Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αλλόθεν,
- επίρρ., Ασσίζ. (Σάθ.) 1993, Αχέλ. (Pern.) 1862, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 920· αλλούθε, Χρον. Τόκκων 214.
Το αρχ. επίρρ. άλλοθεν. Ο καταβιβασμός του τόνου αναλογικός (πβ. υψόθεν). Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ, λ. αλλούθε).
Από άλλο μέρος, από αλλού: ώσπερ τα μελίσσια ζουν απ’ αλλόθεν και από άλλους ανθούς και απού άλλα καλά Ασσίζ. 1993· εκείνοι μετασκάπτασιν, τρύπες αλλόθεν κάναν Αχέλ. 1862.
αναγυρίζω,- Διγ. (Καλ.) Esc. 168, Ερμον. (Legr.) Y 347, Θησ. (Βεν.) H΄ [907], Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 244α 10, φ. 260β 22. Πανώρ. (Κριαρ.) A΄ 214, Δ΄ 230, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 482, Ε΄ 442· ανεγυρίζω, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) VΙΙ 94.
Η λ..
Ά́ Αμτβ. α) Γυρίζω πίσω, επιστρέφω (πβ. τη σημερ. σημασ., ΙΛ στη λ. A1): Και τις πάλι αναγύριζε και τις εμπρός ερχέτον Θησ. H΄ [907]· ο νους αναγυρίζοντα ομάδι με το μάτι Φαλιέρ., Θρ. 1· Συνών.: στρέφω· β) συστέλλομαι (απέναντι σε κάποιον): όσοι και α γεννηθούσινε δεν τως (= απέναντι σ’ αυτούς) αναγυρίζω Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 260β 22. γ) αποκλίνω από την ευθεία οδό, εκτρέπομαι (βλ. ΙΛ, στη λ. A3): ότε ήσαν οι χριστιανοί οι γέροντες οι πρώτοι (παραλ. 1 στ.), οπού ʼθελαν την εκκλησιάν κι ουδέν αναγυρίζαν και την αγάπην είχασιν Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 694. B́ Μτβ. 1) α) Απομακρύνω (πβ. ΙΛ στη λ. B4): κι εκείνο απού χτίζω| χαλά γιαμιά και το ζητώ και θέλω αναγυρίζω Πανώρ. A΄ 214· ει δ΄ έχει άλλες αμαρτίες και έχει ορθοδοξίαν (παραλ. 1 στ.), μηδέ αναγυρίσεις τον διά βαρύν κανόνα Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 997 (βλ. ΙΛ στη λ. 4β)· πρέπει να γνωρίζει| καθένας τό ’χει χρέος του, να μην τ’ αναγυρίζει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1804]· β) αποφεύγω (κάποιον) (πβ. ΙΛ στη λ. B4β): αυτή δεν έχει λύπηση κι αγάπη δε γνωρίζει,| μα πλειάτερα παρά θεριό νά ’μου μ’ αναγυρίζει Πανώρ. Δ΄ 230. —Συνών.: μακραίνω. 2) Παραπλανώ (κάποιον), απατώ (πβ. τη σημερ. σημασ., ΙΛ στη λ. B5): και εγώ ως διά τ’ ετούτην ήκρυβα και ανεγύριζά σας Διγ. Esc. 168. 3) Αισθάνομαι συστολή απέναντι σε κάποιον, σέβομαι κάποιον, υπολογίζω (Η σημασ. και στα Poèm. hist. 270129· πβ. τη σημερ. σημασ. της μτχ. αναγυρισμένος = σεβαστός, ΙΛ, λ. αναγυρίζω, μτχ. 1. Επίσης βλ. Ανδρ., Σημασ. εξ. 44 και Ψάλτη, ό.π.): Εγώ ’μαι οποίος φανερά τον κόσμο διαγουμίζω| και οπού ρηγάδες και αφεντιές δεν τες αναγυρίζω Π. Ν. Διαθ. (Μέγ.) φ. 244α 10· βασιλέαν ου φροντίζει (ενν. η σπάθη),| ου σοφόν αναγυρίζει Ερμον. Y 347.
αποδιώχνω,- Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 400, Διγ. (Καλ.) A 951, Βίος οσ. Αθαν. (Βέης) 251, Ψευδο-Σφρ. (Grecu) 43017, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 929, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ε 521, 732, Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 118, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 15633, Έκθ. χρον. (Lambr.) 244, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 13, 16, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 8910, 1335, 13432, 1375, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 911, 3515, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 9812, 995,22, 1075, 11120, 13114, 1358, 14016, 1435, 15716, Δωρ. Μον. (Buchon) XXXΙV, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 310, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 660, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 37129, 37226, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [489], Διγ. (Lambr.) O 116· Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 122· ’ποδιώχνω, Διγ. (Lambr.) O 1065.
Το αρχ. αποδιώκω. η λ. και σήμ. (ΙΛ).
α) Απομακρύνω, καταδιώκω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): του βασιλέως έδωκεν ο Στέφανος μαντάτα| το πως τον αποδίωξαν του Λέχου τα φουσάτα Ιστ. Βλαχ. 660· Αλλά ο οφθαλμός ο ακοίμητος του Θεού, ο δυνατός και φοβερός, διά πρεσβείαν της αυτού μητρός αποδίωξε την αρμάδα Χρον. σουλτ. 13432· β) αποπέμπω: έβγαλεν από τον θρόνον τον πατριαρχικόν και από την πόλιν τον απέδιωξεν έξω Ιστ. πατρ. 13114· Μόνον εκαταφρόνα τον και αποδίωχνέ τον Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [489] (βλ. και αποβγάνω 1)· α) (προκ. για ανάγνωσμα) απομακρύνω (τον αναγνώστη), προκαλώ ανία: Το γάρ πολύ κ’ υπέρμετρον έχει πολλάκις βάρος| και τους αναγινώσκοντας ο νους τους αποδιώχνει Κομν., Διδασκ. Δ 400.
γυψέλιν- το, Φαλιέρ., Λόγ. 177, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 542· γουψέλι, Δεφ., Λόγ. 213· γυψέλι· υψέλι, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 11815.
Από το ουσ. κυψέλι(ον) το. Για την τροπή του κ σε γ βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 434, Κουκ., Αθ. 57, 1953, 203. Η λ. και στο Βλάχ. (λ. γυψέλι) και σήμ. σε διάφ. τ. (Βλ. Andr., Lex., λ. κυψέλιον).
α) Κυψέλη μελισσών (Η σημασ. στο Somav. και σήμ. σε ιδιώμ., Andr., Lex., λ. κυψέλιον): κι εκείνες (δηλ. οι μέλισσες) πὄρχονται εύκαιρες, έρχονται στο γουψέλι Δεφ., Λόγ. 213· β) ό,τι απομένει από σφαγμένο ζώο μετά την αφαίρεση των σπλάχνων (Για τη σημασ. βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 214 και Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Δ́ 251 και Ϛ́ 396, λ. υψέλι (τ. του γυψέλι): από τον κόπον τον πολύν έμεινε (ενν. ο γέρος) σαν γυψέλι (έκδ. γυψέλη) Περί γέρ. 46. — Βλ. και ά. κυψέλη.
εβραιόπουλον- το, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 313v· εβρόπουλον, Χούμνου, Κοσμογ. 2053, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 632· οβριόπουλον, Χούμνου, Κοσμογ. 2053 (κριτ. υπ.).
Από το εθν. Εβραίος και την κατάλ. ‑όπουλον. Η λ. και ο τ. οβριόπουλον στο Somav. και σήμ. (Δημητράκ., λ. εβραιόπουλο).
Μικρός Εβραίος (Η σημασ. στο Somav. και σήμ., Δημητράκ., λ. εβραιόπουλο): από το περιτόμημαν εβρόπουλον εφάνη Χούμνου, Κοσμογ. 2053.
Εβραίος- ο, Διγ. A 4019, Ερμον. Φ 62, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 424, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 348, 1925, Χούμνου, Κοσμογ. 2100, 2616, Σταυριν. 80, Ευγέν. 1221, Συναδ., Χρον. 33, Βακτ. αρχιερ. 183, 186, Τζάνε, Κρ. πόλ. 28622, 47618· Βραιός, Χούμνου, Κοσμογ. 1673· Εβραιός, Σαχλ. N 305, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 22, 794, Πεντ. Έξ. II 6, 11· Εβριός, Χούμνου, Κοσμογ. 2026, 2101· Οβραίος, Πουλολ. 582 (χφ V) (κριτ. υπ.), Μηλ., Οδοιπ. 639· Οβριός, Πεντ. Γέν. XL 15, Έξ. III 18, Λευιτ. XXIV 10, Μαρκάδ. 625.
Το μτγν. εθν. Εβραίος. Οι τ. Οβραίος και Οβριός και σήμ. (Δημητράκ.). Ο τ. Εβραιός στο Somav. Η λ. και σήμ.
1) Εβραίος (Η σημασ. μτγν., L‑S και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): το γένος των Εβραίων επέρασεν αβρόχως| την θάλασσαν την Ερυθράν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1925. 2) (Μεταφ.) άνθρωπος που έχει ελαττώματα που αποδίδονται στους Εβραίους (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): Φράγκικα δεν επίστευγε (ενν. εκείνος), δεν ήτονε Ρωμαίος,| μόνο γιατ’ είχε βάπτισμα, μα πέρνα σαν Εβραίος Τζάνε, Κρ. πόλ. 47618. Το θηλ. ως τοπων.: Byz. Kleinchron. A΄ 8651b.
’ζουρεύω,- Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 114.
Από το ουσ. ’ζούρα και την κατάλ. ‑εύω. Η λ. και στο Βλάχ. (λ. ζουρεύγω).
Τοκίζω· τοκογλυφώ: Ξέχωρα θέλουν να κριθούν αυτοί οπού ’ζουρεύουν·| Θεού φόβον δεν έχουσιν, ουδέ ψυχή γυρεύουν Αλφ. 1527.
καρναβάς- ο, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. II 25.
Άγν. ετυμ. Η λ. και σε κρητ. τραγ. του 17. αι. (Δετοράκης, Τραγ. Κρήτ. 3625).
Κάλυμμα του κεφαλιού των κατώτερων κληρικών: ως τον ιδεί (ενν. το Βασιλίσκο) με καρναβά και ράσο, εις το θρόνο| με χλάμυδα τον άφησε και σκήπτρο Ζήν. Β΄ 279.
καταλαλιά- η, Φυσιολ. (Zur.) XX 2b11, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 377v, Δεφ., Σωσ. 304· καταλαλία, Σταφ., Ιατροσ. 15439, Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 245. Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 644.
Το μτγν. ουσ. καταλαλιά.
Συκοφαντία: καταλαλίαν άπεχε, μεγάλον κρίμαν έναι Σπαν. O 86.
καταχανάς- ο, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1244.
Άγν. ετυμ.· βλ. πάντως Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄, Δαγκίτσης, Λεξ. και Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., λ. καταχωνιάζω. Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ., Β΄) και στην Κάρπαθο (Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., λ. καταχωνιάζω).
Βρυκόλακας: με το σπαθίν, μετά θυμόν να πάτε| και να τον πολεμήσετε ... τον Τούρκον τον καταχανάν, αυτόν τον χονικιάρην Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 684· να πολεμίζουν δυνατά και ν’ απαντούν τον σκύλον,| τον Τούρκον τον καταχανάν, της ανομιάς τον φίλον Γεωργηλ., Θαν. 579· Και ’δέ ’ναιν η κακή αρχή, αυτός ο Τζαγκαρόλος| κι εγίνετο καταχανάς και απέκει κάγην όλος,| μήπως και παύσει το κακό Γεωργηλ., Θαν. 267.
κελεύω,- Λόγ. παρηγ. L 652, Προδρ. I 61, Ασσίζ. 23930, 2403, Διγ. Z 695, Διγ. (Trapp) Esc. 1216, Χρον. Μορ. H 3915, 6850, 8850, Βίος Αλ. 1724, 1758, 2377, Φλώρ. 601, 960, Γεωργηλ., Βελ. 229, Απόκοπ.2 52.
Το αρχ. κελεύω.
1) Προτρέπω, διατάζω: Αχέλ. 2184. 2) Επιθυμώ: ο Διγενής τον δράκοντα ούτως λέγει (παραλ. 1 στ.): «Έτοιμος είμαι πανταχού κι όπου κελεύεις έλα» Διγ. (Trapp) Esc. 1093· αν δε κελεύεις, άκουσον και την οικονομίαν,| άκουσε λιβαδιώτικα και πάλιν η γυνή μου Προδρ. II H 19d. Επικαλούμαι μαγικές δυνάμεις, όσες εμαντεύασιν και όσες εγητεύαν| και όσες σουσουρεύασιν και εκαταλαλούσαν| και όσες εκελεύασιν κι εκάμνασιν κληδόνους Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 148
κεφαλαλγία- η, Ορνεοσ. αγρ. 54423· κεφαλαλγιά, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1649· κεφαλαργία, Ιατροσ. κώδ. υμ΄, ωιϛ΄· κεφαλουργία, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1284.
Η λ. στον Ιπποκράτη. Ο τ. κεφαλαργία μτγν. Τ. κεφαλαργιά και σήμ. σε ιδίωμ. (Andr., Lex., λ. κεφαλαλγία).
Πονοκέφαλος: Ωροσκ. 419.
κεφαλαλγικός,- επίθ.· κεφαλαργικός, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1082.
Η λ. στον Ιπποκράτη (L‑S).
Που προκαλεί πονοκέφαλο: Εις κόρυζαν κεφαλαλγικήν Ορνεοσ. αγρ. 5513.
κοκκί(ο)ν- το, Σταφ., Ιατροσ. 16441· κοκκίν, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XIII 95· κούκκι, Δεφ., Λόγ. 216· κουκκί, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 167, Σαχλ., Αφήγ. 148, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 299, Rechenb. 394, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 377, Γαδ. διήγ. 248, Πανώρ. Γ΄ 260, Κατά ζουράρη 60, Στάθ. (Martini) Α΄ 168, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 179, 198, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ιγ́ 19· κουκκίν, Γλυκά, Στ. 183, Προδρ. (Eideneier) IV 143 χφ Ρ κριτ. υπ., Ασσίζ. 23725, 2454, 10, 12, 22, 48723· κουκκί(ο)ν, Σταφ., Ιατροσ. 5116, Σοφιαν., Παιδαγ. 288, Rechenb. (Vog.) 13, 541, Μαλαξός, Νομοκ. 447, Πηγά, Χρυσοπ. 327 (4), 328 (5, 6), 337 (13), Δωρ. Μον. (Βαλ.) 45.
Το μτγν. ουσ. κοκκίον. Ο τ. κούκκι από μετρ. αν. Ο τ. κουκκί και σήμ. Ο τ. κουκκίν και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 238), όπου και τ. κουτσίν (Λουκά, Γλωσσάρ. και 253, Σακ., Κυπρ. Β΄ 608 και Παπαδ. Θ., Δημ. κυπρ. άσμ. 305). Η λ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) Σπόρος, σπυρί, κόκκος: Βάτου καρπόν, ήτοι τα κουκκία του Σταφ., Ιατροσ. 5118· εις τον σίτον έρχεται και [τα] κουκκιά συνάζει Φυσιολ. (Legr.) 1081· Έπαρον στρύχνον, ... κοπάνισον τούτον, θέλεις τα κουκκία του, θέλεις τα φύλλα του Σταφ., Ιατροσ. 14· Ένα πουλί πιάστηκε κι έκλαιγε ’τ’ εχαλάσθη,| σίτου κουκκί να ορεχθεί εις την παγίδα πιάστη Αιτωλ., Μύθ. 542. 2) Ο καρπός της κουκιάς, κουκί: ρύζι, ροβίθια και κουκκιά, φακήν τε και κριθάρι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1304· πολλά φασούλια εφέρασιν, πολλά κουκκιά καθόλου Σαχλ., Αφήγ. 220. 3) (Φαρμακευτικός) κόκκος: εξ αυτού τῳ ιέρακι δώσεις εκάστῃ ημέρᾳ οφάς τρεις, τουτέστι κοκκία γ΄ Ορνεοσ. αγρ. 5253. 4) Μονάδα βάρους (Βλ. Schilb., Byz. Metrol. 185-6) ή νομισματική μονάδα: το δ’ εξάγιον κουκκίων ην κα΄ Rechenb. (Vog.) 11· Απέ την στύψην κελεύει το δίκαιον να λάβουν εις τα ρ΄ πέρπυρα να λάβουν πέρπυρα ια΄, κουκκία ε΄ Ασσίζ. 48729· οίδας ότι τα ϛ΄ κουκ(κία) του ν(ομίσματος) δ΄΄ υπερπύρου εισί Rechenb. (Vog.) 5414· Τα λεφτοκάρυα εβγαλμένα έξω της χώρας, κελεύει το δίκαιον να λάβουν εις τον μόδην κουκία γ΄ Ασσίζ. 24415.
κράτημα(ν)- το, Ελλην. νόμ. 52927, Ασσίζ. 16823, Διγ. (Trapp) Gr. 2553, Διγ. (Trapp) Esc. 1241, Χρον. Τόκκων 140, 821, 935, Μαχ. 1425.
Το μτγν. ουσ. κράτημα. Η λ. και σήμ.
1) Πιάσιμο· λαβή: έδωκέ μοι σπαθέαν εις το σκουτάριον και έκοψέν το και μόνον το κράτημα επέμενεν εις το χέρι μου Διγ. Άνδρ. 38121. 2) Συγκράτηση: Τα δάκρυά του υπάγαιναν, κράτημαν ουδέν έχουν Πόλ. Τρωάδ. 631. 3) Παρακράτηση: Το κράτημαν του αιμάτου και το κράτημαν του κόπου του τεχνίτη ένι αδέλφια Άνθ. χαρ. 30011. 4) Δέσμευση, υποχρέωση: πασαείς αναγέλαν του Αμόνε διά το μωρικόν του κράτημαν τό εκρατήθην διά τον Φίσιαν Άνθ. χαρ. 2982‑3. 5) Ιδιοκτησία, κτήμα: κράτημα του έδωσεν προσόδια να έχει| και να αναπαύεται εκεί με την αρχόντισσά του Χρον. Τόκκων 2913· Της χώρας τα κρατήματα βούλεται να τους δώσει,| να τους δουλώσει άπαντας της χώρας τούς ανθρώπους Χρον. Τόκκων 1278. 6) Μελώδημα στο τέλος ύμνου (χωρίς λόγια ή με λόγια τυπικά): ποιος να ψάλει κράτημα δόξαν διά να πάρει Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 255.
κρυφογελώ.- Από το κρυφό‑ και το γελώ. Η λ. και σήμ.
Γελώ σε βάρος κάπ., κοροϊδεύω: κρυφογελούν τον (έκδ. κρυφογελούνται· διορθώσ.) δε κρυφά, παίζουν τον σαν κοπέλες Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 222.
λαζάρωμα- το.
Από το λαζαρώνω και την κατάλ. ‑μα. Η λ. στο Βλάχ. (λ. λαζαρώματα).
Σάβανο: συ θάπτεις αυτόν εις τον νάρθηκα της εκκλησίας με το λαζάρωμα και μόνον …, αλλά κἀκεί ενδύεις το νεκρόν σώμα, … στολίζεις, μυρίζεις και παραπέμπεις τῳ τάφῳ Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 796.
λείψανο(ν)- το, Χρον. Μορ. P 2743, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 267, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 136, Μαχ. 7033, Θησ. ΙΑ΄ [155], Έκθ. χρον. 706, Διήγ. Αλ. G 28811, Αχέλ. 2134, Παϊσ., Ιστ. Σινά 407, Διγ. Άνδρ. 40820, Βακτ. αρχιερ. 176, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1779, 3474.
Το αρχ. ουσ. λείψανον. Η λ. και σήμ.
1) Υπόλοιπο, απομεινάρι: Όσους δε ράβδος η εμή έφθασεν του προσψαύσαι| ζωής εν τούτοις λείψανον ουδόλως υπελείφθη Διγ. Z 2923. 2) α) Νεκρός, πτώμα: Διγ. Z 4106, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4851, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1226, Μαχ. 3012, Παϊσ., Ιστ. Σινά 2191· (μεταφ.): Ένα του πόθου λείψανον, νεκρόν κι αποθαμένον Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1051]· β) (συνεκδ.) κηδεία: μόνον εις τα καλέσματα τρέχομεν (ενν. οι ιερείς) ολοψύχως,| εις λείψανα, εις εορτάς και όπου μας καλέσουν Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 211· γ) κόκκαλα ή σώμα αγίου: να βλέπομεν …(παραλ. 1 στ.) τα μοναστήρια τ’ άγια άνω κάτω βαλμένα (παραλ. 1 στ.), τα λείψανα πυρίκαυστα, την θείαν κοινωνία| χυμένην Παλαμήδ., Βοηβ. 247· αγιασμένον από τον Θεόν άγιον λείψανον Ιερόθ. Αββ. 334· των αγίων τα λείψανα τα μοσχομυρισμένα Ανακάλ. 67· Πού και τα θεία λείψανα πολλών σοφών αγίων …; Ιστ. Βλαχ. 2403.
ληρίζω.- Από τον αόρ. του ληρώ. Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 278).
1) Λέω ανοησίες, φλυαρώ: Εγώ (ενν. ο λύκος) είμαι αιμοβόρον, εσθίω γαρ τα ζώα,| ου μόνον γαρ τον γάδαρον, καθώς εσύ ληρίζεις,| αλλά κι εσένα άλογον Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 817. 2) Σκώπτω, κοροϊδεύω: πρότερον εκούαν τας γραφάς και εληρίζασίν τας (παραλ. 2 στίχ.) και σήμερον επιθυμούν ν’ ακούσουν ευαγγέλιον Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 636.
λιθοκάρδιος,- επίθ., Ερωτοπ. 321, Αχιλλ. L 1242, Αχιλλ. N 1591, Αχιλλ. O 714, 758, Σκλέντζα, Ποιήμ. 117, Ιστ. πολιτ. 2021, Ιστ. Βλαχ. 562, Διακρούσ. 9424.
Η λ. σε σχόλ. (L‑S, λ. λιθοκαλλής).
1) Που έχει πέτρινη καρδιά, άπονος: αν ήτο λιθοκάρδιος, πάλ’ ήθελε δακρύσει Διακρούσ. 823. 2) Ασυγκίνητος, αναίσθητος, ξεροκέφαλος: Νοείς ό λέγω ή όλως αναίσθητος ει και λιθοκάρδιος (έκδ. λυσσοκάρδιος· διόρθωσ. Τωμ., ΕΕΒΣ 42, 1976/7, 390)· Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 268.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίρρ., Ασσίζ. (Σάθ.) 1993, Αχέλ. (Pern.) 1862, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 920· αλλούθε, Χρον. Τόκκων 214.