Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 25 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Μανασσ., Αρίστ. (Mazal)

  • άσθμα  
    το, Μακρεμβ., Υσμ. 1801, 18519, Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 779.
    Το αρχ. ουσ. άσθμα. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    α) Πνοή, αναπνοή (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. III): ενωθρευόμην το σώμα, επείχετό μοι το άσθμα Μακρεμβ., Υσμ. 18519· βλ. και αναπνιά Α, ανασασμός 3, πνοή· β) ισχυρά αναπνοή ζώου, ξεφύσημα: στυγεί σε και βδελύττεται και δέχεται τους λόγους … ως ιόν ασπίδος …, ως άσθματα κατώβλεπος Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 779.
       
  • ασπίς (Ι), 
    η, Σπαν. O 171, Παντεχνή, Κυνηγ. 50, Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 778, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 155, Φυσιολ. 35424, 3736, Δούκ. 1197, Αλφ. 2378· ασπίδα, Ακ. Σπαν. 35211, 44506, Ιμπ. 116, Λέοντ., Αίν. I 222, Φυσιολ. (Legr.) 275, Φυσιολ. 3732, Διήγ. Αλ. V 37, 73, Πικατ. 267, Ιμπ. (Legr.) 121, Σκλάβ. 194, Συναξ. γυν. 232, Πιστ. βοσκ. I 2, 9, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [316], Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 482· ’σπίδα, Ερωτόκρ. Β΄ 250, 1294· ’σπίθα, Πεντ. Άρ. XXI 6, 8.
    Το αρχ. ουσ. ασπίς (L‑S II). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. ασπίδα). Ο τ. ’σπίθα από παρετυμ. προς το σπίθα (Βλ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 413]).
    1) Είδος φαρμακερού φιδιού (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. ασπίς II και σήμ., ΙΛ, λ. ασπίδα 1): Μα πλιά ’πονην και πλιά κουφήν από την ίδι’ ασπίδα Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [316]· Με θράσος λέοντος, δύναμιν ασπίδας βρυχισμένης Ιμπ. 116. 2) (Πιθ.) μυθικός δράκος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. ασπίδα 2β: άρκος, ασπίς ανήμερος, ηπατοφάγος λέων Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 155.
       
  • ατμός  
    ο, Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1052.
    Το αρχ. ουσ. ατμός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Ατμός (χρ. μεταφ.): Ούτως υπερκαχλάσαντες Έρωτες εν ανθρώποις| ατμοίς νοσώδεσι τον νουν θολούσι και σκοτούσιν Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1052.
       
  • ατόλμητος,  
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1651.
    Το αρχ. επίθ. ατόλμητος.
    Που δεν μπορεί κανείς να τον αποτολμήσει (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 2): ουδέν ατόλμητον| Έρωτι τῳ τυράννῳ Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1651.
       
  • αυγή  
    η, Προδρ. IV 49, Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 17419, Μανασσ., Χρον. 82, 4266, 4584, 6076, Καλλίμ. 237, 297, 812, 2114, Ιερακοσ. 34918, Διγ. Τρ. 2758, Διγ. Z 1822, Βέλθ. 162, 335, 867, Εβρ. ελεγ. 172, Πουλολ. 194, Βίος Αλ. 173, 4442, 5613, Σωσ. 4812, Φλώρ. 468, 971,1355, Περί ξεν. A 29, Ερωτοπ. 167, 566, 682, Απολλών. (Wagn.) 247, 400, Λίβ. P 489, 1740, 1755, 1946, 2386, Λίβ. Sc. 647, 955, 1282, 2456, Λίβ. Esc. 685, 751, 2033, 3691, Λίβ. N 560, 631, 1463, 1548, 1902, 2132, 3137, Αχιλλ. (Haag) L 358, 990, Αχιλλ. N 454, 1088, 1286, Αχιλλ. O 449, Αργυρ., Βάρν. K 173, Μαχ. 26229, 66635, Ch. pop. 269, 298, 565, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1137, Ριμ. Βελ. 376, Διήγ. Αλ. V 29,71, Ριμ. κόρ. 579, Απόκοπ. 94, 97, Κορων., Μπούας 80, Φαλιέρ., Ιστ. V 235, Φαλιέρ., Ενύπν. 12, Κατζ. Β΄ 161, Βίος Δημ. Μοσχ. 607, Παλαμήδ., Βοηβ. 542, Διγ. Άνδρ. 3548, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Ερωτόκρ. Α΄ 1734, Β΄ 105, 1235, Γ΄ 24, 1509, Δ΄ 49, 109, 551, 779, 910, 1575, Ε΄ 673, Στάθ. Α΄ 13, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [273], Γ΄ [375], Δ΄ [828], Φορτουν. Α΄ 270, Διγ. O 1108.
    Το αρχ. ουσ. αυγή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) α) Ορισμένο χρονικό διάστημα πριν από την ανατολή του ήλιου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): μιαν ώραν ήτον της αυγής, έως να ξημερώσει Απολλών. 400· Το μεσονύκτιον έφθασε και η αυγή σημαίνει Αργυρ., Βάρν. K 173· (μεταφ. προκ. για αγαπημένο πρόσωπο) (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): ήλιε μου, αυγή μου, ημέρα μου, ζωή, εμψύχωσίς μου Φλώρ. 468· β) (επίρρ.) κατά τα χαράματα, λίγο πριν ξημερώσει (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): Λάμπει ως σελήνη την αυγήν, ως ήλιος την ημέραν Φλώρ. 971· Ετούτο είδα την αυγή δυο ώρες να ξημερώσει Ερωτόκρ. Δ΄ 109. Βλ. και σύναυγα·   εκφρ. (1) (προς) βαθειάν αυγήν, καλά αυγήν = νωρίς τα ξημερώματα (πβ. όρθρου βαθέος· βλ. και ΙΛ στη λ. 1α): κι εκεί προς την βαθειάν αυγήν κοντά να ξημερώσει Περί ξεν. A 29· φιλεί βαθειάν αυγήν την αγαπητικήν του Ch. pop. 565· καλά αυγήν επήρεν τον πρίντζην … και επήγεν εις την Κερυνίαν Μαχ. 66635· (2) άστρο της αυγής = ο πλανήτης Αφροδίτη, ο αυγερινός (βλ. και ΙΛ στη λ. 1α): έλαμψαν ως ήλιος και της αυγής το άστρον Ριμ. Βελ. 376 (βλ. και αστήρ 1 έκφρ). 2) α) Πρωί, το διάστημα της ανατολής του ήλιου και λίγο έπειτα (Πβ. L‑S στη λ. 3· πβ. και ΙΛ στη λ. 1α· βλ. και Θαβώρ., Προσδιορ. ημερον. 63): έδωκεν ο ήλιος την αυγήν και ανέτειλεν το κάστρον Λίβ. P 489· βλ. και αυγίτσα 1α· β) (επίρρ.) κατά το πρωί, με την ανατολή του ήλιου: όπου σ’ εφίλιε την αυγήν μεγάλην χάριν έχει Ch. pop. 298· Ηύρα της κόρης την γραφήν αυγήν αφού εσηκώθην Λίβ. Sc. 955. Bλ. και αυγίτσα 1β. Έκφρ. χαράσσει, περιχαράσσει η αυγή (προκ. για την πρώτη εμφάνιση του φωτός της ημέρας. Η χρ. με το ρ. χαράζει και σήμ.): όταν εβγαίνει αυγερινός και η αυγή χαράσσει Φλώρ. 1355· όταν γάρ ίδῃ την αυγήν περιχαρασσομένην Προδρ. IV 49. 3) Η επόμενη αυγή, η επόμενη ημέρα στην αρχή της (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3 ): την αυγήν κατέλαβεν της κόρης το κουβούκλι Διγ. Z 1822· την αυγήν εσώσασιν εις τους γονείς του νέου Αχιλλ. (Haag) L 990. Bλ. και αύριο. 4) α) Ακτίνα (Βλ. L‑S στη λ. 1): κάλλος έχουσαν φαιδρόν υπέρ αυγάς σελήνης Βίος Αλ. 173· βλ. και ακτίνα 1· β) λάμψη (Πβ. L‑S στη λ. 4): είχεν ο βόστρυχος αυγήν εις κεφαλήν της κόρης Καλλίμ. 812· βασταζέσθωσαν δε πυράς αυγής και λύχνου μη λίαν εγγύς διά την εκ του καπνού αυτοίς γινομένην βλάβην Ιερακοσ. 34918· βλ. και ακτίνα 2, απαύγασμα, αστραπή 3, λαμπράδα· γ) (μεταφ., προκ. για την ομορφιά του προσώπου): του προσώπου τας αυγάς ιδούσα και το κάλλος Μανασσ., Χρον. 6076· βλ. και άνθος 2α, ομορφιά, κάλλη, χάρη 1· δ) (προκ. για το πνεύμα, τις γνώσεις) ακτινοβολία: ταις του πνεύματος αυγαίς πλουσίαις πυρσουμένῳ Μανασσ., Χρον. 4584· πλέον πάντων ταις αυγαίς της γνώσεως εκλάμπων Μανασσ., Χρον. 4266. Bλ. και ακτίνα 3.
       
  • αυλάκισμα  
    το, Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1097, Μανασσ., Χρον. 2545.
    Από το αυλακίζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    (Προκ. για αγρό) το να ανοίγει κανείς αυλάκια, να οργώνει (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): ως ει τις αυλακίσμασι χρησάμενος βουστρόφοις| εκ γης λιπαροβώλακος θέρος αδρόν θερίσοι Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1097.
       
  • αυτογλυκύτης  
    η, Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) IX 1819 (προσθ. αντιγραφέα;).
    Από το αυτο‑ και το ουσ. γλυκύτης.
    Αυτή η ίδια η γλυκύτητα, ευφροσύνη, ερασμιότητα: ει γάρ μαλάσσειν είχε γλυκερός λόγος| ώτα λασιόκωφα δυσμενούς Άδου,| τούτ’ αυτός αν έδρασας ελθών εις Άδην| ως αυτοθελκτήριος αυτογλυκύτης Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) IX 1819 (προσθ. αντιγραφέα;).
       
  • αυτοθελκτήριος,  
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) IX 1819 (προσθ. αντιγραφέα;)
    Από το αυτο‑ και το αρχ. επίθ. θελκτήριος.
    Που είναι κατεξοχήν θελκτικός, μαγευτικός: ει γάρ μαλάσσειν είχε γλυκερός λόγος| ώτα λασιόκωφα δυσμενούς Άδου,| τούτ’ αυτός αν έδρασας ελθών ες Άδην| ως αυτοθελκτήριος αυτογλυκύτης Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) IX 1819 (προσθ. αντιγραφέα;)
       
  • αφύλακτος,  
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 297, Χρον. Μορ. P 6704, Αρμεν., Εξάβ. Παρ. 255 (σχόλ.), Βεντράμ., Φιλ. 46· αφύλαχτος, Χρον. Μορ. H 6704.
    Το αρχ. επίθ. αφύλακτος.
    1) Αφρούρητος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I): αν μισσέψουν απεκεί κι αφήσουσιν τον τόπον| απόσκεπον κι αφύλαχτον, θέλουν έλθει οι Ρωμαίοι Χρον. Μορ. H 6704. Βλ. και απερικάλυπτος 1α, β, απροφύλακτος. 2) Που δεν προφυλάσσει τον εαυτό του, απρόσεκτος (Πβ. L‑S στη λ. II1. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): μεμφέσθω γαρ εαυτόν ο τοιούτῳ ανθρώπῳ εκμελεί και ραθύμῳ και αφυλάκτῳ εμπιστεύσας τα ίδια. Αρμεν., Εξάβ. Παρ. 255 (σχόλ.).
       
  • αφωνία  
    η, Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 33.
    Το αρχ. ουσ. αφωνία. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Σιγή, βουβαμάρα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): πάθος εμπεσόν … (παραλ. 1 στ.) και στόμα το λαλίστατον εις αφωνίαν τρέπει Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 33.
       
  • άχαλκος,  
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 3125.
    Το αρχ. επίθ. άχαλκος.
    Ο μη χάλκινος (Πβ. L‑S): το βέλος άχαλκον, ασίδηρον το βλήμα Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 3125.
       
  • αποβλύζω, 
    Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1664.
    Το μτγν. αποβλύζω.
    (Προκ. για υγρό) βγάζω (Πβ. L‑S στη λ. 7): ως κύων κάρχαρος λυττών εκμαίνεται και δάκνει| και της μανίας τον αφρόν και τον θυμόν του χόλου| ως κρυερόν κερβέρειον σίελον αποβλύζει Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1664.
       
  • βαρυδαιμονώ,  
    Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 716.
    Από το αρχ. επίθ. βαρυδαίμων.
    Πιέζομαι από το πεπρωμένο, υποφέρω: τοις δυσπραγούσιν συμπονείν και βαρυδαιμονούσιν Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 716. — Βλ. και καίω, κακοπαθώ, παιδεύω, σφάζω.
       
  • βαρυηχής,  
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 523.
    Το μτγν. επίθ. βαρυηχής.
    Που ηχεί βαριά (Η σημασ. μτγν., L‑S): και πνεύμασι τινάσσεται (ενν. η τύχη ως θάλασσα) σφοδροίς, βαρυηχέσι| και πάλιν κατευνάζεται και πάλιν ημερούται Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 523. — Βλ. και βαρύδουπος.
       
  • βαρύθυμος,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. 3733, Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 63, 967.
    Το μτγν. επίθ. βαρύθυμος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Οκνός, που δεν αλλάζει διάθεση εύκολα (Πβ. ΙΛ στη λ. 1): ουκ έστιν ούτω θυμικός ου κάπρος ουδέ λέων,| ου πάρδαλις βαρύθυμος, ως Έρωτα κινήσαι| εις τόλμας, εις θρασύτητας Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 967.
       
  • βαρύμοχθος,  
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1224.
    Το μτγν. επίθ. βαρύμοχθος.
    Δύσκολος, επίπονος (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. Ι): βαρύμοχθος και τληπαθής ο βίος Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1224. — Βλ. και απειρομέριμνος, βαρύς 10, βιάζω ΙΙΑ5, βίαιος β.
       
  • βλεφαρίς  
    η, Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 12118, Ορνεοσ. αγρ. 5445.
    Το αρχ. ουσ. βλεφαρίς. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βλεφαρίδα).
    1) Ματόκλαδο, ματοτσίνορο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., ΙΛ): ειργόμενόν τε (ενν. το δάκρυ) της φοράς της εις τας βλεφαρίδας Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 12118. 2) Βλέφαρο (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. II): υποχαλά τας βλεφαρίδας αυτού Ορνεοσ. αγρ. 5445. — Βλ. και βλέφαρον 1.
       
  • γλυκερός,  
    επίθ., Στ. Αδάμ 36, Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1813, 6, Καλλίμ. 2068, Νεόφ. Έγκλ. Β΄ 38, Αχιλλ. N 1393, Δούκ. 1974, Γεωργηλ., Βελ. 14, 738, Κορων., Μπούας 34, 63, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1511, 1708, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 30, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 515.
    Το αρχ. επίθ. γλυκερός. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) (Προκ. για δέντρο) που έχει γλυκούς, εύγευστους καρπούς (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Άλλοι την (ενν. Κρήτην) κράζουσιν περίφημον ... διά τα γλυκερά και πολύκαρπα δένδρη Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 30. 2) α) Που ευφραίνει, που προκαλεί ευχαρίστηση (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): μετά λόγου γλυκερού, γλώσσης ερωτευμένης Καλλίμ. 2068· ουδέν εδύνοντα και οι δυο ...| το να καταχορτάσουσιν τα γλυκερά τους κάλλη Αχιλλ. N 1393· έχασε το γλυκερόν το φως του κόσμου τούτου Γεωργηλ., Βελ. 14· Οι δε ενδημήσαντες προς σε από της ξενιτείας| χαράς πολλής πλησθήσονται ... (παραλ. 1 στ.) και γλυκεράς διαγωγής, ζωής τε αθανάτου Νεόφ. Έγκλ. Β΄ 38· β) (προκ. για βρύση, πηγή) που έχει νερό καλό, πόσιμο, δροσερό (Πβ. L‑S, λ. γλυκύς I1β): εξέρχεται δε και πηγή γλυκερά και δροσώδης Παϊσ., Ιστ. Σινά 1511· γ) (προκ. για μουσικό όργανο) γλυκόηχος: Αλλ’, ω Μανασσή, θελξικάρδιον στόμα (παραλ. 1 στ.), την γλυκεράν άρμοσον αύθις κιθάραν Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1813· δ) (προκ. για άνεμο) γλυκός, απαλός: έχεις τον Εύρον πνέοντα γλυκερόν αέριον Δούκ. 1974.
       
  • γλυκίως·  
    Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 642, εσφαλμ. γρ. αντί γλύκιον (Βλ. Μανασσ., Αρίστ. II 58 και Trapp, JÖBG 18, 1969, 74)
    Βλ. γλύκιος.
       
  • δουλότροπος, 
    επίθ., Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 867.
    Από τα ουσ. δούλος και τρόπος. Η λ. τον 4. αι. (Steph., Θησ.).
    Που έχει τρόπους, χαρακτήρα δούλου (Η σημασ. τον 4. αι., Steph., Θησ.): Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 867. — Βλ. και δολότροπος.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης