Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 939 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Μανασσ., Χρον.

  • αβροκόσμητος,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5776.
    Από τα αρχ. επίθ. αβρός και κοσμητός.
    Που είναι λαμπρά στολισμένος: και την ψυχήν υπέφαινε χάρισιν λαμπομένην| ως νύμφην αβροκόσμητον, ως τρυφερόχρουν κόρην Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5776. —Συνών.: αβροστόλιστος.
       
  • αβρόσιτος,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5935.
    Από το αρχ. επίθ. αβρός και το αρχ. ουσ. σίτος.
    Που διαθέτει πολυτελή φαγητά: και τράπεζαν αβρόσιτον φλεγμαίνουσαν τοις όψεις Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5935.
       
  • αβροστόλιστος,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3838.
    Από το αρχ. επίθ. αβρός και το στολίζω.
    Που είναι λαμπρά στολισμένος: ως ει τις αβροστόλιστον αποκοσμήσει νύμφην Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3838. —Συνών.: αβροκόσμητος.
       
  • αβροτράπεζος,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3372.
    Από το αρχ. επίθ. αβρός και το ουσ. τράπεζα.
    Που σχετίζεται με πλούσιο τραπέζι: και δείπνον αβροτράπεζον τελούντος του κρατούντος Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3372.
       
  • αγαθόν  
    το, Σπαν. (Legr.) P 54, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4623, 5714, Ασσίζ. (Σάθ.) 3030, 11422, 1281, 16031, 1613, 16420, 18720, 36520-21, 28, 3813, 4166, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 53613, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 338, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 1726, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 392, 4215, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 35, Σφρ., Χρον. μ. (PG 156) 1061 D, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VII 84, Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 116.
    Το ουδ. του επιθ. αγαθός ως ουσ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγαθά).
    1) Καθετί καλό, ωραίο, χρήσιμο (πβ. Preisigke-Kiessling λ. αγαθός 2): άλσος μυρίων αγαθών κατάφυτον ορχάτοις Μανασσ., Χρον. 5714· δηλοί χαράν και αγαθά πολλά και βροχήν Ωροσκ. 4215· Πού είν’ τα τόσα αγαθά που ήσουν στολισμένη (προκ. για την Πόλη), ωσάν αυτόν τον ουρανόν ήσουν ζωγραφισμένη; Ιστ. Βλαχ. 2437 [ = Γέν. Ρωμ. (Λάμπρ.) 71]. 2) α) Αυτό που έχει κάποιος στην κατοχή του, περιουσία (πβ. L‑S λ. αγαθός ΙΙ 4): ου δύνουνται κληρονομήσαι τί κλήραν, ούτε άλλον αγαθόν τους γονείς αυτών Ασσίζ. 36520-21. Η ογδόη αιτία διατί εξηκληρωθήναι τα τέκνα εκ των αγαθών τους γονείς Ασσίζ. 18720· β) εισόδημα: ετεσαύτα να έχει ο είς ως τον άλλον απέ τους καρπούς ή αγαθά της αυτής οικίας Ασσίζ. 16420. 3) Προνόμιο, ευεργέτημα: οι αγίες εκκλησίες … να ένι τιμημένες απού πολλά προβελίτζια, τουτέστιν σιγγίλια …, και ουδέν εντέχεται … να έναι τα πενεφία τους, ήγουν τα αγαθά τους, αικάνωτα Ασσίζ. 3030. 4) Προκ. για τα πνευματικά αγαθά που προσφέρει η Εκκλησία στους πιστούς της: ένι αφορισμένοι να μηδέν έχουν μερτικόν απέ τα αγαθά της αγίας Εκκλησίας, ουδέ να εισέλθουν εις την αγίαν εκκλησίαν Ασσίζ. 11422. 5) Προκ. για τα σωματικά και ψυχικά χαρίσματα (πβ. L‑S, λ. αγαθός ΙΙ 4): τοις του Χριστού χαρίσμασι πάσι πεπλουτισμένον,| κάλλος, ανδρείαν, φρόνησιν και πολλήν ευτολμίαν, έχει και δρόμον άπειρον των αγαθών προσθήκην Διγ. Gr. VI 338· του δε κάλλους και των άλλων αγαθών των παιδίων μου ου δυναμένου κρυβήναι Σφρ., Χρον. μ. (PG 156) 1061 D. 6) Προκ. για καθετί καλό, ηθικό: Ιδέτε οι άξιες και οι καλές τί αγαθά οπού κάμαν Βεντράμ., Γυν. 249· τήν ενελέκτηκες οδόν ουδέ ποσώς την χάνεις,| μάλιστα τους αμαρτωλούς εις αγαθόν τους βάνεις Σκλέντζα, Ποιήμ. 116. 7) Προκ. για τη σωτηρία, τη λύτρωση από την αμαρτία: ως δε λόγος του Θεού και δύναμις δυνηθεί κατορθώσαι το παγκόσμιον αγαθόν, όπερ εβούλετο, διότι ην αδύνατον δι’ ενός ανθρώπου δυνάμει επιστρέψαι την οικουμένην προς τέλος τον Θεόν Ιστ. πατρ. 8715.
       
  • αγαθός,  
    επίθ., Σπαν. (Hanna) A 505, Σπαν. (Hanna) B 483, Σπαν. (Legr.) P 54, 55, Προδρ. (Hess.-Pern.) II H 65α, ΙΙΙ 235 (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6361, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 160, Καλλίμ. (Κριαρ.) 1023, Ωροσκ. (Λάμπρ.) 403, Βίος Αλ. (Reichm.) 134, Λίβ. (Μαυρ.) P 929, Λίβ. (Wagn.) N 2006, Notizb. (Kug.) 74, Έκθ. χρον. (Lambr.) 5616, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 53, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 14019, Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 336α 14, Πιστ. βοσκ. (Joann.) V 8, 2· παραθ. κρειττότερος, Βέλθ. (Κριαρ.) 533, Ερμον. (Legr.) A 227, X 150.
    Το αρχ. επίθ. αγαθός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Που έχει σχέση με την αρετή, ηθικός: κι εις την οδό την αγαθή πάντα να μας οδεύγει Π. Ν. Διαθ. φ. 336α 14. 2) Καλοκάγαθος (πβ. ΙΛ στη λ. Α2): ήτονε άνθρωπος ταπεινός. Αγάπα την φιλοσοφίαν … και ήτονε φύσις αγαθός άνθρωπος Χρον. σουλτ. 14019. 3) Που προέρχεται από καλή διάθεση: ει δε κἀν <συ> πτωχός είσαι, ουκ έχεις τί να δώσεις, κἀν λόγον δος τον αγαθόν, να τον <ε> θεραπεύσεις Σπαν. A 512. 4) Που σχετίζεται με κάτι καλό, ευχάριστο: ορθοτομία και ευσέβεια και ελπίς αγαθή και πολλαί διαλέξεις περί πίστεως και νίκος κατά των αντερούντων αυτοίς Ωροσκ. 403. 5) Που χαρακτηρίζεται από ευημερία, ευμάρεια: και διά τον αγαθόν καιρόν και διά την λιμπισίαν Προδρ. ΙΙ Η 65α. 6) Ευοίωνος (πβ. ΙΛ στη λ. Β1): ουκ αγαθήν εδέξατο την λεκανομαντείαν Βίος Αλ. 134. 7) Γενναίος: να τον παρακαλέσω ίνα ποίσῃ αυτούς τους Τρώας κρείττους των Ελλήνων πάντων Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Α΄ [629].
       
  • αγαθύνω,  
    Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 782, Πεντ. (Hess.) Γέν. IV 7, XII 13, XXXII 10, 13, XL 14, XLI 37, XLV 16, Έξ. Ι 20, Λευιτ. Χ 19, Αρ. Χ 29, Δευτ. IV 40, V 16, VIII 16, XII 25, XVIII 17, XIX 13, XXII 7, XXVIII 63, XXX 5· αγαθύνω ή γαθύνω, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙΙ 16, ΧΧΧΙV 18, Αρ. XXIV 5, Δευτ. Ι 23, V 25.
    Το μτγν. αγαθύνω. Η λ. και σήμ. στον Πόντο (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) α) Μεταχειρίζομαι κάποιον με καλό τρόπο: Πε εδά, αδελφή μου εσύ, για να αγαθύνει εμέν γιατ’ εσέν και να ζήσει η ψυχή μου συναφορμά σου Πεντ. Γέν. ΧΙΙ 13· β) κάνω καλό σε κάποιον, ευεργετώ (πβ. L‑S στη λ. ΙΙΙ): αν να με θυμηθείς μετά σεν χαθώς ν’ αγαθύνει εσέν και να κάμεις εδά μετά μεν ελεημοσύνη και να με ανάφερες προς τον Φαρώ Πεντ. Γέν. XL 14. 2) Καταπραΰνω, κατευνάζω, καθησυχάζω (πβ. L‑S στη λ. Ι 2): και τούτο μεν ηγάθυνεν εκείνου την καρδίαν,| άλλο δε πάλιν έκνιζεν Μανασσ., Χρον. 782. 3) Τακτοποιώ (κάτι) σωστά, διευθετώ: άκουσα τη φωνή λογιών του λαού ετουτουνού ός εσύντυχεν προς εσέν· εγάθυναν το όλο το ός εσύντυχαν Πεντ. Δευτ. V 25. 4) Είμαι καλός, ευλογημένος (πβ. Lampe, Lex. στη λ. 3): τι εγάθυναν οι τέντες σου Ιαακώβ Πεντ. Αρ. ΧΧΙV 5. 5) Αρέσω (σε κάποιον): και εγάθυνεν εις τα μάτια μου το πράμα. Πεντ. Δευτ. Ι 23.
       
  • αγαλματίας  
    ο, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) 1 Ϛ́ 35, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6689, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 374.
    Το μτγν. ουσ. αγαλματίας.
    Ωραίος σαν άγαλμα (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): επάν …| τους ερωμένους τε συμβεί σφίσιν ωραίους είναι,| αγαλματίας την μορφήν, ευμήκεις ως πλατάνους Μανασσ., Αρίστ. 1 Ϛ΄ 35.
       
  • άγγελος  
    ο, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 307, Σπαν. (Legr.) P 260, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 125, 149, Προδρ., Σεβ. (Παπαδημ.) 106, Προδρ. (Hess.-Pern.) II H 68d, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 1067, 4669, Διγ. (Hess.) Esc. 1766, 1770, Διγ. (Καλ.) A 1146, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2754, 7804, Σατιρ. ποίημ. (Morgan) 294, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 91, 520, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 229, 667, 668, Απολλών. (Wagn.) 228, 510, Αχιλλ. (Haag) L 1345, Notizb. (Kug.) 29, 87 τρις, Ανακάλ. (Κριαρ.) 112, 115, 118, Θρ. Κων/π. διάλ. (Ζώρ.) 137, Μαχ. (Dawk.) 25632, Ch. pop. (Pern.) 240, Καραβ. (Del.) 49321, 49932, 50423, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VII 82, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 141, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 1539, Ριμ. κόρ. (Pern.) 693, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 318, 693, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 537, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 251, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 1136, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 588, Πεντ. (Hess.) Γέν. ΧΙΧ 15, ΧΧΙ 17, ΧΧΙV 7, XXXII 2, Έξ. ΧΧΙΙΙ 20, Μ. Χρονογρ. (Τωμ.) 3517, Αρσ., Κόπ. διατρ. (Ζαμπ.) σ. 393, 417, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 1629, 1938, 2115, Πανώρ. (Κριαρ.) Β́́ 302, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 33· αγγέλισσα η, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 2114, 224, 597, 1008, 1164.
    Το αρχ. ουσ. άγγελος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Α´ Κυριολ. 1) α) Αόρατον ον, πνεύμα που βρίσκεται στην υπηρεσία του Θεού (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 3 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 1): Έλεγαν να ’ναι άγγελος απ’ (Πολ. Λ., Πριν Άλ. σ. 129: στους) ουρανούς απάνω Απολλών. (Wagn.) 228· Άγγελον έπεψεν ο Θεός. αυτούνον ορδινιάζει Χούμνου, Π.Δ. VII 82· έκφρ.: Η Κυρία των αγγέλων = η Παναγία (Μ. Χρονογρ. 3517)· β) αόρατον ον, πνεύμα που βρίσκεται στην υπηρεσία του διαβόλου (πβ. Lampe, Lex. στη λ. ΙΙ G1 και το σημερ. μαύρος άγγελος, ΙΛ στη λ. Α 3): Διότι εκεί κολάζονται μετά του διαβόλου| και των αγγέλων των αυτού και συνεδρίου όλου Πένθ. θαν. N 588· γ) φύλακας άγγελος (πβ. Lampe, Lex. στη λ. ΙΙ Η 7b και ΙΙ Η 10α. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): να φυλάττει την εκκλησίαν μέχρι της συντελείας του αιώνος. Η δε κατοίκησις του αγγέλου είναι εις την δεξιάν μερέαν Διήγ. Αγ. Σοφ. 1539. 2) Άγιοι άγγελοι = οι Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ (προκ. για την εκκλησία τους) (πβ. και Αγιάγγελος, Αχέλ. (Pern.) 252, 1629):  προ της εορτής των Αγίων Αγγέλων εις την οκτα<μερίαν> ήν έχει ο κλήρος των Αγίων Αγγέλων από του κομμερκίου Notizb. 87. 3) Ο άγγελος του θανάτου (πβ. Lampe, Lex. στη λ. II H 8. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 3): Και η ψυχή μου εβγαίνει ’δα και ο άγγελος με φωνάζει Αχιλλ. L 1345· Κι είσαι άγγελος με το σπαθί να πάρεις την ψυχήν μου Ριμ. κόρ. 639· φρ.: θεωρώ, βλέπω αγγέλους = βλέπω τον άγγελο του θανάτου, διατρέχω τον έσχατο κίνδυνο (πβ. και το σημερ. είδε τον άγγελό του, ΙΛ στη λ. Α3): Εσύ λέγεις «αιλίμονον» κι εκεί θεωρούν αγγέλους Γλυκά, Στ. 125. Β´ Μεταφ. 1) Προκ. για πολύ ικανό, επιτήδειο άνθρωπο (πβ. ΙΛ στη λ. Β 1β): Άνδρες καλοί πολεμισταί, της μάχης στρατιώται| και αρχηγοί εξαίρετοι, άγγελοι με στεφάνι Ριμ. Βελ. 141. 2) Προκ. για ερωτικό πρόσωπο: Κι ελάλεμ μου «μεν σ’ αρνηθώ ποτές τον άγγελόν μου» Κυπρ. ερωτ. 1136· Αφήνω ’δα στον ορισμόν σου| όλον τον εμαυτόν μου, αγγέλισσά μου Κυπρ. ερωτ. 224. Ως κύριο όνομα (πβ. Βαγιακ., Αθ. 63, 1959, 240): τῳ αυτῴ χρόνῳ απέθανεν ο παπακυρ-Άγγελος ο πρωτοσύγκελλος Συναδ., Χρον. 33.
       
  • αγελάρχης  
    ο, Μανασσ., Αρίστ. (Τσολ.) Ι δ 51, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4241, Πτωχολ. (Schick) P (απόσπ.) 1, Φυσιολ. (Legr.) 397, 399, Φυσιολ. (Zur.) XXXVI 12, 32, Φυσιολ. (Pitra) 34619, Μαχ. (Dawk.) 41224, 55618, 67625.
    Το μτγν. ουσ. αγελάρχης.
    1) α) Βοσκός (πβ. L‑S): αν εκποδών ποιήσεται το πάσχον αγελάρχης,| ού ψαύσει ψώρα των λοιπών, ου τοις λοιποίς πελάσει Μανασσ., Αρίστ. Ι δ 51· β) το ζώο που παίζει ρόλο αρχηγού στην αγέλη (πβ. L‑S): Εκεί οπού πορεύονται τα άγρια γαδούρια και αγελάρχην έχουσι και πείθονται εις κείνον Φυσιολ. 397· γ) μεταφ.: ποιμενάρχης (πβ. Lampe, Lex. Βλ. και ενθύμ. του 1523, Λάμπρ., ΝΕ, 7, 1910, 171): της εκκλησίας εξωθεί, φευ! τον ποιμένα λύκος,| ο Κέρβερος ο λυσσητήρ τον πράον αγελάρχην Μανασσ., Χρον. 4241. 2) Είδος ταχυδρόμου (βλ. και Dawk., Μαχ. B́́ 430, 2): Και όρισαν και ήλθαν ομπρός του οι αγελάρχηδες και είπεν τους: Ποίος είναι ο περίτου γλήγορος να πάρει έναν χάρτιν του ρηγός; Μαχ. 55618.
       
  • αγελαρχία  
    η, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 2328, 6020.
    Το μτγν. ουσ. αγελαρχία.
    Α´ Κυριολ.: αγέλη: ούτως τους κύνας ήλασε τους κηρεσιφορήτους| εκ μανδρευμάτων των αυτού και της αγελαρχίας Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6020. Β´ Μεταφ.: ποίμνιο: και βασιλεύς καθίσταται και κράτωρ μονοκράτωρ| και θρέμμα γίνεται Χριστού σεπτής αγελαρχίας Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 2328.
       
  • αγερωχία  
    η, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6408.
    Το μτγν. ουσ. αγερωχία.
    Υπεροψία, αλαζονεία (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S στη λ. 1): κἀντεύθεν φορτικώτερος τοις πλείοσιν εδόκει| και πλείω του καθήκονος φέρων αγερωχίαν Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6408.
       
  • αγκάλη  
    η, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4314, Βέλθ. (Κριαρ.) 680, 842, 1126, 1145, Θησ. (Βεν.) Θ́́ [254], Γαδ. διήγ. (Wagn.) 306, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 600, Καναν. (PG 156) 65 C, Ch. pop. (Pern.) 11, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Έ́ 772, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́́ 387· πληθ. αγκάλια τα, Αχιλλ. (Haag) L 97, 957, 1128.
    Το αρχ. ουσ. αγκάλη. Η λ. και σήμ. (ΙΛ λ. αγκάλη, αγκάλια).
    1) α) Στήθος, κόρφος (πβ. ΙΛ λ. αγκάλια Ι): Χαρτί σε πέμπω, λυγερή, αφέντρ’, ανάγνωσέ το (παραλ. 3 στ). Βάλε το στες αγκάλες σου κι ας μείνει μετ’ εσένα Ch. pop. 11· β) στήθος (εσωτερικά): κι εμάκρυνε το τέρμενον δυό χρόνους και δυό μήνας| οπού βαστώ την φλόγαν σου κρυμμένη στην αγκάλην Βέλθ. 842. 2) Εσοχή, κόλπος (πβ. ΙΛ λ. αγκάλη 2): κι εις μίαν αγκάλην ηύρηκεν του ποταμού εκείνου| το πλέον του τρανόπουλον παιδίον του Βελθάνδρου Βέλθ. 1145· ώστε απού του ’ρθασι γραφές ’ς τση Τρίζας την αγκάλη| πως εγλυτώσετε κι εσείς Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́́ 387. 3) Είδος πολεμικής μηχανής: και άλλα πολλά ξύλινα και μηχανικώτατα έργα και ελεπόλεις εκατασκεύασαν και μηχανικάς αγκάλας με τροχούς μικρούς Καναν. 65C. 4) Γωνία αγρού: επήρεν την πάρτεν ... έστοντας προς την απάνω μερά του λεγομένου αμπελίου προς τη μερά της Όστριας να κάμνει μια λόξα γι’ αγκάλη 2999.
       
  • αγλαΐζω,  
    Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 5769, Διγ. (Mavr.) Gr. IV 845, VI 11, Φλώρ. (Κριαρ.) 117, 808, Αχιλλ. (Hess.) N 326, Ιμπ. (Κριαρ.) 466, 507, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 371, Ιμπ. (Legr.) 507· ’γλαΐζω, Φλώρ. (Κριαρ.) 1582, Θησ. Δ́ [733], E΄ [351].
    Το αρχ. αγλαΐζω.
    Α´ Μτβ.: στολίζω, λαμπρύνω (Η σημασ. ήδη σε επιγρ., L‑S): γην του μιμείσθαι ουρανόν αυτήν παρασκευάζει,| αγλαΐζων τοις άνθεσι ρόδοις τε και ναρκίσσοις Διγ. Gr. VI 11· οικέτιδές τε ευπρεπείς λαμπρώς ηγλαϊσμέναι Διγ. Gr. IV 845. Β´ Αμτβ.: λάμπω ρούχον χρυσόν, μεταξωτόν, έμορφα υφασμένον,| ήλιον αγλαΐζοντα, αστράπτοντα εν δόξῃ Φλώρ. 117· και παν ευώδες, εύοσμον άνθος και παν γλαΐζον| κρίνον Φλώρ. 1582. Η μτχ. ως επίθ. = λαμπρός, αγλαός: ανέτειλεν ο ήλιος λαμπρός, ηγλαϊσμένος Αχιλλ. N 326.
       
  • αγριαίνω, 
    Σπαν. (Hanna) A 249, Σπαν. (Legr.) P 132, Ευγεν., Δρόσ. (Hercher) Ϛ́́ 13, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6396, 6458, Ερμον. (Legr.) Λ 238, Δούκ. (Grecu) 21124· αγριαίνομαι, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4474, 5132, Δούκ. (Grecu) 32523-24.
    Το αρχ. αγριαίνω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Για παλαιότερες μνείες του μέσου βλ. Στέφ., Θησ. λ. αγριαίνω.
    I. Ενεργ. Α´ Αμτβ: ξεσπώ (προκ. για καταιγίδα): αλλ’ αίφνης αγριάνασαι σαρκός αι καταιγίδες| εξήγειραν δυστάραχον άνεμον κυματίαν Μανασσ., Χρον. 6458. Β´ Μτβ.: ερεθίζω, εξοργίζω κάποιον (πβ. L‑S στη λ. ΙΙ. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): ώσπερ τα ξύλα του δρυμού την φλόγαν επαυξάνουν,| ούτως και τον θυμούμενον ο λόγος αγριαίνει Σπαν. A 249· και δρέπανον επέτετο διχάζον ομοφύλους (παραλ. 1 στ.) και παίδας ταυτοπάτορας αλλήλοις αγριαίνον Μανασσ., Χρον. 6396 IΙ. Μέσ. α) εξοργίζομαι: ως ει τινές ιχώρων πεπλησμένοι| νοσοκομοίντο προς τινός, οι δ’ αποδυσπετοίεν| και μάλλον αγριαίνοιντο προς τον ευεργετούντα Μανασσ., Χρον. 5132· β) προκ. για θάλασσα (πβ. και Στέφ., Θησ. λ. αγριαίνω): και ίδωμεν την αγριαινομένην θάλασσαν, πως μέλλει χάναι και καταποντίσαι την κιβωτόν Δούκ. 32523-24 (πβ. αγριεμένος Αα λ. αγριεύω).
       
  • αγριοβάρβαρος,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4350.
    Από τα επίθ. άγριος και βάρβαρος.
    Υπερβολικά βάρβαρος: Τοιαύτα τοίνυν καθορών Αρτάβασδος εκείνος (παραλ. 2 στ.) και την αγριοβάρβαρον μισήσας τυραννίδα| συνάπτει πόλεμον Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4350.
       
  • αγριογνωμοσύνη  
    η, Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4476.
    Από το επίθ. άγριος και το αρχ. ουσ. γνωμοσύνη.
    Άγριο φρόνημα, σκληρότητα: Μήδειαν μόνην λέγουσιν τέκνοις επιβουλεύσαι| και ταύτην από σκυθικής αγριογνωμοσύνης Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4476.
       
  • αγριόδους,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 302.
    Από το επίθ. άγριος και το ουσ. οδούς (βλ. και Στέφ., Θησ. λ. agriodos).
    Που έχει κοφτερά δόντια: αλλ’ ο Σατάν εβάσκαινεν, έβρυχε τους οδόντας,| ως αφριστής εθύμαινεν ως αγριόδους κάπρος Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 302.
       
  • αγριόθροος ‑ους,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6909, 6198.
    Από το επίθ. άγριος και το αρχ. ουσ. θρους.
    Που προξενεί άγριο θόρυβο· άγριος, φοβερός: και των ασπίδων ο θλασμός και των δοράτων θραύσις| τον πάταγον ανέπεμπεν βαρύθρουν, αγριόθρουν Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6009· και βλασφημούν τον Μιχαήλ βοαίς αγριοθρόοις Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 6198.
       
  • αγριόθυμος,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4043, 4446.
    Το μτγν. επίθ. αγριόθυμος. Βλ. και Στέφ., Θησ. Η λ. και στο Βλάχ. λ. άγριος.
    Που έχει άγρια ψυχή, άγριο φρόνημα: την γνώμην την απάνθρωπον εκείνου μυσαχθείσα| ως τίγριν αγριόθυμον Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 4043.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης