Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αέριος,
- επίθ., Ιερακοσ. (Hercher) 4825, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3522.
Το αρχ. αέριος.
Που αποτελείται από αέρα: Ους ελάτας παρωνύμως καλούσι διά το δι’ αυτών ελαύνεσθαι και κώπης δίκην διατέμνεσθαι το αέριον πέλαγος ( = ατμόσφαιρα) Ιερακοσ. 4825.
ακαταστασία- η, Φυσιολ. (Zur.) XLV 215, Θρ. Κων/π. (Ζώρ.) Βαρβ. 10, Θρ. πατρ. (Krumb.) O 14, M 14, Δούκ. (Grecu) 42727, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3421, Έκθ. χρον. (Lambr.) 6215, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 3328, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 7214-15, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 437, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1334, 2200, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 55, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 3339 (έκδ.: ταις καταστασίαις· Ξανθ., BZ 18, 1909, 596, διόρθ. τσ’ ακαταστασίες).
Το μτγν. ουσ. ακαταστασία. Η λ. και σήμ. ως λόγ. και σε ιδιώμ. με κάπως διαφορετικούς τ. (ΙΛ).
α) Ανώμαλη κατάσταση, ταραχή, έλλειψη τάξης (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. Ι, και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): ότι εγένετο η ηγεμονία εν ακαταστασίᾳ και ουκ έστι γνήσιος αυθέντης, αλλά γέγονε πολυαρχία και σύγχυσις Έκθ. χρον. 6215· σκανδάλων πολλών και ακαταστασιών γενομένων εν Περσίᾳ Ιστ. πολιτ. 7214-15· τους ενίκησε ο Τούρκος από την ακαταστασίαν και φθόνον οπού είχανε οι χριστιανοί Χρον. σουλτ. 3328· στην εκκλησίαν σύγχυσες και ακαταστασίες.| Οι ιερείς δεν ξεύρουσι τα βρέφη να βαπτίσουν Ιστ. Βλαχ. 2200· β) ανακολουθία, αστάθεια στο χαρακτήρα (Η σημασ. ήδη μτγν., Sophocl. στη λ. 2): ει και τελούντες ήσαν, αλλά την ακαταστασίαν αυτού γινώσκοντες ετρόμαξαν Δούκ. 42727.
αμανίτης- ο, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 9248, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 169, ͵αλθ΄, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 34228, 3433, 6, 8· ομανίτης, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 491.
Το μτγν. ουσ. αμανίτης. Για το σχηματ. του τ. βλ. Φιλ., Γλωσσογν. Β΄ 136. Η λ. και σήμ. στα ιδιώμ. με διάφορους τ. (ΙΛ).
Το φυτό μανιτάρι (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S, λ. αμανίται και σήμ., ΙΛ στη λ. 1· πβ. Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 187 και Κουκ., ΒΒΠ E΄ 101): Όταν γαρ γίνεται βροχή, ... είθ’ ούτως ηλιακή καύσις, τότε μάλλον γίνονται οι αμανίται πλείστοι Μάρκ., Βουλκ. 3436· Εν τον’ εδώ που πρόβαλεν ωσάν τον ομανίτη Φιορεντίνος (Manusakas-Puncher) δίστ. 7.
ανάγκη- η, Τρωικά (Praecht.) 53120, 53427, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 253, 4104, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 142, Προδρ., Σεβ. (Παπαδημ.) 18,167, Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 282, Καλλίμ. (Κριαρ.) 263, 1131, 1340, Ιερακοσ. (Hercher) 4643, Διγ. (Hess.) Esc. 1193, 1840, Διγ. (Καλ.) Esc. 803, 1193, 1736, Βέλθ. (Κριαρ.) 777, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) Α΄ 208, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) κε΄, λ΄, Φλώρ. (Κριαρ.) 314, 1689, Λίβ. (Μαυρ.) P 921, 2090, Λίβ. (Lamb.) Sc. 204, 2008, 2225, Λίβ. (Lamb.) Esc. 2266, 3179, Λίβ. (Wagn.) N 3720, Ιμπ. (Κριαρ.) 767, Μαχ. (Dawk.) 1105, 49027, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 10034, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3419, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 22, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 168, 288, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 92, Θρ. Θεοτ. (Μανούσ.) 119, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 3011, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 14310, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 18217, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 988, 1227, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 32329, 32722, 3294, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Δ΄ 258, Θυσ. (Μέγ.)2 42, Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) I 37, II 51.
Το αρχ. ουσ. ανάγκη. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Πίεση, εξαναγκασμός: ανάγκην, λέγει, έχομεν εκ της Ουγγριάς το μέρος Ιστ. Βλαχ. 988· και ουδέν ημπόρουν να βαστώ του πόνου την ανάγκην Σαχλ., Αφήγ. 22· Πόσην γαρ βίαν και ανάγκην υπέστησαν οι πατέρες ημών οι άγιοι, ίνα δογματίσωσι ταύτα Μάρκ., Βουλκ. 3419· έκφρ. κατά πάσαν ανάγκην = οπωσδήποτε: Κατά πάσαν ανάγκη να τον ευρείτε Χρον. σουλτ. 14310· πβ. αναγκάζω 1, αναγκαίος 1α. 2) α) Δύσκολη περίσταση, στενοχώρια, θλίψη, σκοτούρα (Η σημασ. αρχ. και σημερ., ΙΛ στη λ. 3): ανάγκην γαρ ερωτικήν παρηγορεί και λόγος Καλλίμ. 1131· τρέχετε προς Καλλίμαχον, δεινήν ανάγκην έχει Καλλίμ. 1340· Εις δε μικρόν ανασασμόν εις παρηγόρημά σου| ιδού το δακτυλίδιν μου τούτο χαρίζομαι σοι, αν εις ανάγκην, μνήσθητι και παρηγορηθήσει Καλλίμ. 263· πρόφθασον εν ανάγκαις νυν, πρόφθασον εν τῃ θλίψει Διγ. Esc. 1840· και πόσας τρικυμίας υπέμεινα, πόσας βαρέας ανάγκας Διγ. Esc. 1736· έπαθεν πόνους φοβερούς και ανάγκας υπεστάθην Λίβ. Esc. 2266· είναι εκεί μεγάλα κλάηματα και μεγάλη ανάγκη Αποκ. Θεοτ. I 37· συ μόνος υπερασπιστής των εν ανάγκαις βίου Προδρ. IV 282· Σώζε ημάς, πανάχραντε, από πάσης ανάγκης Θρ. Θεοτ. 119· β) (πληθ.) δεινά: πολλάς ανάγκας έπαθεν διά την εμήν φιλίαν Λίβ. P 2090· Πόσας ανάγκας έπαθον, πόσας υπέστην βίας Προδρ., Σεβ. 18· Τους πειρασμούς, τας φυλακάς, τας βίας, τας ανάγκας Προδρ., Σεβ. 167· και να παύσουσιν οι πόλεμοι και αι ανάγκαι Τρωικά 53120· Και έπαθεν εις την θάλασσαν πολλάς ανάγκας και συμφοράς από τους χειμώνας και τους μεγάλους κλύδωνας Τρωικά 53427· να λέγει τας ανάγκας του, τας θλίψεις, τας πικρίας Ιμπ. 767. Πβ. αναγκάζω 2. 3) Προσπάθεια, αγώνας, περιπέτεια: απόστρωσε τον μαύρον μου και στρώσε μου τον γρίβαν (παραλ. 4 στ.), ότι εις ανάγκην φοβεράν και εις αρπαγήν υπάγω Διγ. Esc. 803· οκάποτε ηύρεν τό ήθελεν μετά πολλής ανάγκης Λίβ. Esc. 3179. 4) α) Αρρώστια (Η σημασ. αρχ. και σημερ., ΙΛ στη λ. 4· βλ. και Χρυσάνθης, Κυπρ. Σπ. 7, 1943, 76, 78, 83): αρρωστιά εσυνέβη της κόρης ... και τέτοια ανάγκη δυνατή πειράζει το κοράσιον Φλώρ. 1689· Πόσις εις την αυτήν ανάγκην Ιατροσ. κώδ. κε΄· Μηδέν την κάμεις να γενεί ανάγκη και κατάρα Θυσ.2 42· β) πόνος (σωματικός): Στραγγουρία δε ένι όταν κατουρεί και στάζει ολιγούτσικον ολιγούτσικον μετά πόνου και ανάγκης Σταφ., Ιατροσ. 253. Πβ. λοιμοαναγκαιωμένος. 5) Σπουδή, βιάση: Και οι λας εξέβησαν καβαλάρηδες και απεζοί και εδώξαν τους και απέ την ανάγκην τους αφήκαν τας τέντας τους και το δικόν τους Μαχ. 1105· αφήκαν τον τόπον και με μεγάλην ανάγκην επήγαν εις την Λευκωσίαν Μαχ. 49027· φρ. ως εξ ανάγκης = αμέσως, βιαστικά: ως εξ ανάγκης και σπουδής στον άδην να στραφείτε Απόκοπ. 168· θέλω σου τ’ αναγγείλει| ως εξ ανάγκης από ’δά με τα πικρά τα χείλη Απόκοπ. 288. Πβ. αναγκάζω 11. 6) Δικαιολογία, αίτιο (Για τη σημασ. πβ. L‑S στη λ. 2): ποια ανάγκη να με χωρίσει εκ της αγάπης σου; Διγ. Άνδρ. 3294· πώς ήθελα κουρασθεί δίχως καμίας ανάγκης Διγ. (Καλ.) Esc. 1193. 7) (Απρόσ. σύνταξη με το είναι ή χωρίς αυτό) είναι απαραίτητο, χρειάζεται (Η χρήση και αρχ. και σημερ., Δημητράκ., στη λ. 8): ανάγκη ήτον και είτι ήθελεν με ειπεί να μην τον ακούσω κιόλα; Διγ. Άνδρ. 32722· και τώρα πάσαν ανάγκην να μας δώσεις την αδελφήν μας Διγ. Άνδρ. 32329. Πβ. αναγκάζω 10, αναγκαίος 1β2, χρεία.
ανακαινίζω,- Φυσιολ. (Legr.) 94, 96, 106, Φυσιολ. (Pitra) 35915, Φυσιολ. (Punt.) B 416, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3442, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 686, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 29, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 118, 2733, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 28, 41, Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 164 μϛ΄.
Το αρχ. ανακαινίζω. Η λ. και σήμ. ως λόγ. και στον Πόντο (ΙΛ).
Ά́ Ενεργ. 1) Ανοικοδομώ (πόλη, εκκλησία, κλπ.) (Πβ. L‑S· πβ. και τας πόλεις ανακαινίσας Χρον. Μον. T 66): συγκαταβάσει του ρηγός βωμούς ανακαινίσαι Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 686. —Συνών.: ανασταίνω 2β. 2) Ιδρύω, εγκαινιάζω (εκκλησία) (Βλ. και Χατζιδ., Αθ. 21, 1909, 448): τες θείες εκκλησίες,| τες ποίες ανεκαίνισαν εν τῳ ονόματί σου Βίος αγ. Νικ. 29. 3) α1) Κάνω να αναβιώσει κάτι: Θεέ, ταύτην αφάνισον και μη την καρτερέσεις,| ότι αυτή τον Άρειον είχεν ανακαινίσει,| εχθρόν τον Μακεδόνιον τόν είχεν εξυπνήσει Ιστ. Βλαχ. 2733· α2) (προκ. για φωνή ζώων): επαναλαμβάνω: εκείνος τρεις φωνάς άλλας ανακαινίζει Φυσιολ. 94, 96, 106· β) ανανεώνω, ενισχύω (αίσθημα): Καλά εσυμβουλεύτηκε να δώσουν, να χαρίσουν| και την αγάπην προς αυτόν να την ανακαινίσουν Ιστ. Βλαχ. 118· γ) ανανεώνω (κάποιον ψυχικώς) (Βλ. και Lampe, Lex. στη λ. A· πβ. να ανακαινισθεί το ελεεινόν γένος Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 93): Ανακαίνιζε σεαυτόν λοιπόν διά της μετανοίας Φυσιολ. 35915. B΄ Μέσ. α) Ξανανιώνω, αναζωογονούμαι: αετός παρά το «αεί έτος» διά το πολλάκις ανακαινίζεσθαι Μάρκ., Βουλκ. 3442· πβ. και ανακαινώνω Β· β) ανανεώνομαι (πνευματικά) (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. Βe): ανακαινίσου ’κ των γραφών, νέκρωσον αμαρτίας Φυσιολ. 106.
ανακεφάλιστος,- επίθ., Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3401-2.
Από το ανακεφαλίζω (βλ. όμως και Ξανθ., B-NJ, 2, 1921, 205).
Που έχει υψωμένο το κεφάλι (βλ. Ξανθ., B-NJ, 2, 1921, 205): Και ως τεθώσι τα σώματα αυτών (δηλ. των βουλκολάκων) εις τους τάφους, ουχ ευρίσκουσιν αυτά ως ετέθησαν, ... αλλά τα μεν πλάγια, τα δε τελέως επίκωπα, τα δ’ άλλα πάντα ανακεφάλιστα, ώσπερ επ’ ουδέν καθεύδοντα Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3401-2. — Πβ. ανακεφαλίζω 1α.
αναπέμπω,- Μυστ. (Vogt) 59, Διγ. (Mavr.) Gr. ΙΙ 268, V 33, VI 411, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 439, 2001, Διγ. (Καλ.) A 892, 2965, Βίος Αλ. (Reichm.) 3160, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 319, Φυσιολ. (Zur.) ΧΙΙΙ 120, Αργυρ., Βάρν. (Mor.) K 459, Ανάλ. Αθ. 49, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 35128.
Το αρχ. αναπέμπω. Η λ. και σε δημοτ. τραγ. (Δημητράκ. στη λ. 11).
Α´ Ενεργ. 1) α) Εκπέμπω, αναδίδω (Η σημασ. ήδη μτγν.): ήχον ανέπεμπον τερπνόν ορέων αντηχούντων Διγ. Τρ. 2001· εξ οφθαλμών απόρρητον ανέπεμπε την χάριν Διγ. Gr. VI 411· Πάλιν Αθήνα οδυρμούς εκ βάθους αναπέμπει Ανάλ. Αθ. 49· β) (εκκλησ.) απευθύνω (Η σημασ. ήδη μτγν., Lampe, Lex. στη λ. 3): ... ίνα και ημείς δι’ ευχών εκτείνομεν τας χείρας και αναπέμψομεν ευωδίαν πνευματικήν διά πολιτείας αγαθής Φυσιολ. XIII 120· δόξαν ανέπεμψεν θεῴ και πάντες οι εδικοί του Αχιλλ. O 319. 2) Στέλνω (Η σημασ. σε επιγρ., Δημητράκ. στη λ. 5): περιβαλών αυτόν εσθήτα λαμπράν ας αναπέμψει αυτόν προς τον Πιλάτον Μυστ. 59. 3) (Νομ.) ζητώ αναβολή, αναβάλλω: εντέχεται να πει ο μαντατοφόρος του εμπαλή: «Κύριε, ο κύρης μου χαιρετά σε και αναπέμπει την ημέραν του ως εκείνος όπου ένι ασθενής και ουδέν ημπορεί να έλθει εις την ημέραν του Ασσίζ. 8919. B’ (Μέσ.) εκπηδώ, προβάλλω (Η σημασ. αρχ.): και εκ της ρίζης θαυμαστή ανεπέμπετο βρύσις Διγ. Gr. V 33.
ανατολικός,- επίθ., Προδρ. (Hess.-Pern.) IV 129d (κριτ. υπ.), Ιων. (Hess.) 2178, Διγ. (Mavr.) Gr. Ι 265, Διγ. (Καλ.) A 488, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4555, Μαχ. (Dawk.) 66023, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 33913, Πεντ. (Hess.) Έξ. X 13, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 1024, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 32314, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 33· αντολικός, Ορνεοσ. (Hercher) 57720.
Το μτγν. επίθ. ανατολικός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Α´ Επίθ. α) Που βρίσκεται στην ανατολή: επερικυκλώσαν το φουσσάτον μας απέ τ’ ανατολικά μέρη Μαχ. 66023· εκ χώρας ανατολικής εξ ευγενών γονέων Διγ. A 488· οι αντολικοί δε ζάγανοι κρείττονες των δυτικών Ορνεοσ. 57720· β) (προκ. για την ορθόδοξη εκκλησία σε αντίθεση με τη δυτική): διά να είν’ ορθόδοξος υιός της εκκλησίας| της ανατολικής λοιπόν, στύλος της ευσεβείας Παλαμήδ., Βοηβ. 1024· γ) (προκ. για άνεμο) που έρχεται από τα ανατολικά: ο άνεμος ο ανατολικός εσήκωσεν ακρίδα Πεντ. Έξ. X 13. Β´ (Ουσ., αρσ.) στρατιώτες από τη Μ. Ασία: και ήλθαν κι ανατολικοί καν άλλες δύο χιλιάδες Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4555. Το ουδ. 1) (Με παράλ. του ουσ. «θέμα» = διοικητική περιοχή: Ημείς εκ το ανατολικόν, εξ ευγενών Ρωμαίων Διγ. Gr. Ι 265. 2) Είδος δαμάσκηνου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. B2α· βλ. και Κουκ., ΕΕΒΣ 17, 1941, 83): δαμασκηναπιδόμηλα, δαμάσκηνα κροκάτα,| τά λέγουν ανατολικά, τά λέγουν λαγηνάτα Προδρ. ΙV 129d (κριτ. υπ.).
ανενέργητος,- επίθ., Τρωικά (Praecht.) 52716, Σπαν. (Hanna) B 509, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 390, Σπαν. (Μαυρ.) P 463, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 390, 564, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) I ζ΄ 7, Ιερακοσ. (Hercher) 50416, 50727, 5111, Διγ. (Mavr.) Gr. VIII 265, Λίβ. (Μαυρ.) P 2296, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2237, 2834, Λίβ. (Lamb.) Esc. 3420, 4024, Λίβ. (Wagn.) N 3040, 3440, Χειλά, Χρον. (Hopf) 348, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 1389, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 34125, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 179.
Το μτγν. επίθ. ανενέργητος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ και Δημητράκ.).
1) α) (Προκ. για πρόσ., το ανθρώπινο σώμα ή πνεύμα, καθώς και ζώα) που δεν μπορεί να ενεργήσει, αδρανής (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 1 και Lampe, Lex. στη λ. 2): άψυχον, ανενέργητον (ενν. το Λίβιστρο), αναίσθητον τελείως Λίβ. Sc. 2237· ω κοινή του γένους ψυχή, πού ανέβης και άφησες το σώμα ωσάν νενεκρωμένον και ανενέργητον; Χίκα, Μονωδ. 179· άπρακτον, ανενέργητον ποιούν τον λογισμόν μου Σπαν. V 569· αστοχών της θήρας και θλιβήσεται και οκνηρός εις το εξής γενήσεται και ανενέργητος Ιερακοσ. 50416· β) (προκ. για έργο) που δεν είναι αποτελεσματικός, που δεν εκπληρώνει τον προορισμό του (Η σημασ. ήδη μτγν., Sophocl.): ανενέργητον το τόξον του (δηλ. του Έρωτα) ονομάζεις Λίβ. Sc. 2834· γ) (προκ. για έργο, αποτέλεσμα εργασίας, επίτευγμα) μάταιος: ει τι εκατόρθωνε και ετεχνάζετο, όλον ήτον ανενέργητον Τρωικά 52716. Πβ. άκαιρος 3β· δ) (προκ. για πράγματα) που δε χρησιμοποιείται, άχρηστος: πονήματα και βιβλία, άπερ πεποιήκασιν οι αρχαιότεροι σοφοί και ούτως εισί κείμενα και ανενέργητα Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 34125. Πβ. άκαιρος 3α. —Συνών.: αδιαφόρητος. 2) (Εκκλησ.) α) (προκ. για τη φύση του Χριστού) που δεν έχει (θεία) ενέργεια (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 2 και Lampe, Lex. στη λ. 1): Πιστεύω μητέ ανενέργητον είναι την θείαν φύσιν και ενεργειών ουσιωδών έρημον, μήτε ταὐτόν είναι ουσίαν και ενέργειαν Σφρ., Χρον. μ. 1389· β) (προκ. για μοναστήρι) που δε λειτουργείται η εκκλησία του: η δε επισκοπή αύτη έμεινεν αργή και το μοναστήριον άπορον και ανενέργητον Χειλά, Χρον. 348.
ανιμώμαι,- Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 34417.
Η λ. στον Αριστοτέλη.
Απορροφώ: ανιμάται ο αήρ του νεκρού πάσαν υγρότητα Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 34417.
ανόητος,- επίθ., Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3414-5, 10, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 525· ανενόητος, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. β΄ 171.
Το αρχ. επίθ. ανόητος. Για τον τ. ανενόητος βλ. Χατζιδ., ΕΕΦΣΠΘ 1, 1927, 33. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Ηλίθιος, μωρός (Η σημασ. αρχ.): Άνοστε κι ανενόητε, λωλέ και ψοματάρη Φορτουν. Ιντ. β΄ 171. —Συνών.: αγνωσιάρης, άγνωστος 2β. 2) Που δεν είναι σοφός: τους ανοητοτέρους ποιήσαι άπαντας φιλοσόφους μικρούς τε και μείζονας Μάρκ., Βουλκ. 3414-5. 3) Που δεν έχει λογικό, άλογος (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 3): Αντάμα τα ανόητα και λογικά με θαύμα| εδίδασκες να δίδουσι δόξαν Κυρίου κι άσμα Σκλέντζα, Ποιήμ. 525.
ανούσιος,- επίθ., Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3523.
Το μτγ. επίθ. ανούσιος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Που δεν έχει υλική υπόσταση, που δεν είναι αισθητός (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. D): Τούτο το ανούσιον και άψαυστον διά της οσφρήσεως πνεύμα Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3523.
ανωφερής,- επίθ., Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2840, 2842, Διγ. (Καλ.) A 4047, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 34514.
Η λ. στον Αριστοτέλη.
Που κατευθύνεται προς τα επάνω (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. Ι 1): ορώντας τούτου (δηλ. του ύδατος) την ορμήν ανωφερές παράπαν Διγ. A 4047.
απαλλάσσομαι,- Συναξ. γαδ. (Wagn.) 87, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3512.
Το αρχ. απαλλάσσομαι. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση.
1) (Μτβ.) απαλλάσσομαι από κάποιον (Η σημασ. αρχ. βλ. και Ανδρ., Προσφ. Κυριακ. 55): ου δυνατόν εστι τούτους (= απ’ αυτούς) απαλλαγήναι (ενν. τον γάδαρον) Συναξ. γαδ. 87. 2) (Αμτβ.) εξαφανίζομαι (Η σημασ. αρχ.): εις τας ορέξεις τας δι’ ολίγων απαλλαττομένας τρικυμίζονται των ανθρώπων οι λογισμοί Μάρκ., Βουλκ. 3512.
αποσκάπτω·- Μάρκ., Βουλκ. 35113, 18, εσφαλμ. γρ. πιθ. αντί αποστατούντων ή αποκαμπτόντων.
αποσκαπτόντων (των βουλκολάκων)
αποτελώ,- Προδρ. IV 132 (χφ G) (κριτ. υπ.), Μανασσ., Χρον. 229, Ελλην. νόμ. 5657, 26, 29, Ιερακοσ. 34721, 47418, Ερμον. Ζ 3, Φυσιολ. B II15, Δούκ. 33121, Μάρκ., Βουλκ. 3437, 34921.
Το αρχ. αποτελέω. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση.
Συνιστώ, συγκροτώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): έκαστον γαρ των βαθμών των προσώπων βαθμόν έναν αποτελεί, και απλώς όσαι γενέσεις εισίν, τοσούτοι βαθμοί (ενν. συγγένειας) Ελλην. νόμ. 5657· Φρ. 1) αποτελώ ψόφον = κάνω θόρυβο: μετά το φαγείν τα ψήγματα ψόφον αποτελούσι τα οστά αυτού (δηλ. του ιέρακος) Ιερακοσ. 34721· 2) (προκ. για πτηνό) αποτελώ το ωόν = γεννώ το αβγό Φυσιολ. B 1115· 3) αποτελώ τους όρκους της αγάπης = βεβαιώνω με όρκο την αγάπη, τη συμφιλίωση Ψευδο-Σφρ. 52818 (βλ. και βαβουρίζω).
αποτομή- η, Ιερακοσ. 48111, Μάρκ., Βουλκ. 35114.
Το αρχ. ουσ. αποτομή.
1) Τομή (Πβ. L‑S στη λ. 1): προσαρμόσας (ενν. το πτερόν) ως την αποτομήν μη φαίνεσθαι Ιερακοσ. 48111. 2) Κατανομή, διάπλαση (του σώματος): Περί πώς και διά τι παύει ο θάνατος αποσκαπτόντων των βουλκολάκων και περί αποτομής και διαπλάσεως σώματος μερικών Μάρκ., Βουλκ. 35114 (βλ. και ανάπλασις, αρμελοτόπλασις).
αποφεύγω,- Φυσιολ. M 1525, Σπαν. A 157, 301, Κομν., Διδασκ. Δ 199, Λόγ. παρηγ. L 101, 310, Καλλίμ. 2590, Ασσίζ. 8627, 2787, Ελλην. νόμ. 51625-6, Κυνοσ. 5987, Διγ. (Hess.) Esc. 1599, Διγ. A 85, 183, Διγ. Z 1411, Βέλθ. 14, 211, Ερμον. Ρ 189, Αρμεν., Εξάβ. Β΄ 74, Ϛ΄ 211, 81, Διήγ. παιδ. 451, Διήγ. Βελ. 149, Φλώρ. 1555, Ιστ. Ηπείρ. ΧΧΙ10, Απολλών. (Wagn.) 610, Λίβ. Sc. 1129, Φυσιολ. (Legr.) 566, 677, Φυσιολ. 34918, Θησ. Ϛ΄ [66], Μάρκ., Βουλκ. 34713, Αλφ. (Μπουμπ.) III 37, Πένθ. θαν.2 28, 221, Δεφ., Λόγ. 124, Ιστ. πολιτ. 4619, Διγ. Άνδρ. 3161, 37227, 39935, Αλφ. (Mor.) II37 κ.π.α. απεφεύγω (’πεφευγω?), Δεφ., Λόγ. 129.
Το αρχ. αποφεύγω. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση και σε ιδιώμ. (ΙΛ).
1) Κρατιέμαι μακριά (από κ. η κάπ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ. ΙΛ στη λ. 1): εκ το παιγνίδι απέφευγε,να έχεις την ευχήν μου Δεφ., Λόγ. 124· αποδιώκω την παράνομον σμίξιν μήπως και δυνηθώ να αποφύγω την αμαρτίαν Διγ. Άνδρ. 37227· απόφευγε τας ταραχάς, φεύγε και τους κινδύνους Σπαν. A 301 (βλ. και αποστρέφω Γ2). 2) Αρνούμαι να εκτελέσω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): ουκ αποφεύγω το όμοσα, θέλω να το πληρώσω Φλώρ. 1555 (βλ. και αποκρούω 2β). 3) Διαφεύγω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): δαίμων γαρ ούσα της φλογός συντόμως αποφύγει Καλλίμ. 2590· τίποτες δεν αποφεύγει εις την κρίσιν του Θεού Αλφ. (Mor.) ΙΙ37· της τύχης το κακόγνωμον ον θέλεις αποφύγειν Λόγ. παρηγ. L 101. 4) Απομακρύνομαι: εχάσε την ανδρείαν της | και πομπεμένη απόφευγεν από τον Μιλιμίτζην Διγ. (Hess.) Esc. 1599· απέφυγεν αυτής της γονικής του χώρας Βέλθ. 14· διάβολος ο όφις να αποφεύγει εξ ημών διά την αρετήν μας Φυσιολ. (Legr.) 677· οικειοθελώς εξωρίζοντο και απέφευγον Ιστ. Ηπείρ. XXI10· απ’ οσ’ ορίζει δεν μπορεί τινάς μας ν’ αποφύγει Πένθ. θαν.2 28 (βλ. και αποφοιτώ). 5) Δεν πετυχαίνω το στόχο, ξαστοχώ: ουδένα δε απέφυγεν το φλογερόν δοξάρι Διγ. A 183 (βλ. και αποτυγχάνω 1, αποτυχαίνω 1). 6) Καταφεύγω: εάν έστιν κριθείς (ενν. ο στάχυς), αποφεύγει εις τον σίτον Φυσιολ. M 1525 (βλ. και αποστρέφω Γ4α). 7) Φθείρομαι: τα ούλη αυτών και τα χείλη αποφεύγουσι και φαίνονται αι ρίζες των οδόντων Μάρκ., Βουλκ. 34713. Φρ. αποφεύγω προς τους πολεμίους = αυτομολώ: Τους εκ των Ρωμαίων προς τους πολεμίους αποφεύγοντας ως πολεμίους έξεστιν εκάστω ακινδύνως φονεύειν Αρμεν., Εξάβ. Ϛ΄ 81.
αραθυμία- η, Ακ. Σπαν. 38306, Χρον. Τόκκων 1267, Φαλιέρ., Ιστ. V 561, Αιτωλ., Μύθ. 1196· αραθυμιά, Παλαμήδ., Βοηβ. 969, Διγ. O 128· ραθυμία, Διγ. Gr. III 62, 85, Διγ. Τρ. 461, Διγ. A 951, Λίβ. Esc. 3746, Μάρκ., Βουλκ. 34129, Κορων., Μπούας 47, Φαλιέρ., Ρίμ. L 43, 60, Σουμμ., Ρεμπελ. 180, Διγ. Άνδρ. 33410, ραθυμιά, Ιμπ. 178, Ριμ. κόρ. 619, Ροδολ. Β΄ [408].
Το αρχ. ουσ. ραθυμία με το προθετ. α‑. Βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄, 225. Η λ. και οι περισσότεροι από τους τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. αραθυμιά).
1) Νωθρότητα, οκνηρία, τεμπελιά (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II 1 και σήμ., ΙΛ, λ. αραθυμιά 1): αμελέστεροι υπάρχομεν των μαθημάτων αυτών υπό της ημετέρας ραθυμίας Μάρκ., Βουλκ. 34129 (βλ. και ακηδία, αμέλεια 1, ανάπαυσις 8, αργία (I) 1). 2) Λιποθυμία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αραθυμιά 2. Βλ. και Ανδρ., Σημασ. εξ. 55): ανέστην και συνέφερεν απέ την ραθυμίαν Λίβ. Esc. 3746 (βλ. και αισθητοαναισθησία, ανακακάρωμα, ανασπασμός Ι, λιγωμάρα). 3) Κακή διάθεση: και αφήσει τα κακόγνωμα και την αραθυμίαν Χρον. Τόκκων 1267 (βλ. και ανορεξία 2). 4) Στενοχώρια, θλίψη: Η συντροφιά τ’ αντρός μπορεί λιγάκι ν’ αλαφραίνει τη ραθυμιά, να συγκερνά τσι έγνοιες (έκδ. έγνοιας· διορθώσ.) και να γλυκαίνει | τα πάθια Ροδολ. Β΄ [408 ]· τόσον καημόν πρικότατον, πόνον και ραθυμία Φαλιέρ., Ρίμ. L 43· Η λυγερή εκ τη ραθυμίαν ήτονε χρειά να γείρει Ριμ. κόρ. 619 (βλ. και αγανάκτησις 1δ, αγανακτισμός, αγκούσα Β, άγκωμα, αδημονία, άθλημα, αλί το, ανάγκαση, ανάγκη, βάρος, γομάρι, καήλα, καημός, κατασκέπαση, λογισμός, λύπησις, παίδα, πίκρα). 5) Σφοδρή επιθυμία (Πβ. ΙΛ, λ. αραθυμιά 4): να πιει έβουλήθηκε (ενν. το περιστεράκι) με την πολλήν την βίαν κι εκεί κακά εκτύπησεν ακ την αραθυμίαν Αιτωλ., Μύθ. 1196 (βλ. και αποδοχή 2β, αρέσκια τα, ασχόλησις, βουλή, επιθυμία, θέλημα, λαχτάρα, όρεξις).
αραιός,- επίθ., Μάρκ., Βουλκ. 34718.
Το αρχ. επίθ. αραιός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Που δεν είναι πυκνός στην υφή του (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ 1α και σημερ., ΙΛ στη λ. 2· βλ. και Μπαμπιν., Υποκορ. 220 κε.): Επί τα μαλακότερα και αρτιότερα φυσικώς αυξητικότερα γίνονται (πιθ. ενν. οι οδόντες) Μάρκ., Βουλκ. 34718. — Βλ. και αρύς.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Ιερακοσ. (Hercher) 4825, Μάρκ., Βουλκ. (Λάμπρ.) 3522.