Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ανεξήγητος,
- επίθ.· αξήγητος, Νομοκ. 3897‑8.
Το μτγν. επίθ. ανεξήγητος. Η λ. και ο τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. αξήγητος).
Που δεν μπορεί να τον εξηγήσει κάποιος (Η σημασ. ήδη στον Ησύχ., λ. σεμνά· και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): γράφουσιν ... γράμματα και χαρακτήρας και αξήγητα στοιχεία Νομοκ. 3897‑8.
αρχιμηνιά- η· αρχιμενιά, Στάθ. Α΄ 179, Διήγ. ωραιότ. 783, 889, Νομοκ. 38626, 38712.
Το μτγν. ουσ. αρχιμηνία (Steph., Θησ.). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αρχιμηνιά).
Η πρώτη μέρα του μηνός, πρωτομηνιά (Πβ. L‑S Κων/νίδη. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αρχιμηνιά 1): Πάσα όντας είναι αρχιμενιά τέσσερεις λίτρες παίρνεις Στάθ. Α΄ 179.
ασχολώ,- Λίβ. P 884 (έκδ. άπασχολήσαι· βλ. Λίβ. Sc. 1121 και κριτ. υπ.), Λίβ. Sc. 1121, Νομοκ. 38823.
Κατά μεταπλ. από το ασχολούμαι.
1) (Αμτβ.) απασχολούμαι (Πβ. τη μτγν. χρ., L‑S, λ. ασχολέω ΙΙ): να μην ασχολεί ο νους του εις τα βιοτικά πράγματα μέσα εις την εκκλησίαν Νομοκ. 38823. Βλ. και ασχολίζω 2, ασχολούμαι I. 2) (Προκ. για τον έρωτα) απασχολώ, καταλαμβάνω, κυριεύω (κάπ.): Του Έρωτος αν ου ψεύδεται το στόμαν εις εσένα,| ουδέ εις εμέναν να ψευθεί τά με είπεν εν ονείρῳ.| Άκούσε τι συνέβηκεν προτού να με ασχολήσει Λίβ. Sc. 1121. Βλ. και αρπάζω Α4, βασιλεύω.
άτακτα,- επίρρ., Ασσίζ. 17829, 1795, Διγ. Άνδρ. 37529, Νομοκ. 3877, Χριστ. διδασκ. 416· άταχτα, Χρον. Γαλαξ. 213.
Από το επίθ. άτακτος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. άταχτα).
1) Χωρίς τάξη (Πβ. ΙΛ, λ. άταχτα 1): το ασκέρι των Ρωμαίων εδιαλύθηκε άταχτα Χρον. Γαλαξ. 213 (βλ. και ασυντάκτως 1). 2) Αντικανονικά: έφαγεν και έπιεν άτακτα Ασσίζ. 1795· ο ιατρός εγιάτρεψέν (έκδ., χφ ‑ευψεν) τον άτακτα Ασσίζ. 17829. 3) Άπρεπα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άταχτα 2): αφόβως γελούσιν άτακτα και μετεωρίζονται εμπαθώς και τραγουδούσι και χορεύουσι Νομοκ. 3877· εκείνος δε επήδησεν άτακτα και εβίαζε την κόρην Διγ. Άνδρ. 37529. Βλ. και ασυντάκτως 2.
άφοβα,- επίρρ., Λόγ. παρηγ. O 260, Λίβ. Sc. 1866, Πικατ. 179, Σκλάβ. 256, Τριβ., Ρε 19, Αχέλ. Πρόλ. 13· 2075, Πιστ. βοσκ. III 3,16, Παλαμήδ., Βοηβ. 153, Διγ. Άνδρ. 31832, 36811, 4011, Ερωτόκρ. Β΄ 1147, Γ΄ 432, 1027, Δ΄ 528, Νομοκ. 38818, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [551 ], Γ΄ [1199 ], Φορτουν. Ιντ. γ΄ 150, Ζήν. Δ΄ 48, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1625, 18522, 34822, 3718, 4261, 45811, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 72· ανέφοβα, Φορτουν. Αφ. 15, 50.
Από το επίθ. άφοβος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Χωρίς φόβο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): όταν με ίδεις επέρασα, στέκομαι εις την στερέαν (κριτ. υπ.),| τότε κι εσύ την θάλασσαν άφοβα να την έμπεις Λίβ. Sc. 1866· άφοβα μού σιμώσετε και απλά ελάτε ομπρός μου Σκλάβ. 256· βλ. και αφόβητα· β) με θάρρος, με τόλμη: Πλιά δυνατός εγίνηκε και πλιά άφοβα μαλώνει Ερωτόκρ. Β΄ 1147· άφοβα μίλιε του ρηγός, μ’ όλον οπού μανίζει Ερωτόκρ. Δ΄ 528. Βλ. και απότολμα 2, ατσίπωτα α. 2) Χωρίς συστολή, σεβασμό: παγαίνουν εις την εκκλησίαν διά να τες βλέπουσιν οι άνδρες ως ωραίες και δεν ακροάζονται την ακολουθίαν της εκκλησίας με ευλάβειαν, αλλά στέκονται άφοβα και συντυχαίνουν λόγια ανωφελή Νομοκ. 38818. Βλ. και αδιάντροπα, αδιαντρόπως.
βασκαίνω,- Σπαν. (Λάμπρ.) Va 226, Μακρεμβ., Υσμ. 2168, Μανασσ., Χρον. 301, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 71, Κυνοσ. 59911, Διγ. Z 1777, 1789, Πτωχολ. P 28, Διγ. Άνδρ. 35316, Νομοκ. 38732.
Το αρχ. βασκαίνω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Φθονώ (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II2): Ο Σατάν εβάσκαινεν, έβρυχε τους οδόντας Μανασσ., Χρον. 301. Βλ. και ζηλεύω. 2) Προξενώ σε κάπ. κακό με το βλέμμα, «ματιάζω» (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. I και σήμ., ΙΛ. Βλ. και Ανδρ., Σημασ. εξ. 35): ή τις κακός σ’ εβάσκανε βλέπων σου την ανδρείαν; Διγ. Z 1777. Η μτχ. ενεστ. βασκαίνων ως ουσ. = διάβολος (Βλ. Legr., AΑEEG 6, 1872, 89): Αλλ’ επείπερ ο βασκαίνων| πολεμεί γένος βροτείων Πτωχολ. P 28. Βλ. και βάσκανος 2.
βασκαμός- ο, Νομοκ. 38515.
Από το βασκαίνω και την κατάλ.‑μός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Μάτιασμα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): με τρίχας των ασθενών πιάνουσι την ασθένειαν τάχα διά τον βασκαμόν Νομοκ. 38515. — Βλ. και βασκανία.
βιοτικός,- επίθ., Προδρ. IV 1nn (χφφ CSA) (κριτ. υπ.), Διγ. Z 913, Πικατ. 240, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 8, Νομοκ. 38822· βιότικος, Αλφ. 1022.
Η λ. στον Αριστοτέλη (L‑S, λ. βιωτικός) και σήμ. (Δημητράκ. και ΙΛ).
Που σχετίζεται με τις ανθρώπινες φροντίδες για τη ζωή (στο υλικό της νόημα), τα εγκόσμια (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. βιωτικός II 1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): να μην ασχολεί ο νους του εις τα βιοτικά πράγματα μέσα εις την εκκλησία Νομοκ. 38822. Το ουδ. ως ουσ. = 1) (Πληθ.) τα πράγματα του κόσμου, τα υλικά αγαθά, τα αναγκαία για τη ζωή (Για τη σημασ. πβ. L‑S, λ. βιωτικός II 2· βλ. και Sophocl., λ. βιοτικόν): απήν της γης τα βιοτικά εδόθη ν’ αγαπούμε Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 8. Βλ. και βίος 3, πράγμα. 2) Χρηματική περιουσία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ 2): λοιπόν εις τέτοιες πραγματειές βιοτικόν του ας βάνει Πικατ. 240. Βλ. και βίος 3.
βοτανίζω,- Νομοκ. 3883.
Το μτγν. βοτανίζω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
(Προκ. για τη μήτρα) κάνω πλύση με φαρμακευτικά βότανα (Πβ. τη σημερ. σημασ., ΙΛ στη λ. 3): αι γυναίκες ... βοτανίζουν την μήτραν εις το να μη συλληφθώσιν Νομοκ. 3883.
γελλού- η, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 317· γιλλού, Πουλολ. 428, Μαχ. 2164‑5.
Από το αρχ. κύρ. όνομ. Γελλώ (L‑S). Για τους τ. της λ., αλλά και για το πράγμα λαογραφικώς και ιστορικώς, βλ. και Κουκ., ΕΕΒΣ 14, 1938, 328-9, Χατζ., Διασπ. 51 κ.ε., Οικονομ., Λαογρ. 30, 1975- 76, 246-263, ιδίως σ. 256 και Χατζ., Λαογρ. Κύπρος 15, 1985, τεύχ. 35, σ. 1-4. Η λ. ως κύρ. όνομ. στη Legrand, BGV Β΄ XVIII και ο τ. στο Ψελλού, Δεισ. 575. Για την ετυμ. της λ. βλ. και Γιαννουλέλλης, Ιδιωμ. λ. δάν. σ. 27-8. Η λ. και σήμ. στην Κάλυμνο στον τ. Γιαλλού (η) (Παπαμανώλη, Παραδ. Κόσμημα σ. 40). Η λ. και στον Κατσαΐτ., Θυ. Ε΄ 394 και σήμ. (Πρωίας Λεξ., λ. Γιλλού).
1) Λάμια που αρπάζει και θανατώνει τα βρέφη: Μαλαξός, Νομοκ. 455· (εδώ σε θέση επιθ.): Είπερ εισί γελλούδες γυναίκες, αναρρώσαι το αίμα των βρεφών και θανατούσαι αυτά; Μαλαξός, Νομοκ. 456. 2) (Προκ. για γυναίκα υβριστ.) στρίγγλα (Βλ. και Σπυριδ., ΕΛΑ 3, 1941/42, 72 σημ. 10): να πα γυρεύγω μια γελλού, ρουφιάνα, μια ξοξίνα Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 317· και το τρυγόνιν θλιβερά λέγει προς την κορώνην· (παραλ. 2 στ.): «Αιγύπτισσα με το μανδίν, γιλλού με το καρκάλιν» Πουλολ. 428.
γητεία- η, Σταφ., Ιατροσ. 9237, Νομοκ. 3852, Δεφ., Λόγ. 677, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 973.
Από το γητεύω. Πβ. Δημητράκ. (λ. γητειά).
α) Μαγική επωδή (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γητειά 1): Γητεία εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος Σταφ., Ιατροσ. 9237· β) μάγια (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γητειά 2): με την γητείαν| αυτείνη εγγαστρώθηκε Δεφ., Λόγ. 677.
γητεύω,- Νομοκ. 3859, 3885, Χριστ. διδασκ. 366.
Για την ετυμ. βλ. Ανδρ., Λεξ. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Θεραπεύω με μαγικά μέσα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): ή γητεύουσιν ασθένειαν με λινάρι ή με καννάβι Νομοκ. 3885.
δάγκαμα(ν)- το, Καλλίμ. 1926, Τριβ., Ρε 261, Νομοκ. 38512· δάκαμα, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 539, 648, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 329.
Από το μτγν. δαγκάνω και την κατάλ. ‑μα(ν). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.). Ο τ. στο Du Cange (λ. δαγκάνειν) και σήμ. σε ιδιώμ. (Βλ. Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ περ. β΄, 6, 1955/56, 253).
1) Δαγκωματιά (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Δαγκάματα, φιλήματα, τσιμπήματα μυριάδες Τριβ., Ρε 261· δάγκαμα σκύλου Νομοκ. 38512. 2) Φαγητό (Πβ. Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 137): δε μου λείπει δάκαμα, να πιω και μια γεμάτη Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 329. 3) (Επιρρ.) λίγο: δώρα λαβείν τον κηπουρόν και φιλοτιμηθήναι,| τον μισθαργόν δε δάγκαμαν ψωμίν, κομμάτιν μόνον Καλλίμ. 1926.
ελληνισμός- ο.
Το μτγν. ουσ. ελληνισμός (Βλ. L‑S). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Ειδωλολατρεία (Η σημασ. τον 4 αι., L‑S στηλ. III): την ημέραν του Μεγάλου Βασιλείου κάμνουσι κάποια ψωμία κλειστά και τα βάλλουσιν εις τα κέρατα των βόων αυτών να ιδούσι: καρπίζουσιν οι καρποί των χωραφίων αυτών; και κάμνουσιν οι τάλανες ελληνισμόν Νομοκ. 38728.
εμποδίζω,- Τρωικά 52624, Διδ. Σολ. Ρ 142, 562, Προδρ. I 175, Ασσίζ. 8912, Ιερακοσ. 48016, Διγ. A 3350, Διγ. Z 1333, Χρον. Μορ. H 1694, 2540, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 579, Αχιλλ. N 394, Ιμπ. 114, Φυσιολ. 36019, Μαχ. 43410, 6004, Δούκ. 3355, Χούμνου, Κοσμογ. 121, Γεωργηλ., Βελ. 473, Συναξ. γυν. 196, Σαχλ., Αφήγ. 39, Έκθ. χρον. 4316, Κορων., Μπούας 41, Πεντ. Γέν. XI 6 (κριτ. υπ.), XXII 12, Αρ. XXIV 11, Αιτωλ., Μύθ. 1386, Χρον. σουλτ. 433, 5233, Κυπρ. ερωτ. 11827, 12945, Ερωφ. Δ΄ 285, Ιστ. Βλαχ. 1228, Διγ. Άνδρ., 33433, Ευγέν. Πρόλ. 97, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 4, Βακτ. αρχιερ. 145, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [569], Γ΄ [435], Διγ. O 1033, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14018, Αγαπ., Γεωπον. 107, κ.α.: αμποδίζω, Ιμπ. (Legr.) 863, Αχέλ. 564, 1679, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 424, Πανώρ. Β΄ 569, Ερωφ. Ιφ. 32, Δ΄ 285, 514, Πιστ. βοσκ. V 4, 91, Ερωτόκρ. Α΄ 841, Δ΄ 161, Ε΄ 532, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 7, Ροδολ. Α΄ [18, 298, 361], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [152] χορ. γ΄ 13, Δ΄ [132], Σουμμ., Παστ. φίδ. χορ. α΄ [60], Γ΄ [282], Δ΄ [451], Ε΄ [274], Τζάνε, Κρ. πόλ. 15923 , 29318 , 3523, 46426, κ.α.· ᾽μποδίζω, Κομν., Διδασκ. Δ 388, Θησ. Β΄ [327], Θησ. (Foll.) I 12, Αλεξ. 1762, Κορων., Μπούας 53, 71, Πεντ. Γέν. XXIII 6, Πεντ. Δευτ. XI 17, Αχέλ. 324, 1667, Αιτωλ., Μύθ. 872, Θρ. Κύπρ. K 757, Χρον. σουλτ. 3528, Κυπρ. ερωτ. 131, Πανώρ. Γ΄ 404, Ερωφ. Α΄ 169, Β΄ 82, Δ΄ 345, Ε΄ 221, Ερωτόκρ. Β΄ 30, Δ΄ 648, Ε΄ 1237, Στάθ. (Θέατρο) Β΄ 103, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 19, Διήγ. ωραιότ. 956 (έκδ. μπιδίση· διορθώσ.), Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [348], Τζάνε, Κρ. πόλ. 39225, 49218, 57414, κ.α.
Το αρχ. εμποδίζω. Ο τ. ʼμποδίζω στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β΄ 550, Θυ. Πρόλ. 37, Γ΄ 82 και σήμ. σε ιδιώμ. (Πρωίας Λεξ.). Η λ. και σήμ. (Πρωίας Λεξ.).
Α´ Ενεργ. 1) α) Εμποδίζω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II 1 και σήμ., Πρωίας Λεξ.): ο ρήγας να εμποδίσει το έλα τους Μαχ. 65229· να τον αφήσω να διαβώ δίχως να μ’ εμποδίσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1020]· η γνώσις τον εμπόδισε, να ποίσει δεν αφήσε Κορων., Μπούας 29· ευρέθην εκεί ο αμιράς ονόματι Μεχλίν Πέχνα, οπού ήτον αφορμή και αρχεύτην η μάχη και πάντα εμπόδιζεν την αγάπην Μαχ. 20628-9· β) απαγορεύω: Αμή γιατί δεν το ’καμες; ΕΡ.: Γιατί μας εμποδίζει| ο νόμος Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [521]· ή ομόνουσι τον Θεόν ή τινά άλλα οπού εμποδίζει η εκκλησία Νομοκ. 3881· γ) ματαιώνω: Έτσι σιγά κι απόκρυφα ας γένει η πουλησιά μας,| να μην το μάθει ο Φλώριος και εμποδιστεί το πράγμα Φλώρ. 919. Β´ (Μέσ.) δυσκολεύομαι: όταν εις γήρας γαρ ελθεί, τυφλούται και εκείνος·| αμβλυωπεί τους οφθαλμούς, ’μποδίζεται βαδίζειν Φυσιολ. (Legr.) 1046.
εμπόδιο(ν)- το, Λόγ. παρηγ. O 447, Συνθήκ. Καλλ. 318, Ωροσκ. 4217, 455, Ιστ. πατρ. 19322, Μεταξά, Επιστ. 4839, 58, Βακτ. αρχιερ. 165, 186, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [65], Αγαπ., Γεωπον. 128· ’μπόδιο, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 621, Διγ. O 1788.
Το μτγν. ουσ. εμπόδιον (Sophocl.). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. εμπόδιος).
1) Εμπόδιο, πρόσκομμα (Η σημασ. μτγν., Sophocl. και σήμ., Δημητράκ., λ. εμπόδιος 3): έχοντας τίποτας νόμιμον εμπόδιον εναντίον της υποθέσεως ετούτης Χριστ. διδασκ. 423· Αλίμονον, ο άτυχος και πάντα ᾽μπόδια βρίσκω Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 621· Περί ιερέως εμπόδια, οπού τον εμποδίζουν την ιεροσύνην ποία είναι Βακτ. αρχιερ. 155. 2) «Δέσιμο», κατάδεσμος (Η σημασ. και σήμ. σε ιδιώμ., Κουκ., Λαογρ. 9, 1926, 458): σμίγονται τα ανδρόγυνα όταν ψάλλουν την αγίαν Ανάστασιν διά να χαλάσουν τα εμπόδια αυτών Νομοκ. 38718.
επιθυμία- η, Διγ. (Trapp) Gr. 3378, Διγ. Z 3703, Βίος Αλ. 4243, Έκθ. χρον. 62, Κορων., Μπούας 125, Αχέλ. 1618, Ιστ. πατρ. 9919, Χίκα, Μονωδ. 120, 123, Σουμμ., Ρεμπελ. 189, Διγ. Άνδρ. 39620, 54735, Βελλερ., Επιστ. 62 δις, Μεταξά, Επιστ. 47, 48, Συναδ., Χρον. 43, Τζάνε, Κρ. πόλ. 10719, 2718, Νομοκ. 38812· απεθυμία, Ζήν. Δ΄ 305· απεθυμιά, Πιστ. βοσκ. I 3, 94· αποθυμία, Διγ. O 28· αποθυμιά, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1068], Β΄ [283, 430], Γ΄ [317], Διγ. O 948, Μαρκάδ. 368· επεθυμία, Χρον. Μορ. P 4515, 5198, Θησ. (Foll.) I 7, Άνθ. χαρ. 2907, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 411, 412, 413 δις, 418, 419· επεθυμιά, Ριμ. κόρ. 641, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 75, 748, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [713], Ε΄ [32], Τζάνε, Κρ. πόλ. 3018, 40918, 45620· επιθυμιά, Ερωτοπ. 121, 136, Μαχ. 64816, Ch. pop. 786, 824, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1210, Πένθ. θαν.2 533, 540, Πένθ. θαν. S 203, 530, Αχέλ. 641, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [499], Διγ. O 2462, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. Αφ. 18· 395· πεθεμιά, Τζάνε, Κρ. πόλ. 51125· πεθύμια, Ευρετ. Ερωτοκρ. 76940, Ζήν. Β΄ 302, Γ΄ 138· πεθυμία, Μαχ. 1411, 22024, 5286, Θησ. Πρόλ. 72, 76, Ζήν. Δ΄ 304, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 570, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 39, Ευγέν. 631· πεθυμιά, Θησ. Πρόλ. 116, Γ΄ [78], I [674], Θησ. (Foll.) I 2, Ch. pop. 499, Ριμ. Απολλων. 36, Ιμπ. 931, Κορων., Μπούας 61, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 412, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 56, Κυπρ. ερωτ. 510, 124, 2713, 533, 9032, 1023, 7, 10624, 11820, 1328, 1491, Πανώρ. Α΄ 188, 400, 437, Β΄ 123, 383, Ε΄ 109, Ερωφ. Α΄ 45, 376, Ε΄ 214, Πιστ. βοσκ. III 6, 53, Βοσκοπ. 351, Παλαμήδ., Βοηβ. 1174, Ερωτόκρ. Α΄ 331, 1160, 1297, Β΄ 1887, Γ΄ 1339, Δ΄ 198, 1027, Θυσ.2 720, Στάθ. (Martini) Α΄ 26, 321, Β΄ 30, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 62,135, Ροδολ. Α΄ [336], Β΄ [150], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [223, 270], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [372, 748], Γ΄ [58], Δ΄ [392], Ε΄ [367, 1017, 1514, 1679], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 272, Γ΄ 641, Δ΄ 380, Ε΄107, 179, 326, Ζήν. Α΄ 318, Β΄ 258, Μαρκάδ. 638, Τζάνε, Κρ. πόλ. 32416, 37122, 3925, 4345, 46618· ’πιθυμία, Διγ. Esc. 1526· ʼπιθυμιά, Χούμνου, Κοσμογ. 416, Κορων., Μπούας 125, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20924· ’ποθυμιά, Ευγέν. 327.
Το αρχ. ουσ. επιθυμία. Οι τ. αποθυμιά και επιθυμιά στο Βλαστού, Συνών., σ. 178. Οι τ. πεθυμία και ʼπιθυμία και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ σ. 724). Ο τ. ʼπεθυμιά και σήμ. στην Κρήτη (Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ., σ. 660]. Βλ. και Ανδρ., Λεξ., λ. πεθυμιά και πιθυμιά. Η λ. και σήμ. (Πρωίας Λεξ.).
1) α) Επιθυμία, λαχτάρα (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Άναπτε όλος ως ιστιά εκ την απεθυμιάν του| το νίκος να ʼχει μετʼ αυτόν Θησ. Β΄ [663]· γιατί ʼχε ʼπεθυμιά πολλή γαμπρό να τονε κάμει Ερωτόκρ. Β΄ 1826· ολονυκτί να περπατώ μ’ όλην την συντροφιάν μου| διά να περάσω τους εχθρούς, ως έν’ η επιθυμιά μου Κορων., Μπούας 76· ενίμενε με πεθυμιά πότε να ξημερώσει Ερωτόκρ. Ε΄ 712· δε μπορούμε στη γλυκειά πατρίδα τη δική μας| να στρέψομε με πεθυμιά Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 9· φρ. έρχομαι εις επιθυμίαν = βλ. ά. έρχομαι 4· β) αυτό που επιθυμεί κανείς, το αντικείμενο της επιθυμίας (Η σημασ. και σήμ.): να κόψω το κεφάλιν του κι εδώ να σας το φέρω,| να επάρω το κοράσιον κι εδώ να σας το φέρω,| να επάρω την πεθυμίαν σας κι εσείς μη κουρασθείτε Διγ. (Trapp) Esc. 1517· γ) έντονη επιθυμία· ζήλος, ενθουσιασμός· ενδιαφέρον: Ετρέξαν (ενν. η αρμάδα) με πολλήν χαράν, με πεθυμιά γεμάτος| να πολεμήσει τον εχθρόν, αμ’ ήτονε φευγάτος Τζάνε, Κρ. πόλ. 3283· ο γενεράλες ήλεγε όλοι ν’ αντισταθούσι,| με πεθυμιάν αμέτρητη πασένας ογιά να ’χει Τζάνε, Κρ. πόλ. 2985· εκείνος που παιδεύγετο, η πεθυμιά ντου σβήνει| και την δουλειάν οπού ’ρχισεν ακάμωτην αφήνει Ερωτόκρ. Α΄ 1171· ήρξατο να δημηγορεί κι όλοι μ’ επιθυμίας| τους λόγους του ηκούσασι Κορων., Μπούας 67· δ) ανυπομονησία, αγωνία: Οι φυλακωμένοι οπού με μεγάλην επιθυμίαν έστεκαν διά να αγροικήσουν … από τους ανθρώπους οπού έπεμψαν να μιλήσουν του αφεντός το τι απόκριση επήραν Σουμμ., Ρεμπελ. 189· ε) ακόρεστη επιθυμία, απληστία: Όλα σχεδόν τα χρήματα του κόσμου ν’ απολαύσουν,| πάλι από την επιθυμιάν αδύνατο να παύσουν Πένθ. θαν.2 530· οι φιλάργυροι, όσον και πλέο κερδίζουν,| του πλούτου την επιθυμιάν ουδέν την εμποδίζουν Πένθ. θαν.2 532· Άνδρα, γυναίκα, ως βλέπομεν, δεν βούλεσαι ν’ αφήσεις.| Έφας πολλούς και χόρτασε κι ας παύσει η επιθυμιά σου Πένθ. θαν.2 203. 2) α) Ερωτική επιθυμία, πόθος (Η σημασ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα, Παπαδ. Α., Λεξ.): Ετούτ’ η τόση πεθυμιά μου φέρνει σα λαχτάρα| κι ως θυμηθώ πως τραγουδεί, μου ’ρχεται λιγωμάρα Ερωτόκρ. Α΄ 691· διά την πορνειά πάγ’ η ψυχή χαημένη· μόνον διά κάποια ηδονήν, μιας ώρας πεθυμία,| … θε να βρίσκεστε εις τόσην αμαρτία Βεντράμ., Γυν. 191· Στο γεροντίστικον κορμί ετούτο οπ’ ασπρίζει| παρά ποτέ η πεθυμιά του πόθου πρασινίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1362]· Όρισα δε να γδύσουσι γυναίκα να του πάσι· φόρις να έλθει ’ς πεθυμιά και να την αγκαλιάσει Αλεξ. 1588· β) (προκ. για γυναίκα) ποθητή, αγαπημένη: μετ’ αυτόν ανέβηκε εκείν’ η πεθυμιά του,| Ιππόλυτα ευγενική Θησ. Β΄ [224]· την Μαργαρώνα την χρυσήν και την επεθυμιά μου Ιμπ. (Legr.) 942· ως προσφών.: ψυχή μου,| … επιθυμιά μου, Φλώριε, καρδιά μου Φλώρ. 1017· γιάντα κι εσύ την όργητα δεν παύεις,| πεθυμιά μου; Πανώρ. Β΄ 263. 3) α) Αγάπη: Αγαπημένε μου αδελφέ, … ευρίσκω, απήν σ᾽ επλήγωσε της θλίψης το μαχαίρι (παραλ. 2 στ.), με πεθυμιά δυο πράματα να σου χρωστεί η φιλιά μου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 5· β) το αντικείμενο της αγάπης, αυτό που αγαπά κανείς: Να ζεις, να ζεις, αξάδερφε, παντά ’σαι η πεθυμιά μου Ζήν. Α΄ 202. 4) (Πιθ.) θέληση: Περίτου δύσκολη ζωγή καμιά δεν ένι| σαν κείνους όπου γδέχουνται τό πεθυμούσιν| και γδέχονται με ’πεθυμιάν να κατινούσιν Κυπρ. ερωτ. 733. 5) Έκφρ. μ᾽ όλην την πεθυμιά (μου, σου, κλπ.) = ολόψυχα: Ανίσως κι ευλαβείς ποτέ, αγιότατη θεά μου,| σ’ εθύμιασα, σ’ ελάτρευσα μ’ όλην την πεθυμιά μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [500].
ζυμάρι(ν)- το, Πεντ. Έξ. XII 34, Αρ. XV21, Νομοκ. 38613· ζυμέριν, Ορνεοσ. αγρ. 57011.
Από το ουσ. ζύμη και την κατάλ. ‑άρι(ν) (Ανδρ., Λεξ.). Η λ. στο Somav. (λ. ζυμάρι) και σήμ.
Ζυμάρι: έψησαν το ζυμάρι ος έβγαλαν από την Αίγυφτο πίτες λιπανάβατες Πεντ. Έξ. XII 39.
καμάδα- η.
Από το ουσ. κάμα και την κατάλ. ‑άδα.
Κάψιμο, έγκαυμα: Όσοι μαντεύουσι ή μαντεύονται ή ... γητεύουσι πόνους: Εις λούγκα ή κεφαλαλγίαν ή ... καμάδα, ήτοι καύτραν των παιδίων Νομοκ. 38512.
καννάβι- το, Κορων., Μπούας 126.
Το μτγν. ουσ. καννάβιον (Sophocl.). Η λ. και σήμ.
α) Είδος φυτού: γητεύουσιν ασθένειαν με λινάρι ή με καννάβι Νομοκ. 3886· β) σχοινί κατασκευασμένο από τις ίνες του κανναβιού: να φέρουσι έναν σχοινίν, έναν χοντρόν καννάβιν,| να δέσωσι Άσμα Μάλτ. 49.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ.· αξήγητος, Νομοκ. 3897‑8.