Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 334 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Λίβ. Va

  • ποδέα
    η, Διγ. (Trapp) Gr. 2009, Κώδ. Πάτμου II Α 8, Λίβ. Va 939, Λίβ. (Lamb.) N 937, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 305, 511, 740, 758 κριτ. υπ., Ολόκαλος 611, 713, 915, 108, 1310 κ.α., Προσκυν. Κουτλ. 156 8119, Πορτολ. A 225, Προσκυν. Ολυμπ. 177 908, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 1117 χφ Μ κριτ. υπ.· ποδεά, Λίβ. P 782, Ολόκαλος 1606· ποδία, Προδρ. (Eideneier) IV 190 χφ Α κριτ. υπ., Πουλολ. (Τσαβαρή)2 37 κριτ. υπ., 337 κριτ. υπ., Λίβ. Esc. 1081, Θησ. Γ́ [105], Ζ́ [687], Ή [612], Ολόκαλος 516, Β17, Γ13, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 61r, 247v τρις, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ́ [254], [280], Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 225, 4117, Παϊσ., Ιστ. Σινά 618, Λίβ. (Αγαπητός) 135, Σεβήρ., Σημειώμ. 62α, Δωρ. Μον. XXXII, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 131, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 282, Αγαπ., Καλοκ. 338, Προσκυν. Μεταμ. 50 1167, Hagia Sophia f 59716, Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 146· ποδιά, Ch. pop. 362, Αλεξ.2 170, κριτ. υπ. 206 α, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2330, 3970, 4048, Πεντ. Δευτ. III 17, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 724, Νομοκ. Αγ. Γεωργ. 126· πληθ. ποδές, Ημερολ. 49, Ιστ. πατρ. 1981‑2, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 50r.
    Από το αρχ. ουσ. ποδείον (Ανδρ., Λεξ., λ. ποδιά). Ο πληθ. ποδές (από ποδέες με συναίρεση· πβ. Georgac., The -ιτσ- suffixes 311-12) σε κείμ. του 13.αι. (LBG). Ο τ. ποδεά στον Ησύχ. και σε έγγρ. του 13. αι. (Act. Xér. 9A16). Ο τ. ποδία στο L‑S (Γλωσσάρ.,· λ. ποδηνεκής), στο Du Cange, σε έγγρ. του 17. αι. (Πεντόγαλος, Παρνασσ. 16, 1974, 38, 42, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 437) και σήμ. στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Ο τ. ποδιά (από ποδέα με συνίζ.· πβ. ΛΚΝ) στο Somav., σε έγγρ. του 16. (Γρηγορόπ., Έγγρ. στ. 111, στ. 318, στ. 514), 17. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 20, 1990, 447, 486), 18. (Apostolopoulos, Ελλην. 27, 1974, 103) και 19. αι. (Παπανικολάου, Λαογρ. 19, 1960-61, 185-86) και σήμ. Η λ. τον 9. αι. (TLG· για πιθ. παλαιότ. μνείες βλ. LBG), σε έγγρ. του 9., 11., 12. (LBG), 13. (Act. Xér. 9B24, Βραν. Ε., Βυζ. έγγρ. Πάτμου Α′ *89), 14. (Act. Vat. I 6119, ΙΙ 12010, 12, Act. Doch. 1738, Act. Lavr. III 14710, 11, 12, 13, 14), 16. αι. (Γρηγορόπ., Έγγρ. στ. 111, στ. 318, στ. 514, στ. 1312, 16, στ. 1726, Μαράς, Κατάστιχο 149 Γ′ 21029), στο Meursius και σήμ. στο τσακων. και το ποντ. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων., Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) α) Περίζωμα που φοριέται στη μέση, πάνω από το ρούχο: Ουδ’ έπλυνε (ενν. η Παναγία) ουδ’ έραφτε ουδ’ έλλασσε ποτέ τση| κι ήσα τα ρούχα τση λαμπρά κι εστράφτα οι ποδιές τση Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4329· Μα τούτοι ποιος ποκάμισο μας δίδει, ποιος φιστάνι,| ποιος μπόλια, ποιος άλλος ποδιά, ποιος τα παπούτσα κάνει Φορτουν. (Vinc.) Έ 34· β) (μεταφ., προκ. για πουλί) κοιλιά: Η κίσσα ευθύς εγύρισεν, λέγει την πασιδόνα: ... αυτήν την εμπαλωματούν, τάχα την καμαρώνεις,| οπὂχει κόκκινον ομπρός και μαύρον εξοπίσω| και εις την ποδέαν σου (ενν. έχεις) βένετον, στην ράχην σου γαλάζιον Πουλολ. (Τσαβαρή)2 337· γ) (συνεκδ.) γ1) γόνατα: Ημέρες περαζόμενες στον Φίλιππο ’ρθ’ ορνίθι,| κι εις την ποδιά του γέννησε κι ύστερα καρκαρίθη Αλεξ.2 208· γ2) κόλπος, αγκαλιά: Εσίμωσε η Σολομή ν’ απλώσει τση κεράς τση| και γεννημένον εύρηκε το τέκνο στην ποδιά τση Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2087· Επόμεινεν η Αρετή μόνο με τη Φροσύνη·| πράμα μεγάλο εγίνηκε σ’ αυτή, την ώρα κείνη:| εις την ποδιά τση νένας της ήπεσε κι ελιγώθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1575· Λοιπό, μητέρα μας γλυκιά, στρέψε προς τα παιδιά σου,| φίλησε και σιργούλισε, βάλε τα στην ποδιά σου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5245. 2) α) Φόρεμα, ένδυμα, χιτώνας (κυρίως ανδρικός): εις τον δρόμον οπού υπήγαιναν, ήλθε του Ξάνθου να κατουρήσει και εσήκωσε την ποδίαν του και περιπατώντας εκατούρει Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 1117· ως τον είδεν (ενν. τον Ξάνθο) ο Αίσωπος, πως περιπατώντας εκατούρει, επίασέ τον εξόπισθεν από την ποδίαν αυτού και λέγει τον Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 1119· β) στρατιωτική στολή/ένδυμα (για το πράγμα βλ. Jeffreys [Διγ., Εισαγ. σ. Xl]): ο γέρων ο Φιλοπαππούς ούτως τον απεκρίθην (ενν. τον Διγενή):| «Θεωρώ σε, κύρκα, υπόλυγνον και ως αχαμνά ζωσμένον| και χαμηλά η ποδέα σου και ου ποιείς εσύ απελάτης» Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 658· (μεταφ.,. προκ. για πουλί): Αν ου ’γερθείς εις το γοργόν να επάρεις τας ποδέας σου,| αυτάς τας κακοεντύλικτας και επάρεις και υπαγαίνεις,| τώρα να ιδείς το πλεότερον το τι σε θέλω ποίσει Πουλολ. (Τσαβαρή)2 37·   γ1) κάτω άκρη ενδύματος: πιάνει τον ( ενν. η Τάρσια τον Απολλώνιο) εκ την ποδιά να σηκωθεί τον γέρνει Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1534· τον είδε (ενν. τον φονέα) το σκυλάκιον και τον εγνώρισε. Και πάραυτα τον επίασεν από την ποδίαν και τον τραβίζει και φωνάζει ωσάν λυσσασμένον Διον. ρήτ., Ιστ. 254· γ2) (στον πληθ.) οι κάτω άκρες του χιτώνα των ακριτών, που κρέμονταν (για τη σημασ. βλ. Κοραή, Άτ. Ά 256 και Πολ. Λ., Πριν Άλ.2 21 σημ.): Ω τις Ακρίτης έτερος εκεί να ευρέθην τότε,| και τας ποδέας του να έμπηξεν, να επήρεν το ραβδίν του| και μέσα να εκατάβηκεν ευθύς ως αγουρίτσης Προδρ. (Eideneier) IV 190· φωνής ως ήκουσε του θείου το παιδίον,(παραλ. 1 στ.) εκδύει το υπολούρικον (ήτον πολύς ο καύσων)| και τας ποδέας οχυρώς πήξας εις το ζωνάριν Διγ. (Trapp) Gr. 1067· Ρούχα τίτοια τους δίδει (ενν. ο Ιουστινιανός) |ενδύματα παράξενα, πολλά παρηλλαγμένα,| επάνωθε της τραχηλιάς, κάτω εις τας ποδέας| και κάτω εις τα μανίκια, τα πάντα χρυσωμένα Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 357· δ) ποδόγυρος: Άλλες να έχουσι χρυσές άλυσες να φορούσιν (παραλ. 3 στ.) και πασαένα φόρεμα που να ’ναι τιμημένον| χρειά ’ναι ’που κάτω στην ποδιάν τριγύρα να ’ν’ ραμμένο Γεωργηλ., Θαν. 139. 3) (Προκ. για όρος) α) πρόποδες, υπώρειες: εκλερονόμησαν την ηγή του ... όλο τον κάμπο απέραμα του Ιαρδεν ανατολικά και ως τη θάλασσα του κάμπου κατωθιό τις ποδιές του λαγκαδιού Πεντ. Δευτ. IV 49· εις την ποδιάν του όρους των Ελαιών είναι το σπήλαιον οπού ήτον ο Χριστός με τους αποστόλους, όταν ήθελε να παραδοθεί τοις Ιουδαίοις Προσκυν. Κουτλ. 390 14115· β) πλαγιά: εις τη μερέα του σιρόκο δείχνει ποδέα μακρέα κάβο χαμηλό φουρνάνο και ωσά σιμώσεις, γνωρίζεις καλύτερα Πορτολ. A 625. 4) α) Πολύτιμο λειτουργικό ύφασμα που τοποθετείται κάτω από την εικόνα σε ένδειξη σεβασμού (για τη σημασ. βλ. Du Cange, λ. ποδέα και Καζανάκη, Θησαυρ. 11, 1974, 259): Ήτον εικόνες θαυμαστές εγκαψοσμαλδωμένες,| όλες με λίθους εκλεκτούς με τίμιες ποδίες Αρσ., Κόπ. διατρ. [873]· Αύθις τε αι βημόθυραι πέλουσι καμουχένιες,| των δε εικόνων αι ποδιαί καμουχοτζατουνένιες Παϊσ., Ιστ. Σινά 1098· Είχαν (ενν. αι εικόνες) ποδίες εύμορφες μεγάλες ώσπερ πεύκια| με τέχνην ωραιότατην με πάσαν ευκοσμίαν Αρσ., Κόπ. διατρ. [1050]· β) ύφασμα που σκεπάζει το μπροστινό μέρος της Αγίας Τράπεζας (για τη σημασ. βλ. Somav., λ. ποδιά): είτις τολμήσει και επάρει ... πράγμα της εκκλησίας ... ή ποδέα ή μανάλι ... αφορισμῴ εις αυτούς καθυποβάλλομεν Μαλαξός, Νομοκ. 188· γ) παραπέτασμα, θωράκιο (για τη σημασ. βλ. Sophocl., λ. ποδέα και Πεντόγαλος, Παρνασσ. 16, 1974, 38, 42, 38): δεν έχει (ενν. η εκκλησία της Αγίας Βάτου)  ... Τέμπλον· αλλά όταν λειτουργούσι, κλείουσι και χωρίζουσι ωσάν Άγιον Βήμα με μίαν μεγάλην ποδίαν, από ένα μέρος έως το άλλο, ωσάν καταπέτασμα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 156· τότε γαρ και γέγονεν σεισμός εκείσε μέγας, και κεραυνός έπεσεν εν τῃ ιερᾴ μονῄ της Περιβλέπτου, και έκαυσεν εκείσε εικόνας και ποδέας και άλλα τινά Byz. Kleinchron. Ά 35210· δ) ιερό πέπλο που σκεπάζει άγαλμα (για τη σημασ. βλ. Du Cange, App., λ. ποδέα και App. alt., λ. ποδέα): Έλενος δε ο αδελφός του Έκτορος εσυμβούλευσε τον Έκτορα ίνα υπάγει ... και να ειπεί της μητρός του της Εκάβης, να παρακαλέσει (ενν. η Εκάβη) την θεάν την Αθηνάν, και να της δώσει μίαν ποδίαν εύμορφην, διά να αποδιώξει τον Διομήδην εκ τον πόλεμον Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Υπόθ. Ζ́· Ειπές δε και της μητρός μας,| να συνάξει τας γυναίκας| να ανοίξουσι τας θύρας| του ναού της Αθηναίης| και να φέρει μίαν ποδίαν,| την πολλά ωραιοτάτην| κι έμπροσθεν αυτήν να θέσει,| της θεάς της Αθηναίης Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ́ [138]. 5) Η βάση, η κάτω πλευρά ενός σχήματος, μιας επιφάνειας (για τη σημασ. βλ. Fisc byz. 290): εάν δε έχει (ενν. το χωράφιον) κοιλίαν εις το έσω χείλος είτε εις το έξω, μέτρει το πλάτος της κεφαλής και της μέσης και της ποδέας, και έπαρον την τρίτην μοίραν Metrol.2 5822. 6) Μονάδα μέτρησης επιφάνειας/έκτασης: κυρ Νικολο Παουλη, υιός του κυρ Τζανάκι,... ότι δίδει και πακτώνει του Μοσκολεο ... χωράφια ποδέα μια Ολόκαλος Ζ3. Φρ. 1) Αποσκεπάζω την ποδιά κάπ., βλ. Επιτομή, αποσκεπάζω β φρ. (α) και ασχημία 5β φρ. (α). 2) Φιλώ την ποδιά κάπ. = προσκυνώ, ικετεύω κάπ. (για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Α2 109-110 και Έ Παράρτ. 20-21): απήτις εις το κάτεργον εμπήκαν| οι προεστοί και τον πασάν ευρήκαν,| σκύφτουσι και κλιτά τον προσκυνούσι| και την ποδιά του ρούχου του φιλούσι Λεηλ. Παροικ. 340.
       
  • πόθεν,
    επίρρ., Λόγ. παρηγ. L 561, Λόγ. παρηγ. O 580, Καλλίμ. 1361, 1362 δις, Διγ. (Trapp) Gr. 234, 2089, Διγ. Z 450, Χρον. Μορ. H 3639, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 141, Φλώρ. 764 δις, Απολλών. (Κεχ.) 353, Λίβ. P 223, Λίβ. Sc. 146, Λίβ. Esc. 22, 3479, Λίβ. (Lamb.) N 569, Λίβ. N 2532, Αχιλλ. (Smith) N 200, Αχιλλ. (Smith) O 556, Θρ. Κων/π. (Mich.) 111, 112, Λίβ. Va 2650, 2682, Θησ. Γ́ [763], Δευτ. Παρουσ. 332, Απόκοπ.2 77, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 108, 109, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 61v, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 105, Σοφιαν., Γραμμ. 82, Πτωχολ. α 207, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 26317, Hagia Sophia ω 5227, Αγαπ., Καλοκ. 341, κ.α.· πόθε, Ασσίζ. 12713, Βέλθ. 145, Φαλιέρ., Ιστ.2 391, Αχέλ. 302, Πιστ. βοσκ. IV 7 138· πόθες, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3730· πόθθεν, Μαχ. 18228· πούθε, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 162, Έ 49, 225, 243· πούθεν, Νεκρ. βασιλ. 94, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 61v, Σοφιαν., Γραμμ. 82, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 26317, Χριστ. διδασκ. 180.
    Το αρχ. επίρρ. πόθεν. Ο τ. πόθε και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Andr., Lex., στη λ., Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Για τον τ. πόθθεν βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 427 και Πιλαβάκης, Κυπρ. Σπ. 8 <1944>, 1946, 129· απ. και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., Σακ., Κυπρ. Β́ 745, Χατζ., Λεξ.). Οι τ. πούθε και πούθεν με επίδρ. του επιρρ. πού· ο τ. πούθε και σήμ. λαϊκ. Διάφ. άλλοι τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ., λ. πόθαν, Παπαϊωάννου, Γλωσσάρ. Γρεβ., λ. πόθιν, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. πούθι, Χαντζιάρας, Θεσσαλ. γλωσσάρ., λ. πούθι, κ.α.). Η λ. και σήμ. στην αρχαϊστική έκφρ. πόθεν έσχες και ιδιωμ. (Andr., Lex., Παπαδ. Α., Λεξ., Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′).
    1) (Τοπ.) α) (για να δηλωθεί κίνηση από τόπο ή προέλ.) από πού, από ποιον τόπο: Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 311, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 392, Ανακάλ. 8 δις, Δευτ. Παρουσ.(προκ. να δηλωθεί καταγωγή): Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 133, Απολλών. (Κεχ.) 691 δις, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 430· (προκ. για πρόσωπο): πού το ηύραν (ενν. το βεργίν) ηρώτησε (ενν. η κόρη) και πόθεν έν’ γραμμένον; Λίβ. N 1123· πώς προς εμέναν ήλθεν (ενν. ο Λίβιστρος),| τις τον εξείπεν την οδόν, πόθεν την ερμηνεύθην; Λίβ. Sc. 2498· Πόθεν η νεκρανάστασις και τι έν’ το πανηγύρι| και τις το πλήθος των νεκρών εκέλευσε να γείρει; Δευτ. Παρουσ. 21· β) (για να δηλωθεί κίνηση σε τόπο) προς τα πού, προς ποια κατεύθυνση: όλοι αποκεφαλίστησαν, εβάλθησαν να φεύγουν·| ο είς τον άλλον ουκ έβλεπεν το πόθεν υπαγαίνει Χρον. Μορ. H 4841· της στράτας ης ετρέχαμεν ευρήκαμεν το τέλος·| το πόθεν να υπαγαίνομεν πάλιν περισκοπούμεν,| κρημνόν εκείθεν βλέπομεν, όρη απεκείθεν πάλιν Λίβ. N 2422· (μεταφ.): Ο υιός του ανθρώπου αληθινά ως έν’ γραμμένο πάγει,| αμή οπού τον επρόδωκεν αλί του πόθεν πάγει Μυστ. παθ. 22· γ) (για να δηλωθεί στάση σε τόπο) πού, σε ποιο σημείο, σε ποιον τόπο: είδα το πόθεν ο κοιτών παράκειται της κόρης Λίβ. Sc. 32· Ειδέ και των αμαρτωλών πάλι θέλεις να μάθεις| πού είναι και πόθεν κατοικούν (ενν. αι ψυχαί) ... Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2865· από τον πόνον τον πολύν δε ξεύρω πόθεν κείμαι Απαρν. 10· δ) (με τα ρ. εκβαίνω, περνώ, σεβαίνω, φεύγω, κ.τ.ό.) από πού, από ποιο σημείο: είπασιν τινές να στήκουν εις το Νίκλι,| να κατακλείσουν τους Ρωμαίους στου Μυζηθρά τα μέρη,| να μη έχουν πόθεν εξεβεί, τους τόπους να ζημιώνουν Χρον. Μορ. H 6698· μαντάτα έστειλαν το πού να εσμίξουν όλοι,| όπως να επάρουσιν βουλήν το πόθεν να περάσουν (παραλ. 1 στ.)· αφόν εσυβουλεύτηκαν, ισιάστηκαν αλλήλως| το πέραμα να ποίσουσιν απέ την Βενετία Χρον. Μορ. P 307· βουλήν απήρασιν ομού το πόθεν να σεβούσιν| στον δρόγγο εκείνον των Σκορτών, διατί είν’ σκληροί οι τόποι| από βουνία και έμπατα κι από σκληρές κλεισούρες Χρον. Μορ. H 5641· έκρινα ότι να καγούν τα κάτεργα και ξύλα,| περού λαός ο των Γραικών ενωθεί με τους Φράγκους,| να πολεμίζουν δυνατά, να μη έχουν πόθεν φύγει Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 267· Οι Τούρκοι τρέχασιν γοργά στην παραθαλασσίαν,| ελπίζοντες να σέβουσιν στα κάτεργα με βίαν,| τα ποία βρίσκονταν μακρά, και ώστε να σιμώσουν,| οι Τούρκοι δεν ηξεύρασιν το πόθεν να γλυτώσουν,| διατ’ είχαν τους δυναμερούς χριστιανούς κοντά τους Αχέλ. 2527. 2) (Προκ. για λόγο, ομιλία) από ποιο σημείο, από πού: Κυπρ. ερωτ. 9118. 3) α) Για ποιο λόγο, για ποια αιτία, γιατί: Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2605· β) από πού, από ποιο γεγονός: θέλω να με φανερώσεις| πόθεν εκατάλαβές με| πως φουρνάρη γιος υπάρχω; Πτωχολ. B 365· Αφέντες, δότε μου να γροικήσω πόθθεν είναι θαρρούμενοι οι χριστιανοί και πέμπουν τόσον λογάριν και πραματείες εις τον τόπον σου Μαχ. 18228. 4) (Σε έκφραση θαυμασμού ή απορίας) από πού κι ως πού: Βυζ. Ιλιάδ. 249, 251. 5) (Τροπ.) πώς, με ποιο τρόπο (για τη σημασ. βλ. και van Gemert [Φαλιέρ., Ιστ.2 σ. 163]): Πώς δεν κατέχομεν κι εμείς, καλέ, το πόθεν διάγεις! Φαλιέρ., Ιστ.2 577. 6) (Χρον.) από πότε (για τη σημασ. βλ. και Κριαράς [Πανώρ.2 σ. 479, λ. κρατώ]): Καλέ, και πόθε το κρατεί να μηδέ θε να πάρει| το Γύπαρη ογι’ άντρα τση, πλούσο και παλληκάρι; Πανώρ.2 Έ 229. 7) (Αναφορ.) α) από όπου: Ήθελεν εις τα ίδια να στρέψει πόθεν ήλθεν Ιμπ. (Legr.) 289· β) όπου, προς όποια κατεύθυνση: Άμαν εγνώρισε ο Θησεύς και είδε τες (ενν. τες γυναίκες) πως φεύγουν,| εις μιαν φωνήν εσύναξεν όλον του το φουσσάτο·| να τες αφήσουν όρισεν να πάσιν πόθεν θέλουν Θησ. (Foll.) I 80· γ) από κάπου· (με άρν.) από πουθενά, καθόλου: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος κρατεί μίαν γυναίκαν οπού ουκ έχει άνδραν εις το σπίτιν του, και ουδέ εκείνος έχει πόθεν γυναίκαν, και συγγίνεται μετ’ αυτήν και τεκνοποιούν ... Ασσίζ. 1259 -10.
       
  • ποθοαιχμάλωτος,
    επίθ., Λίβ. Va 1597, 3499, Λίβ. Sc. 627, Λίβ. N 1532.
    Από το ουσ. πόθος και το επίθ. αιχμάλωτος (βλ. λ.).
    Αιχμάλωτος του πόθου (Lendari [Λίβ. Va σ. 486]) (βλ. όμως και Αγαπητός [Λίβ. διασκευή α σ. 487]· πβ. λ. αιχμάλωτος 2): Άγουρος ποθοαιχμάλωτος από τα γονικά του| εις το έμνοστον λιβάδιν ήλθεν και κατουνεύει·| η μέριμνά του σφάζει τον, κόπτει τον η φροντίδα,| πότε να το ιδεί τό ποθεί, πότε να το κερδίσει Λίβ. P 1536.
       
  • ποθοαμεριμνημένος,
    μτχ. επίθ., Λίβ. N 2059 (αν δεν πρόκ. για το μτχ. επίθ. πονοαμεριμνημένος, βλ. ά.), 2209, Λίβ. Va 2303.
    Από το ουσ. πόθος και τη μτχ. παρκ. του αμεριμνώ.
    Που δεν έχει τις έγνοιες του έρωτα: Χρόνους με την παράξενον έζησα, φίλε, δύο,| άθλιβος, ανεννοίαστος, ποθοαμεριμνημένος,| και μετά την παρέλευσιν των χρόνων μου των δύο| της ειμαρμένης το άστατον κατ’ εμού εγυρίσθην Λίβ. Sc. 1376.
       
  • ποθοαναγνώθω,
    Λίβ. P 1615, Λίβ. Esc. 1851, Λίβ. N 1652, Λίβ. Va 1718.
    Από το ουσ. πόθος και το αναγνώθω.
    Διαβάζω κ. με πόθο: Εύρεν η κόρη την γραφήν, εύρεν το δακτυλίδιν (παραλ. 1 στ.), ποθοαναγνώθει το χαρτίν, σκιρτά εις τα γράμματά του Λίβ. Sc. 759.
       
  • ποθοανάμνησις
    η.
    Από το ουσ. πόθος και το αρχ. ουσ. ανάμνησις.
    1) Σκέψη σχετική με τον πόθο, τον έρωτα: Ήτον καθόλου αδούλωτος ο νους μου από τον πόθον,| εις λογισμόν μου ενθύμησις αγάπης ουκ εσέβην (παραλ. 2 στ.) Αλλά και μάλλον, φίλε μου, ποτέ αν επλανήθην| άνθρωπος εκ το γένος μου ...,| εις τίτοιαν ποθοανάμνησιν ο νους του να υπεσέβην,| πολλά τον εκατέκρινα Λίβ. Va 126. 2) Ερωτική ανάμνηση: αυτό (ενν. το γαϊτάνιν) να ίδεις, στρατιώτα μου, το πώς να σε ενθυμίζει| και ποίαν μου ποθοανάμνησιν να ρίπτει εις λογισμόν σου (παραλ. 3 στ.) ... κράτει το, αντίς εμέν έχε το το γαϊτάνιν,| και νόμιζε ότι εμέν έχεις, στρατιώτα, μετ’ εσένα Λίβ. Sc. 2911. — Πβ. και ερωτοανάμνησις, ποθοενθύμησις.
       
  • ποθοαφηγούμαι,
    Λίβ. Va 3171, Λίβ. Sc. 2289.
    Από το ουσ. πόθος και το αφηγούμαι.
    Εξιστορώ με πάθος: Και τα μεν άλλα αφήκεν τα του κάστρου να τα λέγει| ο ξένος τά είδε τα καλά να τα ποθοαφηγείται,| αυτό δε αφηγήσατο, την ιστορίαν της πόρτας Λόγ. παρηγ. O 431· Τέτοιος μα την αφήγησιν την τόσην και τοσούτην| τήν με ποθοαφηγήσατο η κόρη μετά βίας,| τότε και εγώ επιχέρησα του τα την αφηγούμαι Λίβ. Esc. 3473· Και μετά τέτοια τα πολλά τά με ποθοαφηγήθην,| τά με είπεν, τά με εδίδαξεν ο συγγενής μου εκείνος,| έφθασα εις την κατούνα μου Λίβ. (Lamb.) N 178. — Πβ. και ποθοανιστορώ.
       
  • ποθοδαρμένος,
    μτχ. επίθ., Λίβ. Va 4012, Λίβ. Esc. 3112.
    Από το ουσ. πόθος και τη μτχ. παρκ. του δέρνω (βλ. ά.) ως επίθ.
    Βασανισμένος από τον πόθο: πέφυκε γαρ να συμπονεί φιλέρωτος καρδία| τους εξ ερώτων πάσχοντας και τους ποθοδαρμένους Λίβ. Va 2886· να έχει ψυχήν ολόθλιβον και ολόπονον καρδίαν,| να συμπονεί τους πάσχοντας και τους ποθοδαρμένους,| και να ιδεί τας πικρίας και στεναγμούς των ξένων Λίβ. Esc. 4400. — Πβ. και ποθόδαρτος.
       
  • ποθοενθυμούμαι,
    Λίβ. Esc. 1132, Λίβ. Va 988.
    Από το ουσ. πόθος και το ενθυμούμαι.
    Θυμάμαι, αναλογίζομαι τον έρωτα: Απ’ αύτην την Ενθύμησιν είδα μετά γραμμάτων·| «Ποθοενθυμείσθε, λέγω σας, όπου αν αποδημείτε,| και έχετε εις νουν πάντοτε τας ερωτοασχολήσεις» Λίβ. Sc. 4.
       
  • ποθοερωτοκράτωρ
    ο, Λίβ. Va 711.
    Από τα ουσ. πόθος και ερωτοκράτωρ.
    (Ως προσων. του Έρωτα) ο κυρίαρχος/άρχοντας του πόθου και του έρωτα: «τα μεν γράμματα έβλεπα, τάχα ανέγνωθά τα,| και έσειον την κεφαλήν μου μη και εμέναν ποιήσει,| καταδικάσει με ο φοβερός ο ποθοερωτοκράτωρ» Λίβ. P 2850· Πόθε μου, διά τον άνθρωπον τούτο ας τον ειπούμε| τον ποθοερωτοκράτορα μήνα τον συμπαθήσει Λίβ. Va 380. — Πβ. και ερωτοποθοκράτωρ.
       
  • ποθοκατούνα
    η, Λίβ. Esc. 3770, Λίβ. Va 3470.
    Από τα ουσ. πόθος και κατούνα.
    Η «κατοικία» του πόθου: φίλε μου, κάθισε μετ’ εμέν, πονοπαρήγορέ μου,| ’που σύντροφοι εγενόμεθα εις μιαν ποθοκατούναν,| οπού μας εκατέμαθαν οι πικρασμοί του πόθου Λίβ. P 2431.
       
  • ποθοκράτωρ
    ο, Λίβ. Esc. 236, Λίβ. Va 440, 2931.
    Από τα ουσ. πόθος και κράτωρ.
    (Ως προσων. του Έρωτα) ο άρχοντας του πόθου: «πας άνθρωπος αδούλωτος εις ερωτοκρατίας| αν δε θελήσει να εμβεί να ιδεί την αυλήν του| ας υπογράψει, δούλος του ας γένηται και τότε| … να ιδεί χάριτας, ας έχει ο ποθοκράτωρ» Λίβ. P 2702· Έρως, αυθέντα βασιλεύ, δέσποτα γης απάσης (παραλ. 3 στ.) αν από αναισθησίας μου τήν είχα προς εσέναν| κατεφρονίσθης από εμέν, δέσποτα ποθοκράτωρ,| μη εξεριστείς το πταίσμα μου, τόσον μη το κακώσεις Λίβ. (Lamb.) N 322. — Πβ. και ποθοερωτοκράτωρ.
       
  • ποθομανία
    η, Λίβ. (Lamb.) N 21, Λίβ. Esc. 134, Λίβ. Va 24, Λίβ. N 21.
    Από τα ουσ. πόθος και μανία. Η λ. στο Κουμαν., Συναγ.
    Ερωτική μανία: Εκείνος δε επεχείρησεν να με αναδιδάσκει,| του έρωτος τα μυστήρια και τους δεσμούς του πόθου,| της ασχολήσεως τα πικρά και της ποθομανίας Λίβ. P 135. — Πβ. και ερωτομανία.
       
  • ποθοξενοδόχισσα
    η, Λίβ. Va 3344, Λίβ. Sc. 2465, Λίβ. Esc. 3633.
    Από τα ουσ. πόθος και ξενοδόχισσα.
    Η ξενοδόχισσα του έρωτα: και απλώς το παν καταλεπτόν ως την αφηγησάμην,| την ποθοξενοδόχισσαν εκείνην την Ροδάμνην,| τα δάκρυά της έτρεχαν, και οι αναστεναγμοί της| ηύξαναν, επληθύνασιν, απήγαιναν εις πλέον Λίβ. P 2349. — Βλ. και ξενοδόχισσα.
       
  • ποθοοργιστικός,
    επίθ., Λίβ. Va 1872· ποθοοργισθικός, Λίβ. Sc. 948.
    Από το ουσ. πόθος και το επιθ. οργιστικός.
    Το ουδ. ως ουσ. = οργισμένη αντίδραση σε ερωτική προσέγγιση: Πονώ σε, τόν επίκρανα με το αλαζονικόν μου.| Ποθώ σε, τόν εζάλισα με το ποθοοργιστικόν μου.| Κύριον σ’ έχω από του νυν, δουλώνομαι εις εσέναν Λίβ. P 1710.
       
  • ποθοπονοβρασία
    η, Λίβ. Esc. 1968, Λίβ. Va 2242.
    Από τα ουσ. πόθος, πόνος και βράσις.
    Έντονη ψυχική αναστάτωση που προκαλείται από ερωτικό πόνο: Έγραψα, φίλε, την γραφήν, έποικα το πιττάκιν| με της ψυχής μου την πολλήν ποθοπονοβρασίαν,| και με τας άλλας μου γραφάς απέστειλα και ταύτην Λίβ. Sc. 886.
       
  • ποθοπονώ,
    Λίβ. P 1719 Λίβ. Va 1881, 2281· μτχ. παρκ. ποθουπονεμένος.
    Από το ουσ. πόθος και το πονώ.
    (Μτβ.) υποφέρω εξαιτίας του έρωτα· α) (με αντικ. πρόσωπο) υποφέρω για κάπ. με τον οποίο είμαι ερωτευμένος: Και γνώρισε ακ το πιττάκιν μου πολλά ποθοπονώ σε| και ολιγωρώ εις τα θλίβεσαι, μηδέ με τ’ απιστήσεις Λίβ. Va 1688· β) (με σύστ. αντικ.) περνώ βάσανα εξαιτίας του έρωτα: Ηύρα της κόρης την γραφήν αυγήν αφού εσηκώθην,| στέκω και αναγινώσκω την, και απείκασέ με, φίλε,| να χάσω εις μιαν τους πειρασμούς τούς είχα παροπίσω·| ψυχή γαρ ερωτότρωτος, όσα ποθοπονέσει| χάνει τους πόνους αν γλυκή μάθει του λόγου φράσιν Λίβ. Sc. 958. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = α) (προκ. για πρόσωπο) που έχει υποφέρει για χάρη του έρωτα (πβ. ά. ερωτοπονεμένος): ειπέ με, φίλε Κλειτοβέ και ποθοπονεμένε (έκδ. ποθοπαινεμένε· διορθώσ. κατά το χφ),| φίλε, τόν συνεκάκωσεν η τύχη μετά μέναν,| φίλε μου, πόσα σ’ έθλιψεν ο χρόνος μετά μέναν Λίβ. N 3186· β) (προκ. για αφήγηση) που είναι γεμάτος από ερωτικά βάσανα: Αλλ’ όσοι και αν αιστάνεστε τον πόθον των Ερώτων,| όσοι αν ουκ εδέξασθε τρώσιν ποσώς αγάπης,| άπαντες νυν ακούσατε την αφήγησιν την ταύτην,| την υπερποθουερωτικήν και ποθουπονεμένη Αχιλλ. (Smith) N 13.
       
  • πόθος
    ο, Σπαν. (Ζώρ.) V 38, Γλυκά, Στ. Β′ 326, Λόγ. παρηγ. L 753, Καλλίμ. 762, Διγ. (Trapp) Gr. 417, 502, 1396, Διγ. A 1946, 2451, Διγ. Z 540, 647, 892, 1291, 2208, 2413, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 866, 899, 1210, 1773, Rebâb-nâmè 13, Divān 5043, Βέλθ. 397, 1052, Ερμον. Α 297, Ερωτοπ. 480, 507, Λίβ. Sc. 205, 1128, Λίβ. (Lamb.) N 244, 397, Λίβ. Esc. 151, 353, 847, Λίβ. N 776, 1692, 1962, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2448, Αχιλλ. L 506, 936, 976, Αχιλλ. (Smith) N 123, 858, 1162, Αχιλλ. (Smith) O 427, Ιμπ. 290, Φαλιέρ., Ιστ.2 191, 482, Διήγ. Βελ. N2 12, Θησ. Γ́ [426], Θ́ [246], ΙΒ́ [635], Ch. pop. 137, 290, 786 Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 23, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 50, 765, Απόκοπ.2 344, 381, 397, Ριμ. κόρ. A 43, 87, Ριμ. κόρ. V 43, 85, Κορων., Μπούας 22, Κυπρ. ερωτ. 25, 102, 8610, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 177, Β́ 189, Έ 364, Πιστ. βοσκ. I 1, 127, 135, (έκδ. πούθου· διορθώσ.), IV 7, 113, Διγ. Άνδρ. 3242, 3551, 3669, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 68, Γ́ 50, Δ́ 726, Έ 661, Στάθ. (Martini) Ά 65, Β́ 196, Γ́ 343, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [870], Δ́ [580], Έ [1254], Φορτουν. (Vinc.) Ά 7, Β́ 128, Δ́ 10, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 77, Διγ. O 164, 1724, Τζάνε Εμμ., Αφ. 14221, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16015, 27722, 36813, κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. πόθος. Η λ. και σήμ.
    1) Σφοδρή, έντονη επιθυμία· λαχτάρα: Σπαν. A 520, Διγ. (Trapp) Gr. 1024, Διγ. Z 2304, Μαχ. 5928· (σε μεταφ.): έρως σαγίταν έσυρεν και κατεχάλασέν τον (ενν. τον πύργον της καρδίτσας μου)| και εις πόθον της αγάπης σου ήφερεν την ζωήν μου Αχιλλ. O 389. 2) α) Σφοδρή ερωτική επιθυμία· ερωτικό πάθος: Καλλίμ. 16, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 362, Ιστ. πατρ. 9721, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 39, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 15· (ως σύστ. αντικ.): οπού τον πόθον μου ποθεί μ’ αληθινήν καρδίαν Θησ. Ζ́ [915(μεταφ.): κλωνάριν πόθου εις την εμήν εφύτρωσεν καρδίαν Λίβ. Sc. 2788· (σε μεταφ.): ο σταλαγμός του πόθου μου την πέτραν της ψυχής σου| χάρβαλον να την έποικεν Λίβ. Sc. 531· ήτον πνιγμένη (ενν. η κόρη) εκ τον βυθόν του πόθου του Λιβίστρου Λίβ. N 1372· (σε προσωποπ.): θαύμασε τον λίθον τον μαγνήτην| πώς έλκει από τον πόθον του την φύσιν του σιδέρου Λίβ. Va 173· (σε όρκο): λάλει με το ορέγεσαι, το θέλεις τώρα ειπέ το,| και μα τον πόθο τον εις σε, γοργά να το πληρώσω Λίβ. Sc. 2211· (σε παροιμ. φρ.): Ο έρως τίκτει το φιλίν και το φιλίν τον πόθον Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 702· Αμ’ η γιαγάπη κλάηματα τρώγει και δε χορταίνει| γιαταύτος κακορίζικος είν’ όποιος ’ς πόθο μπαίνει Πανώρ.2 Δ́ 150· φρ. (1) βάλλω κάπ. εις πόθον = κάνω κάπ. να νιώσει ερωτική επιθυμία: μην εύρῃ χώραν ... το βέλος της αγάπης| και τρώσῃ την καρδίαν της και βάλῃ την εις πόθον (ενν. την κόρην) Διγ. Z 90· εκαλέσασιν εντίμως (παραλ. 5 στ.) την χρυσήν γαρ Αφροδίτην,| όπως γαρ εις πόθον βάλει| τους νεόνυμφους γαρ τότε Ερμον. Α 219· (2) βάνω πόθο, βλ. βάνω (Ι) Ά 52· (3) εισβαίνει/συμβαίνει πόθος (με αιτιατ. και γεν. προσώπου) = ερωτεύομαι κάπ.: πόθος με εσυνέβηκε, πάτερ μου, του Λιβίστρου Λίβ. P 892· πόθος γαρ με εσέβηκεν, πατήρ μου, του Λιβίστρου Λίβ. Esc. 2228· (4) έχω/ρίχνω (τον) πόθον εις άλλον/‑ην/αλλού = είμαι ερωτευμένος με κάπ. άλλον/ην: Καλή μου, αν εμετάγνωσες και έχεις αλλού τον πόθον,| ειπέ μου την αλήθειαν, κυρά, να υπαγαίνω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 881· Πιστεύω, αυθέντη μου ευγενή, να μη έβγω από τον νουν σου| και αλλού να ρίξεις πόθον σου κι εμέν να λησμονήσεις Φλώρ. 1033· όμοσες και μὄλεγες ποτέ μη με ’ξαφήσεις,| κι εδά θωρούν τα μάτια μου, εις άλλην πόθον έχεις Ερωτοπ. 26· β) (συνεκδ.) το αντικείμενο της ερωτικής επιθυμίας (η χρ. ήδη μτγν.): και νυν εμέ χωρίζουσιν εκ τον εμόν τον πόθον,| ζωήν να ζω επώδυνον, πάντοτε πονεμένην Φλώρ. 1010· Ο πρώτος πόθος ήτον της καρδιάς μου| η όμορφη, οϊμέ, Ερωπρικούσα Πιστ. βοσκ. III 6, 208· (εδώ σε προσφών.): αναπλοκή μου, κρεμασμέ και ενήδονέ μου πόθε Λίβ. P 1493· γ) (προσωποπ.) ο Έρωτας (η χρ. ήδη αρχ.): Φαλιέρ., Ιστ.2 630, Κυπρ. ερωτ. 10041· δ) το ερωτικό πάθος ως αρρώστια: μην τον αφήσεις να χαθεί (ενν. το Γύπαρη), μα δώσ’ του το βοτάνι| και τη γιατρειά του πόθου του σαν τὄρχεται να γιάνει Πανώρ.2 Γ́ 218· Άλλο δεν είν’ το γιατρικό του πόθου, οντέν αρχίσει| παρά ζιμιό να βρει αφορμή να του ξελησμονήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 707· ε) ο πνευματικός έρωτας (για τη σημασ. βλ. και Lampe, Lex., στη λ. 1): έπεσεν ο πόθος αυτού (ενν. του πατριάρχου) και η αγάπη εις την μελέτην της Αγίας Γραφής Ιστ. πατρ. 1975. 3) Αγάπη, στοργή α) για συγγενικό ή αγαπημένο πρόσωπο: και κατησπάζοντο αυτόν (ενν. τον αμιράν) μοιράζοντες τον πόθον| εντεύθεν μεν οι συγγενείς, εκείθεν δε η μήτηρ Διγ. (Trapp) Gr. 733· Εμέναν ο πατέρας μου μικρόθεν με είχεν πόθο·| τώρα με κατεχόρτασεν, θωρώ παραβαρώ τον Ιμπ. 174· φίλο αγαπημένο| θέλομε σ’ έχει πάντα μας με πόθο εμπιστεμένο Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 112· (στον πληθ. προκ. για εκδηλώσεις αγάπης): Εκείνοι (ενν. οι θείοι μου) με ανέθρεψαν με αμετρήτους πόθους Διγ. A 519· β) προς τον γενέθλιο τόπο: Στην Καλομάτα εδιέβηκεν (ενν. ο πρίγκιπας Γυλιάμος) όπου είχεν μέγαν πόθον| διατί εγεννήθηκεν εκεί κι ήτον ιγονικόν του Χρον. Μορ. H 7761· γ) (θεολ.): εκδίδομαι παρά μητρός εις Αραβίτας θείους,| οί με και αναθρέψαντες εις Μωάμετ τον πόθον Διγ. Z 483. 4) Προθυμία, ζήλος: ούτως ο άγιος, με πόθον πολύν, έκτισε την αυτήν μονήν εις το όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου της Αντιφωνήτριας Σουρούμης, Ιωάνν. Ξέν. Κ 46· κάλλια βαλθείν ήθελα την άμμο| με ίδρωτα, με πόθο να μετρήσω| παρά τέτοιο βοσκό να μη βουηθήσω Βοσκοπ.2 79. 5) Διάθεση για φαγητό, όρεξη: εμένα, κακοτύχερε, τον γερανόν υβρίζεις,| τόν τρώγουσιν οι βασιλείς μετά πολλού του πόθου …; Πουλολ. (Τσαβαρή)2 84. 6) Ευχαρίστηση: Διήγησις παιδιόφραστος περί των τετραπόδων,| ίνα αναγινώσκωνται και χρώνται τούτα παίδες,| οι φοιτηταί και νεαροί διά την ευνοστίαν·| γέγραπται γαρ εις ένωσιν μαθήσεως και πόθου Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 4. Η λ. ως κύρ. όν.: Notizb. 26.
       
  • ποθοφαντάζομαι·
    γ́ εν. εποθοεφαντάζετον· αόρ. ποθοεφαντάκτηκα, Λίβ. Va 3336.
    Από το ουσ. πόθος και το φαντάζομαι.
    Βλέπω ερωτικά όνειρα (βλ. και Αγαπητός [Λίβ. διασκευή α σ. 488]): είπα την ... (παραλ. 16 στ.) πώς, πώς τον αποκρίνεται ο Έρως εν ονείρῳ,| πώς εξυπνεί εκ τον όνειρον και τίναν το διηγείται,| πώς, πώς εποθοεφαντάζετον πάλιν την νύκταν όλην Λίβ. Sc. 2450.
       
  • ποθώ,
    Σπαν. A 110, 579, Σπαν. (Ζώρ.) V 117, 153, Κομν., Διδασκ. Δ 130, 141, Διδ. Σολ. Ρ 36, Σπαν. (Μαυρ.) P 297, Καλλίμ. 1170, Διγ. (Trapp) Gr. 1295, 3434, Διγ. Z 590, 1338, 4266, Βέλθ. 966, 967, Ερμον. Γ 14, Ε 413, 430, Η 89, Υ 365, Χ 314, Ψ 19, Ω 308, Χρον. Μορ. H 117, 8534, 8540, Βίος Αλ. 1781, Φλώρ. 587, 588, 1459, Λίβ. P 926, 2521, 2522, Λίβ. Esc. 914, 1740, 1742, 2202, 3964, Λίβ. Va 26, 3708, Λίβ. Sc. 19, 487, 1132, Λίβ. N 2606, Αχιλλ. L 17, Αχιλλ. (Smith) N 70, 71, 183, 268, 1120, Αχιλλ. (Smith) O 30, 31, 114, 167, 398, 662, Ιμπ. 316, 645, Φαλιέρ., Ιστ.2 11, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 12, Διήγ. Βελ. χ 353, Δούκ. 25929, Θησ. Γ́ [678], Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 94, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 912, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 902, Παϊσ., Ιστ. Σινά 179, 902, Κυπρ. ερωτ. 174, 186, 295, 466, 537, 9915, 11922, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 455, Έ 1222, Στάθ. (Martini) Ά 21, Β́ 240, Ροδολ. (Αποσκ.) Χορ. γ́ 12, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 47, Β́ 254, Γ́ 654, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 58010, κ.α.· μτχ. ενεργ. ενεστ. ποθώντες, Φαλιέρ., Ιστ.2 356.
    [Το αρχ. ποθέω. Η μτχ. ουδ. ποθούμενο ως ουσ. και σήμ. Η λ. και σήμ.]
    I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Επιθυμώ έντονα, λαχταρώ, επιζητώ κ.: Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1376, Σπανός (Eideneier) A 398, Νεκρ. βασιλ. 33, Ιστ. πολιτ. 5818· β) επιθυμώ να επιτύχω ή να αποκτήσω κ.: έχουν οι πλείες των γυναικών υποκρίσεις μεγάλας,| ώστε να ποιήσουν τό ποθούν, ώστε να ιδούν τό θέλουν Σπαν. O 228· έπαθεν και ουκ απέτυχεν, εκέρδησεν τό επόθει Λίβ. N 2168· Υιέ μου, βλέπε μη ποθείς του κόσμου τούτου πλούτον Σπαν. A 622· (με εμπρόθ. προσδ.): όποια μας θαραπεύγουσιν να τα παραθεσμούμε,| και εις τ’ άδηλα, τα κοσμικά όλοι μας να ποθούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 106 κριτ. υπ.· γ) (με δευτερεύουσα πρόταση) έχω διάθεση, ανυπομονώ, λαχταρώ να κάνω κ.: Φαλιέρ., Ιστ.2 439, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 9, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 702. 2) α) Αγαπώ πολύ κάπ. ή κ.: Υιέ μου, αγάπα τους πτωχούς και πόθει τους πλουσίους Σπαν. A 553· Αγάπην ζήτει ... να σε ποθούν ως τέκνον| και ως υπηρέτην τον πιστόν, ούτω να σε ποθούσι Σπαν. (Λάμπρ.) Va 109, 110· παιδί μου, πρόσεχε πρώτον καλά και σκόπει,| και τότε λάλει ταπεινά και μεμελετημένα| να σε παινά ο καθεείς και όλοι να σε ποθούσι Κομν., Διδασκ. Δ 158· Το ποίημα οπού ’γραψα, όλοι να το ποθείτε,| και να το μεταγράφετε, πολλά να το αγαπάτε Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 837· την εκκλησίαν πόθει την, μη την ελησμονήσεις·| σπούδαζε πάντα εις αυτήν, πάσα καλόν να έχεις Σπαν. O 50· ήθελεν ποίσει ψυχικόν και έπαινόν του μέγαν,| την Ζάμπεαν να υπάντρεψεν με έναν καβαλάρην (παραλ. 1 στ.), να επόθει, να εφύλαττε τον τόπον του Μορέως Χρον. Μορ. P 8534· β) αγαπώ ερωτικά κάπ.: βλέπε και κράτει, φύλαττε ευγενικά την κόρην,| ότι ποθεί τον Φλώριον και εκείνος ταύτην σφόδρα Φλώρ. 737· σώπα, λυγερή, μηδέν με φοβερίζεις·| αν ου σ’ εγάπουν τα πολλά και πόθουν σε μεγάλα,| μιαν σφοντυλιάν να σε κτύπησα να ’ξέβην η ψυχή σου Αχιλλ. L 1163· Οι άντρες πάσκου και κοπιού, ξετρέχου να μπερδέσου| μια κορασά στα βρόχια τως, και ώστε να την κερδέσου| τρέμουσι και λιγώνουνται, δείχνου πως την ποθούσι,| και ωσάν τηνε κερδέσουσι, ζιμιό τηνε μισούσι Φορτουν. Γ́ 453· (με σύστ. αντικ.· βλ. και Ανδριώτης, Αθ. 47, 1937, 193): ολίγος ένι ο πόθος σου, και ο πόνος ένι πλέον,| και διά τον πόθον τόν ποθείς, καταφρονείς τον πόνον Λίβ. P 2526· τον πόθον μου ποθεί μ’ αληθινήν καρδίαν Θησ. Ζ́ [915]. Β́ (Αμτβ.) αγαπώ με πόθο, ερωτικά: έπεσα εις το κρεβάτιν μου, ποθώ ερωτοθλιμμένος Λίβ. N 1398· Πάθος δεν έν’ σ’ εκείνους που ποθούσιν| γιον αντάν δουν και λείψει τους το θάρρος,| κι αντάν τημ πεθυμιάν τους πιντωθούσιν Κυπρ. ερωτ. 531· Μωρόν παιδίν το φτιάζουν,| γιον τον θωρείς εδά ζωγγραφισμένον (ενν. τον Πόθον),| γιατ’ οί ποθούν έχουν τον νουν χαμένον Κυπρ. ερωτ. 1817. IΙ. Μέσ. Ά (Μτβ. μεταφ.) ακούω, ακολουθώ: Τίνες δε γαρ τούτ’ υπάρχουν| των καλών ου μεμνημένοι;| Ασυνείδητοι γαρ πρώτον,| δεύτερον οι μη φρονούντες,| οι ποθούμενοι δε τρίτον| τας βουλάς γαρ των μοχθήρων·| οί δε μνημονεύουν, είναι| οι θεοσεβείς γαρ πρώτον,| δεύτερον οι ποθουμένοι| τας αρίστας γουν τας γνώμας Ερμον. Ι 312, 316. Β́ (Αμτβ. αλληλοπ.) αγαπιέμαι: Αντάμ με πόθον δυο καρδιές ποθούνται| μακρύς καιρός ποτέ δεν τες χωρίζει Κυπρ. ερωτ. 431. Οι μτχ. μέσ. ενεστ. και παρκ. ως επίθ. (για τη χρ. βλ. TLG· βλ. και Παπαδόπουλος Α., Αθ. 54, 1950, 206) = ποθητός, πολύ αγαπητός, πολυαγαπημένος: ει επιλάθομαί ποτε φιλτάτης γυναικός μου| ή του τερπνού ανθήματος υιού του ποθουμένου (παραλ. 1 στ.) βρώμα θηρίων γένωμαι και πετεινών εις όρη Διγ. Z 845· Ασπάζομαί σε, ω Σταυρέ, πεποθημένον ξύλον Θρ. Θεοτ. 91· πάλιν ακούσατε, φίλοι ηγαπημένοι,| ορθόδοξοι χριστιανοί, λίαν πεποθημένοι Προσκυν. Ιβ. 845 375. Ο πληθ. αρσ. ενεργ. ενεστ. ως ουσ. (βλ. και Steph., Θησ., λ. ποθέω) = αυτοί που αγαπούν, ποθούν ερωτικά, οι ερωτευμένοι: Έδε μεγάλη λύπηση οπού τυχαίνει να ’χει| προς τους ποθώντας, δυσκολιές γιαπάς όντα του λάχει Φαλιέρ., Ιστ.2 356. Η μτχ. αρσ. μέσ. ενεστ. ως ουσ. = ο αγαπημένος: μη τυγχάνεις ο Διγενής, ...,| ος τον εμόν ποθούμενον έλυσας του θανάτου; Διγ. Z 2668. Ο πληθ. αρσ. μέσ. ενεστ. ως ουσ. = αυτοί που αγαπιούνται ερωτικά: Πόσα στενάζει και αυτή δι’ εμέ αγρυπνούσα| και σκοπεύουσα τας οδούς καθ’ εκάστην ημέραν| (πεφύκασι γαρ μέριμναι πολλαί τοις ποθουμένοις| και φροντίδες διηνεκώς, κίνδυνοί τε και φόβοι) Διγ. (Trapp) Gr. 667. Η μτχ. ουδ. μέσ. ενεστ. ως ουσ. = αυτό που ποθεί κάπ., το αντικείμενο του πόθου: λέγε τον ψαλμόν πρωί και εσπέρας τρις και ευρήσεις το ποθούμενον, ώσπερ θέλεις Ιατροσ. 2190· πάντα καταμάθομεν, γυρεύσομεν τον τόπον,| και μετά πόθου μηχανής ολίγον κατ’ ολίγον| ίδομεν το ποθούμενον, Έρως ου ψεύδεταί μας Λίβ. (Lamb.) N 777. (Πιθ. σε παροιμ. χρ.): η Θεοφουνού επόθειν πίταν κι η Καλή την έφαγεν Σατιρ. ποίημ. 293.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης