Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]

  Βιβλ.αναφορά : Μαξίμου, Συναξ. αγ. Νικολ.

  • ουδετίποτε,  
    αντων., Διδ. Σολ. Ρ 148, Σπαν. P 263, Gesprächb. 1717, Λίβ. P 1182, Λίβ. Sc. 1499, Σφρ., Χρον. μ. 9827, Νεκρ. βασιλ. 78, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 31, Μαξίμου, Συναξ. αγ. Νικολ. 144· ’δετίποτα, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 242 χφ L κριτ. υπ.· ’δετίποτες, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 242· ουδετίβετας, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402· ουδετίβοτας, Ροδολ. (Αποσκ.) Β 57· ουδετίποτα, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 242 χφ Ν κριτ. υπ.· ουδετίποτας, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 421, Μορεζίν., Λόγ. 469, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Παπατρ.) 70· ουδετίποτες, Rechenb. 73, Μαχ. 5724, 64432, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 22r, φ. 54r, φ. 158r, φ. 190v, Πορτολ. A 3205, Διγ. Άνδρ. 37120, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 98, Χριστ. διδασκ. 199, 360, 451, Ροδινός (Βαλ.) 102, 114, 210, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 142 κ.α.
    Από το σύνδ. ουδέ και την αντων. τίποτε. Οι τ. ουδετίποτα, ουδετίποτε, ουδετίποτες, καθώς και τ. ουδετίποτις στο Somav., στη λ. Ο τ. ουδετίποτες και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 705). Η λ. στο Βλάχ.
    Τίποτε απολύτως: τι ήκουσες;| ουδέν ήκουσα ουδετίποτε Gesprächb. 28408· μηδέ φιλονικείς διά ουδετίποτε, ίνα μη εμπέσεις εις όχλησιν και ταραχήν Ιακ., Παραιν. 813· Όμως ομπρός εις την γνώσιν ούλα είναι ουδετίποτε Μαχ. 5722· (σε επιθετ. χρ.): ασήμαντος, μηδαμινός (Βλ. και Δημητράκ.): εβοήθαν τως (ενν. η παρθένος Μαρία) και με ολίγην δύναμιν και με ουδετίβετας φουσσάτον Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402· έτσι από τον σκάνθαρον να πειραχθεί αδίκως| οπού ’ναι ουδετίποτες μικρόν ζώον στο μήκος Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 241. Η λ. ως ουσ. (προκ. να δηλωθεί κ. το εντελώς ανάξιο λόγου) = απολύτως τίποτε, μηδέν: έκαμεν (ενν. ο Θεός) από το ουδετίποτες τον ουρανόν και την γην Χριστ. διδασκ. 39· θέλω να ειπώ, αυτά τα ταξίματα και τα όμορφα και πολλά λόγια, να καταντούν εις τον πηλόν, ήγουν εις το ουδετίποτες Ροδινός (Βαλ.) 66· (σε ειδική χρ.): αυτοί με καταζήλεψαν με διχώς Θεό, εκάκωσάν με με τα ουδετίποτέ τους Πεντ. Δευτ. XXXII 21. — Βλ. και ά. μηδετίποτε.
       
  • πτωχεύω, 
    Σαχλ., Αφήγ. 158, Πτωχολ. α 58, Πτωχολ. (Κεχ.) P 42, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 857.
    Το αρχ. πτωχεύω. Μτχ. πτωχευόμενος τον 4.-5. αι. (TLG, βλ. και LBG). Τ. πτωχεύγω στο Βλάχ., στη λ.. Τ. φτωχεύκω σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Γιαγκουλλής, Κυπρ. διαλ., βλ. και Σακ., Κυπρ. Β́ 851, όπου και μτχ. παρκ. φτωχεμένος). Τ. φτωχεύω (και μτχ. φτωχεμένος) στο Somav. (λ. φτωχαίνω) και το ΑΛΝΕ. Η λ. και σήμ. (με ειδική σημασ.).
    Ά (Μτβ.) κάνω κάπ. φτωχό (σε παροιμ. χρ.· βλ. Septuaginta Od. 3.7.1, TLG): έγνω (ενν. ο Βαλτάσαρ) και ομολόγησε τον αληθινόν Θεόν εξουσίαν έχοντα πτωχεύσαι και πλουτίσαι, ζωώσαι και θανατώσαι Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 360. Β́ Αμτβ. 1) Γίνομαι φτωχός, φτωχαίνω: ουδέν έχει εξουσίαν (ενν. μάννα) να στραφεί να ζητήσει τά έδωκεν του υιού αυτής, εάν μη τα έδωκεν με συμφωνία, ... αν πτωχεύσει, να τα επάρει Ελλην. νόμ. 5819·  (εδώ προκ. για την εκούσια πτωχεία των χριστιανών· πβ. Lampe, Lex., στη λ. 2): Ας πτωχεύομεν εδώ με το θέλημά μας, διά να πλουτίσομεν εκεί (ενν. σιμά εις τον Θεόν) αιωνίως Μαξίμου, Συναξ. αγ. Νικολ. 143. 2) (Μεταφ.) καταστρέφομαι, ξεπέφτω: Όλοι της Κρήτης άρχοντες, μικροί τε και μεγάλοι,| κοινώς πάντες ετρέχασι να εβλέπουν την Ελένην, (παραλ. 1 στ.) δι’ ην το άνθος το πολύ Ελλάδος και του κόσμου| απ’ άκρον γης εις άκρον γης επτώχευσε, κατήλθε Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 13504.
       
  • συναπόστολος 
    ο, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 205.
    Από την πρόθ. συν και το ουσ. απόστολος. Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex.) και σε κείμ. του 18. αι. (Τραπεζούντιος, Νομοκ. 421, 517, 583).
    Καθένας από τους μαθητές του Χριστού ως μέλος της ομάδας των αποστόλων: ο άγιος Πέτρος ... ήκουσεν από το αψευδές στόμα του Χριστού πως έχει να καθίσει ομού με τους άλλους τους συναποστόλους του εις την Δευτέραν του Κυρίου Παρουσίαν, εις δώδεκα θρόνους να κρίνει ... τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ Μαξίμου, Συναξ. αγ. Νικολ. 144268.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης