Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ξεμπλάζω.
- Πιθ. από το επιτ. ξε— και το μπλάζω (για το οποίο βλ. Andr., Lex., λ. εμπελάζω και Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 392)· πβ. σημερ. ιδιωμ. ξαμπλάζω και ξαμπλώ (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 424), καθώς και ξεμπλώ (Andr., Lex., λ. εκπίμπλημι).
(Εδώ προκ. για τα μάτια, την όραση) αδυνατίζω· (πβ. και ΠΔ Ψαλμ. VI 8): Τα μάτια μου εξέμπλασαν κι η δύναμίς μου χάθη| ʼπού των εχθρών μου τα κακά και τα πολλά τα πάθη Παλαμήδ., Ψαλμ. 426.
ξενιτεία- η, Διγ. (Trapp) Gr. 874, Διγ. A 1223, 1224, Διγ. Z 1180, Βέλθ. 67, 137, Ξανθόπ. Νικηφ. 8016, Φλώρ. 1140, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 116, Περί ξεν. A 219, Λίβ. P 45, 66, Λίβ. Esc. 33, 62, Λίβ. (Lamb.) N 67, 88, Ιμπ. 12, Αλφ. ξεν. 2, Βησσ., Επιστ. 225, Μαχ. 7223, Θησ. Γ́ [837], Δ́ [248], Ιμπ. (Legr.) 873, Κορων., Μπούας 8, Βίος Αισώπ. 298, Διγ. Άνδρ. 33917· ξενιτειά, Φλώρ. 109, Περί ξεν. A 45, 250, Ιμπ. 177, 205, Αλφ. ξεν. 78, Απόκοπ.2 338, Άσμα σεισμ. 13, Αχέλ. 88, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 556, Παλαμήδ., Βοηβ. 442, Παλαμήδ., Ψαλμ. 425, Σουμμ., Ρεμπελ. 192, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1916, Γ́ 1521, Δ́ 424, Έ́ 160, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [11], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 171, 184, Λεηλ. Παροικ. 463, Διακρούσ. 7072, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22426, 40525, κ.α.
Το μτγν. ουσ. ξενιτειά. Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) α) Το να ξενιτεύεται κανείς, ξενιτεμός, εκπατρισμός: πλιο δε μιλεί (ενν. ο Ρωτόκριτος) για μισεμούς, για ξενιτεία δε λέγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 888· η ξενιτειά και ο θάνατος αδέλφια λογούνται Περί ξεν. A 66· (με γεν. προσ.): Ου δύναμαι, ω Βέλθανδρε, την ξενιτειάν σου ακούσαι Βέλθ. 56· του Ιμπερίου την ξενιτειάν κλαίει (ενν. η ρήγαινα) και ου ʼπομένει Ιμπ. 863· (στον πληθ.): Διατ’ εκείνην (ενν. την πατρίδα) γίνονται τόσοι πόλεμοι, τόσες ξενιτειές και τόσοι φόνοι εις το γένος των ανθρώπων Ροδινός (Βαλ.) 159· Εάν δε νυκτί γένηται (ενν. σεισμός), κραιπάλη φέρει ο τόπος εκείνος και βαρβάρων στάσεις υπερθαύμαστες, εις τους πλουσίους ζημίες και κακοπραγίες, πολλάκις δε και ξενιτείες κακές Σεισμολ. (Οικονόμου) 43· β) περιπλάνηση σε ξένες χώρες (εδώ στον πληθ.): ο οποίος (ενν. Οδυσσέας) τόσον επεθύμα να ιδεί την πατρίδα του ύστερα από εκείνες τες πολλές ξενιτειές και πλάνες Ροδινός (Βαλ.) 159. 2) α) Ξένες χώρες, ξένος τόπος, τα ξένα: Ακόμη κι ο Ρωτόκριτος στην ξενιτειά γυρίζει| και τις κατέχει αν ήλαχε ’ς τόπο που δεν ολπίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1715· Και το λοιπόν εβάδισεν της ξενιτείας τον δρόμον,| χώρας πολλάς εγύρισε και τοπαρχίας και κάστρα Βέλθ. 215· Ω ευγενική κόρη, έβγα να ιδείς τον ποθητόν σου και παρηγόρησέ τον ότι ήλθεν από την ξενιτειάν Διγ. Άνδρ. 33917· απέθανεν ο Παπα-Γιάγαρης εις την ξενιτείαν, εις τα Σιδεροκάψα Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 35r· και συ στην ξενιτείαν εδά βρίσκεσαι ʼξορισμένη Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1548]· (με το ουσ. μέρη τα): και εμέν αφήτε μοναχόν να κλαίω την δυστυχιάν μου,| ως ατυχής να περπατώ της ξενιτειάς τα μέρη Φλώρ. 1219· β) (σε συνεκδ. χρ. για να δηλωθούν μαζί ο τόπος και ο χρόνος που βρίσκεται κανείς στα ξένα): ο σκύλος του Τωβία, αφόντις εγύρισεν εις το σπίτι πρωτύτερα από τον αφέντην του, από την πολλήν ξενιτειάν οπού επεριπάτησεν, έκαμεν πολλές χαρές με την ουράν τον Ροδινός (Βαλ.) 86· γ) (μεταφ. προκ. για τον επίγειο κόσμο, την επίγεια ζωή): Ξένοι κι εμείς πως είμεστεν δεν ξεύρεις και διαβάτες| και παραδέρνουμεν εδώ στης ξενιτειάς τις στράτες; (παραλ. 1 στ.) εδώ στην κοσμικήν ζωήν Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 96· και τον προπάτορα ημών και πάντας τους αγίους| λαβών απoκατέστησας προς την αρχαίαν π(ατ)ρίδα| και ημάς προς σε ανακάλεσε από της ξενιτείας Νεόφ. Έγκλ. 31. 3) Ερημικός τόπος, ερημιά: Λυπήσου, Χάρων, το κορμί, λυπήσου και τα κάλλη,| την ξενιτειάν που βρίσκομαι, οπού ’ναι πλια μεγάλη,| και μη μου δώσεις θάνατον ζιμιό να ξεψυχήσω| και το καημένον μου κορμί ’ς τούτο το δάσο αφήσω Ευγέν. 702 (βλ. και Vitti [Ευγέν. σ. 139])· (εδώ για να δηλωθεί η απουσία ανθρώπων): η χώρα του την έκαψεν ο Θεάς και εκαίγοντον, και αυτός (ενν. ο Λωτ) δεν ετόλμα να γυρίσει να μην απεθάνει και αυτός. Και έστεκε έτσι εις την ξενιτειάν| μοναχός διχώς άλλους ανθρώπους Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 131v· 4) Ταλαιπωρία, δυστυχία (πβ. και Λίβ. Sc. 2273): μα την ξενιτειάν μου,| τήν είδα, τήν επάσχισα, τήν έπαθα εις τον κόσμον Λίβ. Esc. 3457. 5) Το να απομένει κανείς μόνος, μοναξιά: Ελέησον (έκδ. ελεήσον από τυπογρ. λάθος), φιλάνθρωπε (ενν. Θεέ), την εμήν ξενιτειάν,| την μοναξιάν οικτειρον και ανάστησον τούτον,| ειδ’ ου, κέλευσον ...| προ τούτου τελευτήσαι με και την ψυχήν αφείναι,| μη ίδιο τούτον| άφωνον, νεκρόν, εξηπλωμένον Διγ. (Trapp) Gr. 3539· να λυπηθεί (ενν. ο Θεός) την πολλήν μου ξενιτειάν και ταλαιπωρίαν και νεότητα και να σε αναστήσει ... και να μην γνωρίσω άλλον άνδρα Διγ. Άνδρ. 4098. Φρ. 1) Ασκώ ξενιτειάν, βλ. ασκώ φρ. 2) Δουλεύω ξενιτείαν, παίρνω την ξενιτειάν, σεβαίνω εις ξενιτειάν = ξενιτεύομαι: ηράσθην παραπονηθείς δουλεύσαι ξενιτειάν·| και δη περάσας άνωθεν τῃ γῃ της Χαζαρίας| εύρον και γαίαν εύμορφον, λιμένος γαλήνιους Διήγ. πόλ. Θεοδ. 3· νέος επλανήθηκεν (ενν. ο υιός του Σπανέα), αφήκεν τους γονείς του·| στα ξένα εδιάβηκεν, την ξενιτειάν επήρε Σπαν. O 5· επαραπονέθηκα εις τον εμόν πατέραν| και εις ξενιτειάν εσέβηκα αλλότριαν, μεγάλην Ιμπ. 771.
ξηραίνω,- Σπαν. A 525, Κρασοπ. (Eideneier) V 37 (42), Ιερακοσ. 45929-30, Διγ. (Trapp) Gr. 2220, Ιατροσ. κώδ. χδ́, Θρ. Κων/π. διάλ. 7, Μαλαξός, Νομοκ. 181, Διγ. Άνδρ. 3716, Τζάνε, Κατάν. 104, Παλαμήδ., Ψαλμ. 427, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 187, 202, 219· ξεραίνω, Θρ. Κων/π. H 4, Θρ. Κων/π. B 4, Πανώρ. Γ́ 139, 143, Δ́ 120, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 504, Βοσκοπ.2 476, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 280, Ευγέν. 628, Ροδολ. (Αποσκ.) Αφ. 50, Ζήν. Έ́ 233, Διακρούσ. 6964, Τζάνε, Κρ. πόλ. 55211· μτχ. παθητ. παρκ. ξεραμμένος· ξηραμμένος, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 485.
Το αρχ. ξηραίνω. Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ.
Í. Ενεργ. Ά́ Μτβ. 1) Κάνω κ. να χάσει την υγρασία που έχει, αφυδατώνω, ξεραίνω: Το αλατισμένον κρέας είναι βλαβερόν, διατί δίδει ολίγην τροφήν, ξηραίνει την σάρκα και γεννά χοντρόν αίμα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 191· (μεταφ.): Το φως σκοτίδι μου γεννά, το πλούτος με φτωχαίνει,| πρίκα μου προξενά η χαρά, το δρόσος με ξεραίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 216. 2) (Προκ. για φυτό ή μέρος φυτού) κάνω να χάσει τους χυμούς του, να ξεραθεί, να μαραθεί: Παλαμήδ., Ψαλμ. 427, Διδ. Σολ. Ρ 13· ’ς καιρό που σ’ ανακρέμασην ο ήλιος τον κόσμο κάψει,| ανθούς, χορτάρια, λούλονδα, δέντρη, κλαδιά ξεράνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1309· (σε μεταφ.): ήπασκεν (ενν. η νένα) όσο το μπορεί να τηνε δυσκολέψει (ενν. την Αρετούσα),| να τση ξεράνει το δεντρό πρίχου να το φυτέψει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 670. 3) α) (Προκ. για καρπούς, άνθη, φύλλα) αποξηραίνω: ξηραίνουσι (ενν. οι πατέρες) το καλοκαίρι από τους καρπούς των δένδρων, φοινίκων δηλαδή και ετέρων όσα διά φαγί είναι χρήσιμα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 114· Έπαρε άνθη χαμομήλης και φάκλας ..., ξέρανε και κάμε τα σκόνην λεπτήν Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 234· Κολοκυθόφυλλα ξεράνας και τρίψας Σταφ., Ιατροσ. 10290· β) (γενικότερα): ειδέ σικχανθῄ τας χλωροσαύρας, εις τον ήλιον αυτάς ξήρανον και τρίψας εις κρέας χοίρειον δος τῳ ιέρακι φαγείν Ορνεοσ. αγρ. 55928. 4) Ψήνω κ. ώσπου να ξεραθεί εντελώς: Ξήρανε εις τον φούρνον δενδρολίβανον και ρίζαν της ατσικνίδας, κάμε τα σκόνην Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 228· Βάλε εις ένα αγγείον λαγόν ζωντανόν να ξηρανθεί εις τον φούρνον, κάμε τον σκόνην και πίνε την Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 236. 5) (Προκ. για τους ανθρώπους στην κόλαση): Νυν ώδε αγωνίσθητι ...,| ότι ενταύθα ο αγών, εκεί η αντιμισθία.| Ξηραίνονται και τήκονται πάντες εκεί, ως έφυν,| οι μήπω εις μετάνοιαν ελθόντες απεντεύθεν Καλορείτ., Περί ματ. Βίου 27. 6) α) Αδρανοποιώ, «νεκρώνω»: αφανίζει (ενν. το μαρούλιον) το σκάνδαλον της σαρκός, διατί ξηραίνει το σπέρμα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 204· β) κάνω να ατονήσει ως προς τα συμπτώματα: ο περισσός ύπνος ψυχραίνει και ξηραίνει την θέρμην και αχαμνίζει την Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 176. 7) (Μεταφ., με αντικ. τη λ. αίμα): Συν τούτοις συν και ετέροις κολακευτικοίς λόγοις, εχούσας εν τῳ μέσῳ των κολακειών και τας καρδίαν στυφούσας και το αίμα ξηραίνουσας δακνώδεις μνήμας απέλυσεν (ενν. ο ηγεμών) Δούκ. 31320. 8) Εξαντλώ, ταλαιπωρώ σωματικά: έφευγαν (ενν. οι Τρώες) εκ του πεδίου| ξηρανθέντες εκ του κόπου,| εκ της κάνης και της δίψης Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΑ2 [199]. 9) Εξοντώνω: Η γυνή το θέλημά σου ου κάμνει,| αμή έμπροστεν εις τους εχθρούς βούλεται να σε μιάνει (παραλ. 1 στ.)· πάντα περιεργάζεται το πώς, να σε ξηράνει Συναξ. γυν. 308. Β́ Αμτβ. 1) (Προκ. για δέντρο) χάνω τους χυμούς μου, μαραίνομαι, ξεραίνομαι: εμείναν τα δεντρά γυμνά ως γιον τον χειμώναν, και κιτρομηλίες και ούλα, κι ελιές και κερατσιές και εξεράναν πολλά Μαχ. 6244. 2) (Με υποκ. τις λ. νερά, βρύσις) στερεύω: ούλα τα νερά των βρύσων εξεράναν και επηγαίνναν οι ανθρώποι απού τόπον εις τόπον ... να εύρουν νερόν Μαχ. 225· (σε μεταφ.): Αλλ’ όμως ουκ εκρύβηκεν η άδικος η κρίσις, το δίκαιον απέσβεσεν και εξήρανεν η βρύσις Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 590. IΙ. Μέσ. 1) Χάνω το νερό ή την υγρασία που έχω, στεγνώνω: εις το μήνα το δεύτερο, εις τις είκοσι εφτά μέρες του μηνού εξεράθην η γης Πεντ. Γέν. VIII 14. 2) (Με υποκ. λ. όπως βρύση, πηγάδι, λίμνη, θάλασσα) στερεύω, αποστραγγίζομαι, ξεραίνομαι: κι επήγαν (ενν. δύο βαθρακοί) εις πηγάδι (παραλ. 1 στ.). Ο ένας αποκρίθηκε ... (παραλ. 1 στ.) ... φοβούμαι ...| ότι σαν ξηρανθεί κι εδώ δεν έχω πώς να ξέβω Αιτωλ., Μύθ. 1910· Εις λίμνην άλλην πήγασι (ενν. δύο βαθρακοί) και πάλε εξηράνθη|, από την ζέστην την πολλή Αιτωλ., Μύθ. 193· (σε κατάρα): Αι βρύσες ας φυράξουσι κι όλες ας ξεραθούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 22811· ποταμοί να φρύξουν,| η θάλασσα να ξηρανθεί, τα ψάρια να ψοφήσουν Περί ξεν. A 284· (σε μεταφ.): εις τας μεγάλας λύπας ξηραίνονται αι πηγαί των δακρύων Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 250. 3) Αφυδατώνομαι, εξαντλούμαι από τη δίψα και τη ζέστη: Τη βρύση στέκω και θωρώ, δε θε να με δροσίσει| κι αφήνει με να ξεραθώ, δεν κάνει δίκια κρίση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 214. 4) α) (Συνεκδ. για τη γλώσσα, το λάρυγγα) στεγνώνω: ήλθον εις αθυμίαν,| εστέγνωσαν τα χείλη μου, η γλώσσα μου ξηράνθη Κρασοπ. (Eideneier) ΑΟ 42· Ο θάνατος εσκέπασε τ’ αμμάτια τα δικά μου,| η γλώσσα μου εξεράθηκε, σβένετ’ η αναπνιά μου Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 260· αποκοτιά δεν έχω να μιλήσω,| μα η γλώσσα μου ξεραίνεται κι ο λόγος στρέφτει οπίσω Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 360· ο λάρυξ εξηράνθη μου από της ακρασίας Προδρ. III 419f χφ V κριτ. υπ.· (σε κατάρα): Αν εγώ, Ιερουσαλήμ, εσέ θέλω ξεχάσει (παραλ. 1 στ.), να ξηρανθεί η γλώσσα μου εκεί που σ’ αναβάλλω Παλαμήδ., Ψαλμ. 426· β) (ειδικά): τα μάτια μου εξηράνθησαν από της αγρυπνίας Προδρ. III 419v χφ g κριτ. υπ.· γ) (προκ. για την αναπνοή) «κόβομαι» (επειδή στεγνώνει η στοματική κοιλότητα): η γλώσσα μου η τρεμάμενη στο στόμα αποκρυγιαίνει| κι η αναπνιά ξεραίνεται κι ολόβουβο απομένει Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 88. 5) α) (Προκ. για φυτό ή μέρος φυτού) χάνω τους χυμούς μου, ξεραίνομαι, μαραίνομαι: περισσές (ενν. ελαίαι) ξηραίνονται, διότι και τα νερά οπού τες ποτίζουσιν ολιγοστεύουσιν υπό της ανομβρίας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 171· Σαν ξεραθεί ο βασιλικός, Γιαννούλη, δε γυρίζει| στην πρώτη ντου ομορφιά ποτέ Πανώρ. Γ· 307· ένα δεντρόν ... μαραμένο (παραλ. 1 στ.) κι ήδειχνε πως ξεραίνονται οι κλώνοι και τα φύλλα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 210· (σε κατάρα): Σήμερο οι κάμποι ας ξεραθού και τα βουνά ’ς βουλήσου Πανώρ. Δ́ 117' (σε μεταφ.): Τα ρόδα του προσώπου σου κι οι κρίνοι ας ξεραθούσι Πανώρ. Β́ 407· β) (μεταφ. για πρόσωπο) χάνω τη ζωντάνια, την ομορφιά μου· μαραίνομαι (πβ. Bauer, Wört., στη λ. 2b): ωσάν ένα δένδρον νεοφύτευτον, οπού να ξηρανθεΊ πριν του καιρού του έτσι και εγώ πριν του καιρού μου εξηράνθη το κάλλος μου Διγ. Άνδρ. 3717· Οίμοι λοιπόν παντάλαινα και παναθλία τύχη (παραλ. 1 στ.) η το γλυκύ προ του τυχείν ολέσασα του κάλλους,| ως δένδρον νεοφύτευτον ακαίρως ξηρανθείσα Διγ. Z 2625. 6) α) (Προκ. για νερό, υγρά) στεγνώνω, εξατμίζομαι: επέστειλεν (ενν. ο Νόαχ) τον κόρακα και εβγήκεν· εβγαίνοντα και στρέφοντα ως να ξεραθούν τα νερά αποπάνου την ηγή Πεντ. Γέν. VIII 7· Καύσε αβγόφυλλα, βάλε τα εισέ ολίγον ξίδι δριμύ να κάμουν έως να ξηρανθεί το ξίδι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 241· β) (εδώ προκ. για το υγρό στοιχείο του ανθρώπινου οργανισμού): δεν έχουσιν (ενν. τα γερατειά) αποκοτιά ...| και, το βραστό τση ζήσης τως εσβήνει και κρυγιαίνει·| ξεραίνεται η ανάδοση, το δρόσος τση θροφής τως Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 829. 7) Γίνομαι στερεός, συμπαγής, δύσκαμπτος: βαλε το εισέ λεκάνες απλωτές ... όσον να γένει το χόντρος του μόνον ένα δάκτυλον διά να ημπορείς ύστερα να το κόπτεις, διατί ξηραίνεται ωσάν την πετσόκολλα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 226. 8) (Μεταφ. προκ. για τα μέλη ή ολόκληρο το σώμα) παραλύω, πιάνομαι: Αι γενεαί πάσαι, όλοι καθυβρίζουν σπανόν τον τραγογένην.| Αι χείρες σου και οι πόδες σου εξεράθησαν Σπανός (Eideneier) Α 387· τα μέλη ξηραίνονται και αχαμναίνει όλη η δύναμις Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 176· Εις του Μαχαιρά την εκκλησιάν ...| μια ρήγαινα ...| έσσω εδοκίμασεν να μπει κι ευρέθην ξεραμμένη| και κάμνόντας παράκλησες έβγην ιατρεμένη Θρ. Κύπρ. M 442. 9) Μένω αναίσθητος, λιποθυμώ: τον κάμει και ξεσχίζεται και αφρίζει ... και ξηραίνεται Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. θ́ 18. 10) Αποσβολώνομαι, μένω σύξυλος: οι Ρωμαίοι ακούσαντες την πικράν ταύτην αγγελίαν ...| υπερήλγησαν, εξηράνθησαν Δούκ. 2976.
ορεκτικός,- επίθ., Θησ. Ε΄ [944], Μάρκ., Βουλκ. 35018‑19, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1823, 2816, Γύπ. Πρόλ. θεάς 58, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Γ΄ 9, Σουμμ., Παστ. φίδ. χορ. α΄ [35]· ερεκτικός, Στάθ. (Martini) Β΄ 162· ορεχθικός, Φλώρ. 1418· ορεχτικός, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 41r, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [21], [242]· οροχτικός, Πεντ. Γέν. XLIX 20· ’ρεκτικός, Θησ. Θ΄ [405], Παλαμήδ., Ψαλμ. 426.
Το επιθ. ορεκτικος που απ. στον Αριστοτέλη. Για τον τ. οροχτικός βλ. Pern., Ét. linguist. A΄ 91. Ουδ. ’ροχτικόν σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ορεχτικόν). Ο τ. ορεχτικός και η λ. και σήμ.
1) α) Αρεστός· αγαπητός: πολλά του εφάνη ορεχτική η τρέβα κι η αγάπη| να έχει με τον πρίγκιπα εκείνον του Μορέως Χρον. Μορ. H 8765· ανδρόγυνον ορεκτικόν, στον κόσμο ηγαπημένον Ιμπ. (Legr.) 37· β) ποθητός, επιθυμητός (ερωτικά): Έμορφη … κι ορεκτική παρ’ όλες,| ακόμη ότι βρίσκεται νεούτσικη φεδούλα Θησ. Γ΄ [403]· Παληκαράκι ορεχτικό, π’ εσύ είσαι η φωτιά μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [541]· Γλυκύ έναι, ναι, και ζαχαράτο| εκείνο το φιλί που παίρνεται από ένα| ρόδο κοκκινισμένο και δροσάτο| ενού προσώπου ορεκτικού Σουμμ., Παστ. φίδ. χορ. β΄ [37]· γ) γοητευτικός: Στους ουρανούς κι εδώ στη γη, στη θάλασσα, στον Άδη,| κάλλη δε βρίσκουνται ποθές μηδέ ομορφιές αμάδι| καλύτερες και ορεχτικές Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 87· δ) (προκ. για πράγμα ή τόπο) αρεστός, όμορφος: εμεταντύθηκαν ρούχα λαμπρά κι ωραία,| ορεκτικά και όμορφα Θησ. Θ΄ [616]· γελάς και μέφεσαι τ’ ορεκτικόν μου ρούχον,| ακόμη και το σκιάδι μου …| που ο βασιλεύς με το ’δωσε, ως ευγενής οπού ’μουν; Πουλολ. Αθ. 264· χορτάρια τρυφερά κι ορεκτικά λουλούδια Θησ. Γ΄ [64]· Είχε περβόλι ορεχτικό με δέντρη μυρισμένα,| σαν κείνον ομορφύτερο δεν ήτον άλλον ένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1393. 2) Ευχάριστος, απολαυστικός: Μόνον τραγούδου ’ρωτικά τραγούδια που ’ρεγέτον,| μ’ ορεκτική πολλά φωνή κι ηδονικήν λαλίτσα Θησ. Γ΄ [294]· θωρώ τ’ ορεκτικόν αηδόνι Φαλιέρ., Ιστ.2 321. 3) Πρόθυμος: Λοιπό όσον έχουν την πυρά κι αυτείν’ οι δυο του πόθου| και τη δουλειάν ορεχτικοί να πάγει ομπρός πιλώθου …. Πανώρ. Δ΄ 70· προξενήτρα εθέλησα κιόλας εσέ να κάμω,| ανέναι κι είναι ορεχτικός να κάμομε το γάμο Πανώρ. Ε΄ 162· να έναι ορεκτικός να πλερώσει και να σατισφάρει την άνωθέν του εγγονή Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1184. 4) Που ανοίγει την όρεξη, ορεκτικός: η ιστία οποία έναι ζεστή και ξερή κάνει και αυξάνει η χάρις η ορεχτική, οπού δίδει την όρεξιν να φάγει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 41r. 5) (Το ουδ. άκλ. ως επιθετ. προσδιορισμός ουσ. κάθε γένους και αριθμού) πολύτιμος: από ορεχτικό εσοδιές του ηλίου και από ορεχτικό διώγμα φεγγαριών Πεντ. Δευτ. XXXIII 14δις· από ορεχτικό λαγκάδια του ναιώνα Πεντ. Δευτ. XXXIII 15. Το ουδ. ως ουσ. = 1) Απόλαυση: από τον Άσερ λιπαρό το ψωμί του και αυτός να δώσει οροχτικά του βασιλεά Πεντ. Γέν. XLIX 20. 2) Ορεκτικό φαγητό: κάμε εμέν ορεχτικά καθώς αγάπησα και φέρε εμέν και να φάγω για όμως να σε ευλογήσει η ψυχή μου ιμπρού να πεθάνω Πεντ. Γέν. XXVII 4. 3) (Άκλ.) πολύτιμα δώρα: βλογημένη του Κύριου η γης του από ορεχτικό του ορανού, από δροσιά και από άβυσσο σταλίζει κάτου Πεντ. Δευτ. XXXIII 13· από ορεχτικό ηγής και το γέμισμά της Πεντ. Δευτ. XXXIII 16.
παίζω,- Προδρ. (Eideneier) I 11, 15, Ασσίζ. 1227, Διγ. (Trapp) Gr. 122, Διγ. Z 1156, Βέλθ. 127, 698, Λίβ. P 518, Λίβ. (Lamb.) N 655, 795, Λίβ. N 1130, Αχιλλ. L 274, Αχιλλ. (Smith) O 180, Μαχ. 1769, 2701, 4621, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 329, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 128, Διγ. Άνδρ. 3771, Πεντ. Γέν. XXI 9, Αχέλ. 12, 737, Κυπρ. ερωτ. 1516, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 515, Β΄ 665, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 336, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 270, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15916, 2153, 28524, 39619, κ.π.α.
Το αρχ. παίζω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Παίζω α) παιγνίδι: Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 147, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1047], Γ΄ [56]· (προκ. για βιτάλι· για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Α΄ 164): καβαλικεύω το ραβδίν και παίζω το βιτάλιν; Προδρ. (Eideneier) II 26-13 χφ Η κριτ. υπ.· (εδώ σε ιδιάζ. χρ.): να φέρουν (ενν. οι Τούρκοι) το κεφάλι του (ενν. του γενεράλε) έμπροσθεν του βιζίρη| και μπάλα να το παίξουνε του διπλοκακομοίρη! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52516· β) (με την πρόθ. μετά + αιτιατ.): όταν ποιήσουν νεοσσούς (ενν. οι πελεκάνοι), η θηλυκή καθέζει| και βλέπει τα πουλία της και παίζει μετ’ εκείνα Φυσιολ. (Legr.) 791. 2) (Προκ. για άθλημα ή αγώνισμα) συμμετέχω, παίρνω μέρος: Ρέντες και τζούστρες έπαιξα, κανείς ου νίκησέ με Ιμπ. 772· εκεί να ίδεις τον Χορδόν μετά του Παντολέοντος,| πώς κουρταλίζουν εύνοστα και παίζουν και τους πύξους Προδρ. (Eideneier) IV 368· Εκεί να ιδείς παιζόμενον ένδον το σφαιροδρόμιν Προδρ. (Eideneier) IV 366· Οι δε άρχοντες … παίζουσι το τσουγκάνιον Διαθ. Νίκωνος 2251· αφόν εφάγαν (ενν. οι καβαλλάρηδες), εκατέβησαν εις την αρχιεπισκοπήν και επαίζαν την τζάκραν Βουστρ. 430. 3) α) Ερωτοτροπώ: Καλλίμ. 949, 2089· β) συμμετέχω σε ερωτικά παιγνίδια: έλεγόν μου να παίξω με γυναίκας και δεν τως άκουα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 138. 4) α) Παίζω τυχερό παιγνίδι: Περί επισκόπου και των άλλων του κλήρου, οπού να παίζουν χαρτία ή να μεθούν Μαλαξός, Νομοκ. 190 τίτλ.· συμβουλεύω σε τα ζάρια να μη παίζεις| και μετ’ αυτά τα χέρια σου ποτέ να μη τα πιάσεις Σαχλ. N 108· μετά των αρχόντων παίζων ζάρια (ενν. ο πρωτοβεστιάριος) Έκθ. χρον. 284· οπού παίζει τα χαρτιά με τούτον κείνον ’μάδι,| πότε τον βλέπεις κι έν’ πτωχός και πότε έναι ρημάδι Δεφ., Λόγ. 95· Ανάμεσά τους μοίρασαν τα ρούχα τα δικά μου,| τα ζάρια επαίξασιν διά την φορεσιάν μου Παλαμήδ., Ψαλμ. 425· β) διακινδυνεύω κ. σε τυχερό παιγνίδι: όντας απέθανε ο πατέρας του, ό,τι του ηύρε το έπαιξε στα χαρτία Σουμμ., Ρεμπελ. 171· Έπαιξες και τα ρούχα σου και εχάσες τα εις το αζάριν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 121· όταν δεν έχει ο ζαριστής, τα ρούχα του ’μαχεύγει,| και παίζει τα και χριώνεται κι από την χώραν φεύγει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 135. 5) Παίζω μουσικό όργανο: Λίβ. P 1050, Απολλών. 223, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 128, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1017, Βοσκοπ.2 445· (εδώ προκ. για καμπάνα): εις τες μαντίνες το πωρνόν επαίξαν την καμπάνα Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 341· φρ. παίζω τρουμπέτες της νίκης = (σε στρατιωτική χρ.) σαλπίζω νικητήριο σάλπισμα: Τα κούρση όλα ήφερε (ενν. ο Γιλδάσης) στο Κάστρο κι έδειξέ μας·| τρουμπέτες, όταν έμπαινε, της νίκης έπαιξέ μας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 23810. 6) α) (Με αντικ. τη λ. μουσική): Οι μεν να παίζουν μουσικήν και άλλοι να παίζουν λύραν Λίβ. Esc. 931· β) (σε στρατιωτική χρ., με υποκ. μουσικό όργανο) δίνω (μουσικό) παράγγελμα: Εβράδιασε κι οι σάλπιγγες επαίξα να σκολάσου,| οι σκοτωμοί να πάψουσι για τότες, να περάσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1193· το τρουμπέτι έπαιξεν στρέμμαν Μαχ. 6624· (εδώ μεταφ.) Παίξετε θλιβερότατα, σάλπιγγες τους καημούς μας Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 383. 7) α) Χειρίζομαι όπλο· πυροβολώ: οι καβαλάροι τω Φραγκώ με τ’ άλογα γλακούσα,| κι επαίζα τ’ αρκομπούζα τως και των Τουρκώ κτυπούσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20222· τα μουράγια ν’ άφτουσι, να ρίχνουσι μορτάρια,| να παίζουν οι γιανίτσαροι τουφέκια και δοξάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2844· ετρέχασι με πόλεμο τότες να μπούνε μέσα (παραλ. 1 στ.). Να παίζου κόρδες και σπαθιά, δοξάρια και μοσκέτα,| λουμπάρδες, μπόμπες ν’ άφτουσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2927· να παίζου τότες τουφεκιές (ενν. οι χριστιανοί) και λουμπαρδιές να σύρου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15224· (εδώ πρόκ. για το τόξο του Έρωτα): πολλά μεγάλη χάρη| έχει τ’ ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 274· (εδώ προκ. για σκριμίδα μεταφ.): ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Καλά το λέγεις, μα όντας δεις καλή γουλιά στο πιάτο| να θα την πιάσω, το ζιμιό μου λέγεις: «Άσ’ την κάτω!»| ΜΠΡΑΒΟΣ: Να ξέρεις πως κι εκεί καλά κατέχω τη σκριμίδα.| ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Να τηνε παίζει πλια κολλά ποτέ μου άλλο δεν είδα Στάθ. (Martini) Α΄ 124· (εδώ μεταφ.): τ’ αστραποβροντίσματα το νέφαλο ας παίξει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55125· β) (με την πρόθ. με + αιτιατ.): έπαιξεν (ενν. ο παχιάς) τόσον δυνατά με την αντελλαρίαν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 266· γ) (με αντικ. τη λ. κοντάρι) παίρνω μέρος σε κονταροχτύπημα: ξένοι, δικοί να μαζωκτούν, να παίζονν τα κοντάρια Ιμπ. (Legr.) 330· Καβαλικεύει ο Λίβεστρος και παίζει το κοντάριν| μετά τους συντοπίτας του τους εκατόν τούς είχεν Λίβ. N 658· (με τη λ. κονταριές σε διάφ. τ.): να ποίσουν τον Ιμπέριον άδειαν να πολεμήσει,| να παίξουσι τες κονταριές μετά του Αλαμάνου Ιμπ. 411· Ας έλθει οπού έχει θέλημα να παίξει κονταρέας Αχιλλ. N 142· να ’ρθει να παίζει κονταρές, αν τύχει να νικήσει Ιμπ. (Legr.) 407. 8) Πολεμώ, μάχομαι με κάπ.: όπου κι αν εκατάλευκες με χίλιους η αφεντιά σου (παραλ. 1 στ.) και τ’ άλλο μέρος να ’τονε τέσσαρες, πέντε κι έξι| χιλιάδες, και να σμίγετε, να θέλετε τες παίξει,| τους ημισούς εσκότωνε πάραυτα η αφεντιά σου Κορων., Μπούας 149· Επαίζαν (ενν. οι Τούρκοι) και ακτυπούσαν της (ενν. της Αμμοχώστου) με την μεγάλην ζάλην Θρ. Κύπρ. M 726. 9) (Με υποκ. τη λ. μοίρα ή συνώνυμές της) ταλαιπωρώ, βασανίζω: το πώς παίζει τον άτυχον (ενν. η μοίρα), ωσάν παιγνιώτης λύραν Σαχλ., Αφήγ. 26· έδε και τι να ποίσεις| θέλεις ου θέλεις έκδεξαι, παίζει κι εσέν η τύχη Γλυκά, Στ. 312· (σε βυζ. παροιμ.· για το πράγμα βλ. Πολ. Ν., Παροιμ. Β΄ 456): άφες, μη τον ζηλεύεις,| η άρκος μετ’ εσέν παίζει· να παίξει και μετ’ αύτον Γλυκά, Στ. 369. 10) α) Κοροϊδεύω, περιπαίζω: Πως με γελάς και παίζεις με, το λόγιασα περίσσα Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [72]· κρυφογελούν τον (έκδ. κρυφογελούνται· διορθώσ.· βλ. κρυφογελώ) δε κρυφά (ενν. εκείνον οπού ψάλλει), παίζουν τον σαν κοπέλες Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 222· Ζητώ τη φαμελία μου αυτείνος να μου δώσει,| αυτείνος δεν προσδέχεται να μου την παραδώσει·| και να του δώσω έταξα πράμα πολύ μεγάλο,| κι εκείνος με περηφανεί, παίζει με δίχως άλλο Αλεξ. 1312· κείνος οπού ’ρέγεται ως διά να την πηδήσει (παραλ. 11 στ.) τυφλώνει (ενν. η πολιτική) και εγδέρνει τον, παίζει τον και γελά τον Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 292· β) πειράζω, ενοχλώ: μία χήρα άπορος …| είχεν και όρνιθαν χοντρή κι ελάλιε την Καβάκαν (παραλ. 6 στ.)· … έχει κάτον η γραία,| χοντρόν κοτσάκιν κόκκινον την τρίχα μου (ενν. της αλουπούς) ομοιάζει (παραλ. 6 στ.)· θεωρεί η γραία πως έρχομαι, έχει το κάτος έναι (παραλ. 5 στ.). Εγώ καλοζυγώνω την και πιάνω την Καβάκα,| θεωρεί η γραία και λέγει με: «Την αδελφή σου παίζεις;» Συναξ. γαδ. (Pochert) 184· γ) (με τις προθ. με, μετά + αιτιατ.) αστειεύομαι με κάπ., δεν τον παίρνω στα σοβαρά: Βασιλιός αληθινός εφάνηκα ’ς καθένα,| να μην αποκοτά ποτέ να παίζει μετά μένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 256· μπορούσι να θωρούσι| κι οι άλλοι, οπού στω βασιλιώ τα σπίτια κατοικούσι,| το θάνατό του (ενν. του Πανάρετου) το σκληρό, να τρέμου σαν καλάμι| να παίζου με τσι βασιλιούς σε τέτοιο τρόπο αντάμι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 238· δ) χλευάζω, γελοιοποιώ: τα κοπέλια ευρίσκουν σε, δένουν σε με το ράμμαν| και το χωρίον γυρίζουν σε, τον θάνατόν σου παίζουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 98 χφφ ΑΖ κριτ. υπ.· να ’ρίσει ο σκύλος τα σκυλιά να με κακολογήσουν,| να παίξουσιν το στέμμα μου, να βρίσουν την τιμήν μου Ανακάλ. 51· ηθέλησε (ενν. ο σουλτάν Μεχεμέτης) να παίξει το αγγελικό σχήμα των καλογήρων Δωρ. Μον. (Βαλ.) 45· ε) διασκεδάζω κάπ.: να τους παίζει (ενν. η καμήλα) να γελούν, να τους παραμυθίζει Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 85. 11) α) Εξαπατώ, ξεγελώ: Ακόμη άλλην αίρεσιν έχουσιν οι τοιούτοι (παραλ. 5 στ.). Ω της απανθρωπότητος, ουαί της δυστυχίας,| πώς τους πλανά και παίζει τους εχθρός της αλήθειας Ιστ. Βλαχ. 1736· οι Τούρκοι μάς επαίζασι εκείνη την ημέρα,| το πως εγελαστήκαμε κι εβάλαμε παντιέρα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2223· Όλους γελάς και παίζεις τους (ενν. κόσμε δολερέ) με τα πλανέματά σου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 117· β) (με υποκ. τη λ. οίνος) μεθώ, ζαλίζω: Πόσους ο οίνος έπαιξεν οι οφθαλμοί το δείχνουν Ημερολ. 16. 12) Κουνώ, σείω: Ένα δεντρόν ευρίσκετο σε κήπον ωριωμένο,| μα ’χε τις ρίζες του γδυμνές κι ήτον και μαδισμένο (παραλ. 1 στ.), … το ’παιζεν ο άνεμος ωσάν λιανό καλάμι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13423· συντροφιές εμπαίνασι κι επαίζαν τες παντιέρες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2454· την ουράν του (ενν. ο σκύλος) άρχισε να σείει, να την παίζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1286· Κάθοντας … επάνω εις το φαρίν (ενν. ο Κωνσταντίνος) έπαιζεν μοναχός του το κοντάριν του Διγ. Άνδρ. 31913· Ο δε Βούλγαρης ήτον δυνατός …, είδεν το κορμίν του Βασιλείου, γυρίζει το και παίζει το απάνω και κάτω και κατεφρόνησέ τον Hist. imp. C 98· φρ. παίζω κοντογύρισμα = κάνω ελιγμό: απαίρω το σκουπόραβδον γοργόν από την χρείαν| παρακαλών, ευχόμενος και δυσωπών και λέγων:| «Πανάχραντέ μου, κράτει την, εμπόδιζε, Χριστέ μου,| μη παίξει κοντογύρισμα και επάρει το ραβδίν μου …» Προδρ. (Eideneier) I 176. 13) (Με αντικ. τη λ. άλογο) ιππεύω: όταν σηκωθείς ποτέ από τραπέζης,| το άλογόν σου πρόσεχε ότι να μην το παίζεις (παραλ. 2 στ.), μόνον να βγαίνεις νηστικός να περιδιαβάσεις| και παίξε και το άλογον ώστε που να χορτάσεις Ιστ. Βλαχ. 2134, 2138· Στον Διγενή πάνω ’ρχουνταν (ενν. η Μαξιμίλλα) κι έπαιζεν τ’ άλογό της Διγ. O 2919. Β´ Αμτβ. 1) Παίζω: Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1042], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4522, Καλλίμ. 1320· (ειρων.): ο μαρκέζης Μάντουας τον ζήτησε (ενν. τον καπετάνιο που είχε συλλάβει ο κόντες) του κόντου,| διατί του ήταν γενεά κι είχε τον ιδικόν του.| Κι ο κόντος τον εχάρισε διά όνομα μαρκέζη,| μα αν ήτον άλλος παρ’ αυτόν, του ’θελε πει να παίζει Κορων., Μπούας 11· (μεταφ.): αφότου κουρταλίσουσιν και παίξουσιν ως το έθος (ενν. τα κρομμύδια μέσα στο κακκάβι) Προδρ. (Eideneier) IV 370· (πρόκ. για πουλί) πετώ εδώ κι εκεί: Αι άλλες πάλιν ήσαν ελεύθερες εις το πέτασμα και έπαιζαν και έκαμναν κύκλους και πάλιν εκάθιζαν εις τα δένδρα Διγ. Άνδρ. 3756. 2) Χορεύω: Αλεξ. 2728, Πεντ. Έξ. XXXII 6, Διγ. Άνδρ. 4036. 3) α) Διασκεδάζω: εκεί (ενν. εις την βρύσην) παίζουσα (ενν. η κόρη) και βρέχουσα (ενν. τα ποδάρια της), παρευθύς ευρέθη ένας δράκων Διγ. Άνδρ. 37523‑4· Του Μερκουρίου δε ο νους δεν ήτον στο τραπέζι,| ούτ’ εις φαγίν ούτ’ εις ποτόν να κάθεται να παίζει Κορων., Μπούας 15· (ειρων.): Παίζεις τοιαύτα ακούων, ω ιερεύ; Έχεις νουν; ειπέ μοι Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 721· β) (προκ, για στίχο) έχω διασκεδαστικό, ψυχαγωγικό περιεχόμενο: ουκ είχον ουν ο δύστηνος το τι προσαγαγείν σοι (παραλ. 2 στ.), ειμή τινάς πολιτικούς αμέτρους πάλιν στίχους,| συνεσταλμένους, παίζοντας, αλλ’ ουκ αναισχυντώντας Προδρ. (Eideneier) I 10· γ) (Προκ. για μάτια) φανερώνω παιγνιδιάρικη, εύθυμη διάθεση: τα ομμάτια του (ενν. του Ιμπέριου) ολόμαυρα χαμογελούν και παίζουν Ιμπ. 84· δ) αστειεύομαι: όσοι χριστιανοί υπάσιν εις γάμον οπού γίνεται, σεμνά και έντιμα να κάθουνται, μηδέ να χορεύουσιν μηδέ να παίζουσιν μηδέ να γελούσιν άσεμνα Νομοκριτ. 71· βάλε στρατηγόν εις ταύτα τον μαρκέζη| τον θαυμαστόν της Μάντουας, που ’ς πόλεμον δεν παίζει,| αλλά με γνώσιν και ανδρειάν δείχνει το τι αχρήζει Κορων., Μπούας 58· Τούτον τον λόγον ει μεν τις ούτως απλώς νοήσει| προς μόνον το φαινόμενον, ουδέν σπουδαίον έχει,| αλλ’ ή χυδαίον νόμιμον παιζούσης θεωρίας Γλυκά, Αναγ. 248. 4) α) Ερωτοτροπώ: Ημερολ. 66, Διγ. Άνδρ. 39618· β) επιδίδομαι σε ερωτικά παιγνίδια: Εγώ δε ωσάν εξύπνησα από τον ύπνον, επίασα και εστολίζουμουν … και εκάθουμουν και επάντεχα τον νέον να παίξομεν ως είμεσθεν συνηθισμένοι Διγ. Άνδρ. 3701· φρ. παίξε γέλασε = (εδώ) διασκέδαση με ερωτικό σύντροφο: θέτομε αγκαλιασμένοι εγώ κι εκείνη| και με το παίξε γέλασε αρχινίζει| όλη η ανατολή να κοκκινίζει Βοσκοπ.2 227. 5) α) (Προκ. για μουσικό όργανο) παράγω ήχο· εκτελώ μουσικό κομμάτι: Βιολιά να παίζου, τσίτερες, λαγούτα να λαλούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 57017· άρχεψαν τα όργανα και παίξαν οι τυμπάνοι Βίος Δημ. Μοσχ. 450· β) (σε στρατιωτική χρ.) δίνω παράγγελμα: στην τριντζέρα οληνυκτίς στέκουσι κι αγρυπνούσι| όντε οι τρουμπέτες παίξουσι, στον πόλεμο να βγούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19026· ευθύς τον καπετάν-πασά θωρούσι (ενν. οι Παριανοί)| και ήρχετο μέσα με όλη την αρμάδα (παραλ. 1 στ.) και οι σάλπιγγες επαίζαν και ελαλούσαν| και άλλα πολλά παιγνίδια οπού βαστούσαν Λεηλ. Παροικ. 309· όνταν έπαιξεν η τρουμπέτα τη νύκταν εκείνην της Κυριακής, εκαβαλλίκεψεν ο ρήγας και ο πρίντζης και ο κοντοστάβλης Μαχ. 36415. 6) (Προκ. για όπλο) βρίσκομαι σε χρήση: Εβρυάζασιν οι τουφεκιές κι επαίζαν τα δοξάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38821· Πού ’σαι, Γιλδάση ευγενικέ, και πού ’ναι η κατεχιά σου ’ς τούτη τη μάχη να σταθείς, να παίξουν τ’ άρματά σου; Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 31312. 7) (Προκ. για τη γνώση, τη φρόνηση) ενεργοποιούμαι, λειτουργώ: μη δώσεις κακόν αντί κακού, συγκέρνα τον εχθρόν σου,| συμπαρηγού απ’ αύτον σου, η γνώσις σου ας παίξει Σπαν. (Μαυρ.) P 94· Να παίξει η φρόνεψή σου| θέλω σε τούτη τη δουλειά κι εσέ και τσ’ αδερφής σου Στάθ. (Martini) Α΄ 159· Στέκει, διαλογίζεται πώς να τους ταπεινώσει| και λέγει τότε μέσα του: «Τώρα να παίξει η γνώση» Γαδ. διήγ. (Pochert) 10η. 8) (Προκ. για άλογο) καλπάζω με ιδιαίτερη επιδεξιότητα: Ο φάρας έπαιζεν τερπνώς πάντας υπερεκπλήττων,| τους γαρ πόδας τούς τέσσαρας εις έν επισυνάγων,| καθάπερ ως εν μηχανῄ εκάθητο εκείσε,| άλλοτε δε εφαίνετο λεπτοπυκνοβαδίζων,| ως δοκείν μη περιπατείν, αλλά χαμαί πετάσθαι Διγ. (Trapp) Gr. 137· ανέβην, εκατέβηκε να παίζει το φαρίν μου Λίβ. Sc. 11ρ2· Το άλογον ήτον άγριον και επιτήδειον να παίζει Διγ. Άνδρ. 34717· IΙ. (Μέσ.) Διασκεδάζω: ήτον (ενν. ο Αίας) αφροντιστικός, ελαφρός από λόγια,| πολλά πάντα επαίζετον μετά χαράς εκείνος Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 2107 (Δωδώνη 8, 1979, 366). Φρ. 1) Παίζω λεβάδα, βλ. λεβάδα Φρ. 2. 2) Παίζω τα μάτια = κοιτάζω δεξιά αριστερά, προς όλες τις κατευθύνσεις: ώρες τες βάρδιες έλλασσα κι ώρες εις τη ντεστέζα| εσύρνουμου, κι αποδεκεί τα μάτια μόνο επαίζα,| κι αποδεκεί των ήσυρνα συχνιά κατά τα νάτα| πόντες, μαντρέτα, στρογγυλά, ροβέρσα, σγαλεμπράτα Στάθ. (Martini) Γ΄ 32. 3) Παίζω με το μάτι, βλ. ομμάτιον Φρ. 17. 4) Παίζω την πεζάλαν = βαδίζω, πηγαίνω με τα πόδια: ειδέ και αφήσουν με ποτέ (ενν. οι ηγούμενοι) να έκβω προς ολίγον,| ως μυλωνάς εξέρχομαι καί παίζω την πεζάλαν Προδρ. (Eideneier) IV 312. 5) Παίζω και πηδώ = εκδηλώνω έντονη χαρά: οι Τούρκοι σαν το μάθανε, χαρές πολλές αρχίζου (παραλ. 1 στ.), πως ο Γιλδάσης έφυγε και πλιο δεν πολεμάει (παραλ. 1 στ.). Επαίζαν κι επηδούσανε, πως εξελυτρωθήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 30513· Κάτω παν οι γυναίκες μας … (παραλ. 1 στ.), … οι Τούρκοι τσι θωρούσι| πως στο καράβι μπαίνουσι, παίζουσι και πηδούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22510.
παρακινώ,- Χρον. Μορ. P 25, Χειλά, Χρον. 354, 357, Δούκ. 3433, Στίχ. ερωτ. 18, Σοφιαν., Παιδαγ. 111, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 7128, 14112, 14, Σταυριν. 39, 42, Ιστ. Βλαχ. 588, 1492, 1814, 2112, Σουμμ., Ρεμπελ. 170, 184, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 49r δις, 49v, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [179], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 141, 365, Ροδινός (Βαλ.) 225, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13525.
Το αρχ. παρακινέω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Υποκινώ, υποδαυλίζω, προκαλώ: ο εχθρός ο βάσκανος οπού καλόν δεν θέλει (παραλ. 1 στ.) μάχην επαρακίνησε μετά των Ερδελίων Ιστ. Βλαχ. 107· καταπρόσωπον σταθέντες| άπαντες εξ αμφοτέρων| παρεκίνησαν την μάχην Ερμον. Κ 3· εγνώριζε τα πάντα όλα πούθεν επαρακινόνταν Σουμμ., Ρεμπελ. 178. 2) Ωθώ βίαια, σπρώχνω: Οι άνθρωποι ήσαν ως κτηνά και επαρακίνησάν τους·| άνδρες, γυναίκες και παιδιά ως πρόβατα τους διώχνουν Χρον. Τόκκων 3898. 3) α) Παρακινώ, προτρέπω: να παρακινήσετε στρατάρχας και κρατάρχας,| και ομοφωνιά, ομόνοια να έχουσιν οι πάντες Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 900· Εις τον οποίον τόπον, ως εδυνήθηκα, επαρακίνησα τον λαόν εις μετάνοιαν Ιερόθ. Αββ. 333· β) οδηγώ κάπ. να κάνει κ., εξωθώ: Τα πάθη μου τα περισσά και τόσες δυστυχίες (παραλ. 3 στ.) με παρακινήσασιν συχνά να αναγνώνω| τον ψαλτήρα Παλαμήδ., Ψαλμ. 425· τι επαρακίνησε τον Θεόν να βάλει εκείνους τους τόπους εις τόσων ασεβών χέρια; Ροδινός (Βαλ.) 105· Περί ζωγραφίας ατίμου, οπού ποιούσι τινές να παρακινούνται ορώντας εις πορνείαν Βακτ. αρχιερ. 153. 4) Επηρεάζω κάπ., τον κάνω ν’ αλλάξει συμπεριφορά: αν ανθρώπου πρόσωπον δεν τον παρακινήσει,| ίσως καν τούτο τ’ άγριον τον κάμει ν’ αγαπήσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [101]. II. (Μέσ.) στασιάζω, επαναστατώ: ήσαν η αιτία και η ανάγκαση των σκανδάλων ετούτων, διότι αδίκως επαρακινηθήκανε εναντίον των αρχόντων Σουμμ., Ρεμπελ. 173.
πέρας (Ι)- το, Ελλην. νόμ. 5649, Διγ. (Trapp) Gr. 1598, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 499, Δούκ. 9330, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1077, Ιστ. Βλαχ. 2720, Ψευδο-Σφρ. 27246, 27624, 37028, 43431, 44624, 46826, Γέν. Ρωμ. 160.
[Το αρχ. ουσ. πέρας. Η λ. και σήμ. λόγ.]
1) (Τοπ.) τέρμα, άκρη: Ψευδο-Σφρ. 24028· (στον πληθ., για δήλ. μεγάλη έκτασης ή απόστασης): Ουχί μόνον από της Ιβερίας πόλεως, αλλά και εκ των πέριξ αυτής και περάτων έτρεχον ιδείν και ακούσαι Ψευδο-Σφρ. 35032· επιθυμούσαν ιδείν και ακούσαι οι Ίβηρες, και διά τούτο και συνέτρεχον εκ των περάτων αυτής δη της Ιβηρίας, ίνα ακούσωσιν αυτού Σφρ., Χρον. (Maisano) 10227· εκφρ. τα πέρατα της γης (ήδη αρχ.), του κόσμου, (της) οικουμένης (ήδη μτγν., TLG) = το πιο μακρινό σημείο, η άκρη του κόσμου: Παλαμήδ., Ψαλμ. 426, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55410· Τότες ο αξιέπαινος άρχων κυρός Μπορούσης (παραλ. 2 στ.), οπὄχει φήμην περισσήν στα πέρατα του κόσμου,| στον πατριάρχην έφθασε μετά τιμής μεγάλης Αρσ., Κόπ. διατρ. [213]· Διατί η ανδρειά σου η πολλή (ενν. του Μερκουρίου) έναι δοκιμασμένη,| κι εις οικουμένης πέρατα έναι διεσπαρμένη Κορων., Μπούας 117. 2) Τέλος· (μεταφ.): Ψευδο-Σφρ. 16021· Δούκ. 4017· έκφρ. εις πέρας = στο τέλος, τελικά: Και η κόρη, ως ήκουσεν, ενεός εγεγόνει| μήτε λόγον προπέμψασθαι μηδόλως δυναμένη, (παραλ. 3 στ.) μόλις ποτέ δε εαυτήν ως εις πέρας λαβούσα| «Τι μάτην ονειδίζεις με» επεφώνει δακρύοις Διγ. (Trapp) Gr. 517 [πβ. όμως και πιθ. διόρθ. (Καμπύλης): εαυτήν ώσπερ αναλαβούσα κατά τους στ. Διγ. (Trapp) Gr. 2182 (και μεθ’ ημέρας εαυτήν μόλις αναλαβούσα) και Διγ. (Trapp) Gr. 2633 (αλλ’ είχον ήδη τας ψυχάς προς πύλας του θανάτου.| Και ως ήκουσαν της φωνής, ανελάμβανον ταύτας)]· φρ. (1) άγω εις πέρας (ήδη μτγν., TLG), δίδω πέρας (βλ. και Avotins, Nov., στη λ.) = τελειώνω, ολοκληρώνω κ.: Το γουν προσταττόμενον παρά σοι χρέος εστί του πληρώσαι και εις πέρας άγειν Δούκ. 15728-29· αύθις ετέρας βουλής γενομένης, ίνα τας ... τριήρεις ... εμπρήσωσι, ... την βουλήν εκφωνήσας τῳ βασιλεί Ιάκωβος Κόκκος ο Ενετός ... ενεμπιστεύθη του πέρας δούναι τῃ υποθέσει Ψευδο-Σφρ. 40017· (2) αποπληρώ πέρας, βλ. Επιτομή, αποπληρώ 1β· (3) έχω πέρας = (για προφητικό σημάδι) πραγματοποιούμαι, επαληθεύομαι, εκπληρώνομαι (Βλ. και Lampe, Lex., στη λ. σημασ. 4): σημείον δεδόσθαι παρά Θεού, το παρθένον άνευ ανδρός τεκείν, ό δη και πέρας έσχε Ψευδο-Σφρ. 3121· (4) λαμβάνω πέρας = (α) βλ. λαμβάνω Φρ. 27· (β) ολοκληρώνομαι, πραγματοποιούμαι: και πριν ή του ειπείν αυτῴ (ενν. τῳ Νοταρᾴ) περί τούτου (ενν. του οφφικίου) ελογίζετο ποιήσαι, όπως και ο βασιλεύς αντιχαρίσηται τοις υιοίς αυτού άλλην τινά τιμήν. Ταύτα ουν πέρας ουκ έλαβον διά την ταχέως επελθούσαν εις ημάς κοινήν συμφοράν Ψευδο-Σφρ. 36835· βάλλει (ενν. ο βασιλεύς) το φρούριον κάτω και μηνύει τῳ τυράννῳ δι’ εναργών αποδείξεων, ότι το κελευσθέν πέρας είληφεν Δούκ. 7712· (γ) (για προφητικό σημάδι ή προφητεία) πραγματοποιούμαι, επαληθεύομαι, εκπληρώνομαι (βλ. και έχω πέρας): ει μη εν τῃ παρθένῳ Μαρίᾳ το σημείον είληφε πέρας, πώς δε εξ αυτής ο γεγενημένος ... εκ πνεύματος αγίου κατά τον προφητικόν λόγον Εμμανουήλ ωνομάσθη ...; Ψευδο-Σφρ. 3123. Ως επίρρ. = Απέναντι, στην αντίπερα όχθη ή ακτή (πβ. και πέραν σημασ. 3): απέρασεν (ενν. ο Φιλοπαππούς) τον ποταμόν ομού συν τῳ Κιννάμῳ,| κἀγώ άχρι του ύδατος αυτοίς ακολουθήσας·| ως δ’ είδον πέρας τον λαόν όλους αρματωμένους,| ουδέν επήγα προς αυτούς αρμάτων δίχα πέλων Διγ. A 3504· (εδώ σε θέση επιθ.): Ιάκωβος Κόκκος ο Ενετός ... ακάτια ... οικονομήσας ... ίνα ... περάσωσι προς τον Γαλατάν και πλησίον της πέρας εκείνης γης έλθωσιν Ψευδο-Σφρ. 40022· (εδώ στον πληθ.): Το Μεντουλά έναι πόρτο και το έμπα του έναι εις τον λεβάντη. Και αγνάντια του πόρτου έναι ένα νησόπουλο, αμή σίμωνε πέρατα την μερέα του γρέγου ότι έχει καλό στάσιμο και εις την μέση του καναλίου έχει μία ξέρα Πορτολ. A 19022.
πικρία- η, Τρωικά 5241, Κομν., Διδασκ. Δ 9, 26, Γλυκά, Στ. 468, Λόγ. παρηγ. L 678, Προδρ. (Eideneier) I 122, IV 234, Καλλίμ. 19, 2254, Βέλθ. 186, 636, 935, Ερμον. Υ 325, Χρον. Μορ. H 5560, Φλώρ. 451, 885, Σαχλ., Αφήγ. 11, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 349, Λίβ. P 2549, 2576, Λίβ. Esc. 3412, Ιμπ. 767, Μαχ. 747, 10632, 67818, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 6, Συναξ. γυν. 286, 871, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 279v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 174, Δωρ. Μον. XXVI, Ιστ. Βλαχ. 26, 952, Παλαμήδ., Ψαλμ. 426, κ.π.α.· πικρά, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 598· πίκρια, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1007· πικριά, Σπαν. A 529, Βέλθ. 641, 1221, Ερμον. Η 348, Φλώρ. 1037, 1170, Ερωτοπ. 109, 534, Λίβ. P 1007, 2542, Αχιλλ. (Smith) O 13, Ιμπ. 272, Ch. pop. 308, Γεωργηλ., Θαν. 29, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 790, Δεφ., Λόγ. 367, Βυζ. Ιλιάδ. 836, Αχέλ. 1111, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 590, Κυπρ. ερωτ. 218, 1087, Πανώρ. Δ́ 436 κριτ. υπ., Ροδινός (Βαλ.) 76, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 2, κ.π.α.· πρικιά, Αλεξ.2 882, Αλφ. 1078, Πανώρ. Ά 62, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 152, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 128· πρικρία, Μαχ. 25622· πρικριά, Φαλιέρ., Ιστ.2 2 κριτ. υπ.· πληθ. πικρές, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 533· πίκριες, Σπαν. (Ζώρ.) V 491.
To αρχ. ουσ. πικρία. Ο τ. πίκρια από συμφ. του πικρία και του πίκρα (Ανδρ., Λεξ.). Ο τ. πικριά στο Somav., λ. πικράδα. Ο τ. πρικιά (<μετάθεση συμφώνου και συνίζ.) στο Κατσαΐτ., Θυ Ά 118, Έ 56, Κλ. Γ́ 304. Οι τ. πρικρία και πρικριά από αφομοιωτική ανάπτυξη του ρ. Τ. πρικία και πριτσία σήμ. σε ιδιώμ. της Κάτω Ιταλίας (Andr., Lex., στη λ., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ. 297). H λ. και σήμ.
1) Η ιδιότητα του πικρού, η πικρή γεύση: Προδρ. (Eideneier) IV 405, Ιερακοσ. 41128· (σε μεταφ.): της φυλακής της μιαράς όνομα μόνον είπον| και παρευθύς το στόμα μου γεμίζεται πικρίας Γλυκά, Στ. 446· να έχω πικρίαν ερωτικήν παρά το αψίθιν πλέον Λίβ. Sc. 229. 2) (Mεταφ.) α) τo συναίσθημα της οδύνης, της λύπης· η στενοχώρια, η πίκρα: Ως ήκουσεν ο βασιλεύς, βαρέως ελυπήθην, (παραλ. 1. στ.) εκ της πικρίας της πολλής ημέρας τρεις εποίκεν| μήτε άρτου γευόμενος μήτε ποτού καθόλου Διήγ. Βελ. N2 85· τις να γράψει τον κλαυθμόν, τον οδυρμόν τον τόσον| και την πικράν της συμφοράς την τότε γεναμένην; Απολλών. (Κεχ.) 392· Ο Δάρειος ωσάν είδεν την θυγατέραν του, ... η πικρία του ήλθεν εις χαράν Διήγ. Αλ. G 28117‑18· (σε σχ. οξύμωρο, βλ. και Φαλιέρ., Ιστ.2 σ. 140): Τα κλάηματα κι η συντριβή κι οι πόνοι κι οι πικρίες| πρέπουσι στ’ αμαρτήματα ώσπερ γλυκές γιατρείες Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 155· Έννοια γλυκιά με την πικριά σμιμένη| τούς αγαπούν εις τούτον αποσώννει| και δεν νιώθουν πως ζουν αποθαμμένοι Κυπρ. ερωτ. 1712· φρ. κάμνω κάπ. πικρία = πικραίνω, στενοχωρώ κάπ., συμπεριφέρομαι άσχημα σε κάπ.: στο γιόμα και αν καθήσομε, στο δείπνο και αν σεβούμε,| εις το κραβάτι αν πέσομεν, πάντα πικρία μου κάμνεις| και με αποχυδιάζεσαι ωσάν υποχείριά σου Σπαν. (Ζώρ.) V 631· β) ταλαιπωρία, βάσανο: Διότι ο νιος τα μέλλοντα κι εκείνα τά ουδέν πράσσει| σαν όνειρον του φαίνουνται άλλος να τα διατάσσει,| διά ταύτα εγώ ο πολυπαθής, τέκνον μου ηγαπημένον,| τα ’μαθα με πολλήν πικριάν ’ς καιρόν τον περασμένον Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 12· (συχνά με τα ρ. πασχίζω, παθαίνω, υφίσταμαι): αιχμαλωτίσθην δι’ εσέν και την υπόσχεσίν σου· (παραλ. 1 στ.) και δίχρονον επάσχισα πικριάς αναριθμήτους Λίβ. P 1419· Ακούτε οπού επάθετε πικρίας αναριθμήτους,| εμάθετε τούς έθλιψεν ο ασύστατος ο Χρόνος| πόσα κακά παθάνουσιν οι δυστυχοτυχούντες Λόγ. παρηγ. L 723· δίχρονον επερπάτησε, πολλάς πικρίας υπέστην,| και ανάγκας είδεν περισσούς και φόβους υπεστάθην Λίβ. Esc. 3177· εκφρ. της τύχης η πικρία/η τύχη της πικρίας = η κακοτυχία, η ατυχία: την κόρην οπού, ... μα το στενοχωρούμαι,| μα τον καημόν μου της ψυχής, μα την πικρίαν της τύχης,| ακόμη ουδέν υπόταξεν η γης καλλιοτέραν Λίβ. N 2109· ζει (ενν. ο Λίβιστρος), τόν δι’ εμέ εχόρτασεν η τύχη της πικρίας; Ζει, ζει τόν εθανάτωσεν η τύχη του δι’ εμέναν; Λίβ. P 2362. 2) Η οργή, η αγανάκτηση, η πικρία: έβλεπε ... ταύτα Οδυσσεύς και εφλέγετο από τον φθόνον και είχε πικρίαν ανυπόφορον και πάντοτε έτρεφεν έχθραν κατ’ εκείνου και μίσος πολύ Τρωικά 52711· όταν ελθείς στο σπίτι σου οπού έναι θεοργισμένον,|έχεις πικρίαν γουν πολλήν και σειέσαι αγριωμένος· | όλον φαρμάκιν στέκεσαι ωσάν κακός ο όφης Σπαν. (Ζώρ.) V 628· φρ. είμαι εις χολήν πικρίας = είμαι κακόβουλος, πικρόχολος, γεμάτος κακία (πβ. ΚΔ Πράξ. Απ. 8. 23): μετανόησε απ’ αύτην την κακοσύνην σου, ... επειδή βλέπω ότι είσαι εις χολήν πικρίας και συνδεδεμένος με την αδικίαν Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 71r.
προ,- πρόθ., Ιερακοσ. 4255, Ορνεοσ. αγρ. 54830, Διγ. (Trapp) Gr. 1039, Διγ. Z 1368, 2370, 3781, Λίβ. Sc. 379, Σφρ., Χρον. (Maisano) 8424, 1282, Έκθ. χρον. 2720, 3615, 711, Πτωχολ. α 314, 427, Lucar, Sermons 107 (έκδ. προς· διορθώσ.), Παλαμήδ., Ψαλμ. 427.
Η αρχ. πρόθ. προ. Η λ. και σήμ. ως ά συνθ.
1) (Τοπ.) μπροστά· ενώπιον: Ορνεοσ. αγρ. 5237, Διγ. (Trapp) Gr. 3086, Πτωχολ. α 232. 2) (Χρον.) νωρίτερα, πριν: Διγ. (Trapp) Gr. 3298· (με απαρέμφ.): αμιράς, πατήρ ο του Ακρίτου (παραλ. 1 στ.), ος ονομάζετο Μουσούρ προ τούτον βαπτισθήναι Διγ. Z 4168· προ του εξελθείν τον δεσπότην από της Αρκαδίας, εξήλθον κἀγώ... και απήλθον εις την Πίδασον Σφρ., Χρον. (Maisano) 1567. εκφρ. (1) προ της άλλης, βλ. ά. άλλος 7· (2) προ καιρού, προ (της) ώρας: πριν από τον κανονικό χρόνο, πρόωρα: τρέμω, πτοούμαι, δέδοικα μη φονευθώ προ ώρας Προδρ. (Eideneier) I 273· Οίμοι, τι το ορώμενον; Άφνω δύο φωστήρες| οι πάντα κόσμον λάμψαντες έδυναν προ της ώρας Διγ. (Trapp) Gr. 3600· Ω γλυκύτατέ μου υιέ, ... δεν δύνεσαι ακόμη να πολεμήσεις θηρία και πρόσεχε ... διά να μην χάσεις το άνθος της νεότητός σου προ καιρού Διγ. Άνδρ. 34325· (3) προ μικρού = πριν από λίγο: πάντες ας γνωρίσομεν, πώς φθείρονται τα πάντα| και όλα, πάντα λύονται ως το πανί αράχνης (παραλ. 1 στ.). Τον γαρ Ακρίτην προ μικρού μέσα κατέχει τάφος (παραλ. 1 στ.), τον φοβερόν και ισχυρόν κατέλαβεν ο Άδης Διγ. Z 4488· (σε παροιμ. φρ.): προ του τέλους την αρχήν κανείς μη την παινέσει Λίβ. Va 807. 3) (Προκ. για δήλ. προτίμησης· η χρ. ήδη αρχ.) περισσότερο, προτιμότερo: Καλλίμ. 121, 1029· (προκ. να δηλωθεί πρόσωπο ή πράγμα το οποίο προηγείται ή υπερέχει): περί του μεγάλου κοντοστάβλου το οφφίκιον ορίζει (ενν. ο βασιλεύς), ότι διά το είναι τον πενθερόν αυτού μέγαν κοντόσταβλον ούτε σε ούτε άλλον θέλει ευεργετήσειν τούτο. Αμή να σε ευεργετήσει το του μεγάλου πριμικηρίου, όπερ ένι και προ τούτου Σφρ., Χρον. (Maisano) 1267. 4) (Εδώ) αντίθετα από: Όρισεν, οσπίτιν εύρον,| έβαλάν τον εις εκείνον, ενεπαύετον ο γέρων (παραλ. 1 στ.). Προ μεν πάντων τούτων όλων| δοίκησιν ουδέν τον δίδουν Πτωχολ. α 290.
προθυμία- η, Σπαν. P 257, Ιερακοσ. 5027, Διγ. (Trapp) Gr. 1819, Διγ. Z 1138, Ερμον. Η 263, Μ 117, Ψ 179, Ωροσκ. 4219, 4327, Χρον. Μορ. H 144, 282, 1089, 1216, 4750, 6334, Χρον. Μορ. P 6, 144, 282, 303, 517, 1089, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 272, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 389, Αχιλλ. (Smith) O 97, Χειλά, Χρον. 348, Μαχ. 15016, 16635, Κορων., Μπούας 46, 49, 58, 68, 70, 105, Πένθ. θαν.2 604, Βεντράμ., Φιλ. 99, 150, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 357r, Αχέλ. 709, 710, 899, 1846, Χρον. σουλτ. 13523, Lucar, Sermons 111, Μεταξά, Επιστ. 47, Λίμπον. Αφ. 64, 145, Διγ. O 681, Διακρούσ., Στίχ. ηθ. (Κακλ.) 65, Διακρούσ. (Κακλ.) 339, 982, 1200, κ.α.· προθυμιά, Σαχλ., Αφήγ. 15, Φαλιέρ., Ιστ.2 56, 641, Χούμνου, Κοσμογ. 1024, 1185, 1398, 2303, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 279, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 82, Κορων., Μπούας 15, 23, 35, 49, Κυπρ. ερωτ. 424, Πανώρ.2 Β́ 107, Γ́ 100, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 63, 515, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ́ 62, Πιστ. βοσκ. ΙΙ 4, 19, Βοσκοπ.2 133, Παλαμήδ., Βοηβ. 261, 591, 1278, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 208, 370, 699, 1371, Β́ 622, 1886, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 623, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 415, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [41], Δ́ [1030], Έ [544], [1468], Λίμπον. 69, 326, 501, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 41, Μαρκάδ. Πρόλ. 31, Λεηλ. Παροικ. 58, Διγ. O 524, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 27117, 44526, 48323, 54125, κ.α.
[Το αρχ. ουσ. προθυμία. Ο τ. και σήμ. λαϊκ. Η λ. και σήμ.]
1) α) Διάθεση, επιθυμία, ζήλος να πραγματοποιηθεί κ., ο οποίος εκδηλώνεται με την επίδειξη ανάλογης δραστηριότητας: Ιερακοσ. 5049, Χούμνου, Κοσμογ. 605· εκφρ. (1) μετά πάσης προθυμίας (ήδη μτγν., TLG)/συν πάσῃ προθυμίᾳ/με πάσης προθυμίας/με όλην προθυμίαν = με πολύ μεγάλη προθυμία· ολόψυχα (βλ. και Κεχαγιόγλου [Πτωχολ. α σ. 427]): εβγάζει το καπάσιν του, πίπτει εν παρρησίᾳ| και προσκυνεί, συντάσσεται συν πάσῃ προθυμίᾳ| τον ορισμόν του άνακτος πληρώσαι μετά έργου Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 42· ο στόλος όρθωνε με πάσης προθυμίας Αχέλ. 1797· είχε λογισμόν (ενν. ο μοναχός) του απελθείν εις πόλιν| της θείας Ιερουσαλήμ με προθυμίαν όλην,| ίνα σεπτώς ασπάσηται τους σεβασμίους τόπους Παϊσ., Ιστ. Σινά 502· Άκουσον, υιέ μου πρώτε,| λόγους ταπεινού πατρός σου,| δέξου τούτους μετά πάσης| της καλής σου προθυμίας Πτωχολ. α 82· (2) με (την) προθυμιά(ν) = πρόθυμα: Κάμετε εσείς με προθυμιά τά σασε θέλω ορίσει Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 249· μπορώ να ειπώ δεν έμεινε φωτι’ άλλη στην κυρά μου,| να κάψει αλλουνού καρδιάν, ...,| γιατί όλην με την προθυμιάν την έχυσε σ’ εμένα,| από την ώραν κείνηνε, που τούτα τα καημένα| τα σωθικά μου εδόξεψε Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [439]· φρ. έχω προθυμίαν (ήδη αρχ.) = δείχνω προθυμία, προθυμοποιούμαι: Χρον. Μορ. P 717· β) (ειδικ.) β1) φιλεργία, φιλοπονία: εκείνα (ενν. τα παιδιά) οπού ’χτάσσουνται καλά ...| ... και πρόθυμα κοπιούσι| ν’ ανέβουσι στη σβίγα μου, αϊδάρω και ψηλώνω (παραλ. 1 στ.). Και πάλι εκείνα απού ’νιαι οκνά και προθυμιά δεν έχου,| μα μόνο με την πεθυμιά κάθουνται και ξετρέχου| με δίχως κόπο στου τροχού τα ύψη ν’ ανεβούσι,| πάντα στο βάθος στέκουσι, το ψήλος δε θωρούσι Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 51· οι προθυμιές κι οι πρόκοψες κι οι κόποι των αθρώπω| πλούσους και μπορεζάμενους τσι κάνει ’ς κάθα τόπο Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 41· (προκ. για πνευματικό έργο): Εν αυτῴ γουν (ενν. τῳ σπηλαίῳ) ησκήτευαν με τόσην κακουχίαν, (παραλ. 1 στ.), δύο κλεινοί αυτάδελφοι, ... (παραλ. 5 στ.). Εύγε της διακρίσεως αυτών και προθυμίας!| ουαί δε αύθις της εμής κακίστης ραθυμίας! Παϊσ., Ιστ. Σινά 185· β2) ζήλος για ανδραγαθήματα· γενναιότητα, ανδρεία: « ... Άρτι ποθώ δοξάσασθαι και το γένος λαμπρύναι (παραλ. 3 στ.)». Και κατένευσεν ο πατήρ τῃ προθυμίᾳ του νέου,| φύσεως γαρ το ευγενές εκπαιδόθεν προφαίνει Διγ. (Trapp) Gr. 1051· εις πολλά βασίλεια έδειξε (ενν. ο Θησέος) την ανδρειάν του·| εις φήμην, δόξαν και τιμήν ήλθε ’κ την προθυμιάν του Θησ. (Foll.) I 6. 2) α) Καλή διάθεση, ευμένεια: αφότου επαρέλαβεν ο πρίγκιπας το Ανάπλιν| με προθυμίαν το εχάρισεν τότε τον Μέγαν Κύρη Χρον. Μορ. P 2876· Κοίταξε τώρα προς εμέν, δέξου με προθυμίαν| την προσευχήν μου, Κύριε· δείξε μου ευσπλαγχνίαν Παλαμήδ., Ψαλμ. 427· β) διάθεση για βοήθεια σε όσους έχουν ανάγκη, φιλευσπλαχνία: Κάλλιο ’ναι το λιγότερον μετά της προθυμίας| παρά χιλιάδες πράγματα μετά περηφανείας Κομν., Διδασκ. Δ 304. 3) Σπουδή, βία, ζέση ερωτική: Στο πράσινον του πόθου το λιβάδιν| πολλοί τραντάφυλλα κι αθθούς θωρούσιν| αμμέ τ’ αγκάθια που ’χουσιν ομάδιν| απού την προθυμιάν δεν τα βιγλούσιν Κυπρ. ερωτ. 422. 4) Βοήθεια, προστασία: Αύτη (ενν. η Παναγία) στους ξένους γνώριμος είναι και προστασία,| απελπισμένων τε ελπίς είναι και βοηθεία.| Αύτη εις χείρας κι ορφανά είναι η προθυμία Διακρούσ. (Κακλ.) 1291· φρ. κάνω/ποιώ προθυμία = βοηθώ πρόθυμα: Το κοντάριν τό εβάσταζεν εγίνη δυο κομμάτια· ευτύς πολλά εγλήγορα έσυρεν το σπαθί του (παραλ. 3 στ.). Κι ως ήβλεπαν οι έτεροι οπού ’σαν μετ’ εκείνον,| ανάρια όλοι εβάλθηκαν και προθυμίαν τού εκάμναν,| τους Αλαμάννους έσφαξαν και εθανάτωσάν τους Χρον. Μορ. P 4031· ου δύναμαι του να κρατώ σπαθίν ουδέ κοντάριν| του να σταθώ εις πόλεμον να έχω πολεμήσει·| αλλά να ποίσω δι’ εσάς τούτην την προθυμίαν·| του πρίγκιπος το φλάμουρον θέλω να το βασταίνω (παραλ. 1 στ.). Την τέντα του δομέστικου θεωρώ την ... ·| ομνύω σας εις τον Χριστόν ολόρθα εκεί να απέλθω Χρον. Μορ. P 4750. 5) (Εδώ) ενθάρρυνση (βλ. Lex. Chron. Mor. 393): ο πάπας ’κ την χαράν όπου είχεν διά τον κόντον| και διά να δώσει προθυμίαν του κόντου, καθώς πρέπει,| ατός του εκαβαλίκεψεν με τους γαρδιναλίους,| ομοίως με τους ευγενείς ανθρώπους εκ την Ρώμην,| κι απήλθεν εις συναπαντήν του κόντου της Προβέντσας Χρον. Μορ. P 6142.
ραγίζω,- Διγ. A 2678, Επιθαλ. Ανδρ. Β′ 552, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 43, 201, 423, Απολλών. (Κεχ.) 627, Λίβ. διασκευή α 77, 706, Λίβ. Esc. 41, 44, 635, 3131, Αχιλλ. (Smith) N 1277, Θρ. Κων/π. (Mich.) 53, Θρ. Κων/π. H 3, Θρ. Κων/π. B 3, Θρ. Κων/π. διάλ. 6, Ch. pop. 772, Απόκοπ.2 243, 413, Σκλάβ. 23, Κορων., Μπούας 109, Αχέλ. 684, Σταυριν. 1139, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 94, 1667, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 783, Ιερόθ. Αββ. 332, Διήγ. ωραιότ. 264, Διγ. O 1824, Διακρούσ. (Κακλ.) 651· ραΐζω, Διγ. A 4399, Πανώρ.2 Β́ 170, Έ 181, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 1318, Στάθ. (Martini) Γ́ 130, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 545.
Από τον παθητ. αόρ. του ρήγνυμι και την κατάλ. ‑ίζω (βλ. και Ανδρ., Λεξ., Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 55). Ο τ. με αποβολή του ‑γ‑ στο Βλάχ. και σήμ. λαϊκ. Η λ. και σήμ.
Ά Αμτβ. (ενεργ. και μέσ.) 1) α) (Προκ. για αντικείμενο) σχίζεται η επιφάνειά μου χωρίς να γίνομαι κομμάτια, αποκτώ ή παθαίνω ρωγμή: τα σελοσκαλοχάλινα θωρούσιν έναν ένα| και πασπατεύγουν τ’ άρματα αν είναι ραγισμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 2284· β) (προκ. για κτίσμα) παθαίνω ρωγμή: ’Κκλησία γερή δεν έμεινεν, οπού να μην ραγίσει (ενν. από το σεισμό) Σκλάβ. 37· τ’ απελατίκιν έσυρεν ...| και τίναξεν το χέριν του και κτύπησεν το κάστρον| και από πάνω κάτω ράγισεν το δυνατόν το κάστρον Αχιλλ. L 884· γ) (προκ. για πλοίο) υφίσταμαι ρήγμα: τότε το ξύλον έπεσεν στ’ αριστερόν το πλάγι| κι εποίκεν κτύπον φοβερόν και, ως έδειξεν, εράγην Απόκοπ.2 358· δ) (τριτοπρόσ., με υποκ. τη λ. ουρανός) αστράφτει: Βροντή εγένετο φρικτή, ο ουρανός εράγη Κρασοπ. (Eideneier) AO 107· ε) (προκ. για τη γη) παθαίνω βαθεία ρωγμή όπως σε ισχυρό σεισμό, ανοίγω στα δύο: Ω γη πώς δεν ραΐζεσαι κι εμένα να ρουφήσεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1267]· ας πέσουν ’πού τον ουρανόν κάρβουνα και φωτία| κι η γης εκ τον πάτον ας ραγεί, να σκίσει διαμία Παλαμήδ., Ψαλμ. 427. 2) α) (Προκ. για οστό του σώματος) παθαίνω κάταγμα, σπάω: και το κοντάρι αν ήσπασεν, η χέρα δεν εράγη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1898· (σε κατάρα): Ανοίξῃ η κοιλία σου και τα πλευρά σου ραΐσουσι Σπανός (Eideneier) D 309· β) (μεταφ.) εξασθενώ σωματικά λόγω γηρατειών: πιστεύω δε πως εις ολίγον καιρόν να με έχεις και εμένα εκεί να με γηροκομήσεις, οπόταν τούτο το οστράκινον σκεύος του σώματός μου θέλει ραγίσει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 127. 3) α) Σπάω σε κομμάτια, διαλύομαι: και ο βούτσος να εβρόνταγε, να ραγισθεί εις δύο Κρασοπ. (Eideneier) S 99· γιατί ’πεσα κι εράγη το σπαθί μου Βοσκοπ.2 323· (εδώ σε παρομοίωση): σαν το γυαλί ραγίζουνται (ενν. οι μεγαλότητες και τα πλούτη), σαν τον καπνό διαβαίνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 607· (σε παροιμ. φρ.): Ουκ οίδα εγώ διότι εμίανα το αγγελικόν σχήμα και εραγίστην το σκεύος και έγινα χειρότερος από τον διάβολον παρήκουος ...; Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 178v· φρ. (1) ραγίζει/ραγίζεται η καρδιά (μου, σου, του ...) = (α) από έντονη λύπη και στενοχώρια: Δακρύζουν τα ομμάτια του (ενν. του ξένου), ραγίζεται η καρδία του,| την μάννα κράζει πάντοτε: «Πού ’σαι γλυκεία μαννίτσα ...» Περί ξεν. (Μαυρομ.) 519· Ώφου, ωχ, οϊμένα, τι γροικώ; Ψυχή, πώς δε χωρίζεις| απού το δόλιο μου κορμί; Καρδιά, πώς δε ραγίζεις; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 422· (β) από δυνατή ερωτική συγκίνηση: Στρέφομαι και θωρώ τη μες στα μάτια| κι εράγην η καρδιά μου τρία κομμάτια,| γιατί Έρωτες είχαν κι εδοξεύγα| και να με σαϊτέψουν εγυρεύγα Βοσκοπ.2 18· (γ) από φόβο: Ο δε Πάρις ως ουν είδεν τον Μενέλαον ομπρός του| εν τοις έμπροσθεν φανέντα, η καρδία του εραγίσθη Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Γ́ [49]· (2) ραγίζουν οι πέτρες = (α) προκ. να εκφραστεί βαθιά λύπη: έκλαυσεν, εθρηνήθηκεν αυτός και η Χρυσάντζα·| και αφ’ την θλίψιν την πολλήν κι οι πέτρες εραγίσαν Βέλθ. 1279· Ν’ αρχίσω ο κακότυχος να γράψω τά παθάνω (παραλ. 2 στ.), οι πέτρες να ραγίσουσιν, ο ήλιος να μαυρίσει,| δένδρη να εξεριζωθούν και ποταμοί να φρύξουν Περί ξεν. (Μαυρομ.) 283· (β) για τη δήλ. συνταρακτικού γεγονότος: εκεί πάλιν οι ασεβείς ήθελαν Τον εμπαίξειν:| «Αν κατεβείς ’πό τον σταυρόν, θέλομεν Σε πιστεύσειν».| Αι πέτρες τότε ράισαν και τα μνημεία ανοίξαν| και αυτοί οι ασεβέστατοι τότες σ’ αυτό εφρίξαν Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 8699· (3) τα σπλάχνα μου ραγίζουν = αισθάνομαι πολύ έντονο ψυχικό πόνο, «γίνομαι κομμάτια»: τα σπλάχνα μου εράγισαν, το φως μου εσκοτίσθη| και την καρδίαν μου δεινή επέρασεν ρομφαία Θρ. Θεοτ. 63· β) (μεταφ.) λυπάμαι βαθιά, νιώθω μεγάλη στενοχώρια: Και τις εκείνο το πικρόν χωρίς οδύνης είπῃ,| τις ου κενώσει ποταμούς δακρύων προ του λόγου,| τις ου ραγῄ την αίσθησιν και συντακῄ καρδίαν; Καλλίμ. 447· Όποιος σε τέτοιαν συμφοράν, λύπην σ’ εσέ δεν έχει| νιούτσικη κακορίζικη, και πόνον ν’ αγροικήσει| σ’ τόσον μεγάλο σου κακόν, και να μηδέν ραγίσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [588]. Β́ Μτβ. 1) Προκαλώ ρωγμή, σχίζω· (εδώ) σκάβω: Και παρευθύς ο βασιλεύς εκέλευσε ραγίσαι| την άμμον, ίνα τύχωσιν ύδωρ γλυκύν εκείσε Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 363. 2) (Μεταφ.) κλονίζω, κάμπτω: τα δάκρυά της εράγιζαν σκληρού ανθρώπου γνώμην Διγ. A 2674. 3) (Με αντικ. την λ. καρδιά) λυπώ βαθιά, προκαλώ μεγάλη στενοχώρια: Ράγισε τώρα την καρδιά, κλαύσε την αμαρτία Αλφ. (Μπουμπ.) II 33· αρχινίσανε τες φωνές συντροφιασμένες με το κλάψιμο εις τρόπον οπού την καρδίαν των ανθρώπων εράιζαν την ώραν εκείνην και εισέ λύπησιν μεγάλην τον έφερναν Σουμμ., Ρεμπελ. 180. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = που έχει ρωγμές: παρακκλησίδιον μικρόν όλον ζωγραφισμένον,| νυν δ’ εκ της παλαιότητος πρόκειται ραϊσμένον Παϊσ., Ιστ. Σινά (Καδάς) 1134.
ρίμα- η, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 302 κριτ. υπ., Αλεξ.2 Επίλ. 11, 21, Απόκοπ. (Παναγ.) 561, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 28, 779, Ζήνου, Βατραχ. Πρόλ. 9, 12, Δεφ., Λόγ. 740, Τριβ., Ταγιαπ. 306, Κακοπ. 13, Αχέλ. 36, Προσκυν. Ιβ. 535.28 (Σινά) 9434, Προσκυν. Ιβ. 845 (Σινά) 12032, Κυπρ. ερωτ. 9016, 11516, 15017, Κατζ. Ά μετά στ. 12, Σταυριν. 1293, Διήγ. ωραιότ. 30, Μαρκάδ. 772, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis), Πρόλ. 16, 44, Διακρούσ. (Κακλ.) 1318, Παλαμήδ., Ψαλμ. 425.
Από το ιταλ. rima (βλ. Battaglia, λ. rima1). Η λ. στο Βλάχ. (γρ. ρήμα) και σήμ.
α) Ποιητική σύνθεση με βάση το δίστιχο και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, συνηθέστ. σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο: Κι αν είχαμ’ ώρα να σου πω κι άλλα καμώματά μου,| Σαμψών, λογιάζω το λοιπόν νά κραζες τ’ όνομά μου.| Μ’ απής κατέχεις γράμματα, μια ρίμα θα μου βγάλεις,| κι όλες μου τις παλληκαριές μέσα ’δεκεί να βάλεις Κατζ. Δ́ 355· Από μένα τον Τριβώλη,| εγεννήθη η ρίμα όλη,| και ει τινός ουδέν αρέσει,| άλλη ας κάμει κι ας παινέσει Τριβ., Ταγιαπ. 302· ’Σ τούτην την ρίμα βρίσκεται ο βοϊβόνδας Πέτρος Αιτωλ., Βοηβ. 1· β) ομοιοκατάληκτο δίστιχο: μιμούμενος κι εγώ λοιπόν την παλαιάν συνήθειαν| εβάλθηκα και έγραψα με ρίμες την αλήθειαν| διά τα κατορθώματα τ’ αυθέντη της Βλαχίας| του βοηβόδα Μιχαήλ τας πολεμομαχίας Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 24· Κι οι Τούρκοι να κοιτάζουνε τόσα περίσσα πάθη| να φύγουσι, επνίγουνταν ωσάν τυφλοί στα βάθη| από σπιρούνια και κουπιά, κατάρτια, και τες πρύμες,| και να τα γράψω δε μπορώ, ούτε να πω σε ρίμες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 31820. Φρ. 1) Αρμόζω εισέ ρίμα, βλ. αρμόζω Ά Φρ. 2) Βάνω εις ρίμα, βλ. βάνω Ά 25δ φρ. 3) Θέτω εις ρίμα, βλ. θέτω Ά 2 φρ. — Βλ. και ρίμη.
σαγίτ(τ)α- η, Τρωικά 5301, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4715, Ερμον. Η 195, Χρον. Μορ. H 4036, 5035, Χρον. Μορ. P 1075, 4036, 5035, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 380, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 625, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 20, Λίβ. διασκευή α 1274, 1279, 1297, 1298, 1305, 1307, 1395, 1516,1770, Λίβ. Esc. 1305, Λίβ. Va 1077, 1121, 1160, Αχιλλ. L 203, 206, 627, 711, Αχιλλ. (Smith) N 1026, Αχιλλ. (Smith) O 387, Καναν. (Pinto) 84, 181, 187, 396, 489, 492, Χρον. Τόκκων 249, Φαλιέρ., Ενύπν.2 26, 28, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 81, Μαχ. 11226, 6501, 67019, Χούμνου, Κοσμογ. 262, 265, Παράφρ. Χων. (v. Dieten) III 38, 41, Αλεξ.2 1215, 1379, 2762, Απόκοπ.2 8, 418, Πένθ. θαν.2 190, 218, 623, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 160r, 191v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 6210, 1324, 1415, Πεντ. Αρ. XXIV 8, Δευτ. XXXII 23, 42, Βυζ. Ιλιάδ. 516, Αχέλ. 1532, 1714, Κώδ. Χρονογρ. 5220, Παϊσ., Ιστ. Σινά 152, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 16814, Ονειροκρ. Ιβ. 48, Πανώρ.2 Ά 341, Β́ 62, 71, Γ́ 165, Βοσκοπ.2 23, Χρον. βασιλέων 1246, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. 42, Διγ. Άνδρ. 35210, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 5220, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 130, Διακρούσ., Στίχ. ηθ. (Κακλ.) 63, Διακρούσ. (Κακλ.) 249, 345, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 28113, 28423, Παλαμήδ., Ψαλμ. 428· σαΐτ(τ)α, Διγ. Z 161, 168, Βέλθ. 494, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5200, Λίβ. Esc. 1190, Χρον. Τόκκων 694, Θησ. (Foll.) I 49 δις, 55, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 34, Θησ. Β́ [538], ΣΤ́ [377], Χρον. Μορ. P 4920, Χρον. σουλτ. 2720, 6413, 808, 8525, 892, 6, Αχιλλ. L 722, Φαλιέρ., Ενύπν.2 17, Μαχ. 43017, 63031, Χούμνου, Κοσμογ. 246, Αλεξ.2 545, Λίβ. Va 487, 1046, 1067, 1069, 1524, 2624, Διήγ. Αλ. G 26716, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 17310, Τριβ., Ταγιαπ. 17, Αλφ. 1176, Αλφ. (Μπουμπ.) III 13, Ονειροκρ. Ιβ. 46, 48, Πανώρ.2 Ά 330, 343, Β́ 126, 213, 281, 457, Έ 5, 33, 45, 61, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 339, Γ́ 165, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 40, Πιστ. βοσκ. I 2, 216, 4, 190, II 3, 71, IV 2, 201, 7, 75, 8, 77, 131, V 7, 58, Βοσκοπ.2 23, Διγ. Άνδρ. 31531, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 151, 712, Γ́ 270, 317, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 105, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 5, 23, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1451], Έ [1295], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 87, 125, 128, 323, 337, 338, 399, 424, Διγ. O 97, 1750, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15215, 1737, 38822, 47423, 49626, 5065, Αλφ. (Mor.) IV 78, κ.α.
Από το λατ. sagitta. Ο τ. σαΐτ(τ)α (<σαγίτ(τ)α με αποβολή του μεσοφωνηεντικού ‑γ‑, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 345, 417, Τριαντ., Άπ. 1, 360) στο Meursius (λ. σαγίτα), στο Βλάχ. (λ. σαγίτα) και σήμ. (γρ. σαΐτα, Κριαρ., Λεξ., Μπαμπιν., Λεξ.). Η λ. τον 5.-6. αι. (Lampe, Lex., λ. σαγίττα, TLG) και σήμ. (γρ. σαγίτα, Κριαρ., Λεξ., ΛΚΝ).
1) Βέλος τόξου: είχαν μετά τους τζακρατόρους και δοξιώτες και εσύραν απάνω τους σαΐττες και βερετουνία Μαχ. 43017· Εβουλήθη δε ο πρίγκιπος να πάρει μερικούς καβαλαραίους να φύγει, αμή δεν ημπόρεσεν, ότι το πλήθος του φουσσάτου των Ρωμαίων τους ετριγύρισε και τους έβαλεν εις την μέσην και δεν είχαν που να φύγουν, μόνον τους εκατέσφαζαν με τες σαΐττες Δωρ. Μον. XXXVIII· Έδωσαν πόλεμον μέγαν με τες λουμπάρδες και τουφέκια και με σαΐτες και δοξάρια Διον., Ιστ. Ρωσ. 403· Με τας σαγίττας απομακρά τους εκαταδοξεύαν| κι ούτως τους αποκτείνασιν κι εθανατώσανέ τους Χρον. Μορ. H 1075· (σε παρομοίωση): οι Κουμάνοι της Αλαμανίας εποίησαν μέγαν πόλεμον, τόσον ότι έπεπταν οι σαΐτες εις το κάστρον ωσάν βροχή Διήγ. Αλ. E (Lolos) 16914· (προκ. να δηλωθεί η μεγάλη ταχύτητα συχν. και σε παρομοίωση): Και εγώ να γένω άλογον και το άλογον εκείνο| να ένι εις πλάσιν εύμορφον και εις την περπατησίαν| να δάζει ως ένι ο ποταμός, γοργόν ως η σαΐττα Λίβ. διασκευή α 2978· Ετούτος στο πιλάλημα κι εις την γληγοροσύνη| τόσα ευρίσκετον ’λαφρός, ότι καμία σαΐτα| βγαλμένη από ... καλόν δοξότην Θησ. ΣΤ́ [532]· (εδώ ως μέσο για αποστολή γραπτού μηνύματος): Έγραψα πάλιν την γραφήν, δένω την εις σαγίτα| και εις το κελίν την έσυρα της πανωραίας κόρης Λίβ. Va 1277· Έστειλε μιαν επιστολή δεμένη σ’ μιά σαΐτα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1983· Έγραψα, φίλε, την γραφήν, δένω την με σαΐταν| και ως είχα την συνήθειαν πάλιν ετόξευσά την Λίβ. Va 1589· (προκ. να δηλώσει το μήκος της απόστασης (πβ. και σαγιτ(τ)όσυρμα)): εις την γην τους έβγαλαν τα άλογα να δράξουν,| εκεί εις τα νησόπουλα μέσα να τα σεβάσουν·| κολύμπου τα σεβάζουσιν όσον σαΐττας σύρμα Χρον. Τόκκων 694· Προβαίνεις δε αριστερά, όσον με το δοξάριν| να ρίξεις την σαγίταν σου, ως καλόν παλληκάριν.| Και παρευθείς οράς εκεί πέτραν μεγάλην μίαν Προσκυν. Ξηρ. 27 (Σινά) 152· (προκ. για ένδειξη αγάπης ή συμπάθειας όταν δινόταν ως δώρο): ο Ιωνάθας ο υιός του Σαούλ αγάπησε τον Δαβίδ πολλά και εχάρισέ του το ρούχο του και το δοξάρι του με όλες τες σαγίτες διά σημείον πως τον αγαπά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 191v. 2) α) (Μεταφ.): η μέθη το φαρμάκιον είναι του διαβόλου,| τον μεθυστήν τον άνθρωπον νεκρώνει τον διόλου·| σαγίττα είναι δολερή, είναι φαρμακωμένη Ιστ. Βλαχ. 2089· Ω αδελφέ μου ... εάν είσαι και χηρευάμενος, να προσέχεσαι να μην καθίσεις ποτέ σου με νέαν γυναίκα και πας και φας και πίεις μετ’ αυτήν, διότι το κάλλος της γυναικός είναι σαΐτα φαρμακερή και σεβαίνει μέσα εις την καρδίαν του ανδρός Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 94v· (σε μεταφ.): Ανέλπιστα δυό ’μμάτια μ’ εσκλαβώσα| μ’ έναν τους βλέμμαν όμνοστον με θάρρος,| με μιαν χρυσήν σαγίτταν μ’ ελαβώσαν| εις την καρδιάν Κυπρ. ερωτ. 283· Απάνου εις όλα παίρνοντες το σκουτάρι της πίστεως, με το οποίον θέλετε δυνηθεί να σβέσετε όλες τες σαΐτες τες πεπυρωμένες του Πονηρού Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εφεσ. Ϛ 16· (προκ. για τα βέλη του θεού Έρωτα): Εζωγράφισεν δε και τον Έρωτα και ήτον| πτεροφόρος και εβάστα εις τα χέρια του φωτία,| δοξάριον και σαγίτταν Διγ. Άνδρ. 31524· ’κράτει (ενν. ο Έρως) τοξάρι δυνατόν, ...,| και την σαΐταν έριπτε κι ετόξευ’ ένα νέον,| κείνος ο νέος έστεκε με προσοχήν μεγάλην| είχεν τα στήθη του γυμνά, σαΐτα στην καρδίαν Διγ. Z 161, 163· συναπαντώ τον Έρων·| εβάσταν και εις το χέριν του δοξάριν και σαγίτα Λίβ. Va 569· Ήτον γαρ η καρδίτσα του σφαμένη εκ την σαΐτταν| απέ την ακριβότερη του Έρωτος οπού έχει Θησ. (Foll.) I 132· οι σαΐτες μου (ενν. εμένα, του Έρωτα) κανεί δε θανατώνου| μόνο γλυκιά κι απάλαφρα πάσα καρδιά πληγώνου Στάθ. (Martini) Πρόλ. 15· (προκ. για το βέλος του Χάρου, του θανάτου κλπ.): Θάνατος βλέπεις έρχεται κι εσύ δεν τον εγνώθεις| σαν σύρει τη σαγίτα του πάραυτα θανατώθης Αλεξ.2 1378· Kι είδα το Χάρο κι έμπαινε κι έβγαινε θυμωμένος,| σαν μακελάρης και φονιάς τα χέρια ματωμένος·| μαύρον εκαβαλίκευε, εβάστα και κοντάρι| κι εκράτιεν εις την χέραν του σαγίτα και δοξάρι Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 69· Είντα κακό σου έκαμα (ενν. Χάρο) και θε να με δοξέψεις| με την σαΐτα της πρικιάς για να με ’ξολοθρέψεις; Αλφ. 1078· β) (θεολ. προκ. για το Χριστό): λέγεται και τόξον και σαΐτα και βραχίων, και δύναμις του Πατρός ο Υιός ωσάν και λόγος του και σοφία του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 405.
σκουτάριν- το, Τρωικά 5338, Ασσίζ. 2135, 21424, 2156, 4673, Διγ. (Trapp) Gr. 2565, 3071, Διγ. Z 3021, 3065, 3072, 3079, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 948, 988, 4667, 4736, Ερμον. Μ 77, Ξ 280, Χρον. Μορ. H 544, 4022, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 171, 186, 317, 381, Φλώρ. 669, Λίβ. διασκευή α 2491, 3247 κριτ.υπ., Λίβ. Esc. 1024, 1025, 2334, Λίβ. Va 2164, 2596, Αχιλλ. L 55, 131, 273, 352, 447, Αχιλλ. (Smith) N 138, 139, 230, 392, 724, Αχιλλ. (Smith) O 82, Μαχ. 6629, Θησ. Έ́ [726], Ζ́ [1227], Διήγ. Αλ. V 51, Διήγ. Αλ. Ε (Konst.) 856, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 2016, Βυζ. Ιλιάδ. 941, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. S 244, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. ά́ 141· Σκούταρι, Θρ. Κων/π. διάλ. 107· σκουτάρι, Hist. imp. (Iadevaia) IIa 3285, IIc 360, Διγ. Α 3745, Χρον. Μορ. P 544, 552, Λίβ. Esc. 2817, Αχιλλ. (Smith) O 241, Θησ. Έ́ [643], Ϛ́ [381, 6], [554], Ή́ [601], Θ́ [357], [736], ΙΆ́ [626], Θησ. (Foll.) I 15, 75, Διήγ. Αλ. V 58, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 847, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 139v, 189r, 191r, Πεντ. Δευτ. XXXIII 29, Περί πώς έκαμναν ... βασιλέα 54 δις, Ιστ. Βλαχ. 1008, 1577, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. α ́́ 63, 111, 144, β́ 25, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 909, 1077, Δ́ 1325, 1563, 1757, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 34, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 181, Έ́ 197, Διγ. O 2450, 2571, Παλαμήδ., Ψαλμ. 428· Σκούταριν, Hist. imp. (Rochow) 19538· σκουτάρι(ν), Θησ. Ϛ́́ [255], Διήγ. Αλ. V 37, 60· σκουτάρι(ο)(ν), Hist. imp. (Rochow) 19538 κριτ. υπ., Hist. imp. (Iadevaia) IIc 366, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1251, 1428, Σφρ., Χρον. (Maisano) 13221, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 403, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2943, Πένθ. θαν.2 189, Ζήνου, Βατραχ. 273, Τριβ., Ταγιαπ. 19, Χρον. σουλτ. 8323, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 25425, 27614· σκουτάριον, Λεξ. IV 66, Καναν. (Pinto) 312, 375, 429, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 143 κριτ. υπ., 203 κριτ. υπ., Διγ. Άνδρ. 38020, 39432· Σκουταρίον, Δούκ. 7317· πληθ. σκουταρία, Μαχ. 35833.
Από το μτγν. ουσ. σκούτα (<λατ. scutum) και την κατάλ. ‑άρι(ο)ν. Ο τ. σκούταρι σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Ζακ. Λεξ.2 Β́) και ως τοπων. (Συμεων., Ετυμολ. λεξ. νεοελλ. οικων.). Ο τ. σκουτάρι στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. σκουτάριον πιθ. μτγν. (TLG), στον Ψευδο-Κωδ., Οφφικ. 18312‑13, 19616 και στο Meursius. Η λ. τον 5.-6. αι. (TLG), σε έγγρ. του 11. αι. (Διαθ. Βοϊλά 24), στο Du Cange (λ. σκουτάριον), και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ., Φαρμακ., Γλωσσάρ. 431).
1) α) Ασπίδα: φαρίν εκαβαλίκευσα, αραβίτικον μαύρον,| σπαθίν, σκουτάριν ειληφώς και βένετον κοντάριν Διγ. Z 2463· Φαρίν τον δίδει και άρματα και την εξόμπλισίν του (παραλ. 2 στ.) θώρακαν, περικεφαλιάν, σκουτάριν και κοντάριν| και αργυρομούστακον σπαθίν με ολόχρυσον θηκάριν Φλώρ. 528· εβαστούσαν τα σκουτάρια τως (ενν. οι Γιαννίτσαροι) απάνω εις τα κεφάλια τως, διά να δέχονται τες σαΐτες οπού έπεφταν από το βουνόν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 325· (σε παρομοίωση): Των Συριάνων βασίλισσα, η Σεμίραμη εκείνη,| ήτον ωραία, εξαίρετος, πολλά ωραιωμένη (παραλ. 5 στ.), ο τράχηλός της εύμορφος, οι νώμοι της βασιλικό σκαμνίν,| το στήθος ως σκουτάριν Διήγ. Αλ. Σεμίρ. S 10· (σε παροιμ. φρ.): Πράγμα οπού με το δάκτυλον ημπορείς να σκεπάσεις,| μη ποίσεις, και ου σκεπάσεις το με μύρια σκουτάρια Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 2587· β) (μεταφ.) πρόσωπο ή πράγμα που προφυλάσσει από κ., προστασία, βοήθεια: Δος μας χάριν ν’ αγροικήσομεν της μακαρίας εκείνης παρηγορίας της συγχωρήσεως των αμαρτιών μας ... διά να νικήσομεν με τούτο το σκουτάριν κάθε λογής πειρασμόν του Σατανά Χριστ. διδασκ. 458· τα λόγια ετούτα ήτον συντυχιά του Κύριου προς τον Αβραμ ...· μη φοβεθείς, Αβραμ· εγώ σκουτάρι εσέν Πεντ. Γέν. XV 1· Μα πλιο παρ’ άλλο δυνατό και σταθερόν σκουτάρι| είν’ η τιμή, οπ’ ουδένανε αφήνει να το πάρει Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [467]. 2) (Συνεκδ.) πολεμιστής: Ο ηγεμών ο άμαχος (ενν. ο Αρμάκιος), τ’ αστροπελέκι του Άρη,| η δόξα των αρμάτω μας, τ’ ανίκητο σκουτάρι! Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 308. Οι τ. Σκούταρι, Σκουτάρι και Σκουταρίον ως τοπων.: Θρ. Κων/π. διάλ. 107, Χρον. Μορ. H 552, Πορτολ. Α 23016, Δούκ. 7317.
στερεώ ‑ώνω,- Σπαν. Β 275, Διγ. Z 1265, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1809, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 94, Έκθ. χρον. 738, Ιστ. πατρ. 828, 1644, Ιστ. Βλαχ. 1572, 2184, 2434 [= Γέν. Ρωμ. 68], 2637· στερεώ, Λίβ. διασκευή α 3870 κριτ. υπ.· στερεώννω, Μαχ. 2887, 8, 3723, 4706‑7, 50636, κ.π.α., Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 702, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 8306· στερεώνω, Διάτ. Κυπρ. 5025, Ασσίζ. 1214, 2728, 17613, Χρον. Μορ. Η 573, 2097, 8776, 9000, Χρον. Μορ. P 180, 191, 198, Διήγ. παιδ. (Eideneier) 75, 283, Φλώρ. 1496, Ερωτοπ. 538, Λίβ. διασκευή α 1461, Λίβ. Esc. 1317, Χρον. Τόκκων 1150, 3104, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 873, Αργυρ., Βάρν. Κ 403, Διήγ. Βελ. N2 240, Θησ. Θ́ [767], Λίβ. Va 1232, Δεφ., Λόγ. 400, Δεφ., Σωσ. 233, Χρον. σουλτ. 5925, 7036, Δαρκές, Προσκυν. 158, Μορεζ., Κλίνη φ. 182v, Επιστ. 16. αι. 1457, Δωρ. Μον. XXXVII, Ψευδο-Σφρ. 29622, Λίμπον. 351, Ροδινός (Βαλ.) 175, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 93, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 4473, Παλαμήδ., Ψαλμ. 428, κ.α.· στεριώννω, Θρ. Κύπρ. Μ 664· στεριώνω, Ρίμ. θαν. 24, Εκατόλ. M 63, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 768, Μαρκάδ. 118· προστ. παθητ. αορ. στερεώθησαι, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 296.
Το αρχ. στερεόω. Ο τ. στερεώννω σε έγγρ. του 13. αι. (Caracausi). Ο τ. στερεώνω το 13. αι. (LBG, λ. στερεόω), στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. στεριώννω και σήμ. ιδιωμ. (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.). Ο τ. στεριώνω στο Κατσαῒτ., Θυ. Έ́ 140 και σήμ. Το μέσ. στερεούμαι και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. στερεώνω).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Στηρίζω, σταθεροποιώ: έβαλεν αυτήν (ενν. την Αγίαν Τράπεζαν) απάνω εις δώδεκα στύλους ασημένιους και την εθρονίασε και την εστερέωσε με λείψανα αγίων μαρτύρων Hagia Sophia f 59524· Ω φιλάνθρωπε ... Θεέ ..., οπού εστερέωσας τον ουρανόν και εθεμελίωσας την γην και την άπειρον θάλασσαν επεριετείχισας με την άμμον Διγ. Άνδρ. 40915· Εις το ποιήσαι απαλόν όνυχα. Στερεώσεις απαλούς όνυχας του ιέρακος ει μετά όξους δριμέος θερμού διαβρέχεις· αυξήσεις δε υδρελαίῳ χλιαρῴ διαβρέχων Ιερακοσ. 49914· (μεταφ.): ήτον στερεωμένη (ενν. η ανθρώπινη φύσις) ωσάν με επτά πύργους από τες επτά χάριτες του Αγίου Πνεύματος Χίκα, Μονωδ. 116· να σε φωτίσει ο Θεός και να σε στερεώσει| στον θρόνον σου τον υψηλόν, ημέρας να σου δώσει Ιστ. Βλαχ. 1843· ευθύς επερωτά τον προλεχθέντα παιδαγωγόν, ανίσως και εγνωρίζει τινάν οπού να ημπορεί να του δώσει πληροφορίαν εις εκείνα οπού ελόγιαζεν, και να στερεώσει τον νουν του οπού ήτονε πολλά βυθισμένος από τους λογισμούς Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 475· β) (μεταφ., προκ. για το βλέμμα, τη σκέψη, τα συναισθήματα) επικεντρώνω, εστιάζω σε: Όνταν τα ’μνοστα ’μμάτια να με δούσιν,| το βλέμμαν να στεριώσουν εις αυτόν μου ... Κυπρ. ερωτ. 62· εις εκείνο να γίνεται (ενν. ο άνθρωπος) ένα με τον Θεόν, διότι τέτοιας λογής σηκώνοντας ψηλά τον λογισμόν σας ... και στερεώνοντας τον νουν σας εις μόνην την τριαδικήν θεαρχίαν Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11112‑13· Κόρη …,| στερέωσε την όρεξη ’ς τούτον που λέγεις τώρα,| καλά και α λείπεται απ’ εδώ κι έναι σε ξένη χώρα Φαλιέρ., Ενύπν.2 83. 2) Καθιστώ κ. στερεό, αναλλοίωτο: Ο Αριστοτέλης είπεν: Ο ήλιος στεριώννει τον πηλόν Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 153. 3) α) Δυναμώνω, ενισχύω· εξασφαλίζω: ο βασιλεύς Αλέξιος εις βοήθειαν της πόλεως ... την πόλιν Δυρράχιον εστερέωσε πάντα τα χρειώδη από γης και θαλάττης εισάγων Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 288· (μεταφ.): την αυτών υπόληψιν εν τῳ ψευδαββά στερεώσαντες και υπέρτερον προφήτου τούτον υμνήσαντες, εξέθεντο δόγμα του μη ενδύεσθαι την κεφαλήν πίλον Δούκ. 15126· β) εμψυχώνω: εφάνη (ενν. ο Κύριος) πολλάκις εις τους μαθητάς αυτού διά να τους στερεώσει καλύτερα Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 12824. 4) α) Εδραιώνω, παγιώνω: Πού είναι οι σχολαστικοί με την πολλήν σοφίαν,| αυτοί οπ’ εστερέωσαν την πίστιν την αγίαν …; Ιστ. Βλαχ. 2434· οι άλλοι απόστολοι έστειλαν τον Μακάριον Βαρνάβαν, ωσάν Κυπριώτην, οικονομικώς, διά να στερεώσει ως απόστολος εκείνο οπού οι άλλοι Κυπριώτες είχαν κάμει εις το κήρυγμα του ευαγγελίου Ροδινός (Βαλ.) 175· β1) βεβαιώνω: απαρχής διηγείται (ενν. το βιβλίον) ... ποταποί άνθρωποι εντέχουνται να ένι οι κριτάδες της ρηθείσης αυλής και ποταποί ουδέν εντέχουνται να στερεώσουν και να κρίνουν πάσα άνθρωπον και πάσαν γυναίκαν, οίτινες έμπροσθέν τους να έλθουν Ασσίζ. 2412· β2) επιβεβαιώνω: στάσου ανδρείως, και όσα είπες εχθές μηδέν τα αρνηθείς, μόνον πάλιν στερέωσε τα λόγια σου Βίος Αισώπ. (Eideneier) I 2686· β3) δίνω το λόγο μου, διαβεβαιώνω: θέλω γαρ και ορέγομαι κι εδώ σε το στερεώνω,| να μείνεις κύριος απ’ εμού, αφέντης κληρονόμος Χρον. Μορ. Η 1885· γ1) επικυρώνω, εγκρίνω: Τες συμφωνίες εστερέωσεν ο πρίγκιπας Γουλιάμος,| εγράφως τες απόστειλεν με κρεμαστές τες βούλλες Χρον. Μορ. P 3030· ούλοι είπα να πάγει ο αυτός Περότ να τους απολογηθεί, και εμόσαν του πως ό,τι ποίσει να το στερεώσουν Μαχ. 59619· ου (ενν. του επισκόπου) την εκλογήν εκείνην γνωρίσας ο Λατίνος αρχιερεύς, ούτινος εις ενορίαν υπάρχει η αυτή καθέδρα, εάν εύρει αυτήν εις σώμα άξιον γεγονυίαν κανονικώς εξουσίᾳ ισασμού μη έχειν άργησιν στερεώσαι Διάτ. Κυπρ. 50617· γ2) επισημοποιώ: ο σουλτάνος επέψεν μας να σε στερεώσομεν διά ρήγαν Βουστρ. (Κεχ.) 9418· απήγασιν εις τον ναόν του Απόλλωνος, ότι να ομόσουσι και να στερεώσουσι το συνοικέσιον Τρωικά 53124· γ3) αποδέχομαι: πηγαίννοντα οι άνωθεν εις τον Τακκάν, και εδιαβάσαν του το χαρτίν του ρηγός, εχάρην χαράν μεγάλην και εστερέωσεν τα μαντάτα και εδώκεν τους κανισκία Μαχ. 34434· δ) (για συμφωνία ειρήνης ή πόλεμο) συνάπτω: Είχα μεγάλην εξουσίαν εγώ απέ το κουμμούνιν| να στερεώνω, ως μου φανεί, αγάπην τε και μάχην Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1258· ήρθανε καράβια βενέτικα εις τον Αβαρίνο με τους ιμπασσαδόρους των Βενετσάνω και εδιάβησαν εις τον σουλτάν Μεχεμέτη και εστερεώσαν την αγάπην οπού είχανε και πρωτύτερα Χρον. σουλτ. 10527· Εμήνυσά του δύο φορές με τα ξύλα μου, ότι να πέψει να στερεώσει την αγάπην, και δεν δείχνει φανόν Μαχ. 64011. 5) Τηρώ, σέβομαι, διαφυλάσσω: διά την θάρρησιν του αυθέντη και διατί ένι κρατημένος να στερεώσει νόμους δικαίους έρχουνται όλοι οι πραματευτάδες εις την εξουσίαν του να πουλήσουν και να αγοράσουν Ασσίζ. 48314‑15· ο ρήγας ομνέ ... επάνω εις τα άγια να στερεώσει τας δόσεις τους προκατόχους του ρηγάδες, έπειτα ομνέ να στερεώσει τα καλά συνήθια και τα καλά κουστούμια του ρηγάτου Ασσίζ. 28516, 17‑18. 6) Αποφασίζω: Στήνουσιν τούτο οι αυτοί εις πόλεμον να ’λθούσιν,| να εξεγυμνώσουσι σπαθία, το αίμα να λουσθούσιν·| τούτο εστερεώσασιν, τα όργανα εκτυπήσαν| και ώσπερ θηρία ανήμερα ούτως επολεμούσαν Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 341· να κάμουν ότι εγώ να την στεφανωθώ χωρίς φωτίαν, και απέκει αφόντις την εστεφανωθώ, με φανερώνουν· και κάμνει χρείαν τότες, ότι εκείνη αστάνιόν της να ευχαριστηθεί, διατί έτσι εστερεώθη Μπερτόλδος 60. 7) Θεσπίζω, θεσμοθετώ: στο θεϊκό του νου (ενν. ο Ζευς) μ’ άμετρη χάρη| κι ύψιστη γνώση μ’ ήθελε γεννήσει (ενν. εμέ, το Μελλούμενο)| κι αξίωμα απ’ άλλος πλια δεν είχε πάρει| μου ’θελε στερεώσει έτσι μεγάλο,| να μην μπορώ ’ς τσι γνώμες μου να σφάλω Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελλ. 63. Β´ (Αμτβ.) γίνομαι στέρεος, σταθεροποιούμαι: Αντάν το χόρτον είναι τρυφερόν εύκολα ανασπάται, αμμέ ανισώς και στεριώσουν οι ρίζες του δεν ανασπάται χωρίς κόπον Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 111· (μεταφ.): απόφαση ουδεμιά στο νου μου δε στεριώνει,| μα ένας τον άλλο λογισμό καταχαλά και λειώνει Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 287. IΙ. Μέσ. 1) α) Μένω ακίνητος, σταθερός: Έσεισε ο Κύριος την γην και πάλι εστερεώθη,| και από τον φόβον του σεισμού ο κόσμος ελυτρώθη Σκλάβ. 229· β) (μεταφ.) επιβάλλομαι στον εαυτό μου, συγκρατούμαι, ηρεμώ: μη οξυνθείς δε, ω υιέ, μηδέ κακοτροπήσεις,| μάλλον δε στερεώθητι και σκόπευσον το κρείττον Σπαν. Α 281. 2) α) Εδραιώνομαι, παγιώνομαι: το κακόν και αφόντις αργήσει και θεμελιωθεί και στεριωθεί με πολλά παραδείγματα ... κρατιέται διά νόμος Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 12922· σύντεκνον σε έποικεν να στερεωθεί η φιλία σας Χρον. Μορ. Η 5542· δράκοντας δε και λέοντας και τα λοιπά θηρία| ουδοτιούν λογίζεται στερεωθείς ο πόθος| και τους ληστάς τους τολμηρούς αντ’ ουδενός ηγείται Διγ. (Trapp) Gr. 965· β) καθιερώνομαι: εστερεώθη το λαμπρόν σέβας εις τον αιώνα,| του προσκυνείν και σέβεσθαι την άχραντον εικόναν| Χριστού και της μητρός αυτού Παρθένου της Μαρίας Αξαγ., Κάρολ. Έ́ 1319· γ) διασφαλίζω την εξουσία μου: θωρώντα τους ο ρήγας, άρχεψεν να κλαίει και να πέφτει εις τα πόδια τούς σαρακηνούς και να παρακαλεί τον καπετάνον να μεν τον αφήσει να πα, χωρίς να στερεωθεί εις το ρηγάτον Βουστρ. (Κεχ.) 9416· Δύο και μόνα είχεν όλον όλον εις τον νουν του· πώς να αρέσει των αφεντάδων του διά να στερεωθεί εις το πατριαρχείον … Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 9117· δ) βεβαιώνομαι: Διά την καλήν κομόδιταν οπού ’βρα εις αυτόν σου,| γράφω και στερεώννομαι όλος τέλεια δικός σου Κυπρ. ερωτ. 1354. 3) (Μεταφ.) στηρίζομαι σε κ.: η ανάστασις και η αιώνιός μας σωτηρία ... βεβαιώνουνται και στερεώνουνται εις την αληθινήν ανάστασιν του Χριστού Χριστ. διδασκ. 75+σημ.· να ενθυμούμεσθεν πως οδιά την σωτηρίαν μας τοσαύτα εκατόρθωσε (ενν. ο Ιησούς Χριστός) και να στερεωνόμεσθεν εις την ελπίδα οπού έχομεν εις Αυτόν να μας σώσει Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Εισαγ. 15. 4) α) Ισχυροποιούμαι, ανασυντάσσομαι: Βάνουνται, στερεώνουνται και δύναμιν επήραν,| γυρίζουν οι γενίτσαροι και βάνουν τους στην μέσην,| και πολεμίζουν δυνατά έως δύσεμαν ηλίου Παρασπ., Βάρν. C 400· β) δυναμώνω· συνέρχομαι, αναρρώνω: Εστερεώθη η καρδία του τραγογένη· εξέβην κέρατον εις το ’φθιν του· επλατύνθη το στόμα του ως ο φούρνος Σπανός (Eideneier) A 76· Εις τρόμον ιέρακος ... Θρέψον δε αυτόν ευθύς· πλην χοίρειον μη δώσῃς αυτῴ, έως ου στερεωθῄ Ορνεοσ. 55829· (σε παρομοίωση): Εστερεώθη ως πέτρα η καρδία σου Σπανός (Eideneier) D 342. Φρ. 1) Στεριώνω βουλή = αποφασίζω: Μ’ αν απεθάνει, καταπώς βουλή έχει στεριωμένη,| ποιο μου μοιράδι ζωντανό στον κόσμο μ’ απομένει; Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 363. 2) Στεριώνω γυναίκα = παντρεύομαι: για να δει την ευγενειά και την πολλήν της γνώση,| ηθέλησεν κι επήρε την, γυναίκα να στεριώσει! Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1774. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) α) Σταθερός, αμετακίνητος, ακλόνητος: πηδά (ενν. ο Έκτωρ) εκ της αμάξης (παραλ. 1 στ.) εις την γην την στερεωμένην Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΓ́ [39]· ένι τούτον το πουλλίν (ενν. το φενίτσε) τόσον στεριωμένον και φερμιασμένον, ότι δεν σκαλεύγει, αμμέ αφήννει και καύγεται, διατί ξεύρει το φυσικά ότι μέλλει να ξαναγενεί Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 132· β) στηριγμένος επαρκώς· οχυρωμένος: πύργον μέσον έστεσεν πλήρη πολλών επαίνων,| ένδοξον έργον, φοβερόν, λίαν στερεωμένον Διγ. Α 4231. 2) (Μεταφ.) α) ισχυρός, εδραιωμένος: να στέκει στεριωμένη| η αυθεντιά μου δυνατά σ’ όλην την οικουμένη Αλεξ.2 757· Εκάθισε και αφέντεψε καλά στερεωμένος| ωσάν αφέντης άξιος και ευημερημένος Ιστ. Βλαχ. 375· β) βασισμένος σε: Η βουλή σου εις έ́́́́ μερτικά πρέπει να μοιραστεί: Το ά́ εις κανέναν καλόν εξήγημαν ..., το δ́ να φέρεις οξόμπλιν εις όμοιον έργον στερεωμένον Ξόμπλιν φ. 138v· γ) βέβαιος, σίγουρος, διασφαλισμένος: ο λόγος εκ το στόμα σου να είν’ βεβαιωμένος,| δίκαιος και αληθινός, καλά στερεωμένος Ιστ. Βλαχ. 1558· ζητά ο ρήγας της Κύπρου την αγάπην, η ποία αγάπη να είναι αληθινή και στερεωμένη Μαχ. 13435· Υιέ μου, πάντα προτιμού, στρέφε τό σε δανείζουν,| και ούτως να είσαι δυνατός, να είσαι και στερεωμένος| και, όταν βιάζεσαι πολλά, να εύρεις να σου δανείζουν Διδ. Σολ. P 68· εκάμασι καπίτουλα, να είναι βεβαιωμένοι,| πιστοί τε και αληθινοί, καλά στερεωμένοι Διακρούσ. (Κακλ.) 606· δ) προσηλωμένος, σταθερός· αφοσιωμένος: Μηδέν ρίψεις ουδέ να πάρεις το βλέμμα αξάφνου απού πάνω κανενού κορμιού ουδέ ακομή να το κρατήσεις πολλά στερεωμένον, αμμέ με τίποτες συγκερασμόν το μοβίασε κατά το πρέπει εις τα λόγια τά λαλεί Ξόμπλιν φ. 136v· εάν λάχει τινάς και πέσει εις αυτόν (ενν. τον έρωτα) … Πάντα είναι ο νους του στερεωμένος εις την αγάπην Διγ. Άνδρ. 34121· ο Θεός ήξευρεν αυτόν ότι είναι αγέλαστος και στερεωμένος εις Θεόν, και τότε άφησεν αυτόν (ενν. τον διάβολον) να κοπιάζει κάκως κακού Βίος Φιλαρ. 238· ε) ισορροπημένος, πνευματικά υγιής: οπού θέλει να κάμει διαθήκην, εάν και ασθενεί, αμή κάμνει χρεία να είναι ο νους του στερεωμένος, να μη είναι σαλευμένος Νομοκριτ. 108. 3) (Νομ., προκ. για ενέργεια, πράξη) α) έγκυρος· εγκεκριμένος: ποία πούληση χρη έσται στερεωμένη και ποία πούληση ένι αστερέωτη και άκαιρη, κατά το κείμενον και κατά την ασσίζαν Ασσίζ. 25019· Πελάγιος, του Ουλβανού επίσκοπος, του αυτού λεγατίου εξουσιαστής, έκδωκεν, και η ποίησις αυτού υπήρχεν υπό της καθέδρας της αποστολικής στερεωμένη … Διάτ. Κυπρ. 50422· β) αποδεκτός, σεβαστός: πάντα τα στοιχήματα οπού όκε εναντιούνται του νόμου, πρέπει και εντέχεται να ένι στερεωμένα και κρατημένα Ασσίζ. 29428. — Βλ. και στερρώ.
στρέφω,- Κομν., Διδασκ. Δ 303, Σπαν. (Μαυρ.) P 96, Λόγ. παρηγ. O 700, Αιν. άσμ. 132, Προδρ. (Eideneier)2 Β́ 86, Γ́ 131, Καλλίμ. 222, Ελλην. νόμ. 5369, 57631, Ασσίζ. 1719, 9429, 46223, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1862, Βέλθ. 155, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 2519, Χρον. Μορ. H 6242, Χρον. Μορ. P 298, Πανάρ. 756‑7, Σαχλ., Αφήγ. 370, Ερωτοπ. 300, Λίβ. διασκευή α 1362, Αχιλλ. L 1010, Χρον. Τόκκων 2227, Φυσιολ. (Legr.) 205, Μαχ. 821, 34418, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 691, Θησ. Δ́ [414], Χούμνου, Κοσμογ. 608, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 272, Βουστρ. (Κεχ.) 27814, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3659, Απόκοπ.2 245, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 550, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1297, Κορων., Μπούας 43, Δεφ., Λόγ. 258, Πεντ. Γέν. III 19 δις, Δευτ. ΧΧΧ 3 δις, Αχέλ. 1038, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 55, Κυπρ. ερωτ. 7825, 1316, Πανώρ.2 Β́ 351, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 161, Βοσκοπ.2 157, Ιστ. Βλαχ. 1732, Σουμμ., Ρεμπελ. 168, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 917, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 295 δις, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1086, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 546, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 396, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ́ 39, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5748, κ.π.α.· ιστρέφω, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1132· στρέπτω, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 160· στρέφνω, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 506· στρέφτω, Πιστ. βοσκ. III 1, 6, 2, 82, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 220, Δ́ 360· γ́ πληθ. αορ. εστράψαν, Μαχ. 60211· β́ εν. προστ. ενεργ. αορ. στρε, Ασσίζ. 33630· β́ εν. προστ. παθητ. αορ. στράφησε, Λόγ. παρηγ. L 310· στρέφησε, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1347 ρή́ 9· στράφου, Λόγ. παρηγ. L 352, Λόγ. παρηγ. O 368, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 991, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 130, Αχιλλ. (Smith) O 472, Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 388, Μαχ. 25623, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 285, Πεντ. Γέν. XVI 9, Έξ. IV 19, Πανώρ.2 Ά́ 59, Β́ 383, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1526, B́ 441, É 548, Στάθ. (Martini) Γ́ 178 κ.α.· β́ πληθ. προστ. παθητ. αορ. στραφάτε, Χρον. Μορ. H 5179, 5189· μτχ. ενεργ. ενεστ. εστρέφοντα, Μαχ. 19023· στρέφοντα, Πεντ. Γέν. VIII 3, 7· στρεφόντα, Μαχ. 9436· μτχ. παρκ. στρεμμένος, Αχιλλ. (Smith) O 69, Πεντ. Αρ. V 8, Παλαμήδ., Ψαλμ. 427.
Το αρχ. στρέφω. Για τους τ. στρέπτω, στρέφτω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 283-287. Ο τ. στρέφτω και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., όπου και τ. στρέβω, Λάζαρης, Λευκαδ.). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Μετακινώ επιτόπου κάπ. ή κ.· γυρίζω κάπ. ή κ. προς άλλη κατεύθυνση· (μεταφ.): Πικρώς όντως θρηνήσαντες τον θαυμαστόν Ακρίτην,| επί την κόρην στρέψωμεν ταύτην την θρηνωδίαν Διγ. Z 4498· φρ. στρέφω την θωριάν/το πρόσωπόν μου = αποστρέφω το βλέμμα μου, το πρόσωπό μου: Όνταν η τύχη στρέψει την θωριάν της| απού κανείν απού ’χεν πρώτα φίλον,| γυρίζει τόσα τον τροχόν σαν μύλον| και ρίχνει εις δυστυχιάν πάσα φιλιάν της Κυπρ. ερωτ. 1541· Έως πότε, Κύριε, αφ’ ημών στρέφεις το πρόσωπό σου| κι οι ασεβείς καυχώντονε εις τον πιστό λαό σου| και βρίσκονται, οι ταλαίπωροι, σε κίνδυνο περίσσου ... Διακρούσ. (Κακλ.) 1113· β) (προκ. για πολεμική σύγκρουση) απωθώ, αποκρούω τους εχθρούς: Και από του πλήθους των Ρωμαίων όπου έδραμαν στους Φράγκους,| δεύτερον τους εκρότησαν, του κατηφόρου εστρέψαν Χρον. Μορ. H 5389· (σε μεταφ.): Πόνοι του ξένου εάν συναχθούν και να σταθούν εις μάχην,| του κόσμου τας παραταγάς όλας να τας αθροίσουν,| θέλουν τους στρέψει παρευθύς και θέλουν τους νικήσειν Αλφ. ξεν. Αμ. (Μαυρ.) 90. 2) α) Γυρίζω, στέλνω κάπ. πίσω.: Και την αυτήν ημέραν εστρέψαν τον ρήγαν διανυκτού εις την Αμμόχουστον με τον αμιράλλην Μαχ. 46625· Χίλιοι ή πλέον εξαπέθαναν, ως νεκρούς τους εστρέφαν| βαστάζοντα εις τους οίκους τους Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 7309· Τώρα τι καρτερείτε πλιά, ’Πηρέτες, στρέψετέ τον| τούτον τον νιον εις τον ναό, γλήγορα πάρετέ τον Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ [563]· β) φέρνω κ. πίσω: Προδρόμου περί τας ημέρας του χρόνου ... πότε να φλεβοτομεί ο άνθρωπος ... Εις τα κά́ έναι καλόν, ότι στρέφει όρεξιν του φαΐου Σταφ., Ιατροσ. 15415· φρ. στρέφω το στρέψιμο, βλ. ά. στρέψιμον σημασ. 2. 3) α) Eπιστρέφω σε κάπ. κ., δίνω κ. πίσω στον αρχικό του ιδιοκτήτη: Το δακτυλίδιν φύλαττε, πάλιν να μου το στρέψεις·| πλέον το αγαπώ, εγνώριζε, παρά πράγμα του κόσμου Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 552· Εις ισασμόν επέσασιν (ενν. ο Ζενεβέσης και ο Σπάτας) χωρίς να πολεμήσουν.| Και έστρεψάν του σύνορα, ουχί δε όλα πάλαι Χρον. Τόκκων 1642· Ομοίως έμοσεν ο κύρης της Τύρου να βλεπίσει το ρηγάτον και τους αφέντες, και μηδέν στρέψει το κουβέρνον εις όλην του την ζωήν Μαχ. 5029· στρέψε μου τα ονομίσματά μου Ασσίζ. 871· (με σύστ. αντικ.): μη διεις το βόδι του αδελφού σου γή το πρόβατό του κοντημένα και να παρακαμμυθείς από αυτά, στρεμμό να τα στρέψεις του αδελφού σου Πεντ. Δευτ. XXII 1· β) επιστρέφω οφειλή: Περί το δάνειον τό να δανειστεί ο υιός, αν ένι κρατημένος ο πατήρ να το στρέψει Ασσίζ. 1815· Υιέ μου, πάντα προτιμού, στρέφε τό σε δανείζουν,| κι ούτως να είσαι δυνατός Διδ. Σολ. P 67· γ) ξεπληρώνω (ηθικό) χρέος· ανταποδίδω: Λοιπόν, εγώ ως φρόνιμους φίλους και αδελφούς μου| μεγάλως τους ευχαριστώ· ο Θεός να τους το στρέψει| τό είπασιν και λέγουσιν διά εμέν τον αδελφόν τους Χρον. Μορ. H 945· Ο αφέντης ο Μονοβγάτης ... έπεψέν του κανίσκιν και μαντατοφόρους ... Ο ρήγας όρισεν και εστρέψαν του τα κανισκία και είπεν τους ... Μαχ. 10832· (εδώ με αρνητ. σημασ.): είχασίν το και μεγάλην ατιμίαν και ανανδρίαν, ότι να μηδέν στρέψουσι την ύβριν και αξίαν τιμωρίαν εις τον Αλέξανδρον και εις το γένος του και να επάρουσι την εκδίκησίν τους Τρωικά 52524· να στρέψω ξεγδίκωμα τους στεναχωρετάδες μου και τους μισωτές μου να πλερώσων Πεντ. Δευτ. XXXII 41. 4) Επιστρέφω κ. που αγόρασα, γυρίζω πίσω κ.: Εάν είς άνθρωπος αγόρασεν από άλλον άνθρωπον έναν κτηνόν ... και εκείνος οπού το εγόρασεν εκράτησέν το χρόνον και ημέραν εις το σπίτιν του, ουδέν ημπορεί πλέον να το στρέψει εκείνου οπού του το επούλησεν Ασσίζ. 4118. 5) (Μεταφ.) γυρνώ κ. στο μυαλό μου, σκέφτομαι έντονα κ.: Και εις τον δείπνον προσκληθείς ου μετέσχε βρωμάτων,| ου πόσεως το σύνολον θέλοντα του γευθήναι,| την κόρην στρέφων κατά νουν, το κάλλος εικονίζων Διγ. (Trapp) Gr. 1333· φρ. στρέφω τον λογισμόν = (α) κατευθύνω τη σκέψη μου σε ένα θέμα, σκέφτομαι κ.: Λοιπόν, στρέφω τον λογισμόν, τό βούλομαι ν’ αρχίσω,| να δώσω με τα χέρια μου πριν την οδόν κινήσω Ρίμ. θαν. 21· το λογισμό σας στρέψετε τσι κρίσες να λογιάσει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 557· (β) αλλάζω γνώμη: Έβαλεν ο πατέρας του να τον καθοδηγέψουν| τον λογισμόν, την γνώμην του, αν ημπορούν, να στρέψουν Τριβ., Ρε 38. 6) (Προκ. για φάρμακο) σταματώ (φλεγμονή)· θεραπεύω (για τη σημασ. πβ. και Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ., στη λ.): Έτερον του αυτού (ενν. ιατρού)· αλοιφή δόκιμη (έκδ. δοκιμή) και θαυμαστή, όταν πονέσει η γυνή το στήθος της, ήγουν το βυζί της, να το βάλεις, ή στρέφει το πάθος ή ανοίγει το και παύει τους πόνους Ιατροσ. κώδ. τλά. Β´ Αμτβ. 1) Αλλάζω κατεύθυνση· κάνω μεταβολή: έξω της πόρτας ήστρεψεν, εστάθην και προσκύναν·| επέζεψαν και οι δώδεκα, έλυσαν τ’ άρματά τους Αχιλλ. L 463· ένας χωριάτης είδεν απού ψηλά το έγκρυμμαν και εκατέβην κάτω και έκραξέν τους ... ότι οπίσω είναι το έγκρυμμαν. Τότες έστρεψαν κι εστρέφουνταν Μαχ. 63625· τον εγκρεμνό εδιάβημαν, το φρούδι πορπατούμαν.| Απού το φρούδι έστρεψε (ενν. ο Χάρος) και κάνει μου το νάτο| και δείχνει μου κι εδιάβηκα τση μαύρης γης τον πάτο Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 111· (προκ. για επιθετική κίνηση): Τότες ο Κύρος βασιλεύς, μ’ όλα του τα φουσσάτα,| στον Κροίσο στρέφει με θυμόν, αρχίνησε την στράτα.| Επήγε και τον ηύρηκε Κροίσον τον βασιλέα,| στην χώρα του τον έπιασε δίχως καμιάν μαλέα Βεντράμ., Φιλ. 48. 2) Επιστρέφω: Έλεγέ μοι ο λογισμός· να στρέψω και τι στέκω,| να πάγω πίσω στο νερό να πίω, σαν το θέλω;| Και πάλι να μεταστραφώ να ποίσω και τό θέλω Αιν. άσμ. 62· ωσά γεράκια εστρέψασι να ξανατρέξουν πάλι| κι ένας τον άλλον ήπασκε χάμαι στη γη να βάλει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1565· (με εμπρόθ. προσδ.): ενίκησαν τον αμιράν (ενν. οι αδελφοί της κόρης), γαμβρόν δε τον επήραν| και εις τον οίκον στρέψαντες εποίησαν τους γάμους Διγ. Z 251· Και, αν στρέψεις εις τον τόπον σου και ιδείς τα γονικά σου,| ιδού και μνήσθητι εμού, εις το ψωμίν και εις τ’ άλας Απολλών. (Κεχ.) 147· (μεταφ.): Τίταμο μου ’πε μια φωνή να βάλω στην πληγή σου,| να γιάνεις και ζιμιό ζιμιό να στρέψ’ η δύναμή σου Ανέκδ. ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 154· εσένα (ενν. Θεοτόκε) δίδω εγγυητήν εις αυτόνον τον Υιόν και Θεόν σου να μου συγχωρήσει να εμπώ να προσκυνήσω τον άχραντόν του Σταυρόν ... και πλέον να μην στρέψω εις τα έργα μου τα πρωτύτερα Μορεζ., Κλίνη φ. 272v· (σε παροιμ. φρ.): Τώρα έστρεψε στον τόπο τση, Αθούσα μου, η ψυχή μου Πανώρ.2 Έ́ 299. 3) Αλλάζω, μεταβάλλομαι: Δεν ξεύρεις πως εράισεν σήμερον η καρδιά μου| κι εις πόθον έστρεψε ζιμιό κι αγάπη η όργητά μου Πανώρ.2 Έ́ 182· πολλές φορές ήλθεν εις ακοή μου| εκείνον οπού φαίνεται και μάχει και αντιτείνει| ν’ αλλάξει και πολλά γοργό να στρέψει εις καλοσύνη Φαλιέρ., Ιστ.2 294· (σε παρομοίωση): Πλια γληγορύτερα η φωτιά στο χιόνι πως να στρέψει,| παρά έτοιο πράμα να γενεί ποτέ ’θελα πιστέψει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 509. II. Μέσ. 1) α) Γυρίζω επί τόπου, κάνω στροφή· αλλάζω κατεύθυνση: Και ως είδον τούτους (ενν. τους στρατιώτας) φεύγοντας, μηδόλως στρεφομένους,| τον ίππον επιλάληλα, ίνα τους επιφθάσω Διγ. Z 3568· (μεταφ.): Οποία τον ποίσει να χαρεί και να καλοψυχήσει (ενν. τον Φλώριον)| και από την θλίψιν εις χαράν στραφήναι την καρδίαν| όρκον της κάμνω από ψυχής άνδρα να της τον δώσω Φλώρ. 798· β) (προκ. για στρατιώτη) γυρνώ πλάτη στον εχθρό: είτις δειλιάσει, να στραφεί και οπίσω να γυρίσει,| εάν ήτον βασιλέως υιός, εις τον πάλον θέλει κάτσει Διήγ. Βελ. χ 190· γ) (μεταφ., προκ. για αφήγηση) αλλάζω θέμα αφήγησης· συνεχίζω την αφήγηση από εκεί που τη σταμάτησα: Και ταύτα γαρ συνοπτικά σε γράφω να μανθάνεις| διατί σπουδάζω να στραφώ εις την αφήγησίν μου Χρον. Μορ. P 94· Στρέφομαι δε να σε ειπώ πάλιν διά τον δούκα Χρον. Τόκκων 120. 2) Γυρίζω να αντικρίσω κάπ. ή κ.: στρέφομαι προς τον Λίβιστρον, θιωρώ τον θορυβισμένον,| είχεν μεγάλην ταραχήν εκ το είδος η ψυχή του Λίβ. Esc. 2993· Στρέφεται ο κύκνος το λοιπόν τον πελαργόν και λέγει ... Πουλολ. (Eideneier) 12· κι εις τ’ άρματα της κεφαλής είχε σγουραφισμένο| ψηλό βουνί κι εις την κορφή λαφάκι δοξεμένο·| κι εφαίνετό σου εστρέφετο και τη σαΐτα εθώρει| και να τη βγάλει εξάμωνε κι εκείνο δεν εμπόρει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 151· (με υποκ. το ουσ. μάτια): Γιάντα κι εσέ τα μάτια σου ποτέ να μη στραφούσι| λυπητερά τα μάτια μου του ταπεινού να δούσι; Πανώρ.2 Β́ 265. 3) Γυρίζω και κατευθύνομαι εναντίον κάπ., εκδηλώνω εχθρικές διαθέσεις: εστράφησαν (ενν. οι αδελφοί της κόρης) στον αμιράν μετά κακής καρδίας Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 126· Ο βασιλεύς ως ήκουσε την άφιξιν εκείνων,| ότι και πώς εστράφησαν Έλληνες κατ’ εκείνου,| την χώραν και τον τόπον του και πάντα να αφανίσουν,| αν εθυμώθηκε πολλά, τινάς μηδέν ηρώτα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 905· (μεταφ.): Ο Πέτρος ήλθεν ομπρός και εγκάλεσεν τον Μαρτήν εις τον βισκούντην και μετά ταύτα εστράφην ο Μαρτής και εγκάλεσεν εις τον βισκούντην τον Πέτρον Ασσίζ. 1034· η κακοπραξία του πατρός ού της μητρός ουδέν πρέπει να στραφεί ζημία εκείνου οπού ακόμη ουδέν εγεννήθην, ουδέ τα γεννημένα Ασσίζ. 14721. 4) α) Επιστρέφω, ξαναγυρίζω: ολιγοί (ενν. Έλληνες) μέλλουν στραφήναι| εις τας χώρας τας ιδίας,| άμφω γαρ εκ του θανάτου| κι εκ της ολεθρίας μάχης Ερμον. Η 226· Τα όρνεα ομοφώνησαν, διώχνουν το ξιφτέρι·| εστράφη εις τον βασιλέα, χωρίς αυτούς να φέρει Πουλολ. (Τσαβαρή)2 AZ 121· Και όρισεν ο ρήγας και εστράφην το φουσσάτον εις τα κάτεργα, και εποίκαν άρμενα και ήρταν εις την Λεμεσόν, και απεζεύγοντα με χαράν μεγάλην Μαχ. 1541· (με σύστ. αντικ.): Και είπαν· στρεμμό να στραφώ προς εσέν σαν την ώρα λεχούσα, και ιδού υιός της Σάρας της γεναίκας σου Πεντ. Γέν. XVIII 10· (μεταφ.): και το ξιφάρι μ’ ευκολιάν ετότες είδες να ’βγει.| Και παρευθύς στην κορασιάν εστράφη η δύναμίς της,| σαν να μην είχε πληγωθεί ποτέ του το κορμί της,| γιατί ούτε και η κοπανιά θανατερή δεν ήτουν,| νεύρων, κοκκάλω ανάμεσα, στο κριας χωσμένη ήτουν Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 1333]· β) γυρίζω στην προτέρα κατάσταση, ξαναγυρνώ στην ίδια θέση: το δίκαιον κρινίσκει ότι εκείνος ού εκείνη η βαπτισμένη, οπού ποιήσουν εναντία του αφέντη τους ού της κυράς τους ... στρέφουνται σκλάβοι, ωσόπου ο αφέντης τους ού η κυρά τους να θελήσουν εις την δούλευσίν τους Ασσίζ. 39824· Τόσο η εντροπή τους έπιασεν και τόσο εντράπησάν το| απέ τα λόγια του καλού Θησέου του ανδρειωμένου,| ότι όλοι τους εστράφησαν στην πρώτη τους ανδρείαν Θησ. (Foll.) I 69· Της σάρκας έναι το λοιπόν ίδιον της ν’ αποθαίνει| και να στραφεί στα ίδια της κι εκεί να περιμένει| και ως κορνιακτός να γίνεται, ώστε που να ’ρθει η κρίση Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 56. 5) Απομακρύνομαι, φεύγω: Ου φεύγει (ενν. ο κύων), ουδέ στρέφεται εκ τους αυτών δεσπότας Φυσιολ. 3717· (μεταφ.): από υιόν πενήντα χρόνω να στραφεί από στρατιά της δούλεψης και να μη δουλέψει πλια Πεντ. Αρ. VIII 25. 6) Αλλάζω θρήσκευμα, προσηλυτίζομαι: Όνταν εστράφην ο μέγας Κωνσταντίνος απέ την ειδωλολατρείαν εις την πίστιν του Χριστού ... τότε επήρεν ορισμόν η αγία δέσποινα Ελένη, η μητέρα του, απέ τον υιόν της να πάγει να γυρεύσει τον Τίμιον Σταυρόν εις το Ιεροσόλυμα Μαχ. 45· Το ύστερον εστράφησαν (ενν. το γένος των ανθρώπων) εις ειδωλολατρίας Hist. imp. (Iadevaia) I 374. Φρ. 1) Στρέφω απόκρισιν = απαντώ: Ενταύτα γαρ, ως το ήκουσεν εκείνος ο Ρουμπέρτος,| από της θλίψεως και πικρίας, οπού είχεν η καρδία του,| ουδέν ημπόρεσε ποσώς απόκρισιν να στρέψει Χρον. Μορ. H 2390. 2) Στρέφω την απόφασιν/βουλήν/γνώμες = αλλάζω γνώμη, μεταβάλλω απόφαση: Πλάστη μου, διατί οργίσθηκες την Ρόδον την μισκίναν;| Για στρέψε την απόφασιν και τα πικρά σου κείνα,| και ας έλθει το συμπάθιόν σου, το έλεός σου ας φτάσει Γεωργηλ., Θαν. 87· Εσύ, υιέ μου, βούλεσαι, θέλεις και να μισέψεις,| και την βουλήν τήν έβαλες ου θέλεις να την στρέψεις Ιμπ. (Yavis) 248· οι Τούρκοι, σαν το μάθανε, τσι γνώμες τως εστρέψα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4702. 3) Στρέφει η βουλή κάπ. = βγαίνει ευνοϊκή απόφαση υπέρ κάπ.: Και επόθανεν ο υιός του ρε Ούγκε, και ο υιός του ... και οι γονείς του αγκαλέσαν μετά τον θάνατον του ρε Ούγκε, και έστρεψεν η βουλή του ρε Πιερ του μεγάλου, ο ποίος ήτον θείος του παιδίου Μαχ. 3884‑5. 4) Στρέφω δίκαιόν κάπ. = δικαιώνω κάπ.: Όμως, αφόν εγνώρισεν η ντάμα Μαργαρίτα (παραλ. 1 στ.) ότι ο πρίγκιπας Μορέως ουδέν της στρέφει δίκαιον,| εμίσεψεν κι εδιάβηκεν στο οσπίτι της θλιμμένη Χρον. Μορ. H 7348. 5) Στράφου/στρέψε στον εμαυτό σου = (σε αποστροφή) έλα στα συγκαλά σου, σύνελθε: Πού ’σαι, Μοντάνε, σήμερο; Στράφου στον εμαυτό σου.| ’Ξ εσένα μόν’ εχάθηκε από το λογισμό σου| η προφητειά τ’ Απόλλωνος ...; Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 1083· Πρεσβύτης, πού ’σαι τώρα;| Στρέψε στον εμαυτόν σου Πιστ. βοσκ. V 6, 169. 6) Στρέφω έφυτον = πληρώνω φόρο για το δικαίωμα της εμφύτευσης (βλ. και ά. εμφύτευσις, έμφυτον): εις την ασσίζαν ένι θεσπισμένον ότι εκείνος οπού πουλεί την κληρονομίαν του, αν ένι η κληρονομία εις γην ρηγάτικην και στρέφει έφυτον, εντέχεται να πλερώσει εις την αυλήν διά τούτην την πούλησιν ένα μάρκον ασήμιν Ασσίζ. 28827· ειδέ η γη ού το σπίτιν ένι ελεύθερον, τουτέστιν ότι ουδέν στρέφει έφυτον πούποτε του ρηγός ..., το κείμενον ορίζει ότι ουδέν εντέχεται να πλερώσει διά την πούληση της κλήρας παρού πέρπυρα γ́ ήμισον μόνον ο αγοραστής Ασσίζ. 2891. 7) Στρέφομαι εις την ευσέβειαν, βλ. ά. ευσέβεια 3. 8) Στρέφω την ημέραν (μου ...) = (νομ.) παίρνω αναβολή για την εκδίκαση υπόθεσής μου: εάν γίνεται ούτως, ότι είς άνθρωπος ένι ταμένος εις την αυλήν και ουδέν ημπορεί να έλθει εις την ημέραν του διά κανέναν πράγμαν, εντέχεται να στρέψει την ημέραν του, να ποίσει νω της αυλής το κώλυμάν του μίαν ημέραν πριν την ημέραν του Ασσίζ. 33915. 9) Στρέφομαι εις κοινόβιον = μπαίνω σε μοναστήρι: εκείνος ού εκείνη οπού έχει την αιτίαν την άνωθεν λαλημένη εμπαίνει να στραφεί εις κοινόβιον Ασσίζ. 3765. 10) Στρέφω κάπ. εις την κρίσιν/η = παραδίδω κάπ. στη δικαιοσύνη: εάν γίνεται ότι εκείνος ού εκείνη οπού να τον πιάσουν τον κλέπτην ουδέν τον στρέψει εις την κρίση, αμμέ αφήνει τον να υπάγει αφόν τον πιάσει, το δίκαιον κρίνει ότι ... ένι κρατημένος να δώσει τοιούτην κρίσιν, ως πρέπει να δώσει εκείνος ο άλλος κλέφτης Ασσίζ. 44126. 11) Στρέφω λογαριασμόν = αποδίδω λογαριασμό, λογοδοτώ (πβ. Επιτομή, ά. λογαριασμός Φρ. 2): ο κουράτωρ οφείλει στρέφειν λογαριασμόν τοις πράγμασιν του ορφανού Ελλην. νόμ. 56931. 12) α) Στρέφω λόγο κάπ., βλ. ά. λόγος (Ι) Φρ. 27· β) στρέφω τον λόγον = (προκ. για αφήγηση) αλλάζω το θέμα της αφήγησης, μιλώ για κ. άλλο: αλλ’ επί το προκείμενον ας στρέψωμεν τον λόγον Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 636· Αλλ’ ως τροχόν ας στρέψομεν τον λόγον στα οπίσω! Απολλών. (Κεχ.) 419· γ) στρέφω τον λόγον οπίσω = παίρνω πίσω αυτό που είπα, αναιρώ: ανένι ότι εκείνος οπού ένι το αγκάλεμαν ειπεί λόγον εναντίον του οπού του γυρίζει εις ζημίαν, ουδέν ημπορεί να τον στρέψει οπίσω Ασσίζ. 9917. 13) α) Στρέφω κάπ. οπίσω, βλ. οπίσω Ά́ Φρ. 6· β) στρέφω κ. οπίσω = αποτρέπω, εμποδίζω κ.: Αφέντη μου, όντε μέλλει| το πράμα, δύσκολα κιανείς μπορά το στρέψει οπίσω Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 197· γ) στρέφομαι ή πηγαίνω (ο)πίσω, βλ. οπίσω Ά́ Φρ. 4· δ) στρέφομαι οπίσω = (προκ. για μέλος του σώματος) στραβώνω, παραμορφώνομαι: Τα μέλη τως όλα εγυρίζασι από τους τόπους τως, τα στόματά τως εστρέφουντανε οπίσω εις τον καφάν τως αμάδι με τα μάτια τως Μορεζ., Κλίνη φ. 492r· Άλλος πάλιν, αμή θαρρώ από πειρασμόν του διαβόλου ... εστράφην οπίσω το στόμα του και έχασε και την φωνήν του Ροδινός, Ιγν. Παφλαγ. 11827. 14) Στρέφω όρκον, βλ. όρκος (Ι) Φρ. 1α. 15) Στρέφω ραζούν = επιχειρηματολογώ: να ξεύρεις να τρακτιάζεις και να μαθητέψεις και να στρέψεις ραζούν Ξόμπλιν φ. 125r. 16) Στρέφω ρεσπόσταν = απαντώ: Άμμε ολλίγον απού ’ξαυτόν μας, διά να συντύχωμεν μεσόν μας, διά να σου στρέψομεν ρεσπόσταν Μαχ. 24826‑27. 17) Στρέφω χάριτάν κάπ. = (α) χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάπ.: κακόν ουδέν μου ηθέλησε την σήμερον ημέραν·| διατούτο θέλω πάντοτε χάριταν να του στρέφω Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 3785· (β) ανταποδίδω το καλό σε κάπ.: Τότε λαλεί του ο ρήγας του Τιπάτ: «Πολλά σου ευχαρίζομαι, και φαίνεταί μου ότι την χάριταν έστρεψά σου την, ανισώς και αγρωνίζεις το· και πάλε χωρία να σου δώσω ...» Μαχ. 56436. 18) Ωσότου στρέψεις οφθαλμόν, βλ. ά. οφθαλμός Φρ. 6. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) (Πιθ.) μυώδης, ανάγλυφος: Άσπρον ήτο το στήθος του (ενν. του Αχιλλέως) ώσπερ και το χιόνι,| είχεν βραχίονας θαυμαστούς ώσπερ βεργίν στρεμμένον Αχιλλ. O 69. 2) Που επιστράφηκε: και ασήμι δεύτερο επάρετε εις το χέρι σας και το ασήμι το στρεμμένο εις το στόμα των δισάκω σας Πεντ. Γέν. XLIII 12.
συγχύζω,- Βίος Αλ.2 126, Θρ. Κων/π. B 1, Χούμνου, Κοσμογ. 868, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1110, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4798, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 109r, Τριβ., Ταγιαπ. 287, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 729, Μορεζ., Κλίνη φ. 52v, 53r, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 124, Διγ. Άνδρ. 36629, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3919, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1578 κθ́ 3, Καλόανδρ. (Κεχ.) 408, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 167, Δ́ 173, Λίμπον. 247, Επίλ. 21, 25, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 40, 352, Χριστ. διδασκ. 160, Ροδινός (Βαλ.) 216, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 104, Έ́ 13, Διγ. O 814, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1601, 24913, Τζάνε, Κατάν. 102, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 228, Ροδινός, Ιγνάτ. Παφλαγ. 969, 1011, Μπερτόλδος 41, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ιδ́ 26, Παλαμήδ., Ψαλμ. 425, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 5907, 8645, κ.α.· συχύζω, Θησ. Έ́ [573], Σκλέντζα, Ποιήμ. 1178, Συναξ. γυν. 352, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 233r, Τριβ., Ταγιαπ. 287 κριτ. υπ., Παλαμήδ., Βοηβ. 286, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 572· μτχ. παρκ. συγχεσμένος, Χρον. Τόκκων 1304.
Από το ουσ. σύγχυσις και την κατάλ. ‑ίζω (Ανδρ., Λεξ., ΛΚΝ) ή από τον αόρ. του συγχέω με μεταπλ. (Μπαμπιν., Ετυμ. Λεξ., γρ. συγχίζω). Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.). Τ. συχύζου (Κωστ., Λεξ. τσακων., Δημητρίου, Λεξ. Σάμ.) και συ#20#20ίζω (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.) σήμ. ιδιωμ. Η λ. στο Βλάχ. (γρ. συγχίζω) και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Ανακατεύω, σκορπίζω από δω και από κει: Ο δ’ οξύθυμος Πηλείδης (παραλ. 2 στ.) ελογίσθηκεν αυτίκα (παραλ. 2 στ.) να φονεύσει τον Ατρείδην, και τους Αχαιούς τους άλλους| να συγχύσει ομού πάντας Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ά́ [461]· ωσάν εκατέβηκεν (ενν. το λιοντάριν) από το όρος, ... γεμάτον από πολύν θυμόν, συγχύζοντας το θέατρον, και κάμνοντάς το δύο μερτικά, πολλούς εξέσκισε με τα δόντια του και τα νύχια του Ροδινός (Βαλ.) 218. 2) α) Προκαλώ ταραχή, αναστάτωση ή μπέρδεμα: ώσπερ ο ιερεύς σφαλιζεται μέσα εις το άγιον Βήμα, έτσι και ημείς ... να κλείσομε καλά την ψυχήν και το κορμί από παντός λογισμού κακού και ρυπαρού διά να μην μας συγχύζουν την ψυχήν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 400r· Γιατί χολιάς κι έτσι πολλά το λογισμό συγχύζεις; Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 668· β) ανατρέπω τη σωστή λειτουργία (συνόλου ή πράγματος), χαλώ: εχάλασαν και εσύγχυσαν την εκκλησιαστικήν τάξιν (ενν. όσοι επονηρεύθησαν εις αυτήν την γενεάν) Ροδινός, Ιγνάτ. Παφλαγ. 7332· Σύρε απεδώθε παρευθύς, μήπως οχ την αγάπη| την πατρικήν, οπού βαστάς σ’ ετούτον τον αζάπη,| τούτην την άγια θυσιά μη λάχει και συγχύσεις| και τούτο το θεάρεστον έργο μας αμποδίσεις Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 537· οι ιερείς εκείνοι, οπού βαπτίζουν των Τουρκών τα παιδία ... εις κόλασιν έρχονται ψυχής τε και σώματος και την Εκκλησίαν συγχύζουν Μαλαξός, Νομοκ. 256· (προκ. για το ανθρώπινο σώμα): Η περισσή δ’ αθυμία σύγχυσε τα στοιχειά του| και νόσον του κατέστησε, και ’κόψε την καρδιάν του.| Κι εξ μήνας τότε έζησε, κι ύστερον αποθάνε ... Κορων., Μπούας 29. II. Μέσ. 1) α) Ανακατεύομαι, μπερδεύομαι: εκείνο οπού είναι ... μόνης της σοφίας του Θεού ίδιον, ότι από το όμοιον μέρος του αέρος περνούσι αντάμα αναρίθμητα είδη χρωμάτων δίχως να ανακατωθούσιν ή να συγχυσθούσιν ανάμεσά των Βουστρ. Μεταφρ. 256· β) (προκ. για τη θάλασσα) ταράζομαι, αναταράζομαι: Όταν θωρούμεν ουρανός και μ’ αστραπές αρχίζει| και με βροντές αγριότατες να συχνοψιχαλίζει.| Κι η θάλασσα εσυχύστηκε κι εφούσκωσε περίσσα,| που τα καράβια επά κι εκεί τα κύματα εχωρίσα Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 241. 2) α) Αναστατώνομαι από αίσθημα φόβου, λύπης, θυμού, κ.τ.ό.: Λέγω τον: «Τι συγχύζεσαι; Ο φόβος τι σε πιάνει; ...» Λίβ. Va 2785· Ο ρήγας δ’ απεκρίθηκε, πολλά ’τον μανισμένος,| κι από τους λόγους τους σκληρούς ήτονε συγχυσμένος Κορων., Μπούας 54· Και ωσάν εμπήκε μέσα (ενν. ο Ιησούς), τους είπε: «Τι συγχύζεσθε και κλαίετε; Το παιδίον δεν απέθανεν, αμή κοιμάται» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. έ́ 39· β) (με υποκ. τη λ. νους) χάνω την ηρεμία μου, ταράζομαι: Και όρισεν (ενν. ο βασιλεύς) τες βαΐες της να την μανθάνουν (ενν. την κόρην) γράμματα, διά να μην συγχύζεται ο νους της εις άλλες μέριμνες Διγ. Άνδρ. 31420· Ο νους μου και ο λογισμός συγχύζεται να γράψει,| να στιχοπλέξει αστοχεί την άλωσιν της Πόλης Θρ. Κων/π. H 1. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = μπερδεμένος, ταραγμένος: Τούτο είναι το μυστήριο που μου ’χε σκεπασμένο| το έργο και δεν το ’βλεπα στο νου τον συγχυσμένο! Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Έ́ 1078· σαν φρόνιμοι επέρασαν να έχουν την ειρήνην·| εκυβερνούσαν τον καιρόν να μη συνέβει μάχη (παραλ. 1 στ.). Ήσαν κι οι δύο φρόνιμοι, είχαν μεγάλη γνώση,| τον συγχυσμένον τον καιρόν τον είχαν ημερώσει Ιστ. Βλαχ. 1184.
συκοφαντία- η, Σταφ., Ιατροσ. 15439, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 385, 397, 482, 515, κ.α., Δούκ. 8132, Έκθ. χρον. 3024, 317‑8, Σταυριν. 1105, Ιστ. Βλαχ. 1695, 2648, Ψευδο-Σφρ. 1585, Συναδ., Χρον. - Διδαχ. φ. 157v, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 10220, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 176105, 1498 ν́ 1, 3, 4, 1499 ν́ 10, 14, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 142, Παλαμήδ., Ψαλμ. 425· συκοφαντιά, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 524, Απόκοπ.2 202, Δεφ., Σωσ. 10, 230, 279.
Το αρχ. ουσ. συκοφαντία. Ο τ. στον Κατσαΐτ., Θυ. Έ́ 410, όπου και λ. ασκοφαντιά. Η λ. και σήμ.
Διαβολή, ψευδής κατηγορία: Ο ’πιτραπέζης δολερήν συκοφαντίαν μ’ εποίκεν, (παραλ. 1 στ.) τάχατα ότι έθελα εγώ τον βασιλέα| δολίως μετά μηχανής εκείνον φαρμακώσει Φλώρ. 559· Απής έμαθ’ ο βασιλεύς όλα τα γενομένα,| τότες αυτός εγνώρισεν ότι τα λεγομένα| όλα κατά του Μιχαήλ ήτον συκοφαντία,| πάσα πράμα κατάλαβεν και όλη την αιτία Παλαμήδ., Βοηβ. 1111· Απόφευγε όσον δύνασαι χείλη των συκοφάντων· | πολλάκις γαρ συκοφαντιά εις ιδικούς εμβαίνει,| μάχας και έχθρας πολεμά μέσον γονείς και τέκνων Σπαν. (Μαυρ.) Ρ 55.
συμβιβασμός- ο, Byz. Kleinchron. Á́ 30118, Κορων., Μπούας 49· συβασμός· συνηβασμός, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 265v, Χριστ. διδασκ. 350, 351, 352 τρις, 353, 355, 486.
Το μτγν. ουσ. συμβιβασμός. Ο τ. συβασμός, από τον αόρ. του τ. συβάζω (βλ. ά. συμβιβάζω) και την κατάλ. ‑μός, στο Somav. (λ. σύβασις) και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ., Κοσμάς, Ιδίωμ. Ιωανν., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., συ(νι)βασμός, λ. συ’βάζομαι). Ο τ. συνηβασμός, από τον αόρ. του τ. συνηβάζω (βλ. ά. συμβιβάζω), στο Meursius, σε έγγρ. του 18. αι. (Μπόμπου-Σταμάτη, Πρακτ. Έ́ Παν. Σ. 470, 478 κ.α.) και σήμ. ιδιωμ. (Τσιτσέλη, Κεφαλλ. Σύμμ. 466, λ. συνιβασμός, Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ., γρ. συνιβασμός, Πανταζ., Κεφαλ.-θιακ., λ. συνιβασμός και συνηβασμός). Η λ. και σήμ.· βλ. και LBG.
1) α) Συμφωνία: Ακόμη εσυνηβάστησαν ... ο πατέρας ο κυρ Άνθιμος με τον κυρ Παΐσιο ... να μοιράζει το μερδικόν του εις δύο ..., ν’ απομένει το ήμισο εις το μοναστήρι και το άλλον ημισό να δίδει της θυγατέρας του ανω ειρημένου πατέρα ... Και ούτος ο συβασμός να έναι μόνο εισέ μίαν εσοδεία Ολόκαλος 3144· διά το μέτρος οπού του έκαμαν εις το χέρι του Ιούδα ... δεν στέκεται καλά ημάς να μετρούμε ένας τον άλλον εις το χέρι ... εις μέτρον τριάκοντα σταμένων, μήτε οι πραγματευτάδες τυχαίνει να το κάνουν αυτό, να κάνουν συνηβασμόν εις καμίαν πραγματείαν διά τριάκοντα αργύρια Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 112r·· φρ. κάνω/ποιώ συμβιβασμόν = συμφωνώ, συνεννοούμαι: Άνδρας ιδίους άφησε (ενν. ο ρε Λοΐζος) στην χώραν να φυλάττουν,| και του γοβερναδόρου του τον ορισμόν να πράττουν|. Ύστερον δε οι κάτοικοι συμβιβασμόν εποίκαν,| τούς φύλακας εκόψασι κι ουδένα δεν αφήκαν Κορων., Μπούας 73· Του συβασμού που έκαμεν (ενν. ο Κύριος) και πάσα άλλον πράγμα| θυμάται με τον Αβραάμ, τι μίλησαν αντάμα Παλαμήδ., Ψαλμ. 428· β) (εδώ) συμφωνημένη τιμή: Το μετάξι είχαμεν συμβιβασμόν την λίτραν άσπρα ρ́ Rechenb. 679. 2) Συνθήκη: οι μεν βασιλείς της γης ... εις το να κάμουσι και να γράψουσι συμφωνίες αγάπης με τους εχθρούς τως, διορίζουσι και ετοιμάζουσι παλάτια ωραία και ευρύχωρα, διά να συνέρχονται εκεί να κοινολογούσι τους συμβιβασμούς τως και τας συμφωνίας οπού θέλουν να γράψουσιν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 48· Συμβιβασμοί και συμπεθερίαι. Πώς έστειλεν συχαρίκια εις τον Ζενεμβήση και εις τον Μουρίκη Μπούα Χρον. Τόκκων μετά στ. 3061.
σχίζω,- Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 217 χφ H κριτ. υπ., Διγ. (Trapp) Gr. 3202, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 521, 828, 1559, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 10471, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 230, Λίβ. διασκευή α 43 κριτ. υπ., Αχιλλ. L 1212, Βεν. 76 κριτ. υπ., Λίβ. Va 45, Έκθ. χρον. 2717, Θρ. Θεοτ. 32, Πτωχολ. α 403, 415, 477, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1276, Μορεζ., Κλίνη φ. 164r, 344v, Χίκα, Μονωδ. 166, Προσκυν. Ιβ. 845 998, Προσκυν. Ιβ. 535 971, Γιατροσ. Ιβ. 96, Hist. imp. (Iadevaia) I 1704, IIa 325, 1415, Διγ. Άνδρ. 3283, 36725, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 153, Νομοκριτ. 106 τρις, 107, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 36 τετράκις, 261 δις, 389, κ.π.α. · σκίζω, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 431, Αχιλλ. L 1293, 1329, Μαχ. 5014, 6415, Θησ. Ή́ [883, 4], Βουστρ. (Κεχ.) B 1537, Έπαιν. γυν. (Vuturo) 564, Βεντράμ., Φιλ. 166, 206, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 46v, 55v, 205v δις, 221r, 277r, 281r, 311v, Πεντ. Γέν. XXII 3, XXXVII 29, XLIV 13, Λευιτ. I 17, XI 3, 7, Αχέλ. 409, 648, Πτωχολ. (Κεχ.) P 190, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 271, Έ́ 401, Πιστ. βοσκ. IV 3 94, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 309, 311, Στάθ. (Martini) Β́́ 315, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 156, 539, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 66, κ.π.α.
Το αρχ. σχίζω. Ο τ. σκίζω, με ανομ. τρόπου άρθρωσης σχ>σκ (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 163, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β́ 401, Jannaris, Hist. Gramm. 93), τον 11. αι. (TLG), στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Χωρίζω κ. σε δύο ή περισσότερα τμήματα τραβώντας προς αντίθετες κατευθύνσεις: σχίσε το χαρτί κομμάτια Ιατροσ. 22139· Τις ημπορεί να δηγηθεί εκείνα τα παιγνίδια| κι εκείνην την ξεφάντωσην, ως ήτον επιτήδεια,| να σκίζουν από την χαρά ολόχρυσες παντιέρες Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 771· (σε υπερβολή): το απελατίκιν έριξε (ενν. ο Αχιλλεύς), πιάνει τον εκ το κεφάλιν| και απέ το στόμαν,| και με τα χέρια του έσκισεν τον λέονταν μέσα δύο Αχιλλ. L 1203· τον άρκον καταφθάνει| και από το κατωμάγουλον γοργόν πιάνει, κρατεί τον| κι εις δύο μέρη τον έσχισεν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 777. 2) Ανοίγω, χωρίζω κ. στη μέση: εσύ (ενν. Μοσέ) ύψωσε το ραβδί σου και κλίνε το χέρι σου ιπί τη θάλασσα και σκίσε την, και να έρτουν τα παιδιά Ισραέλ μεσωθιό θάλασσα εις την ξέρη Πεντ. Έξ. XIV 16· Το άλογον ...| ... προς τον όνον έφησεν ...:| «... φύγε απέμπροσθέν μου,| μη απλώσω το ποδάριν μου και δώσω σε κλοτσέαν| και σχίσω το κεφάλιν σου, τσακίσω τας πλευράς σου ...» Διήγ. παιδ. (Eideneier) 749· (σε υπερβολή): έδωκεν του σπαθέα και έσχισέν τον εις την μέσην μαζί με το άλογόν του Διγ. Άνδρ. 35911· (μεταφ.): Αν ήτον μπορεζάμενον να σκίζαν την καρδιάν μου,|μέσα σε ήθελαν ευρεί ακέρια, συνοδιά μου Ch. pop. 372· Αν σχίσουν την καρδίτσα μου, έσωθεν να σε εύρουν,| να σε εύρουν ριζοφύτευτον, στρατιώτα μου ανδρειωμένε Αχιλλ. (Smith) N 1628. 3) (Προκ. για ζώο) έχω οπλή χωρισμένη στη μέση (με σύστ. αντικ.): παν χτήνο ομπλίζει ομπλή και σκίζει σκίσμα δυο ομπλές … αυτό να φάτε Πεντ. Δευτ. XIV 6. 4) Αυλακώνω: ουδέν λαθαίνει σε το πως ...| το άροτρον ...| ... την γην όλη σκίζει| και κάμνει αυλάκι εδώ κι εκεί οπού το νερό στραγγίζει Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 137. 5) (Προκ. για ποινή ή βασανιστήριο) προκαλώ τραυματισμό ή αποκοπή της μύτης (για τη σημασ. βλ. και Κουκ., ΒΒΠ ΣΤ́ 477-8): έταξεν (ενν. ο αυθέντης), είπεν, αν σε βρει πούπετα να σε πιάσει,| να σκίσουν τα ρουθούνια σου και να σε ξεγυμνώσουν,| μαγκλάβια να σε δώσουσιν, ’ς σίδερα να σε βάλουν Πουλολ. (Eideneier) 566· ως δε είδεν ο πασιάς ότι δεν κάμνει το θέλημα αυτού ... ο μέγας εκκλησιάρχης, έκαμε τον σουλτάνον και ... έσχισε την μύτην αυτού από τα δύο πλάγια Ιστ. πατρ. 989. 6) (Ιατρ.) α) κάνω τομή, ανοίγω το σώμα, τα σπλάχνα κάπ.: Δεν εβλέπεις τον ιατρόν; Σκίζει, κόβγει, καίει τον ασθενή. Αλλά διατί; Διά την υγείαν Πηγά, Χρυσοπ. 301 (7)· Οι ιατροί εδειλοσκοπούντανε είντα να είναι εκείνο ... και ο βασιλεύς ήτονε εις τον μεγάλον κίνδυνον ... και ελογιάζασι να τονε σχίσουν, αλλ’ εφοβούντανε μήπως και ξεψυχήσει εις τας χείρας τως Μορεζ., Κλίνη φ. 106v· Και επέθανεν ε’ Ιουνίου, ͵αυογ́ Χριστού. ... Και εσκίσαν τον. Και εβγάλαν τα άντερά του. Και επαρτσαμιάσαν τον. Και εθάψαν τον εις τον Άγιον Νικόλαν Βουστρ. (Κεχ.) Μ 1537· (προκ. για είδος καισαρικής τομής): εβγάνει το όνομά του Ιούλιον Καίσαρ, διότι εγεννήθη τον μήναν Ιούλιον, ήγουν οπού έσκισε την μάννα του και τον έβγαλε Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 221r· β) (προκ. για απόστημα) διανοίγω: δι’ αυτό ετελεύτησεν (ενν. ο λαβωμένος), ού διά το εντέχετον να σκίσει (ενν. ο γιατρός) την πληγήν του ού το αβγάσιμον ού το απόσταμαν του μάκρου, και εκείνος έσκισέν το του πλάτου, τό λέγεται τραβέρς, και δι’ αυτό ετελεύτησε Ασσίζ. 4304, 6· Περί καρφίου. Σχίσον αυτό μετά σιδήρου πεπυρωμένου, και εάν έχει πώρον, έκβαλε αυτόν, και βάλε άλας ή θηριακήν Ορνεοσ. 58224. 7) α) Κόβω σε κομμάτια, τεμαχίζω: ήσαν τέσσαρεις Εβραίοι, οι οποίοι είχαν πάρει το ρούχο του (ενν. του Ιησού) και ήθελαν να το κάμουν τέσσαρα κομμάτια να πάρει πασαένας το κομμάτι του, και ένας απ’ εκείνους λέγει: Μηδέν το σκίσομεν, αμή ας ρίξομεν κλήρους, και είτινος τύχει ας τον πάρει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 283v· όνταν η αγία Ελένη ηύρεν τον τίμιον σταυρόν ..., επήρεν το υποπόδιον όπου εκαρφώσαν του αγίους πόδας, και έσκισέν το εις γ́ και εποίκεν δ́ σανιδία Μαχ. 65· β) κομματιάζω, καταστρέφω: κόπτουν, σκίζουν και χαλνούν την πόρταν και σεμπαίνουν Παρασπ., Βάρν. C 388· σκίζουν τα κονίσματα και ρίχτουν τα αλτάρε Tζάνε, Kρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17718· (σε μεταφ.): ω χρόνε κακότατε, ... ω τύχη φθονερή ... Δεν σε έσωσεν οπού μας υστέρησες βασίλεια, ... αμή ακόμη ηθέλησες ... να μας σχίσεις την σκέπην οπού μας έσκεπε (δηλ. τον Γαβριήλ Σεβήρον) Χίκα Μονωδ. 94· Η αγάπη σκίζει και σκορπά πάσα λογής ξιφάρι Δεφ., Λόγ. 395· (μεταφ., με αντικ. τη λ. καρδιά, για δήλωση μεγάλου ψυχικού πόνου): Αλίμονο, θωρώντα σε το πώς κακοπαθίζεις,| τα μέλη μου φλογίζεις τα και την καρδιά μου σκίζεις Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 36· αλλού το ευγενικότατο πρόσωπο συντηρίζει,| σκοτεινιασμένο και θολό, γή χάμαι το γυρίζει,| απού μου σκίζει την καρδιά, νεκρώνει μου το νου μου,| και φέρνει πάθος άμετρο και πόνο του κορμιού μου Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 673. 8) α) (Συν. με αντικ. τη λ. ρούχα) σκίζω βίαια, ξεσχίζω: απ’ άγκρισις σκίζει τα ρούχα του πολλάκις χωρίς να του τα σχίσουν Ασσίζ. 45616 δις· το πλήθος εμαζώχθηκαν και εσηκώθησαν εναντία αυτωνών· και οι στρατηγοί έσχισαν τα ρούχα τους και επρόσταζαν να τους δέρνουν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ις́ 22· (σε ένδειξη οδύνης, θυμού ή διαμαρτυρίας): τα ρούχα τους εσχίσασιν από παραπληξίας,| και μέγας θρήνος και οδυρμός επίασεν και πένθος Αχιλλ. (Smith) N 1748· Εστράφην πάλιν ο Ρουβίμ ...,| ουδέν είδεν τον Ιωσήφ και κλαίει και αναστενάζει,| σκίζει και τον χιτώναν του, δέρνει το πρόσωπόν του Ντελλαπ., Ερωτήμ. 462· ο Αρχιερεύς έσχισε τα ρούχα του και είπεν ότι εβλασφήμησε (ενν. ο Ιησούς) Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. κς́ 65· β) (συν. προκ. για άγριο ζώο, σκύλο ή αρπακτικό) καταξεσχίζω, κατασπαράζω: ο λέων θυμωθείς τον γάιδαρο ’σκισέ τον Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 3710· μη με σχίσουν οι σκύλοι Σπανός (Eideneier) D 1582· δίδου περιστεράν εσθίειν ή κρέας προβάτου θερμόν ..., ίνα σχίζων αυτό ο ιέραξ εκ του αίματος αυτού πίῃ Ιερακοσ. 42027· (σε μεταφ.): Άγρια λιοντάρια οι λογισμοί μού δείχνου και μανίζου| κι εμπαίνουσι στο στήθος μου και την καρδιά μου σκίζου Στάθ. (Martini) Β́ 10· (σε υπερβολή): να σκίσουν (ενν. οι Τούρκοι) την καρδία μου, να φαν τα σωτικά μου,| να πιουν από το αίμα μου, να βάψουν τα σπαθιά τους Ανακάλ. 54· Τύχη μου, ποίσε, χώννεσαι ’ξ αυτόν του| να μηδέν σε βιγλίσει,| γιατί, ξεύρε, αν μας δει, θέλει μάς σκίσει (ενν. ο Έρωτας) Κυπρ. ερωτ. 9368. 9) Σκοτώνω, θανατώνω: ο άγιος ... σκάπτοντας εις την γην εύρεν ασπίδα και επίασεν αυτήν εν ταις χερσίν αυτού και έσχισεν αυτήν Προσκυν. Ιβ. 535.22 (Σινά) 9033· (σε κατάρα): να σε σκίσει ο Θεός, άδικε! Πηγά, Χρυσοπ. 122 (41). 10) α) Διαιρώ, χωρίζω σε τμήματα: σχίζων γαρ παίδας άπαντας εντέχνως και προς μάχην| συμμαθητάς Αλέξανδρος και πόλεμον συνάπτων,| αυτοίς τοις ηττωμένοις τε κολλώμενος αυτίκα,| μέχρις αυτοί νικήσωσιν, αυτοίς προσεσυμμάχει Βίος Αλ. (Aerts) 588· β) διασπώ: Εσέβηκεν (ενν. ο μισόκαλος όφις) εις την καρδίαν τού ... Βάρδα και του ... Μιχαήλ ... και τους εφύσησεν εις το αφτί να σχίσουν πάλιν την εκκλησίαν και να χρειασθούν διά μεσίτην του μισητού ετούτου σχίσματος τον ... Φώτιον, ο οποίος ... έσχισε πάλιν την εκκλησίαν του Θεού χωρίζοντας την ανατολικήν εκκλησίαν από την υποταγήν του Ρώμης αρχιερέως Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 5312, 20· Αντάμα είναι πάντοτε εις ένα συνδεμένοι (ενν. ο λαός του λαμπρού Αχιλλέως). (παραλ. 1 στ.) και πολλά ουκ έναι ελαφρόν τινάς να τους χωρίσει (παραλ. 1 στ.). Πολλά εβιάσθη ο Τρώιλος τάχα να τους τροπεύσει,| αλλ’ ούτως εκρατιόντησαν, τινάς ουδέν τους σχίζει Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 9259. 11) α) Διαπερνώ: Ηύρε (ενν. ο Έκτωρ) τον Πρωθεσέλαον, έδωκε μετ’ εκείνον·| το σκουτάριν του επέρασε και όλον το λουρίκιν·| το στήθος του επέρασεν, έσκισε την καρδίαν·| έπεσε Πρωθεσέλαος εις γην αποθαμένος Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 3148· (σε μεταφ.): έφυγα ’χ τον εχθρόν μου, να σιγήσει| τες σαγιτιές που την καρδιάμ μου σκίζει·| αμμ’ όσα ’πό ξαυτόν της ξωμακρίζω| τόσον περίτου αξάφτω και βακρύζω Κυπρ. ερωτ. 646· β) διασχίζω: Είχε και έχει αύτη η χώρα του Μισιρίου πολλές ρούγες οπού έρχονται απέξω· αλλά χωριστά είχε μίαν ρούγαν μεγάλην, η οποία άρχιζεν από την ανατολικήν πόρταν και, σχίζοντας την χώραν εις το μέσον, έφθανεν εις το Καστέλλι το λεγόμενον υπό των Αράβων Καλά Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 412· Ο δε τύραννος υπό της άγαν αλαζονείας ορμήσας εν τῃ θαλάσσῃ εποχούμενος ίππῳ, εφαντάζετο σχίζειν την θάλασσαν και έως αυτών των νηών διά του ίππου πλεύσαι Δούκ. 33523· ο Γαζέλ ... εμάζωξεν όλους όσους του έμειναν, και εκίνησε με μίαν βιαίαν ορμήν, και σχίζοντας το φουσσάτον των Τουρκών, έφυγεν από το μέσον τως Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 398· (με παράλ. του αντικ.): Τότε ανέμου πνεύσαντος και τα ιστία φυσηθέντα, σχίσαντες, τα πλοία την εν τῳ λιμένι οδόν έπλεον Δούκ. 33526. 12) (Μεταφ.) α) (προκ.για διαθήκη) καθιστώ άκυρη: Ο υιός οπού γεννάται, ... ανατρέπει την διαθήκην του πατρός, σχίζει την, αν ουδέν τον ενθυμείται ο πατήρ του εις την διαθήκην, ότι να έχει και εκείνος το μερτικόν του Νομοκριτ. 106· β) (προκ. για νόμο) παραβαίνω: Επήρα μου το ’φίκι μου δίχως να σκίσω νόμον,| δίχως να ποίσω πανουργία, λέγω, κατά του νόμου| και τρίμηνον στην φυλακήν εκατεκλείδωσάν με| και άλλα πολλά με εποίκασιν δεινά, τά ουδέν στριγγίζω Ντελλαπ., Ερωτήμ. 793. Β´ (Αμτβ.) ραγίζω, σχίζομαι, ανοίγω: έσχισεν η πέτρα, όταν εσταυρώθη ο Κύριος κατά το ανθρώπινον, και έδραμεν απ’ αυτού το τίμιον αίμα και υπήγε κάτω και εβάπτισε την κάραν του Αδάμ Προσκυν. Κουτλ. 390 13339· Ω κρίμα πώς ουκ έσχισεν, πώς ουκ ερράγην τότε| του παντοφάγου δράκοντος η δυσώδης κοιλία! Καλλίμ. 686· Πρε ανάξιε και πόρνε και κακέ άνθρωπε, ... πώς δεν εφοβήθης να μην σκίσει η γη και σε καταπίει; Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 93v· (σε κατάρα): ας πέσουν ’πού τον ουρανόν κάρβουνα και φωτία| κι η γης εκ τον πάτον ας ραγεί, να σκίσει διαμία Παλαμήδ., Ψαλμ. 427. IΙ. Μέσ. 1) Διαιρούμαι, διαχωρίζομαι (συν. σε δύο κομμάτια): παρευθύς το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη δύο κομμάτια, αποπάνου έως κάτω· και η γη εσείσθη Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. κζ́ 51· Μία εικόνα ήθελα να κάμω και έχω τώρα τόσον καιρόν οπού την παιδεύουμουν, και εις το ύστερον εσχίστην από πάνου έως κάτου Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 197r· σχίζεται ο ποταμός, και πάλιν σμίγει, και κάνει ένα μεγάλον νησί εις το μέσον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 245· Χριστέ, να την επέπεσα καθά ήτον φουσκωμένη (ενν. η τσούκα),| να εκάθισα εις το πλάγιν της, να ηρξάμην ροκανίζειν,| να εσχίσθην το μουστάκιν μου, εχόρτασα λιγδίτσα Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 222 χφ H κριτ. υπ.· (μεταφ.): αυτός πρώτος εις το γένος των Οτμάνων έδειξε τον τρόπον, πώς να διαφυλάττεται η μοναρχία τως και να μη σχισθεί ποτέ εις πολυαρχίαν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 352. 2) Ανοίγω: ο παντοδύναμος Θεός όρισεν και η γης οπού είχεν όλη απάνω της το νερόν εσκίσθη και έκαμε τράφους μεγάλους και εμαζώχθησαν τα νερά ώσπερ τα ηβλέπετε οπού τα κράζομεν θάλασσας Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 45r· δυσικά (ενν. του ναού) έναι η πέτρα οπού εσχίσθη και εφύλαξεν τον Πρόδρομον μετά της μητρός αυτού, όταν έπεμψεν ο Ηρώδης την στρατοπεδαρχίαν, ίνα, όθεν εύρει τα βρέφη, να τα αποκτείνουσι Προσκυν. Ολυμπ. 177 9314· (προκ. για πηγή): Εις το χρόνο τον εξακοσιάτο ... εις τις ζωγές του Νοαχ, εις τον μήνα τον δεύτερο, εις τις δεκαεφτά μέρες του μηνού, εις την ημέρα ετούτη εσκίστηκαν όλες οι βρύσες της άβυσσος της μεγάλης και οι καταρράχτες του ουρανού άνοιξαν Πεντ. Γέν. VII 11· (προκ. για τη γη, σε κατάρα, αποστροφή ή επίκληση): Όντε γυρέψειν ήθελα να πάρω την τιμή σου| γή σκιας ελίγην εντροπή να κάμω στο κορμί σου,| η γη ας ήθελε σκιστεί ζιμιό να με ρουφήξει| γή ο Ζευς απού τον ορανό φωτιά ας μού ’χε ρίξει Πανώρ.2 Β́ 327· τα μέλη μου τρομάσσουσι διά το κακόν ετούτο,| ότι υβρίζεται ο Θεός σήμερον εις τον κόσμον.| Ω γη, πώς ουδέν σχίζεσαι, να μας διαβάσεις κάτω,| και συ, ουρανέ κατάστερε, πώς φέγγεις εις τον κόσμον,| και συ, το φως σου, ήλιε, πώς δεν το σκοτεινιάζεις; Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 449· Oϊμέν’ η κακορίζικη! Γης, σκίσου, ρούφηξέ με| γή, εσύ ορανέ, το σήμερο πέσε και πλάκωσέ με Πανώρ.2 Έ́ 203· (προκ. για τον ουρανό): Απήτις εις τον ποταμό ο Ιησούς εμπήκε,| ο ουρανός εσκίστηκε και όξω φωνή εβγήκε| απ’ τον Πατέρα λέγοντας: «τούτος είναι ο υιός μου| ...» Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2427· ας σκιστούν οι επτά ουρανοί, ας πέσουν τ’ άστρη χάμαιν, (παραλ. 2 στ.) ο βασιλεύς των ουρανών εις τον σταυρόν απάνω| έλαβεν θάνατον πικρόν! Έδε παραδικίαν! Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 403. 3) Διαρρηγνύομαι· ραγίζω· «σκάζω»: εσφάλισαν πολύ πλήθος ψαρίων, οπού το πλεμάτι τους εσχίζουντον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ε’ 6· Ε τσούκα, οπού τα εχώρεσες και πώς ουδέν εσχίσθης,| εκείνη βαπτιστήρα ήτον, εκείνη τσούκα ουκ ήτον Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 217· Όταν φυτεύεις τας ρογδίας, ... βάλε τριγύρου σκιλλοκρόμμυδα, ότι αυτά έχουσι φυσικήν δύναμιν και δεν αφήνουσι να σχίζονται τα ρόγδια Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 153· Όταν σχισθούν τα χείλη. Μαστίχι ... και ρετσίνι και της κερασίας το δάκρυον και της χήνας αξύγγι έπαρε και κοπάνισέ τα και άλειφε τα χείλη Γιατροσ. Ιβ. 104. 4) α) Γίνομαι κομμάτια, διαμελίζομαι: έπταισε παιδίν επταίσιμον, μανθάνει το ο Πάρις, (παραλ. 1 στ.) ρίπτει τον από άνωθεν έξωθεν εκ του πύργου.| Εσχίσθη, εσαθρώθηκεν, πάραυτα ενεκρώθη Βυζ. Ιλιάδ. 367· β) (μεταφ.) καταστρέφομαι: να σκιστεί θέλει το καταπέτασμα το νομικόν, διά να φανερωθεί ο Χριστός Πηγά, Χρυσοπ. 248 (43)· (μεταφ. προκ. για την καρδιά σε ένδειξη οδύνης): και λέγει μετ’ οδύνης του: «Αϊλί κρίμα εις εμέναν!| Και πώς ουδέν μου σχίζεται έσωθεν η καρδία,| επεί ουδέν έχω συγγενήν, φίλον σιμά μου τόσα,| οπού ποσώς να θλίβεται την τόσην μου ζημίαν| ...;» Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 11593· Σκίσου, καρδιά μου, σήμερο, χίλια κομμάτια γίνου| ’ς τούτα λοιπόν τα βάσανα τα τόσα οπού με κρίνου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55413. 5) Πληγώνομαι, τραυματίζομαι: Ηύρε τον εις το πρόσωπον η κοπανιά η μεγάλη (παραλ. 1 στ.), το σίδερο εκατάσπασε, τα χείλη του εσκιστήκα,| μα ’τονε η ζάλη του πολλή και πόνο δεν εγροίκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1929. 6) (Αυτοπαθ.) ξεσχίζω τα ρούχα μου: και απέ τον θυμόν του πολλάς φοράς δέρνεται κανείς μόνος του, και σκίζεται δίχως να τον σκίσουν Ασσίζ. 20412. 7) (Αλληλοπ.) αποχωρίζομαι, απομακρύνομαι: Τάχα χαράσσειν ήρξατο και της αυγής η χάρις,| αλλά την χάριν της αυγής ως σκότος είδαν (ενν. ο Καλλίμαχος και η Χρυσορρόη) τότε·| μετά κλαυθμών και στεναγμών και στενοχωρημάτων| εσχίστηκαν τα σώματα φοβούμενα το πλήθος Καλλίμ. 1984. 8) Αποσχίζομαι: εις το μανδρί της εκκλησίας εσέβηκε λύκος και όχι βοσκός. Αυτό τούτο είπαν και Πέτρος ο μητροπολίτης των Σάρδεων ... και άλλοι τινές από τους ... κληρικούς, έστωντας να σχισθούν και να χωρίσουν από την εκκλησίαν χωρίς κανένα λογαριασμόν Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 7722. 9) Μπαίνω σε αντιπαράθεση, τσακώνομαι: οι δε β ́ άδελφοί του Μορέως σχισθέντες αλλήλων, και ο μεν Δημήτριος ... ήθελε να λάβει γαμβρόν τον σουλτάνον και παραδώσει τον Μορέαν ... Ο δ’ αυτός τέθνηκεν εν Ανδριανουπόλει ... ο δε κυρ Θωμάς έφυγεν εν Φραγκίᾳ Byz. Kleinchron. Ά́ 18851. Φρ. 1) Σκίζει η μέρα = αρχίζει να χαράζει, να ξημερώνει: ’ποθυμώ πολλά να σκίσει η μέρα,| τη μυρισμένη ανατολή ν’ αρχίσει| στον ουρανό τα ρόδα να σκορπίσει Πιστ. βοσκ. I 3 193. 2) Σχίζεται το φως των ομμάτων μου = αρχίζω να βλέπω (εδώ μεταφ.): το σκότος των αμαρτιών και της ασεβείας εκάλυπτεν ημάς ... Τώρα δε οπού εσχίσθη το φως των ομμάτων μου, βλέπω μικράν τινά λάμψιν της αληθείας, και μετανοώ τα πρότερα ανομήματα Αγαπ, Δαμασκηνού Βαρλαάμ 20438. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Σχιστός: γυναίκα κακορίζικε, Εύα μαγαρισμένη,| οπού είσαι οπίσω ανοικτή και απόπροσθεν σκισμένη Συναξ. γυν. 128· μόνε ετούτο να μη φάτε από τά αναβάζουν το μαρούγασμα και από τά ομπλίζουν την ομπλή τη σκισμένη, το καμήλι και το λαγό και το σκαζόχερο Πεντ. Δευτ. XIV 7. 2) Γεμάτος ρωγμές, ραγισμένος: έστησαν περιέργως (ενν. τας σκευάς) εις τόπον εν ῳ σούδαν ουκ είχεν ομοίαν σουδών των ετέρων, αλλά κεχαλασμένη υπήρχεν ... και άντικρυς ταύτης πύργος ευρέθην εκ συμβάσματος λίαν σεσαθρωμένος και εσκισμένος από άνωθεν έως κάτω Καναν. (Cuomo) 67. 3) α) Γεμάτος σχισίματα: όποιος άνθρωπος τον Ύψιστον φοβάται| από Αυτόν, τον Κύριον, αυτόνος προτιμάται.| Διαταύτο ετιμήθησαν μάρτυρες και αποστόλοι (παραλ. 1 στ.). Αυτείνοι οι πτωχικότατοι με τα σκισμένα δίκτυα| βασιλικά θρονία έχουσιν Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 10091· β) (συνεκδ.) που τα ρούχα του είναι σχισμένα: Έβγαλαν τες αρχόντισσες τες καλοστολισμένες, (παραλ. 1 στ.) οι Τούρκοι κατασύρνουν τες κι έχουν τες σκλαβωμένες,| ’πό τα μαλλιά τες σύρνουσιν, ως τα βυζιά σκισμένες Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 410. 4) Που κάποιο μέλος του σώματός του έχει κοπεί: τσακισμένο γή σκισμένο γή λειχηνάρικο γή ψωριάρικο γή λεπρό μη προσφέρετε ετούτα του Κυρίου Πεντ. Λευιτ. XXII 22.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Πιθ. από το επιτ. ξε— και το μπλάζω (για το οποίο βλ. Andr., Lex., λ. εμπελάζω και Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 392)· πβ. σημερ. ιδιωμ. ξαμπλάζω και ξαμπλώ (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 424), καθώς και ξεμπλώ (Andr., Lex., λ. εκπίμπλημι).