξη σεβασμού ή θαυμασμού προς κάπ.: οι μονασταί και κοσμικοί πάντες προσηκωθείτε·| επάρατε τας χείρας σας εις ουρανόν απάνω| και ικετεύσατε Θεόν Παϊσ., Ιστ. Σινά 16· Όλοι τους ήσαν σε βουλή, τ’ οποίον και το ’ποίκαν| και τόμου ήλθ’ Αλέξανδρος, όλοι προσηκωθήκαν Αλεξ.2 2756· το να την δούσιν να διαβεί (ενν. την Ελένην), σηκώνουνται ολόρθοι (ενν. οι άρχοντες της Τρώας)| όλοι επροσηκώθησαν, άπαντες προσκυνούσιν,| στρέφουνται, βλέπουσιν το φως την Αφροδίτην τ’ άστρον Βυζ. Ιλιάδ. 914· με αιτιατ. ή γεν. προσωπ.: να τιμάς τον πατριάρχη, τον αρχιερέα, τον ιερομόναχον και τον ιερέαν και να φιλάς το χέριν τους και να τους προσηκώνεσαι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 135v· Όλοι σου προσηκώνουνται, μικροί τε και μεγάλοι,| σταυρώνουσι τα χέρια τους, κλίνουν και το κεφάλι Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 13· β) για να καλωσορίσω εγκάρδια κάπ.: ωσάν ήρχετον η γερόντισσα, επροσηκώνουνταν ο τε Ακρίτης και η κόρη και ετιμούσαν την και έβανάν την εις θρόνον και εκάθιζεν Διγ. Άνδρ. 40236· με αιτιατ. ή γεν. προσωπ.: Το ιδείν τους γαρ ο πρίγκιπας επροσηκώθηκέ τους·| «Καλώς ήλθαν οι τούρκοι μου, καλώς οι αδελφοί μου» Χρον. Μορ. P 5317· Το ιδεί την ότι έρχετον, επροσηκώθησάν της| εκάθισαν γαρ ενομού, ως το έχουν οι γυναίκες Χρον. Μορ. H 6029· 2) Σηκώνομαι από τη θέση μου, για να καθίσω κάπ. αλλού: Εκείνη από της κλίνης της ωσάν επροσηκώθην| και αποκάτου εκάθισεν στην ρίζαν του πλατάνου Αχιλλ. (Smith) O 423. — Βλ. και επεγείρομαι.
       
  • προσκαρτερώ,
    Σπαν. B 235, Λόγ. παρηγ. O 402, Καλλίμ. 1144, Διγ. Z 696, Βέλθ. 1, 1225, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 154, 299, Ιστ. Ηπείρ. VII15, Λίβ. διασκευή α 3333, Δούκ. 2016, Σφρ., Χρον. (Maisano) 18815, Λίβ. Va 2630, 2942, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 417, Παράφρ. Χων. (v. Dieten) I 155, III 30, Ψευδο-Σφρ. 58431, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 132227.
    Το αρχ. προσκαρτερέω. Η λ. στο Βλάχ. και στο ΑΛΝΕ.
    Ά Μτβ. 1) Περιμένω, αναμένω κάπ. ή κ.: παρευθύς επρόσταξεν (ενν. ο Βέλθανδρος) τα τρία παιδόπουλά του| ... «Πεζεύσατε, ακαρτερήσατέ με·| και όσας ώρας αν αργώ, όσας και αν ποιήσω (παραλ. 2 στ.) ώδε με περιμείνατε, προσκαρτερήσατέ με ...» Βέλθ. 280· Σήμερον εγεννήθημεν, σήμερον τελευτώμεν,| σήμερον Άδης και νεκροί ημάς προσκαρτερούσιν| και εκείνοι οπού μας είχασιν νυν αποχαιρετούσιν Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 333· εάν ουκ αρκέσῃ αυτῄ της ιδίας γαστρός ο τόκος, εκτρέχουσα (ενν. η πέρδιξ) και εις ετέρας φωλεάς και κλέπτουσα ωά αποκομίζει αυτά εν τῃ ιδίᾳ φωλεᾴ. Εάν δε εύρῃ την τεκούσαν εν τῃ ιδίᾳ φωλεᾴ, μένει προσκαρτερούσα την αποδημίαν αυτής Φυσιολ. B 118· Περί λαϊκών, οπού δεν προσκαρτερούν έως τέλους να τελειωθεί η ακολουθία Μαλαξός, Νομοκ. 277. 2) Υπομένω κάπ. ή κ.: Έλληνες, ακούσετέ μου,| τους μεν όρκους ουκ αφήκεν| ο θεός γαρ πληρωθήναι| ίνα λάβετε την Τροίαν,| ως ομόσετε γαρ πάντες,| κι ένεκεν του όρκου τούτου| πάντα γαρ προσκαρτερείτε Ερμον. Λ 287· Προς πάντας γίνου ευόμιλος και ταπεινός και πράος| άνθρωπον γαρ κενόδοξον τις να τον αγαπήσει,| ώστε και οι δούλοι βιαστικώς προσκαρτερούν με τούτον Σπαν. (Λάμπρ.) Va 252. Β́ Αμτβ. 1) Εμμένω, επιμένω σε μια προσπάθειά μου: Λίβ. διασκευή α 3308, Λίβ. διασκευή α 988 κριτ. υπ. 2) Δαπανώ ικανό χρόνο σε κάπ. μέρος: όσοι εδέχθησαν ... τον λόγον του Πέτρου εβαπτίσθησαν ... Και πάσα ημέραν επροσκαρτερούσαν όλοι ... εις την εκκλησίαν κόπτοντας εις πάσα σπίτιν ψωμίν και ελάμβαναν φαγίν με ευφροσύνην Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 47r· χώρας πολλάς εγύρισε (ενν. ο Βέλθανδρος) και τοπαρχίας και κάστρα.| Τόπος αυτόν ουκ ήρεσεν το να προσκαρτερήσει Βέλθ. 217. 3) Περιμένω α) παραμένω κάπου περιμένοντας υπομονετικά: Οι Αχαίοι δε πανδείνως| Έκτοραν επτοημένοι,| και τοις ξύλοις συγκλεισθέντες| άκοντες προσκαρτερούσιν Ερμον. Ο 282· ημείς γαρ εις την Αντιόχειαν ελθόντες και τρεις μήνας κακοπαθήσαντες πολεμίζοντες ταύτην και πείναν τοσαύτην υπομείναντες, ως και τους πλείονας ημών φαγείν, άπερ ο νόμος ουχ όριζε, και εκείσε προσκαρτερήσαντες ... Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 47· β) αναμένω τρέφοντας προσδοκίες για κ. επιθυμητό· προσμένω: Ευθύς εις το μονόξυλον μετά χαράς εμπαίνει,| τον Δούναβην επέρασε, και προς αυτήν παγαίνει·| με όλους ανταμώθηκε και προσεκαρτερούσεν,| εις την Βλαχίαν να εμπεί πάλιν το εθαρρούσεν Ιστ. Βλαχ. 1093· απέξω ετεντώσασι, κι εκεί προσκαρτερούσαν,| την χώραν να πορθήσουσι γιατί πάντα θαρρούσαν Κορων., Μπούας 108· γ) παραμένω στη θέση μου: Ταύτα ειπών (ενν. ο Φιλόπαππος), μεθ’ εαυτού λαβών τον Μελεμέντζην| ... ήρχοντο προς με τάχος,| τοις άλλοις προτεινόμενος προσκαρτερείν εκείσε,| άχρις αν μηνυθῄ αυτοίς εκεί παραγενέσθαι Διγ. Z 3348· Εκδέξασθε, τί φεύγετε; Μικρόν προσκαρτερείτε·| ου γαρ ενδέχεται υμάς φεύγειν γενναίους όντας,| ω στρατιώται εκλεκτοί, περίφημοι εν πάσιν,| αλλ’ επιμείναι καρτερώς την του πολέμου πείραν Διγ. Z 3560. — Βλ. και προκαρτερώ.
       
  • πρόσκρουσμα
    το, Διγ. Z 2586, Διγ. A 2630, Λίβ. Esc. 2443· πρόσκρουμα.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και στο Βλάχ. Ο τ. μτγν.
    1) Χτύπημα: εμού δε ήδη των ποδών απάρτι αποκαμόντων| τοις των πετρών προσκρούμασι πάντοθεν αιμαχθέντων ... Διγ. (Trapp) Gr. 2180. 2) Εμπόδιο, αντιξοότητα: έζουν, ετρύφουν, έχαιρον, έθαλλον, εσπατάλουν| δίχα τινός προσκρούσματος, δίχα τινός ανάγκης Λίβ. διασκευή α 2576· Χαρά και λύπη σύμμεικτα, αλλά και κεκραμένα· (παραλ. 3 στ.) προς κάλλος και προς φρόνησιν, ... (παραλ. 1 στ.) άπερ προσφέρουσιν χαράν ...,| εν τούτοις ίδῃς κίνδυνον, μέσον τούτοις και ψόγον,| ελάττωμα και πρόσκρουμα, τα προξενούντα λύπην Καλλίμ. 14.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης