Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αρετή
- η, Σπαν. P 85, Κομν., Διδασκ. Δ 102, Μανασσ., Χρον. 2757, 5772, 6120, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 30, Ιερακοσ. 4755-6, Διγ. Z 4151, Χρον. Μορ. H 940, Βίος οσ. Αθαν. 241, Απολλών. (Wagn.) 413, Δοκειαν. 250, Σφρ., Χρον. μ. 7225, Σκλέντζα, Ποιήμ. 73, Ριμ. Βελ. 22, 693, Έκθ. χρον. 22, 469, 4722, 683, Συναξ. γυν. 172, 647, Φαλιέρ., Λόγ. 8, Φαλιέρ., Ρίμ. L 285, Ιστ. πατρ. 10816, 12918, Ερωφ. Α΄ 41, 584, Β΄ 381, Γ΄ 406, Δ΄ 308, Ε΄ 458, Σουμμ., Ρεμπελ. 161, Ερωτόκρ. Α΄ 26, 65, 82, 1568, 2025, Β΄ 2088, Γ΄ 907, 910, Θυσ.2 380, Μεταξά, Επιστ. 48, Παρθεν., Γράμμ. 227, Στάθ. Γ΄ 141, 222, Βακτ. αρχιερ. 154, 173, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [481], Δ΄ [298], Φορτουν. Αφ. 1, Πρόλ. 67,139, Α΄ 20, Ιντ. α΄ 40, Β΄ 212, Γ΄ 592, 620, Δ΄ 573, Ε΄ 101, 157, Ζήν. Α΄ 337, Γ΄ 36, 81, 265, Δ΄ 9, Λεηλ. Παροικ. Αφ. 3, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1418, 18018, 19613, 58426, 58622 κ.α.
Το αρχ. ουσ. αρετή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Χρηστότητα (Βλ. Lampe, Lex. στη λ. B1· η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Ην γάρ ο αυτός πατριάρχης άκρος την αρετήν Έκθ. χρον. 4722· Χρυσή της αρετής πηγή, εξακουστή παρθένε, Σκλέντζα, Ποιήμ. 73· ο … οικονόμος πρέπει να είναι αρετής άνθρωπος Βακτ. αρχιερ. 173· την καλήν αρετήν οπού είχεν (κατά πλεονασμό· βλ. πάντως και Κριαρ., Πεπρ. Β′ ΔΚρ.Σ Δ΄ 259) Ιστ. πατρ. 10816· βλ. και αγαθοσύνη 2, αγαθότης 2, ακεραιότης· β) πλεονέκτημα, προτέρημα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I2a και σήμ., ΙΛ): μ’ όλες τσί χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη Ερωτόκρ. Α΄ 65· και ένα μέρος απ’ αυτές | έχει τέτοιας αρετές (ειρωνικά) Συναξ. γυν. 647· επλήθαινες στην αρετή, στη γνώση και στη χάρη Θυσ.2 380· βλ. και χάρη· γ) ικανότητα, επιτηδειότητα (Βλ. και L‑S στη λ. I2a): αρετή πολεμική και τάξει κοσμημένος Ριμ. Βελ. 22· Λόγιασε τέχνη κι αρετή και μαστοριά μεγάλη Ερωτόκρ. Α΄ 1568. Βλ. και αίσθησις 1β, ανδρεία 1δ, αξίωσις 3, επιτηδειοσύνη, χάρη. 2) Σύνεση, σωφροσύνη (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 4): Από καιρούς η φρόνεψη κι η τέχνη σου γροικάται κι ο κόσμος με την αρετή απόχεις κυβερνάται Ζήν. Γ΄ 36. Βλ. και φρόνεση, φρόνεψη. 3) Εκλεκτή ποιότητα καταβολής (Πβ. L‑S στη λ. II a): δένδρον δε φυσικήν φέρον την αρετήν, αγαθής γης και ρίζης και αέρος μετεσχηκός Δοκειαν. 250. 4) Αξία, χρησιμότητα: τον ήστειλα την αρετή να μάθει του γραμμάτου Στάθ. Γ΄ 222. Βλ. και δεξιότητα 1, χρήση. Η λ. και ως κύρ. όν. (=Αρετούσα), Ερωτόκρ. Α΄ 889, 1076, 1097 κ.α.
άψυχος,- επίθ., Σπαν. B 13, 15, Κομν., Διδασκ. Δ 16, Κομν., Διδασκ. I 10, Μανασσ., Αρίστ. I α΄ 5, Μανασσ., Χρον. 1096, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 170, Παράφρ. Μανασσ. 277, Διγ. Z 143, Βέλθ. 428, Ακ. Σπαν. 34178, Ερμον. Γ 217, X 335, Ψ 208, Λίβ. P 2296, 2660, Λίβ. Sc. 538, 2237, 2472, 2483, Λίβ. Esc. 192, 1644, 3420, 3639, Λίβ. N 238, 809, 3040, 3089, Αχιλλ. N 1736, Ιμπ. 474, Κορων., Μπούας 51, Διγ. Άνδρ. 315l6, 41026, Μεταξά, Επιστ. 47, Διακρούσ. 10011.
Το αρχ. επίθ. άψυχος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Που δεν έχει ψυχή (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): άψυχα δένδρα Διγ. Άνδρ. 41026· τώρα κλαίνε τ’ άψυχα και τα εμψυχωμένα Διακρούσ. 10011· ετίμησαν ως θεούς τας αψύχους εκείνας στήλας Παράφρ. Μανασσ. 277· πάσα φύσις άψυχος κι εμψυχωμένη Λίβ. N 238· βλ. και αναίσθητος 2α· β) β1) που δεν έχει ζωή, νεκρός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): ως νεκρός κείτομαι εις γην, ως άψυχος, παιδί μου; Κομν., Διδασκ. Δ 16· Ζει, τόν εποίκεν άψυχον ο φθόνος δι’ εμέναν; Λίβ. Sc. 2483· εφάνη πάραυτα ωσάν νεκρά, άψυχος Διγ. Άνδρ. 31516· βλ. και άπνους, αψυχώνω μτχ. α, λείψανο· β2) που δεν έχει αισθήσεις, αναίσθητος, λιπόθυμος: επήρε και τον λογισμόν κι αυτήν την αίσθησιν του·| άψυχος, νεκραναίσθητος εφάνη παραυτίκα Διγ. Z 143· περιπλέκεται γαρ τούτην| ασπασίως μετά πόθου,| γίνονται αυτοφυείς γαρ| κι εις κλαυθμόν άμα κινούνται| και τα νεύρα τους χαλώσιν| κι εις την γην άψυχοι κείνται Ερμον. X 335· βλ. και αναίσθητος 1α, αργός Α 4, λιγωμένος, ξερός. 2) (Προκ. για θεό) ανύπαρκτος, ψεύτικος: ηνίκα δ’ εξεφέροντο προς ειδωλολατρείαν| και προσετίθεντο θεοίς αψύχοις και ματαίοις Μανασσ., Χρον. 1096. Βλ. και ψεματένιος, ψεύτικος, ψευτός. 3) Άτολμος, δειλός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., ΙΛ στη λ. 2β): Τότ’ εις αυτούς εστράφηκε κι είπεν: ουδέν θέλω ν’ αφήσω| ως άνανδρον και άψυχον να με κατακινείτε Κορων., Μπούας 51. Βλ. και άτολμος. 4) Άτονος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3α): ω σπανέ … άφαγε, άπιε, … άψυχε Ακ. Σπαν. 34178. Βλ. και αχαμνίζω Α 2β μτχ., αχαμνός 3α. 5) Άσπλαχνος, σκληρόκαρδος: και όσα και αν ήτον άψυχος εις νουν να εμεταβλήθη Λίβ. Esc. 1644. Βλ. και ακάρδιος 2, αλύπητος 1, άσπλαγχνος. 6) (Προκ. για ζωγράφο) που δεν μπορεί να δώσει ψυχή και ζωντάνια στο έργο του: άψυχος ζωγράφος Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 170.
βάνω (Ι),- Σπαν. A 574, Σπαν. B 52 Σπαν. (Ζώρ.) V 322, 439, Σπαν. (Μαυρ.) P 394, Προδρ. I 151, III 272b (χφ C) (κριτ. υπ.), Καλλίμ. 1618, 1898, Ασσίζ. 8227, 1285, 1329, 22224, 38014, 38322, 47315‑6, Διγ. Z 182, Διγ. (Hess.) Esc. 614, Πόλ. Τρωάδ. 140, Ερμον. Ζ 5, Υ 219, 229, Χρον. Μορ. H 488, 619, 4911, 5336, 6765, 6998, 7934, Χρον. Μορ. P 741, Ιατροσ. κώδ. χκθ΄ (έκδ. φάλης· διορθώσ. σε βάλης), τνέ, Διήγ. παιδ. 254 Συναξ. γαδ. 314, Φλώρ. 590, 809, Ερωτοπ. 575, 626, Απολλών. (Wagn.) 390 (έκδ. πιάνουν· διόρθ. Κουκ., Λαογρ. 3, 1911, 377 σε βάνουν), 569 (έκδ. έλαβεν· διόρθ. Κουκ., Λαογρ. 3, 1911, 378 σε έβαλεν), Λίβ. P 356, Αχιλλ. N 1439, Ιμπ. 318, 640, Rechenb. 36, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 353, 813, Παρασπ., Βάρν. C 400, Μαχ. 183, 25034, 27434, 3643, 38021, 44225, 5889, 6401, Δούκ. 36533, Θησ. Πρόλ. [46], Β΄ [55, 791], Γ΄ [117], Δ΄ [362], Ch. pop. 828, Ριμ. Βελ. 498, 943, Βουστρ. 426, Γαδ. διήγ. 97 (έκδ. κάνει· διόρθ. Κουκ., Λαογρ. 3, 1911, 371, σε βάνει), 148, 328, Απόκοπ. 11, 216, Ριμ. κόρ. 663, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 206, Ιμπ. (Legr.) 10, 898, Συναξ. γυν. 266, Κορων., Μπούας 26, 33, 43, 48, 55, 119, 120, 137, 142, 152, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 56, 188, Φαλιέρ., Λόγ. 220, Βεντράμ., Φιλ. 100, Δεφ., Λόγ. 674 (έκδ. κάμνει· διόρθ. Γεωργακ., ΕΕΒΣ 11, 1935, 510 σε βάνει), 740, Τριβ., Ρε 43, Πεντ. Δευτ. XVII 15, XXII 8, Αχέλ. Πρόλ. 22· 320, 388, 595, 659, 815, 1188, 1569, 1621, 1993, 2237, 2460, Αιτωλ., Μύθ. 4214, Θρ. Κύπρ. M 303, 409, Μ. Χρονογρ. 3518, Παϊσ., Ιστ. Σινά 298, Άλ. Κύπρ. 1742, Πανώρ. Ε΄ 168, Ερωφ. Α΄ 277, 386, 638, Ιντ. γ΄ 37, Δ΄ 164, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, Φαλλίδ. 24, Παλαμήδ., Βοηβ. Προς Αναγν. 14, 1129, Σταυριν. 364, Ιστ. Βλαχ. 796, 1155, 2662, Σουμμ., Ρεμπελ. 157, 165, 183, 188, Διγ. Άνδρ. 34231, 36928, 37423, 39611, 40322, 41215, Ερωτόκρ. Α΄ 111, 445, 478, 1299, 1301, 1687, 1833, Β΄ 93, 674, 1566, Γ΄ 268, 296, 434, 714, 881, 1413, 1452, Δ΄ 340, 411, 587, 2000, Ε΄ 218, 545, 1149, Ευρετ. Ερωτοκρ. 76767, Μεταξά, Επιστ. 48, Ευγέν. 1019, Στάθ. Α΄ 241 (έκδ. βαίνεις· διόρθ. Ξανθ., B-NJ 2, 1921, 72, σε βάνεις), Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 9, 114, Δ΄ 2, δ΄ 74, Συναδ., Χρον. 52, 55, Αποκ. Θεοτ. I 104, II 220, Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 247, Βακτ. αρχιερ. 167, 171, 210 δις, Σουμμ., Παστ. φίδ. Αφ. [20], Γ΄ [223, 628], Ε΄ [1489], Λίμπον. 113, 408, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 125, 336, Γ΄ 196, 284, 628, 696, Ιντ. γ΄ 47, 104, Δ΄ 161, 572, Ιντ. δ΄ 61, Ε΄ 26, Χριστ. διδασκ. 424, Ζήν. Β΄ 289, Λεηλ. Παροικ. 71, 153, 169, 413, 548, 646, Διακρούσ. 866, Τζάνε, Κρ. πόλ. 21612, 24, 30310, 33619, 3428, 34328, 3512, 3562, 4035, 40621, 4328, 45816, 47116, 47826, 4792, 5009, 55920, 5714, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. Αφ. 89, κ.π.α.· βαίνω, Δεφ., Λόγ. 688, Βακτ. αρχιερ. 140· βάλνω (παρατατ. εβαλνόμουν), Θησ. (Foll.) I 95· αόρ. εβάλτην, Ασσίζ. 34831, 4066, 4299· εβάρτην, Μαχ. 14415, Κυπρ. ερωτ. 442· προστ. αορ. βάρ’, βάρτε, Μαχ. 41225, 55427, 5803, Κυπρ. ερωτ. 27· μτχ. παρκ. βαρμένος, Έγγρ. του 1606 (Κακ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 480), Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5394· εβαλμένος, Πτωχολ. Z 135, Ευγέν. Πρόλ. 7.
Το αρχ. βάλλω (> βάλνω> βάνω) (βλ. Χατζιδ., Αθ. 22, 1910, 233). Ο τ. βαίνω με επίδρ. του αρχ. βαίνω (βλ. Χατζιδ., Αθ. 22, 1910, 235). Πβ. και ΙΛ. Ο τ. βαίνω και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ). Για τους άλλους τ. βλ. ΙΛ (λ. βάλλω). Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Ο αόρ. έβαλα κοιν. και για τα ρ. βάζω και βάλλω.
Α´ Ενεργ. 1) α) (Συν. με τα επιρρ. κάτω, χάμω) ρίχνω κάτω, καταβάλλω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α3· βλ. και Δημητράκ. στη λ. 12· πβ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄ 6, 1955/56, 244): ένας τον άλλον ήπασκε χάμαι στη γης να βάλει Ερωτόκρ. Β΄ 1566· κονταριάν του κτύπησα και κάτω τονε βάνω Ιμπ. (Legr.) 898· βλ. και απλώνω Α7β, αποκουπίζω· β) φρ. βάνω κάτω (Πβ. Δημητράκ., λ. βάλλω 9) = γκρεμίζω, καταστρέφω: θέλω από θεμελιού να τηνε βάλω κάτω Διακρούσ. 866· ευρόντες τας πύλας κεκλεισμένας συν τοις πελέκεσιν έβαλον κάτω μη βραδύναντες Δούκ. 36533· βλ. και ανοίγω Α3γ, αφανιάζω 1, βάλλω 1δ φρ.· γ) φρ. βάνω στα βύθη κ. = βουλιάζω, βυθίζω κ.: βάνασιν σου φαίνετον όλην την γην στα βύθη Αχέλ. 388. Βλ. και βουλώ Α1. 2) α) Ρίχνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α4): κάτω βάνου| χώματα, πέτρες Λεηλ. Παροικ. 646· σαν πρόβατα τους έδιωχναν, στον Δούναβη τους βάνουν Σταυριν. 364· βλ. και απολέρνω 1, απολύω Α16, αποσφενδονώ· (μεταφ.): για ποια ’φορμήν εβάλθηκε στα πάθη να με βάλει Ερωτόκρ. Γ΄ 434· β) (προκ. για βλέμμα) (Πβ. L‑S, λ. βάλλω ΑΙΙ4): η κόρη δε έβαλεν εις γην το βλέμμαν και το ήθος Αχιλλ. N 1439. Βλ. και αναβλέπω 2. 3) α) Βάζω, τοποθετώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5α): να τα θωρούν οι οχουθροί και τσι λουμπάρδες βάνου| τρίγυρα Τζάνε, Κρ. πόλ. 30310· θέλου αδυνατό και μπορεμένο ταίρι| να χουσιν (ενν. τούτες οι κοπελιές)· α δε, του ’λαφιού τού βάνου το τσιμέρι Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 196· βλ. και αποθέτω 1, αποσταίνω 1, αποτίθεμαι· (με συστ. αντικ.) = τοποθετώ: βαλμό να βάλεις απάνου σου βασιλεά Πεντ. Δευτ. XVII 15· β) (προκ. για αγκαλιά): έβανέ με εις τες αγκάλες του Διγ. Άνδρ. 36928· γ) (προκ. για στίχους): Είν’ άμετροι στες συλλαβές και ουδέ σωστά βαλμένοι Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. Αφ. 89· δ) εγκαθιστώ: ο αρχιερεύς ... τον βάνει εις άλλο μοναστήριον ηγούμενον Βακτ. αρχιερ. 167· Και τη Φροσύνην ήκραξε και τη φωτιά τής πάει| και βάνει τη σα μάννα της εις το δεξόν της πλάι Ερωτόκρ. Γ΄ 1452· ε) εγκαθιστώ άρχοντα, βασιλιά: να απέλθουν εις την Κωνσταντινούπολιν, να βάλουν τον Αλέξην Χρον. Μορ. H 488· βλ. και αναδεικνύω α, βάλλω 2β. 4) α) (Πολλές φορές με το επίρρ. έσω, απέσω) εισάγω, δέχομαι κάπ. (Βλ. ΙΛ στη λ. Α5ζ φρ.): περί ναυκλήρου οπού τον βάνει η νοικοκυρά εις το καράβι της Βακτ. αρχιερ. 171· συνεπαίρνει με αποκεί, στο σπίτι ντου με βάνει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 696· βάνουσιν τον άνθρωπον απέσω και πλανούν τον Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 206· με βάνουν έσω Προδρ. III 272b (χφ C) (κριτ. υπ.)· ο τάφος έβαλέν σε μέσα του Διγ. Άνδρ. 41215· βλ. και ατσετιάζω β1, βάλλω 2γ· (μεταφ.): Δίχως κανένα δάσκαλον τον βάνει μοναχή της| εις των ανθρώπων τες καρδιές Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [628]· β) (προκ. για μαθητεία, σχολείο) εισάγω (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 7): ο πατήρ ... (παραλ. 1 στ.) ... ’ς διδάσκαλον τον βάνει,| με του οποίου την παίδευσιν εις κάθε άκρον φθάνει Λίμπον. 113· εις το σκολειό έβαλά το Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 572· βλ. και βάζω (ΙΙ) 2 φρ. α· γ) φρ. βάνω τράπεζα = στρώνω τραπέζι (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 13 και ΙΛ, λ. βάζω [ΙΙ] 2α φρ.): Δύο και τρεις φορές να βάνει τράπεζα την ημέρα να τους αναδεχθεί γλυκά Συναδ., Χρον. 52. 5) Θέτω επάνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): ταψία καμένα έβαναν εις την κοιλιά του Συναδ., Χρον. 55· Έτερον μαλακτικόν να το ανοίξει και όποιος αν το βάνει ανοίγει Ιατροσ. κώδ. τνε΄· πρι βρομέψει τση πληγής βάνουσι το βοτάνι Πανώρ. Ε΄ 168. 6) (Προκ. για υγρό) ρίχνω, χύνω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. Α3· πβ. και ΙΛ στη λ. Α5β): άσπρα κόκκινα κρασά ...,| που τα βάνα στο ποτήρι Φαλλίδ. 24. Βλ. και βάζω (ΙΙ) 1β. 7) Φέρνω (κάπ.) κάπου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): ποιο κρίμα σασε φτάνει| κι εις τέτοιον τρόπο απόκοτους στους τόπους μας σας βάνει Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 74· να φυλακτείτε κι ομπανέ δω τονε βάνει η ώρα Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 104. 8) α) Βάζω, προσθέτω (Πβ. ΙΛ στη λ. Α5β ή 12): απάνω βάνει ολιγοστόν άλας κι εγέμισέν τα Ιμπ. 640· Προς δε τα ανατολικά μέρη του όρους άνω| εν μέσῳ έστιν αληθώς, ουδέν τι πλέον βάνω Παϊσ., Ιστ. Σινά 298· βλ. και βάλλω 16, 17· β) (μαθημ.): αντί του μισθού βάνε έ, ήγουν ποίει μουζ(ούρια) ͵αεγέ Rechenb. 36. 9) (Προκ. για κτήριο) κτίζω (Βλ. L‑S, λ. βάλλω ΒΙ4): το μοναστήρι ... βαρμένο εις την περιοχήν του άνωθεν χωρίου Έγγρ. του 1606 (Κακ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 480). Βλ. και ανεγείρω Β2α. 10) Φρ. βάνω εις γλυκότη κάπ. = κάνω κάπ. να νιώσει ευχαρίστηση, τέρπω κάπ.: ο νόστιμος κιλαϊδισμός που τα πουλάκια κάνα| με τη μουρμούρα του νερού ’ς γλυκότη τον εβάνα Ερωτόκρ. Β΄ 674. Βλ. και ανοίγω 5 φρ. α. 11) (Πρόκ. για σημαία, κλπ.) στήνω (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 17): την φέδεν του των έδωκε και μίαν παντιέρα βάνει Τζάνε, Κρ. πόλ.3428· να βάνομεν να στέκεται σημείον ευσεβείας Ιστ. Βλαχ. 2662. 12) Μπήγω: να βάνω στην καρδία σας φαρμακερό μαχαίρι Ριμ. Βελ. 943. Βλ. και ακοντίζω β. 13) α) Φορώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α5ε): Εμορφοχρυσοκόσμητες βάνουσιν φορεσίες Φλώρ. 809· κρίμαν τους σάκκους τους χρυσούς, κείνα τα πετραχήλια,| που τα ’βαναν οι ιερείς κι ελάμπαν τα τραχήλια Θρ. Κύπρ. M409· παπούτσιν έβανα Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 26· βλ. και βάλλω 13· (μεταφ.): Η πονηρή και η κακή και η εντροπιασμένη| οπόταν ένι κορασιά διαβόλου πρόσωπον βάνει Σπαν. (Ζώρ.) V 439· β) (προκ. για άρματα) (Βλ. ΙΛ, λ. βάζω [ΙΙ] 2α φρ.): ευθέως εσηκώθηκεν, βάνει τα άρματά του Πόλ. Τρωάδ. 140· βλ. και βάλλω 13· γ) φορώ σε κάπ. κ. (Βλ. ΙΛ, λ. βάζω [ΙΙ] 2α φρ.): βάνου με τραχηλικόν χαντρατοκουδουνάτον Διήγ. παιδ. 254· Μεταξωτά πολύτιμα για σάβανον τους βάνουν Θησ. Β΄ [791]. 14) Φρ. βάνω ύπνο εις τα μάτια (μου) = κοιμάμαι: ύπνον εις τα μάτια τση δεν ήβανε ποτέ τση Ερωτόκρ. Α΄ 478. Βλ. και αναπαύω Β8, αποκοιμούμαι, βυθίζω Β1. 15) α) Φρ. βάνω στέφανον, στέμμαν = στέφω (βασιλιά): εστέψασιν τον Μούρτζοφλον, το στέμμαν τού εβάλαν Χρον. Μορ. P 741· Ο ποίος δεν ήθελε να στεφθεί ρήγας, ουδέ ηθέλησε να βάλει στέφανον εις την κεφαλήν του Μαχ. 183· β) φρ. βάνω στεφάνι = στεφανώνω, παντρεύω (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 2· βλ. και ΙΛ, λ. βάλλω Α4α φρ.): ω χήρα ...| ... να είχε σε πιάσει ζάλη| την ώρα οπού σου βάλασι στεφάνι στο κεφάλι Λίμπον. 408. Βλ. και ευλογώ. 16) α) Ονομάζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α13): όρισε και σ’ εβάπτισαν και σ’ έβαλαν Μερκούρη Κορων., Μπούας 152· βλ. και βαπτίζω 3, κράζω· β) φρ. βάνω όνομα = ονομάζω (Βλ. ΙΛ, λ. βάλλω Α4α φρ.): του βασιλήος ... το όνομα του βάνω Κορων., Μπούας 137. 17) Φρ. βάνω μετάνοια = γονατίζω (Η σημασ. στα Αποφθ. πατέρ. 397· βλ. Δημητράκ. στη λ. 20 και ΙΛ, λ. βάλλω 4α φρ.): Ο δε βασιλεύς έβαλε μετάνοιαν και επήγε να φιλήσει το γόνυ αυτής Μ. Χρονογρ. 3518. Βλ. και βάλλω 11 φρ. 18) Φρ. βάνω ασκημάδι στην τιμή = βλ. ασκημάδι 2 Έκφρ. Βλ. και ατιμώνω 1α, γεβεντίζω. 19) α) Διορίζω (Η σημασ. στη Διαθ. Νίκων. 22816 και σήμ., ΙΛ στη λ. 8δ· βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄ 6, 1955/56, 244): διά τούτο πρέπει το λοιπόν και αυτοί οπού έχουμε ιντερέσσο να βάνουν έναν εδικόν τους να κυβερνά Σουμμ., Ρεμπελ. 183· τον βάνει ...| διά μπάιλον εις τον τόπον του Χρον. Μορ. H 6765· βλ. και βάζω (ΙΙ) 3· β) ορίζω κάπ. να κάνει κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 8β): βάνουν ανθρώπους φρόνιμους να την καθοδηγήσουν Ιμπ. 318· φλακατόρους μπιστικούς να βλέπου απόξω βάνει Ερωτόκρ. Δ΄ 587· βλ. και βάλλω 18· γ) προτρέπω: ευθύς ο βασιλεύς τούς βάνει| φίλοι πάλιν για να γενούν Παλαμήδ., Βοηβ. 1129· Πρόσεχε, υιέ μου, μη πιστέψεις| ποτέ σου την γυναίκα σου και βάλει σε και κλέψεις Συναξ. γυν. 266. Βλ. και αναγκάζω 7α. 20) Επικαλούμαι (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 25): μάρτυρα τον ουρανό κι εσέ τον ίδιο βάνω Ερωφ. Ιντ. γ΄ 37. Βλ. και βγάνω 32 φρ. 21) α) Φρ. βάνει ο νους κάπ. (έγνοια, κλπ.) = νοιάζεται, σκέφτεται κάπ. (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 4): ο νους σου μη δειλοσκοπά κι έγνοια κιαμιά μη βάνει Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 47· τά βάν’ ο νους τ’ ας κάνει Ερωτόκρ. Γ΄ 296· Είντά ’ναι τούτα που μιλείς κι ο νους σου πώς τα βάνει ...; Ερωτόκρ. Γ΄ 1413· βλ. και αθιβάλλω β· β) φρ. βάνω έγνοια, λογισμό (στην καρδιά, στο κεφάλι) (τον σκοπόν = νοιάζομαι, σκέφτομαι (Βλ. ΙΛ, λ. βάζω [ΙΙ] 2α φρ.): Οι Τούρκοι τα κοιτάζανε κι έγνοια πολλή εβάνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 4792· λογισμόν ασκόλαστον έβανε στο κεφάλι Τζάνε, Κρ. πόλ. 47116· λογισμό μη βάνεις μπλιο και πίστεψέ μου μένα Ερωτόκρ. Γ΄ 268· λογισμούς ...| ... σου τυχαίνει στην καρδιά να βάνεις πλια παρ’ άλλους Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 628· βλ. και αναβάλλω 2, λογιάζω· γ) φρ. βάνω μες στο (ή εις το) νου (μου), κατά νουν, με το νου κ. = (α) υποπτεύομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α5α φρ.): βάνω στο νου μ’, αφέντη μου, ποια πρίκα θα μου δώσεις Ερωφ. Δ΄ 164· (β) σκέπτομαι (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 4): την ασθένειαν ποσώς στο νουν του μην την βάνει Αιτωλ., Μύθ. 4214· (γ) υπολογίζω (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 4): Γιά δε, κυρά μου, ’στόρησε και βάλε με τον νουν σου| πόσους δαρμούς μ’ εδείρασιν Ερωτοπ. 626· δ) φρ. βάνω το νου μου σε κ. = σκέφτομαι κ.: σαν κοπελιά στα χαμηλά πάντα το νου μου βάνω Ερωτόκρ. Δ΄ 411· ε) φρ. βάνω στο νου (μου) κάπ. = θυμάμαι κάπ.: Κυρά μου, όταν σε θυμηθώ και βάλω σε στον νουν μου Ερωτοπ. 575· βλ. και βάζω (ΙΙ) 2 φρ. γ· ς) φρ. βάνω στο νου κάπ. κ. = ενθυμίζω σε κάπ. κ.: Κείνη που ’ρέγουμέστανε στο νου μάς τηνε βάνει Ερωτόκρ. Α΄ 1301· ζ) φρ. βάνω (εις) ενθύμησιν εις κάπ. κ. = ενθυμίζω σε κάπ. κ.: Ω δαίμον, διατί βάνεις ενθύμησιν εις τους ανθρώπους περί αμαρτίας; Διγ. Άνδρ. 39611· η) φρ. βάνω νουν, γνώμη = αποφασίζω: ήβαλε γνώμη στα νησιά ν’ αράξει Λεηλ. Παροικ. 71· Τοιαύτην γνώμην έβαλαν τα φρόνιμα κεφάλια Ιστ. Βλαχ. 1155· νουν γαρ έβαλεν αυτός γαρ| αχαρίστως Οδυσσεύς τε| απανθρώπως τούτον κτείναι Ερμον. Ζ 5· θ) φρ. βάνω βουλήν = σκέφτομαι να ... (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 6 και ΙΛ στη λ. Α5α φρ.): Βάνει βουλήν κακήν και αποφασίζει Λεηλ. Παροικ. 153· βάνου βουλή και πέμπουσίνε τότες Λεηλ. Παροικ. 169· ι) φρ. βάνω μες (εις) στο λογισμό, κλπ., κ. = (α) σκέπτομαι: μη βάνοντα κανένα κίνδυνον εις τον λογισμόν μου Σουμμ., Ρεμπελ.188· (β) αποφασίζω: ήβανε μες στο λογισμό να φεύγει οχ το παλάτι Ερωτόκρ. Α΄ 111· ια) φρ. βάνω εις την ψυχήν μου, εις την καρδιά μου κ. = σκέπτομαι, αναλογίζομαι κ.: θες τα στην καρδιάν σου, βάλε τα στην ψυχήν σου Σπαν. B 52· Αν ίδωσι τα ομμάτια μου ποτέ τους αδελφούς μου| και ου πιάσουν και αψιδώσουν σε και δείξουν και τελέσουν| και δήσω σου εις τον τράχηλον τα τέσσαρα παιδία| και βάλω εις την καρδίαν μου τα γόνιμά μου κέρδη Προδρ. I 151· βλ. και αναβιβάζω 4 φρ., ανανοώ, λογιάζω· ιβ) φρ. βάνω (κάπ.) εις έγνοια, εις σκοπόν = βάζω κάπ. σε σκέψεις: εις έγνοια, γιε μου, μ’ έβαλες ετούτην την ημέρα Ερωτόκρ. Ε΄ 218· άλλα πράγματα πολλά εκείνος τ’ αφηγήθη,| που σε σκοπόν εβάλασι τον άθλιον τον Πενθέον Θησ. Δ΄ [362]· ιγ) φρ. βάνει κ. κάπ. σε λογισμό, σε έγνοια = βάζει κ. κάπ. σε σκέψεις: εισέ μεγάλο λογισμό ετούτα τον εβάνα Ερωτόκρ. Γ΄ 714· το δαχτυλίδι βάνει με σε λογισμό μεγάλο Ερωτόκρ. Ε΄ 545· ιδ) φρ. βάνει ο λογισμός (κάπ.) (έγνοια) = σκέπτεται κάπ.: Καίσαρε, έγνοια ουδεκαμιά μη βάνει ο λογισμός σου Ζήν. Β΄ 289· ιε) φρ. βάνω μέσα στον ομυαλό (μου) = λαμβάνω υπόψη μου: ό,τ’ ήθελες μιλήσει| όλα σού τάσσω τα ’βανα μέσα στον ομυαλό μου Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 125· ις) (φρ.) βάνω (εις) ενθύμησιν κ. = θυμούμαι κ.: να βάλομεν ενθύμηση της μητρός του Ακρίτου Διγ. Άνδρ. 40322· να την βάλω εις ενθύμηση Σουμμ., Ρεμπελ. 157. Βλ. και βάζω (ΙΙ) 2 φρ. γ. 22) α) Φρ. βάνω φωτιά, πυρ, λαμπρόν, ’στιά = βάζω, ανάβω φωτιά (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 3): Θεέ! τώρα βοήθησε που ’στιάν στα τείχη βάνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 21612· Περί του βάνοντος πυρ εις χώραν Ασσίζ. 22226· βλ. και βάλλω 5 φρ.· (μεταφ. προκ. για ερωτικό πόθο) (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 3 μεταφ.): βάνει πυρ και κεραυνόν εις την καρδίαν τούτου Διγ. Z 182· βλ. και ανάπτω Α2, άπτω 1, αφταίνω Β· β) φρ. βάνω (στη) φωτιά = καίω: όλα τα σπίτια του νησού φωτιά ετότες βάνουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 3562· το ρετράτο στην φωτιά το βάνει Λεηλ. Παροικ. 548. Βλ. και αναλαμβάνω 2, ανάπτω Α4, ασβολώ 1. 23) Φρ. βάνω (την) αρχή(ν), χέρι(ν), χέρα, χερικόν = αρχίζω (Βλ. Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄ 6, 1955/56, 244· βλ. και ΙΛ, λ. βάζω [ΙΙ] 2α φρ. και βάλλω Α4α φρ.): τώρα βάνω αρχή να λέγω Διγ. Άνδρ. 34231· έβανεν χέριν και να δύνεται ώσπερ ανδρειωμένος Διγ. (Hess.) Esc. 614· Προυνόν του τρέχειν ήρχισα τάχα να βάλω χέρα Απόκοπ. 11· τώρα βάνομεν χερικόν της υποθέσεως ετούτης Χριστ. διδασκ. 424. Βλ. και βάνω (Ι) Β2. 24) Φρ. βάνω (κάπ.) σ’ αγάπη = α) κάνω κάπ. να ερωτευθεί κάπ. (Πβ. L‑S Κων/νίδη, λ. βάλλω ΑΙΙ6): ζιμιό σ’ αγάπη βάνει μας Ερωτόκρ. Α΄ 1299· β) συμφιλιώνω: Θεέ μου, διά την δόξαν σου βάλε τους εις αγάπην| Φραντσέζους και Ουγγλέζηδες, Σπανιόλους, Αλαμάννους Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 353. 25) α) Περιλαμβάνω σε συγγραφή: τούτο σε κοντολογιά έρχομαι και το βάνω Τζάνε, Κρ. πόλ. 3512· ώσπερ καλώς το γροίκησα, ούτως κι εγώ το βάνω Αχέλ. 2237· β) φρ. βάνω το μελάνι = γράφω: με θρηνισμόν και δάκρυα έβαλα το μελάνι Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 813· γ) φρ. βάνω εις γράμμα(ν), γράψιμον = γράφω: κρυφίως και μετά σπουδής έβαλά το εις γράμμαν| να στέκεται παντοτινά, να φαίνεται το πράγμαν Θρ. Κύπρ. M303· «Βάλετέ το εις γράψιμον και φέρτε μού το αύριον ομπρός μου να το δω» Μαχ. 25034· δ) φρ. βάνω σε στίχον, στίχους, εις ρίμα, εις το ριμαρισμένον = στιχουργώ, γράφω σε έμμετρο λόγο: Της Κύπρου τα καμώματα σε στίχους να τα βάλει Αχέλ. Πρόλ. 22· πώς να γράψω στο χαρτί και να το βάλω εις ρίμα Δεφ., Λόγ. 740· βούλομαι να τον βάλω ’γώ εις το ριμαρισμένον Ιμπ. (Legr.) 10. Βλ. και αρμόζω Α φρ., ριμάρω. 26) Φρ. βάνω εις τους νόμους = νομοθετώ: το έβαναν εις τους νόμους Βακτ. αρχιερ. 210. 27) α) Φρ. βάνω σε ορδινιά, σε τάξη = (α) τακτοποιώ (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 16· πβ. ΙΛ, λ. βάζω [ΙΙ] 2α φρ.): το πώς τα βάνει σ’ ορδινιά όμορφα τ’ άρμενά του Γαδ. διήγ. 148· και βουλή αυτοί να παίρνουσιν ’κ τες περασμένες πράξες| τες ιστορίες έγραψαν και έβαλαν σε τάξες Παλαμήδ., Βοηβ. Προς Αναγν. 14· Βλ. και βάζω (ΙΙ) 2φρ. β· (β) ετοιμάζω: οποίοι, σαν ακούσατε, εις ορδινιάν εβάναν πόλεμον Αχέλ.2460· βλ. και βάζω (ΙΙ) 2 φρ. β, ορδινιάζω, παρεκιάρω· (γ) ετοιμάζομαι: τότες όλοι σ’ ορδινιά βάνου να σηκωθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 33619· βλ. και καταρδινιάζομαι· (δ) παρατάσσω: έβαλε το φουσάτο της σε όμορφη ορδινία Βεντράμ., Φιλ. 100· βλ. και απλώνω Α8β· β) φρ. βάνω εις όρθωσιν = τακτοποιώ: τα κάτεργα εις όρθωσιν εβάναν Αχέλ. 595. 28) Φρ. βάνω ορδινία, όρδινο = αποφασίζω: εις το φουσάτον πήγασι κι εβάλαν ορδινία| ολονυκτίον εις εκεινούς να γίνει αγρυπνία Κορων., Μπούας 26· πώς ο εμπαλής της Αμμοχούστου έβαλεν εις όρδινο να βλεπίσει το κάστρον εις τους τόπους Μαχ. 3643. 29) α) Φρ. βάνω αποκάτω (μου), εις την υποταγήν (μου), εις την εξουσίαν (μου), στο θέλημά μου = εξουσιάζω, υποτάσσω: εις τούτον τον μόδον θέλομεν βάλλειν εις την εξουσίαν μας όλον το ρηγάτον της Κύπρου Μαχ. 44225· οι άρχοντες δεν τον έκαναν με άλλο τέλος παρά διά ναν τους βάλουν εις την υποταγήν τους Σουμμ., Ρεμπελ. 165· Μαχ. 6401· όταν η φλόγα χαίρεται ...| και τους αύλακας τρέχοντα στο θέλημάν της βάνει Αχέλ. 659· βλ. και αναλαμβάνω Α4, αποκρατώ Α1α, αποτάσσω (ΙΙ) 2, άρχω (Ι) 1, βασιλεύω β· β1) φρ. βάνω (εις το) χέριν (μου) κ. = κυριεύω κ.: οι Γενουβήσοι τον επέψαν μήπως και βάλουσιν την Κερυνίαν εις το χέριν τους Μαχ. 38021· βλ. και αιχμαλωτίζω Α2α, β, από (Ι) 17φρ. β2) φρ. βάνω (κάπ.) στα χέρια μου = συλλαμβάνω κάπ.: Σινιόρ Τζαν Γιάκωμον δίωχνε στα χέρια του να βάλει Κορων., Μπούας 43. Βλ. και αποπιάζω 1, αρεστιάζω 1α, πιάνω. 30) α) Φρ. βάνω (απ)άνω κάτω = (α) βλ. άνω κάτω Φρ. 1α· (β) βλ. άνω κάτω Φρ. 2α· (γ) κάνω το παν: η Ρήγισσα μαθαίνει το και βάνει άνω κάτω το πώς να κάμουν το ζιμιό θάνατον να της δώσουν Ευγέν. 128· β) φρ. βάνω εις ανακάτωσιν = αναστατώνω: μίαν ταχινήν τους έβανεν ο στόλος των ανδρείων| εις ... ανακάτωσιν Αχέλ. 815. Βλ. και ανακατώνω 6, βάλλω 9 φρ. 31) α) Φρ. βάνω φωνή, φωνίτσα, χουγιατά, φώναρον = φωνάζω (Βλ. ΙΛ, λ. βάλλω Α4 φρ.· πβ. και Δημητράκ. στη λ. 24): «Βάλε φωνήν τον κηπουρόν μηήνα τον δώσει ρόδα| τον μισθαργόν και φέρει μας εις παρηγορήγημάν μου» Καλλίμ. 1898· ευθύς βάνει τον φώναρον Συναξ. γαδ. 314· τα χουγιατά που βάνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 55920· Να δει το ποίος τραγουδά και ποίος φωνίτσα βάνει Θησ. Γ΄ [117]· βλ. και βάλλω 14· β) φρ. βάνω λόγια, λόγους = μιλώ, λέγω: ήρξατο ο συγγενής ...| λόγους να βάνει ερωτικούς Λίβ. P 356· τώρα σε κοντολογιά τούτα τα λόγια βάνω Τζάνε, Κρ. πόλ. 4328· βλ. και αναθιβάλλω Α1α, αναφαίνω Α φρ., βγάνω 143 φρ., λαλώ· γ) φρ. βάνω διαλαλημόν, διαλαλιά = διαλαλώ (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 24): είπεν του διαλαλημόν να βάλει Τζάνε, Κρ. πόλ. 5009· διαλαλιά που έβαλε Ευρετ. Ερωτοκρ. 76767· δ) (φρ.) βάνω (κάπ.) εισέ μαλώματα = κάνω κάπ. να μαλώσει: ήβανε τους γειτόνου τση πάντα εισέ μαλώματα Αποκ. Θεοτ. I 104· ε) φρ. τα βάνω με κάπ. = μαλώνω με κάπ. (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 27, ΙΛ, λ. βάζω [ΙΙ] 2α φρ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄ 6, 1955/56, 244): αφήκασιν τες έγνοιες τους κι εβάλαν τα [με] μένα Ch. pop. 828· εδά με τσι πολλούς γροικώ κτάσσεσαι να τα βάλεις Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 161. Βλ. και μαλώνω. 32) α) Προσφέρω, συνεισφέρω (Πβ. L‑S, λ. βάλλω ΑΙΙ6c): ο είς της συντροφίας ημπορεί να βάλει εις την συντροφίαν πέρπυρα ν́ και ο άλλος σύντροφος βάνει το κορμίν του και την εργασίαν του Ασσίζ. 8227· βλ. και βάλλω 15· β) δίνω, χαρίζω (προκ. για χρήματα): υπέρπυρα πενήντα να τα βάλει εις το μοναστήριον του Σωτήρος Χριστού Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164· Χαρά οπού βάλ’ εις εκκλησιάς κι έχει πτωχού να δώσει! Απόκοπ. 216. Βλ. και βάλλω 15. 33) α) Παρατάσσω: όλ’ η αρμάδα έρχεται κι ομπρός τα ξένα βάνει| τα κάτεργα Τζάνε, Κρ. πόλ. 34328· β) (προκ. για καράβια) προσορμίζω, αράζω, αγκυροβολώ: Παίρνει σαράντα κάτεργα και βγαίνει ν’ αρμενίσει (παραλ. 1 στ.)· ουδένας δεν τα ’μπόδισε, μα στα Χανιά τα βάνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4035. Βλ. και αποσώνω Β1γ, αραδιάζω. 34) α) Φρ. βάνω πλώρη = κατευθύνομαι (Βλ. ΙΛ, λ. βάζω [ΙΙ] 2α φρ.): Έβαλεν την πλώρην προς την Βενετίαν και ήλθεν έως την Κρήτην Μαχ. 5889· βλ. και ακολουθώ 6, αναπλωρίζω Β, ανατρέχω 1α, οδεύω· β) φρ. βάνω τ’ άρμενα = βλ. άρμενο 1φρ. 35) α) (Συν. με το επίρρ. επάνω) επιρρίπτω σε κάπ. κ. (Βλ. Δημητράκ., λ. βάλλω 4): το δικόν τους πταίσιμον απάνω της το βάναν Φαλιέρ., Λόγ. 220· βάνει της μακρύν έγκλημαν Ασσίζ. 38014· εάν λάχει ότι ο άνδρας βάνει εκείνον το έγκλημαν επάνω της γυναικός του Ασσίζ. 1285· β) φρ. βάνω αγκάλεμα = καταγγέλλω: Εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος ού μία γυναίκα κρατεί μίαν κλήρα και γίνεται ότι ... έτερος άνθρωπος ού ετέρα γυναίκα βάνει τους αγκάλεμαν περί εκείνης της κλήρας Ασσίζ. 38322· βλ. και ανακράζω 4, αναφέρω Α1γ, αποτίθεμαι φρ.· γ) φρ. βάνω εις έγκλημαν = κατηγορώ, καταγγέλλω: οκάτις άνθρωπος ... βάνουν εις έγκλημαν διά εκείνην την κληρονομίαν Ασσίζ. 1329· Βλ. και ατιμάζω 2, ατιμώ β, βαρυνίσκω 2, βαρύνω Ι2, ψέγω. 36) Γίνομαι αίτιος κάπ. καταστάσεως (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 11): Ίν’ ο μέγας Μερκούριος εις λύπην μη μας βάλει Κορων., Μπούας 119· ατός μου την παρηγορία απάνου μου να βάνω Θησ. Πρόλ. [46]· κολάζουνται όσοι βάνουσι άνθρωπο εισέ κακό Αποκ. Θεοτ. II 220. 37) α) Θεωρώ (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 4): καλά και τούτο φταίσιμο δεν πρέπει να το βάνω Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 114· βλ. και αγροικώ Ι3α, αφορίζω 4, βαστώ (Ι) Ι17, βλέπω 22, λέγω· β) υπολογίζω, λογαριάζω: όσος ήτον αριθμός ου δύναμαι να βάνω Κορων., Μπούας 55· Σκλαβούνους κι άλλους άρχοντες, αμμέ δε βάνω κείνους| οπού ’χα μετά λόγου μου Ρωμαίους, Ρεθεμνιώτες Τζάνε, Κρ. πόλ. 5714. 38) Επιβάλλω: Πόσες περίσσες παιδωμές οι στρατηγοί τού βάνου Τζάνε, Κρ. πόλ. 40621· μέσα στα προυκοχάρτια τση μεγάλη πένα βάνω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 284. Βλ. και αναγκάζω 5. 39) Ορμώ, χυμώ: πάλιν δόρατι γαρ βάνει| προς το σώμαν Αχιλλέως Ερμον. Υ 229· Αχιλλεύς ευθύς γαρ βάνει| προς τον Έκτορα με λόγχην Ερμον. Υ 219. Βλ. και απολύω Β2, αχαμνίζω Β, βγαίνω 13γ φρ., δίδω, χύνομαι. 40) α) Ριψοκινδυνεύω, θυσιάζω: διά σένα το κεφάλι μας και τα υπάρχοντά μας| βάνομεν για να σ’ έχομεν εδώ πολλά κοντά μας Ιστ. Βλαχ. 796· βάνω και τ(ην) ψυχήν μου Άλ. Κύπρ. 1742· β) φρ. βάνω τον εαυτό (μου), την ζωήν (μου), την σάρκαν, το κορμί σε κίνδυνο (και θάνατο) = εκθέτω σε κίνδυνο, διακινδυνεύω: Εις κίνδυνον και θάνατον βάνω τον εμαυτόν μου Φλώρ. 590· βάνει και την σάρκαν του εις κίνδυνον διά σένα Σπαν. A 574· εισέ τόσον κίντυνο ήβαλα το κορμί σου Ερωτόκρ. Δ΄ 2000· εις κίνδυνο μη βάλεις τη ζωή ντου Ερωφ. Α΄ 638. Βλ. και βάζω (ΙΙ) 2 φρ. ε. 41) α) Φρ. βάνω (κάπ.) σε θάνατο, εις το σπαθίν = σκοτώνω κάπ.: Εις το σπαθί τούς έβαλαν, όλους τους απεκτείναν Χρον. Μορ. H 619· τσι Τούρκους τσ’ άπονους σε θάνατον εβάναν Τζάνε, Κρ. πόλ. 45816· βλ. και αποξηραίνω, αποσκοτώνω, αποτελειώνω Α2, βγάνω 22 φρ. α· β) φρ. βάνω (κάπ.) στο μαχαίρι = μαχαιρώνω, σκοτώνω κάπ. (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 2 και ΙΛ, λ. βάζω [ΙΙ] 2α φρ.): πάντας τους Χριστιανούς να βάνει στο μαχαίρι Αχέλ. 1188. 42) Συγκαταλέγω (Βλ. ΙΛ στη λ. Α11 και Δημητράκ. στη λ. 8): στην συντροφιά των ζωντανών εγώ δεν τονε βάνω Ριμ. κόρ. 663. 43) Επαφίεμαι για κ. (στο Θεό): βάλε τα πάντα εις Θεόν κατά τον ψαλμωδόν τε Σπαν. (Μαυρ.) P 394· με πίστιν στον Θεόν πάσα ελπίδαν βάναν Αχέλ. 1621. 44) Επιχειρώ (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 20 και ΙΛ στη λ. Β2): πάλι περισσότερο να πολεμούνε βάνου Τζάνε, Κρ. πόλ. 47826. Βλ. και απλώνω Α4, αποκινώ ΙΑ. 45) (Προκ. για πλοίο) «μπάζω» (Βλ. ΙΛ, λ. βάζω [ΙΙ] 2ς): το ’ναν κάτεργον έβαλε νερόν και έπεψέν το εις το Κούρικος να πάρει πίσσαν Μαχ. 27434. 46) Φυτεύω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α7α): γύροθεν έβαλα φυτά πολλών γενεών Διγ. Άνδρ. 37423. 47) Προκαλώ, προξενώ: διά να βάλει και χαρά στην χώραντην δικήν του Ευγέν. 1019 τόσο θυμό στη θάλασσα και κακοσύνη εβάλα Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 2. Βλ. και αγγρίζω Α1β, ανοίγω 8. 48) Αναμειγνύω, μπλέκω κάπ. σε κ.: βλέπε εκεί μη υπάγεις| και βάλουν σε εις υπόθεσιν κει οπού ουδέν κατέχεις Σπαν. (Ζώρ.) V 322. Βλ. και μπερδένω. 49) Χρησιμοποιώ: Βάλε τα δόντια, αν δε μπορείς να κάμεις με τα νύχια Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [223]· έβαλε την μηχανίαν κι άφηκεν την αντρείαν Χρον. Μορ. H 4911. Βλ. και αργάζω 2, κρατώ. 50) Μεταγλωττίζω: Τούτον εκ την ιταλικήν την γλώσσαν ήφερά το| στην εδικήν μας των Ρωμιών κι εις αύτην έβαλά το Σουμμ., Παστ. φίδ. Αφ [20]. 51) Συγκρίνω: τι ρόδα, τι τριαντάφυλλα, τι κόκκινη όψις άλλη| ή φυσικήν ή τεχνικήν οπού κανείς να βάλει.| Όλα τα υπερβαίνασι τα ’μορφα μάγουλά της Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1489]. 52) Φρ. βάνω πόθο = ποθώ: Κουρφά καταρδινιάζει τον, πόθο μεγάλο βάνει Ερωτόκρ. Β΄ 93. Βλ. και επιθυμώ, πιάνω (φρ.). 53) α) Φρ. βάνω κόπο = κοπιάζω: βάνω κόπο, μα θωρώ και βολετό δεν είναι Ερωτόκρ. Α΄ 1687· βλ. και αγωνίζομαι 2, ανατάζω 2γ (μέσ.), πασχίζω, κοπιώ· β) φρ. βάνω κάπ. στον κόπο = κάνω κάπ. να κοπιάσει (Πβ. ΙΛ, λ. βάλλω 4φρ.): μέσα στο μεσάνυκτον στον κόπον έβανέ με Γαδ. διήγ. 328. 54) Φρ. βάνω προθυμία = είμαι πρόθυμος: όμως την προθυμίαν τους εις πάσα πράμα βάναν Αχέλ. 1993. 55) Φρ. βάνω όρκο = ορκίζομαι: να μην ήκαμα ποτέ κακό. Κι εις τούτο βάνω| όρκο Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 336. Βλ. και αποτελώ φρ., αφυρώνω φρ., ’μνόγω, ομόνω. 56) Φρ. βάνω εις υποψίαν = υποπτεύομαι: Την Μιλάνα να πάρομεν, προς σε να διαμείνει,| καλά και θεληματικώς ο δούκας δεν αφήνει·| μάλιστα τώρα που ’γινε σημείον την Μιλάναν| του Φάλκονος κι εις υποψίαν πολλήν όλοι εβάναν Κορων., Μπούας 33. Βλ. και αφορούμαι 1. 57) α) Φρ. βάνω στο φύγι κάπ. = τρέπω σε φυγή: πολλές φορές τους έβαναν χριστιανοί στο φύγι Αχέλ. 1569· β) φρ. το βάνω εις το φευγιόν = τρέπομαι σε φυγή: εις το φευγιόν το βάλαν Λεηλ. Παροικ. 413· 58) Φρ. βάνω σκάνδαλα = σκανδαλίζω: επεριπάτεν από σπίτιν ως σπίτιν και έβανεν σκάνταλα Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 247. 59) Φρ. βάνω (κ.) έργον = εκτελώ, πραγματοποιώ κ.: τότες έργον ήβαναν τό τ’ είχαν στην βουλήν τους Αχέλ. 320. 60) Φρ. βάνω (κ.) σε έργο = ασκώ (λειτούργημα): επαράλαβεν ο Ρούσος το μπαϊλάτο| και άρξετον το οφίκιόν του εις έργον να το βάνει Χρον. Μορ. H 7934. 61) Φρ. βάνω θέλημα = αποφασίζω· συμφωνώ: βάνει κι η μητέρα μου θέλημα σ’ έτοιο γάμο Ερωτόκρ. Δ΄ 340. Βλ. και αρέσω 4, ασφαλίζω 12δ. 62) Φρ. βάνω (εις) τέλος (κ.) = σταματώ κ.: το τέλος τ’ αγαθό τσ’ αγάπης μας εβάλα Ερωφ. Α΄ 386· άλλαξε το κακόγνωμον και παρηγόρησέ το| και ποίσε το γλυκύτερον και βάλε το εις τέλος Καλλίμ. 1618. 63) Φρ. βάνω ψυχήν, κορμίν (να κάνω κ.) = βάζω όλα μου τα δυνατά (να κάνω κ.): Μα ’δά σού θέλει αντιμευτεί πλιο παρά που κοπιάζεις,| οπὄβανε ψυχή κορμί γιαταύτο να πειράζεις Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 188. Βλ. και ανδρειεύω Βα. 64) Φρ. βάνω αίματα = βλ. αίμα(ν) 6 φρ. Βλ. και βγάνω 1γ φρ. (β). 65) Φρ. βάνω ζιζάνιον = συκοφαντώ (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 10): ως είδασιν οι άρχοντες την τόσην παρρησίαν,| ην είχεν Βελισάριος και την ισοτιμίαν| και την αγάπην την πολλήν παρά του βασιλέως,| βάνουν ζιζάνιον διπλού, οργίζονται ταχέως Ριμ. Βελ. 498. Βλ. και αποφλυαρώ, αφορμολογώ Β1. 66) Φρ. βάνω (κάπ.) εις ευχήν και εις κατάραν = καταριέμαι κάπ. (βλ. Χατζ., Διπλωματ. 63): έκραξεν την κόρην της και έβαλέν την εις ευχήν και εις κατάραν να μεν θελήσει να πάρει τον πρώτον της ανιψίον άντραν Βουστρ. 426. Βλ. και αναθεματίζω 1α, αναθεματώ, καταρώ. 67) Φρ. βάνω (κάπ.) σε ασθένεια = βλ. ασθένεια φρ. 1α. 68) Φρ. βάνω καιρό στη μέση = αναβάλλω: να στείλεις με δίχως καιρό στη μέση πλιο να βάλεις Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 61. Βλ. και απομακρίζω 1β, παραθεσμίζω. 69) Φρ. βάνω κάτω κ. = αρνούμαι (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 12): την προθυμιάν της νιότης μου μού λες να βάλω κάτω; Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 56. Βλ. και αποβάλλω 2, άρνησις 3 φρ., αρνούμαι. Β´ Μέσ. 1) Επιχειρώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β2): εβάλθηκα για λόγου σου τό δε μπορώ να κάμω Ερωτόκρ. Γ΄ 881· χίλιες φορές εβάλθηκα να βγάλω το σπαθί μου Ερωφ. Α΄ 277. Βλ. και απλώνω Α4, αποκινώ (Ι) Α. 2) Αρχίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α10β): πριν ν’ αρχίσει να μιλεί εβάλθηκε να κλαίει Κορων., Μπούας 48· Μα βάλθησαν κι εφεύγασι κι ως ’λάφια πηδούσαν Κορων., Μπούας 142. Βλ. και αποκινώ (Ι)Α, αρχάζω 1, αρχεύω 1, αρχινίζω 1, αρχιρίζω 1, άρχω (Ι) 2, αρχώ, κινώ. 3) Αποφασίζω (Βλ. ΙΛ, λ. βάλλω Β2): φίλε, βάλθηκα τραγούδι και λαγούτο| γλήγορα να με γιάνουσι στο λογισμόν ετούτο Ερωτόκρ. Α΄ 445· Εβάλθηκεν η λυγερή σα φρόνιμη να χώσει| τσ’ αγάπης τση τα βάσανα Ερωτόκρ. Α΄ 1833. Βλ. και βλέπω 20. 4) Καταγίνομαι με κ. (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 19 και ΙΛ στη λ. Β1): εβάλθης στες γυναίκες Θησ. Β΄ [55]· στο κέρδος να βαλθούσιν Χρον. Μορ. H 6998. Βλ. και ασχολούμαι 1. 5) α) Παρατάσσομαι: Βάνουνται, στερεώνουνται και δύναμιν επήραν Παρασπ., Βάρν. C 400· β) φρ. βάνομαι εις ορδινία = παρατάσσομαι: εις ορδινιάν εβάλθηκαν επάνω στ’ άλογά τους,| εις τους εχθρούς να πορευθούν επήδα η καρδιά τους Κορων., Μπούας 120. 6) Φρ. βάνομαι σε άλλην γνώμην = αλλάζω απόφαση, σκέψη: ο πατέρας του βάνεται σε άλλην γνώμην Τριβ., Ρε 43. 7) Φρ. βάνομαι εις κίνδυνον = διακινδυνεύω: αν ήθελα να πληρώσω την επιθυμία της καρδίας μου και να αποφασίσω να ευρίσκομαι πάντα αυτού εις όλην μου την ζωήν, είναι να βαλθώ εις απαραίτητον κίνδυνον να αποθάνω το ογληγορότερον Μεταξά, Επιστ. 48. Βλ. και βάζω (ΙΙ) 2 φρ. ε. 8) Φρ. βάνομαι εις φυγίον = τρέπομαι σε φυγή: μη τύχει γαρ και κροτιστούν και στο φυγίον βαλθούσιν Χρον. Μορ. H 5336. — Βλ. και βάζω (Ι), βάλλω.
βαρύς (Ι),- επίθ., Γλυκά, Στ. 248, Προδρ. I 16, Μανασσ., Χρον. 3116, 4368, 5442, 6225, 6561, 6660, Καλλίμ. 1475, Έκφρ. ξυλοκ. 178, Ιερακοσ. 3787, 37912, 42721, Ορνεοσ. αγρ. 5497, Διγ. (Trapp) Gr. IV 379, 797, Διγ. (Trapp) Esc. 1725, 1792, Διγ. A 984, 1854, Ακ. Σπαν. 34202, Αχιλλ. L 101, 447, Αχιλλ. O 119, Ανακάλ. 9, Δούκ. 42121, Θησ. Β΄ [173], Γ΄ [617], Ιμπ. (Legr.) 393, Κορων., Μπούας 134, 142, Φαλιέρ., Ιστ. V 109, Ψευδο-Σφρ. 2345, Σοφιαν., Παιδαγ. 104, Πεντ. Γέν. XIII 2, XLI 31, L 9, Έξ. IX 18, 24, XII 38, XVI 12, XVIII 18, XIX 16, Αρ. XX 20, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1143, Αχέλ. 786, Ιστ. πατρ. 15216, Πανώρ. Δ΄ 100, Παλαμήδ., Βοηβ. 681, Ιστ. Βλαχ. 1304, 2222, Ερωτόκρ. Β΄ 501, 725, 1395, 1576, 2145, Γ΄ 2, 816, 1143, 1631, Δ΄ 50, 1410, 1556, 1756, Ε΄ 1063, Θυσ.2 143, 567, 691, Μεταξά, Επιστ. 48, Ροδολ. Α΄ [12, 51], Β΄ [332], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1016], Β΄ [1273], Γ΄ [1365, 1386], Δ΄ [310, 618, 653], Ε΄ [150, 203, 808, 973], Διγ. O 1563.
Το αρχ. επίθ. βαρύς. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Που έχει βάρος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι1 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1α): Δίδει κι ο μαύρος κοπανιά με το βαρύ κοντάρι Ερωτόκρ. Β΄ 2145· για να μπορώ να βγάλω| ετούτο το πολλά βαρύ χαράκι το μεγάλο Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1386]· β) βραδύς (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι1 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): βαρά βαρά ’ν’ τα ζάλα σου Θυσ.2 567. Βλ. και βαρύκωλος. 2) α) Που έχει δύναμη (Η σημασ. αρχ. L‑S στη λ. Ι1 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1δ): Έχοντες τα κοντάρια τους εις τα βαριά των χέρια Κορων., Μπούας 142· βλ. και αρχιδάτος, αφυρώνω I μτχ. γ· είχεν και κύματα βαρέα (ενν. ο Αφράτης), ήτον και αποχυμένος Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 44· β) ισχυρός, δυνατός: κτύπημα να πάρουσι βαρύ Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [310]· Βαρέαν ραβδέαν τὄδωσεν απάνω εις το κεφάλι Διγ. A 984· μη δοκιμάσομε βαρύς αν είναι αμύγδαλός του Πανώρ. Δ΄ 100. Βλ. και αποπατητός. 3) (Μεταφ.) α) δυσβάσταχτος, επαχθής, καταθλιπτικός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι2 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α8): να δώσετε το βαρύν και ανεκδιήγητον τέλος τριών χρόνων χαράτσιν Ακ. Σπαν. 34202· εις φυλακήν αποκλεισθείς εις σίδηρα βαρέα Γλυκά, Στ. 248· Όσο μου λες πως έν’ βαρύ ετούτο το μαντάτο Θυσ.2 143· αλόγιαστα να πηαίνει| εις κάποια πράγματα βαριά οπὄρχονται και σώνουν Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [973]· απού δεν είχες μάθει| πόσο βαρά ειναι η ζήση μας και πόσα σέρνει πάθη Ροδολ. Β΄ [332]· βλ. και βαθύς 6β, βαρέος 2, βαρός 1· β) προσβλητικός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1Ϛ): συμβουλεύει με λόγια άσχημα και βαρέα, αλλ’ όμως αληθινά και βέβαια Σοφιαν., Παιδαγ. 104. Βλ. και άτιμος 2. 4) Δύσπεπτος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι2 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α3): εις κόρον δε και αυτό (δηλ. το ελάφειον κρέας) βαρύτατόν εστι Ιερακοσ. 3787. Βλ. και αργός (I) Α2α. 5) Πυκνός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α4): Έρκομαι ακ τ’ ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος Ανακάλ. 9· ήτον φωνές και βροντές και σύννεφο βαρύ ιπί το όρος Πεντ. Έξ. XIX 16· ξεσκέπασε τον ήλιον οπού ’ναι σκοτισμένος,| με το βαρύ το σύγνεφον βρίσκεται σκεπασμένος Ιστ. Βλαχ. 2222. Βλ. και βαθύς 2. 6) (Προκ. για οσμή) δυνατός· δυσάρεστος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. III2 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α5α): Χνότα φυσά τόσον βαριά με τόσην βρόμ’ ομάδι Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [203]. 7) Υπερβολικός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α9): ποία λωλάδα έτσι βαρειά επήρε το μυαλόν της; Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [150]· σε κίνδυνον πολλά βαρύ μέλλει να κινδυνέψει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [808]· διά βαρύ φταίσιμον μου το ρίχνει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [618]. Βλ. και αναπτός β, ανέκφραστος β, ασύστατος 2γ, άφατος, βασιλικός 5α, μεγάλος. 8) (Προκ. για ύπνο) βαθύς (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α10): Μ’ ύπνον βαρύν, καθώς θαρρείς, πνιμένες οι ψυχές μας Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1016]· σα νά ’χεν αποκοιμηθεί σ’ ύπνο βαρύ του φάνη Ερωτόκρ. Β΄ 1576. Βλ. και βαθύς 4 9) Δυσοίωνος: τότες όνειρο βαρύ είδεν η Αρετούσα Ερωτόκρ. Δ΄ 50. Βλ. και απαίσιος 1. 10) Δύσκολος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α12): ότι βαρύ από εσέν το πράμα μη να μπορέσεις να το κάμεις αμοναχός σου Πεντ. Έξ. XVIII 18. Βλ. και βαρύμοχθος. 11) (Προκ. για λόγια) σοβαρός, σημαντικός (Πβ. ΙΛ στη λ. Α13γ): Τούτα τα λόγια τα ’γνοιανά τα πλια βαρά ’πό τ’ άλλα Ερωτόκρ. Γ΄ 1143. Βλ. και βαρετός 2. 12) Δεινός, κακός: Οϊμέ τι πέσιμον βαρύ! Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1273]· βλ. και βλαβερός 1α· (προκ. για ασθένεια) κρίσιμος, επικίνδυνος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α15): έπεσεν ο πατριάρχης εις βαρέαν ασθένειαν Ιστ. πατρ. 15216. 13) Θλιμμένος, πικραμένος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α17): πάντα μετά λόγου σου βαράν καρδίαν να ’χει Θυσ.2 691· μέσα καρδιά της ήτονε βαρά και φουσκωμένη Ιμπ. (Legr.) 393. Βλ. και βαριούμαι Ι2 μτχ., βαρύκαρδος. Φρ. πιάνω βαρύ το πράμα = στενοχωρούμαι: τόσο το ’πιασε βαρύ το πράμαν οπού γίνη Ερωτόκρ. Β΄ 725. 14) Δριμύς (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α18): τον χειμώνα τον βαρύν και την εκείθεν βίαν Μανασσ., Χρον. 5442. 15) (Προκ. για πόλεμο) σφοδρός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α20): να δώσει πόλεμον βαρύν με πάσα δύναμίν του Αχέλ. 786· βαρύς μεν εκατέρωθεν πόλεμος ανερράγη Μανασσ., Χρον. 6561. 16) Πλούσιος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α23): ο Αβράμ βαρύς πολλά εις το ζωντόβολο, εις το ασήμι και εις το μάλαμα Πεντ. Γέν. XIII 2. Βλ. και βαθυκτήμων. 17) (Προκ. για τον έρωτα) ισχυρός, πανίσχυρος: έγνων, φησί, τον Έρωτα, βαρύς θεός τυγχάνει Διγ. O 1563. 18) Πολυάριθμος: εβγήκεν συναπαντίς του με λαό βαρύ Πεντ. Αρ. XX 20· απατά ανακάτωμα πολύ ανέβην μετά αυτουνούς και ποίμνιο και βουκόλιο ζωντόβολο βαρύ πολλά Πεντ. Έξ. XII 38. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = δυσκολία: με τον καιρό τα δύσκολα και τα βαρά ’λαφραίνου Ερωτόκρ. Γ΄ 1631. Βλ. και βαριοσύνη 2.
βιάζω,- Ασσίζ. 26826, Διγ. (Trapp) Gr. 3505, Διγ. Z 4347, Ερμον. Θ 56, Χρον. Μορ. H 2093, 2111, Χρον. Μορ. P 2512, 5728, Βίος οσ. Αθαν. 241, Απολλών. 737, Λίβ. P 48, 1149, Λίβ. Sc. 673, 855, 1463, 2396, 2409, Λίβ. Esc. 37, 1938, 2607, 2978, 3025, 3579, 3592, Λίβ. N 1574, 2304, 2660, Μαχ. 8810, 2667, 39212, 6465, Ch. pop. 233, Μάρκ., Βουλκ. 34512, Βουστρ. 492, Απόκοπ. 128, 160, 447, 478, Αγν., Ποιήμ. Α΄ 85, Β΄ 53, Σαχλ. N 313, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 180, 283, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 2, 12, Σαχλ., Αφήγ. 543, Σκλάβ. 87, 222, Τριβ., Ρε 311 (έκδ. έβαζε· διόρθ. Πολ. Λ., Ελλην. 14, 1956, 522), Πεντ. Γέν. XIX 15, XXXIII 13, XLIX 4, Έξ. V 13, Αχέλ. 2103, Ιστ. πολιτ. 676, Ερωτόκρ. Α΄ 1807, 1810, Β΄ 966, 1871, Γ΄ 719, 1565, 1571, Δ΄ 874, 994, 998, Ε΄ 595, 696, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 394, Κυπρ. ερωτ. 91, 9113, 10410, 1073, 12816, Χίκα, Μονωδ. 164, Ιστ. Βλαχ. 884, Διγ. Άνδρ. 33110, 3354, 37530, 40838, Θυσ.2 239, 246, 278, 469, Μεταξά, Επιστ. 48, Ευγέν. 575, Διήγ. ωραιότ. 109, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1142], Λεηλ. Παροικ. 596, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1377, 2845, 29010, 42114, 47123, 5448, 5613, κ.π.α.· βιάζομαι, Διδ. Σολ. Ρ 69, Προδρ. III 412l (χφ V) (κριτ. υπ.), IV 172, Ιερακοσ. 43526, Ορνεοσ. 5829, Διγ. Z 767, Ερμον. Ρ 301, 306, Σ 140, Χρον. Μορ. H 414, 1805, 2238, 3240, 3244, 3359, 4298, 4323, 4419, 4697, 6262, 8526, 8537, 8861, Χρον. Μορ. P 3312, Βίος Αλ. 4989, Ερωτοπ. 111, Λίβ. P 359, 1561, 1695, Λίβ. Esc. 18, Λίβ. N 70, 1746, Χρον. Τόκκων 1248, 2029, Δούκ. 36713, 37712, Θησ. Ε΄ [837], Μάρκ., Βουλκ. 34519, Χούμνου, Π.Δ. IX 18, Γεωργηλ., Θαν. 399, Ριμ. Βελ. 521, Απόκοπ. 53, 149, 373, 478, Σαχλ. N 126, 259, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 13, Πένθ. θαν.2 526, 630, Δεφ., Λόγ. 112, Πεντ. Δευτ. XX 3, Χρον. σουλτ. 13821, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 370, Ερωφ. Ιντ. β΄ 86, Βοσκοπ. 252, 256, Παλαμήδ., Βοηβ. 279, Διγ. Άνδρ. 32923, 33331, 4017, Ερωτόκρ. Α΄ 1616, 2166, Δ΄ 1658, 1777, Ε΄ 619, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 753, Ε΄ 15, 228, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1668, 19523, 27912, 30218, 3036, κ.π.α.
Το αρχ. βιάζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
I. Ενεργ. Α´ (Μτβ.) 1) α) Μεταχειρίζομαι βία (εναντίον κάπ.), αναγκάζω διά της βίας, υποχρεώνω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): θέλοντες ίνα βιάσωσι τους πασιάδας ή ειπείν τῳ γέροντι εξελθείν και παραχωρήσαι την βασιλείαν τῶ υιῴ Ιστ. πολιτ. 676· ανέν και βιάσει ο λίζιος τον πτωχόν Μαχ. 8810· μα όσοι τον απαντήξαν ήδερνέν τους| και να μπαρκαριστούσιν έβιαζέν τους Λεηλ. Παροικ. 596· επήρε τους ο δαίμονας, εμπαίνει εις τες κοιλιές των| και βιάζουν και αναγκάζουν τους να τρώσι τους ανθρώπους Σαχλ., Αφήγ. 543· κάκωσιν τίτοιαν φοβεράν το να βιαστεί η ψυχή σου Λίβ. Sc. 855· βιαζόμενον το σώμα υπό του ενός πνεύματος, ήτοι της υγρότητος, γυρίζεται ως ορθώσει αυτό η φύσις και το κοίλωμα του τάφου Μάρκ., Βουλκ. 34512· Μήνα σε ηνάγκασα εγώ ή εβίασά σε; Διγ. Άνδρ. 33110· β) αναγκάζω, εξαναγκάζω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1. Βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 1): δέομαί σε, αφέντη μου, μηδέ με το βιάσεις,| επεί όρκον έχω να στραφώ εκεί στα γονικά μου Χρον. Μορ. P 5728· Πώς ο εμπαλής ού οι κριτάδες ουδέν εντέχουνται να βιάσουν τινά να ποιήσει τζουΐζαν, αν ου μη την ζητήσει με τον θέλημάν του Ασσίζ. 26826· να μηδέν με βιάσουσιν να γράψω διά τους φίλους Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 12· το θέλημα τ’ αφέντη μου κι η ορδινιά με βιάζει Θυσ.2 278· βοήθεια γλήγορα ζητού, γιατί τσι βιάζ’ η ώρα Ερωτόκρ. Δ΄ 994· γ) (προκ. για τον άνεμο) (Πβ. τη σημασ. στον Κεκ., Στρατ. 8316: ει δε από του πνεύματος βιαζόμενον [ενν. το νέφος] εις την γην κατενεχθή): διατί ο άνεμος θέλουν την γην να βιάζει; Σκλάβ. 222· βλ. και βαραίνω· δ1) αναγκάζω διά της βίας γυναίκα σε ερωτική ένωση (Βλ. L‑S στη λ. I1 και II1· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): εβίαζε την κόρην Διγ. Άνδρ. 37530· Ωσάν είδεν η κόρη ότι βιάζει την και δεν την αφήνει, έβαλεν φωνήν μεγάλην Διγ. Άνδρ. 37530· δ2) αφαιρώ την αγνότητα, την παρθενιά κόρης (παρά τη θέλησή της): Ως είδεν ότι εκ Θεού τηρείτ’ η παρθενιά μου| και δεν ευρέθηκεν τινάς ως διά να με βιάσει Απολλών. 737· βλ. και ασχημίζω B2· ε1) πιέζω (κάπ.), πιέζω φορτικά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): πολλά εβίασεν τον παλίον να πάγει εις το καστέλλιν και ο παλίος δεν ηθέλησεν Βουστρ. 492· ως είδα ότι μετά όρκου με βιάζει να τον ειπώ| είτι κακόν και αν έπαθα και εγώ εις τον κόσμον τούτον Λίβ. Sc. 1463· ο λογισμός του παιγνιδιού ωσάν εχθρός τον βιάζει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 180· οι βιαστάδες βιάζουν του ειπεί: «Ξετελειώσετε τα καμώματά σας» Πεντ. Έξ. V 13· ε2) καταπιέζω, φέρνω σε δύσκολη θέση, «ζορίζω»: δίδει την (δηλ. την πολιτικήν) ρούχα και φελλούς, δηνέρια να ξοδιάσει·| κλέπτει, καταμυτώνεται και τον εαυτόν του βιάζει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 283. 2) Παρακινώ, παροτρύνω έντονα: οι και το άρχειν αυτοίς βιάζοντες αυτόν Βίος οσ. Αθαν. 241· ν’ αρματωθού να τ’ ακλουθού στον πόλεμο τσι βιάζει Ερωτόκρ. Δ΄ 998· η γαρ νεότης εκ παντός βιάσει σε εις τούτο Διγ. Z 4347· ένας τον άλλον εβίαζεν να περιπατούν Διγ. Άνδρ. 3354. Βλ. και αποκοτίζω 2, αρπάζω A6. 3) Καταπονώ: ο αφέντης μου ξέρει ότι τα παιδιά τρυφερά και το ποίμνιο και το βουκόλιο γκαστρωμένα απάνου με και να τα βιάσουν μέρα μια και να πεθάνουν όλο το ποίμνιο Πεντ. Γέν. XXXIII 13. Βλ. και αφανίζω 3. 4) Προσπαθώ: Μα τι παιδεύεσ’ εύκαιρα και να μου φύγεις βιάζεις; Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1142]. Βλ. και βιάζομαι IB4. Β´ (Αμτβ.) (Προκ. για κύμα, νερό) ταράζομαι, γίνομαι ορμητικός: έβιασαν τα νερά μη να περισσευτείς ότι ανέβης πλαγιάσματα του πατρός σου· τότες ελύτωσες κρεββάτι μου ανέβην Πεντ. Γέν. XLIX 4. II. Μέσ. 1) (Μτβ.) μεταχειρίζομαι βία, υποχρεώνω με τη βία (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. 3): μη σε ηνάγκασα εγώ, μη σε εβιασάμην; Διγ. Z 767. 2) Δυσκολεύομαι: Εάν ρέγχει ο ιέραξ και στενοχωρείται και βιάζηται του φαγείν Ιερακοσ. 43526. Βλ. και αγανακτώ A3γ. 3) Πιέζω τον εαυτό μου (να κάνει κ.), προσπαθώ (Βλ. L‑S στη λ. II3, Lampe, Lex. στη λ. 2): να βιαστούμε ο καταείς τό δύνεται και σώνει| να δώσει κι εξαγοραστεί να έβγει εκ την φυλακήν σου Χρον. Μορ. H 4298. Βλ. και βιάζομαι IIB4. 4) Επείγομαι, βιάζομαι, σπεύδω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β· βλ. και Ανδρ., Σημασ. εξ. 36): εβιάζετον να σώσει εις την χώραν Καππαδοκίαν, διά να εύρει ακόμη ζωντανόν τον πατέρα του Διγ. Άνδρ. 4017· Εν τούτῳ εβιάστη δυνατά φουσάτα να σωρέψει Χρον. Μορ. H 3240· εσκόλασεν τό βιάζετον, έπαυσεν το σπουδάζειν Απόκοπ. 373· να μη βιαστεί γοργό να ξημερώσει Βοσκοπ. 252· μα βιάζεται κι αποκοτά να τηνε δοκιμάσει Ερωτόκρ. Α΄ 2166· βιάζεται η ψυχή μου πότε να απεράσω τους πολλούς κάμπους Διγ. Άνδρ. 33331· τ’ άστρη τα αμέτρητα βιάζομαι να μετρήσω Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 13. Βλ. και αναγκάζω 11, σπουδάζω. 5) Βρίσκομαι σε δύσκολη κατάσταση: όταν βιάζεσαι πολλά να εύρεις να σου δανείζουν Διδ. Σολ. Ρ 69. 6) Επιμένω πιεστικά: «Ουκ έξεστι γενέσθαι,| ειδέ βιάζῃ, βασιλεύ, και βούλῃ πράξον τούτο·| όσα γαρ δόξει βασιλεί ποιήσαι, νόμος έστιν» Βίος Αλ. 4989. 7) Καταπτοούμαι, καταπλήσσομαι, τρομάζω: μη φουβεθείτε και μη βιαστείτε Πεντ. Δευτ. XX 3. Βλ. και ακροσκιάζομαι (προσθ. β΄ τόμ.), αποτρομάζω. 8) Καταβάλλω έντονη προσπάθεια: τόσον εβιάστησαν, εσυμβιβάσασίν τους Χρον. Μορ. P 3312· βιαζόμενος ν’ αγοραστεί με χρήματα υπερπύρων Χρον. Μορ. H 4323. Επεί και το αέριον πνεύμα έν’ κάτω κλειόμενον εις τα ενδοτέρω μέρη της γης και κούφη και βιαζόμενον ίνα εξεπνεύσῃ ταράττει μέρος της οικουμένης, ο λέγεται σεισμός Μάρκ., Βουλκ. 34519. Βλ. και αγανακτώ A3β, αγωνίζομαι 1β, αναγκάζω 7β, ανατάζω 2γ, απομάχομαι 2, ξαπλώνω, πασκίζω, πολεμώ. 9) Κάνω γρήγορα, βιάζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): βιάζου πολλά, μηδέν αργείς Απόκοπ. 478. Βλ. και σπουδάζω. Η μτχ. παρκ. βεβιασμένος ως επίθ. = 1) Που γίνεται με δυσκολία: το ρίψιμον αυτού ένι βεβιασμένον και κολλώδες Ορνεοσ. 5829. Βλ. και βαρύμοχθος. 2) (Προκ. για ποταμό) φουσκωμένος και ορμητικός (από τη βροχή): ’δέ ποταμός βιασμένος ’πού ψιχάδιν Κυπρ. ερωτ. 1073. Βλ. και ακράτητος, βίαιος γ, δ.
βλέπω,- Σπαν. A 384, 550, Σπαν. (Ζώρ.) V 60, Διδ. Σολ. Ρ 123, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 441, Γλυκά, Στ. 152, 304, Λόγ. παρηγ. L 19, Προδρ. I 88, II H 96b, III 81, 103, 186, 216t (χφ g) (κριτ. υπ.), 296, 325i (χφ g) (κριτ. υπ.), 325l (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), 346, 403, IV 9, 198, Μανασσ., Χρον. 1260, Καλλίμ. 1456, Ασσίζ. 3448, 3532, 47014, Διγ. Z 155, 1820, 3424, Διγ. (Hess.) Esc. 758, Βέλθ. 250, Απολλών. 109, Λίβ. P 726, 2367, 2545, Αχιλλ. (Haag) L 365, Καναν. 81 A, Χρησμ. I 338, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 816, 841, Μαχ. 217, 821, 10029, 3981, 50829, Ριμ. Βελ. 847, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 317, Αλεξ. 2535, Απόκοπ. 53, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15130, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 412, Έκθ. χρον. 5022, Πένθ. θαν.2 507, Πένθ. θαν. (Knös) S 5f 6r, Φαλιέρ., Ιστ. V 30, 80, Βεντράμ., Γυν. 258, Δεφ., Σωσ. 171, Πεντ. Έξ. III 7, Δευτ. XI 26, Αχέλ. 2374, Αιτωλ., Μύθ. 1236, Άρχ. Μεγ. P 3, Μ. Χρονογρ. 3523, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 412, Άλ. Κύπρ. 1284, Πανώρ. Δ΄ 93, Ερωφ. Β΄ 231, Ιντ. β΄ 25, δ΄ 29, 91, Βοσκοπ. 11, 98, Ιστ. Βλαχ. 2139, Σουμμ., Ρεμπελ. 173, Διγ. Άνδρ. 35225, Ερωτόκρ. Α΄ 1119, 2023, 2215, Β΄ 1026, Γ΄ 528, 856, 876, Ε΄ 724, 970, Μεταξά, Επιστ. 47, Ροδολ. Ε΄ [426], Ζήν. Β΄ 221, Ε΄ 219, Διακρούσ. 8821, Τζάνε, Κρ. πόλ. 28511, 35415, 39520, 45416, 4953, 52414, 52923, 5651, 57320, Τραγ. Σούσ. B 110, κ.π.α.· βλέπω ή βλεπίζω, Ασσίζ. 1630, 262, 354, 3629, 5927, 12811, 13721‑2, 1382, 21812, 27416, 28325, 30924, 34026, 38924, 47018, Ελλην. νόμ. 52613‑4, Διάτ. Κυπρ. 5059, 5088, Μαχ. 4431, 5029, 2304, 2604, 37637, 38031, 40435, 40624, 42211, 4308, 55419, 56831, 65225, 6808, Βουστρ. 431, 499, Αχέλ. 904, 945, 1455, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 404, 412, Κυπρ. ερωτ. 11849, Ερωτόκρ. Α΄ 1228, Β΄ 1139, Γ΄ 1578, Δ΄ 1697, 1775· εβλέπω, Σπαν. (Ζώρ.) V 193, 520, Σπαν. O 232, Προδρ. III 81, Ασσίζ. 4759‑10, Διγ. (Trapp) Esc. 110, Πόλ. Τρωάδ. 415, Χρον. Μορ. H 1131, Χρον. Μορ. P 4519, 8883, Πουλολ. Αθ. 75, Αχιλλ. O 146, Βεν. 55, Θησ. Πρόλ. [130], Δ΄ [435], Αλεξ. 2424, Διήγ. Αλ. FE 12, Άνθ. χαρ. 2918, Σκλάβ. 227, Πένθ. θαν.2 40, 461, Τριβ., Ρε 91, Πεντ. Δευτ. III 21, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 702, Ιστ. Βλαχ. 1531, Διγ. Άνδρ. 34519, κ.α.· ηβλέπω, Χρον. Μορ. P 5410, Διήγ. Αλ. FE 38, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. γ΄ [28], Κατάλ. οικουμ. συν. 99v, 100r· μπλέπω (αν δεν πρόκειται για το αναβλέπω), Μαχ. 4627· ενεστ. προστ. βλέπεσαι, Διγ. (Trapp) Gr. 3506, Μαχ. 2025, Γαδ. διήγ. 153, 243, 321, Χούμνου, Π.Δ. VI 27, Ιμπ. (Legr.) 542, Δεφ., Λόγ. 438, Πανώρ. Β΄ 113, Γ΄ 132, Ερωτόκρ. Α΄ 349, Β΄ 1869, Γ΄ 1317, Δ΄ 697, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 20, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 111, 416, Δ΄ 267, Ευγέν. 284· βλέπουσαι, Πανώρ. Β΄ 251· αόρ. προστ. γιδέ, Συναξ. γυν. 864· διε, Πεντ. Δευτ. XI 26· μτχ. βλεπημένος, Ασσίζ. 318, 9029, Μαχ. 28726, Χούμνου, Π.Δ. XIII 22, Βουστρ. 474, 511, Αχέλ. 922, Θρ. Κύπρ. K 397, Ερωφ. Αφ. 16, Ε΄ 234, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 6· εβλεπημένος, Έγγρ. του 1603 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 2719)· ιδόντα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 599, 1072.
Το αρχ. βλέπω. Η λ., καθώς και οι τ. βλέπεσαι, βλέπουσαι, βλεπίζω, εβλέπω και σήμ. (ΙΛ). Για τον τ. της προστ. γιδέ = ιδέ βλ. ΙΛ. Βλ. και Ξανθ., Αθ. 26, 1914, ΛΑ 141, ΕΕΒΣ 3, 1926, 341 (πβ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 391]), Χατζιδ., Ερωτόκρ. σ. 466 και ίδιο, ΛΑ 6, 1923, 493, Pern., Ét. linguist. Β΄ 300-1, Ν. Εστ. 12, 1932, 986, Τζάρτζ., Ν. Εστ. 12, 1932, 986-7, Κριαρ., Ν. Εστ. 12, 1932, 1108-9, B-NJ 10, 1933, 408 και Πολ. Λ., Κρ. Χρ. 12, 1958, 312.
1) α) Βλέπω, έχω την αίσθηση της όρασης (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): μα κείνη παραλόησε κι ουδ’ ήβλεπ’, ουδ’ εγροίκα Ερωτόκρ. Γ΄ 528· αλλά την γην σκιάζομαι, καλά την βλέπω τώρα Αχέλ. 2374· ως ουν οι Τρώες έβλεψαν τον τηλικούτον στόλον ... Μανασσ., Χρον. 1260· Βλέπει το πλήθος του λαού που ήρχετον με βία Διακρούσ. 8821· και ευθύς το ιδείν τα ο Διγενής τον θείον του ούτως λέγει ... Διγ. (Hess.) Esc. 758· Κι εγώ το δειν ετρόμαξα, να κατεβώ εβιάσθην Απόκοπ. 53· βλ. και θωρώ· β) έχω την ικανότητα να βλέπω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I): τα μάτια θαμπωθήκασι, δε βλέπου μπλιο να δούσι Ερωτόκρ. Ε΄ 970· εκείνη βλέπει στα μακρά και στα κοντά γνωρίζει Ερωτόκρ. Α΄ 1119· γ) αντικρίζω: ας ήτο μπορετό τον ήλιο να μη βλέπω Ζήν. Ε΄ 219· Το πράμαν απού μια φορά του ’λιου οι ακτίνες δούσι Ερωφ. Β΄ 231· τα γενόμενα| οπού ’δανε κι επάθανε Τζάνε, Κρ. πόλ. 52414· δεν εδυνήθη να υπομένει το και να βλέπει το κάλλος του νέου Διγ. Άνδρ. 35225· βλ. και αγναντεύω, ανατηρώ, αντιπροσωπώ, βιγλίζω 5α· δ) στρέφω το βλέμμα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ 1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1δ): εκ δε το στόμα των αυτών, αν έβλεψες, να είδες ... Βέλθ. 250· Εντροπιαρία σε φαίνεται και χαμηλά εβλέπει Σπαν. O 232. Βλ. και βιγλίζω 5. 2) Φρ. βλέπω την ημέραν = α) ξυπνώ: ολίγον εκοιμήθημεν· βλέπομεν την ημέραν Λίβ. P 2545· βλ. και αποσπώ ΙΙ3 φρ., αφυπνώ 1· β) ζω: και ζω και φαίνομαι και βλέπω την ημέραν Καλλίμ. 1456. 3) Φρ. βλέπω καλήν ημέραν = βρίσκω χαρά στη ζωή μου: και όπου το ετροπολόγησε μη ιδεί καλήν ημέραν Προδρ. II H 96b. 4) Φρ. βλέπω ημέραν = κατά τη διάρκεια της ημέρας: βλέπεις ημέραν, θλίβεσαι, φοβείσαι, ως ου [πρέπει]·| πάλιν τη νύκτα δειλιάς, το τι να φέρει ουκ οίδες Γλυκά, Στ. 152. 5) Φρ. (προκ. για μοναχό) βλέπω τον κόσμον = ζω προσωρινώς έξω από τη μονή: και εκ της μονής εκβαίνοντες βλέπομεν και τον κόσμον Προδρ. III 346. 6) Φρ. βλέπω το θάνατο, αγγέλους = πεθαίνω: ου μη ίδω θάνατον έως ου ιδώ την Πόλην Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 816· Γλυκά, Στ. 149. Βλ. και αποβάλλω 5 φρ., αποδίδω 6α φρ., αποθαίνω, αποθνήσκω, αποκάμνω IA2, απομένω 8, απομεριμνώ 2, απονεκρώνω A1, B1, αποστερώ 2, αποφυσώ A φρ. β, αρπάζω A7 φρ., αφήνω φρ. 6, βγαίνω 1β, παίρνω, παραδίδω, τελειώνω. 7) Φρ. βλέπω εις τον ύπνον μου (κάπ.) = ονειρεύομαι (κάπ.): πολλές φορές εβλέπω σας εις τον ύπνον μου Διήγ. Αλ. FE 12. Βλ. και ανιστορώ 7, αποφαντάζομαι. 8) Φρ. δεν βλέπω ύπνον = αδυνατώ να κοιμηθώ, να ησυχάσω: εγώ διά την ποθετήν ύπνον ποσώς δεν βλέπω Διγ. Z 1820. 9) Φρ. δε βλέπω την ώρα να ... = ανυπομονώ να ...: Την ώραν δεν εβλέπασι πότε να εσμιχθούσι Άλ. Κύπρ. 1284. Βλ. και αραθυμώ A4. 10) α) Παρακολουθώ με το βλέμμα: και αποκείθεν έβλεπε τον πόλεμον εκείνον Διγ. Z 3424· βλ. και βιγλίζω 4· β) προσέχω με το βλέμμα (κ.), κοιτάζω (Η σημασ. αρχ., Δημητράκ. στη λ. 2, 9 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): απλώνει [και] παίρνει, βλέπει το Λίβ. P 2367· γ) περιμένω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II3 και σήμ., ΙΛ στη λ. 13): έβλεπε και τον καιρόν οπίσω να γυρίσεις Ιστ. Βλαχ. 2139. Βλ. και αναμένω 1, απαντεχαίνω α, αποκαρτερώ, απομενίσκω 2, απομένω 10, ασπεττάρω α, βαστάζω I12, εκδέχομαι, καρτερώ. 11) Διακρίνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1γ): ολίγον εχωρίζονταν και ουκ εβλέπασίν τους Αχιλλ. (Haag) L 365. Βλ. και διαχωρίζω. 12) α) (Ενεργ. και μέσ.) προσέχω, προσέχω (κ.), προσέχω μήπως (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. A5 και σήμ., ΙΛ στη λ. 12β): Υιέ μου, βλέπε τι λαλείς και τι το συντυχαίνεις Διδ. Σολ. Ρ 123· εσύ υιούτσικε, βλέπε το τι σε λέγω Σπαν. A 384· κι εστέκασι κι εβλέπασι ο Τούρκος να μην πάει Τζάνε, Κρ. πόλ. 45416· βλέπε πτωχόν σου συγγενήν μη τον περιφρονήσεις Σπαν. A 550· Και ανισώς και πέψει αρμάδαν κατάδικά σου, να έχεις νώσι να βλέπεσαι Μαχ. 2025· Ιδές, θυμήσου τα καλά και μην αλησμονήσεις| κι απ’ όλα σου τα κρίματα κανένα μην αφήσεις Γαδ. διήγ. (Wagn.) 317· εφοβάτονε κι εβλέπουντο μη σφάλει Ερωτόκρ. Α΄ 2215· βλέπε μ’ αυτάν’ έτσ’ άδικα να μην την αποθάνεις Ερωτόκρ. Ε΄ 724· Βλέπεστε μην πλανεθείτε εις την πρόσκαιρον ζωήν Άρχ. Μεγ. P 3· βλ. και ντηρώ. Οι τ. βλέπεσαι, βλέπουσαι = πρόσεχε: βλέπεσαι μην έρθουσι καιροί να μετανοιώσεις Πανώρ. Γ΄ 132· Βλέπεσαι μην το βουληθείς, βλέπεσαι μη θελήσεις Ερωτόκρ. Γ΄ 1317· βλέπεσαι μη πλανηθείς εις πλούτον ή εις δόξαν Διγ. (Trapp) Gr. 3506· βλέπεσ’, αδέρφι, όσο μπορείς· έβγ’ απ’ αυτήν τη ζάλη Ερωτόκρ. Α΄ 349· Μα βλέπεσαι όντας κυνηγάς, Πανώρια, εις τα δάση Πανώρ. Β΄ 113· β) (ενεργ. και μέσ.) προσέχω να αποφύγω (κ.) (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II4, Lampe, Lex. στη λ. B6): Αμ’ ο Κορνάρος Κατερής με τ’ άλογον να τρέχει| τρίγυρα σ’ όλα τα τειχιά και να μηδέν κατέχει,| ούτε να βλέπει τουφεκιές ή βόλι να του δώσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4953· με τέχνη τ’ αρμηνεύγει| ποιες κοπανιές να βλέπεται και ποιες να δυσκολεύγει Ερωτόκρ. Β΄ 1026· γ) δίνω σημασία (σε κ.): ιδέ τό λέγουσιν τινές, εάν σπουδάζεις, κάτσε Προδρ. III 325i (χφ g) (κριτ. υπ.)· δ) (ενεργ. και μέσ.) τηρώ: εάν τοιούτον πράγμαν ένι, ότι τα πράγματα ουδέν δυνηθούν να βλεπηθούν χρόνον και ημέρα Ασσίζ. 38924· το δίκαιον κρινίσκει ότι, ανένι ότι εκείνος ημπορεί να δείξει απ’ αυλής του βισκούντη πως εβλέπησεν την ημέραν του ως εντέχεταί τον Ασσίζ. 21812· Βλ. και ακολουθώ 8, αποκρατώ A6, βαστάζω I9, κρατώ. 13) α) Εξετάζω (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. B5): κι εστήσαν όλοι μέσα τους να στείλουσι να δούσι Ριμ. Βελ. 847· βλ. και ακριβολογώ 1, βιγλίζω 7, εζαμινάρω, ξομπλιάζω· β) εξετάζω (ιατρικώς) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 9): ορίζει: «Φέρετε ιατρούς τον δείνα και τον δείνα».| Έρχονται, βλέπουσιν ευθύς, κρατούσι τον σφυγμόν του Προδρ. III 403. 14) α) Αναγνωρίζω, παραδέχομαι, λαμβάνω υπόψη μου: Και είπε του Αλεξάνδρου: «Αγάπουν να ’σουν γιος μου·| εβλέπομε τη γνώση σου, κύριος είσαι κόσμου» Αλεξ. 2424· δεν βλέπ’ η κρίση ευγένεια, μηδέ τα μεγαλεία Δεφ., Σωσ. 171· βλ. και αναλαμβάνω A5, ανέχω, A2α, ασπάζομαι 3, αφυρώνω β· β) (με αντ. λ. όπως θάνατος, κ.λ.π.) υπολογίζω, φοβούμαι: Θάνατον δεν εβλέπανε, μα σαν λέοντες αράσσαν| απάνω στους Αγαρηνούς Τζάνε, Κρ. πόλ. 28511. Βλ. και αγροικώ I3β, Προσθ. Β΄ τόμου (ακροσκιάζομαι), αναμνιάζω 1, αποδειλιάζω 2, αποκτυπώ 2β, αραθυμώ B, δειλιώ, λογιάζω, ’ντηρώ, τρέμω, τρομάσσω, ψηφώ. 15) α) Θαυμάζω (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. B3): και βάλλουσι κρομμύδια καν είκοσι κολέντας| και τότε βλέπε, δέσποτα, καλήν φιλοτιμίαν Προδρ. III 296· ήτονε δεκατέσσερες. Δέτε τον κατεχάρη Τζάνε, Κρ. πόλ. 39520· και απαλαρέα μουχρούτινον γλυκύν κρασίν επάνω| και ανακομπώματα τρανά και βλέπε τότε βούκκας! Προδρ. III 186· βλ. και αποθαυμάζω, θαυμάζω, καμαρώνω· β) καμαρώνω: να είμαι πάντα κοντά σας και να βλέπω τα ιλαρά σας και αιδέσιμα πρόσωπα Μεταξά, Επιστ. 47. Βλ. και αποκαμαρώνω α, βιγλίζω 5β. 16) Αισθάνομαι: και τι δροσιάν οπού ’δεν το κορμί μου! Βοσκοπ. 98. Βλ. και αισθάνομαι I4α, κατέχω, πράσσω. 17) α) Ξέρω: Το ριζικόν, ως βλέπετε, και τύχη μ’ ονομάζου Ερωφ. Ιντ. β΄ 25· βλ. και απεικάζω I7, γνωρίζω, κατέχω, ξέρω· β) φρ. ου μπλέπω = δεν ξέρω τι κάνω: αρκέψαν απουπάνω και απέ την παρπακάναν εις τιτοίαν λογήν ότι εφύγαν με μεγάλην αντροπήν ως ουκ εμπλέπαν Μαχ. 4627. 18) Πληροφορούμαι: Οι Αμαζόνες είδασι Αλέξανδρος τι μηνάει·| γραφή τότες εκάμασι σ’ αυτόν για να υπάει Αλεξ. 2535. Βλ. και αγροικώ III3α, ακοή 2, αναμανθάνω, ανερωτώ. 19) α) Καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. A1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1γ): όλους, ωσάν εβλέπομεν, βούλεσαι να μας φάγεις Πένθ. θαν. (Knös) S f 6r· βλ. και αγροικώ, απεικάζω· β) διαπιστώνω: Κομμάτιν βλέπω απέδειρας τρανόν και γωνιδάτον| και μαγειρίαν ... Προδρ. III 103· Οκάτι τώρα, βλέπω σε, πολλά είσαι βαρεμένη Γλυκά, Στ. 304· για την χαράν τήν έλαβες βλέπω το κρύο δεν γνώθεις Φαλιέρ., Ιστ. V 30· Λοιπόν τον χρόνον βλέπομεν ’τι τρέχει ωσάν ποτάμι Πένθ. θαν.2 507· (με σύστ. αντικ.): ειδωμό είδα τη φτώχεια του λαού μου Πεντ. Έξ. III 7. Βλ. και απεικάζω I6β, βιγλίζω 9, θωρώ. 20) Σκέπτομαι να ..., αποφασίζω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3, 15): φέρετε τους καβαλάρηδες και τον κοντοσταύλην απέ την Λευκωσία να συντύχομεν και να δούμεν είντα να ποίσομεν Μαχ. 3981. Βλ. και αποφαίνω Aα, B1, αφυρώνω 3α, βιγλίζω 10, βουλεύω B1, 2, βούλομαι, βούλω. 21) Απολαμβάνω (Η σημασ. αρχ., Δημητράκ. στη λ. 10 και σήμ., ΙΛ στη λ. 7): όσοι καλά της είδατε, έχετε γλυκασμούς της Λόγ. παρηγ. L 19. Βλ. και απολαμβάνω α1, βυζάνω 5 μεταφ. 22) Θεωρώ: εποίκαν όρκον του υιού του του ρε Τζουάνη, διά να τον βλεπήσουν ως γιον αφέντην τους Μαχ. 6803. Βλ. και απογράφω (Ι) 1, βαστώ (Ι) Ι17, γνωρίζω, έχω κρατώ, κρίνω, πιάνω, τάσσω. 23) α) Φροντίζω, προσπαθώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 10): Δέτε λοιπό να δώσετε σημάδι του πολέμου Ερωφ. Ιντ. δ΄ 29· με την αφεντοπούλα μας να δεις να με παντρέψεις Ερωτόκρ. Γ΄ 856· βλ. και αγωνίζομαι 3, αγωνίζω· β) προστατεύω, διαφυλάττω κάπ. ή κ. (Πβ. ΙΛ, ό.π. 12α): διά τούτο παραγγέλλω σοι να βλέπεις την ζωήν σου Απολλών. 109· ήβαλε το σκουτάριν του ογιά να τη βλεπήσει Ερωτόκρ. Δ΄ 1697· τρίγυρα έβλεπεν αυτήν το τόξον της αγάπης Διγ. Z 155· Έβλεπα τους χριστιανούς, τώρα τους Τούρκους σκέπω Τζάνε, Κρ. πόλ. 5651· Μην την καταδικάσετε την πρικαμένη κόρη| ανείναι και να βλεπηθεί σ’ ετούτα δεν εμπόρει Ερωτόκρ. Γ΄ 1578· εκείνος ο άνθρωπος οπού καταποντίζει τα πράγματά του ουδέν εντέχεται να ένι άλλου προκουρούρης εις την αυλήν, εφειδή τα εδικά του πράγματα ουδέν ηξεύρει να βλεπήσει Ασσίζ. 354· βλ. και αντιστηρίζω, απαντώ 4δ, αποσκεπάζω 6, βοηθώ Αβ· γ1) (μέσ.) προφυλάσσομαι, παίρνω τα μέτρα μου, προσέχω τον εαυτό μου (Βλ. και ΙΛ στη λ. 12β): εκείνη η σωφρονεστάτη γυναίκα εβλέπεντονε και ετήρα την παρθενία της Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 412· γ2) (μέσ.) διασώζομαι, γλυτώνω: εβλεπήθησαν από εκείνον τον φοβερόν κατακλυσμόν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 404. Βλ. και απογλυτώνω 2, αποσπώ II1, γλυτρώνω. 24) α) Επιτηρώ, εποπτεύω, εφορεύω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 12): των πάντων είμαι δραγάτης| και ήλθα εδώ να βλέπω| τους τριάκοντα έξ χρόνους Χρησμ. I 338· εσπούδαζεν μετά επιμελείας να γένει το έργον και υπήγαινε κάθε ώρα και έβλεπε τους τεχνίτας Διήγ. Αγ. Σοφ. 15130· Και ογιά να μη θανατωθεί πασακιαμιά ’ς τη βλέπει Ροδολ. Ε΄ [426]· Ο εμπαλής της χώρας απάνω του ποίου ένι ενέργεια να βιγλίσει και να βλεπήσει τους λας Ασσίζ. 27416· Και επαρακαλέσα να βάλει κανέναν καβαλάρην να βλεπήσει την ανορίαν και να ποίσει τους χωριάτες να υποτάσσουνται τους προεστούς Μαχ. 4308· βλ. και βιγλίζω 2, 4, βλέπησις 3γ, φρ.· β) βόσκω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 11): έβλεπε κάποια πρόβατα δικά τση Βοσκοπ. 11. Βλ. και βοσκίζω, βοσκώ. 25) Επιθεωρώ: Τότε ο βασιλεύς εβγήκε γεγυμνωμένος της βασιλείας και υπήγεν μετά των αρχόντων αυτού και έβλεπε τα τείχη διά τους εχθρούς Μ. Χρονογρ. 3523· Ως είχεν γαρ επιθυμίαν να ιδεί και να γυρέψει| τα κάστρη και τες χώρες του ... (παραλ. 2 στ.), υπήγαιμεν εβλέποντα τα κάστρη και τες χώρες Χρον. Μορ. P 4519. Βλ. και βιγλίζω 8. 26) Φρουρώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 16α): εσυμβουλεύθησαν να το ποίσουσι νώσιν του βασιλέως να πέψει λας των αρμάτων να βλέπουν τον τόπον Μαχ. 821· εμηνύσα να βλέπεται το κάστρον εις το καλύτερον τό να μπορεί ωσόπου να παν οι Γενουβήσοι Μαχ. 50829. Βλ. και βίγλα 3 φρ. α, βιγλίζω 1. 27) α) Περιποιούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 14): Βλέπουν σε τα ψυχάρια μου και έχουν σε ως αυθέντην Προδρ. I 88· ωσάν τες κόρες μ’ έβλεπε πάντα των ομματιών του Τζάνε, Κρ. πόλ. 57320· βλ. και βαγιλίζω, κανακίζω· β) φροντίζω (Βλ. ΙΛ στη λ. 14): «Ζητώ σου να μου το δώσεις (δηλ. το ’σσώκαστρον) να σου το βλεπίσω και δεν θέλεις;» Μαχ. 40435· Περί του ανδρός του τεθνεώτος αξηγόρευτος και αδιάτακτος και οπού ουκ έχει πατέραν ή μητέραν, ουδέ έτερον άλλον συγγενήν και πως χρη η αυλή να βλεπίσει το εδικόν του Ασσίζ. 1630. Βλ. και αναγράφω 5, αναπαύω Aε, αποβλέπω 2, αποκοιτάζω 2, αποκρατώ A7. 28) Επισκέπτομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 12): Καλά κι οι άνδρες το συχνιό επηαίναν και τους βλέπαν,| αμή ’χα φόβον περισσό στο έβγα και στο έμπαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 52923. Βλ. και αναθεωρώ. 29) Αποβλέπω, προσβλέπω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II2 και σήμ., ΙΛ στη λ. 8): προς το θρασύτερον ο νους των νέων βλέπει Σπαν. (Λάμπρ.) Va 441· προς φυγήν έβλεψαν και εις πόλεμον ουδεόλως Καναν. 81A. Βλ. και αγροικώ I3γ, προθωρώ. 30) «Οραματίζομαι»: Αν αρρωστώ και κείτομαι, την παλαμίδαν βλέπω Προδρ. III 216t (χφ g) (κριτ. υπ.). 31) Ακούω: Πρόβαλε, μάννα, πρόβαλε να δεις ένα χαμπέρι Τραγ. Σούσ. B 110. Βλ. και αγροικώ, ακοντίζομαι, ακούω A1, αναφουκράζομαι. 32) Ζω ένα γεγονός: για να το πει του βασιλιού κι ως του φανεί ας το πιάσει,| παρά να δει στα γερατειά τέτοιον υγιό να χάσει Ερωτόκρ. Γ΄ 876. 33) (Προστ. αορ. β΄ πρόσ.) να!, ιδού: «ίδε ο παπάς οπού έφαγεν το ακρόπαστον απάκιν» Προδρ. IV 198· διε εγώ δίδω όμπροστέ σας σήμερα ευλογιά και κατάρα Πεντ. Δευτ. XI 26· ιδέτε θέαμα μέγα Προδρ. III 325l (χφφ CSA) (κριτ. υπ.)· Γιδέ ο χωριάτης| θέλει κιόλα να ’χπαιδεύει Συναξ. γυν. 864. Βλ και έδε, έν. — Βλ. και ιδείν.
γαληνός,- επίθ., Στεφ. Ιχνηλ. 22612, Σπαν. B 141, Σπαν. V 140, Κομν., Διδασκ. I 176, Προδρ. IV 1f* (χφ g) (κριτ. υπ.), Μανασσ., Χρον. 2359, 2650, 3391, Ιατροσ. κώδ. ϡι΄, Gesprächb. 28422, Φυσιολ. (Zur.) XX 2α8, Δούκ. 1914, Ch. pop. 93, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 195, Σεβήρ., Ενθύμ. 28 τρις, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, Ιερόθ. Αββ. 336, Μεταξά, Επιστ. 48, Βελλερ., Επιστ. 54, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [359], Ζήν. Β΄ 123, Τζάνε, Κρ. πόλ. 56725· αγαληνός, Θησ. (Foll.) I 133, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 408.
Το αρχ. επίθ. γαληνός. Ο τ. αγαληνός από τον πληθ. του ουδ. τα γαληνά> τ’ αγαληνά. Η λ. και ο τ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) (Προκ. για λιμάνι) ήρεμος, ήσυχος (Βλ. L‑S και ΙΛ στη λ. 1α): όρμος συ γαρ ο γαληνός πάντων των εν ανάγκαις Προδρ. IV 1f* (χφ g) (κριτ. υπ.)· β) (προκ. για νερό) που ρέει ήσυχα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): το δε ύδωρ ψυχρόν ον και γαληνόν και κάτωθεν αυτῴ διεισδύνει και εκριζοί Στεφ. Ιχνηλ. 22612· γ) (προκ. για καιρικές συνθήκες) ήρεμος (Η σημασ. και σημ., ΙΛ στη λ. 1β): ευδιεινοίς και γαληνοίς πνεύμασι φερομένη Μανασσ., Χρον. 2650. 2) Ήπιος, γλυκός (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., ΙΛ 2): ότ’ έναι τόσον ευγενής και γαληνός τῃ φύσει Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 195· Ήθος σεμνόν και γαληνόν και μετριοφροσύνη| αυτά εισί πλούτος αληθής Σπαν. V 140· Γαληνή περιστερά είσαι Ch. pop. 93· το διώμα τους αγαληνόν, περπατησιάν ωραίαν Θησ. (Foll.) I 133. 3) (Προκ. για ομιλία) σιγανός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1δ): γροικούσι και εμιλιές ... πολλά αγαληνές Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 408. 4) (Ο υπερθ. βαθμός ως τιμητικός τίτλος) (Η σημασ. ήδη τον 6. αι., L‑S): Αφέντη γαληνότατε και ύψιστε βασιλιά μου Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [359]· στελμένος από την γαληνοτάτη αυθεντία της Βενετίας Σουμμ., Ρεμπελ. 158. Το ουδ. ως ουσ. = γαλήνη: Ει και λύκος το διασωθέν εν τῃ εμῄ μάνδρᾳ, αλλ’ εγώ το γαληνόν έχων και φιλάνθρωπον ... σωτήρ έσομαι του λύκου και ου προδότης Δούκ. 1914· ειδέ από τον (μήπως των ?) έσω κομίζει την εαυτού τροφήν και εφαπλοί, γνώθι ότι γαληνόν του αέρος εστίν Φυσιολ. (Zur.) XX 2α8. Η λ. και ως κύρ. όν.: Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 156.
γαστάλδος- ο, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1720, 1722, Έγγρ. του 1565 (Ευαγγελάτος, Θησαυρ. 7, 1970, 217, 219), Συμβόλ. του 1593 (ΜΒ Ϛ΄ σ. ριε΄), Έγγρ. του 1597 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 105), Κρ. συμβόλ. 142, Μεταξά, Επιστ. 47, Έγγρ. του 1639 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 109)· γκαστάλδος, Σεβήρ., Διαθ. 191· κάσταλδος.
Από το βενετ. gastaldo. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Δικαστικός υπάλληλος που φροντίζει για τις συναλλαγές και την επίλυση των διαφορών μεταξύ ιδιωτών (Για τη σημασ. βλ. Ξανθουδίδη [Κρ. συμβόλ. 321], Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 50 σημ. 1, Βαγιακ., Ξένιον Ζέπου 3, 1973, 530 και Μανούσ., Εις μνήμην Μιχελή 337· βλ. και Μανούσακας-van Gemert, Κρ. Χρ. 27, 1987, 129): να ημπορεί ο άνωθεν| γαμβρός να τα σκοδέρνει απ’ αυτόν και απού τα καλά του διά γαστάλδο Έγγρ. του 1639 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 109)· τον γαστάλδον όρισαν την νύκταν να τον βλέπει, διά να μηδέν τον κλέψουσι την νύκταν οι γονείς του Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1720· ότε χαγάνος και οι επέκεινα ρήγες και κάσταλδοι δώρα τῳ βασιλεί στείλαντες ειρήνην ῃτήσαντο Χρονογρ. (Λαμψ.) 250. 2) Έκφρ. με τη στράτα του γαστάλδου = με απόφαση δικαστική, «διά της δικαστικής οδού» (Για το πράγμα βλ. Ξανθουδίδη, [Κρ. συμβόλ. 143 σημ. 5 και 199 σημ. 10]): αν δεν ήθελα τά δίδει και να τα πλερώνω [ως] άνωθεν, να μπορεί να τα πλερώνεται με τη στράτα του γαστάλδου Κρ. συμβόλ. 142.
γλυκύς,- επίθ., Σταφ., Ιατροσ. 7180, 14387, Σπαν. P 458, Γλυκά, Στ. 168, Γλυκά, Αναγ. 389, Λόγ. παρηγ. L 533, Λόγ. παρηγ. O 549, Προδρ. III 285, 314, IV 70, Μανασσ., Χρον. 983, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 301, 846, Καλλίμ. 781, 843, 1969, Ιερακοσ. 35336, Ορνεοσ. αγρ. 5365, Διγ. (Trapp) Gr. 1717, 2219, Διγ. Z 289, 1366, 1537, 1723, 3778, Διγ. (Trapp) Esc. 181, 549, Βέλθ. 1275, Ιατροσ. κώδ. φ΄, χκζ΄, Φλώρ. 222, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 87, Περί ξεν. A 210, 342, Περί ξεν. V 288, 315, 426, Ερωτοπ. 118, 268, 442, Λίβ. Esc. 917, Λίβ. N 929, Αχιλλ. (Haag) L 724, Αχιλλ. N 968, Ιμπ. 541, 659, 815, Φυσιολ. (Legr.) 1109, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 447, 608, Αργυρ., Βάρν. K 217 (αιτ. πληθ. γλυκέους), Μαχ. 2613, 25022, Δούκ. 2313, Θησ. (Foll.) I 133, Ch. pop. 24, 196, 795, Αρμούρ. 61, Χούμνου, Π.Δ. VII 74, Σκλέντζα, Ποιήμ. 25, Κορων., Μπούας 34, 68, 129, Πένθ. θαν.2 61, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 55, 230, 376, 473, 607, 642, Βεντράμ., Γυν. 37, 159, Σοφιαν., Παιδαγ. 122, Ιστ. πολιτ. 1714, Ιστ. πατρ. 11622, Παϊσ., Ιστ. Σινά 149, Κυπρ. ερωτ. 71, 81, 327, 511, 831, 9452, 989, 10511, 11411, Πανώρ. Α΄ 159, Β΄ 195, 521, Γ΄ 560, 622, Δ΄ 180, Ε΄ 51, Ερωφ. Α΄ 592, Ιντ. α΄ 109, Β΄ 317, 353, Ιντ. β΄ 55, 124, Γ΄ 29, 250, Δ΄ 377, Ε΄ 164, 215, Φαλλίδ. 104, Βοσκοπ. 101, Σεβήρ., Διαθ. 189, Ιστ. Βλαχ. 1619, 1793, 2601, Σουμμ., Ρεμπελ. 192, Διγ. Άνδρ. 35431, 3865, 3985, 4035, Ερωτόκρ. Β΄ 434, Γ΄ 142, 1216, Δ΄ 720, 975, Ε΄ 1482, 1503, Θυσ.2 540, Μεταξά, Επιστ. 47, 48, Στάθ. Α΄ 313, 320, Γ΄ 164, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [334], Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [811, 1175], Γ΄ [41, 369, 924], Χορ. γ΄ [50], δ΄ [45], Ε΄ [365, 1311, 1691], Λίμπον. 199, 215, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 105, Ιντ. γ΄ 23, Ζήν. Β΄ 21, Λεηλ. Παροικ. 440, Διακρούσ. 6942· θηλ. γλυκέα, Διγ. Z 1008, 1042, 1084, Χρον. Μορ. P 3445, Πουλολ. 194, Λίβ. Esc. 981· πληθ. ουδ. γλυκία, Απολλών. 248, Μαχ. 1807, 47425, Κορων., Μπούας 8· γλυκιά, Διγ. (Trapp) Esc. 305.
Το αρχ. επίθ. γλυκύς. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Γλυκός στη γεύση (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1α και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): κρασίν γλυκύν γανίτικον Προδρ. III 285· β) (προκ. για νερό) που έχει ευχάριστη γεύση, δροσερός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1β. Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 1): Ποιος με γλυκύ και κρύο νερό την δίψαν του να σβήσει; Ερωφ. Β΄ 317· γ) (προκ. για πηγή) που αναβρύζει νερό ευφρόσυνο: πώς φέρεις έσωθεν πηγάς κρυστάλλους και γλυκείας; Διήγ. πόλ. Θεοδ. 87. 2) α) Γλυκός, ευχάριστος στην ακοή (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6): θέλει γροικάσται στ’ ορανού τα ύψη τ’ όνομά σου,| να πηαίνει με γλυκύ σκοπό άξιο της ομορφιάς σου Πανώρ. Γ΄ 622· ετραγώδει με ήχον πολλά γλυκύν Διγ. Άνδρ. 4035· β) (προκ. για φλογέρα) γλυκόηχος: Κι εσύ φιαμπόλι μου γλυκύ, ’ς τούτη τη μυρισμένη| δάφνη κρεμνώ να σε θωρού του πόθου οι βαρεμένοι Πανώρ. Β΄ 521· γ) (προκ. για όνομα) που ακούγεται γλυκά (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 7): μα τ’ όνομά σου το γλυκύ λέγοντας με χορταίνει Πανώρ. Γ΄ 560. 3) Γλυκός στην όψη (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): το πρόσωπόν σου το γλυκύ τις να τ’ αναντρανίσει Ch. pop. 795· το πρόσωπόν σου το γλυκύν εκαταφλόγισέ με Ερωτοπ. 118. 4) α) Που προκαλεί ευχαρίστηση (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1α και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4): Τι έν’ το γλυκύ μαντάτο; Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 55· β) (προκ. για ύπνο, θάνατο) γλυκός, γαλήνιος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1α και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4): Απεκοιμήθην η ωριά ύπνον γλυκύν και μέγαν Ιμπ. 541· ΄Ωχου και πόσον μου ’κανε γλυκύν τον θάνατόν μου! Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [365]· γ) (προκ. για καιρό) αίθριος: Ήρθεν η μέρ’ η λαμπιρή, γλυκύς καιρός αρχίζει Ερωτόκρ. Ε΄ 1503· δ) (προκ. για τον αέρα) απαλός: Γλυκύν αέρα στες αρχές του ναύτη έτσι του ρίκτει| ο ουρανός Λίμπον. 215· ε) (προκ. για τον κόσμο) όμορφος, γοητευτικός: κόσμε, και πώς με γέλασες με την επιβουλίαν!| Εν πρώτοις με εγλύκανες απ’ όσα ορεγόμην·| γλυκύς μ’ εφάνης στην αρχήν Περί ξεν. A 210. 5) Ηδονικός: λιποθύμημα γλυκύ εις τον καιρόν εκείνον| και ξένην άλλην ηδονήν έγνωσαν εις τα δένδρη Καλλίμ. 1969. 6) (Προκ. για πρόσ.) αγαπητός, προσφιλής (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8): ποίσον εμού το θέλημαν. γλυκύτατε υιέ μου Φλώρ. 222. 7) α) Προσηνής, καλοσυνάτος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 9): ωραίος ην εις όρασιν, γλυκύς εις συντυχίαν Διγ. Z 1537· μάλιστα είσαι εύσπλαγχνος, γλυκύς οικοδεσπότης Ιστ. Βλαχ. 1793· β) πράος, ήπιος: μηδέ πικρός και ρίξουν σε, μηδέ γλυκύς και φαν σε Ιστ. Βλαχ. 1619· γ) στοργικός: παρακαλούμεν σε ως αφέντης μας να στραφείς με γλυκύν βλέμμαν εις αυτής μας Μαχ. 25022· εσένα έχομεν Θεόν, εσέν γλυκύν πατέρα Ιστ. Βλαχ. 2601· σκύπτει, φιλά τους πόδας του και τα γλυκία του χέρια Απολλών. 248· δ) τρυφερός: πού ’ναι η γλώσσα εκείνη η μελωδάτη,| που έπαυτε πάσα θρήνο| με τα γλυκιά κανάκια, Ζήν. Β΄ 21· γλυκιά παραπονέματα και τακτικά περίσσια (παραλ. 3 στ.) μιας κόρης ομορφότατης Ερωφ. Ιντ. β΄ 124· ε) (προκ. για λόγια) μειλίχιος: Τα λόγια του ήταν φρόνιμα, γλυκία σαν το μέλι Κορων., Μπούας 8. 8) (Προκ. για γνώμη) συνετός, φρόνιμος: λέγει ούτως προς αυτόν μετά γλυκέας γνώμης Χρον. Μορ. P 3445. Το ουδ. του επιθ. ως ουσ. = 1) Γλυκό κρασί (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. γλυκύς II1. Πβ. όμως και τη σημασ. του επιθ. γλυκύς, L‑S στη λ. II1): Αυτός χορταίνει το γλυκύν εις το τρανόν μουχρούτιν Προδρ. IV 70. 2) Ευχαρίστηση, ευτυχία: Έρως να ποίσει το γλυκύν να γυριστεί εις φαρμάκι Λίβ. Esc. 917. 3) α) Γλυκός, καλός τρόπος συμπεριφοράς: να τουσε φέρεις εις καλόν εκ την διατανοσύνη| με το γλυκύ, με τ’ όμορφον, με του Θεού τον φόβον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 608· β) καλός λόγος: είναι πολλοί, παιδάκι μου, τη σήμερον ημέρα| πὄχου στο στόμα το γλυκύ, φαρμάκιν εις την χέρα Ερωτόκρ. Γ΄ 142. 4) Ευχάριστη κατάσταση: το της φιλίας γλυκύ εις έχθραν πικρίας κατηντηκός Δούκ. 2313· έκφρ. τα γλυκιά του ύπνου: τη βαθειά, βαθειάν αυγή, εις τα γλυκιά του ύπνου Ερωτόκρ. Δ΄ 975. 5) Εξάνθημα, «σπυρί» (Η σημασ. στον Ευστ., Κουκ., Ευστ. Γραμμ. 30. Βλ. και Δημητράκ., λ. γλυκός 7): Προς τα λεγόμενα γλυκέα, τά γίνονται εις την κεφαλήν Σταφ., Ιατροσ. 7180.
δε(ν),- μόρ., Προδρ. III 138 (χφ g) (κριτ. υπ.), IV 136 (χφ Α) (κριτ. υπ.), Διγ. Z 878, Περί ξεν. V 188, Μαχ. 946, Ch. pop. 44, Χούμνου, Κοσμογ. 308, Γαδ. διήγ. 252, Σαχλ., Αφήγ. 407, Κορων., Μπούας 60, Πένθ. θαν.2 519, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 44, 45, 46, Πεντ. Έξ. VI 12, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402, 415, Μορεζίν., Λόγ. 469, Κυπρ. ερωτ. 7548, Πανώρ. Β́ 584, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 17130, Κρ. συμβόλ. 82, Μεταξά, Επιστ. 476, Στάθ. Β́́ 91, Ροδολ. Τοις Αναγν. [25], Πρόλ. [40], Ε΄ [324], Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 103, Διήγ. πανωφ. 57, Διήγ. ωραιότ. 448, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 163, Β́ 295, Γ́ 381, Δ́ 442, Χριστ. διδασκ. 358, 375, Λεηλ. Παροικ. 247, 383, κ.α.· έ(ν), Κυπρ. ερωτ. 1214, 12939, 1384, 15124, Διγ. O 960.
Το αρνητικό δε(ν) <ουδέν, ουδ. του αρχ. ουδείς. Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ σ. 541) και τη Χίο. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Δεν (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): δεν έχουν γλυτωμόν, ουδέ καμιά γιατρεία Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 44· εθεώρουν τον λαόν … και τα παιδιά πως εβγαίνουσι της πόλεως δεν κατέχοντας πως ζυγώνουσι τα φουσάτα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402· Φάγω δε φάγω, πάντα μου, Πετρούτσο, σου θυμούμαι Στάθ. Β́ 91. 2) Έκφρ. α(ν) δε(ν) βλ. αν 6.
διάθεσις- η, Ελλην. νόμ. 5412, 54226, 57018, Ιερακοσ. 3817, 47028, Ωροσκ. 419, 10, Χρυσόβ. του 1364 σ. 151, Λίβ. Sc. 3153, Λίβ. N 3735, Δούκ. 19914, Αιτωλ., Μύθ. 10512, Μεταξά, Επιστ. 47 δις, Βακτ. αρχιερ. 165, Διακρούσ. 1199.
Το αρχ. ουσ. διάθεσις. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.). (Βλ. και Andr., Lex.).
1) Ψυχική ή σωματική κατάσταση (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1a και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 10): πρέπει ο αρχιερεύς και ο πνευματικός πατήρ να τους τηρούν την διάθεσιν και την καρδίαν Βακτ. αρχιερ. 165· θανατωδέστερα τούτων (ενν. των νοσημάτων) τα των κοιλιακών και υστερικών διαθέσεων έσονται Ωροσκ. 4110· Η κνησμώδης και ψωρώδης επιγενομένη διάθεσις Ιερακοσ. 47028. 2) Η στάση προς κάπ. ή κ. (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IIb και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 11): η σπλαγχνική και ευνοϊκή διάθεσις οπού τον απερασμένον καιρόν εδείξατε Μεταξά, Επιστ. 47· φαίνονται ότι έχουσιν διάθεσιν αγία Αιτωλ., Μύθ. 10512· οίδαμεν ακριβώς την προς ημάς εκ πολλών χρόνων διάθεσιν Δούκ. 19914· πόσην αγάπην και στοργήν και διάθεσιν γνησίαν! Λίβ. Sc. 3153. 3) Σχέση: διότι έσχεν μετ’ αυτής γαμικήν διάθεσιν μετά όρκου Ελλην. νόμ. 54226· Ο μέντοι από του αγίου βαπτίσματος τινά δεξάμενος ου δύναται ταύτην ύστερον προς γάμον αγάγεσθαι ως δήθεν γεναμένην θυγατέραν αυτού …, αλλ’ ουδέ ο υιος αυτού, επειδή ουδέν άλλως ει μη έχων επ’ αυτής πατρικήν διάθεσιν Ελλην. νόμ. 57018.
εδώ,- επίρρ., Προδρ. II 51, 54α, III 364, IV 129l (κριτ. υπ.), Διγ. (Trapp) Esc. 548, 747, 751, Πόλ. Τρωάδ. 79, Ερμον. Ψ 335, Χρον. Μορ. P 2732, 5661, Φλώρ. 1658, Απολλών. (Wagn.) 724, Λίβ. P 45, Λίβ. Sc. 1653, Λίβ. N 88, 3542, Σφρ., Χρον. μ. 946, Σαχλ., Αφήγ. 27, Πένθ. θαν.2 266, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 177,199,200, Έγγρ. του 1584 (Hurmuz., Documente ΙΔ́ 1, 75), Πεντ. Γέν. XXII 1, XXVII 1, Δευτ. XXIX 14, Αιτωλ., Μύθ. 10510, 13615, Ερωφ. Πρόλ. 94, 102, Ά́ 605, Β́ 363, Ιντ. β́ 38, Ιντ. γ́ 57, 185, 361, Ιντ. δ́ 13, Έ 13, 310, μετά στ. 524, 526, Πιστ. βοσκ. I 2, 233 (έκδ. πιθ. εσφαλμ. αδώ), Σταυριν. 1287, Βλαστού, Επιστ. 177, Σεβήρ., Διαθ. 191, 192, Ερωτόκρ. Ά́ 12, Μεταξά, Επιστ. 47, Βελλερ., Επιστ. 55, 62, 77, Διήγ. εκρ. Θήρ. 1091, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 28, Διακρούσ. 8616, Αλφ. (Mor.) II 8· ’δω, Προδρ. III 364, IV 172 (χφ g) (κριτ. υπ.) (έκδ. κριτ. υπ. τάδω = τα ’δω), Θησ. (Foll.) I 108, Αλεξ. 2096, 2130, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 36, 108, Ερωφ. Δ́́ 135, Έ́ 331, 386, 668.
Από το αρχ. επίρρ. ώδε. Βλ. και Ανδρ., Λεξ. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.)
1) α) (Τοπ.) εδώ (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): εδώ μας έστειλ’ ο πασιάς Διακρούσ. 8616· (Με παροτρύνσεις ή ερωτήσεις): «Ακούεις εδώ που, ξένε μου;»‑«Ναι, Κλιτοβών, ακούω …» Λίβ. Sc. 1653· β) (προκ. για αναφορά σε γραπτό κείμενο): ας έρθει να τ’ αφουκραστεί ό,τ’ είν’ εδώ γραμμένα Ερωτόκρ. Ά́ 12. 2) (Χρον.) σ’ αυτό το σημείο, τότε, αυτή τη στιγμή (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 7): εδώ διαβαίνει ο μιλιαράς και καταπίασέ τον Προδρ. II 54α· εδώ πιάνει το μαχαίρι (ενν. η Ερωφίλη) … και σφάζεται Ερωφ. Έ́ μετά στ. 524. 3) Στον εδώ κόσμο, στην επίγεια ζωή: Δεν μας συνοδεύει τότε πλούτος, δόξα και τιμή,| αλλ’ εδώ ’πομένουν όλα και πηγαίνομεν γυμνοί Αλφ. (Mor.) II 8.
ειρήνη- η, Γλυκά, Στ. Β́́ 107, Μανασσ., Χρον. 3198, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 111, Ασσίζ. 10410‑11, 1277‑8, 21410, 46620, Διγ. (Trapp) Gr. 3340 (κριτ. υπ.), Διγ. Z 4152, Ωροσκ. 396, Χρον. Μορ. H 1017, 2689, 8108, 8706, Γρηγορίου, Βίος οσ. Ρωμύλ. 519, Μαχ. 64835, Δούκ. 30531, Σφρ., Χρον. μ. 264‑5, 585, 7621, 9412, 10821, Θησ. Ζ́́ [642], Ch. pop. 429, Σκλέντζα, Ποιήμ. Ά́ 62, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15219, Έκθ. χρον. 3116, Κορων., Μπούας 69, 111, 129, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 103, Πεντ. Γέν. XV 29, Δευτ. XX 11, Ρίμ. θαν. 78, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 696, 1029, 1040, Ιστ. πολιτ. 5515, 738, Ισπαν. έγγρ. (Χασιώτης) 55, Ιστ. Βλαχ. 137, 266, 1434, 1441, Σουμμ., Ρεμπελ. 176, Διγ. Άνδρ. 36219, 40432, Μεταξά, Επιστ. 47, Διακρούσ. 7115, 8620· ερήνη, Θησ. Ί́ [28], Πεντ. Γέν. XXVI 29, 31, XXVIII 21, XXIX 6, XXXVII 4, 14, XLI 16, XLIII 23, 27, Έξ. IV 18, XVIII 7, Λευιτ. XXVI 6, Αρ. VI 26, XXV 12, Δευτ. II 26, XX 10, XXIII 7, XXIX 18.
Το αρχ. ουσ. ειρήνη. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Κατάσταση ησυχίας, φιλική σχέση μεταξύ κρατών και ατόμων (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Πρωίας Λεξ.): αγαπά φιλονεικίαν και την ειρήν’ αρνείται Κορων., Μπούας 111· τα ρωμαϊκά μέρη των ορθοδόξων και οι τόποι επερνούσαν με ειρήνην Διγ. Άνδρ. 36219. 2) Συνθήκη, συμφωνία για την κατάπαυση πολέμου (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Πρωίας Λεξ.): ποιήσαντες ειρήνην μετά των εν τῳ κάστρῳ Σφρ., Χρον. μ. 264‑5· δένει τα βασίλεια με την καλήν ειρήνην Ιστ. Βλαχ. 1441. 3) α) Γαλήνη, αταραξία, ηρεμία (Βλ. Bauer, Wört. στη λ. 1β. Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Έμεινε δε εν τῃ αυτῄ μονή ζων εν ειρήνῃ Έκθ. χρον. 3116· Ει δε πάλιν εμφυτεύσει ειρήνην εν τῃ καρδίᾳ σου Δούκ. 30531· χάρις είη υμίν και ειρήνη και έλεος παρά Θεού Μεταξά, Επιστ. 47· ερήνη εσάς Πεντ. Γέν. XLIII 23· β) (προκ. να ρωτήσει κανείς για την υγεία) (Πβ. L‑S στη λ. IV): ερώτησεν αυτουνούς εις ερήνη Πεντ. Γέν. XLIII 27. Η λ. και ως κύρ. όνομ.: Chron. br. (Loen.) 1.
εκκλησία- η, Σπαν. O 50, Ασσίζ. 619, 2495, 38418, Ελλην. νόμ. 56611, Διάτ. Κυπρ. 51025, Χρον. Μορ. H 813, 2011 (γεν. πληθ. εκκλησίων), 2632, 4359, Χρον. Μορ. P 5048, Φυσιολ. B 106, Χειλά, Χρον. 350, Μαχ. 1989, Δούκ. 3239, Σφρ., Χρον. μ. 14211, Συναξ. γυν. 894, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1473, 14824, Έκθ. χρον. 166, 753, Κορων., Μπούας 66, Αχέλ. 196, Ιστ. πατρ. 12712, 18911, Μ. Χρονογρ. 3728, Αλφ. 1510, Σεβήρ., Ενθύμ. 28, Σεβήρ., Διαθ. 191δις, Χίκα, Μονωδ. 142, Ιστ. Βλαχ. 33, Μεταξά, Επιστ. 47δις, Βακτ. αρχιερ. 184, Λίμπον. 493, κ.π.α.· εκκλησά, Φορτουν. (Vinc.) Γ́́ 190· εκκλησιά, Διδ. Σολ. Ρ 136, Προδρ. IV 263, Πουλολ. 95, Παρασπ., Βάρν. C 26, Σφρ., Χρον. μ. 807, Γεωργηλ., Βελ. 4, Απόκοπ. 471, Ιμπ. (Legr.) 996, Κορων., Μπούας 66, Πένθ. θαν.2 584, Λεηλ. Παροικ. 502, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1705, 1995, 53915, 5472, κ.π.α.· εκκληχιά, Θρ. Κύπρ. K 425, 709· ’κλησά, Τζάνε, Κρ. πόλ. 56217· ’κκλησία, Συναξ. γυν. 1162, Σκλάβ. 37, Θρ. Κύπρ. K 427, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 374· ’κκλησιά, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17420.
Το αρχ. ουσ. εκκλησία. Ο τ. εκκλησά και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Δ́́ 572)· βλ. και Οικονομίδη, Αθ. 56, 1956, 219. Για τον τ. ’κλησία βλ. Παπαδ. Α., ΛΔ 3, 1941, 12. Οι τ. εκκλησιά και ’κλησιά και σήμ. (Δημητράκ., λ. εκκλησία). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Το σύνολο των χριστιανών (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II2. Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 6): Ει γαρ και ιδιώτης ην, αλλά καλώς εκυβέρνει την εκκλησίαν Χριστού Έκθ. χρον. 753. 2) Το σύνολο των νόμων που διέπουν την εκκλησία (Η σημασ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. Hl): βασιλείας ουρανών γίνονται κληρονόμοι| καθώς το θέλ’ η εκκλησιά, των χριστιανών οι νόμοι Πένθ. θαν.2 584. 3) Η επίσημη αυτοκέφαλη εκκλησιαστική εξουσία ενός κράτους (Η σημασ. τον 4. αι., Preisigke-Kiessling III, Abschn. 12, 25738 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 6): η εκκλησιά της Ρώμης Παρασπ., Βάρν. C 26· η εκκλησία των Γραικών του ρηγάτου της Κύπρου Διάτ. Κυπρ. 51025. 4) Η εκκλησία ως διοικητική εξουσία (Η σημασ. τον 4. αι., Lampe, Lex. στη λ. Α5): Ρηγάδες μεν και βασιλείς μετά της εκκλησίας| έκπαλαι πάντες μοίρασαν πάσας τοποθεσίας Κορων., Μπούας 66. 5) Λειτουργία (Η σημασ. τον 4. αι., Lampe, Lex. στη λ. Ν3 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8): έχω και περιορισία,| να λείπω από την εκκλησία Συναξ. γυν. 894. 6) α) Χριστιανικός ναός (Η σημασ. στον Ιουστινιάνειο κώδ., L‑S στη λ. ΙΙ2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 7): Μικρή εκκλησία έναι εκεί. Άγιον Νικόλαν λέγουν Χρον. Μορ. P 5048· β) έκφρ. μεγάλη εκκλησία = η Αγία Σοφία (Η σημασ. τον 6. αι., Du Cange· βλ. και Sophocl. στη λ. 3): Ιουστινιανός …| και της μεγάλης εκκλησιάς Αγιάς Σοφιάς δομήτωρ Γεωργηλ., Βελ. 4· Την Αγίαν Σοφίαν την μεγάλην εκκλησίαν, πρώτον μεν την έκτισεν … Διήγ. Αγ. Σοφ. 1473. 7) Έκφρ. μητέρα ή μάνα των εκκλησιών = μητρόπολη: εντέχεται να γίνουνται της καθολικής εκκλησίας, τήν λέγουν μάνα των εκκλησιών, τουτέστιν μητρόπολιν Ασσίζ. 38418· εσυνάχθησαν εις την μητέρα των εκκλησιών, την καθολικήν μεγάλην εκκλησίαν Ιστ. πατρ. 12712.
εμπόδιο(ν)- το, Λόγ. παρηγ. O 447, Συνθήκ. Καλλ. 318, Ωροσκ. 4217, 455, Ιστ. πατρ. 19322, Μεταξά, Επιστ. 4839, 58, Βακτ. αρχιερ. 165, 186, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [65], Αγαπ., Γεωπον. 128· ’μπόδιο, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 621, Διγ. O 1788.
Το μτγν. ουσ. εμπόδιον (Sophocl.). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. εμπόδιος).
1) Εμπόδιο, πρόσκομμα (Η σημασ. μτγν., Sophocl. και σήμ., Δημητράκ., λ. εμπόδιος 3): έχοντας τίποτας νόμιμον εμπόδιον εναντίον της υποθέσεως ετούτης Χριστ. διδασκ. 423· Αλίμονον, ο άτυχος και πάντα ᾽μπόδια βρίσκω Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 621· Περί ιερέως εμπόδια, οπού τον εμποδίζουν την ιεροσύνην ποία είναι Βακτ. αρχιερ. 155. 2) «Δέσιμο», κατάδεσμος (Η σημασ. και σήμ. σε ιδιώμ., Κουκ., Λαογρ. 9, 1926, 458): σμίγονται τα ανδρόγυνα όταν ψάλλουν την αγίαν Ανάστασιν διά να χαλάσουν τα εμπόδια αυτών Νομοκ. 38718.
εναντίος, (I),- επίθ., Λόγ. παρηγ. O 143, Διήγ. Βελ. 72, Ριμ. Βελ. 132, Φαλιέρ., Λόγ. 119, Αχέλ. 1121, Χρον. σουλτ. 578, Μεταξά, Επιστ. 4723, 4848, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. [47]· ανάντιος, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 485· ενάντιος, Διγ. (Trapp) Gr. 1409, 1727, Χρον. Μορ. H 4340, 1822, Φλώρ. 26, 280, 447, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1374, Θησ. (Foll.) I 104, Ιμπ. (Legr.) 146, 158, Βεντράμ., Γυν. 154, Αχέλ. 559, Παλαμήδ., Βοηβ. 1369, Ιστ. Βλαχ. 1476, 1584, 2135, Σουμμ., Ρεμπελ. 159, 163, 175, 184, Έγγρ. του 1643 (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 64), Ροδολ. Β΄ [456], Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [324], Τζάνε, Κρ. πόλ. 25619, 3361, 34516, 52023· ᾽ναντίος, Θησ. Πρόλ. [58, 77], Ζ΄ [1435], IB΄ [113].
Το αρχ. επίθ. εναντίος. Ο τ. ανάντιος και σήμ. σε ιδιώμ. (Πρωίας Λεξ., λ. ενάντιος). Ο τ. ενάντιος και σήμ. (Πρωίας Λεξ., λ. ενάντιος). Ο τ. ᾽ναντίος από μετρ. αν.
I. Επίθ. 1) α) Αντίθετος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I 3α): δυο πάθη ενάντια πολλά βαστώ εις εμένα:| θανάτου ομάδι και ζωής Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [255]· επάτησες τον όρκον,| το ενάντιον γαρ του έποικες εις όσον του επισχήθης Χρον. Μορ. H 5549· ουδένας δεν αποκοτά το ενάντιο να μιλήσει Ερωτόκρ. Β΄ 1204· β) αντιφατικός (Η σημασ. στο Βλάχ.): Τούτο το κεφάλαιον εναντιότατον εαυτῴ Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 886 σχόλ.· γ) αταίριαστος: τα έμασεν εις ένα και έγραψέ τα και έκαμε τα έξι βιβλία λόγους εξήντα και εξέβαλε και εφήκε τα εναντία και άχρηστα εις τας κρίσεις Βακτ. αρχιερ. 212. 2) α) Δυσάρεστος: ήφεραν του πατέρα του μηνύματα εναντία| ότι· «τινές αλλογενείς τας χώρας σου κουρσεύουν …» Αχιλλ. N 178· όλος εξίσταμαι βλέποντας τόσας περιστάσεις εναντίας κατά πολλά της τοιαύτης μου επιθυμίας Μεταξά, Επιστ. 4723· β) δυσμενής: είχε την τύχην ενάντιαν Λίμπον. 224· πάλι ξεύρεις οι θεοί ενάντιοι μας είναι,| θεά η Ήρα απαρχής εχθρεύεταί μας πάντα Θησ. Γ΄ [661]· γ) (προκ. για καιρό ή άνεμο) όχι ευνοϊκός, αντίθετος (Για τη σημασ. βλ. L‑S στη λ. I 1b): δεν ημπορούσανε να περάσουνε από τα στενά της Καλλίπολης από εναντίον καιρό Χρον. σουλτ. 578· άνεμοι ενάντιοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 36411· δ) φοβερός: διότι αν συνέβη κανένα κακόν ενάντιο, πρέπει ότι αυτός να πληρώνει με την παίδεψήν του Σουμμ., Ρεμπελ. 161. 3) Βλαβερός: ούτε να τρώγεις ενάντια πράγματα Αγαπ., Γεωπον. 205. II. Ουσ. Α´ α) (αρσ. και θηλ.) αντίπαλος: διότι το αφεντικόν γράμμα να μην πατιέται (παραλ. 1 στ.), μόνον να είναι στερεόν σαν πύργος από πέτρα| και κείνον το ενάντιον δικαίως αντιμέτρα,| ήγουν εκείνος οπού θε να το καταπατήσει Ιστ. Βλαχ. 1594· δίχως άργητα καμιάν να τήνε θυσιάσουν.| Σαν βγάλω την ενάντιαν ετούτην απ’ ομπροστά μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [869]· β) (αρσ.) αντίδικος (Η σημασ. στο Βλάχ.): Ει δε της αυτής χειρός και το εναντίον μέρος προκομίσειε γράμματα, τότε μη διαβάλλεσθαι· ῳ γαρ ο ενάντιος πιστεύει και ο προκεκόμικε και εξ ου τα οικεία επιρρώννυσι, τούτο ουκ αν διαβάλλοι Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 810· γ) (αρσ.) (προκ. για πόλεμο) εχθρός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι 2α): κατά των ’ναντίων μας ανδρείως να ʼρμηθούμεν| να τους αιχμαλωτίσομεν Κορων., Μπούας 61. Β´ Ουδ. 1) Συμφορά, δυστυχία (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ. στη λ. 6): Δεν πρέπει να φοβάσαι,| πριχού μας έρθει ενάντιο να κλαίς και να θρηνάσαι Βεντράμ., Φιλ. 196· όλα τα ενάντια, τά ’χομε, να τα γλυκοβαστούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 278· ακόμη άλλα περισσά κακά και εναντία| παθαίνομεν οι άθλιοι με την συκοφαντία Ιστ. Βλαχ. 2647. 2) Αντίρρηση: να ημπορεί να φράσσει το λεγόμενον παραθύρ(ιν) κατά πώς και πρωτύτερα ουδέν ήτονε εκεί ποτέ, δίχως τινός εναντίου και αμπόδισμα Έγγρ. του 1550 (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 295). 3) Μειονέκτημα: Απήλθον δε διά συμπεθέριον, όπου άρα με φανῄ εκ των δύο γενών. Εδέησεν ουν, ίνα διά το αναίτιόν μου πλέον δηλώσω τῳ αυθέντη μου τῳ βασιλεί τα καλά αμφοτέρων των μερών και τα εναντία Σφρ., Χρον. μ. 7426. 4) Εμπόδιο: να μαντενίρου από πάσα ενάντιον τον ... αγοραστή Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2635. III. Το ουδ. με το άρθρο ως επίρρ. α) αντίθετα: ουδέν φωτίζει (ενν. ο ήλιος) ως έφεγγεν … Αλλά το ενάντιον η αρετή εργάζεται αιωνίως Ντελλαπ., Ερωτήμ. 920· β) έκφρ. εις τουναντίον = αντίθετα: κλίναντες εις τοὐναντίον απερρίφημεν από Θεού και απέστημεν Διάλ. Ευθυμ. 124248.
εξίσταμαι,- Απολλών. 198, 231, 247, Καλλίμ. 2559, Διγ. Z 757, Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 29, Διήγ. Βελ. 47, Διήγ. Βελ. (Neap.) 351, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 30, Λίβ. P 1058, Αχιλλ. N 1128, Ιμπ. (Legr.) 688, Παρασπ., Βάρν. C 165, Χούμνου, Κοσμογ. 2142, 2668, Ριμ. Βελ. 96, Γεωργηλ., Βελ. 118, 429, Ψευδο-Σφρ. 43635, Μεταξά, Επιστ. 4722.
Το αρχ. εξίσταμαι (L‑S, λ. εξίστημι).
Α´ (Μτβ.) μένω έκθαμβος: εξέστησαν το κάλλος της πάντες να την θωρούσιν Απολλών. 537· την αυτού εξίσταντο πάντες ανδρείαν πάνυ Διγ. Z 1342. Β´ Αμτβ. 1) Μένω έκπληκτος, απορώ, σαστίζω: εξέστησαν θαυμάζοντες τους λόγους του Ακρίτου Διγ. Z 1653· απορώ και εξίσταμαι και τον νουν καταπλήττομαι Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 198. 2) Ταράζομαι, τρομάζω: λέγουσιν … (παραλ. 4 στ.) και τέλος πως ο βασιλεύς, ως είδεν, πως εξέστην| πως εξεπλάγην, έφριξεν, πως ημαυρώθην όλως Καλλίμ. 952· εξαπορεί με ο λογισμός, αι χείρες και η γλώσσα·| εξίσταμαι ν’ αφηγηθώ κατά την Κακοτροίαν Βυζ. Ιλιάδ. 885. Το θηλ. της μτχ. παρκ. ως επίθ. = έξαλλη, αλλόφρων: η Εκάβη τον Πριάμου| μάθονταν (ενν. τον λόγον) εκ θεραπαίνης| και το σώμα του νεκρού γαρ| εν χερσί βασταζομένη,| σύντομως εξεστηκυία την θεράπαιναν προσέφη Ερμον. Ψ 283.
επιθυμία- η, Διγ. (Trapp) Gr. 3378, Διγ. Z 3703, Βίος Αλ. 4243, Έκθ. χρον. 62, Κορων., Μπούας 125, Αχέλ. 1618, Ιστ. πατρ. 9919, Χίκα, Μονωδ. 120, 123, Σουμμ., Ρεμπελ. 189, Διγ. Άνδρ. 39620, 54735, Βελλερ., Επιστ. 62 δις, Μεταξά, Επιστ. 47, 48, Συναδ., Χρον. 43, Τζάνε, Κρ. πόλ. 10719, 2718, Νομοκ. 38812· απεθυμία, Ζήν. Δ΄ 305· απεθυμιά, Πιστ. βοσκ. I 3, 94· αποθυμία, Διγ. O 28· αποθυμιά, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1068], Β΄ [283, 430], Γ΄ [317], Διγ. O 948, Μαρκάδ. 368· επεθυμία, Χρον. Μορ. P 4515, 5198, Θησ. (Foll.) I 7, Άνθ. χαρ. 2907, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 411, 412, 413 δις, 418, 419· επεθυμιά, Ριμ. κόρ. 641, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 75, 748, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [713], Ε΄ [32], Τζάνε, Κρ. πόλ. 3018, 40918, 45620· επιθυμιά, Ερωτοπ. 121, 136, Μαχ. 64816, Ch. pop. 786, 824, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1210, Πένθ. θαν.2 533, 540, Πένθ. θαν. S 203, 530, Αχέλ. 641, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [499], Διγ. O 2462, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. Αφ. 18· 395· πεθεμιά, Τζάνε, Κρ. πόλ. 51125· πεθύμια, Ευρετ. Ερωτοκρ. 76940, Ζήν. Β΄ 302, Γ΄ 138· πεθυμία, Μαχ. 1411, 22024, 5286, Θησ. Πρόλ. 72, 76, Ζήν. Δ΄ 304, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 570, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 39, Ευγέν. 631· πεθυμιά, Θησ. Πρόλ. 116, Γ΄ [78], I [674], Θησ. (Foll.) I 2, Ch. pop. 499, Ριμ. Απολλων. 36, Ιμπ. 931, Κορων., Μπούας 61, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 412, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 56, Κυπρ. ερωτ. 510, 124, 2713, 533, 9032, 1023, 7, 10624, 11820, 1328, 1491, Πανώρ. Α΄ 188, 400, 437, Β΄ 123, 383, Ε΄ 109, Ερωφ. Α΄ 45, 376, Ε΄ 214, Πιστ. βοσκ. III 6, 53, Βοσκοπ. 351, Παλαμήδ., Βοηβ. 1174, Ερωτόκρ. Α΄ 331, 1160, 1297, Β΄ 1887, Γ΄ 1339, Δ΄ 198, 1027, Θυσ.2 720, Στάθ. (Martini) Α΄ 26, 321, Β΄ 30, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 62,135, Ροδολ. Α΄ [336], Β΄ [150], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [223, 270], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [372, 748], Γ΄ [58], Δ΄ [392], Ε΄ [367, 1017, 1514, 1679], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 272, Γ΄ 641, Δ΄ 380, Ε΄107, 179, 326, Ζήν. Α΄ 318, Β΄ 258, Μαρκάδ. 638, Τζάνε, Κρ. πόλ. 32416, 37122, 3925, 4345, 46618· ’πιθυμία, Διγ. Esc. 1526· ʼπιθυμιά, Χούμνου, Κοσμογ. 416, Κορων., Μπούας 125, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20924· ’ποθυμιά, Ευγέν. 327.
Το αρχ. ουσ. επιθυμία. Οι τ. αποθυμιά και επιθυμιά στο Βλαστού, Συνών., σ. 178. Οι τ. πεθυμία και ʼπιθυμία και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ σ. 724). Ο τ. ʼπεθυμιά και σήμ. στην Κρήτη (Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ., σ. 660]. Βλ. και Ανδρ., Λεξ., λ. πεθυμιά και πιθυμιά. Η λ. και σήμ. (Πρωίας Λεξ.).
1) α) Επιθυμία, λαχτάρα (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Άναπτε όλος ως ιστιά εκ την απεθυμιάν του| το νίκος να ʼχει μετʼ αυτόν Θησ. Β΄ [663]· γιατί ʼχε ʼπεθυμιά πολλή γαμπρό να τονε κάμει Ερωτόκρ. Β΄ 1826· ολονυκτί να περπατώ μ’ όλην την συντροφιάν μου| διά να περάσω τους εχθρούς, ως έν’ η επιθυμιά μου Κορων., Μπούας 76· ενίμενε με πεθυμιά πότε να ξημερώσει Ερωτόκρ. Ε΄ 712· δε μπορούμε στη γλυκειά πατρίδα τη δική μας| να στρέψομε με πεθυμιά Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 9· φρ. έρχομαι εις επιθυμίαν = βλ. ά. έρχομαι 4· β) αυτό που επιθυμεί κανείς, το αντικείμενο της επιθυμίας (Η σημασ. και σήμ.): να κόψω το κεφάλιν του κι εδώ να σας το φέρω,| να επάρω το κοράσιον κι εδώ να σας το φέρω,| να επάρω την πεθυμίαν σας κι εσείς μη κουρασθείτε Διγ. (Trapp) Esc. 1517· γ) έντονη επιθυμία· ζήλος, ενθουσιασμός· ενδιαφέρον: Ετρέξαν (ενν. η αρμάδα) με πολλήν χαράν, με πεθυμιά γεμάτος| να πολεμήσει τον εχθρόν, αμ’ ήτονε φευγάτος Τζάνε, Κρ. πόλ. 3283· ο γενεράλες ήλεγε όλοι ν’ αντισταθούσι,| με πεθυμιάν αμέτρητη πασένας ογιά να ’χει Τζάνε, Κρ. πόλ. 2985· εκείνος που παιδεύγετο, η πεθυμιά ντου σβήνει| και την δουλειάν οπού ’ρχισεν ακάμωτην αφήνει Ερωτόκρ. Α΄ 1171· ήρξατο να δημηγορεί κι όλοι μ’ επιθυμίας| τους λόγους του ηκούσασι Κορων., Μπούας 67· δ) ανυπομονησία, αγωνία: Οι φυλακωμένοι οπού με μεγάλην επιθυμίαν έστεκαν διά να αγροικήσουν … από τους ανθρώπους οπού έπεμψαν να μιλήσουν του αφεντός το τι απόκριση επήραν Σουμμ., Ρεμπελ. 189· ε) ακόρεστη επιθυμία, απληστία: Όλα σχεδόν τα χρήματα του κόσμου ν’ απολαύσουν,| πάλι από την επιθυμιάν αδύνατο να παύσουν Πένθ. θαν.2 530· οι φιλάργυροι, όσον και πλέο κερδίζουν,| του πλούτου την επιθυμιάν ουδέν την εμποδίζουν Πένθ. θαν.2 532· Άνδρα, γυναίκα, ως βλέπομεν, δεν βούλεσαι ν’ αφήσεις.| Έφας πολλούς και χόρτασε κι ας παύσει η επιθυμιά σου Πένθ. θαν.2 203. 2) α) Ερωτική επιθυμία, πόθος (Η σημασ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα, Παπαδ. Α., Λεξ.): Ετούτ’ η τόση πεθυμιά μου φέρνει σα λαχτάρα| κι ως θυμηθώ πως τραγουδεί, μου ’ρχεται λιγωμάρα Ερωτόκρ. Α΄ 691· διά την πορνειά πάγ’ η ψυχή χαημένη· μόνον διά κάποια ηδονήν, μιας ώρας πεθυμία,| … θε να βρίσκεστε εις τόσην αμαρτία Βεντράμ., Γυν. 191· Στο γεροντίστικον κορμί ετούτο οπ’ ασπρίζει| παρά ποτέ η πεθυμιά του πόθου πρασινίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1362]· Όρισα δε να γδύσουσι γυναίκα να του πάσι· φόρις να έλθει ’ς πεθυμιά και να την αγκαλιάσει Αλεξ. 1588· β) (προκ. για γυναίκα) ποθητή, αγαπημένη: μετ’ αυτόν ανέβηκε εκείν’ η πεθυμιά του,| Ιππόλυτα ευγενική Θησ. Β΄ [224]· την Μαργαρώνα την χρυσήν και την επεθυμιά μου Ιμπ. (Legr.) 942· ως προσφών.: ψυχή μου,| … επιθυμιά μου, Φλώριε, καρδιά μου Φλώρ. 1017· γιάντα κι εσύ την όργητα δεν παύεις,| πεθυμιά μου; Πανώρ. Β΄ 263. 3) α) Αγάπη: Αγαπημένε μου αδελφέ, … ευρίσκω, απήν σ᾽ επλήγωσε της θλίψης το μαχαίρι (παραλ. 2 στ.), με πεθυμιά δυο πράματα να σου χρωστεί η φιλιά μου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 5· β) το αντικείμενο της αγάπης, αυτό που αγαπά κανείς: Να ζεις, να ζεις, αξάδερφε, παντά ’σαι η πεθυμιά μου Ζήν. Α΄ 202. 4) (Πιθ.) θέληση: Περίτου δύσκολη ζωγή καμιά δεν ένι| σαν κείνους όπου γδέχουνται τό πεθυμούσιν| και γδέχονται με ’πεθυμιάν να κατινούσιν Κυπρ. ερωτ. 733. 5) Έκφρ. μ᾽ όλην την πεθυμιά (μου, σου, κλπ.) = ολόψυχα: Ανίσως κι ευλαβείς ποτέ, αγιότατη θεά μου,| σ’ εθύμιασα, σ’ ελάτρευσα μ’ όλην την πεθυμιά μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [500].
ευγένεια- η, Σπαν. O 182, 192, Διδ. Σολ. Ρ 23, Σπαν. (Μαυρ.) P 227, Διγ. (Trapp) Esc. 156, Χρον. Μορ. H 9071, Πουλολ. Αθ. 445, Βίος Αλ. 5500, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 522, Αχιλλ. N 926, Βησσ., Επιστ. 365, Θησ. Ζ΄ [618], Σκλέντζα, Ποιήμ. 720, Κορων., Μπούας 4, 13, 40, Πένθ. θαν.2 501, Δεφ., Σωσ. 171, Μεταξά, Επιστ. 48, Παρθεν., Γράμμ. 228, Λίμπον. 203, κ.α.· βγενειά, Ερωτόκρ. Α΄ 2207· ευγενεία, Hist. imp. (Rochow) 19524, Πόλ. Τρωάδ. 374, Χρον. Μορ. H 7911, 8409, 8738, 8747, 8753, Μαχ. 18220, Θησ. Β΄ [161], Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 271, Αχέλ. 2392, Αιτωλ., Μύθ. 91, 3, Βελλερ., Επιστ. 722, 25-6, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 289· ευγενειά, Φλώρ. 70, Απολλών. 561, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 264, 1106, 3165, Απόκοπ. 289, Αχέλ. 504, Κυπρ. ερωτ. 693, Ερωφ. Γ΄ 117, Δ΄ 60, 106, Ε΄ 433, Ερωτόκρ. Α΄ 714, Γ΄ 500, 1154, Ε΄ 192, Στάθ. (Martini) Γ΄ 570, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 23, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [208], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [363], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 135, Γ΄ 619, 621, Ζήν. Β΄ 144, 337, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. ευγένεια. Ο τ. ευγενεία αρχ. (L‑S, λ. ευγενία) και σήμ. (Πρωίας Λεξ., λ. ευγενία). Βλ. και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 170 (λ. ευγενία). Ο τ. ευγενειά και στον Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 82, Γ΄ 540, Θυ. Αφ. 54, Γ΄ 306. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Αρχοντική καταγωγή: μέρος διά την ευμορφιάν, μέρος διά την σοφίαν| και διά την ευπρέπειαν και διά την ευγενείαν,| αν ήσαν εμπρός εις τον κριτήν χιλιάδες να κριθούσι,| τους Αθηναίους έκραξε να σώσουν να του ειπούσι,| αν είχασι παράπονο Λίμπον. 268· με περίσσιαν φρόνησιν εσυλλογάτο ακόμη| πως είν’ τιμή η ευγένεια, αλλ’ αγαθών προγόνων Λίμπον. 119. 2) (Νομ.) ελευθερία εκ γενετής (Βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 401]): Ει δε και τις εξ ελευθέρας τεχθή μητρός, δούλου δε πατρός, ευγενής ομοίως έσται, … ουδέ γαρ βλάπτει την του παιδός ευγένειαν το εκ πορνείας γενέσθαι την σύλληψιν Αρμεν., Εξάβ. A΄ 187. 3) Δόξα, μεγαλείο: Δεν σε έσωσεν οπού μας υστέρησες βασίλεια, οπού μας επήρες πλούτους, οπού μας εξένωσες ευγένειες Χίκα, Μονωδ. 90· η χώρα του ερήμαξε, πένθος εκαταστάθη| και τ’ όνομά τση εβούλιαξε κι η ευγενειά τση εχάθη Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 74. 4) Περηφάνεια, αλαζονεία (?): αν δε ζητήσεις, άγουρε, γυναίκαν να με πάρεις,| ου μη θελήσει ο πατέρας μου διά την ευγένειάν του Αχιλλ. L 649. 5) Γενναιότητα (Η σημασ. και στο Βλάχ.): απ’ εσένα έφυγε η ευγενεία κι η δόξα,| οπ’ ακαρτέρειες να γενείς όμοιος του Ηρακλείου| και τώρα γένηκες δειλός Θησ. Β΄ [51]. 6) Ομορφιά: ήλθα, κυρά μου, μόνος μου να ιδώ την ηλικιά σου,| τες χάρες και τες ευγενειές οπὂχει το κορμί σου Τριβ., Ρε 190. 7) Ευγένεια, αρχοντιά, οι «τρόποι» (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): Αυτείνοι ήταν έμορφοι, από ψηλήν γενέαν,| καλά τους έδειχν’ αληθώς η ευγενεία οπού ᾽χαν| εις το κορμί, εις πρόσωπον, στο ήθος τ’ ανδρειωμένο Θησ. Γ΄ [486]· αυτό που ’ς κόρην εύμορφην κράζεις αγριοσύνην,| είν’ ευγενειά και φρόνησις, τάξις και καλοσύνη Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [412]· Άλλη ουκ ήτο ωσάν αυτήν εις ευγενείαν και κάλλος Ιμπ. 38. 8) (Ως τιμητική προσφών.) (Η χρ. και σήμ., Πρωίας Λεξ., λ. ευγενία Βλ. και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 170): Χίλια καλώς απόσωσε, φίλε μου, η ευγενειά σου Ερωφ. Α΄ 72.
ευλογία- η, Hist. imp. 19542, Έγγρ. του 13. αι. (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 4210), Ιατροσ. 21115, Μαχ. 1428, Χούμνου, Κοσμογ. 406, 792, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1181, Χρον. σουλτ. 6916, Ιστ. πατρ. 1332, 13519, 19218, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1280, 1294, Βλαστού, Επιστ. 177, Θυσ.2 1150, Βελλερ., Επιστ. 62, 77, Μεταξά, Επιστ. 47, Παρθεν., Γράμμ. 228, Συναδ., Χρον. 54, Ζήν. Β΄ 436· ευλογιά, Διήγ. εις τους κρασοπατέρας 604128, Αχιλλ. N 1450, Χούμνου, Κοσμογ. 793, 955, Πεντ. Γέν. XXVII 12, 36, Έξ. XXXII 29, Λευιτ. XXV 21, Αρ. XXIII 20, Δευτ. XI 26, 27, XII 15, XVI 17, XXVIII 2, 8, XXX 1, 19, XXXIII 1, 23.
Το αρχ. ουσ. ευλογία. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Ευλογία (Η σημασ. και σήμ.): να καταριστείς τους οχτρούς μου σε επήρα και ιδού ευλόγησες ευλογιά Πεντ. Αρ. XXIII 11· εγύρισεν ο Κύριος ο Θεός σου εσέν τη κατάρα εις ευλογιά Πεντ. Δευτ. XXIII 6· ευλογίαν έλαβεν από τον πατριάρχην Αρσ., Κόπ. διατρ. [398]· το τέκνο σου την ευλογιά σήμερον τηνε θέλει Θυσ.2 840. 2) Ευμενής διάθεση του Θεού που φέρνει αγαθά: να σε κάμω εις έθνος μεγάλο και να σε ευλογήσω και να μεγαλύνω το όνομά σου και να είσαι ευλογιά Πεντ. Γέν. XII 2· ήτον ευλογιά του Κύριου εις όλο ος είναι αυτουνού εις το σπίτι και εις το χωράφι Πεντ. Γέν. XXXIX 5. 3) (Εκκλ.) προσφορά άρτου στο τέλος της λειτουργίας, αντίδωρο: ρ τότες επροσκύνησε κι επήρεν ευλογίαν Ιστ. Βλαχ. 159. 4) Φαγητό ή ποτό που δίνει ο ηγούμενος στους μοναχούς αφού το ευλογήσει: καυκίν κρασίν ου δίδουν με τό λέγουν ευλογίαν Προδρ. III 124. 5) Γάμος (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Δ΄, 1951, 93): αυτός ήτον ο γάμος τους και όλη η ευλογία Αχιλλ. L 1135· εάν έρως σε εκατέτρωσεν της βασιλεώς θυγάτηρ,| μετά χαράς παράλαβε ταύτην, μετ’ ευλογίας Αχιλλ. N 1211. 6) Φρ. λαμβάνω εις ευλογίαν = παντρεύομαι: λαμβάνει μίαν γυναίκαν εις ευλογίαν μετά πάντα τα αγαθά της και τα δικαιώματά της Ασσίζ. 1281. 7) Λοιμώδης εξανθηματική αρρώστια (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 11): απέθανεν η θυγατέρα μου Ζωή από την πικρά ευλογία Συναδ., Χρον. 36.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Σπαν. P 85, Κομν., Διδασκ. Δ 102, Μανασσ., Χρον. 2757, 5772, 6120, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 30, Ιερακοσ. 4755-6, Διγ. Z 4151, Χρον. Μορ. H 940, Βίος οσ. Αθαν. 241, Απολλών. (Wagn.) 413, Δοκειαν. 250, Σφρ., Χρον. μ. 7225, Σκλέντζα, Ποιήμ. 73, Ριμ. Βελ. 22, 693, Έκθ. χρον. 22, 469, 4722, 683, Συναξ. γυν. 172, 647, Φαλιέρ., Λόγ. 8, Φαλιέρ., Ρίμ. L 285, Ιστ. πατρ. 10816, 12918, Ερωφ. Α΄ 41, 584, Β΄ 381, Γ΄ 406, Δ΄ 308, Ε΄ 458, Σουμμ., Ρεμπελ. 161, Ερωτόκρ. Α΄ 26, 65, 82, 1568, 2025, Β΄ 2088, Γ΄ 907, 910, Θυσ.2 380, Μεταξά, Επιστ. 48, Παρθεν., Γράμμ. 227, Στάθ. Γ΄ 141, 222, Βακτ. αρχιερ. 154, 173, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [481], Δ΄ [298], Φορτουν. Αφ. 1, Πρόλ. 67,139, Α΄ 20, Ιντ. α΄ 40, Β΄ 212, Γ΄ 592, 620, Δ΄ 573, Ε΄ 101, 157, Ζήν. Α΄ 337, Γ΄ 36, 81, 265, Δ΄ 9, Λεηλ. Παροικ. Αφ. 3, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1418, 18018, 19613, 58426, 58622 κ.α.