Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 520 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.

  • ανασύρνω,
    Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 739, κριτ. υπ., Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. β́ 9· ’νεσύρνω, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 492· ανασέρνω, Ιμπ. (Legr.) 749.
    Από το μτγν. ανασύρω. Η λ. και σε δημ. τραγούδια (Αρμούρ., Κυριακ., 46, Άσμα Μάλτ., Σπυριδ., 43). Ο τ. ανασύρνω ήδη στο Νικήτ. Χων. (Βόνν.) 73926. Οι τ. και σήμ. (ΙΛ, λ. ανασέρνω).
    1) Σέρνω προς τα επάνω· (προκ. για τα φρύδια για να εκδηλώσω δυσαρέσκεια, θυμό) (πβ. ανασπάν τας οφρύς, L‑S, λ. ανασπάω 6): τα φρύδια ντου ενέσυρνε, τα μάτια ντου αγριεύγει Ερωτόκρ. Β΄ 492. 2) Παρατραβώ, παρατείνω: Μακραίνω την διήγησιν, πολλά την ανασέρνω Ιμπ. 749. 3) (Προκ. για νερό) αντλώ: να ανασύρει νερόν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. δ΄ 7· έρχομαι εδώ να ανασύρω Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. δ΄ 15. — Πβ. ξανασύρνω.
       
  • αυρινός,
    επίθ., Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 586, Πεντ. Γέν. XXX 33, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. α΄ 29.
    Από το επίρρ. αύριο και την κατάλ. ‑ινός. Βλ. και L‑S. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Αυριανός (Βλ. L‑S. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): το πωρνό ξημέρωμα, την αυρινήν ημέραν όλες εμαζευόντησαν εδώ και από πέρα Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 586. 2) Που ανήκει στο μέλλον, μελλοντικός: να απιλογηθεί εις εμέν η δικοσύνη μου εις ημέρα αυρινή Πεντ. Γέν. XXX 33.
       
  • αγκαθένιος,
    επίθ.
    Από το ουσ. αγκάθι και την κατάλ. ‑ένιος. Η λ. και σήμ.
    Αγκαθερός: αγκαθένιον στεφάνι Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. ιθ́ 5.
       
  • ακατηγόρητος,
    επίθ.
    Το μτγν. επίθ. ακατηγόρητος. Η λ. και σήμ.
    Που δεν μπορεί να κατηγορηθεί: δεν εδιαβάσετε εις τον νόμον ότι τα Σάββατα οι ιερείς εις το ιερόν καταλύουσι το Σάββατον και είναι ακατηγόρητοι; Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ιβ΄ 5.
       
  • αμπάρι
    το, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. γ́ 12, γ́ 12 (παρορ.), ιγ́ 30.
    Το αραβοτουρκ. ambar. Για άλλες ετυμολ. βλ. ΙΛ, στη λ. και Ανδρ., Λεξ., στη λ. Η λ. και σήμ.
    Αποθήκη για να φυλάγονται δημητριακά: θέλει μαζώξει το στάρι εις το αμπάρι του Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. γ́ 17· ουδέ κελάρι έχουν ουδέ αμπάρι Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ιβ́ 24.
       
  • ανασυρτάρι
    το.
    Από το ρηματ. επίθ. ανασυρτός και την κατάλ. ‑άρι. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Αγγείο με το οποίο αντλούν νερό: εσύ ανασυρτάρι δεν έχεις Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. δ΄ 11.
       
  • ανεμοστροφή
    η.
    Από τα ουσ. άνεμος και στροφή.
    Ανεμοθύελλα: εκατέβη ανεμοστροφή Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. η΄ 23.
       
  • αντικαλώ.
    Το αρχ. αντικαλώ.
    Καλώ (για να ανταποδώσω): όταν κάμεις τραπέζι γιοματινόν ή δείπνον, μην καλείς τους φίλους σου μήτε τους αδελφούς σου ... μήπως κι αυτοί σε αντικαλέσουν και σε ανταποδώσουν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ιδ΄ 12.
       
  • απαλός,
    επίθ.
    Το αρχ. επίθ. απαλός. Η λ. και σήμ.
    1) Τρυφερός, μαλακός: όταν οραμάι γενούσι τα κλαδιά της απαλά και φυτρώσει τα φύλλα Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κδ΄ 32. 2) Απαλός στην αφή: άνθρωπον στολισμένον με απαλά ρούχα Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ια΄ 8.
       
  • απανώγραμμα
    το.
    Από το επίρρ. επάνω >απάνω και το ουσ. γράμμα. Η λ. και σήμ. Πβ. μτχ. απανωγραμμένος στο Βλάχ.
    Επιγραφή: Δείξετέ με ένα δηνάρι· τίνος εικόνα έχει και απανώγραμμα; Απεκρίθησαν και είπαν: «Του καίσαρος ...» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. κ΄ 24.
       
  • αποσπερίς,
    επίρρ.· αποσπερί, Gesprächb. 46849.
    Από το επίρρ. αποσπέρας αναλογ. με επιρρ. σε ‑ίς (Βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 225). Για τον τ. βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 433. Η λ. στο Somav. (λ. αποσπέρας) και σήμ.
    To βράδι (επιρρ.): αποσπερί ή το μεσάνυκτον ή όταν λαλεί το ορνίθι ή το ταχύ Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ιγ́ 35.
       
  • αποστομώνω,
    Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ά 25, κβ́ 12.
    Το μτγν. αποστομόω. Η λ. και σήμ.
    I. (Ενεργ.) αναγκάζω κάπ. να σιωπήσει: ήκουσαν ότι αποστόμωσε τους Σαδδουκαίους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κβ́ 34. II.(Μέσ.) παύω να μιλώ, «χάνω τη μιλιά μου»: ο Ιησούς του είπεν: «Αποστομώσου» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. δ́ 35.
       
  • αποτά,
    πρόθ.
    Από τη συνεκφ. από τα.
    Από (αφαίρεση από το όλον): αποτ’ εσάς ποιος να ήτον πατέρας; Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ιά 11.
       
  • άρραφος,
    επίθ.
    Το μτγν. επίθ. άρραφος. Η λ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.) και σήμ. στον τ. άραφτος.
    O μη ραμμένος, που δεν έχει ραφή: ήτον άρραφος Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. ιθ΄ 23.
       
  • αρχισυνάγωγος
    ο.
    Το μτγν. ουσ. αρχισυνάγωγος.
    Ο κορυφαίος της συναγωγής: έρχεται ένας από τους αργισυναγώγους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ε΄ 22.
       
  • άτριβος,
    επίθ.
    Από το στερ. α‑ και το τρίβω. Η λ. στο Somav. και σήμ.
    (Προκ. για ρούχο ) καινούργιος: ουδέ κανένας βάλει μπάλωμα από πανί άτριβον εις ρούχον παλαιόν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. θ΄16.
       
  • άχλομος,
    επίθ.
    Από το επιτ. α‑ και το επίθ. χλομός.
    Πολύ χλωμός, κιτρινιάρης· εδώ προκ. να αποδοθεί το χλωρός (= κιτρινοπράσινος) του πρωτοτύπου (πβ. και Bauer, Wört., λ. πυρρός και χλωρός): να ένα άλογον άχλομον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Αποκάλ. Ιω. ϛ΄ 8.
       
  • βούλγα
    η, Θαύμα αγ. Νικολ. α′ 36628, βούργια, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. στ́ 8.
    Το λατ. bulga.
    Σάκος: αι βούλγες ήσαν ... γεμάτες Θαύμα αγ. Νικολ. α′ 36628. — Βλ. και βουλγία, βουλγίδιον, βουλγί(ο)ν, βουλγίς.
       
  • γεννητούρια
    τα, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 292.
    Από το υποθ. αρχ. γεννητήρια (τα) με επίδρ. της μεσν. κατάλ. ‑ούρια (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και σήμ. (Ανδρ., Λεξ.).
    1) Τόπος της γέννησης (Για τη σημασ. βλ. Χατζιδ., ΕΕΦΣΠΘ 1, 1927, 22): η αφορμή απού μ’ έκαμε ολονομπρός κι εβγήκα| απού τα γεννητούρια μου και την πατρίδα εφήκα Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 292. 2) Γενέθλια: ο Ηρώδης εις τα γεννητούρια έκαμε φιλίαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ϛ΄ 21.
       
  • διανεύω,
    Σαχλ., Αφήγ. 306 (έκδ. διαμέψη· διόρθ. Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 363 σε διανέψη), Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 460, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 525· διανεύγω, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 7α.
    Το μτγν. διανεύω. Η λ. και ο τ. και σήμ. σε ιδιώμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ., λ. διανεύγω και Andr., Lex.).
    Α´ Ενεργ. 1) Διαχειρίζομαι, τακτοποιώ (Βλ. Ξανθουδίδη [Φορτουν. σ. 230] και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ., λ. διανεύγω): το έχει οπού του βρίσκεται καλά να το διανεύγει Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 7 (κριτ. υπ.). 2) Έρχομαι σε σχέσεις, σχετίζομαι: ωσάν αρχήν έμπει κανείς, να πα να ταξιδεύσει| και με άλλους ναύτες (έκδ. νάπτες· διόρθ. Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 363) γέροντες εσμίξει (έκδ. εσμίσει· διόρθ. Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 363) και διανέψει Σαχλ., Αφήγ. 306. 3) Συνεννοούμαι με νεύματα: αυτός τους εδιάνευε και απέμεινε βουβός Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. α΄ 22. Β´ Μέσ. 1) Ζω, περνώ τον καιρό μου (Η σημασ. και σήμ. σε ιδιώμ., Andr., Lex. στη λ. 5): Αφήκεν ουν αυτήν και την γνησίαν αυτού μητέρα γηραλέαν ούσαν …, αλλά διανεύεται απραγμόνως αυτόθι Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 525. 2) Συμπεριφέρομαι: Ως άγρια νύμφη μόδειξες, σώπα, άσι με την ώρα,| βλέπω σε να διανεύεσαι με θαυμαστήν εγνώρα Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 460.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης