Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 44 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.)

  • αγαλματίας  
    ο, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) 1 Ϛ́ 35, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6689, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 374.
    Το μτγν. ουσ. αγαλματίας.
    Ωραίος σαν άγαλμα (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): επάν …| τους ερωμένους τε συμβεί σφίσιν ωραίους είναι,| αγαλματίας την μορφήν, ευμήκεις ως πλατάνους Μανασσ., Αρίστ. 1 Ϛ΄ 35.
       
  • αγελάρχης  
    ο, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι δ 51, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4241, Πτωχολ. (Schick) P (απόσπ.) 1, Φυσιολ. (Legr.) 397, 399, Φυσιολ. (Zur.) XXXVI 12, 32, Φυσιολ. (Pitra) 34619, Μαχ. (Dawk.) 41224, 55618, 67625.
    Το μτγν. ουσ. αγελάρχης.
    1) α) Βοσκός (πβ. L‑S): αν εκποδών ποιήσεται το πάσχον αγελάρχης,| ού ψαύσει ψώρα των λοιπών, ου τοις λοιποίς πελάσει Μανασσ., Αρίστ. Ι δ 51· β) το ζώο που παίζει ρόλο αρχηγού στην αγέλη (πβ. L‑S): Εκεί οπού πορεύονται τα άγρια γαδούρια και αγελάρχην έχουσι και πείθονται εις κείνον Φυσιολ. 397· γ) μεταφ.: ποιμενάρχης (πβ. Lampe, Lex. Βλ. και ενθύμ. του 1523, Λάμπρ., ΝΕ, 7, 1910, 171): της εκκλησίας εξωθεί, φευ! τον ποιμένα λύκος,| ο Κέρβερος ο λυσσητήρ τον πράον αγελάρχην Μανασσ., Χρον. 4241. 2) Είδος ταχυδρόμου (βλ. και Dawk., Μαχ. B́́ 430, 2): Και όρισαν και ήλθαν ομπρός του οι αγελάρχηδες και είπεν τους: Ποίος είναι ο περίτου γλήγορος να πάρει έναν χάρτιν του ρηγός; Μαχ. 55618.
       
  • αεροβάμων,  
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι ά́ 58, αιτιατ. πληθ. αεροβάμους, Δούκ. (Grecu) 1559
    Το μτγν. επίθ. αεροβάμων.
    Που πορεύεται στον αέρα: Έρως ου μόνον εν πλωτοίς και πτερωτοίς ισχύει,| ουκ εν αεροβάμοσιν ουδ’ εν τοις χερσοπόροις,| αλλά και λίθων και φυτών αυτών κατακαυχάται Μανασσ., Αρίστ. Ι ά́ 58. — Πβ. αεροβάτης.
       
  • αθέλητος,  
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) ΙΙ 375, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 1385.
    Από το στερ. α‑ και το θέλω. Η λ. ήδη στον Ησύχ. και σήμ. (ΙΛ).
    α) Που δεν τον θέλει κανείς: Αλλ’ έοικεν εν τοις τερπνοίς και τι των αθελήτων| ο δαίμων ο γενέθλιος αεί παραφυτεύειν Μανασσ., Αρίστ. ΙΙ 375· β) που δεν έχει θέληση: Πιστεύω τοβ Υιόν του Θεού … έχειν … δύο θελήσεις και δύο ενεργείας, θεϊκήν δηλαδή και ανθρωπίνην ενέργειαν και θέλησιν και μηδετέραν των αυτού φύσεων αθέλητον είναι ή ανενέργητον Σφρ., Χρον. μ. 1385.
       
  • άθεσμος,  
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι έ́ 46, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 5602, Διγ. (Mavr.) Gr. V 212, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 44, Χρησμ. (Λάμπρ.) 1004, Δούκ. (Grecu) 396, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2199.
    Το μτγν. επίθ. άθεσμος.
    Παράνομος, ανόσιος, αθέμιτος (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): Και τις σφαδάζων προς αισχρά και προς αθέσμους πράξεις Μανασσ., Αρίστ. Ι έ́ 46· φθείρει δε μάλλον άθεσμος και παράνομος μείξις Διγ. Gr. V 212. Το ουδ. ως ουσ.: γίνονται άθεσμα πολλά, πολλές παρανομίες Ιστ. Βλαχ. 2199.
       
  • αιματόθρεπτος,  
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Γ́́ 52.
    Από το ουσ. αίμα και το τρέφω.
    Που τρέφεται με αίμα: και φθείρες αιματόθρεπτοι τοις αίμασι συζώσιν Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Γ́́́́ 52.
       
  • αιματοπότης  
    ο, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) ΙΙ 322, Πουλολ. (Ζώρ.) Z 278, Πουλολ. (Ζώρ.) Αθ. 322, Πουλολ. (Krawcz.) 358, 363, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 24, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31524.
    Το αρχ. ουσ. αιματοπώτης, μτγν. αιματοπότης. Η λ. και σήμ. στον Πόντο με τους τύπους αιματοπότης και αιματοπόχτης (ΙΛ λ. αιματοπότης). Το θηλ. αιματοπώτις ήδη μτγν.
    Αυτός που πίνει αίμα, αιμοβόρος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., Βλαστού, Συνών.): λύκος ο νυκτοβαδιστής και ο αιματοπότης Διήγ. παιδ. 24· Ην δ’ άρ’ ουδέν δεινότερον καρδίας μνησικάκου,| ουδέ ψυχής αλάστορος και γνώμης φονευτρίας,| αιματοπότιδος πικράς φόνους ροφάν διψώσης Μανασσ., Αρίστ. ΙΙ 322. — Πβ. αιματοβόρος, αιματοπίνος, αιματοχαρής, αιματόχαρτος, αιμοβόρος β, αιμοπότης, αιμοχαρής.
       
  • αιχμαλωσία  
    η, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) ΙΙ 64, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 354, Hist. imp. (Mor.) 18, Διγ. (Mavr.) Gr. I 197, III 76, Διγ. (Hess.) Esc. 568, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 668, 3076, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 691, 1627, Βίος Αλ. (Reichm.) 4082, Πανάρ. (Λαμψ.) 7222, Καναν. (PG 156) 68A, 73B, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) Πρόλ., Μαχ. (Dawk.) 29235, Δούκ. (Grecu) 9116, 10121, 10720, 33710, 35117, 3774, 3856, 39328, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 5814, 9812, 10413, 13435, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 378, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 6514, Έκθ. χρον. (Lambr.) 512, Ιστ. Ηπείρ. (Cirac Estop.) XXVII2, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 679, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 49 δις, 51, 61, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 12517, Μ. Χρονογρ. (Τωμ.) 3315, Χίκα, Μονωδ. (Μανούσ.) 10, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2547 [ = Γέν. Ρωμ. (Λάμπρ.) 137], Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 32028, 33419, 33831, 40514, Διγ. (Lambr.) O 1161, Διακρούσ. (Ξηρ.) 673, 7090, 11014, 11720· αιχμαλωσιά, Διήγ. Βελ. (Cant.) 162, Αχιλλ. (Hess.) N 589, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 410, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 589· αμαλωσιά, Πεντ. (Hess.) Αρ. XXXI 12, Δευτ. ΧΧΙ 10, ΧΧVIII 41, XXXII 42· ηχμαλωσία, Χρον. Τόκκων 3837.
    Το μτγν. ουσ. αιχμαλωσία. Για τον τ. αμαλωσιά πβ. το σημερ. τ. αμαλουσία (ΙΛ στη λ. αιχμαλωσία). Ο τ. από επίδραση της αύξησης του αορ. ηχμαλώτισα ή από κώφωση του φθόγγου e κατά τα βόρεια ιδιώμ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Σύλληψη αιχμαλώτων (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 1): Παρεδόθην η πόλις εις διαγουμάν και αιχμαλωσίαν Καναν. 68Α· Και ήλθεν εις τους τόπους του αφέντη μου και εποίκεν πολλήν αιχμαλωσίαν εις την Αλεξάνδραν και εις άλλους πολλούς τόπους Μαχ. 29235· Διήγησις διά στίχων του δεινού πολέμου …, η οποία περιέχει την σκληρότητα και αιχμαλωσίαν των αθέων Αγαρηνών και πώς εκυρίευσαν όχι μόνον τα Χανιά Διακρούσ. 673 . Πβ. αιχμαλωτισμός. 2) Κατάσταση του αιχμαλώτου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Ουκ εις δουλείαν ουν ημείς ή προς αιχμαλωσίαν υπάρχομεν, αι πρότερον προστεταπεινωμέναι Βίος Αλ. 4082· Αλούς ουν εγώ και πάντα τα δυσχερή και κακά της αιχμαλωσίας υπενεγκών ο άθλιος Σφρ., Χρον. μ. 9812. 3) Σύνολο αιχμαλώτων (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. ΙΙ): Και ωσάν έλαβε τον λαόν της Αιγίνης, ... υπήγε και αιχμαλώτισε και άλλα νησία πολλά του Αρτζιπελάγου. Και εγέμισεν όλην την αρμάδα αιχμαλωσία Κώδ. Χρονογρ. 49· Και έφεραν προς τον Μωσέ και προς τον Ελεάζαρ τον ιεριά και προς τη συναγωγή παιδιά του Ισραέλ την αμαλωσιά και το έπαρμα και το κρούσος Πεντ. Αρ. ΧΧΧΙ 12· να χορτάσω τις σαγίτες μου από αίμα και το σπαθί μου να φάει κρεάς· από αίμα σκοτωμένου και αμαλωσιά από αρχή αποβγάλματα του οχτρού Πεντ. Δευτ. ΧΧΧΙ 42. 4) Λάφυρα: Εισήλθεν εις την Ματζούκαν ο Χατζημίρης, ο υιός του Παϊράμη, μετά φοσάτου πολλού και εκούρσευσεν αιχμαλωσίαν πολλήν Πανάρ. 7222.
       
  • ακαθέκτως,  
    επίρρ., Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) ΙΙ 134.
    Το μτγν. επίρρ., ακαθέκτως.
    Ορμητικά, ασυγκράτητα (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): Παρακαλεί γαρ τον θυμόν οία συστρατιώτην,| και συν αυτῴ και μετ’ αυτού λυττήσας ακαθέκτως| οπλίζεται προς άμυναν του γε λελυπηκότος Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) ΙΙ 134.
       
  • ακόνιτον  
    το, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι β 54.
    Το ουσ. ακόνιτον (ήδη στο Θεόπομπο ιστ.).
    Είδος δηλητηριώδους φυτού ορεινών περιοχών με φύλλα που το πάνω πέταλό τους έχει μορφή κάσκας (κοινώς στριγγλοβότανο, κλπ.) (Ζαγαν., Φαρμ. φυτά 10, Γενναδ., Λεξ. Α΄, 1959, 32-3 και Langkavel, Bot. sp. Gr. 74· πβ. Κοραή, Άτ. Ε΄ 11, Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 26, και Chantraine, Dict. étym., λ. ακόνιτον και Frisk, Wört. στη λ.): ρίζα πικρά φθοροποιός (ενν. ο συκοφάντης), ελλεβορώδης ρίζα,| ακόνιτον φυόμενον εν νήσοις, εν ηπείροις Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι β 54.
       
  • ακρατοποτώ,  
    Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι ε 27.
    Η λ. ήδη στον Αριστοτέλη (L‑S).
    Πίνω κρασί υπερβολικά, είμαι πότης: έοικε δε και το πολύ της τέρψεως μεθύσκειν τους ταις αφύκτοις ίυγξιν αυτού θηλυνομένους| ως οίνος παλαιόθερμος τους ακρατοποτούντας Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι ε 27.
       
  • αλεκτοροφωνία  
    η, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι δ 63, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 302.
    Το μτγν. ουσ. αλεκτοροφωνία.
    Φωνή πετεινού (Για τον προσδιορισμό του χρόνου με αφορμή την αλεκτοροφωνία βλ. Θαβώρ., Προσδιορ. ημερον. 116): αν εκφοβώσι λέοντας αλεκτοροφωνίαι Μανασσ., Αρίστ. Ι δ 63· Ελθόντες δε περί τον συμφωνηθέντα τόπον περί ώραν αλεκτοροφωνίας Σφρ., Χρον. μ. 302.
       
  • αλμυρία  
    η, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι α 66.
    Το μτγν. ουσ. αλμυρία (Steph., Θησ.). Πβ. ΙΛ, λ. αρμυριά.
    Αλμυρό νερό, θάλασσα (Πβ. ΙΛ, λ. αρμυριά 1): ο γουν Ηλείος Αλφειός ... (παραλ. 2 στ.) και κούφος εποχούμενος εν τοις της άλμης νώτοις| σώζει το ρείθρον αμιγές από της αλμυρίας Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι α 66.
       
  • αμαξοπηγός  
    ο, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι η 24.
    Το μτγν. ουσ. αμαξοπηγός.
    Αμαξοποιός: των γαρ κακών πιέζει σε το βάρος και συγκάμπτει,| ως ει τις αμαξοπηγός κάμψει τροχόν αμάξης Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι η 24.
       
  • αμετάκλωστος,  
    επίθ., Τρωικά (Praecht.) 52118, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) II 463, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 1145, Ερμον. (Legr.) B 89.
    Από το στερ. α‑ και το μετακλώθω.
    Που δεν μπορεί να κλωσθεί για δεύτερη φορά· (μεταφ.) αμετάτρεπτος: αλλ’ ήσαν αμετάκλωστα τα νήματα της τύχης Μανασσ., Χρον. 1145· τα γαρ ρήματα της τύχης| αμετάκλωστα γαρ είναι| και το κυρωθέν καθάπαξ| ου γαρ ην αναλυθήναι Ερμον. B 89.
       
  • άμυνα  
    η, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) II 135, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 2513, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 331.
    Το μτγν. ουσ. άμυνα (Η λ. και σήμ. ως λόγ.). Και ουσ. αμυντής (ο) (Ευστ., Opusc. 11611) παρά το αμύντης (L‑S).
    Υπεράσπιση (με απόκρουση εχθρού): μανθάνει ταύτα Μάξιμος, πιμπράται την καρδίαν,| εις άμυναν οπλίζεται, δόλους παντοίους ράπτει Μανασσ., Χρον. 2513.
       
  • αμφίστομος,  
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) II 236, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3717.
    Το μτγν. επίθ. αμφίστομος. Βλ. και Sophocl.
    (Προκ. για μαχαίρι ή σπαθί) δίκοπος: έβλεψε τότε και Περσίς εκ Βυζαντίου σπάθην| θεριστικήν, αμφίστομον, δρεπάνην πετομένην Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3717.
       
  • αναθάλλω,  
    Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) I δ΄ 80, Καλλίμ. (Κριαρ.) 1979, Διγ. (Καλ.) A 2872, Αχιλλ. (Hess.) N 1034, Θησ. (Βεν.) Θ́ [758], Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1416, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2402 [= Γέν. Ρωμ. (Λάμπρ.) 44].
    Το μτγν. αναθάλλω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Ά Αμτβ. 1) Ακμάζω (Πβ. L‑S στη λ. I και ΙΛ στη λ. A1): πού είν’ η δόξα η πολλή κι η χάρις η μεγάλη,| το κάλλος, η ευπρέπεια, οπού ’χε αναθάλει; Ιστ. Βλαχ. 2402· 2) Αναζωογονούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A2): και συνεκαρδιώθησαν πάλιν νεκραί καρδίαι,| ανέθαλον, ανέζησαν εις τον καιρόν εκείνον Καλλίμ. 1979. Πβ. ανασαίνω Α8. 3) Χαίρομαι, αγαλλιάζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A3): ανέθαλε η ψυχίτσα του, εχάρηκεν μεγάλως Αχιλλ. N 1034. —Συνών.: αγαλλιάζω, αγαλλιώ. Β΄ (Μτβ.) αναζωογονώ (Πβ. L‑S στη λ. II): σκιάζει, αναθάλλει τε (ενν. αμπελών) ελθόντας καλογέρους Παϊσ., Ιστ. Σινά 1416. Πβ. αναζοώ β. — Πβ. αναζωώ β.
       
  • αναλύσιμος,  
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) I ζ΄ 45, II 466.
    Από το αναλύω και την κατάλ. ‑ιμος.
    Που μπορεί να ακυρωθεί: και το καθάπαξ κυρωθέν ου δύναται λυθήναι,| ουδ.’ έστιν αναλύσιμον του δαίμονος το κλώστρον Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι ζ΄ 45.
       
  • αναπιδύω,  
    Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι Ϛ΄ 55.
    Το μτγν. αναπιδύω. Βλ. και Lampe, Lex.
    Αναβλύζω: συναντωμένη γαρ αυτοίς (= τοις δάκρυσι) η σπλαγχνοφάγος λύπη| αναδραμείν σφαδάζουσιν εις βλέφαρα και κόρας| την ρύμην τούτων ίστησι πριν έξω παρακύψαι,| σφοδρώς αναπιδύοντα κάτω μετοχετεύει Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι Ϛ΄ 55. — Πβ. αναβλύζω, αναβρύω, αναβρώ.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης